Showing posts with label ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ. Show all posts
Showing posts with label ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ. Show all posts

23.11.16

ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ '30 . ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ


image
Γράφει η Χριστιάννα Λούπα
Αγαπητοί μου φίλοι, χρόνια πολλά! Σήμερα σας προσκαλώ σ’ ένα μικρό ταξίδι μέσα στο χρόνο. Δεν θα πάμε μακριά, λίγο παλιότερα, στη δεκαετία του ’30, σε μια, τόσο γνώριμη σε όλους μας, πόλη, που όμως, φαίνεται να μην έχει πολλά κοινά πλέον με τη μεταλλαγμένη τερατούπολη που αντικρίζουμε καθημερινά. Επιτρέψτε μου να μοιραστώ μαζί σας ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο μου «Στους Δρόμους του Πεπρωμένου» (εκδόσεις Ιωλκός, 2007), που νομίζω αποτυπώνει νοσταλγικά το χριστουγεννιάτικο κλίμα της Αθήνας του Μεσοπολέμου, με τα μάτια ενός παιδιού. Γιατί τα παιδιά, σε όποια εποχή, σε όποιον τόπο, είναι πάντα παιδιά…


"Ατέλειωτες μας φαίνονταν οι μέρες μέχρι τις διακοπές. Πού να το φανταζόμασταν τότε πως κάποια χρόνια αργότερα – τώρα που το λάδι στο καντηλάκι μας μοιάζει να στερεύει – θα παρακαλούσαμε να κυλούν αργά, όσο πιο αργά γίνεται, τα λεπτά, οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια, όσο σκληρά και πικρά κι αν είναι. Και τότε, ανόητα, επιπόλαια νιάτα, ξέχειλα από ζωή που φάνταζε αιώνια, γιατί, γιατί δεν τα εκτιμούσαμε τα ρόδινα εκείνα χρόνια; Πώς το τολμούσαμε να ζητάμε από το χρόνο να βιαστεί; Μήπως, έτσι κι αλλιώς, δεν τρέχει σαν νεράκι; Μήπως δε χάνεται σαν πρωινή δροσούλα; Δε σκορπά σαν τον καπνό μ’ ένα φύσημα του αέρα;
Στολίζαμε πάντα το δεντράκι μας τα Χριστούγεννα. Βάζαμε βαμβάκι στα κλαδιά να μοιάζει με χιόνι και τραγουδούσαμε χριστουγεννιάτικες γλυκές μελωδίες. Ο πατέρας μάς συνόδευε με το βιολί, που ήξερε τόσο όμορφα να παίζει. Αλλά και η αδερφή μου κι εγώ είχαμε μάθει αρκετά καλά, εκείνη μάλιστα έκανε και μαθήματα πιάνου, που υπεραγαπούσε. Άλλοτε πάλι παίζαμε βιολί ντουέτο με τα πολύτιμα στραντιβάριους που μας είχαν δωρίσει οι γονείς μας κι όλοι άνοιγαν τα παράθυρα στη γειτονιά, λένε, ν’ ακούσουν τη γλυκιά μελωδία.
Ακόμα τις φυλάω τις μπαλίτσες εκείνες, τις διακοσμημένες στο χέρι, και τα στολίδια που κρεμούσαμε, όσα βέβαια άντεξαν στο χρόνο. Τεκμήρια της ανέμελης, παραμυθένιας νιότης μου, θησαυροί βγαλμένοι από τα απύθμενα βάθη της ζωής μου.
Τις μέρες εκείνες τις γιορτινές, μαζί με τη μαμά και τη νονά, πηγαίναμε στο κέντρο, προκειμένου να μας ψωνίσουν κάποια πράγματα που χρειαζόμασταν. Χαρά εμείς, χωρίς όρια! Η Αθήνα άλλωστε ήταν πανέμορφη, αρχόντισσα ντυμένη στα γιορτινά της κι ο κόσμος καλοντυμένος, ευγενικός, πρόσχαρος. Τα αυτοκίνητα, λίγα. Τραμ περνούσαν συχνά. Τα θυμάμαι από Βουκουρεστίου, από Φιλελλήνων, από Ιπποκράτους για Κολοκυνθού… Σε όλους τους κεντρικούς δρόμους υπήρχαν ράγες που διατηρήθηκαν και πολύ καιρό μετά τον πόλεμο.
