Ανήμερα τ’ Άϊ Θυμιού , στο δρόμο για το μικρό γραφικό εκκλησάκι στ στον Παλιόραγκο , στην ανηφοριά βγήκε αυτή η αναμνηστική φωτογραφία στις αρχές της δεκαετίας του ‘50 . Από αριστερά Νίκος Καραγκούνης , Γιάννης Ανδρεόπουλος , αδελφικός φίλος του πατέρα απ’ την Ερατεινή , αυτοκινητιστής , ο πατέρας μου η μάνα μου ο Χρήστος Γατάκης , που..εξέχει , αγαπημένος ανιψιός των γονιών μου , κάποιες χωριανές μας που πήγαιναν κι’ αυτές στο εκκλησάκι , πάνω στον Παλιόραγκο , και από δεξιά , Κατερίνη Γκομόζια , Γκομοζοκατερίνη , τρίτη η Βασιλική Παπαβασιλείου , Παπαβασιλοβασιλ’κή , και η θεια μου η Βιολέτα Καψάλη και καθιστός ο γράφων . Στο βάθος δεξιά το αλσάκι κάτω απ’ την εκκλησία , πίσω απ’ το σημερινό Δημαρχείο , και πίσω το Σφετσαίϊκο σπίτι , γιατρού , καμένο , άφτιαχτο .
Διπλογιορτή στο Καψαλαίϊκο τ’ Άι Θυμιού , την παραμονή γιόρταζαν τη γέννηση του δεύτερου γιού , του Κώστα κι’ ανήμερα γιορτή του πατέρα του Θύμιου Καψάλη και φυσικά καιγόταν το..πελεκούδι ..
Από πολύ μικρός , θυμάμαι πως αυτές τις δυο βραδιές ο πατέρας μου ξέσπαγε , καλούσε στο σπίτι μας φίλους και συγγενείς και του’διναν και καταλάβαινε , ολοχρονίς βλέπεις , σπίτι – δουλειά- μαγαζί , σπίτι – δουλειά – μαγαζί , κατέβαινε μια δυο φορές το μήνα στην Αθήνα με το φορτηγό του Σωκόγιαννου , για πράγματα του μαγαζιού , και άντε πάλι στο ζυγό , γιατί γυρνώντας απ’ την Αθήνα όπου κατεβήκαμε όταν τα πράγματα με το αντάρτικο είχαν ..στριμώξει , ξεκινήσαμε απ’ την αρχή , αφού το χωριό είχε καεί το 44 απ’ τους Γερμανούς .
Σωτήριον έτος 1930 , το πρώτο Λιδορικιώτικο ζαχαροπλαστείο , “ Η Δωρίς “ παρακαλώ , είναι πια γεγονός , αριστερά ο Τάσος Καντάς και δεξιά ο Θύμιος Καψάλης .
Μερακλής και γλεντζές ο πατέρας μου , του άρεσε η καλή παρέα , είχε πολύ αναπτυγμένη την αίσθηση του χιούμορ , και απ’ όσα μου έχει πει ο πρωτοξάδελφός μου , ο Μπάμπης ο Ζέκιος , γιος της αδελφής του πατέρα μου της Ελένης Ζέκιου , Ζεκολένης , απ’ όταν ήρθε νέος και ανύπαντρος απ’ την Αθήνα , όπου έμαθε τη Ζαχαροπλαστιή μαζί με τον φίλο και μετά συνεταίρο στο χωριό , Τάσο Καντά , απ’ το Κροκύλειο , στο περίφημο την εποχή εκείνη ζαχαροπλαστείο “ Ζαβορίτη “ στην πλατεία Συντάγματος , και άνοιξαν το 1930 , με τον Καντά , το πρώτο Λιδορικιώτικο Ζαχαροπλαστείο “ Η Δωρίς “ , στο σπίτι του Παπαϊωάννου , εκεί που ήταν μέχρι πρότινος ήταν η ΔΟΥ , τα βράδια , μαζεύονταν στο μαγαζί ή στο σπίτι , πολλά ξαδέρφια αλλά και φίλοι , έφερναν και όργανα , κλαρίνο και λαούτο , Μαλαντρινιώτες αν δεν κάνω λάθος ΄και γινόταν κυριολεκτικά ..σεισμός ..
