Showing posts with label ΕΝ ΛΙΔΟΡΙΚΙΩ..... Show all posts
Showing posts with label ΕΝ ΛΙΔΟΡΙΚΙΩ..... Show all posts

27.6.15

ΕΝ ΛΙΔΟΡΙΚΙΩ…..ΔΕΙΣΙΔΑΙΜΟΝΙΕΣ , ΠΡΟΛΗΨΕΙΣ ΚΑΙ..ΠΡΟΚΑΤΑΛΗΨΕΙΣ


ΟΣΑ  ΘΥΜΑΜΑΙ
ΧΑΡΟΠΟΥΛΙ , ΝΤΒΕΤΣ’ΚΑΣ ΚΑΙ  ΑΛΛΑ  ΠΟΛΛΑ ..

Τζάκι

  Θυμάμαι , τον παλιό  καλό  καιρό , τα χειμωνιάτικα βράδια στο τζάκι , με τηγανιτό χοιρινό   Παλιοξαρίτικο , ματιές και  τσιγαρίδες  που μας έφερναν τα παιδιά που έμεναν στα δυο δωμάτια του σπιτιού μας , ή χοιρινό με τραχανά , κοκκινιστούλι , θυμόμασταν  ό,τι  απίθανο  μπορεί  να  βάλει  ο  νους  σας .. και μέχρι να αποφάμε , λέγαμε και τι δεν λέγαμε .

   Η μάνα μας , για να..φυλάει τα έρμα , όλο και μας φόβιζε , αλλά πάντα μας έλεγε πράγματα που και η ίδια τα πίστευε , γιατί έτσι της έλεγαν από μικρή . Επειδή κάποια βράδια , χειμώνα καλοκαίρι , ακουγόταν ένα ..” σκούξιμο “ πουλιού , κάτι σαν κλάμα , μας έλεγε πως σκούζει χαροπούλι , και όταν .. “ το λέει το χαροπούλι “ μας έλεγε , κάποιος θα πεθάνει …

   Κάποιες βέβαια φορές , μάλλον από σύμπτωση , τύχαινε  να πεθάνει κάποιος στο  χωριό  , οπότε η μάνα μας , μας θύμιζε το τι μας είχε ειπωμένο , και έτσι πέρναγε και σε μας ό,τι είχαν πει και σ’ αυτή οι γονείς της , αλλά και οι συγγενείς και οι  γείτονες …

   Το  “ χαροπούλι “ λοιπόν , δεν  το ‘χαν  σε  καλό , κι’αμα  μάλιστα ,  το ‘ λεγε  κλαίγοντας , σε  κάποια  τσαγαλιά  της  γειτονιάς  μας , άκουγα  τη  μάνα  μας  να  μολογάει ..” τ’ αηκούτε ; είναι  ολοφάνερο  , κάποιος  θα  πεθάνει ..”

   ‘Ετσι  λοιπόν  μεγαλώσαμε , και όλα  τα  Λιδορικιωτόπουλα  πιστεύω , με μια..προκατάληψη  για  το  έρμο  το  χαροπούλι , που  του  αποδίδανε  ένα  σωρό  κακές ..ιδιότητες , που  μάλλον δεν τις  είχε το  έρμο..

   Θα  πρέπει  εδώ  να  πούμε , πως από  όλους  που  μας  έλεγαν  τα  χίλια  μύρια  για  το  χαροπούλι , ελάχιστοι το  είχαν  δει  και  ήξεραν  πως  είναι , όλοι  βέβαια γνωρίζαμε  πως  είναι  ένα  πουλί  κάτι  σαν  κουκουβάγια , ίσως  λίγο  μεγαλύτερο , αλλά  δεν  το  είχαμε  δει  ποτέ ..

Ας  δούμε  όμως  κάποια  χαρακτηριστικά στοιχεία της  κουκουβάγιας , που  είναι  κοινά  με  του  χαροπουλιού .

Οι κουκουβάγιες μπορούν να περιστρέψουν το λαιμό και το κεφάλι τους 270 μοίρες κι έτσι μπορούν να δουν και πίσω τους, χωρίς να στρέψουν τον κορμό τους. Αυτό γίνεται γιατί έχουν αναπτύξειεπιπλέον σπονδύλους στον αυχένα τους.

Αιγιωλιός ο πένθιμος (Aegolius funereus)

Κοινή ονομασία: Χαροπούλι, Αιγωλιός

Η κουκουβάγια για να θανατώσει τη λεία της τη χτυπά με το δυνατό ράμφος της στο πίσω μέρος του κεφαλιού της.

Έχουν την έμφυτη ικανότητα να πετούν σχεδόν αθόρυβα

Να  δούμε  όμως  τη  γράφει  ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΓΡΑΝΙΤΣΑΣ  στο  βιβλίο του

ΤΑ ΑΓΡΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΛΟΓΓΟΥ “ που  μας  καλύπτει  απολύτως , αφού και  στην  Καρπενησιώτικη  περιοχή , τα  ίδια  ήθη , έθιμα , προλήψεις  , προκαταλήψεις και..δεισιδαιμονίες , με  τη  δική  μας  υπάρχουν .

ΤΟ ΧΑΡΟΠΟΥΛΙ

Θα ξαναγεννηθούν μια μέρα

τα χωράφια καθαρισμένα

από τις πλάνες των, τις τρομάρες των

και τις τρέλες των;

Βεράρεν

   “ Πλάνη, τρομάρα, τρέλλα είναι η παράδοσις του Χαροπουλιού, είναι όμως μία μοιραία δημιουργία της ελληνικής ψυχής. Εκείνοι που τόσον συχνά αφορί­ζουν την παράδοσιν αυτήν αν θελήσουν να εξετάσουν προσεκτικότερα όσον λαογραφικόν υλικόν έχει συγκεντρωθή, θα ιδούν τα εξής. Ότι διά λόγους των οποίων η εξέτασις είναι έξω από την συλλεκτικήν αυτήν εργασίαν, ο ελληνικός λαός είτε ως άνθρωπος είτε ως έθνος ηυτύχησε, δυστύχησεν, εχάρη, έκλαυσε, εσκέφθη, ευθύμησε, εφιλοσόφησε, στα πουλιά πρωτομίλησε, εκείνα ένοιωσε ως φίλους του, ως συντρόφους, ως αδελφούς του. Πουλιά του φέρουν το μήνυμα την 29 Μαΐου του 1453, πουλιά τον καλούν στα βουνά το 1821, πουλιά τον χαίρονται αρματολό, πουλιά παρα­στέκουν στον αγώνα του, τον τραγουδούν, τον κλαίουν, τον μοιρολογούν. Με τι εμπιστοσύνην τα καλεί.

Εσείς πουλιά του κάμπου

και της Ρούμελης

για χαμηλώστε λίγο

να γράψω στα φτερά σας

γράμμα και γραφή.

Και πώς τα βλέπει γύρω του να τον συμπονούν, σαν ιδικόν των άνθρωπον.

Κι ένα πουλί του τόπου του

παρακαλούσε τ’ άλλα.

-Πουλιά μου να τ’ αφήσετε

τα μάτια και το χέρι,

να γράψη γράμμα και γραφή

στη δόλια του τη μάνα.

Πώς λοιπόν ήτο δυνατόν να μην υπάρχη και ένα πουλί, το οποίον να του προαναγγέλλη τον θάνατον του και να κλαίη γύρω από το σπίτι του άμα φθάση «η μαύρη ώρα»; Το πουλί αυτό, το Χαροπούλι, είναι η ψυχή ενός πεθαμένου, η οποία ακούει εκεί που βρίσκεται τίνος ήλθεν η ώρα και έρχεται το σπίτι του να κλάψη. Αν προφθάση κανείς να το σκοτώση, λέγουν πως ο Χάρος εμποδίζεται.

Είδαν άνθρωποι με τα μάτια τους ένα σπουδασμένο παιδί (την τραγική του ιστορία την διηγήθη εις ένα θαυμάσιο διήγημα του ο Ζ. Παπαντωνίου) να παλαίβη με το Χάρο εις ένα βουνό της Ευρυτανίας. Έξαφνα τη νύχτα ακούει σ’ ένα δέντρο το Χαροπούλι. Η παράδοσις ξυπνά τόσον δυνατά μέσα σ’ εκείνο το άμοιρο παιδί, που έζησε με βιβλία και με φως, ώστε ζητεί όπλον να πυροβολήση το πουλί. Τα σβυσμένα νεκρικά χέρια του επήραν τόση δύναμι, ώστε να κινηθούν ορ­μητικά για να πάρουν ντουφέκι.

Υπάρχει Χαροπούλι; Πλήθος χωρικών το έχει ακούσει, αλλά κανείς δεν το είδε, και όσοι λέγουν ότι το είδαν, το παριστούν τόσο διαφορετικά, ώστε στο μόνον που συμφωνούν είναι η φωνή του. Ότι ακούεται κάποτε μια «στριγγιά» φωνή στους λόγγους και τα χωριά είναι αλήθεια. Αλλά πώς τότε, θα πη κανείς( δεν υπάρχει Χαροπούλι και υπάρχει η φωνή του; Χωρικοί παραμερισμένοι λίγο από την πρόληψη, βοσκοί νυκτόβιοι, που θα σας φανή παράξενον αν τους ακούσετε να λέγουν ότι οι Νεράιδες και οι Διάβολοι υπάρχουν μόνον στα παραμύθια, λέγουν ότι το πουλί με την στριγγιά φωνή είναι η Κουκουβάγια.

Ο Υπουργός λοιπόν ή η Εταιρεία που θα κάμη τον λαόν να αγαπήση την Κουκουβάγια, δεν θα αποδώση μόνον εις την γεωργίαν ένα ευεργετικό πουλί, το οποίον, όπως σας έλεγα προ ημερών, σώζει την Ελλάδα από καταστροφάς εκατομμυρίων και το οποίον αλλού τόσον καλά το εγνώρισεν ο γεωργός, ώστε να του δώση θέσιν στο σπίτι του, αλλά θα απαλλάξη και την ελληνικήν ψυχήν από μίαν παράδοσιν, η οττοία κατήντησεν αληθινή τυραννία του αγροτικού κόσμου. Λέγουν πως εχάθησαν άνθρωποι από την υποβολήν του θανάτου, με την οποίαν εγέμισε την ψυχήν των η φωνή του Χαροπουλιού.

Φαντασθήτε τι τρομερόν πράγμα είναι να πεθαίνουν άνθρωποι από την φωνήν ενός πουλιού, το οποίον έρ­χεται να κάμη ένα καλό στο σπίτι, αν είναι, ως δεν αμφιβάλλω, η Κουκουβάγια. Αν λοιπόν ποτέ καμμία Εταιρεία ή το Κράτος αποφασίση να αναστήση εις την λαϊκήν αγάπη το ιερό πουλί της Αθηνάς, το πρώτο που έχει να κάμη είναι να κάψη ότι έχει γραφή για το αθώο αυτό πουλί, εις βάρος του οποίου ωργίασαν τόσοι συγγραφικοί υστερισμοί “.

Tyto alba (Ανθρωποπούλι)

Κοινή ονομασία: Ανθρωποπούλι, Χαροπούλι.
Τάξη: Γλαυκόμορφα
Οικογένεια: Τυτονίδες
Μέγεθος (cm): 33-39
Άνοιγμα φτερούγων (cm): 85 – 93
Περίοδος εκκόλαψης: 30 - 34 μέρες
Αυγά ανά γέννα: 4 - 7
Τροφή: μικρά θηλαστικά , πουλιά, τρωκτικά

Eίναι ανοιχτόχρωμη κουκουβάγια μετρίου μεγέθους.Το πάνω μέρος της κεφαλής, του σώματος και των φτερούγων της είναι χρυσαφί με άσπρα και μαύρα στίγματα.Το κάτω μέρος του σώματος της και των φτερούγων είναι άσπρο. Σε μια άλλη παραλλαγή η πλάτη του πουλιού έχει σκουρόχρωμο-καστανό χρώμα και η κοιλιά του είναι χρυσοκίτρινη με πολλά στίγματα. Έχει μεγάλο στρογγυλό κεφάλι με μαύρα στρογγυλά μάτια και γαμψό ράμφος. Το πρόσωπό του είναι άσπρο προς κρεμ και έχει σχήμα καρδιοειδές, πλαισιώνεται δηλαδή από μικρά και πυκνά δαντελωτά φτερά που του δίνουν σχήμα καρδίας. Οι φτερούγες του και τα πόδια του είναι σχετικά μακριά. Διαθέτει γαμψά νύχια.

Την ονομασία Ανθρωποπούλι την πήρε λόγω της ανθρωπόμορφης όψης του ενώ Χαροπουλι ονομάστηκε λόγω του ανάλαφρου πετάγματος του, της λευκής εμφάνισης του στο σκοτάδι και της ανατριχιαστικής φωνής του. Αρσενικό και θηλυκό έχουν την ίδια εμφάνιση. Συχνάζει σε ανοικτές περιοχές με αραιά δέντρα, φάρμες και άλλες αγροτικές και κατοικημένες περιοχές. Είναι νυχτόβιο αρπακτικό πουλί που παρατηρείται κυρίως κατά το σούρουπο και τις νυχτερινές ώρες. Τη μέρα βρίσκει καταφύγιο σε σκοτεινά μέρη όπως αποθήκες, εκκλησίες, εγκαταλελειμμένα κτήρια, ερειπωμένα σπίτια, τρύπες βράχων και κουφάλες δέντρων.

Τρέφεται κυρίως με τρωκτικά όπως ποντικούς και κάποτε μικρά πουλιά, βατράχους και έντομα.Η αύξηση του είδους αυτού θα συμβάλει στην καταπολέμηση των επιβλαβών τρωκτικών. Είναι μόνιμος κάτοικος της Κύπρου και είναι προστατευόμενο είδος.

   Αυτό  λοιπόν  είναι  το  “ Χαροπούλι “ ή  “ Ανθρωποπούλι “ , όπως  θέλετε  πείτε  το , που  μας..ταλάνιζε  στα  παιδικά  μας  χρόνια , “ κόβοντάς  μας  το  αίμα “ όταν  κάποια  βράδια  σκοτεινά το  ακούγαμε  να  σκούζει ..και  βέβαια , είχαμε  που  είχαμε  το …φόβο  μας , βλέπαμε   και  τις  μανάδες  μας  να  σταυροκοπιούνται και  να αναφέρουν  το..” θάνατο “ και  άντε  μετά  να  ησυχάσεις ..

   Πάντως , κακά  τα  ψέματα , και  τώρα αν  καμιά  βραδιά  στο χωριό  μας  , ακουστεί  χαροπούλι , πάλι  τα  ίδια..συναισθήματα  νοιώθουμε , μάλιστα , εκείνο  τον  απροσδιόριστο  φόβο , που  τον..πολλαπλασίαζε το  μουρμουριτό και  το..σταυροκόπημα  της  μάνας  μας ..

             Ο  ΝΤΒΕΤΣ’ΚΑΣ

   Να ‘ταν όμως  μοναχά  το…χαροπούλι , πάει  στο  καλό , εδώ  ΄τραβάγαμε..ξενύχτια ζόρικα , ακούγοντας  ιστορίες  για  άλλο ..βάσανο , που  ήταν  βαθιά  ριζωμένο  στο  νου  των  παλιότερων και  που “ πιστεύοντάς το “ ατράνταχτα ..το  μετέφεραν  και  σε  εμάς .

   Μη  μου  πείτε  πως υπάρχει  Λιδορικιώτης , κάπως  μεγάλος , που  να  μην  έχει  ακούσει  από  παππούδες , γιαγιάδες και γονείς , εκείνες τις  απίθανε  ιστορίες  για  τον  περίφημο “ Ντβέτσικα “ ή..” Ντβέτσ’κα “ στα..Λιδορικιώτικα ..

   Μάλιστα  φίλοι  μου , ο  πιο   γνωστός..άγνωστος , ο  φόβος  κι’ ο  τρόμος  των  παιδικών  μας  χρόνων ήταν ο κύριος Ντβέτσικας , για  τον  οποίο , όλοι μιλούσαν , ΌΛΟΙ  ΤΟΝ..ΗΞΕΡΑΝ  και  διηγούνταν  χιλιάδες  απίθανε  ιστορίες , όλοι  μας  παραμύθιαζαν , αλλά  κανένας  ΠΟΤΕ  ΔΕΝ  ΤΟΝ  ΕΙΧΕ  ΔΕΙ , μάλιστα  ΚΑΝΕΝΑΣ   ΠΟΤΕ …

   Οι ..” Ντβετσ’κο..ιστορίες “ κυκλοφορούσαν  σε  πολλές  και  διάφορες παραλλαγές ..και  πάντα  ο  αφηγούμενος , ό,τι  έλεγε  το  πίστευε και φυσικά  δεν  σήκωνε  κουβέντα..αμφισβήτησης .