Στην Αιόλου, τα καροτσάκια «εις παράταξιν» κι ο κόσμος στριμωχνόταν να χαζέψει ή να ψωνίσει, με αποτέλεσμα να γίνεται το αδιαχώρητο, με όλα, φυσικά, τα συνεπακόλουθά του, όπως τα πειράγματα και τα τσιμπήματα στις ωραίες κυρίες από τους μάγκες της εποχής. Θυμάμαι μια θεία μου που έλεγε: «Τσιμπάτε όσο θέλετε», γιατί μέσα από τα πουφ της φούστας της είχε – όπως συνηθιζόταν τότε – μαξιλαράκια, που, αν δεν κάνω λάθος, τα έλεγαν τουρνίρ!
Λαμπιόνια, λατέρνες, γιρλάντες, παιδάκια που έλεγαν τα κάλαντα, γαργαλιστικές μυρωδιές από τους φούρνους και τα ζαχαροπλαστεία, κόσμος με πακέτα στα χέρια, κομψές κυρίες που κρατούσαν από το χέρι παιδάκια χαμογελαστά με ροδοκόκκινα μάγουλα, σπίτια αρχοντικά – όχι απαραίτητα πλούσια – αριστουργήματα αρχιτεκτονικής, που αργότερα καταβρόχθισε ο «δράκος» της ανάπτυξης. Αυτή ήταν η όμορφη, μικρή μας πόλη! Τώρα πια δεν υπάρχει…
Η Σταδίου ήταν κατάμεστη από κόσμο. Κι εκεί, - σαν να το βλέπω μπροστά μου – στο Μετοχικό Ταμείο, γωνία Αμερικής και Σταδίου, ήταν το περίφημο κατάστημα Σίδνεϋ-Νόελ. Εκεί ακριβώς, δύο κοριτσάκια από το Φάληρο, πιασμένα από το χέρι, ανάμεσα στα πλήθη που περνοδιάβαιναν κι έσπρωχναν μια δεξιά και μια αριστερά, έχασκαν με ορθάνοιχτα στόματα, σαν αποσβολωμένα, κοιτώντας ψηλά: από τα παράθυρα του πρώτου ορόφου ή ημιώροφου, φαινόταν ένας τεράστιος κούκλος με μαύρο κοστούμι, καπέλο και μπαστούνι στο χέρι, που χτυπούσε ρυθμικά το τζάμι. Απίστευτο! Αλλόκοτο! Ανεξήγητο, στα παιδικά μυαλουδάκια μας! Και όχι μόνο στα δικά μας…
Ανέφελος έμοιαζε ο ορίζοντας κι αίθριο προδιαγραφόταν το μέλλον μέσα απ’ τα μάτια της παιδικής μου ψυχής. Ποιος να μου το ‘λεγε τότε, πόσο ευμετάβλητο μπορεί να γίνει το βαρόμετρο της ζωής! Λίγα χρόνια αργότερα, θα είχα την ευκαιρία να το διαπιστώσω…"
Palmografos.com - 

 Πίσω στα παλιά

3.5.16

" ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ ΜΟΥ ΤΑ 'ΡΙΞΕΣ ..."



Εξήντα  χρόνια , συμπληρώονονται  φέτος  φίλοι  μου απ' το θάνατο  τουβ αγαημένου  μου  πατέρα και  δεν  μορώ  να  ξεχάσω το  αγαπημενο  του  τραγούδι που  χόρευε ...
www/lidoriki.com

13.5.14

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ( 1940 ) ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ

 

του Γεωργίου Χρ. Παπαγεωργίου

Αγγλικός στρατός στο Μικρόβαλτο (Μάρτης 1941)

papageorgiou_geor31.5.13_-_2Το Μάρτη 1941 ήρθε αγγλικός στρατός στο χωριό μας, το Μικρόβαλτο, και εγκαταστάθηκε σε διασπορά στις τοποθεσίες Σταυρό-Μπατά-Βαμπακιές-Παλιάμπελα-Ζιδάνι-Μπαζανίκα και Κορφολόγγι στο Καλάμι.

