Ηταν ένα δισκάκι σαράντα πέντε στροφών, με τη μοβ ετικέτα της Parlophone. Στο εξώφυλλο (τότε και τα μικρά δισκάκια είχαν εξώφυλλο) τέσσερις φατσούλες ακούρευτες. Τα κομμάτια που περιείχε ήταν το «Love me do» και το «P.S.: I love you». Ακόμη και σήμερα, πενήντα χρόνια μετά, δεν έχω κατορθώσει να εξηγήσω τι ακριβώς περιείχε εκείνο to κομματάκι του βινιλίου που μας άλλαξε τη ζωή! Ενα απλό «ριφ» με τη φυσαρμόνικα του Λένον, πέντε έξι ακόρντα, σε σχετικές κλίμακες, απλά παιγμένο μπάσο και «ξερά» ρυθμικά τύμπανα.
Δεν μπορεί, πρέπει να ήταν το «κάτι», εκείνο που έλειπε από τη ζωή μας, ζωή μιας νεολαίας που πήγαινε σχολείο με το αστικό λεωφορείο, που άκουγε ακόμα αφηγήσεις για την Κατοχή και τα Δεκεμβριανά και που στα «ηλεκτρόφωνα» (έτσι τα αποκαλούσαν τότε τα jukebox) ακούγονταν κατά κόρον η «Φαρίντα», η «Ζιγκουάλα», η «Σοράγια» και άλλες εξωτικές κυρίες, με κάποια διαλείμματα από τραγούδια για τα χαμένα αδέλφια, την ξενιτιά, τη μετανάστευση, τον χωρισμό και τη ρετσίνα. Ξαφνικά, λοιπόν, ανακαλύψαμε μιαν άλλη ζωή, που για τους «γέρους» μας ήταν «απαράδεκτη», «έκλυτη» και ό,τι άλλο μπορείτε να φανταστείτε! Με δυο «ανάποδες» στη φυσαρμόνικα και πέντε τρίχες παραπάνω στα μαλλιά τους, οι Beatles έδιναν το σύνθημα της αλλαγής στην καθημερινότητά μας. Αν ήξεραν οι ιδιοκτήτες των Ινστιτούτων Ξένων Γλωσσών πόσα χρωστάνε στους Beatles και, γενικότερα, στη μουσική επανάσταση του ’60 θα είχαν στήσει μνημείο στον Μπράιαν Επστάιν!
Τότε, λοιπόν, γεννήθηκαν στην Ελλάδα οι «τινέιτζερ», εκ του αγγλικού teenager, δηλαδή τα άτομα από 13 (thirteen) μέχρι 19 (nineteen) ετών. Σ’ αυτούς, υποτίθεται, απευθυνόταν η μουσική που εισέβαλε και στην Ελλάδα. Βεβαίως, είχαν προηγηθεί ο βασιλιάς Elvis, με το «σοκαριστικό» λίκνισμα των γοφών του, ο Paul Anka, που έσπαγε ταμεία με το «Crazy Love», ο Neil Sedaka με το «Oh Carol», γραμμένο για τη μεγάλη Κάρολ Κινγκ κι ένας περίεργος τύπος, ο Chris Montez, που έκανε τεράστια επιτυχία με ένα τουίστ, το «Let’s Dance». Ε δεν ήθελε πολύ να πάρει μπρος η μηχανή! Ο Νίκος Μαστοράκης, η αλεπού της μουσικής ερήμου εκείνης της εποχής, εξέδωσε τους «Μοντέρνους Ρυθμούς» , με εκδότη τον Θανάση Τσόγκα και συνεργάτες τον Νότη Κύτταρη, τον Τεό (Θόδωρο) Σαραντή, τον Λευτέρη Κογκαλίδη, τον Γιάννη Πετρίδη. Το περιοδικό, που κάθε εβδομάδα περιείχε και Top Ten, έσπαγε ταμεία! Παράλληλα ξεφύτρωσαν στην Αθήνα τα πρώτα night clubs, που φιλοξενούσαν ποπ και ροκ σχήματα. Το «Whisky a Go-Go», η «Quinta», το «Hobby», το «ABC» στην Αθήνα , το «20 Coctails», το «Princess», ο «Κουρσάρος» και το «Σινικόν» στον Πειραιά, το «Queen Anne» στη Βούλα και το «On The Rocks» στη Βάρκιζα, το «Pipistrello» στην Κηφισιά. Παράλληλα, δημιουργήθηκαν σε όλες τις πόλεις της Ελλάδας συγκροτήματα «ποπ - ροκ». Είναι σπουδαίο πράγμα για μια παρέα, ξαφνικά, με τρία τέσσερα όργανα να γίνεται το ίνδαλμα της περιοχής!
