20.4.14

ΠΑΣΧΑ ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΙΚΟ

 

 

Βας. Λαμνάτου

Η ξεχωριστή γιορτή της Χριστιανοσύνης , η Λαμπρή , γιορτάζεται απ’ όλους εμάς με μεγάλη λαμπρότητα , με βαθιά θρησκευτική προσήλωση και μ’ ένα εξαίσιο χρωματισμό πανηγυρισμού κ’ αγάπης .

Εκεί , όμως , που η Λαμπρή παίρνει ιδιαίτερο χαρακτήρα γιορτασμού και ζηλευτό ξεφάντωμα γλεντιού , είναι τα χωριά μας στις στάνες και στα τσελιγγάτα .

Εδώ , σ’αυτά τα κονάκια των τσοπάνηδων , αυτές τις άγιες μέρες τηρούνται κατά γράμμα και λεπτομερειακά όλα τα ήθη και τα έθιμα , που συνδέονται με την Πασχαλιά . Τούτοι εδώ , οι βουνήσιοι άνθρωποι , οι τσελιγγάδες μας , τέτοιες καλοθύμητες και χαρούμενες μέρες , που γιορτάζει όλη η Πλάση και πολυχαίρεται όλη η Οικουμένη νοιώθουν πολύ τις παραδόσεις του λαού μας και προσπαθούν να τις διατηρήσουν αλώβητες με κάθε τρόπο .

Απ’ το Μεγάλο Σάββατο αρχίζουν κι’ οι προετοιμασίες , τ’ ασπρίσματα και τα συγυρίσματα των κονακιών , το ζύμωμα των ψωμιών , το κέντημα των κουλουριών και τόσα άλλα . Τ’ αυγά τα ‘ χουν βάψει , κιόλας , κατακόκκινα , απ’ τη Μεγάλη Πέφτη .

Βλαχούλες και βλάχισσες μπαινοβγαίνουν στα κονάκια όπως οι μέλισσες στην κυψέλη . Η κάθε μια έχει και τη δική της δουλειά . Με ιδιαίτερη προσοχή και τέχνη θα ζυμωθεί το « λαμπρόψωμο » κι ‘ η κουλούρα της βαφτιστικιάς ή του βαφτιστικού του τσέλιγγα , με το κόκκινο αυγό στη μέση , που μαζί με τη λαμπάδα , και καμιά φορά , μ’ ένα αρνί , ανάλογα με το βιός και τη φιλοτιμία του τσέλιγγα , τα πηγαίνει ο μπιστικός στο κονάκι των κουμπάρων το σούρουπο του Μεγάλου Σαββάτου .

Τα πιο καλά θρεφτάρια , δυο τον αριθμό , θα τα σφάξει ο τσέλιγγας τη Λαμπρή και θα τα ψήσει στη σούβλα , όπως συνηθίζεται , μαζί μ’ άλλα πολλά σφαχτάρια , που θα σφάξουν κι άλλοι τσελιγγάδες απ’ τ’ άλλα βλαχοκόνακα . Έτσι, με το πρώτο κιόλας ροδοφίλημα τα’ ανοιξιάτικου ήλιου στις γύρω βουνικορφές , τα’ αρνιά βρίσκονται σουβλισμένα και στημένα στις πλάτες των κονακιών , το ‘να δίπλα στ’ άλλο , έτοιμα να ψηθούν με τη φροντίδα των μπιστικών πάνω στην απλωμένη κι’ ολοζώντανη θράκα , που περιμένει παρέκει .

Γυρίζοντας , απ’ τις λαμπροφώτιστες εκκλησιές , μ’ αναμμένες τις λαμπάδες τους , οι τσοπανοτσελιγγάδες , σταυρώνουν πρώτα την κορφή της αυλόπορτας του κονακιού με τη φλόγα του λαμπροκεριού , ύστερα ανανεώνουν το φως του καντηλιού τους στο εικονοστάσι , κι έ[ειτα τραβούν για τα κατοικειά των ζωντανών τους . Πιστεύουν , πως το φως της Ανάστασης , εκτός απ’ τη δύναμη πο’χει να διώχνει τις συμφορές και τα κακά , έχει και τι « γονιμοποιό » δύναμη . Πληθαίνει τα γιδοπρόβατα .

Σαν κάμουν όλα αυτά , σβήνουν το κερί και το βάζουν στο εικονοστάσι με την ευχή « αγύρευτο να ‘ ναι ». Όταν κινδυνεύει κάνα ζωντανό , γιδοπρόβατο ή φιορτάτικο , από καμιά αρρώστια η βάσκαμα , το κατεβάζουν , τα’ ανάβουν και λένε , κρατώντας το , διάφορες ευχές πάνω απ’ τα’ αρρωστημένο πράμα .

Ακόμα , το χρησιμοποιούν κι όταν πήζει το γάλα για να γίνει τυρί . Το μάτι , λένε οι τσελιγγάδες , πιάνει και το γάλα . Παίρνουν τότε το λαμπροκέρι , τα’ ανάβουν , κάνουν μ’ αυτό το σημείο του σταυρού πάνω απ’ το γάλα και στάζουν λίγο μέσα σε δαύτο . Έτσι φεύγει το κακό το μάτι και πήζει το τυρί .