Οι περισσότεροι της παρέας ήταν Παπαδοπουλαίοι ,όλοι τους αγαπημένα ξαδέρφια , ο Νίκο Παπαδόπουλος , Φουσκονίκος , ο Γιώργος Παπαδόπουλος , ο Κουτσός , Κ’τσός στα Λιδορικιώτικα , που είχε το ένα πόδι αγκυλωμένο και αλύγιστο , ο Θανάσης Παπαδόπουλος , Θανάσος , απ’ το Βαρούσι και βέβαια κάπου λίγο παράμερα κι’ ο ξάδελφός μου ο Ζέκιος ο Μπάμπης , σχεδόν 18αρης , το πρώτο ανιψίδι του πατέρα μου που δούλευε κοντά κοντά του στ ζαχαροπλαστείο .
Ο Μπάμπης , αφηγείται σκηνές απίθανες , ειδικά μόλις προχωρούσε λίγο η ώρα και άρχιζαν να φαίνονται τα πρώτα ..συμπτώματα του μεγάλου ..μερακλώματος , που συνήθως ήταν μια στάση πριν απ’ το…μεθύσι ..
Όπως είχαν έρθει στο τσακίρ κέφι , και ήταν καθισμένοι γύρω απ’ το τραπέζι , τα όργανα έπαιζαν , ο δε λαουτιέρης , που τον παραγκώμιαζαν “ μουτζιουρούμ’ “, με την προτροπή του πατέρα μου κυρίως , ανέβαινε πάνω στις καρέκλες και έπαιζε το όργανο στ΄αυτιά των πιο..ζαλισμένων , ενώ το “ Λοιδορικιώτικο “ χούι , εκδηλωνόταν σ’ όλο του το μεγαλείο , κάτι πολύ συνηθισμένο στα Λιδορικιώτικα γλέντια .
Χωρίζονταν σε δυο παρέες , η μια απ’ την μια πλευρά του τραπεζιού και οι άλλοι , απ’ την άλλη , ξεκίναγαν ένα τραγούδι , που ξεκίναγε όμορφα κι’ ωραία . Τραγουδούσε η μια πλευρά , η μια ομάδα , ένα δίστιχο ,που συνήθως “λοιδορούσε “ τους απέναντι , έχοντας πάντα σαν απόληξη , σαν επωδό , τις φράσεις “ και ντε και ματα..ντε “ δηλαδή και ντε και ξαναντέ , ενώ σε κάθε στροφή πήγαινε η στιχοπλοκή..σύννεφο , το’ χαν και το ‘χουν αυτό το χάρισμα οι Λιδορικιώτες , κι’ έβλεπες ,μέχρι να τελειώσει το δίστιχό της η μια πλευρά , η άλλη σκάρωνε καινούριο , που βέβαια είχε την έντονη Λοιδορικιώτικη σκωπτική διάθεση , που πολλές φορές ξεπερνούσε και ξεπερνάει τα ανεκτά όρια του καλώς νοούμενου χιούμορ και μπαίνει σε άλλα..χωράφια ..
Βέβαια , το ντε και ματα ντε , επαναλαμβανόταν στην αρχή ή και στο τέλος του κάθε δίστιχου , και η κάθε πλευρά μόλις οι “αντίπαλοι “έλεγαν το δικό τους , ξεκίναγαν αμέσως καινούργιο , που είχαν εν τω μεταξύ ..”συγκαιριάσει “ ( συνταιριάσει ) , συναρμολογήσει δηλαδή .