Στην οδό Νίκης 2 «έναντι του Ταχυδρομείου Συντάγματος», λειτουργούσε η εταιρία δίσκων Music Box, την οποία διηύθυνε ο Βέλγος Μαρτέν Γκεσάρ (εκεί εργαζόταν και ο Δημήτρης Τσαλαπάτης). Στο πατάρι ο Μαστοράκης έστησε το «δόκανο» για τα ελληνικά συγκροτήματα και πρώτα απ’ όλα «συνέλαβε» τους Forminx! Επρόκειτο για ένα μουσικό κουιντέτο φοιτητών, που είχε φτιάξει ο Βαγγέλης Παπαθανασίου, με τους Σωτήρη Αρνή (μπάσο), Κώστα Σκόκο (τύμπανα), Τάσο Παπασταμάτη (τραγούδι) και Βασίλη Μπακόπουλο (κιθάρα). Ηχογράφησαν το πρώτο τους δισκάκι στη Music Box, με ετικέτα της Decca. Στη μια πλευρά το «Elephant twist», ένα κομμάτι οργανικό, που διέκοπτε ο Μαστοράκης για να πει… ανέκδοτα στα αγγλικά, και το «Ah say yeah!», ένα καταπληκτικό beat κομμάτι, που ακούγεται ευχάριστα ακόμα και σήμερα. Οι Forminx ήταν το «βαρύ πυροβολικό» του Μαστοράκη, ο οποίος «έπιασε» το ταλέντο του Vangelis από την πρώτη στιγμή. Περιττό να πούμε ότι οι ραδιοφωνικές εκπομπές του Μαστοράκη «Λεωφορείον η Μελωδία» πρέπει να έχουν σπάσει όλα τα ρεκόρ ακροαματικότητας όλων των εποχών στην Ελλάδα! Οι Forminx εμφανίζονταν στο club «Acropol», στο υπόγειο του ομώνυμου ξενοδοχείου, απέναντι από το Πολυτεχνείο, αλλά η νεολαία, που δεν μπορούσε να φτάσει μέχρι εκεί, μπορούσε να τους απολαύσει στα διάφορα «Μουσικά πρωινά» που διοργάνωνε ο δαιμόνιος τότε ρεπόρτερ της «Μεσημβρινής» στο θέατρο «Ορφεύς», στη Σταδίου! Χαμός!
Εσπασαν τις πόρτες στο Παλέ ντε Σπορ
Πραγματικός… σεισμός έγινε στο Παλέ ντε Σπορ της Θεσσαλονίκης, όταν οι «απέξω» έσπασαν τις πόρτες και κατέκλυσαν κάθε γωνιά του χώρου. Οι Forminx ήταν τα ινδάλματα της νεολαίας κι ας τραγουδούσαν μόνο στα αγγλικά! Μάλιστα, εκείνη τη συναυλία, τη γύρισε, όπως και το ταξίδι του γκρουπ με τρένο από την Αθήνα, σε ταινία, στα πρότυπα του «A hard day’s night», ο μεγάλος Θεόδωρος Αγγελόπουλος! Ηταν η πρώτη του ταινία, της οποίας η μοναδική κόπια έχει χαθεί! Πιστεύω ότι κάποια στιγμή θα εμφανιστεί ως «σπάνιο ντοκουμέντο» και θα την (ξανα)δούμε!
Από τα σκαθάρια στους Juniors και τους Ιdols
Δεν ήταν, όμως, μόνον οι Forminx. Η άλλη εταιρία, η Odeon-Parlophone, είχε τα δικαιώματα των Beatles! Ετσι δεν έμεινε πίσω και στον ελληνικό χώρο. Υπέγραψε συμβόλαια με τους Juniors και τους Idols. Οι Juniors ήταν πιο «ροκ» από κάθε άλλο ελληνικό γκρουπ. Τους αποτελούσαν οι Θάνος Σουγιούλ, γιος του μεγάλου συνθέτη (πλήκτρα), Λάκης Βλαβιανός (πιάνο), Αλέκος Καρακαντάς (κιθάρα), Εύρης Παρίτσης (μπάσο) και Γιώργος Τσίκνης (τραγούδι). Επειδή οι Forminx είχαν σπάσει όλα τα ρεκόρ με το «Jeronymo Yanka», ένα κομμάτι που ακόμα και σήμερα το χορεύουν παντού, έφτιαξαν το «Babie’s Yanka», μια διασκευή του «Δεν περνάς κυρα-Μαρία» στα… αγγλικά! Κι όμως έσπασε ταμεία! Πάνω, λοιπόν, που οι Juniors κάνουν το «It’s so easy» του Buddy Holly και καθιερώνονται (τους είχε αναλάβει ραδιοφωνικά ο Βάκης Πέρρος) συμβαίνει το απρόσμενο! Ενα χειμωνιάτικο απόγευμα καθ' οδόν για την «Ωμπέρζ» του Βερνίκου, στο Τατόι, το αυτοκίνητο που οδηγεί ο Σουγιούλ βγαίνει από τον δρόμο! Σκοτώνεται επιτόπου ο μουσικός και τραυματίζεται στο χέρι ο Αλέκος Καρακαντάς, ενώ οι δύο κοπέλες που συνόδευαν γλιτώνουν με ελαφρά τραύματα. Στην κηδεία του Θάνου Σουγιούλ παρευρίσκονται χιλιάδες νέοι, που θρηνούν ένα από τα είδωλά τους.