   Πολλές  τέτοιες  ιστορίες , μα  έλεγε  η  σχωρεμένη  η  μάνα  μας , μια   μάλιστα αυτές , την  πίστευε  τόσο  πολύ που  την  αφηγούνταν σαν ,   να  ήταν  ένα  πραγματικό  γεγονός , αξίζει  να  σας τη  διηγηθώ , γιατί αν  την   καλοπροσέξετε , θα  δείτε  πως  πίσω  απ’ όλα κρύβονται  οι  ριζωμένες προλήψεις  και  προκαταλήψεις…

   Νέα  κοπέλα  η  μάνα  μου , δεν  είχε  ακόμα  παντρευτεί , και  φυσικά  ασχολιόταν  με  τις  δουλειές  του  σπιτιού αλλά  και  εξωτερικές  δουλειές , πήγαινε  δηλαδή  για  πουρνάρια και  για  ξύλα , που  χρειάζονταν  για  το  σπίτι .  Για  ξύλα  , πήγαιναν παρέες  ..παρέες , συνήθως  κοριτσιών , και  ξεκινούσαν  νύχτα  απ’ το  χωριό , γιατί  η  απόσταση ήταν  μακρινή , πήγαιναν κάτω  στο Αβοριώτικο ή  το  Λουτσοβιώτικο , όπου ξεκίναγαν  αχάραγα  ακόμα  και έκοβαν  η  κάθε  μια  τα  ξύλα  της , “ έφτιαχνε “ όπως  έλεγαν η  καθεμιά  τα  δικά της , και  όταν τελείωναν , τα  φόρτωναν και  γύριζαν  αργά  το  μεσημέρι , ή  το  απόγευμα  στο  Λιδορίκι .

   Η  διαδρομή , η  γνωστή  παλιά  διαδρομή , πριν  βέβαια  γίνει  η  λίμνη . Κατέβαιναν από  μονοπάτι  που  πήγαινε  προς  Βελούχι , περνούσαν  απέναντι , κόβοντας  δρόμο , κι’ απ’τα  Χάνια ανέβαιναν προς  το  Αβοριώτικο .

   Κατεβαίνοντας κάτω  στα  παλιά  αμπέλια μας ( τα..παλιάμπελα ) και  τραβώντας  προς  τα  Χάνια του Στενού , στη  δεξιά  μεριά  του  ποταμιού , υπήρχαν  νερόμυλοι , Σφετσαίϊκοι νομίζω ,  εκεί λοιπόν παραδίπλα ,  υπήρχε  ένας  μεγάλος  πλάτανος ,  ο “ Ασημένιος ( Ασ’μένιος ) έτσι τον  έλεγαν  , το  γιατί  δεν  το  γνωρίζω , αυτό  όμως που  ξέρω είναι  , πως  όταν αναφέρονταν  σ’ αυτόν  τον  πλάτανο  , κι’ αυτό γινόταν  συχνά , δεν  ξέρω γιατί ,  ήταν  πάντα..κουμπωμένοι και   διηγούνταν  πολλές  και  διάφορες  περίεργες ιστορίες για ..” ξωτικά “ , “ ξωτ’κα “ , όπως  τα  λέγανε ..και  τα  παρόμοια

   Αποβραδίς  λοιπόν  κάποια  μέρα , τα  κορίτσια κανόνισαν  την  άλλη  μέρα να  πάνε  για  να  “ φτιάξουν “ ξύλα , πολλά  κορίτσια και  μαζί  τους  θα  ήταν  και  ένας  άνδρας , ο  Θεοχάρης Καραχάλιος , Μπολωτοδιοχάρης , όπως τον παραγκώμιαζαν .

   Στην παρέα  ήταν  και  η  Αργυρή Καρυδάκη , Σαβρακοαργυρή το…καλλιτεχνικό  της , η  οποία  τελευταία είχε  χάσει  από  φυματίωση , αν  θυμάμαι  καλά , ένα  αδερφό  της , νέο , λεβέντη , ψηλό  και  όμορφο , και  όπως καταλαβαίνετε  η  Αργυρή η  σχωρεμένη , ήταν  πικραμένη , φαρμακωμένη ...

   Ήταν συνομήλικη με τη  μάνα  μου , ήταν  και  γειτονοπούλες , αυτό  που  σήμερα  λέμε  ..” κολλητές “ , και  στο  δρόμο , ήταν  ακόμα  ..πήχτρα σκοτάδι , βαδίζανε δίπλα  δίπλα , χαζοκουβεντιάζοντας . Πλησιάζοντας λοιπόν  στον  “ Ασημένιο  πλάτανο “ , μια  κοπέλα  που  προχώραγε  πιο  μπροστά , γυρίζει στη  μάνα μου  και την  Αργυρή και  μιλώντας..χαμηλόφωνα  και..” συνωμοτικά “ τους  λέει , : Μη μιλάτε  μαρί , κοιτάξτε  πάνω  στην  κορφή στον  πλάτανο  και  μη  μιλάτε , κατάκορφα  είναι  ο  αδερφός  της  Αργυρής , φουστανελάς  πεντάμορφος  και..χορεύει , κοιτάτε  και  μη  μιλάτε ..

   Αυτό  βέβαια  ειπώθηκε  και  στις  άλλες  κοπέλες , που  φυσικό  ήταν  να  παγώσουν , η  δε  Αργυρή έβαλε  τα  κλάματα και  οι  άλλες  προσπαθούσαν να  την  ηρεμήσουν . Βέβαια , όταν  ρώτησα  τη  μάνα μου αν υπήρχε  ομοφωνία  στις  κοπέλες , αν  όλες  δηλαδή  έλεγαν  πως  βλέπουν  τον  φουστανελά  να  χορεύει πάνω  στον  πλάτανο , μου είχε  πει , πως  κάποιες  απ’ τις  κοπέλες , δεν  έβλεπαν  τίποτα , αλλά  οι  περισσότερες  κι’ ο  Μπωλοτοδιοχάρης , έβλεπαν , ή  πίστευαν  πως  έβλεπαν  το  λεβέντη  τον  αδερφό  της  Αργυρής  να  χορεύει  στην  κορφή  στον  πλάτανο .

   Προχώρησαν , αποφεύγοντας  να  μιλάνε , γιατί όπως  έλεγαν  τότε , αν  δεις  ή  ανταμώσεις ξωτικό , και  εννοούσαν φυσικά  τον “ Ντβέτσικα “ , δεν  πρέπει να  μιλήσεις  γιατί  θα  σου  πάρει  τη  φωνή . Η  περιπέτειά  τους  όμως  δεν  είχε  τελειωμό , αφού  περπάτησαν και  έφτασαν  στο  μέρος  που  θα  έφτιαχναν  τα  ξύλα  τους , και  επειδή  ήταν  ακόμα  πολύ  νωρίς  και  δεν  καλοέβλεπαν , για  να  ξεχωρίζουν τα  κούτσουρα  ( κούτσερα ..στα  Λιδορικιώτικα ) , έκατσαν να  ξαποστάσουν  και  να  ηρεμήσουν  μετά  απ’ την  τρομάρα  που  είχαν  πάρει .

   Κάποια  στιγμή  ο  Διοχάρης , σηκώθηκε και  τους  είπε  πως  πάει  να  αρχίσει  να  κόβει  ξύλα , λίγο  παραπέρα  , ψάχνοντας  βέβαια  μέσα  στο  σκοτάδι . Δεν  πέρασε  πολλή  ώρα , και  μέσα  στην  νύχτα  και  την  απόλυτη  ησυχία  στην  πλαγιά  του  βουνού , ακούνε το  Διοχάρη  να  φωνάζει  σκούζοντας , “ Ωχ.. Μανούλα  μου…μανούλα  μου “ και  να  βογκάει σχεδόν  κλαίγοντας τρομοκρατημένος .

   Έτρεξαν  όλες  προς τη  μεριά  που  ακούγονταν  οι  φωνές και  σε  κάποια  απόσταση  βρήκαν  το  Διοχάρη  σε  κατάσταση …έξαλλη , λέγοντας  συνέχεια  …Ωχ , με  σκότωσε , Ωχ με  σκότωσε ..

   Τον  ηρεμήσανε  λίγο , και  άρχισαν  να  τον ρωτάνε  τι  ακριβώς  του  συνέβη , και  που  είναι  το  τσεκούρι  του , γιατί  δεν  το  είχε  μαζί του , και  τότε  τους  είπε πως  παραπέρα  λίγο , βρήκε μεγάλα  δέντρα  πεσμένα και προσπάθησε  να  αρχίσει  να  κόβει , αλλά του  πέταξαν  το  τσεκούρι  και  του  σπάσανε  τα..χέρια .

   Αφού  λοιπόν  ξημέρωσε , έψαξαν  για  το  τσεκούρι , για  να  καταλάβουν  τι  είχε συμβεί  τελικά , έχοντας  πάντα  κατά  νου , μετά  το  φουστανελά  του “ Ασημένιου  πλάτανου “ και  τον..” ντβέτσικα “ που , προφανώς , είχε  ταλαιπωρήσει  τον  καημένο  τον  Διοχάρη .

   Πράγματι , λίγο  παραπέρα , αντίκρισαν μια  πελώρια ..” πλακολιθιά “ από πέτρα  σκληρή..γαλάζια , και  παραδίπλα  πεταμένο το  τσεκούρι  του  Διοχάρη , ο  έρμος πήρε  την  πλακολιθιά για..κορμό  δέντρου  και προσπάθησε  να  την…λιανίσει ..

  Πολλές  τέτοιες  ιστορίες , για  ξωτικά και  κυρίως για  τον   Ντβέτσικα , κυκλοφορούσαν  και  ακούγαμε  παιδιά , αλλά και  μεγαλύτεροι , θυμάμαι , στη  δεκαετία  του  60 , που  επανήλθα  στο  χωριό  μας , σας  υπάλληλος  της  ΑΤΕ πια , τα  βράδια  καθόμασταν στο  Αλωνάκι , με  τον  Κώστα  Παπαδόπουλο – Τσίφτη , τον Μίμη  τον  Πίτσιο  και  άλλους  νεαρούς  της  εποχής , συμμαθητές  και  φίλους , και  χαζοκουβεντιάζαμε για  διάφορα  θέματα , πολλές  φορές  δε  και  για  τον ντβέτσικα , αυτές  οι  συζητήσεις κρατούσαν μέχρι  πολύ  αργά , 1-2-3 το  πρωί , και  όταν  εμείς  φεύγαμε  για  ύπνο  ο  Τσίφτης  έφευγε  για  να  ανεβεί  πάνω  στη  Γκιώνα  όπου είχε  τα  ζωντανά  του . Όταν λοιπόν κάποια  φορά  τον  ρώτησα , αν  φοβάται  που  περπατάει  στις  ερημιές  τέτοια  ώρα , κι’ αν έχει  δει  ποτέ  τον ντβέτσικα , μου  απάντησε ναι ,  σχεδόν  με  βεβαιότητα μάλιστα , μας  είπε  , πως  στο  δρόμο του , και  ενώ  είχε  απομακρυνθεί πολύ  απ’ το  χωριό , ξαφνικά  απ’ το  πουθενά , εμφανίστηκε  ένα  μικρό  σκυλάκι που  άρχισε  να  παίζει  και  να  μπερδεύεται  στα  πόδια  του , το  σκυλί  αυτό  κατά  τον  Κώστα  ήταν “ ντβέτσικας “ , αλλά  ο  Κώστας δεν  μίλησε  καθόλου , γιατί  αν  μιλήσεις ( έτσι  λένε )  σου  παίρνει  τη  λαλιά , και  προχώρησε  στο  δρόμο  του , ώσπου  παρακάτω  το  σκυλί , όπως  εμφανίστηκε  ξαφνικά , έτσι και..εξαφανίστηκε , όλα  λοιπόν  έδειχναν , κατά  τον  Κώστα , πως  το  σκυλί  ήταν  ο  ντβέτσικας …

   Παρόμοιες  ιστορίες , και  όλες  σχεδόν με “ ντβέτσικα “ σκυλί , έχω  ακούσει  πάρα πολλές , όπως  επίσης  πολλούς  απ’ αυτούς  που  μιλούσαν  για  τον  Ντβέτσικα , όταν  τους  ρωτούσα  να  μας  πουν πως  είναι , με  τι  μοιάζει , ποτέ  δεν  παίρναμε  απάντηση , κατά  τα  άλλα , όλοι  τον ξέρανε  και  όλοι πίστευαν  στην  ύπαρξή  του .

    Έχουμε  ζητήσει  από χωριανούς μας , να  μας  πούνε  τη  γνώμη  τους  και  να  μας  διηγηθούν  καμιά  σχετική  ιστορία  αν  γνωρίζουν και  ελπίζουμε  να  έχουμε  απαντήσεις , τις  οποίες  φυσικά  και  θα  δημοσιεύσουμε .

    Προς το  παρόν , ας  δούμε  τι  θυμάται  και  μας  λέει  η  αγαπητή  μου  ξαδέρφη  Μαρία Πέτρου – Νταλάκα , που μεγάλωσε  μεν στο  Λιδορίκι , στο  Βαρούσι , αλλά  από  παιδί  μένει  στην  Αμερική , όταν  τη  ρώτησα  σχετικά .

“ Κώστα, εύχομαι να είστε όλοι καλά, άργησα να σου απαντήσω,είχα μερικές δουλειές και τρεχάλες . Είχα ξεχάσει εντελώς τον ντβέτσικα μέχρι που μου το θύμισες . Ναι έτσι ακριβώς όπως το λες, έτσι θυμάμαι από της γιαγιάδες μας να διηγούνται  αυτά το παραμύθια διότι ήταν ένας τρόπος διασκέδασης εκείνα το χρόνια που δεν είχαν επικοινωνία έξω από το χωριό .

   Σαν μικρά παιδιά, όταν ακούγαμε τους μεγάλους να διηγούνται αυτές της ιστορίες, δεν παύαμε να έχουμε  κάποια απορία μήπως υπάρχει και τη θα μεσολαβούσε εάν τυχαία τον συναντούσαμε το ντβέτσικα, θα μας έπαιρνε την φωνή μας η απλώς είναι παραμύθι της γιαγιάς.

   Τώρα μου ήρθε στο νου μια άλλη ιστορία που είχα ακούσει από τον πατέρα μου. Και ίσως να την έχεις και εσύ ακούσει Ήταν κάποιος σε κάποιο χωριό, που είχε πεθάνει η συμπεθέρα του,και ήθελε να πάει να της ανάψει το καντηλάκι το βράδυ στο νεκροταφείο, λέει  στην γυναίκα του θα πάω να ανάψω το καντήλι της συμπεθέρας, του λέει τότε η γυναίκα του που θα πας τέτοια ώρα είναι κακοκαιρία, βρέχει , φυσάει έξω και..νυχτώνει ,  όχι θα  πάω , ήταν καλή η σχωρεμένη η συμπεθέρα θα πάω να της ανάψω το καντηλάκι.  Όταν έφτασε στο νεκροταφείο στον τάφο της συμπεθέρας προσπαθούσε να ανάψει το καντήλι και όλο έσβηνε από την κακοκαιρία και έβαλε την κάπα του κοντά να μην το σβήσει ο αέρας, ενώ το άναψε σηκώνοντας  να φύγει η κάπα είχε πιαστεί από τον σταυρό, και ο συμπέθερος φοβισμένος λέει στην συμπεθέρα,ρε συμπεθέρα εμένα πας να πάρεις  που έρχομαι και σου ανάβω το καντήλι, και έφυγε ολοταχώς αφήνοντας την κάπα εκεί .

   Πέρασαν μέρες, πουθενά να ξεκινήσει ο συμπέθερος  να πάει  να ανάψει το καντήλι, τον ρωτάει η γυναίκα του, καλά δεν θα πας απόψε να άναψες  το καντήλι της συμπεθέρας, και της άπαντα  μπα, προχθές με έπιασε από την κάπα και με τράβαγε να με πάρει κοντά της. “

    Πολλές  λοιπόν  ιστορίες με  νεράιδες , ξωτικά  και..ντβετσικάδες κυκλοφορούσαν στα  χωριά  μας , όπως  βέβαια  παρόμοιες  με  άλλα  όμως  ΄” πρόσωπα “ , κυκλοφορούσαν  και  στις  πόλεις .

