
Οι αγωγιάτες , ως επί το πλείστον , ήταν μικρά παιδιά , 12 - 15 χρονών , που τά 'στελναν οι γονείς τους γιά τα χρήματα , μιάς και δεν διέτρεχαν κανένα κίνδυνο , αφού ήταν όλο το χωριό , σχεδόν , παρέα . Πήγαιναν άδειοι και καβάλα και γύριζαν με τα πόδια . Το καλοκαίρι , τα πράγματα΄..πήγαιναν κι' έρχονταν , το χειμώνα όμως , που το κρύο κι η παγωνιά περόνιαζε και που τα περισσότερα παιδιά δεν είχαν παπούτσια ; Τι λέω τα περισσότερα , όλα σχεδόν .
Οι αγωγιάτες του χωριού μας , πήγαιναν χαμηλά από τον Κούστη , πέρναγαν στο αμπέλι του Παπανικολάου , μύλο του Σφέτσου κι 'εβγαιναν στο Βύθλα , αποφεύγοντας το δημόσιο δρόμο . Ξεκινούσαν στις τρεις τα μεσάνυχτα κι' έφταναν το πρωί στο Χάνι , πριν καλά -καλά χαράξει . Τα ζώα απ' την κούραση και την πείνα , έφταναν τσακισμένα στον παραλιακό δρόμο , όπου αριστερά και δεξιά φύτρωναν " μπαμπζίνες "( πικροδάφνες ) κι' αν δεν τα πρόσεχαν μπορούσαν να φάνε και να ψοφήσουν . Τα ντόπια δεν τις έτρωγαν , ενώ τα δικά μας ίσως έφταναν ξεθεωμένα , ίσως γιατί δεν τις ήξεραν , τις άρπαζαν στα σκοτεινά και τις έτρωγαν κι έτσι πολλοί ορεινοί έχασαν πολύτιμα , γιά κείνα τα χρόνια της μαύρης φτώχειας , ζωντανά .
Σ' ένα τέτοιο νυχτερινό αγώι , λοιπόν , συνέβη το εξής : Η ομάδα είχε ξεκινήσει στις 3 τα μεσάνυχτα και την αποτελούσαν μικρά παιδιά , έχοντας όλα δεμένη στα πόδια τους τη λινατσούλα μα τα άχυρα . Βρίσκονταν στο 'υψος του " Καμπλάκη " , όταν το γαιδούρι της μακαρίτισσας της Τραμποβάσιως " ξαφνιάστηκε " ( ποιός ξέρει από τι ) και πετάει τη θειά Βάσιω μέσα σε μιά πουρναρομαζιά με τα πόδια τον ανήφορο .
Έβαλε τις φωνές και ρέκαζε το κορίτσι , αλλά ποιός να τη βοηθήσει , που όλα τα παιδιά ήταν δεμένα και δεν προλάβαιναν να λυθούν ; Ευτυχώς , έτρεξε ο Ντουμοδρόσος , που ήταν λίγο μεγαλύτερος και την έβγαλε απ' τα πουρνάρια και το " καραβάνι " συνέχισε το μαρτυρικό του δρόμο ως του Κουλατζή το χάνι .
Ο Κουλατζής στο χάνι του είχε μιά κατσαρόλα όλη κι' όλη . Σ' αυτή έβραζε φασουλάδα γιά τους.. " Βλάχους " ( όπως μας έλεγαν οι παράλιοι ) και , μόλις έβλεπε νά 'ρχονται αγωγιάτες , έβγαινε και ρωτούσε : - Έρχονται κι άλλοι από πάνω ;
- Έρχονται , μπάρμπα , έρχονται , του απαντούσαν τα παιδιά κι εκείνος έδινε διαταγή στον παραγιό του : -- Ρίξε κι' άλλο νερό στα φασόλια , μάστορααα !!
Ρίξε ..ρίξε όμως νερό , ο μάστορας , στο τέλος έπρεπε να κυνηγάς τα φασόλια με το..δίκανο και μερικές φορές αν τύχαινε να μείνουν πολλές μέρες στην κατσαρόλα , ελλείψει πελατείας , ξίνιζαν και τότε ο αγιογδύτης ο χανιτζής έκοβε μέσα μάραθο , μαρούλια και κρεμμυδόφυλλα , κι' άλλα ζαρζαβατικά , γιά να κόψει την ξινίλα τους .
Το 'παιρναν οι κακόμοιροι , το 'κοβαν φέτες , το χάραζαν με το σουγιά , το καψάλιζαν στη φωτιά , κάνοντάς το " καρμάλα " ( φρυγανιά ! ) . Η καρμάλα εκείνη , έπιανε απ' το καψάλισμα μιά ροδοκόκκινη πέτσα , έξω - έξω , που τρωγόταν κάπως . Κάτω όμως απ' αυτή την πέτσα , , το υπόλοιπο ήταν " ίμπλα " ( σκέτη..λάσπη δηλαδή ). Η ίδια διαδικασία γινόταν γιά δεύτερη και τρίτη φορά , ώσπου , σιγά-σιγά να φαγωθεί όλο το ψωμί , αλλοιώς δεν πήγαινε ..κάτω με τίποτα .
Αυτά τραβούσε , φίλοι μου , η ορεινή Δωρίδα της εποχής εκείνης , γι'αυτο και πολλοί πήραν των ..όμματιών τους και..χάθηκαν στις..τσιμεντουπόλεις...