Το συγκρότημα, όμως, αποδεικνύεται «πολύ σκληρό για να πεθάνει»! Ο Μαστοράκης πέφτει επάνω τους και κυκλοφορεί ο δίσκος με το τραγούδι «Lost friend» (ο χαμένος φίλος), ενώ ο δαιμόνιος μάνατζερ οργανώνει συναυλία Κυριακή πρωί στον κινηματογράφο «Τερψιθέα», στον Πειραιά, τη «Μητρόπολη» των «Μουσικών πρωινών», που διοργάνωνε ο διαφημιστής Κίμων Αρέτας (Σαραντίδης) με τεράστια επιτυχία. «Μουσικά πρωινά» διοργάνωνε και ο Γιώργος Καρατζαφέρης, στη «Νεράιδα» και στο «Κρυστάλ» στην Καλλιθέα. Το γκρουπ μετονομάζεται σε The Four Juniors, αλλά… δεν έχουν κιθαρίστα. Στα πλήκτρα έχει περάσει ο Λάκης Βλαβιανός (ο μετέπειτα συνθέτης μεγάλων επιτυχιών του Ντέμη Ρούσσου) και ο Μαστοράκης βρίσκει κιθαρίστα! Στην «Quinta» του Μουτσάτσου, στη Φωκίωνος Νέγρη, παίζει ένα εγγλέζικο γκρουπ, οι Faces.
Κιθαρίστας του είναι ένας ξερακιανός Αγγλος, που ακούει στο όνομα Eric Clapton! Εχει μόλις αποχωρήσει από τους Yardbirds, διαφωνώντας με την ηχογράφηση του «For your love» (το κομμάτι τελικά έγινε παγκόσμια επιτυχία, αλλά και ο Clapton έγινε αυτός που έγινε ) και παίζει στην Αθήνα «για να ξεχάσει»! Ετσι εκείνο το χειμωνιάτικο πρωί στην «Τερψιθέα» οι Four Juniors (Παρίτσης, Νταής, Βλαβιανός, Τσίκνης) εμφανίζονται με λευκό ζιβάγκο και «πένθος» στο δεξί μπράτσο, ενώ ο Clapton με μαύρα ρούχα! Ετσι, σ’ έναν κινηματογράφο του Πειραιά, ακούσαμε για πρώτη φορά τη Stratocaster του Ερικ να κλαίει σε μια αίθουσα γεμάτη μαυροφορεμένες έφηβες και νέους με δακρυσμένα μάτια! Μεγαλείο!
Οι Charms ήταν επίσης σπουδαίο γκρουπ. Με ηγέτη τον Μάικ (Μιχάλη) Ροζάκη στο μπάσο, μετέπειτα μαέστρο της Λυρικής (πέθανε στα 62 του το 2008), έχουν ήχο rythm and blues. Ο Μάικ έχει βραχνή φωνή και κάποια στιγμή πέφτουν κι αυτοί στα χέρια του Μαστοράκη. Ο Μάικ έχει μόλις χωρίσει από τη γυναίκα του, αλλά «βγαίνει βρόμα» ότι έμεινε χήρος γιατί η Ροζμαρί σκοτώθηκε! Τυχαία (;) κυκλοφορεί τότε ο δίσκος με το κομμάτι «Ο διωγμός», με στίχους που μιλάνε για μια αγάπη που πέθανε στα χέρια του αγοριού της! «Είχα μια μικρή που λάτρευα στ’ αλήθεια, μα τη ζήλεψε ο χάρος ο σκληρός». Στη συναυλία, πάλι στην «Τερψιθέα», ο Μάικ τραγουδάει «Θεέ, κοίτα λίγο χαμηλά» και το πλήθος, μέσα κι έξω από το σινεμά, παραληρεί! Οι Charms (Μ. Ροζάκης, Γ. Στρατής, Κ. Νικολόπουλος, Π. Πολλάτος, Τ. Ιερεμίας) είναι πλέον κάτι σαν τους Forminx!