    Ποιός  δεν  θυμάται  το “ μαμ “ , τον…” αράπη “ , που  ήταν  ο  φόβος και  ο  τρόμος  των  παιδιών και  φυσικά  μας  τα  έλεγαν , για  να ..” συμμαζευόμαστε “ νωρίς  στα  σπίτια  και  να  μη..νυχτοχαζο..γυρνάμε .

   Δεν  μπορώ  επίσης  να  ξεχάσω , πως  τα  χρόνια  που  μέναμε  στην  Αθήνα , μέχρι  το  1950 , δεν  ξέρω  το  πως  και  το  γιατί , αλλά  εκτός  απ’ τον  ..αράπη κλπ , μας  έλεγαν να  μην  κυκλοφορούμε έξω , γιατί  υπάρχουν  “ Εβραίοι , που  πιάνουν  τα  μικρά  παιδιά και  τους  πίνουν  το  αίμα , και  φυσικά  μας  τρομοκρατούσαν  δημιουργώντας και..μια  προκατάληψη  βαθειά στην  ψυχή  μας . Ειδικά  στην  Καλλιθέα , στη  Χαροκόπου , όπου  έμεναν  τα  αδέρφια  της  μάνας  μου , αυτό  το…παραμύθι  με  τους  Εβραίους , ήταν πολύ  συνηθισμένο …

    Η ενασχόλησή μας  με τις  δεισιδαιμονίες ,  τα ξωτικά , τους θρύλους , τις  προλήψεις και τις προκαταλήψεις  του  χωριού μας , δεν  τελείωσε  εδώ , αλλά  έχουμε  πολλά  ακόμα  να  πούμε ..

    Μέχρι  τότε  , μα  περνάτε  όλοι   καλά

   Απ’ το  “ Λιδωρίκι “ με  αγάπη …..Κ.Κ.-

   ΥΓ : Προσωπικά  έκανα  και  μια  προσπάθεια , να βρω  άκρη , με  το  όνομα “ ντβέτσικας  “, που  κατά  πάσα  πιθανότητα είναι  Σλάβικο , αλλά δυστυχώς , χωρίς  αποτέλεσμα, αν  κάποιος απ’ τους  φίλους  μας  ξέρει  κάτι  σχετικό , ας  επικοινωνήσει  μαζί  μας .

    Επίσης , χρήσιμο  θα  ήταν  να  μας  στείλετε  και  τις  δικές  σας παιδικές  αναμνήσεις , για  τον “ντβέτσικα “ , το “ χαροπούλι “ και  τα  άλλα..ξωτικά ….Κ.Κ.-

24.12.14

ΕΝ ΛΙΔΟΡΙΚΙΩ….O ΘΕΙΟΣ ΑΠ’ ΤΗΝ …” ΑΜΕΡΙΚΑ “..

Η  ΑΛΛΗ  ΟΨΗ  ΤΗΣ…ΞΕΝΙΤΙΑΣ

ΓΙΑ ΜΙΑ..ΧΟΥΦΤΑ ΔΟΛΛΑΡΙΑ  !!!

Μεταν.αρχ.20 αιώνα

   Δωριείς μετανάστες  , στις  αρχές  του  20ου αιώνα , στις  Αμερικάνικες  ερημιές  φκιάχνοντας  σιδηροδρομικές  γραμμές , πολλοί απ’ αυτούς , όπως  μας  έλεγαν  άλλοι  χωριανοί  μας , δεν  μπόρεσαν ποτέ  να  μαζέψουν  τα  εισιτήριά  τους για  να  γυρίσουν και…άφησαν  τα  κόκκαλά  τους  στην  “ μαγκούφα “ , όπως  τη λέγανε , …ξενιτειά .

                      *                         *

    Πολλές , πάρα πολλές ιστορίες , έχουμε ακούσει για τις..Ελληνοαμερικανικές..σχέσεις , για τους μετανάστες μας , για τη ζωή τους , ειδικά τα παλιότερα χρόνια , στην Αμέρικα , που όλοι  σχεδόν , είχαμε κάποιο συγγενή στην Αμερική .

   Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πως στα δύσκολα κατοχικά αλλά μετακατοχικά χρόνια , πολλά , πάρα πολλά πρόσφεραν τα ξενιτεμένα μας αδέρφια , στις εδώ οικογένειές τους , αλλά και στην πατρίδα μας γενικότερα ..

   Ποιός μπορεί να ξεχάσει τα ..Αμερικάνικα δέματα , με τα ..μεταχειρισμένα έστω , αμερικάνικα ..παρδαλά ρούχα , τα καρό..πολύχρωμα μπουφάν , τζάκετς και..πουκάμισα , κι’ ένα σωρό άλλα χρήσιμα πράγματα , που έστελναν οι συγγενείς μας , χώρια και τα…τσέκια , με τα ντόλαρς , που την εποχή εκείνη ήταν..χρυσάφι ..πραγματικό ..

    Θυμάμαι , μικρό παιδί τότε , τη σχωρεμένη τη μάνα μου , που όταν λάβαινε γράμμα απ’ την Αμερική , είχε τρία αδέρφια εκεί , που δεν τα γνώρισε , δυστυχώς , ποτέ , έφυγαν , μαζί με τον παππού μου , για την Αμερική ,πριν γεννηθεί η μάνα μου , και δεν ξανάρθαν ποτέ…κι’ όταν η καημένη έπαιρνε το γράμμα , απ’ το μπάρμπα Χρήστο τον Κάρλο , συνήθως , έκλαιγε ώρες..μέρες , ασταμάτητα…

   Και κείνος , ο καημένος , με τα ..μεσοβέζικα Ελληνικά του , σου ‘δινε την εντύπωση πως..σπάραζε απ’ τον πόνο και τη νοσταλγία , κι’ όλο και κάτι μας έστελνε , δεν ήταν πλούσιος , σε..χρήμα , αλλά απ’ όσα μας έλεγαν χωριανοί μας του Σικάγου , ήταν απέραντο ..περιβόλι αγάπης και ανθρωπιάς ..όλοι το ‘χαν να το λένε ..

  Ο μπάρμα Χρήστος ο  Κάρλος  , ασχολιόταν , μάλλον , με..επισκευές ραδιοφώνων , ή κάτι τέτοιο , αλλά και κάποια περίοδο δούλευε στις επιχειρήσεις του Χρήστου Πέτρου , του Σ’νικοχρήστου , που ήταν και ξάδερφός του , σε ένα δέμα του λοιπόν , μας είχε μέσα και ένα πολύ όμορφο ρολόϊ ξυπνητήρι  BIG BEN , είχε γκρι σκούρο χρώμα και δείχτες με..φώσφορο , που πρασίνιζαν λίγο μέσα στο σκοτάδι , τρέλα..πραγματική…πανέμορφο..

   Το είχα..καπαρώσει εγώ , το ρολόϊ  βέβαια το χρησιμοποιούσε η μάνα μου για να ξυπνάει , νύχτα , για να πάει στο μαγαζί , αλλά εγώ το είχα στην καρέκλα δίπλα στο κρεβάτι μου , για να ξυπνάω νωρίς να διαβάζω , όταν είχαμε διαγωνισμούς ή εξετάσεις…τον πρώτο δε καιρό , ξενύχταγα παρακολουθώντας τους φωτισμένους δείχτες , και ιδιαίτερα το..λεπτοδείχτη , που έκανε εκείνα τα..μικρά – μικρά πηδηματάκια..και καμιά  φορά …ξημερωνόμουνα .

   Δυστυχώς μπάρμπα Χρήστος έφυγε απ’ τη ζωή , χωρίς ν’ αξιωθεί να έρθει στην πατρίδα , να τον γνωρίσουμε και να μας γνωρίσει , και περισσότερο η μάνα μου , που το ‘χε καημό , τρία αδέρφια της στην Αμερική , έφυγαν απ’ τη ζωή χωρίς να τα γνωρίσει…

  Όλοι σχεδόν είχαμε κάποιο ..μπάρμπα στην Αμερική , και κάποιοι είχαν και αδέρφια , ή και γονείς , και βλέπαμε τη χαρά τους όταν έρχονταν καμιά φορά , χώρια που ..βλέπαμε και τα..χρωματιστά ρούχα , και ζηλεύαμε , λίγο το ‘χεις να φοράς Αμερικάνικα ρούχα ;..παρδαλά ;

  Εκτός όμως απ’ τα αδέρφια της μάνας μου , είχαμε στην Αμερική , και τα ξαδέρφια μου τα Καψαλάκια , τον Γιάννη ,  τον Κώστα και την Κατίνα , τα παιδιά του μπάρμπα μου του Σπύρου , αδερφού του πατέρα μου , που πήγαν βέβαια πολύ αργότερα στη Αμερική , είχαμε ακόμα και ένα άλλο συγγενή μας τον θείο Παναγιώτη ,Πητ  Κάρλος , αδερφό του παππού μου , με τον οποίο είχαμε πολύ..αραιά επικοινωνία , καμιά κάρτα , Χριστούγεννα – Πάσχα  , κάτι τέτοιο…

   Ώσπου κάποια μέρα πήραμε ένα γράμμα , Αμερικάνικο , απ’ τον μπάρμπα Παναγιώτη , που μας έγραφε πως έρχεται , επί τέλους , στην Ελλάδα , να μας δει , και να γνωριστούμε..

   Μεγάλος , πολύ μεγάλος στα χρόνια ο μπάρμπας , ή μάλλον ο ..παππούς μου , με παιδιά και εγγόνια μεγάλα , θα ερχόταν με τη γυναίκα του , την θεια Ευτυχία  , αν δεν κάνω λάθος , και θα έμεναν κάποιες μέρες μαζί μας στο χωριό , στο Λιδορίκι , και μετά θα πήγαιναν και στο χωριό της γιαγιάς , κάπου στην Πελοπόννησο ..

   Βέβαια κανένας μας δεν τον γνώριζε , αλλά η συγκίνηση που θα γνωρίζαμε τον αδερφό του παππού μου , ήταν μεγάλη , αν λάβουμε υπόψη το γεγονός ότι εγώ δεν γνώρισα ούτε παππούδες ούτε ..γιαγιάδες , και το είχα..μεγάλο παράπονο…

   Και έφτασε η μεγάλη μέρα , που θα ερχόταν ο παππούς , με τη συγκοινωνία φυσικά , που τότε ήταν λιγάκι ..ταλαιπωρική , αφού το ταξίδι Αθήνα – Λιδορίκι , ήταν μια..ημερήσια ..εκδρομή…θυμάμαι , φεύγαμε απ΄το χωριό το πρωί και φτάναμε στην Αθήνα , απ’ τον παλιό πάντα δρόμο…βραδάκι , τόοοοσο..γρήγορα ..

   Έφτασε λοιπόν η μέρα , και την συνηθισμένη ώρα , που ερχόταν η…Αθήνα , έτσι λέγαμε τότε το  λεωφορείο που  ερχόταν  απ’ την Αθήνα  , εμείς όλοι παραταγμένοι , ο πατέρας μου βέβαια δεν ζούσε , μπροστά στο μαγαζί μας , στο Αλωνάκι , όπου ήταν και το πρακτορείο των λεωφορείων , καλοκαίρι ήταν το λεωφορείο γεμάτο , αλλά μέσα στον κόσμο ξεχωρίσαμε τρεις..Αμερικάνους !!!

   Δυο άντρες και μια γυναίκα , ε..υποθέσαμε πως οι δυο τουλάχιστον ήταν οι..δικοί μας , και δεν πέσαμε έξω , ον παππούς κι’ η γιαγιά ήταν μικρόσωμοι , ενώ ο άλλος ο κύριος ήταν λεπτός και ψηλός , αλλά έδειχναν πως ήταν φίλοι και όταν πλησιάσαμε και ρώτησε η μάνα μου , είχαμε ..έκρηξη δακρύων και ..συγκίνησης , και δικαιολογημένα…

099

Η οικογένειά  μας , σε  αναμνηστική  φωτογραφία  στην πόρτα  του  μαγαζιού  μας  στο  Αλωνάκι . Η φωτογραφία πρέπει  να  είναι  βγαλμένη στην  αρχή  της  δεκαετίας  του  ‘50 .

 

  Μπήκαμε στο μαγαζί , τους κεράσαμε αναψυκτικά ..Καβούνη , Αμφίσσης , ελαφρώς ..δροσερά , από ψυγείο..πάγου , καταλαβαίνετε , και αρχίσαμε να τα λέμε..

   Ο μπάρμπα Παναγιώτης , σε μια στιγμή , είπε στη μάνα μου , αν’ψιά να σου πω..κάτι ιδιαιτέρως ; Σηκώθηκαν και μπήκαν μέσα στο εργαστήριο , που φκιάχναμε τα γλυκά , κάτι είπαν και γύρισαν αμέσως με φανερή τη χαρά και την ικανοποίηση , γυρνώντας ο μπάρμπας μου είπε στο φίλο του , ο..κευ , μπόυ , θα μείνουμε εδώ απόψε και αυριο..μεθαύριο φεύγεις για το χωριό , και μας σύστησε το φίλο τους , που ήταν κι’ αυτός χρόνια στην Αμερική , δεν είχε οικογένεια , και όπως μας είπε μετά , με απέραντη χαρά , θα έμενε πια μόνιμα στην Ελλάδα , στο χωριό του , κοντά στο Λιδορίκι , όνομα και μη..χωριό , στα ανίψια του , στα παιδιά της αδερφής του , που τον περίμεναν…

   Πήγαμε στο σπίτι , τακτοποιήθηκαν , τακτοποίησαν τα πράγματά τους , και νωρίς – νωρίς το βράδυ , κάτσαμε στη βεράντα , στη δροσιά , φάγαμε και οι μεγάλοι τα λέγανε , και φυσικά η μάνα μου είχε πολλά να πει με τον  μπάρμπα μας , που πρώτη φορά τον βλέπαμε..μεγάλη η χαρά όλων , που βρίσκονταν στην πατρίδα , ο δε φίλος , έπλεε σε πελάγη ευτυχίας , που επί τέλους ερχόταν στην πατρίδα , αλλά κυρίως που θα έμενε πια για πάντα εδώ , στο χωριό του , μαζί με τους αγαπημένους του συγγενείς …

  Εδώ όμως θα πρέπει να σας πω , πως ούτε ο μπάρμπας μας ήταν ..πλούσιος , αλλά απ’ ότι φαινόταν ,ούτε και ο φίλος του , αυτό φαινόταν ολοκάθαρα…

   Όλο το βράδυ , οι φίλοι τα λέγανε , και ο μπάρμπας μου ..μακάριζε το φίλο του που επί τέλους πραγματοποιεί το όνειρό του , να μείνει το υπόλοιπο της ζωής του στο χωριό του , και κείνος..κρυφοκαμάρωνε με ολοφάνερη χαρά..

   Ξέχασα να σας πω πως μοιράστηκε και η ..Αμερικάνικη ..βοήθεια , τσίχλες , και κάτι άλλα πραγματάκια , και απ’ ότι ειπώθηκε την άλλη μέρα το απόγευμα ο φίλος θα αναχωρούσε με το αυτοκίνητο της..γραμμής , ημι..φορτηγο..λεωφορείο παρακαλώ , για το χωριό του..δεν δεχόταν να μείνει κι’ άλλη μια μέρα , παρ’ότι κι’ο μπάρμπας και η μάνα μου επέμεναν , βιαζόταν να πάει στο..χωριό του , ανυπομονούσε ο άνθρωπος…

   Έτσι λοιπόν και έγινε , την άλλη μέρα το μεσημέρι ο φίλος μας δακρυσμένος που θ’ αποχωριζόταν τους φίλους του , αλλά γεμάτος χαρά έφυγε για το χωριό του…

   Εμείς , λέγαμε ..λέγαμε , η μάνα μου ρωτούσε συνέχεια για τ’ αδέρφια της , τα δυο ζούσαν ακόμα τότε , είδαμε φωτογραφίες απ’ την οικογένεια του μπάρμπα , μας είπε και παλιές ιστορίες με τον παππού μου , τον αδερφό του και πέρασε η βραδιά…

   Την άλλη μέρα .όμως , σαν ξημέρωσε μας περίμενε η μεγάλη…έκπληξη …

   Με το..λεωφορειο..φορτηγό , εμφανίσθηκε ο φίλος , που χθες είχε φύγει για το χωριό του , η μάνα μου όταν τον είδε..τα ‘χασε..εκείνος ήταν φανερά εκνευρισμένος , αλαφιασμένος θα λέγαμε , και έλεγε στη μάνα μου να τον πάει στον Πητ , τι να κάνει και η μάνα μου , παρότι ήταν πολύ πρωί , τον πήγε στο σπίτι και ξύπνησε τους δικούς μας ..