Αυτή η..φάμπρικα , κρατούσε ώρες , μέχρι τελικής πτώσεως , που λένε , γιατί απ’όσο θυμάμαι το τέλειωμα του γλεντιού είχε και τις..δυσάρεστες επιπτώσεις του , εμετούς κλπ..
Αυτές δε τις δύο μέρες , ανήμερα του Άϊ Θυμιού και την επομένη , ο πατέρας μου δεν ήταν σε θέση να πάει το πρωί για να ανοίξει το μαγαζί , κάτι που έκανε όλο τον άλλο χρόνο , αν και ανήμερα συνήθως πήγαιναν με τη μάνα στο εκκλησάκι του Άϊ Θύμιου , πάνω στα ριζά του Παλιόραγκου , που βέβαια δεν ήταν ακόμα εκκλησάκι , παρά η γραφική σπηλιά στο βράχο .
Τότε , δηλαδή στις αρχές της δεκαετίας του ‘50 , το εκκλησάκι δεν είχε χτιστεί ακόμα , και το εκκλησάκι ήταν μέσα σε ένα βράχο , με τον κόσμο να μαζεύεται μπροστά , στο ανοιχτό μέρος ..
Μετά όμως από αγώνες και προσφορές όλων των χωριανών και με την επιμονή και το..” κυνήγι “ του Φιλανθρωπικού συλλόγου , που υπήρχε τότε στο χωριό μας , ο οποίος πολλά προσέφερε στο χωριό και σε χωριανούς που είχαν ανάγκη , η εκκλησία θεμελιώθηκε στα 1954 , αν δεν κάνω λάθος , και απ’την θεμελίωση είναι και φωτογραφία μας .
Δεύτερος από αριστερά , ο Κώστας Παπαδόπουλος η Ευθυμία Παπαβασιλείου , μέλος του Φιλανθρωπικού , γυναίκα του γιατρού Παπαβασιλείου , ο Θανάσης Μπήλιος , σημαντικός δωρητής , η Αγγελική Καψάλη και η Μαρία Μπήλιου , που ακουμπάνε πάνω στην πέτρα των θεμελίων , παπα Σπύρος Κοράκης , δίπλα του η Μαρία Καρυδάκη – Γουσίου , η Κασσιανή Μαδενλόγλου – Τσιμέκα , η Βούλα Καντζιού και πάνω η Έλλη Σφέτσου, Γεωργία Κωστοπαναγιώτου , μάστορες , και ο αξέχαστος Γιώργος Μαντά , στη μοναδική ίσως φωτογραφία που υπάρχει , τον δείχνει το βέλος .
Το απίθανο όμως , που μάλλον έχει τη μοναδικότητά του , ήταν μια γαστριμαργική προτίμηση του πατέρα μου , που ήταν πια γνωστή σε όλο το σόι κι’ όταν κατέβαινε στην Αθήνα για προμήθειες του μαγαζιού , και κατέβαινε συχνά , σε όποιο συγγενικό σπίτι διάλεγε να μείνει το βράδυ που θα διανυχτέρευε στην Αθήνα , για να τον περιποιηθούν του έφτιαχναν το αγαπημένο του φαγητό , μια καλοφτιαγμένη και “ πλούσια “ , όπως έλεγε , φασολάδα , τώρα θα μου πείτε πως μπορεί μια φασολάδα να είναι και..”πλούσια “ και όμως γίνεται , αν όμως βάλεις “ ένα τενεκέ λάδι “ , όπως έλεγε ο πατέρας μου στη μάνα μου , και επί λέξει : “ Η φασολάδα πρέπει να..κολυμπάει στο λάδι “ , όσο για λάδι , είχαμε πάντα ΑΑΑ , απ’ τον αγαπημένο - αδελφικό του φίλο τον Γιάννη Ανδρεόπουλο , απ’ την Ερατεινή .