Από κοντά και οι Idols, ένα γκρουπ με πιο κοσμοπόλιταν ήχο. Τραγουδάει ο Τζο Μισά, ένας Ελληνας του Λιβάνου, μπάσο και κορνέτα παίζει ο Ντέμης Ρούσσος, Ελληνας της Αλεξάνδρειας, πιάνο ο επίσης Αλεξανδρινός Ντίνος Παπαβασιλείου, κιθάρα ο Αντώνης Γιούλης και αρμόνιο ο Νότης Λαλαΐτης. Ξεκινούν με τον Βάκη Πέρρο και κυκλοφορούν το κομμάτι «Hello honey». Ο Μαστοράκης σε μια εκπομπή του αποκαλύπτει ότι το τραγούδι των Idols είναι… κλεμμένο (διασκευή από το «Bye bye Johnny» του Τσακ Μπέρι) και γίνεται ο χαμός! Οι Idols, σε λίγο καιρό, καταλήγουν επίσης στη Music Box και κάνουν επιτυχίες, κυρίως διασκευάζοντας ξένα κομμάτια, όπως το «Σου ’δωσα την αγάπη μου» και «Δεν μ’ αγαπάς». Δεν είναι, όμως, μόνο αυτοί. Ο Μαστοράκης φτιάχνει τους Stormies, με επικεφαλής τον ντράμερ και ραλίστα Μάκη Σαλιάρη («Αυτοκίνηση») και τραγουδίστρια τη Zoe (Ζωή Κουρούκλη). Δυνατός ήχος και γυναικεία φωνή, κάτι σαν την Sandy Saw! Οι Sounds εμφανίζονται στο προσκήνιο με τραγουδίστρια την Τάμμυ (μια φωνή αλά Carpenters) και γνωρίζουν επίσης μεγάλη επιτυχία. Μαζί τους τραγουδάει και μια από τις σπουδαιότερες φωνές στο «ποπ» τραγούδι, ο Τάκης Αντωνιάδης, κατά τη γνώμη μου ο Ελληνας Pery Como! Το «ποπ και ροκ» κίνημα έχει σαρώσει τα πάντα! Ακόμη και τα «απογευματινά τέια» μεγάλων συλλόγων γίνονται με ορχήστρες «μοντέρνες»! Τα μπουζούκια έχουν τον Ζαμπέτα, αλλά τα club me «συγκροτήματα» θριαμβεύουν!
Οι Bluebirds με τον Σωκράτη Καψάσκη φτιάχνουν το «Julie», ένα κομμάτι που βασίζεται στα ακόρντα του «The house of the rising sun», παιγμένα γρήγορα, οι Vikings με τον Αντώνη Βαρδή γυρίζουν το «Fransoise», που γίνεται τεράστια επιτυχία. Ολα πάνε «πρίμα», ασχέτως του αν έχουμε χούντα, η οποία δεν βλέπει με καλό μάτι τους «χίπηδες» και τους «γιεγιέδες» (το 1967 φάγαμε ξύλο στη λεωφόρο όταν πήγαμε να ακούσουμε τους Rolling Stones, επειδή ο Jagger «πλησίασε πολύ το κοινό»), ώσπου γίνεται το… μπαμ! Ο Ντέμης Ρούσσος, που έχει φτιάξει με τον Λουκά Σιδερά, τον Μάκη Σαλιάρη και τον Σπύρο Μεταξά τους We Five και έχουν ηχογραφήσει μια μνημειώδη ερμηνεία του «When a man loves a woman» του Percy Sladge, φεύγει με τον Βαγγέλη Παπαθανασίου και τον Λουκά Σιδερά για καριέρα στην Αγγλία! Κάτι γίνεται, κάτι δεν πάει καλά και το τρίο δεν μπορεί να μείνει στο Λονδίνο. Ετσι, με τα λιγοστά χρήματα που έχουν, γυρίζουν στο Παρίσι, όπου τους περιμένει ο Αργύρης (Silver) Κουλούρης, κιθαρίστας εξαιρετικός. Ενα βράδυ σε ένα club, το τρίο ανεβαίνει και παίζει το «Rain and Tears», μια διασκευή του Βαγγέλη Παπαθανασίου στο θέμα του μπαρόκ «Canons» του Pachebel. Τους ακούει ο παραγωγός της PYE και.. τρελαίνεται! Ετσι γεννιέται το συγκρότημα-θρύλος, οι Aphrodite’s Child! Το «Rain and Tears» γίνεται Νο1 στην Ευρώπη και η φωνή του Ντέμη Ρούσσου, καθοδηγούμενη από τους ήχους του Βαγγέλη, φτάνει στα πέρατα του κόσμου! Οι Aphrodite’s Child είναι ο γλυκύς, μεγάλος καρπός της ελληνικής ποπ - ροκ σκηνής των sixties. Εδωσαν στην παγκόσμια μουσική σκηνή δυο «κλασικούς»: τον Vangelis και τον Demis Roussos!
Εν τω μεταξύ, στην Ελλάδα, έχει εισβάλει στον χώρο ο καταλύτης Διονύσης Σαββόπουλος. Από μια εμφάνιση σ’ ένα πρωινό στον «Οφέα», ο Πατσιφάς τον αρπάζει και η ΛΥΡΑ τον απογειώνει!