   Εκείνοι βέβαια με τη σειρά τους ,τα ‘ χασαν , βλέποντα φάντη μπαστούνι μπροστά τους , πρωί-πρωί , το φίλο τους , κάτι είπαν βιαστικά , και κλείστηκαν στο δωμάτιό τους , ενώ εμείς , δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε τίποτα , μαύρα ..σκοτάδια ..τα είχαμε και μεις..χαμένα..

   Πήγαμε , με τη μάνα μου στο μαγαζί , αλλά μας έτρωγε η..έγνοια , και η ..περιέργεια βεβαίως..βεβαίως , για το τι συμβαίνει , γιατί ήταν ολοφάνερο πως κάτι συνέβαινε , κάτι δεν πήγαινε καλά…και περιμέναμε το βράδυ να καθαρίσει το …τοπίο , γιατί τότε θα είχαμε χρόνο για κουβέντα και ενημέρωση , εγώ βέβαια , περίεργος , πεταγόμουνα που και που στο σπίτι μήπως και πάρω..χαμπάρι τι γίνεται , αλλά εκεί γίνονταν ..συζητήσεις..κεκλεισμένων των ..θυρών , απογοήτευση μεγάλη για μένα…

   Περιμέναμε λοιπόν να έρθει το βράδυ , να κλείσουμε το μαγαζί , για να μάθουμε τα νέα…

   Έτσι και έγινε , το βράδυ μαζευτήκαμε , να φάμε , και φυσικά να δούμε και τι γίνεται , εκεί είδαμε τον καημένο τον γεράκο φίλο , να είναι σε απερίγραπτη κατάσταση , ράκος κυριολεκτικά , απογοητευμένος αλλά και..εξοργισμένος μαζί , και το μόνο που επαναλάμβανε συνεχώς  ήταν : Να ..φύγω , να φύγω Πητ , τώρα αμέσως δεν κάθομαι ούτε λεπτό , με…γδύσανε..με γδύσανε , να φύγω…

   Ο μπάρμπας μας , προσπαθούσε να τον ηρεμήσει , να τον ..καλμάρει , λέγοντάς του πολλά και ..διάφορα , αλλά εκείνος , ανένδοτος , να..φύγω , να γυρίσω πίσω , τέλος πάντων κάτσαμε να φάμε , μαύρο ..φαί  βέβαια , γιατί ο έρμος ο φίλος μας ήταν χάλια , τον είχε πιάσει υστερία , αλλά κουτσά στραβά μας έδωσε και μας , γιατί στους φίλους του τα είχε πει , να καταλάβουμε τι ακριβώς είχε συμβεί ..και δεν πιστεύαμε στα αυτιά μας..τρελά πράγματα , ανήκουστα…

   Φτάνοντας λοιπόν ο φίλος μας στο χωριό του , κατασυγκινημένος , κλαίγοντας διαρκώς , αφού είχε πολλές δεκαετίες να δει το χωριό του και το πατρικό του σπίτι , έπεσε απ’ τα ..σύννεφα , αφού σε λίγο κατέφθασε το..συγγενολόϊ του , και άρχισε τις ..επιθέσεις στις έρμες τις  βαλίτσες του , που δεν είχαν και τίποτα το..σοβαρό μέσα , κάτι που ..ενόχλησε , φαίνεται , τους ..επιδρομείς , που περίμεναν , φαίνεται , να βρουν θησαυρό και αντ΄αυτού βρήκαν…άνθρακες…

  Από κει και πέρα αρχίζει η τραγωδία , του καημένου του ..θείου απ’ την Αμέρικα , και αν αγαπημένοι μου φίλοι , ίσχυαν , στο…ελάχιστο , τα όσα μας διηγήθηκε ο ταλαίπωρος , φίλος μας , θα πρέπει να έζησε ..τραγικές στιγμές , τόσο που αναθεμάτιζε συνέχεια την ώρα και τη στιγμή , που αποφάσισε  να ‘ρθει πίσω στην πατρίδα , γιατί πρέπει να τονίσουμε εδώ , πως οι..ντόπιοι , εδώ στο..Ελλάντα , δεν κατάλαβαν ποτέ πως όλοι οι..Αμερικάνοι , δεν είναι…πλούσιοι…

  Βέβαια μέχρι να ξημερώσει , και να μπορέσει να φύγει , ο φίλος μας πέρασε τα χίλια μύρια ..βάσανα , και απ’ότι με καημό μας έλεγε , δεν του άφησαν ΤΙΠΟΤΑ , απολύτως , γι’ αυτό και ..παραμιλούσε συνέχεια , λέγοντας ..ΝΑ  ..ΦΥΓΩ…ΝΑ  ΦΥΓΩ…

   Και έφυγε , ο καημένος , με όση λαχτάρα ερχόταν  , με τόση πίκρα ..βιασύνη και..αηδία , έφυγε , αυτός που σαν τελευταία του και μεγάλη επιθυμία ήταν να ζήσει , όσο ζήσει και να ταφεί εκεί στο χωριό του , μαζί με τους γονιούς και τ’αδέρφια του , και τι φταίει ο καψερός που δεν τα κατάφερε εκεί στην …Αμέρικα να πλουτίσει ; Μεροδούλι μεροφάϊ , όλη του τη ζωή , βλέπεις δεν τον βοήθησε και η μοίρα του να πλουτίσει…γιατί τότε τα πράγματα θα ‘ταν αλλιώτικα…. Κ.-

ΣΗΜΕΙΩΣΗ : Τούτη η αποψινή εκ..βαθέων ανάμνηση , είναι αδέρφια πέρα για πέρα αληθινή , και μάλιστα δοσμένη , με μεγάλη..φραστική..επιείκια , με μεγάλη ..μετριοπάθεια , και δεν σας κρύβω , πως είναι η πρώτη και μοναδική φορά που ..τράβηξα αυτό το ..αγκάθι , που ήταν καρφωμένο στην ψυχή μου πολλές- πολλές δεκαετίες , η πρώτη φορά που την κοιτάω αυτή την ανάμνηση …κατάμουτρα , γιατί ; μα γιατί ..ένοιωθα ..ντροπή , σαν άνθρωπος , με πόνεσε , και πολύ μάλιστα , τότε , μα κι’ απόψε , που το…ξανασγάρλησα ένοιωσα πάλι τον ίδιο πόνο , λες και με κοιτούσαν ..διαρκώς τα μάτια εκείνου του καημένου του γεράκου του Αμερικάνου , που δεν βρήκε πατρίδα ούτε να…ταφεί…λείπαν , βλέπεις τα ρημάδια τα..ντόλλαρς…

172

Μια  αναμνηστική  φωτογραφία  απ’ την  επίσκεψη του  μπάρμπα  Παναγιώτη  και  της  γυναίκας του . Δυστυχώς  ο  μπάρμπας  μας λείπει  , αντίθετα  η  θεια ήταν παρούσα   , σε…όλες . Εδώ , από  δεξιά η  μάνα  μας , η  θεια  Ευτυχία  , η  ξαδέρφη μου Τζένη  Κάρλου , η  Ασπασία  Χονδρονίκου , ο  μπάρμπα  Κώστας  Φαλίδας  κι’ ο  Κώστας  Κάρλος , πρωτοξάδερφος  της  μάνας  μου .

                     Καλό σας  ξημέρωμα   και  ΚΑΛΑ  ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ  …….Κ.Κ.-

6.10.14

ΕΝ ΛΙΔΟΡΙΚΙΩ…H “ KΑΘΙΕΡΩΜΕΝΗ “ ΕΚΔΡΟΜΗ ΣΤΟΝ ΚΑΤΑΠΡΑΣΙΝΟ ΑΪ ΝΙΚΟΛΑ

 

ΜΙΑ   ΓΛΥΚΕΙΑ..ΑΝΑΜΝΗΣΗ..ΤΟΥ  ΓΙΩΡΓΟΥ  ΚΑΨΑΛΗ ..

Γράφαμε  τις  προάλλες , αγαπημένοι  μου  φίλοι , για  το Μαγιάτικο , όμορφο , παραδοσιακό και ταπεινό πανηγύρι  που  γινόταν  στον  Άι Νικόλα  τον  Καλό .

   Είχαμε ακόμα  αναφέρει ,  πως  το  εκκλησάκι  αυτό , με  τη  γαλήνη , το πράσινο  και  την  ομορφιά  της  γύρω  περιοχής του , ήταν  ο  κυριότερος  προορισμός , των  ημερησίων , τότε  Σχολικών  εκδρομών , με  δεύτερο τον  Τραγουδάκη .

023

  Μοναδικά..υπέροχη , φωτογραφία , από σχολική εκδρομή στον Τραγουδάκη , που έλεγε κι’ ο σχωρεμένος καθηγητής μας ο Γ.Ρωμανάς , από αριστερά Γιώργος Ζόγκζας , τρίτος ο Γιώργος Κυριαζής η..Μάρκος , κι’ ο αξέχαστος Γιώργος Καψάλης , ενώ..ψωνίζουν στο κινητό..σούπερ- μάρκετ , του σχωρεμένου του Κλάκη , χρόνια όμορφα ..αξέχαστα…

151

    Και εδώ , πια   είναι ολοφάνερο το τοπίο του Αϊ..Νικολάκη , καημένε ..Ρωμανά , τέσσερις αγαπημένοι φίλοι και συμμαθητές , Τάσος Τσώνος , Μίμης Πέτρου Γιώργος Καψάλης και Μίμης Παπαγεωργίου  , ο..κύριος στο..βάθος , όοοοχι , δεν είναι ..της  παρέας ..

154

  Ο αγαπημένος συμμαθητής και φίλος Γιάννης Μπραούνος , στον Άϊ Νικόλα , , σε κάποια εκδρομή μας ..πάντα στη δεκαετία του ‘50….

  Η Μαγιάτικη σχολική εκδρομή στον Άϊ Νικόλα , ήταν μέσα στο..εκπαιδευτικό πρόγραμμα κάθε χρονιάς και ποτέ δεν βρέθηκε Γυμνασιάρχης να την ..” πνίξει “ ..

   Άλλωστε , και να ‘θελαν οι καθηγητές να μην την κάνουν , δεν τους άφηναν οι μαθητές που – μόλις έπιανε η ..άνοιξη – άρχιζαν κάθε πρωί τα..” Ε – κδρο – μή , Ε – κδρο –μή  “ , καταλήγοντας σιγά-σιγά , στο..” μηηηηηη “ ή και..σκέτο..ηηηηηηη “ .

   Η εκδρομή γινόταν πάντα με ..προαναγγελία – “ αύριο παιδιά , θα πάμε στον Άι Νικόλα “ ή  “ αύριο θα πάμε εκδρομή , αλλά δεν σας λέμε που..” , όλοι όμως ήξεραν , πως θα πάμε στον Άι Νικόλα , έτσι , που να δοθεί χρόνος στους μαθητές να φροντίσουν για το τι θα πάρουν μαζί τους .

   Η προετοιμασία , περιοριζόταν συνήθως , στο βράσιμο μερικών αυγών , και την αγορά καμιάς κονσέρβας – αν το ..επέτρεπε ο ..προϋπολογισμός . Οι ..προνομιούχοι  κυρίως , ντόπιοι Λιδορικιώτες η παιδιά δασκάλων και παπάδων – έφτιαχναν και κεφτέδες ή πατάτες τηγανιτές και το ..” πλούσιο “ τραπέζι συμπληρωνόταν και με..τυρί . ( Και όταν λέμε τυρί , εννοούμε αυτό που λένε “ φέτα “, γιατί για τον Δωριέα δεν υπάρχει άλλο είδος..) .

  Απαραίτητο , βεβαίως , για τους ..μεγάλους , των τελευταίων τάξεων , ήταν και το ..κρασί , που σε μπουκάλια , παγούρια , κλπ , πέρναγε τον έλεγχο – ή τα..στραβά  μάτια – του Παπαχρήστου , του Παπαδημητρίου , του Παπανδρέου , της Δραγώτη , του Ζούκου , της Λιναρδάκη , του Μπούγαλη , του Παπαθανασίου .. Ο Παπαθανασίου , μάλιστα , ήταν βέβαιο πως το ανακάλυπτε , όσο καλά κρυμμένο κι’ αν ήταν , γιατί μόλις στρώνονταν οι παρέες για φαί , έκανε ..έφοδο και – καλοκάγαθος Ρουμελιώτης όπως ήταν -  έλεγε : “ Να μτι κι μέναν απού κείνου π’ κρύψ’ταν “, κι’ έπαιρνε το ποτηράκι του ….

1965 .Α .Νικ

Απ’ το πανηγύρι τ’ Άι Νικόλα , ομαδικό ψήσιμο αρνιών , το 1965…

   Απαραίτητος συνοδός στις εκδρομές ήταν ο Θεμιστοκλής ( Κλάκης ) Κοτροζίνης , κινητόν..σούπερ-μάρκετ της ..εποχής , που φόρτωνε τον ταλαίπωρο ..γάϊδαρό του με γκαζόζες , κουλούρια , παστέλια , καραμέλες και άλλα εμπορεύματα κλείνοντας τη μακριά ..ουρά των εκδρομέων..

   Στον Άι Νικόλα , άπλωνε την πραμάτια , πάνω σε μια κουρελού , εκτός από τις κούτες με τα..τσιγάρα ,που τα κράταγε κρυμμένα , και τα ‘δινε μόνο σε ..μερικούς ..μερικούς…

   Οι παρέες αποτελούνταν , συνήθως , από μαθητές απ’ το ίδιο χωριό , κι’ έβλεπες εδώ τους Πλεσσιώτες , παραπέρα τους Πενταγιώτες , τους ..Αρτοτινούς , τους Ερατεινιώτες , Κονιακίτες , Λευκαδιώτες , Παλιοξαρίτες …Άλλοι μαθητές , από μικρά χωριά , έφκιαχναν ..μικτές παρέες , όπως π.χ , οι Λουτσοβιώτες με τους Αγλαβιστιώτες . Μικτές , επίσης παρέες , έφτιαχναν και άλλοι , των τελευταίων τάξεων , οι οποίοι μάλιστα , έπιαναν απομακρυσμένα ..στρατηγικά σημεία , απ’ τα οποία , μπορούσαν να ..ελέγχουν ολόκληρη την περιοχή..Αυτοί ήταν οι..καπνιστές . Όπως επίσης , οι…” γαμπρίζοντες “ , έπιαναν θέση κοντά στον..” άμπλα “ , για να τους ..βλέπουν οι μαθήτριες που πήγαιναν για νερό…μιλάμε  για…” προχωρημένα “ πράγματα ..

   Το ..φτωχό φαγοπότι , το συνόδευαν τραγούδια και χοροί , στους οποίους το προβάδισμα είχαν – πάντα – οι..Πλεσσιώτες , εξ..απανέκαθεν ..που λένε ..πριν δε – αλλά και μετά – το φαγητό , η ..μπάλα έδινε και..έπαιρνε , μερικοί δε..ξεθεωμένοι , το ‘ριχναν και στον ..ύπνο , εκτός από …μένα , που φοβόμουνα τα..φίδια και δεν καθόμουνα καθόλου , σχεδόν , κάτω , ούτε..ξύπνιος…

   Μόλις ο ήλιος..έγερνε , ξεκινάγαμε το δρόμο της επιστροφής με λιγότερα , βέβαια , τραγούδια απ’ την πρωϊνή ..πορεία και με ..πρώτο και καλύτερο , το γάϊδαρο του Κλάκη , που τώρα..ξεφόρτωτος έφευγε…σφαίρα..

   Στον Άι Νικόλα , βέβαια , δεν πήγαινε εκδρομή μόνο το..Γυμνάσιο , , πήγαινε και το Δημοτικό . Πολλές φορές , μάλιστα , κανόνιζαν κοινή εκδρομή , οπότε – τότε και τα δυο σχολεία μαζί ξεπέρναγαν τους πεντακόσιους μαθητές – γινόταν η ήσυχη και πεντάμορφη περιοχή , κανονικό..τρελοκομείο…..

Α.Νικόλας 1965

Αι Νικόλας 10 ετία 50

135

Μια όμορφη φωτογραφία της παιδικής ..αθωότητας , βγαλμένη στις αρχές της δεκαετίας του ‘50 , ο αξέχαστος αδερφός μου Γιώργος και η..αφεντιά μου , με Προσκοπο..λυκοπουλίστικες στολές , στο σημείο που σήμερα είναι το σπίτι του Χορταριά .

1946-47

   Φωτογραφία του Δημοτικού μας σχολείου , της εποχής εκείνης περίπου , οι Δάσκαλοι , είναι από αριστερά , καθιστός Παν .Πανάγος , όρθιος Γ.Καραχάλιος , και δεξιά Μαρία Καρυδάκη και Θεοδ.Μποτίνης , που τις..έβρεξε…

  MIA  ΓΛΥΚΕΙΑ  ΑΝΑΜΝΗΣΗ ΤΟΥ  ΓΙΩΡΓΟΥ  ΚΑΨΑΛΗ..