Το πρωί , ανήμερα το Πάσχα , οι τσελιγγάδες γυροκάθονται περίχαροι στο καλοστρωμένο τραπέζι και τρώνε το πατροπαράδοτο φαγητό , τη μαγειρίτσα . Παίρνουν μια μπουκιά , όπως λένε , για να ησυχάσουν το στομάχι ώσπου να ‘ρθει το μεσημέρι και θα στρωθεί το επίσημο Πασχαλιάτικο τραπέζι με λογής – λογής φαγητά !

Κόκκινα αυγά , ανήμερα της Λαμπρής δεν τρώνε ποτέ τους οι τσελιγγάδες , ούτε τα μαλάζουν . Κι’ αν τους ρωτήσεις γιατί , σ’ απαντούν πως βγάζουν τα πράματα « γλίθρες » ή « λιθοβόλια », άλλοι τα λένε και « αυγολίθια ». Κι είναι αυτά κάτι σπυράκια που παρουσιάζονται στο κορμί των ζωντανών . Ακόμα , μερικοί πραματολόοι , δεν τρώνε ούτε γάλα την ημέρα αυτή , γιατί λένε πως η σκουληκόμυγα αφήνει στο στόμα και στα μάτια του τσοπάνη τις ακαθαρσίες της . Και τότε , πρήζεται και υποφέρει πολύ , όσο δεν λέγεται .

Παλιότερα , εδώ και κάμποσα χρόνια πίσω , στα χωριά μας η Ανάσταση δεν έβγαινε μεσάνυχτα του Σαββάτου , αλλά τα βαθειά χαράματα της Κυριακής με το ντροπαλό σιγοφανέρωμα της Λαμπριάτικης μέρας .

 

Τότες , ήταν άλλα χρόνια κι άλλοι άνθρωποι , σήμερα , ο πολιτισμός κι η μόδα έφτασαν , δυστυχώς , κι ως τις πόρτες των εκκλησιών μας και που ‘σαι ακόμα . Τρεις ώρες νύχτα ξεκινούσαν τότε οι βλάχοι να πάνε « να φ’ λήσουν Ανάσταση » , όπως λέγεται , στο πιο κοντινό χωριό με τα λαδοφάναρα στα χέρια , αρμενίζοντας μέσα στους δρόμους και τα μονοπάτια.

Τέτοια μέρα όμως , η χαρά της Λαμπρής τους φτέρωνε τα πόδια κι έδιωχνε κάθε κούραση . Στο δρόμο , καθώς πέρναγαν , τους άκουγες να λένε και τις εύθυμες ιστοριούλες τους για τον παπα Γιώργη ή τον παπα Αλέξη κι ακόμα ποιους θα καλούσαν μετά το σχόλασμα της εκκλησίας για νάρθουν το μεσημέρι στο κονάκι τους για να φάνε και να γλεντήσουν μαζί τους .

Καθώς τα’ αρνιά στριφογυρίζουν στις σούβλες και ροδοκοκκινίζουν σιγά – σιγά κι ανάρια – ανάρια , ο τσέλιγγας μ’ ένα μικρό μπουκάλι πο ‘χει μέσα ρακί ή ούζο , χύνει λίγο σκορπιστά πάνω στη χόβολη , για να πάρουν ευχάριστη μυρωδιά τα σφαχτά που σιγοψήνονται .

Έπειτα , μόλις καταλάβει πως έχουν ψηθεί , τα δοκιμάζει χτυπώντας τα με το δάχτυλο , ένα – ένα στις πλάτες και στα πισινά ποδάρια , κι αν δει πως το δάχτυλο ευκολοβυθίζεται στο κρέας τους , γνέφει στους μπιστικούς να τα βγάλουν απ’ τη φωτιά και να τα στήσουν όρθια παρέκει να λιγοκρυώσουν .

Ύστερα από λίγο , μόλις φτάσει το γιόμα , οι πιο όμορφες βλαχούλες στρώνουν το πασχαλινό τραπέζι . Βάζουν λογής – λογής φαγητά , μπόλικα , και περισσά με το κατάγλυκο κρασί στη μέση , το διάγκι ή το « λαμπροκράσι » , όπως το λένε οι τσελιγγάδες . Απ’ όλα την καλύτερη θέση έχουν το ψητό και η καλόφκιαστη τυρόπιτα της πιο έμεπιρης και νοικοκυρεμένης βόσκισσας .

Στο τραπέζι , στρογγυλοκάθεται πρώτος με την ευχή στα χείλια και το « Χριστός Ανέστη » ο πρωτοτσέλιγγας κι ύστερα ακολουθούν αραδιαστά ολόγυρα οι άλλοι τσοπάνηδες και μπιστικοί , βλαχούλες και βλαχόπουλα

    Βασίλης  Λαμνάτος

No comments:

Post a Comment