Ο Διονύσης
Ακολουθούν οι Socrates Drank The Connium, με Σπάθα, Τρανταλίδη, Τουρκογιώργη, ένας ήχος «μεταλλικός» αλλά με ελληνικό χρώμα, ο Εξαδάκτυλος, με Πουλικάκο, Πολίτη, Πολύτιμο, Αλαχαδάμη, έχουν σκάσει μύτη οι Πελόμα Μποκιού, σε ύφος Santana, με τον Βλάσση Μπονάτσο να τραγουδάει το «Γαρύφαλλε», τον Κιουρτσόγλου στην κιθάρα, τον Στεφανάκη στα πλήκτρα, ήχος προσφιλής εκείνη την εποχή. Εμφανίζονται και οι Poll (Τουρνάς, Λογαρίδης, Ουίλιαμς) και με το «Ανθρωπε, αγάπα» κλείνουν την «εποχή των λουλουδιών» σε ένα σκηνικό που θυμίζει ωδή στον Scot McKenzie!
Σπουδαίο γκρουπ ήταν επίσης οι Olympians, που κατεβαίνουν από τη Θεσσαλονίκη, με τον Πασχάλη Αρβανιτίδη μπάσο και τραγούδι και τον Αλκη Κακαλιάγκο «καθοδηγητή» στα πλήκτρα, που κερδίζουν όλο τον κόσμο, με τον «Τρόπο». Ενα απλό δωδεκάμετρο ρυθμικό τραγούδι, που είναι σήμερα «κλασικό», όπως και το «Σχολείον», μια διασκευή ενός κομματιού της εργατιάς, αλλά με ελληνικό γλυκανάλατο στίχο, που τρελαίνει σήμερα την εγγονή μου! Σπουδαία φωνή της εποχής και ο Γιώργος Πολυχρονιάδης, με φωνή που θύμιζε Louis Armstrong, οι 2002 GR πέρασαν επίσης με επιτυχίες τον δρόμο των early seventies αλλά μετά… ήρθε η Μεταπολίτευση! Το «πολιτικό τραγούδι» σάρωσε τα πάντα. Αντάρτικα από την Πλάκα μέχρι τη Δράμα, Θεοδωράκης παντού (και ορθώς). Οταν κόπασε η ορμή της «επανάστασης», η ποπ και ροκ σκηνή δεν είχε φράγκο! Η ελληνική κοινωνία άρχισε να γίνεται καταναλωτική και τα «μπουζούκια» έγιναν «πολιτιστικά κέντρα». Οι γιεγιέδες και οι χίπηδες, μουσικάρες όλοι, ενσωματώθηκαν, προς το ζην, εύκολα στα σχήματα των «μεγάλων μαγαζιών» ή έπαιζαν στα «μοντέρνα σχήματα» που εμφανίζονταν στα «μαγαζιά» προτού αρχίσει το «λαϊκό πρόγραμμα».
Αυτοί που δεν λένε να ξεχάσουν και να αλλάξουν
Σήμερα, υπάρχουν ακόμη μερικοί εκείνης της εποχής που «κρατάνε ακόμα». Δεν μιλώ για τον Διονύση, που είναι πλέον κλασικός. Είναι, όμως, ο Λάκης Παπαδόπουλος (έπαιζε στους Dragons), ο Νίκος Ζιώγαλας (έπαιζε στα «Ανάκαρα»), ο Τζίμης Πανούσης. Ενα καλό σχήμα είχαν φτιάξει μέχρι πρόπερσι ο Λάκης Τζιορντανέλι (έκανε τρελή επιτυχία με τους Cinquetti, διασκευάζοντας το «Inamorada de un amicu meu» του Roberto Carlos, που έγινε «Το κορίτσι του φίλου μου»), ο Γιώργος Πολυχρονιάδης και ο Ρόμπερτ Ουίλιαμς, ενώ τα τελευταία χρόνια επανενώθηκε το γκρουπ Νόμος 4000, που παίζει μόνο sixties και ετοιμάζει το ερχόμενο καλοκαίρι πανελλήνια περιοδεία.
Για τα παιδιά εκείνης της εποχής, που δεν είχαν κόμματα και οργανώσεις από πίσω τους, αλλά μόνο την αγάπη για μια άλλη μουσική, το «Love me do», οι Beatles, οι Stones, οι Amimals και όλα εκείνα τα γκρουπ που απέδειξαν ότι μπορείς να γίνεις κλασικός παίζοντας τρία τέσσερα όργανα, ήταν Θεοί, καθοδηγητές, αποκούμπι και, κυρίως, ελπίδα! O,τι και να μου κάνουν, όσο και να με χτυπήσουν, εγώ θα ακούω το «Imagine» και θα δακρύζω λυτρωτικά. Γιατί, όπως είπε ο ποιητής, «Προσπαθήσατε να με θάψετε βαθιά, αλλά ξεχάσατε ότι είμαι σπόρος»!