Βέβαια η καλή φασολάδα , πρέπει να συνοδεύεται , έλεγε ο πατέρας μου , κι’απ’ τ’ απαραίτητα…εξαρτήματα , ένα..”στουμπισμένο “κρεμμύδι “ , “ Βιτρινιτσιώτικο “ , καλές ελιές και ρέγκα καψαλισμένη στην εφημερίδα , αν όλα αυτά τα είχες , κατά τον πατέρα μου ήσουν βασιλιάς ..( τώρα βασιλιάς μετά ..θρόνου ή…άνευ , δεν το ξέρω …)
Ελιές βέβαια το Λιδορίκι δεν έβγαζε , αλλά ας ήταν καλά ο άλλος αγαπημένος φίλος ο Κώστας Κορδώνης , απ’ την Άμφισσα , μεγαλοκτηματίας , εκδότης της εφημερίδας “ Φωκικός Λαός “ και για πολλά χρόνια Δήμαρχος Αμφισσαίων και μεγάλος δωρητής – ευεργέτης της Άμφισσας , ο οποίος όταν μάζευαν τις ελιές , μας έφερνε πάντα το πρώτο καλάθι ζαρωμένες , πραγματικό γλύκισμα και ένα δοχείο λάδι , τώρα για το λάδι το Σαλωνίτικο , δεν ακούγονταν και ακούγονται , και τα ..καλύτερα λόγια , πάντως το δώρο από αγαπημένο φίλο είναι πάντα ευπρόσδεκτο και χωρίς..σχόλια ..
Φαντασθείτε λοιπόν , να έχουμε τραπέζωμα του Άϊ Θυμιού , στο σπίτι και το πρώτο φαγητό που ζήταγε ο πατέρας μου ήτα η ..” πλούσια “ φασολάδα , με τα.., εξαρτήματά της , βεβαίως..βεβαίως , κι’ από κει και πέρα η μάνα μου μπορούσε να φτιάξει όποια άλλα φαγητά ήθελε …
Το γιορτινό όμως τραπέζι , είχε και πολλές ..γαστριμαργικές εκπλήξεις , άγνωστες στο χωριό , ήταν διάφορες σπεσιαλιτέ που έφτιαχναν ο πατέρας μου κι΄ο Καντάς , και τις οποίες είχαν μάθει βέβαια στου Ζαβορίτη , που εκείνη την εποχή μεσουρανούσε στην Αθηναϊκή ζωή .
Θυμάμαι , όταν καμία απ’ τις κυρίες των δημοσίων υπαλλήλων έκανε τραπέζι σε κάποια γιορτή , ερχόταν στον πατέρα μου και τις έφτιαχνε τέτοιες λιχουδιές , συγκεκριμένα η Ρεβέκκα , η γυναίκα του Δημοσθένη Παπαθαβασόπουλου , του επωνομαζόμενου και..” Ρεβέκκου “ όποτε είχε τραπέζι , ερχόταν και τις έφτιαχνε ο πατέρας μου κάτι περίεργες σάλτσες αλλά και μεζεδάκια .
Τώρα πως συνταιριάζονταν , φασολάδα με “ γκουρμέ “ φαγητά και μεζέδες , ένας Θεός μονάχα το ξέρει …
Προχωρώντας δε η ώρα , άρχιζαν και το τραγούδι κι’ αν υπήρχε και πολλή διάθεση χόρευαν και κάνα ..τσάμικο , και του πατέρα μου το τραγούδι ήταν το “ Πρωτομαγιά μου τα ‘ριξες , τα μάγια και με μάγεψες ..
” , η δε μάνα μου χόρευε πάντα το “ Τρικαλινιά μου πέρδικα ..”
Μα όλα λοιπόν χάθηκαν το καλοκαίρι του 1955 , 17-7-1955 ( ανήμερα της Αγίας Μαρίνας ) , όταν σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό ο πατέρας μου , οπότε ….
Καλό σας βράδυ , να περνάτε καλά …..Κ.Κ.-