  Από μια τέτοια εκδρομή του Δημοτικού , θυμάμαι ένα γερό ξύλο που έφαγα .

   Πήγαινα σε μικρή τάξη , οι δάσκαλοι είχαν κάποια συγκέντρωση στην Άμφισαα , και στο Σχολείο έμεινε μόνο η πολύ καλή δασκάλα μας η Καρβέλα .

   Την ψήσαμε να μας πάει εκδρομή την άλλη μέρα στον Άι Νικόλα κι’ εκείνη μας είπε θα δούμε ή κάτι τέτοιο . Εμείς , φυσικά , στα σπίτια μας είπαμε πως “ αύριο θα πάμε εκδρομή “ , δεν διαβάσαμε και ετοιμάσαμε και τα καθιερωμένα .

   Το πρωί που πήγαμε πανέτοιμοι για την εκστρατεία στο Σχολείο , η Καρβέλα είχε οριστικά αποφασίσει να μη πάμε πουθενά και να κάνουμε μάθημα κι’ έτσι ξεκίνησε ένας τσακωμός ανάμεσα σ’ αυτήν και μερικούς μαθητές των μεγάλων τάξεων  ( Πέμπτη , Έκτη )μεταξύ των οποίων και μερικοί ..υπερήλικες , από γύρω χωριά , που είχαν χάσει τάξεις λόγω του ανταρτοπόλεμου .

   Τελικά , δεν μεταπείστηκε η δασκάλα και οι ..επαναστάτες μας έβαλαν στη γραμμή , όλους σχεδόν τους μαθητές και μας..πήγαν αυτοί εκδρομή !

   Αρχηγοί ήταν ο εξάδελφός μου ο Χαράλαμπος ο Φαλίδας , ο μακαρίτης ο Γιώργος ο Κάγκαλος και ο ..αμερικάνος τώρα ο Νίκος Παπανικολάου , του φαρμακοποιού , ο” Ταραμπούρας “..

   Ο Φαλίδας μάλιστα είχε και ένα αληθινό πιστόλι ( ! ) με το οποίο σκότωσε κι’ ένα φίδι , που βρέθηκε στο δρόμο μας ..

   Αφού φτάσαμε στον Άι Νικόλα , φάγαμε ..τροχάδην  και φοβισμένοι όλοι , πήραμε το δρόμο της επιστροφής . Στο μεταξύ οι μανάδες και οι πατεράδες μας ,έμαθαν απ’ την Καρβέλα το τι είχε γίνει και βγήκαν προς..συνάντησή μας .

   Επιστρέφοντας ,πέσαμε πάνω τους κάπου στη μέση της διαδρομής και φάγαμε και το πρώτο..χέρι ξύλο , γιατί είχε και..δεύτερο..

   Την άλλη μέρα ο Μποτίνης – είχε γυρίσει από την Άμφισσα –μάζεψε όλο το σχολείο κι’ άρχισε ένα λόγο που δεν μπορέσαμε να καταλάβουμε πως ήταν σκέτη  “ Μηλιώτικη πονηριά “.  “ Καλά κάνατε και πήγατε “ , αφού εσείς θέλατε να πάτε έπρεπε να σας πάει η δασκάλα . Καλά κάνατε , όσοι πήγατε , να βγείτε στην άκρη .

   Ικανοποιημένοι , εμείς , για το ότι ..θριαμβεύσαμε επί της Καρβέλας , βγήκαμε στην άκρη –αποτελούσαμε τη συντριπτική πλειοψηφία – οπότε αρχίσαμε να..χοροπηδάμε , γιατί ο Μποτίνης είχε μανία να ..χτυπάει με τη βίτσα στα..πόδια . Βέβαια , φάγαμε και μερικές στα ..χέρια , έτσι για να μην μείνουν παραπονεμένα ..

   Από τους ..” εκδρομείς “ , το ξύλο το γλύτωσε μόνο ο αδελφός μου ο Κώστας , που ναι μεν τον είχα πάρει μαζί μας , αλλά δεν πήγαινε ακόμα σχολείο..

    Είχε έρθει , για…συμπαράσταση….

1934-35

  Τα παιδιά του Δημοτικού μας , 1934-35 .

1963

…και το 1963….

Η Όμορφη αυτή ανάμνηση του αξέχαστου Γιώργου Καψάλη , δημοσιεύτηκε στο “ ΛΙΔΩΡΙΚΙ “  το 1985 .

   Καλό  σας  βράδυ

Απ’ το  “ Λιδωρίκι “ με  πολλή…νοσταλγία  Κ.Κ.-

5.10.14

ΕΝ ΛΙΔΟΡΙΚΙΩ…” ΜΠΡΕΚΦΑΣΤ “ ΣΤΗΝ ΜΠΕΛΕΣΙΤΣΑ …!!!

 

ΟΣΑ  ΘΥΜΑΜΑΙ

Ανάληψη 1955-Μπαχατούρ

   Μια υπέροχη φωτογραφία της  τότε εποχής , βέβαια δεν είναι βγαλμένη στην..Μπελεσίτσα , όχι , είναι όμως βγαλμένη στη στρούγκα του αξέχαστου μπάρμπα Χαράλαμπου  Μαργέλλου , του  Αρπάλη , στην Μπαχατούρ , πάνω στη Γκιώνα , της Αναλήψεως , στα 1955 , όπου είχε καλεσμένο , κατά το έθιμο , κόσμο και..κοσμάκη , από αριστερά , ο Βασ.Καραμήτσος , δίπλα με τη στολή ο αξέχαστος αδερφός μου Γιώργος , Θαν.Μοναχογιός , Τραπεζικός , ο Δημ.Καφέτσης΄-Κοντοκράς , και καθιστοί Διον.Παλούκης –Λαναράς , Στ.Μαργέλλος , κρατάει τ’ αρνί , δίπλα ο πατέρας του , ο μπάρμπα Χαράλαμπος , ο μελαχρινός με το μουστάκι , και ο Δημ.Βούλγαρης – Τσελεμεντές , ο μικρούλης σε πρώτο πλάνο , πρέπει να ‘ναι ο γιός του μπάρμπα Χαράλαμπου ο Γιάννης .

Ανάληψη_0001

Kαι μια φωτογραφία , από ..αυθεντική Ανάληψη στην Μπελεσίτσα , στον Καλανάκη , στα ..1930 !!

   Κατακαλόκαιρο , έσκαγε ο τζίτζικας , ο τόπος ολόγυρα ..ψηνόταν , νοσταλγική δεκαετία του ..΄50 , το Λιδορίκι μισο..ζωντανεμένο , μετά τα τόσα βάσανα και τις ταλαιπώριες , αρχίζει ν΄ανασαίνει , να παίρνει τα ..πάνω του ..

   Αγκομαχώντας , με κόπο και δυσκολίες αμέτρητες , οι Λιδορικιώτες προσπαθούν , με ..νύχια και με ..δόντια , να βάλουν μπροστά τη…μηχανή , να ξαναχτυπήσει η ..καρδιά του χωριού μας , ν’ ανασάνει κι’ ο κόσμος , που με την ψυχή του ..μαυρισμένη , απ’ τα ..μύρια όσα που πέρασε , προσπαθεί να ξεχάσει , όπως…όπως..

   Ολόγυρα , στο χωριό , τα ..κουφάρια των καμένων σπιτιών θυμίζουν ακόμα το ..χαλασμό , μα όσο κι’ αν θες να ..ξεχάσεις , στο θυμίζουν αυτά , ερείπια , χαλάσματα , και τα περισσότερα σπίτια ..ψευτομπαλωμένα , όπως ..όπως , έτσι για να βάλουν μέσα το κεφάλι τους οι χωριανοί..εικόνες ..τραγικές..

   Αυτή βέβαια , ήταν η..πραγματική ..πραγματικότητα , η πραγματικότητα των..μεγάλων , των γονιών μας , για μας τα παιδιά , υπήρχε και η ..άλλη , η εικονική , της παιδικής..αθωότητας , ανεμελιά , ξυπολυταριό , ελαφριά..ενδυμασία , το κλασικό , για την εποχή , ..μπλε..σωβρακάκι , με..λαστιχάκι παρακαλώ , και το γνωστό μας αθλητικό φανελάκι και ..σουλάτσο , παιχνίδι , μπάλα με το..μεροκάματο στις Λάκκες μέχρι..βαθείας ..νυκτός , ή μάλλον μέχρι να ‘ρθουν οι μανάδες μας με τις ..βέργες  και τα..πουρνάρια , να διακόψουν τον αγώνα ..βιαίως , φυσικά …

   Βέβαια , προσωπικά είχα αναλάβει καθήκοντα..Διευθυντού-νεροκουβαλητού , στο μαγαζί μας , αλλά και όλα τα παιδιά της ηλικίας μου , όλο και κάτι είχαν να κάνουν , κάποια δουλειά , πήγαινα για νερό , μεγάλο πρόβλημα στη δεκαετία του ’50 , πήγαιναν φαί και νερό στους γονιούς τους , στα χωράφια η στα γιδοπρόβατα , αλλά πάντα περίσσευε χρόνος και για τα..παιδικά μας παιχνίδια , που φυσικά δεν είχαν καμιά απολύτως σχέση με τα σημερινά…

  Τότε δίναν και..παίρναν , οι ..μπίλιες (..γκαζές ή βόλους , τις λέγαν οι..πρωτευουσιάνοι ) γυαλένιες , αλλά και σιδερένιες , από..ρουλεμάν , που ήταν και πιο σπάνιες , ελλείψει..αυτοκινήτων βλέπεις , αλλά οι πιο..γνωστές και διαδεδομένες , ήταν φυσικά οι .. ιδιοκατασκευαζόμενες , οι χειροποίητες , χαντ..μέιντ που λέμε και στα..Ελληνικά ..οι  χωματένιες ..

   Αυτές τις φκιάχναμε μόνοι μας από..γλίνα , τώρα θα με ρωτήσετε τι είναι η γλίνα ; και με το δίκιο σας , η γλίνα λοιπόν είναι μια περίεργη φαιοπράσινη πυκνή λασπώδης μάζα μάλλον αργιλώδης , μια λάσπη πυκνή δηλαδή , που συνήθως υπήρχε σε υγρά σημεία , κοντά σε βρύσες , αυτή λοιπόν την βγάζαμε και την κάναμε βόλους , τις αφήναμε στον ήλιο να στεγνώσουν και είχαμε μπίλιες , πρώτης τάξεως , γιατί κακά τα ψέματα , τα λεφτά την εποχή εκείνη δεν ..έτρεχαν κι’ απ’ τα..μπατζάκια μας , γι’ αυτό τις γυάλινες , τις..γυαλένιες όπως τις λέγαμε , τις είχαμε σαν κάτι..ξεχωριστό , όπως είχαμε τα καλά μας..παπούτσια , σάμπως είχαμε..και δεύτερα , και ο αριθμός των..γυαλένιων αποτελούσε ακαταμάχητο..τεκμήριο της οικονομικής κατάστασης του καθενός μας..υπήρχαν από τότε ..τεκμήρια βλέπετε…

   Το ..θησαυρό μας , αυτό , τον είχαμε σε σακουλάκια , χώρια οι γυαλένιες , χώρια οι..γλινένιες , και το άθροισμά τους , ο συνολικός δηλαδή αριθμός της μπιλιο..περιουσίας μας , μας έδινε και την ανάλογη ..θέση στην ιεραρχική.. κατάταξη της γειτονιάς μας αλλά και του χωριού , ως προς την ποσότητα βέβαια , γιατί η..ποιοτική κατάταξη των ..παιχτών , είχε φυσικά άλλα κριτήρια , με πρώτο και καλύτερο τη…δεξιοτεχνία ..

   Η δεξιοτεχνία ήταν αποτέλεσμα πολλών..παραγόντων , πρώτα – πρώτα το..ταλέντο , το σταθερό χέρι , οι καλές μπίλιες , η αυτοσυγκέντρωση αλλά κυρίως η εξάσκηση ,κάτι που το ‘βλεπες αμέσως κοιτάζοντας τα χέρια μας , απ’ τους καλύτερους ..μπιλιαδόρους της εποχής μας , ήταν ο Νίκος ο Λατσούδης , συνομήλικος και συμμαθητής μας , το χέρι του οποίου στις  ράχες του μέσου και του παράμεσου , στο δεξί του χέρι , είχαν , κα θα ‘χουν ακόμα πιστεύω , …κάλους , απ’ το ακούμπημα χάμω , γιατί το χέρι ακουμπούσε , όταν..σημάδευες..

   Όπως είπαμε λοιπόν τις χωματένιες μπίλιες , τους ..βόλους , τους φκιάχναμε μόνοι μας , υπήρχαν βέβαια και στο..εμπόριο , αλλά προτιμούσαμε τις..χειροποίητες , ελλείψει και…χρημάτων , την πρώτη και..μοναδική ύλη , για την κατασκευή τους την παίρναμε από συγκεκριμένα για κάθε .. γειτονιά ..Γλινωρυχεία , εμείς π.χ , που μέναμε στο κέντρο του χωριού , είχαμε τη βρυσούλα , στο Σκατόρεμα , τη Βουλωμένη , όπως τη λένε τώρα , και φυσικά την άλλη βρύση που είναι παρακάτω , στον Κούστη .

   Μη φαντασθείτε βέβαια , πως τα ..γλινοαποθέματα ήταν..ατέλειωτα , όχι , αντίθετα , ήταν περιορισμένα και γι΄αυτό ..περιφρουρούσαμε τις..γλινο..πηγές μας , απ’ τις..επιθέσεις παιδιών από άλλες γειτονιές , όταν λοιπόν τέλειωνε το απόθεμα στη βρυσούλα , πηγαίναμε παρακάτω στον Κούστη και λύναμε το πρόβλημά μας .

DSCN3729

Η βρύση  του  “ Κούστη “ , όπως  είναι  σήμερα , εγκαταλειμμένη και  πνιγμένη  στ’ αγκάθια  και  τα  αγριόχορτα ..

   Έτσι λοιπόν , αυτό το καυτερό Αυγουστιάτικο πρωινό , βρέθηκα να πηγαίνω για γλίνα , τώρα θα μου πείτε , διάλεξα τη μέρα ; ..ε τι να γίνει , είχα ξεμείνει από μπίλιες και έπρεπε να αναπληρώσω τις απώλειες , γιατί όπως θα ξέρετε , αν παίξατε ποτέ μπίλιες , στο παιχνίδι , ο νικητής , αυτός δηλαδή που σημαδεύει καλύτερα , παίρνει τη μπίλια του άλλου , κατέβηκα λοιπόν , μετά από μεγάλη ..γκρίνια της σχωρεμένης της μάνας μου , που με χρειαζότανε στο μαγαζί , στη βρυσούλα , κάτω στο Σκατόρεμα , να βγάλω γλίνα , αλλά δυστυχώς γλίνα…γιοκ..