Έφτιαξαν οχυρά, δηλ. αμυντικά έργα με μέτωπο προς τον Αλιάκμονα. Οχύρωσαν, επίσης, τα Στενά της Πόρτας στο Προσήλιο, όπου υπήρχε ελληνικός στρατός  με πολύ ισχυρή δύναμη, ακόμη και με αντιαεροπορικά πυροβόλα.

Οι Άγγλοι είχαν βαρύ οπλισμό, κανόνια, όλμους, πολυβόλα και πολλά μηχανήματα, όπως μπουλντόζες, τανκς και αυτοκίνητα. Είχαν καταυλισμούς με σκηνές κι έκανε, θυμάμαι, πολύ κρύο. Ο στρατός κινούνταν με αυτοκίνητα, στη "Μπαζανίκα" είχαν αποθήκες καυσίμων και λιπαντικών (πετρέλαιο, βενζίνη, λάδια-γράσα κ.τ.λ) σε μεγάλες ποσότητες μέσα σε μπετόνια και τενεκέδες, δεν είχαν  βυτία. Στο Ζιδάνι είχαν αποθήκες με τρόφιμα όπως κονσέρβες, γλυκά, μπισκότα και γενικά «καλοπερνούσαν», αντίθετα με τους δικούς μας φαντάρους, που έμειναν νηστικοί ακόμα κι από ψωμί στο αλβανικό μέτωπο.

Οι Άγγλοι έδιωξαν όλα τα κοπάδια από τις τοποθεσίες που εγκαταστάθηκαν και απαγόρευσαν κάθε κίνηση. Έτσι, οι Τζιουτζαίοι και οι Τσιουτσιολιανάδες, στους οποίους εγώ ήμουν υπάλληλος-τσομπάνος, έφυγαν από το Ζιδάνι με τα γίδια και τα γελάδια τους, όπως και οι άλλοι κτηνοτρόφοι, και τα οδήγησαν στα ¨Ξεράδια¨ σε ξένα μαντριά. Μερικά ζώα χάθηκαν από την ξαφνική αυτή μετακίνηση, υπήρχαν δε και μικρά κατσικάκια.

Θυμάμαι μια μέρα που έβοσκα τα γελάδια στα "Παλιούρια", φοβήθηκα πολύ γιατί έβλεπα τα γερμανικά αεροπλάνα που βομβάρδιζαν τα Στενά της Πόρτας και στη "Μαύρη Ράχη", που είναι κοντά, έσκαγαν τα αντιαεροπορικά βλήματα. Οι Γερμανοί έριχναν και με κανόνια από την άλλη πλευρά του Αλιάκμονα. Ακόμη, έριξαν και πολλούς οπλισμένους αλεξιπτωτιστές με μοτοσικλέτες, οι περισσότεροι από τους οποίους σκοτώθηκαν στον αέρα. Σε τέσσερα σημεία έγιναν ομαδικά μνημεία με ονόματα και σταυρούς, περιφραγμένα κατά μήκος του δρόμου Στενά Πόρτας- Σέρβια, αργότερα δε πήραν τα οστά και καταργήθηκαν τα μνημεία αυτά.