Δημήτρης Kάπας
7.5.14
ΤΟ 45ΑΡΙ ΤΩΝ BEATLES ΠΟΥ ΑΛΛΑΞΕ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
9.1.14
ΔΙΣΚΟΙ ΓΙΑ ΜΕΡΑΚΛΗΔΕΣ
Η αγορά των παλιών δίσκων έχει τους δικούς της κανόνες
που υπακούουν περισσότερο στο μεράκι
Πόσο αποδοτική μπορεί να αποδειχθεί η επένδυση
Μοιάζουν με το παλιό κρασί: όσο περνούν τα χρόνια τόσο καλύτεροι γίνονται και όλο πιο ψηλά ανεβαίνει η τιμή τους.
Ο λόγος για τους δίσκους βινυλίου, οι οποίοι ζουν και βασιλεύουν τουλάχιστον στις καρδιές των ανθρώπων εκείνων όπου η ψηφιακή τεχνολογία δεν έχει κάνει πλήρη κατάληψη. Για να μυηθεί κανείς στα μυστικά των ηχητικών αυτών θησαυρών πρέπει να διαθέτει γνώση, μεράκι και χρήματα, με το μεράκι να αποτελεί ίσως την κυριότερη προϋπόθεση για να ασχοληθεί κανείς με αυτή την αγορά.
Οπως κάθε άλλη αγορά, έτσι και αυτή των παλαιών δίσκων έχει το δικό της χρονικό εύρος.«Στην Ελλάδα», λέει ο κ. Ζ. Μαντζουράνης, ιδιοκτήτης καταστήματος παλαιών δίσκων,«η αγορά του μεταχειρισμένου δίσκου αφορά κυρίως την περίοδο από τις αρχές της δεκαετίας του '50 και μετά. Σήμερα θεωρείται πολύ δύσκολο να βρει κανείς στην αγορά προγενέστερα κομμάτια». Ετσι οι πρώτες εκδόσεις δίσκων της δεκαετίας του '50 παρουσιάζουν ιδιαίτερο συλλεκτικό ενδιαφέρον. «Πρόκειται», εξηγεί ο ίδιος, «για προσεγμένες εκδόσεις με πολύ καλή εγγραφή, ποιότητα βινυλίου και χαρτιού στο εξώφυλλο». Και ανάλογα με τη σπανιότητα του δίσκου και φυσικά την κατάστασή του διαμορφώνεται και η τιμή του.
Σε γενικές γραμμές, πάντως, οι συλλεκτικοί δίσκοι μπορούν να διακριθούν σε δύο βασικές κατηγορίες: πρώτον, τις σπάνιες ηχογραφήσεις και, δεύτερον, τους παλιούς δίσκους.
Οι σπάνιες ηχογραφήσεις αναφέρονται περισσότερο σε δίσκους των οποίων οι αρχικές μήτρες έχουν καταστραφεί και δεν είναι εφικτή η επανέκδοσή τους.
Τέτοιοι δίσκοι είναι συνήθως 45 στροφών. Παλιοί δίσκοι είναι αυτοί που ηχογραφήθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του '50.
Στην αγορά των δίσκων ο προσδιορισμός της τιμής είναι δύσκολη υπόθεση. Και αυτό συμβαίνει επειδή τα στοιχεία εκείνα που καθορίζουν την τιμή των δίσκων είναι πολλά και συνήθως υποκειμενικά. Στην Ελλάδα, σε αντίθεση με το εξωτερικό, δεν υπάρχει κάποιο αρμόδιο δημοπρατικό όργανο το οποίο να καταγράφει τους παλιούς δίσκους και με αντικειμενικά κριτήρια να καθορίζει μια τιμή.
«Για τους συλλέκτες αλλά και τους πωλητές», λέει ο κ. Μαντζουράνης, «εκείνα τα στοιχεία που καθορίζουν την τιμή κάποιου δίσκου είναι το περιεχόμενό του, η κατάσταση στην οποία βρίσκεται τη στιγμή που διατίθεται προς πώληση (αν έχει υποστεί φθορά και ποια είναι αυτή), σε πόσα αντίτυπα είχε πρωτοκυκλοφορήσει και πόσες επανεκδόσεις έχει κάνει ως σήμερα, οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ηχογραφήθηκε, οι καλλιτέχνες που συνεργάστηκαν για τη δημιουργία του και τέλος η ζήτηση που υπάρχει».
Οι τιμές των παλιών δίσκων, που έχουν φυσικά κάποια συλλεκτική αξία, ξεκινούν από τις 6.000 δρχ. περίπου. Ως ακριβότερος ελληνικός τίτλος έχει καταγραφεί ο δίσκος του Γ.Ρωμανού «Δύο μικρά γαλάζια άλογα», που άλλαξε χέρια σε δημοπρασία στο Λονδίνο στην τιμή των 1.000 στερλινών, δηλαδή 490.000 δρχ. περίπου.