   Τι να κάνω λοιπόν , δεν είχα και άλλη επιλογή , ξεκίνησα για τον Κούστη , πήρα το μονοπατάκι πλάι στο σκατόρεμα , αριστερά , που δυστυχώς τα τελευταία χρόνια έχει..εξαφανισθεί , και τράβηξα προς τα κάτω , χαζοτραγουδώντας , ένεκα ο..φόβος , εκεί στον Κούστη δεξιά απ’ τη βρυσούλα , είχε περιβόλι η κουμπάρα μας η Θωμοκώσταινα , Κωσταντίνα Δούκα κατά κόσμον , με όλα τα ζαρζαβατικά της εποχής αλλά κυρίως με κάτι συκιές , άλλο πράγμα , όλοι είχαν να το λένε …και εγώ φυσικά είχα το..ελεύθερο στα σύκα , κουμπαριάς ..ένεκεν…

   Στάθηκα όμως ..άτυχος , κάποιος άλλος με πρόλαβε , δεν υπήρχε κανένα γινομένο , όσα υπήρχαν ήταν..μπόσικα και φυσικά δεν τρώγονταν , όπως ήταν φυσικό .. απογοητεύτηκα , αλλά δεν το ‘βαλα και κάτω , παρακάτω , αρκετά παρακάτω , στον Καλανάκη , είχε περιβόλι , παραδεισένιο πραγματικά , η θεια μου η Λένη η Ζέκαινα , αδερφή του πατέρα μου κι΄αγαπημένη μου θεια , ε..δεν το πολυσκέφτηκα , αφού μου ‘χε καρφωθεί να φάω , καλά και ντε ..σύκα , πήρα την απόφαση , παρότι..ψευτοφοβόμουνα , να τραβήξω για ..Καλανάκη , κανονικά νομίζω πως δεν είναι ο Καλανάκης , αλλά , το Καλανάκι , αυτό όμως είναι  θέμα για..άλλη συζήτηση , αμ..έπος , αμ..έργο λοιπόν , έκανα τον έλεγχό μου στα ..γλινοαποθέματα , διαπίστωσα πως υπάρχει ..μπόλικο πράμα , και τράβηξα για τον Καλανάκη , μετά..φόβου.. βέβαια , κυρίως για τα ..αδέσποτα τσοπανόσκυλα , που υπήρχαν μπόλικα εκεί γύρω …

   Κατέβαινα λοιπόν , γρήγορα –γρήγορα , σφιγμένος , στην τσίτα , λόγω του φόβου , και είχα αρχίσει το..χαζοτράγουδο , έτσι για αυτο..παρηγοριά , έφτασα στα αμπέλια του χωριού , και τράβηξα αριστερά , προς Λεύκα , μπαίνοντας , σιγά-σιγά , στην ποταμιά της Μπελεσίτσας , που δεν είχε σχεδόν καθόλου νερό , μόνο κάπου δω κει , είχαν ξεμείνει κάποιες γουρνούλες , με ελάχιστο νερό και πολλά..πολλά μπακακάκια , που πηδάγαν ξαφνιασμένα όταν πλησίαζα , εγώ φυσικά το…βιολί μου , η μάλλον το..τραγούδι μου , κόντευα να εξαντλήσω το..ρεπερτόριό μου , αλλά τι να γίνει ; ανάγκα…βλέπεις..ύστερα και οι..επαναλήψεις δεν απαγορεύονται…

   Είχα προχωρήσει αρκετά , περπατούσα πλέον μέσα στον πλατανιά , ακούγοντας διάφορους ..περίεργους θορύβους , ενώ που και που , τα ξαφνικά ..κρωξίματα των πουλιών με..αλαφιάζανε , πολλές μάλιστα φορές είπα να ..γυρίσω , όταν μάλιστα , άκουγα γαυγίσματα σκυλιών , αλλά βλέπεις τα..σύκα ..περιμένανε , ούτε και θυμάμαι πόσα τραγούδια είχα πει , τι Γούναρη , τι Μαρούδα , κι’ αφού εξάντλησα το..ελαφρό μου..ρεπερτόριο , ..πέρασα και στο..λαϊκό , να..Καζαντζίδηδες , να..Γαβαλάδες και Αγγελοπουλαίοι , μιλάμε για…σπέσιαλ..ρεσιτάλ…

   Κρατώντας πάντα κι’ ένα ξύλο , δια ..πάσα ..ενδεχόμενον , λες και θα με ‘σωνε , κατσ΄λαφτιασμένος διαρκώς , στην τσίτα που λέμε , προχωρούσα , δήθεν..ψύχραιμος και..αδιάφορος , οπότε άρχισα ν’ ακούω κουδούνια και κύπρια ,κάπου κοντά μου , ξεθάρρεψα λίγο και συνέχισα το δρόμο μου τραγουδώντας , πάντα , και κει που περπάταγα αμέριμνος , ακούω μια γνώριμη φωνή : ε…Κωσταντή , για πού το ‘βαλες ; Ξαφνιάστηκα , αλλά και ανακουφίστηκα όταν είδα ποιος μου μίλησε , ήταν ο μπάρμπα Χαράλαμπος Μαργέλλος , ο Αρπαλοχαραλάμπης , όπως τον ξέραμε όλοι , τσοπάνης , απ’ τους πιο συμπαθείς σε μένα , ηρέμησα..κάλμαρα , καταχάρηκα , καλύτερη τύχη απ’ αυτή δεν θα μπορούσα να έχω…

   Τον καλημέρισα με πραγματική χαρά κι’ ανακούφιση , και του εξήγησα πως πήγαινα στον Καλανάκη στη θεια μου τη Λένη , και τότε ο μπάρμπα Χαράλαμπος , μου ‘κανε την περίφημη πρόσκληση σε..μπρέκφαστ , μάλιστα , μπρέκφαστ , στην Μπελεσίτσα , κάτω απ’τα πλατάνια , και υπό τους ήχους κουδουνιών , βελασμάτων , και κελαηδημάτων πουλιών , παραδεισένιο περιβάλλον , και προπαντός…ασφαλές , μη το ξεχνάμε αυτό…

   Τυχερός είσαι , μου ‘πε , βράζω γάλα , θα φάμε βραστογαλιά , και θα κάνουμε και παπάρα , έλα κάτσε , πράγματι έκατσα , σ’ ένα πλατάνι , που προφανώς έπαιζε το ..ρόλο του…πρόχειρου σαλονιού , η κάτι τέτοιο , από κοτρώνες , δόξα τω Θεώ , όσες ήθελα , διάλεξα την πιο βολική , περιεργάστηκα τα ..συμπράγκαλα που ήταν κρεμασμένα στον πλάτανο , μαρούδες , καρδαμπίκια ( τσοπάνικα κατσαρολικά ) , μια κάπα , και ένα σωρό άλλα ..κουτσοματζούκια , χρήσιμα όμως κι’ απαραίτητα στην τσοπάνικη ζωή ..

   Μέχρι να καλοσώσω την..εξερεύνηση , ήρθε κι’ ο μπάρμπα Χαράλαμπος , απ’ την..κουζίνα , το διπλανό..πλάτανο , όπου είχε ανάψει φωτιά κι’ έβραζε το γάλα , πάρε νια πέτρα , μου λέει και βάλτην για..τραπεζάκι , έτσι κι’ έγινε , και τότε μου ‘δωσε , ένα ..περίεργο πιάτο , κάτι σαν πορσελάνη ..λιμόζ , αλλά ..ξύλινο , που ‘μοιαζε με το μισό κομμάτι ενός ολοστρόγγυλου πράγματος , τ’ ακούμπησα προσεκτικά στο..τραπέζι , και περίμενα και τα ..υπόλοιπα , κουτάλι , ψωμί κι’ αλάτι , έτσι το τρώγαμε το τσοπάνικο το γάλα , πάντα , με  αλάτι..

   Και ήρθε και η δεύτερη ..έκπληξη , ο μπάρμπα Χαράλαμπος , μου ‘φερε ένα περίεργο , ..εντελώς περίεργο , σκουρόχρωμο κουτάλι , που τέτοιο δεν είχα ξαναδεί , δεν ήταν από μέταλλο , αλλά και με την πρώτη ματιά δεν μπόρεσα να..καλο..καταλάβω από τι ήταν φκιαγμένο , πήρα κι’ ένα κομμάτι ζυμωτό ψωμί , νια..’γκωνή , και φυσικά και αλατάκι , απολύτως απαραίτητο για την παπαροβραστο..γαλιά ..

   Κάτσαμε , αναπαυτικά..αναπαυτικά , στις..πέτρινες..πολυθρόνες μας , ρίξαμε το αλατάκι μας , κι’ αφού δοκιμάσαμε και βρήκαμε το γάλα..αρκούντως ..αρμυρούλη , κάναμε και την..τριψιάνα μας , ψιλοτρίβοντας το ψωμί μέσα , τότε ο μπάρμπα Χαράλαμπος , θεοσεβούμενος όπως ήταν , έκανε το σταυρό του , κι’ εγώ φυσικά μαζί του , ψιθύρισε και δυο λόγια προσευχής , κι’ έδωσε το..σύνθημα της ..έναρξης , «…άϊντε Κωσταντή ..τρώγε…»

   Το ζυμωτό ψωμί είχε..παπαρώσει , μέσα στο ολόπαχο πρόβειο , φρέσκο-φρέσκο , γάλα , και με τη λιγοστή αρμυράδα του ήταν …άϊντε..ντε , θεσπέσιο , κάτι πρωτόγνωρο για μένα , όχι μόνο για τη νοστιμιά του , ήταν βέβαια κι’ αυτή , αλλά τι να σας πω , η όλη διαδικασία , η στοργή του αξέχαστου μπάρμπα Χαράλαμπου , η ολοφάνερη και αληθινή του αγάπη , η χαρά του που μου πρόσφερε αυτό που είχε  και μπορούσε , αλλά και το γύρω περιβάλλον , η όλη ατμόσφαιρα , κάτω απ’ τα πλατάνια , καταμεσής της ρεματιάς , ν’ακούγονται τα κελαηδήματα των πουλιών , τα βελάσματα των προβατιών , αμ’ και κείνοι οι ήχοι των κουδουνιών , θεία..μελωδία , πραγματικά , ποιμενική ραψωδία , που μετά από 55 και πλέον , χρόνια , γιατί όλα αυτά συνέβησαν στις αρχές της δεκαετίας του ΄50 , παραμένει έντονα χαραγμένη στο παιδικό , τότε , μυαλό μου , σαν μια πολύ-πολύ γλυκιά ανάμνηση , αναλλοίωτη , έντονη , ολοκάθαρη…που μακάρι να μπορούσα να ξαναζήσω ..μα ο αγαπημένος μου μπάρμπα Χαράλαμπος , έχει από χρόνια φύγει , κι’ ύστερα δεν υπάρχει πια και …Μπελεσίτσα και.. πλατανιάς , είναι βλέπεις στον πάτο της..λίμνης , και χρειάζεται…κατάδυση…

   Τελειώνοντας την αφήγηση , αυτής της πανέμορφης και πολύ-πολύ νοσταλγικής , για μένα , ανάμνησης , θα ‘θελα να σας περιγράψω λίγο τον αξέχαστο μπάρμπα Χαράλαμπο , όπως τον είχα καταγράψει στον ..προσωπικό ..σκληρό δίσκο μου , και με δεδομένη βέβαια την μεγάλη συμπάθεια που έτρεφα για τον μπάρμπα Χαράλαμπο .

   Μετρίου αναστήματος , με..ροπή προς το..κοντό , με μαύρα πυκνά μαλλιά , πάντα περιποιημένα και καλοχτενισμένα , χωρίστρα , και πάντα χαμηλά , στο πλάι , έντονα χαρακτηριστικά , πυκνά φρύδια , και φυσικά μουστάκι , άψογα..περιποιημένο ..και γαλανά , αν δεν κάνω λάθος , μάτια , μεγαλοφαμελίτης , πολλά παιδιά και..κορίτσια , κι’ όλα τα ταχτοποίησε κατά τον καλύτερο τρόπο , τα ..παιδιά , όλα , τα σπούδασε , και τα κορίτσια τα καλοπάντρεψε , καλοσυνάτος , αθόρυβος , σεμνός , νοικοκύρης και φυσικά άριστος οικογενειάρχης , ένας ..υποδειγματικός ..Λιδορικιώτης από κάθε άποψη , κατά την ταπεινή γνώμη μου..α..και κάτι που παραλίγο να ξεχάσω , και έχει βέβαια τη..σημασία του , όσο κι’ αν ..έψαξα στο μυαλό μου , με τη μέθοδο , της ..ανάκλησης της μνήμης , δεν μπόρεσα να θυμηθώ ,  έστω και μια φορά , που να τον είδα..απεριποίητο …

  Πιστεύω πως ο μπάρμπα Χαράλαμπος μας λείπει , λείπει απ’ το χωριό μας , όχι γιατί ήταν άνθρωπος της αγοράς κλπ , όχι αλλά για τα πολλά άλλα του χαρίσματα..

   Προσωπικά πάντως , τον θυμάμαι τον αξέχαστο μπάρμπα Χαράλαμπο με πολλή ..αγάπη , όπως άλλωστε και όλοι , πιστεύω ,   οι Λιδορικιώτες , να ‘σαι αναπαυμένος μπάρμπα , πάντα σε θυμόμαστε  με  αγάπη …..Κ.Κ.-

ΣΗΕΜΕΙΩΣΗ :Έτσι  για..ενημέρωσή  σας , θα ‘θελα  να  πω , πως  μετά από  χρόνια έμαθα  , επί  τέλους ! πως  το  περίφημο  κουτάλι , που  μου ‘ φερε ο μπάρμπα  Χαράλαμπος για  να  φάω , ήταν  φκιαγμένο  από “ πελεκημένο “ ..κέρατο , το  δε πιάτο , ήταν ξύλινο και  το  λέγαν ..” κλειδοπίνακο “ και  μέσα  σ’ αυτό έβαζαν  οι  τσοπάνηδες , ελιές , φαγητό , τυρί και  το έπαιρναν  μαζί  τους στο  χωράφι  ή  στα γιδοπρόβατα …

Καλό  σας  βράδυ …Κ.Κ.

3.10.14

ΕΝ ΛΙΔΟΡΙΚΙΩ…ΟΙΝΟΜΑΓΕΙΡΕΙΟΝ ΤΑ ΠΕΝΤΕ “ Φ “

 

ΟΣΑ  ΘΥΜΑΜΑΙ

Πέτρος  Κοράκης , Αθ. Λατσούδης μπροστά  το  Μποβιατσαίκο στο  Αλωνάκι

Ο μπάρμπα Πέτρος Κοράκης , πρώτος  αριστερά , δίπλα  ο  γιος  του Γώργος , ο..Βώττας , απ’ τον  Κονιάκο και ο  μπάρμπα  Θανάσης  Λατσούδης  ( τα  στοιχεία  του..κατσικιού , δυστυχώς  , δεν  τα  έχουμε ) , φυσικά  μόνο ο  Γιώργος βρίσκεται  στη  ζωή  και είναι  και  μια  χαρά , και  έτσι  να  είναι  πάντα…

                          *                    *

  Στο  Λιδορίκι , λίγο  μετά το  Αλωνάκι , πηγαίνοντας  προς  τις  Λάκκες , στο  δεξιό  μέρος  του  δρόμου , απέναντι  ακριβώς  απ’ την  τότε  Αστυνομία , που  στεγαζόταν   στο  Καψαλαίϊκο σπίτι , ήταν μια  απ’ τις  ωραίες , παραδοσιακές , που θα’λεγαν κάποιοι φίλοι μας ,  Λιδορικιώτικες  ταβέρνες της δεκαετίας  του  ‘50 , που λένε  πως  έφταναν  τον  αριθμό  13 , γρουσούζικος  μεν , πραγματικός  δε..το  όνομά της : “ Οινοκρεοπωλείον τα  πέντε  Φ “ …

   Τα Πέντε Φ , λοιπόν , στεγάζονταν  στο  ισόγειο του  Ανεσταίϊκου  σπιτιού , και  ήταν ιδιοκτησίας  δυο  ξαδερφιών , του  Πέτρου  και  του Μήτσου  Κοράκη . Θα  αναρωτιέστε  βέβαια  τι ακριβώς  σήμαινε  αυτό  το  πέντε  Φ , να  σας  το  πω  για  να  μη σπάτε  το  μυαλό  σας …Σήμαινε : Φίλε , Φέρε , Φίλους , Φάε …Φύγε , τόοοοσο απλό …

   Yπήρχε  ακόμα και  ένα  ταμπλό , ένα  πινακάκι στον τοίχο  , που  έγραφε την  παρακάτω προτροπή – προειδοποίηση  της …Διεύθυνσης  του  καταστήματος , προφανώς ..

“ Όταν έχεις  φίλε , πίνε

  κι’ αν δεν  έχεις , πάλι  πίνε ,

  μα  αν έχεις  και  δεν  ..δίνεις

  να μην  έρχεσαι  να..πίνεις …”

  Το “ ρητό “ αυτό  ήταν κρεμασμένο φάτσα – κάρτα  όπως έμπαινες  στο  μαγαζί , επάνω στο μεσότοιχο  που χώριζε  το  μαγαζί  απ’ την  κουζίνα .

   Η ταβέρνα  συστεγαζόταν  και με  το..κρεοπωλείο , της  ίδια  επιχείρησης και  δεν  είχε  υπαλλήλους , εξυπηρετούνταν απ’ τα  δυο  ξαδέρφια , τον Πέτρο , που  είναι  στην  παραπάνω   φωτογραφία , ο πρώτος  από  αριστερά  , και τον  Μήτσο …στην  κάτω  φωτογραφία ..

IMG_0019

..και  βέβαια ο  καθένας  τους είχε  συγκεκριμένα καθήκοντα . Ο Μήτσος π.χ , ήταν επί  του..εσωτερικού , μαγείρεμα  , σερβίρισμα ,  τραγούδι κλπ  ,σαν  να  λέμε  υφυπουργός  εσωτερικών ,αλλά  και..πολιτισμού , το  γιατί θα το  πούμε  παρακάτω .