Οι Γερμανοί μπήκαν, όπως ξέρουμε, από τη Βουλγαρία στην Ελλάδα, κατέλαβαν αμέσως τη Θεσσαλονίκη και προέλασαν μέσω Κοζάνης προς τη Λάρισα. Οι δικοί μας και οι Άγγλοι υποχώρησαν γρήγορα από την Παλιουριά προς Καλαμπάκα και στη συνέχεια πολλοί μέσω θαλάσσης από την Πρέβεζα για την Αίγυπτο. Έτσι, έμειναν τα υλικά και τα εφόδια του αγγλικού στρατού στο χωριό μας, όλοι δε οι συγχωριανοί μας έτρεξαν άρον-άρον στο Ζιδάνι, άδειασαν τις αποθήκες τροφίμων και τα πήραν στα σπίτια τους. Πρώτη φορά έβλεπαν κονσέρβες με διάφορα κρέατα, μπισκότα, ζάχαρη, γλυκά, μαρμελάδα, βούτυρο, κουτιά με γάλα καθώς και ρούχα, κουβέρτες, παπούτσια που βρίσκονταν στις αποθήκες. Με τα τρόφιμα αυτά βολεύτηκαν για αρκετό καιρό.

Έμειναν, όμως, υγρά καύσιμα, μπαρούτια, δυναμίτες και σφαίρες και έγιναν δυστυχώς και ατυχήματα. Μερικοί χρησιμοποίησαν βενζίνη σε καντήλια και πάθανε εγκαύματα, άλλοι τραυματίστηκαν  από μπαρούτια, μεγάλα σαν μακαρόνια, που ήταν σε σακούλες για οβίδες. Τραυματίστηκαν κάποιοι από βλήματα οβίδων μετά από χρόνια, αλλά και από σφαίρες. Δυστυχώς το 1949 σκοτώθηκαν τρία αγόρια από έκρηξη οβίδας που έριξαν σε φωτιά ξύλων. Τα βλήματα των οβίδων παρέμεναν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Κάποια φορά ήρθαν Ιταλοί, συγκέντρωσαν και εξουδετέρωσαν με έκρηξη πολλές οβίδες. Ενδέχεται όμως κάποιες να παραμένουν ακόμη και σήμερα θαμμένες μέσα στο χώμα.

Εκείνες τις μέρες φοβηθήκαμε, φύγαμε από τα σπίτια μας και πήγαμε έξω από το χωριό σε καλύβες, όπου ταλαιπωρηθήκαμε γιατί έκανε αρκετό κρύο. Επιστρέψαμε μετά τη φυγή των Άγγλων. Επέστρεψαν και οι κτηνοτρόφοι με τα κοπάδια και τα μεγάλα ζώα στα χειμαδιά τους στο Ζιδάνι. Εγώ βρήκα  στο δάσος ένα πολεμικό όπλο, κουβέρτες και ρούχα, τα πήγα στο μαντρί, αλλά κάποιος τα έκλεψε.

Στο Ζιδάνι είχε πολύ πυκνό δάσος και αρκετούς λύκους. Είδα, θυμάμαι, μια φορά εννέα λύκους, ήμουν μικρός 13 χρονών και φοβήθηκα πολύ. Έχασα τέσσερα (4) γελάδια από τους λύκους, ο Τσιόκανος από το Λιβαδερό που ήταν κι αυτός στο Ζιδάνι έχασε έξη (6) και από το κοπάδι του μοναστηριού πέντε (5) γιδοπρόβατα καθώς και πολλά γουρούνια. Τις νύχτες μετά τα μεσάνυχτα προς τα χαράματα που έβγαζαν τα γίδια για να βοσκήσουν για περίπου δύο ώρες με ξυπνούσαν και φύλαγα το κοπάδι, στο σκάρο όπως λέγονταν, μετά δε ξανακοιμόμουνα. Είχε τότε πολύ χιόνι και αναγκάστηκαν να οδηγήσουν τα ζώα στο χωριό, όπου τα τάιζαν άχυρο από βρίζα. Μια φορά τη μέρα τα πήγαινα στο λάκκο για να πιούν νερό. Ήταν πολύ βαρύς ο χειμώνας 1940-41.

Δυσκολίες από την πείνα της κατοχής (1941)

Την άνοιξη του 1941 υπήρχε μεγάλη πείνα στο χωριό μας. Η οικογένειά μας δεν πείνασε τόσο όσο άλλες οικογένειες, που αναγκάζονταν να μαζεύουν λάχανα από τα χωράφια, τα ανακάτευαν με γάλα και λίγο αλεύρι και έφτιαχναν κάποιο είδος λαχανόψωμου.