Το βασικότερο όμως στοιχείο που προσδιορίζει την τιμή είναι το μεράκι του συλλέκτη και το ποσό που ο ίδιος διαθέτει για την αγορά του δίσκου και την αναβίωση των αναμνήσεων που έχει συνδέσει με αυτόν. Για μανιώδεις του είδους ορισμένοι δίσκοι δεν έχουν τιμή και, όταν τους ανακαλύψουν, είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν αδρά για να τους αποκτήσουν. Και η απόκτησή τους αποτελεί μέγιστη ικανοποίηση.
«Οι περισσότεροι εκ των συλλεκτών», λέει ο κ. Μαντζουράνης, «είναι άτομα πουασχολούνται με τη μουσική, όπως μουσικοί παραγωγοί ραδιοφώνου αλλά και άτομα που τα ίδια παίζουν κάποιο όργανο. Γι' αυτούς τους ανθρώπους οι συλλεκτικοί δίσκοι δεν έχουν τιμή. Είναι επίσης άνθρωποι που μαγεύονται από τον ήχο του βινυλίου και διαθέτουν μηχανήματα κατάλληλα ώστε να δώσουν πολύ καλό ηχητικό αποτέλεσμα».
«Ενας παλιός δίσκος», λέει ο κ. Γ. Μονεμβασίτης, ραδιοφωνικός παραγωγός της ΕΡΑ, ο οποίος έχει στην κατοχή του χιλιάδες δίσκους βινυλίου που τους έχει αγοράσει κατ' επιλογήν, όπως επισημαίνει, «έχει διαφορετική αξία για τον κάθε συλλέκτη, η οποία δεν είναι πάντα ακουστική. Υπάρχουν δίσκοι σπασμένοι ή σε πάρα πολύ άσχημη κατάσταση και με χαμηλότατη ακουστική απόδοση, που όμως έχουν πολύ μεγάλη ζήτηση λόγω παλαιότητας και περιορισμένων αντιτύπων».
Πάντως, κάθε είδος μουσικής έχει τους δικούς του λάτρεις και συλλέκτες. Στη χώρα μας οι περισσότεροι εξ αυτών ασχολούνται με ελληνική μουσική αλλά πολλούς φίλους έχει και το ξένο ρεπερτόριο: ροκ, σόουλ, τζαζ, κάντρι, χέβι μέταλ αλλά και κλασική μουσική.
Τα καταστήματα που εμπορεύονται παλιούς δίσκους συνήθως διαθέτουν όλα τα είδη μουσικής. Από αυτή την αγορά βεβαίως δεν λείπουν και τα εξειδικευμένα καταστήματα που πωλούν δίσκους συγκεκριμένων μουσικών ακουσμάτων. Αναζητώντας το παλιό, καλό βινύλιο
Εκείνοι που έχουν το μεράκι της συλλογής παλιών δίσκων είναι σίγουρα άνθρωποι που γνωρίζουν πώς θα επιλέξουν ένα δίσκο και πώς θα τον διατηρήσουν σε καλή κατάσταση. Αν όμως έχετε ξεκινήσει να δημιουργείτε τώρα τη συλλογή σας με «παλιά βινύλια», υπάρχουν ορισμένα πράγματα που πρέπει να έχετε υπόψη σας τόσο για την αγορά όσο και για τη συντήρηση των κομματιών της συλλογής σας.
Οπως επισημαίνουν συλλέκτες και πωλητές, ένας δίσκος επιλέγεται σε σχέση με την κατάσταση στην οποία βρίσκεται και το ακουστικό αποτέλεσμα που δίνει. Πώς όμως ξεχωρίζουμε ένα δίσκο και καταλαβαίνουμε σε τι κατάσταση βρίσκεται και τι ακουστικό αποτέλεσμα μας δίνει;
Οταν αγοράζουμε ένα δίσκο παλιό και μεταχειρισμένο, θα πρέπει να ελέγχουμε την επιφάνειά του ώστε να είναι σε καλή κατάσταση, δίχως γρατσουνιές και σπασίματα. Είναι προφανές ότι όσο καλύτερη οπτική εικόνα έχει ένας δίσκος τόσο καλύτερο ακουστικό αποτέλεσμα θα παράγει. Επίσης θα πρέπει να ελέγξουμε αν έχει εμφανώς στραβώσει για να περιστρέφεται σωστά και να τον πιάνει καλά η βελόνα.