   Ο  Πέτρος , έσφαζε  τα  ζώα , τα  λιάνιζε και  πουλούσε  το  κρέας , βοηθούσε βέβαια κι’ αυτός  στο σερβίρισμα  και  τις  άλλες  εσωτερικές  δουλειές ,  αλλά  είχε την  αποκλειστικότητα , στους  μεζέδες , κοκορέτσια , σπληνάντερα , κοντοσούβλια κλπ , και  μιλάμε για  ..εφέτη  στους  μεζέδες  , είχε  να  το  πει όλος το  χωριό  και όχι  μόνο , γιατί την  εποχή  εκείνη ,που  δεν υπήρχε  ο  παραλιακός  δρόμος ,όλα  τα  πούλμαν  με  τους  τουρίστες  που  πήγαιναν από Δελφούς στην  Ολυμπία και  αντιστρόφως , περνούσαν  αναγκαστικά απ’ το  Λιδορίκι .

   Πλησιάζοντας στην  ταβέρνα , “ λιποθυμούσαν “ οι  άνθρωποι απ’ τις  θεσπέσιες ..μυρωδιές του  κοκορετσιού  και  του  σπληνάντερου , άκουγαν και  τον μπάρμπα Πέτρο να  διαλαλάει  την  πραμάτεια του , με τη  χαρακτηριστική  του  φράση : “ Δεν  πούλαει τ΄μανούλα τ’ “ σε  άψογη  Λιδορικιωτορουμελιώτικη διάλεκτο , και  κάνανε μια  στάση , δοκίμαζαν , αν  περνούσαν  για  πρώτη  φορά , και  όποτε  ξαναπερνούσαν ήξεραν και  άραζαν  για  μεζεδάκι …

   Αν  μάλιστα  ήταν  τυχεροί , και  έπεφταν  πάνω  σε..” μουσικό  διάλειμμα “ του  Μήτσου , απολάμβαναν και την υπέροχη ..απέραντη , τενορίσια  φωνή  του , κάτι  σαν του..Παβαρότι , αν όχι..καλύτερη ..

  Έξω  λοιπόν απ΄τα  5Φ , και  πάνω  στο  πεζοδρόμιο υπήρχε η κλασσική ταβερνιάρικη  ψησταριά , όπου  γίνονταν  οι..” σπονδές “ και  όσοι..αρταίνονταν   μια  φορά , ..κόλλαγαν , για  να  μιλάμε  και  λίγο..σύγχρονα .

   Όσοι μέναμε  εκεί  γύρω , Καψαλαίοι , Βουλγαραίοι , Πετραίοι , και  Καλαπτσαίοι , μεθάγαμε  καθημερινά απ’ τις  Κορακαίϊκες  ευωδιές , την  τσίκνα  των  μεζέδων..αυτό  γινόταν  τις  καθημερινές ,  τις  απογευματινές  ώρες , αλλά τις  Κυριακάδες , είχε  και..πρωινή  παράσταση , μετά  τη  λειτουργία  φυσικά ..και  στις  πρωινές  ..παραστάσεις , έβλεπες  ουρά την  πιτσιρικαρία , με  το  πενηνταράκι  στο  χέρι , να  περιμένουν  στη  σειρά λες  και  θα’ παιρναν..αντίδωρο , με  τόση ευλάβεια ..περιμέναμε … αλλά  και  τι  μεζέ  όμως  τρώγαμε…, τι  κρουασάν , τι..πίτσες και  παραμύθια , μιλάμε  για..Θεϊκά εδέσματα …

Για  όσους  φίλους  κατάγονται από..Βρυξέλλες , Λονδίνο , Παρίσι και άλλες επαρχιακές  πόλεις και  δεν  γνωρίζουν πως  ακριβώς  γίνονται ( όχι  πως  ..τρώγονται  )το  κοκορέτσι  , το σπληνάντερο και  οι..γαρδούμπες  , σας  έχουμε  την  άνευ  διδασκάλου  μέθοδο.., δείτε…

                           *                  *

   Το  ίδιο  βέβαια νταραβέρι , γινόταν και  λίγο  μετά  το Αλωνάκι ,   λίγο  πριν  απ΄τη  Βαθιά , εκεί δεξιά , πάνω  στο  δρόμο , μπροστά  στο  Σφετσαίϊκο ,  υπήρχε μια   μουριά και  ακριβώς από  κάτω  της ένας  φούρνος παλαιοτάτου..τύπου (..πραγματικά  παραδοσιακός ..όχι…μαϊμού ..) όπου  “ έψαινε “ , έτσι  το  λέγαμε  τότε το..” έψηνε “ , τους  ίδιους  μεζέδες ο  μπάμπα  Κώστας  ο  Κόκκινος , ο  Βελούλας , ο πατέρας του Γιώργου  του  Ντάη ,  όπως  τον  λέγαμε , οπότε  γίνονταν  και εκεί…στάσεις και ουρές..μετά στη  Βαθιά ήταν  ο  Σερεντέλος , παραπέρα  ο  Καπποθανάσης  και  τέλος  ο  Γιώργος  ο  Κουτσούμπας , όλοι  τους “ μαστόρια “ στους  μεζέδες ..και  για να  χρησιμοποιήσουμε  και  ένα  τίτλο  κινηματογραφικού έργου : “ ΚΑΙ  ΟΙ  ΔΕΚΑΤΡΕΙΣ ( ΤΑΒΕΡΝΙΑΡΗΔΕΣ ) ΗΤΑΝ  ΥΠΕΡΟΧΟΙ “…

   Μιλήσαμε  όμως  για  πολλά  και  ξεχάσαμε  τα..” πέντε Φ “ , πως  ήταν  μέσα , ποιοί  πήγαιναν και έπιναν  τρώγοντας  και  το  μεζεδάκι τους ..

   H ταβέρνα λοιπόν ήταν ένα μέτριο  σε μέγεθος  δωμάτιο  που  είχε και πίσω  ένα στενό  άλλο  χώρο που  ήταν η  κουζίνα . Όπως  μπαίναμε  λοιπόν  απ’ το  δρόμο , γιατί ήταν  πάνω  στο  δρόμο , έβλεπες  αριστερά στο  βάθος , το  παλιό ξύλινο   ψυγείο με  τα  κρέατα , και  δίπλα  του το  κούτσουρο που  κόβουν  τα  κρέατα , τα  τσιγκέλια , τα  μαχαίρια και  όλα  τα  χρειαζούμενα εργαλεία , στο  δεξιό  μέρος  υπήρχε ένα  κενό στον  μεσότοιχο μια πόρτα δηλαδή αλλά  χωρίς..” πόρτα “ ένα  κενό δηλαδή  , για  να  επικοινωνούν  με  την  κουζίνα . που  όπως  είπαμε  ήταν πίσω .

   Στον  υπόλοιπο  χώρο , υπήρχαν  μερικά  παλιά  τραπεζάκια με τις  κλασσικές ψάθινες καρέκλες  με πυκνόπλεχτο “ ραγάζι “..

   Το  μαγαζί , εκτός  απ’ τα  σουβλομεζεδάκια , κοκορέτσι , σπληνάντερο και  κοντοσούβλι , διέθετε  και  μαγειρεμένα , κοκκινιστά , πατσά , γίδα  βραστή κλπ , και  άλλα πικάντικα  μεζεδάκια , για  να  πίνουν  οι..” ταχτικοί “ το κρασί  τους .

   Από  πελατεία , υπήρχε  η  τακτική αλλά  όλοι οι  Λιδορικιώτες άνθρωποι  της  ταβέρνας , έδιναν το  παρών , σε  όλες  τις  ταβέρνες  εκ περιτροπής .  Τακτικός  με  δικό  του..στασίδι   ήταν  ο  μπάρμπα  Μήτσος  Τσιάντας ,  ο ένας  απ’ τους  δυο  “ τσοπάνηδες μαναράδες” , που  μάζευαν κάθε  πρωί τις  οικόσιτες  γίδες , και  τις  απασχολούσαν  μέχρι  αργά  το  απόγευμα , έτσι  ώστε  οι νοικοκυρές  να  είναι ελεύθερες  να  κάνουν  τις  δουλειές  τους .

   Μόλις  σχόλαγε  τη  δουλειά  του  ο  μπάρμπα  Μήτσος , πήγαινε  κατευθείαν  σπίτι  του , πίσω  απ’ την  εκκλησία  την Παναγία , ξεφόρτωνε  τα πουρνάρια  απ’ το γάϊδαρό  του τα  πουρνάρια  που  είχε  κόψει , και  έφευγε..” σφαίρα “ για  τα  5 Φ , όχι  ότι  βιαζόταν  μη  χάσει το..στασίδι του , όχι  βέβαια , οι  θέσεις  αυτές ήταν “ αριθμημένες “ , κάτι σαν  τα  …διαρκείας  στα  γήπεδα , αλλά έτρεχε  γιατί  βιαζόταν να πιάσει…δουλειά …

   Θα πρέπει  εδώ  όμως  να  πούμε , πως τα  5 Φ , αλλά  και  οι  άλλες  ταβέρνες , δούλευαν  και  τα  πρωινά , τα  μεσημέρια  δηλαδή , γιατί  καθημερινά  το  Λιδορίκι εκείνη  την εποχή , πνιγόταν  στον  κόσμο , αφού  έρχονταν  απ’όλα  τα  γύρω  χωριά , της  Δωρίδας  και ήταν  και πάρα  πολλά , 54  αν  δεν  κάνω  λάθος .

   Όλος  αυτός  ο  κόσμος , που ανάλογα  με  την απόσταση  του  χωριού τους , είχαν  ξεκινήσει  νύχτα  για  να  προλάβουν  να  κάνουν  τις  δουλειές  τους , κάποια στιγμή θα  ήθελαν  να  κολατσίσουν , να  πιουν  και  ένα  ποτηράκι , παρέες  παρέες  όπως  έρχονταν , αλλά και  με  άλλους  φίλους  που  αντάμωναν , και  αυτό  γινόταν  σε  όλες  τις  Λιδορικιώτικες  ταβέρνες , αλλά και  στα  εστιατόρια του  Παπαώάννου – Ναϋλον και  Γαρδίκη …

   Όπως  έχουμε  ξαναπεί ,  το  κάθε μαγαζί , παντοπωλείο , στο  Λιδορίκι είχε  και  την  δική  του  πελατεία , μάλιστα για  να κυριολεκτούμε , είχε  τα..” χωριά ¨” του , το  γιατί  βέβαια  δεν  το γνωρίζω , το ίδιο  λοιπόν  σύστημα ,   ακριβώς , ίσχυε  και  για τις  ταβέρνες , κάθε  ταβέρνα είχε μεν  τους  δικούς  της  ταχτικούς μουστερήδες , αλλά έρχονταν και..περαστικοί , από  άλλες  ταβέρνες , ειδικά όταν μάθαιναν πως  άνοιξε κανένα  καινούργιο  βαρέλι ..

   Με  την  ευκαιρία θα  πρέπει  επίσης  να  πούμε πως  όλες  οι  Λιδορικιώτικες ταβέρνες “ έβαζαν “ δικά  τους  κρασιά , με  μούστο  όμως  που  αγόραζαν από  Δεσφινιώτες ή  Διστομίτες κρασάδες , κυρίως  όμως  απ’ τους  “ Σφουντούρηδες “απ’ τη  Δεσφίνα , που  εξακολουθούν  να  τροφοδοτούν  με  μούστο  και  κρασί τους  χωριανούς  μας .  Βέβαια  την  εποχή  εκείνη , είχαμε  αμπέλια  και  οι  Λιδορικιώτες , αλλά όχι  για  τόση  μεγάλη  παραγωγή , απ’ τη  λίμνη  όμως  και  μετά , τα  αμπέλια  μας  είναι  στον..” και  τπάτο “ της  λίμνης .

    Οι Κορακαίοι κατάγονταν  απ’ τον  Κόκκινο , το  Λούτσοβο όπως  παλιά  το λέγανε το  χωριό , οπότε  όλοι  απ’ το Λούτσοβο και τα  γύρω χωριά , ήταν  πελάτες  τους , όπως  και το  Σερεντέλο , που ήταν  απ’ τη  Μάκρυση , Μακρινή ..

  Πρώτος  όμως  και  καλύτερος  πελάτης  ήταν  ο  μπάρμπα  Μήτσος ο  Τσιάντας , που  μάζευε  κάθε  πρωί  τις  γίδες του  χωριού  και  τις  απασχολούσε , μέχρι  αργά  το  απόγευμα , ήταν  ψηλός , με  σγουρά κατάμαυρα  μαλλιά , που  μερικές  μπούκλες  τις  έριχνε μπροστά  στο  μέτωπο , και όταν  φορούσε  την  τραγιάσκα του κρέμονταν  απέξω..

   Είχε δυο  κομμάτια καταγάλανου  ουρανού  για..μάτια , και  το  υπόλοιπο  μέρος  των  ματιών  του ήταν κατακόκκινο , λες  και  είχε  κλάψει  ώρες ..είχε ασταθές  βάδισμα , και  όταν  περπατούσε έγερνε  λίγο προς  τα  εμπρός και  φυσικά φόραγε  τα  κλασσικά για  την εποχή  “ ντρίλινα “ ρούχα και “ λαστιχοπέδιλα “ , φτιαγμένα  από  “ βακέτα “ , ένα  σκληρό  και  χοντρό  δέρμα και για  σόλα  είχαν  κομμάτι  από λάστιχο  αυτοκινήτων , ρόδα  δηλαδή , αθάνατο  , αλλά και..ασήκωτο πράμα…δείτε..

DSCN4318

   Απαραίτητο  δε “ αξεσουάρ “ του  ήταν το  “ καλάμι “ του , μην  πάει  βέβαια το  μυαλό  σας  αλλού  , όχι ,  δεν  είχε  καβαλήσει  το  καλάμι  ο  μπάρμπα Μήτσος , Θεός  φυλάξει , απλά το  καλάμι  ήταν  το.. “ όργανό  του “, η  φλογέρα του . Το  είχε  πάντα μαζί  του κι΄όπου  βρισκόταν  και  στεκόταν , έκανε  και  ένα μουσικό…διαλειμματάκι , τι  έπαιζε ; δεν  μπόρεσα  ποτέ  να  καταλάβω , αν  και  τον  είχα  ακούσει  πολλές  φορές και  στα 5 Φ , αλλά  και  στην ταβέρνα  του  μπάρμπα  Γιώργου  του  Κουτσούμπα , πάντως  όλοι  λέγανε  πως  έπαιζε  : “ Τον..Άϊ Λια της  Μπέαινας “ και  για  να  καταλαβαινόμαστε καλύτερα “ Τον  ‘Αϊ Λια  τ’ς Μπέϊνας “ , στην  γνήσια  Λιδορικιωτο..ρουμελιώτικη  διάλεκτο , όπως  το  λέγαμε  εμείς  δηλαδή , εκείνες  τις  εποχές , και  το  οποίο σήμαινε πως  ούτε  κι’ αυτός ήξερε  τι  έπαιζε ,  αυτό  το  λέγαμε  όταν  θέλαμε  να  πούμε  πως  ένας δεν  ξέρει  τι  παίζει , τι  τραγουδάει  ή  τι κάνει , τον  εκτός..” θέματος “ γενικά ..

    Ο αείμνηστος  μπάρμπα  Μήτσος  , εκτός  απ΄τη  φλογέρα  του δεν  αποχωριζόταν και τον γάιδαρό  του , μάλιστα  ήταν  αχώριστοι , που  λένε , κάθε  πρωί  που  μάζευε  τις  γίδες  , από κοντά ερχόταν  κι’ ο  γάιδαρος και  τις  ώρες που  έβοσκαν  οι γίδες  , ο  μπάρμπα  Μήτσος  έκοβε  πουρνάρια ή  και  κάνα  ξύλο , αν  εύρισκε , τα  πόστιαζε  κάπου και  το  απόγευμα τα  φόρτωνε  στο  γάιδαρο και  τα  πήγαινε  στο  χωριό .

   Όπως  είπαμε , ο  Τσιαντομήτρος , σχεδόν  πάντα ήταν σκυθρωπός , μελαγχολικός και  γενικά  στεναχωρημένος , τουλάχιστον  έτσι  έδειχνε , κάποια  περίοδο  όμως΄είχε  τα  κακά  του  χάλια  για καιρό , το  γιατί  θα  το  καταλάβετε διαβάζοντας  το παρακάτω  κείμενο που  αναδημοσιεύουμε λόγω της ..περίστασης …

O MΠΑΡΜΠΑ ΜΗΤΣΟΣ , Ο ..ΓΑΪΔΑΡΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΙΑΤΡΙΚΟ…ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ !!

  ΛΙΔΟΡΙΚΙΩΤΙΚΕΣ  ΙΣΤΟΡΙΕΣ..

IMG

Παλιά  αξέχαστη  Λιδορικιώτικη  ζωή ..Μια όμορφη Λιδορικιώτικη γυναικοπαρέα  έχει “ στρώσει “ τραπέζι “ στο  πανηγύρι του  Άϊ Νικόλα στα  Καλτεζιά , από  αριστερά , …Καράντζαλου , Μαρία  Πέτρου ,Ελένη Τμβάκη , Ελένη  Λατσούδη , Μαρία Ταμβάκη , Γιαννούλα Γ. Πέτρου με  την  κόρη  της  Μαρία και  η  Αλεξάνδρα Ταμβάκη .

                            *                                *

   Την παλιά ..ονειρεμένη και νοσταλγική Λιδορικιώτικη εποχή , με τα..δέκα ραφτάδικα και τις “ δέκα  τρεις “..ταβέρνες , εκεί στα μέσα της δεκαετίας του ‘60 , που θα πρέπει να ήταν  απ’ τις καλύτερες μεταπολεμικές , τουλάχιστον , περιόδους του χωριού μας , το Λιδορίκι αγαπημένοι μας φίλοι , είχε δυο “ τσοπάνηδες “ η..” μαναράδες “ , όπως τους λέγαμε , και φυσικά δεν εννοούμε τους …επαγγελματίες τσοπάνηδες , που είχαν κοπάδια από ζωντανά , πρόβατα και γίδια , όοοχι , αυτοί οι τσοπάνηδες φύλαγαν , η μάλλον..απασχολούσαν , όλη τη μέρα τις οικόσιτες γίδες , κατσίκες..πρωτευουσιάνικα , έτσι ώστε ν΄απελευθερώνονται οι νοικοκυράδες , για να μπορούν να πηγαίνιυν στα χωράφια , στα..πρόβατα και να κάνουν και τις σπιτικές δουλειές , οι τσοπάνηδες λοιπόν ήταν κάτι σαν τις..baby ..sitters , έκαναν δηλαδή goat..sitting , όπως λέμε..μπέϊμπι..σίτινγκ …προχωρημένα πράγματα δηλαδής…

   Μεταπολεμικά λοιπόν , τσοπάνηδες στο χωριό μας ήταν , ο Αποστόλης Κωστοπαναγιώτου και ο Μήτσος Τσιάντας , Λιδορικιώτες κι’ οι δυό , που έκαναν την ίδια ακριβώς δουλειά , αλλά ήταν τελείως..διαφορετικοί άνθρωποι , ο μπάρμπα Αποστόλης λιγόσωμος , λιγομίλητος , καλοσυνάτος αλλά ..άγνωστος στην..αγορά , δουλειά –σπίτι , σπίτι..δουλειά , πολύτεκνος , είχε πέντε παιδιά , η μάλλον είχε τρία παιδιά και δυο..κορίτσια , ακριβώς..αντίθετος , ήταν ο μπάρμπα Μήτσος , ψηλός , με μαύρα σγουρά μαλλιά , πολύτεκνος κι’ αυτός , είχε ένα γιό και τρεις , αν δεν κάνω λάθος θυγατέρες , αυτό και το..επάγγελμα , ήταν τα κοινά ..στοιχεία τους , γιατί ο μπάρμπα Μήτσος , ήταν άνθρωπος της..αγοράς , και κυρίως της ταβερνούλας , και δόξα τω..Θεώ , το χωριό μας είχε τότε..μπόλικες …

   Οι αξέχαστοι λοιπόν φίλοι μας , κάθε πρωί , περνούσαν απ’ τα σπίτια , και ..βαρώντας τις..καραμούζες τους , μάζευαν τις γίδες και τις πήγαιναν για βόσκημα , σε κοντινές περιοχές , έξω απ’ το χωριό , όπου δηλαδή επιτρεπόταν , προσέχοντάς τες , μη μπουν σε χωράφια σπαρμένα και κάνουν ζημιές , απασχολούσαν , δηλαδή, …παραγωγικά τα ζωντανά , όλη μέρα , κι’ αργά τ’ απόγευμα , τις έφερναν πίσω , ακολουθώντας την ακριβώς…αντίστροφη..πορεία..

  Από κει και..πέρα , χωρίζονταν οι δρόμοι των φίλων μας , ο μπάρμπα Αποστόλης , μόλις τελείωνε τη…βάρδια του , μαζευόταν στο σπίτι , ενώ αντίθετα ο μπάρμπα Μήτσος , τότε ..άρχιζε τις..δραστηριότητές του , πως ; Είναι πολύ-πολύ..απλό..

   Αφού παρέδινε τις..γίδες , πήγαινε στο σπίτι το γάιδαρό του , που ήταν η πιστή..καθημερινή του συντροφιά , και κάθε απόγευμα τον φόρτωνε με πουρνάρια η ξύλα , που μάζευε , την ώρα της βοσκής , και αφού ..απελευθερωνόταν , κατέβαινε στην..αγορά..

   Ξεκίναγε , συνήθως , απ’ την ταβέρνα του Πέτρου του Κοράκη , που ήταν στο ισόγειο του Ανεσταίϊκου , απέναντι απ’ την , τότε , αστυνομία και το Κασιδαίικο  , βέβαια όποιος και να πέρναγε εκείνη την ώρα έξω απ’ την Κορακαίϊκη ταβέρνα , δύσκολα θα ..κρατιόταν και δεν θα ‘μπαινε μέσα , γιατί ; Μα γιατί οι..μοσχοβολιές , απ’ τους μαγειρευτούς μεζέδες , που έρχονταν από μέσα , απ’ την κουζίνα , ανακατωμένες με την..ευωδιά των κοκορετσιών και των..σπληνάντερων , που σιγοψήνονταν στην ψησταριά , που ήταν απόξω , στο πεζοδρόμιο , του..σπαγαν τις μύτες , ..φράγμα..αδιαπέραστον…

  Καθημερινά , οι Λιδορικιώτικες ταβέρνες είχαν τις..τακτικές , αλλά και τις..εκτακτες  οινο..συνεδριάσεις , στις οποίες παρευρίσκονταν , τακτικά και..μόνιμα μέλη , αλλά και..έκτακτα η..αντεπιστέλλοντα , από ..άλλες δηλαδή γαβέρνες του χωριού , ο μπάρμπα Μήτσος βέβαια , ήταν τακτικό μέλος στου Κοράκη και του Κουτσούμπα , και ..έκτακτο η..αντεπιστέλλων σ’ όλες τις..άλλες..

   Στου Κοράκη , “ ΟΙΝΟΚΡΕΩΠΩΛΕΙΟΝ “ τα ..πέντε Φ , είχε ..μόνιμα δικό του..στασίδι , όπως έμπαινες μέσα , αριστερά απέναντι , πλάϊ στο άνοιγμα – πόρτα , που έμπαινες στην κουζίνα , δίπλα στο ψυγείο των κρεάτων , εκεί λοιπόν΄..’αραζε , συνήθως μονάχος , έπινε το..κατοσταράκι του , και έπαιζε..παραπονιάρικους σκοπούς , απροσδιόριστους βεβαίως..βεβαίως , με τη..φλογέρα του , το…” καλάμι “ , όπως το ‘λεγε..

   Μια από τα..ίδια , γινόταν και στην ..Κουτσουμπαίικη ταβέρνα , και εκεί , καθόταν πάλι αριστερά , όπως έμπαινες , στο βάθος , μπροστά απ΄το ψυγείο-βιτρίνα που είχε ο μπάρμπα Γιώργος , ο ταβερνιάρης..και όπως είπαμε , και ..εδώ , συνήθως..μόνος ..αλλά το..καλάμι ..καλάμι , δεν απόλειπε ποτέ , ποτέ των..ποτών..και όταν η Κορακαίϊκη  κρασοκατάνυξη τέλειωνε νωρίς , τράβαγε κατά το..Κουτσουμπαίικο  , και…αντιστρόφως , το ‘χε…δίπορτο , για να μην πούμε..πολύ..πορτο , αφού οι ταβέρνες ήταν..δέκα  τρεις….

   Κάποιο βράδυ  λοιπόν , έτυχε στου Κουτσούμπα να ..συνεδριάζει και η δική μας παρέα , οι δυο κτηνίατροι που υπηρετούσαν , τότε , στο Λιδορίκι , ο αξέχαστος Λουκάς Αναγνώστου , γνωστός μας και από άλλες ..Λιδορικιώτικες ιστορίες , και ο Νίκος Τάσσιος , ο Λουκάς ήταν ο..απερχόμενος , υποτίθεται , γιατί προσπαθούσε να πάει προς..Λαμία , και ο Νίκος ο..ερχόμενος , ο νέος , κοινό τους στοιχείο , εκτός της..ιδιότητας , ήταν το ότι ήταν  κι’ οι δυό..Ιταλοτραφείς , είχαν σπουδάσει στην Ιταλία , και την παρέα συμπλήρωνε η..ταπεινότης μου ..

   Εκεί λοιπόν , που καλοπερνάγαμε , γιατί είναι αλήθεια πως ο μπάρμπα Κουτσούμπας έφκιαχνε μεζέδες..μούρλια , άλλο πράμα , ανοίγει η πόρτα και μπαίνει ο μπάρμπα Μήτσος αλλά σε..άθλια κατάσταση , και φυσικά όχι απ’ το..πιοτό , όοοχι , τέτοια προβλήματα δεν τα ‘χε , όχι ήταν σε κακό ..χάλι , τα μάτια του βουρκωμένα και..κατακόκκινα , αν και πάντα ‘ετσι ήταν , και κυριολεκτικά ..σερνόταν , όλοι πιστέψαμε στην αρχή , πως ο μπάρμπα Μήτσος , έτσι όπως τον βλέπαμε..λιώμα , είχε..ξεφύγει ..τελείως , γιατί , κακά τα ψέματα , τον είχαμε πολλές φορές σε..έκρυθμες ..καταστάσεις , αλλά έτσι..ποτέ..

   Και ενώ περιμέναμε όλοι , να..τραβήξει για το..στασίδι του , για το..συνηθισμένο του..στέκι , λαθέψαμε , όοχι , ήρθε κατ’ ευθείαν στο τραπέζι μας , και κυριολεκτικά ..σωριάστηκε σε μια καρέκλα ..

   Τα ..χάσαμε , κι’οταν μάλιστα άρχισε να μας μιλάει..μείναμε , απευθύνθηκε  στους..γιατρούς , με απελπισμένο , παρακλητικό ύφος , δακρυσμένος , χάλια , κάρφωσε τα κοκκινισμένα του μάτια στο Λουκά , ψιθυρίζοντας : …Ο..γάϊδαρός μ’ γιατρέ , ο..γάϊδαρός μ’…

   Τι έπαθε ο γάΪδαρός σου , μπάρμπα Μήτσο ; Τον ρωτήσαμε όλοι μαζί , τι έγινε ; Τι έπαθε ;

   Tουν ..χάνου ορέ παιδιά , τουν..χάνου…

   Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους , οι..γιατροί , και ο Λουκάς , σαν..μεγαλύτερος , ξαναρώτησε : Tι έγινε , μπάρμπα Μήτσο ; Τι έπαθε ο γάϊδαρος ;

   Ki’ o μπάρμπα Μήτσος , μισοκλαίγοντας , άρχισε να λέει , τουν..χάνου , τουν..χάνου , δε μπουρεί να ..καταπιεί , έχ’ στου λιμό..ένα..γουρμπούλ’…κι ..κουντανασαίν΄…

   Στα πολλά..στα ..λίγα , εξήγησε , με τα χίλια ζόρια , στους γιατρούς , πως ό γάϊδαρος , έβγαλε ξαφνικά στο λαιμό του ένα ..γουρμπούλι , ένα..όγκο δηλαδή και δεν μπορεί να..καταπιεί..

   Τον ρώτησαν πόσες μέρες το έχει , και τους απάντησε , πως μέχρι το μεσημέρι , ήταν καλά , και πως τ’ απόγευμα ..φύτρωσε το..γουρμπούλι , βέβαια ο Λουκάς με το Νίκο κοιτάχτηκαν περίεργα , κι’ ο Λουκάς , βιάστηκε να ..γνωματεύσει , όγκος , λέει , όγκος στο λαιμό , αλλά μη στενοχωριέσαι μπάρμπα Μήτσο , πρωί-πρωί , φέρτον στο κτηνιατρείο να τον..χειρουργήσουμε ..

   Ο Νίκος , τότε , είπε πως δεν είναι δυνατό μέσα σε λίγες ώρες να..φύτρωσε όγκος στο λαιμό , και πως κάτι άλλο συμβαίνει , ο Λουκάς επέμενε , για ..χειρουργείο , και σαν ..παλιότερος , αλλά και..προϊστάμενος , επικράτησε η ..άποψή του , καθησύχασαν όσο μπορούσαν τον μπάρμπα Μήτσο , που ήταν..απαρηγόρητος , κι’ ο καημένος , έφυγε σέρνοντας τα πόδια του , ενώ ΄για την άλλη μέρα , πρωί-πρωί , είχε ορισθεί το…χειρουργείο..

   Φεύγοντας ο μπάρμπα Μήτσος , άρχισε η..ιατρική σύσκεψη , παρόντος και εμού , έλεγε ο Λουκάς , έλεγε ο..Νίκος , χωρίς φυσικά κανένας τους να έχει δει τον…ασθενή , τελικά αποφασίσθηκε να γίνει η επέμβαση το πρωί…

   Σε όσα μέχρι στιγμής σας περιέγραψα , ήμουν ..αυτόπτης ..μάρτυρας , και πολύ θα ‘θελα να παρευρεθώ και στο..χειρουργείο , αλλά βλέπεις , είχα και δουλειά την άλλη μέρα , βέβαια με έτρωγε η..ανυπομονησία , για το τι θα γινόταν την άλλη μέρα , γι’ αυτό φεύγοντας απ’ την ταβέρνα για τα σπίτια μας , παρακάλεσα και τους δυο ..χειρουργούς , να με ενημερώσουν αμέσως , την άλλη μέρα , για το τι έγινε…

   Πράγματι , κάποια στιγμή , εμφανίσθηκε ο Νίκος στην Τράπεζα , και μου εξήγησε το τι ακριβώς έγινε , καταστεναχωρημένος φυσικά , αφού , όπως μου εξήγησε , ο καημένος ο γαϊδαράκος δεν..άντεξε , και..ψόφησε..αυτό όμως που συγκλόνισε , και τους γιατρούς , αλλά και μένα , όταν μου το είπε ο Νίκος , είναι το πως αντέδρασε ο μπάρμπα Μήτσος , όταν είδε το γάϊδαρό του να…ψυχομαχάει , να…φεύγει..

   Κωμικο..τραγική η εικόνα , όπως μου την περιέγραψε , ο γάϊδαρος , μετά την επέμβαση , δεν άντεξε , όπως ήταν και..γεράκος , και άρχισε να ..ψυχομαχάει , κι’ ο μπάρμπα Μήτσος ..εκεί , από πάνω κλαίγοντας να ..λέει , και τι δεν του έλεγε , λες και ήταν ..άνθρωπος , κι’ αφού πια..ξεψύχησε , όπως ήταν παράμερα , ξέσπασε στο κλάμα και με παράπονο , λες και προσπαθούσε να δικαιολογηθεί , έλεγε στον πεθαμένο..γάΙδαρό του : …Tι να σου κάνω ; Ότι μπορούσα να κάνω το ‘κανα , τι παραπάνω να ‘κανα , δυο..γιατρούς σου ‘χα…και το κλάμα..ποτάμι..

   Εκείνο όμως που σόκαρε τους ..γιατρούς , και κυρίως το Νίκο , που είχε..αντιρρήσεις , για την επέμβαση , ήταν όταν αποκαλύφθηκε , πως ο ..κακο..ήθης όγκος , δεν ήταν παρά ένα μικρό σφουγγαρένιο μπαλάκι , από αυτά τα..σπογγώδη , που χοροπηδούσαν όταν τα πετάγαμε κάτω , και που , προφανώς , ο καημένος ο γαϊδαράκος , το ..έφαγε , όταν χαζοβοσκούσε στα σκουπίδια , και του στάθηκε στο λαιμό…

   Έτσι ..έφυγε ο φιλαράκος του μπάρμπα Μήτσου , ο πιστός του καθημερινός..σύντροφος , κι’ ο καημένος ο μπάρμπα Μήτσος ..κουρέλι , απαρηγόρητος , πέρναγε κάθε πρωί ..σέρνοντας τα ..πόδια του , να πάει για το..μεροκάματο….μόνος  πια …

Σ  υ  ν  ε  χ  ί  ζ  ε  τ  α  ι ……