Πέρα από τα προβλήματα που εντοπίζονται με την πρώτη ματιά, τον τελικό λόγο στην αξιολόγηση της ποιότητας ενός αποκτήματος ακουστικής αξίας τον έχει το... αφτί μας. Τα περισσότερα από τα καταστήματα που εμπορεύονται τους δίσκους διαθέτουν μηχανήματα που σας επιτρέπουν έναν πρώτο έλεγχο ακουστικής. Ζητήστε λοιπόν να ακούσετε τον δίσκο προτού προβείτε στην αγορά του.
Επειδή όμως όσο καθαρός και καλοδιατηρημένος κι αν φαίνεται ένας δίσκος έχει σχεδόν πάντοτε υπολείμματα σκόνης και λίπους στα αυλάκια του, οι ειδικοί συνιστούν να τον καθαρίσετε προτού τον χρησιμοποιήσετε στα δικά σας ηχητικά συστήματα. Οι δίσκοι καθαρίζονται με χλιαρό νερό και ουδέτερο σαπούνι και σκουπίζονται με ένα μαλακό πανί. Με αυτόν τον τρόπο καθαρίζουν εσωτερικά τα αυλάκια του δίσκου από σκόνη αλλά και λίπη τα οποία συσσωρεύονται από τα δάχτυλά μας.
Για να διατηρήσετε σε καλή κατάσταση τον μικρό σας θησαυρό θα πρέπει να τον καθαρίζετε αρκετά συχνά και να τον προφυλάσσετε από τις μεγάλες θερμοκρασίες. Φτιάξτε λοιπόν τη δισκοθήκη σας μακριά από εστίες θερμότητας και τοποθετείτε κάθετα πάντα τους δίσκους και χωρίς να πιέζονται για να μη στραβώνουν.
Επίσης θα πρέπει να λάβετε σοβαρά υπόψη σας ότι για να έχετε το επιθυμητό αποτέλεσμα σε ήχο αλλά και να διατηρήσετε σε καλή κατάσταση τους δίσκους σας χρειάζεστε πικ-απ το οποίο να έχει καλή βελόνα για να μη σκάβονται τα αυλάκια του. Η επένδυση λοιπόν επεκτείνεται και στην αγορά μηχανημάτων πέρα από την αγορά δίσκων. Τζουκ μποξ: από τις παιδικές αναμνήσεις στο σαλόνι μας
Για τους λάτρεις του παλιού ήχου, εκτός από τους δίσκους βινυλίου και βακελίτη, πολύ μεγάλη σημασία έχουν και τα μηχανήματα ήχου και επειδή όλα αυτά μας πηγαίνουν πίσω στη δεκαετία του '50 και του '60, από τις επιλογές μας δεν μπορούν να λείπουν τα πασίγνωστα σε όλους τζουκ μποξ.
Τα μηχανήματα αυτά ήταν μια από τις πλέον γνώριμες εικόνες όλων των χώρων διασκέδασης των δεκαετιών του '50 και του '60 και λιγότερο του '70. Η σύγχρονη τεχνολογία και οι ασιάτες «μάγοι» των ηλεκτρονικών έχουν φροντίσει να εξαφανίσουν πλέον αυτού του είδους τα μηχανήματα από το προσκήνιο.
Αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα υπάρχουν ελάχιστα τέτοια μηχανήματα και η τιμή τους είναι αρκετά υψηλή. Τα περισσότερα από αυτά προέρχονταν από την Αμερική, κάποιο πολύ μικρό ποσοστό από τη Γαλλία και από την Ιταλία.
Στην Ελλάδα, όπως μας λέει ο κύριος Δ. Ξενάκης, συλλέκτης ο ίδιος τέτοιων μηχανημάτων αλλά και επισκευαστής τους, ενώ υπάρχει πολύ μεγάλη ζήτηση, λόγω της αναβίωσης του πνεύματος της δεκαετίας του '60 και του '70, δεν υπάρχουν μηχανήματα αρκετά για να καλυφθεί
αυτή η ζήτηση. Στην Αττική, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι ζήτημα αν υπάρχουν 40-50 τέτοια μηχανήματα.
Οποιος θελήσει να τοποθετήσει ένα τέτοιο μηχάνημα στο σαλόνι του θα πρέπει να είναι προετοιμασμένος να βάλει βαθιά το χέρι στην τσέπη. Υπάρχουν δύο ειδών τέτοια μηχανήματα, αυτά που μπορούν να «παίξουν» δίσκους 45 στροφών και εκείνα που δέχονται δίσκους τόσο 45 στροφών αλλά και 78 στροφών.
Οι τιμές αυτών των μηχανημάτων κυμαίνονται από 200.000 δραχμές και μπορεί να φθάνουν και τα 2.000.000 δρχ. το καθένα, ανάλογα με την κατάσταση στην οποία βρίσκονται και τη σπανιότητά τους. Και σε αυτή την αγορά η ζήτηση είναι ο κύριος παράγοντας διαμόρφωσης των τιμών.
ΤΟ ΒΗΜΑ 15/3/1998