Περισσότερο υπέφεραν οι ορεινές περιοχές της Δεσκάτης και της Καλαμπάκας. Καθημερινά έρχονταν κάτοικοι από τις περιοχές αυτές στο χωριό μας και σε άλλα γειτονικά χωριά και πουλούσαν τα ζώα τους για λίγο αλεύρι, ώστε να εξασφαλίσουν το ψωμί τους. Έτσι, έδιναν μεγάλα ζώα, βόδια, αγελάδες και μουλάρια για τριάντα (30) οκάδες αλεύρι, πρόβατα για πέντε (5) οκάδες, έπαιρναν το αλεύρι στην πλάτη και γύριζαν στο σπίτι τους. Πολλοί συγχωριανοί μας βρέθηκαν με ζώα από τη μαύρη αγορά, αν και τα περισσότερα χάθηκαν μέσα σε ένα χρόνο, ήταν φαίνεται μεγάλη αδικία. Πολλοί παρέμειναν υπάλληλοι-τσομπάνηδες μόνο για το ψωμί, χωρίς μισθό, ενώ μικρά παιδιά υιοθετήθηκαν σε οικογένειες που εξασφάλιζαν το ψωμί τους. Από το Λιβαδερό καθημερινά πήγαιναν στο Ρύμνιο, που είχε καλή παραγωγή σε σιτηρά και αντάλλαζαν τα ζώα τους, μικρά και μεγάλα με αλεύρι και άλλα τρόφιμα.

Το κράτος είχε διαλυθεί, γίνονταν πολλές κλοπές σε ζώα στην περιοχή μας. Πολλοί χωριανοί μας έχαναν τα ζώα τους από κλέφτες από  τα Μεταξά, το Λιβαδερό και την Κρανιά. Χάθηκε ολόκληρη αγέλη, όλα σχεδόν τα γουρούνια του χωριού μας, χωρίς ποτέ να βρεθεί τι ακριβώς είχε συμβεί. Κάποιοι Λιβαδεριώτες πήραν από τις αυλές των Καβουριδαίων τα γαϊδούρια τους, αλλά ευτυχώς τους πήραν είδηση, τους κυνήγησαν, έπεσαν και μερικές τουφεκιές και τελικά άφησαν τα ζώα στο "Καλάμι". Ο πατέρας μου αναγκάστηκε να αγοράσει σίδερα και να φτιάξει ειδική κλειδαριά για να ασφαλίζει το μουλάρι μας, ώστε να μην μπορεί να περπατήσει κανονικά σε περίπτωση που κάποιος κλέφτης κατάφερνε να το πάρει από τη θέση που το είχε δεμένο. Είχε όπλο και φύλαγε συχνά το μουλάρι μας. Χάθηκαν πολλά μουλάρια από το χωριό μας, οι κλέφτες τα πουλούσαν εύκολα. Αναγκάστηκαν να τα πάνε μέχρι τα Σέρβια, να τα μαρκάρουν με ειδικό σήμα-αριθμό στο νύχι τους και να πάρουν σχετικό πιστοποιητικό από αρμόδια επιτροπή.

Στο χωριό μας λειτούργησε τότε για πρώτη φορά σταθμός χωροφυλακής. Οι χωροφύλακες ήρθαν στο Μικρόβαλτο από το σταθμό χωροφυλακής του Λιβαδερού. Τα έπιπλα για το σταθμό μεταφέρθηκαν με μουλάρια από το Λιβαδερό, είχα μάλιστα επιστρατευτεί κι εγώ για αυτή τη μεταφορά επίπλων.

Οι ζωοκλοπές σταμάτησαν το 1942, γιατί οι αντάρτες που εν τω μεταξύ είχαν βγεί στα βουνά, εκτελούσαν τους ζωοκλέφτες. Τότε, τον Ιανουάριο 1942, ήρθαν για πρώτη φορά αντάρτες στο χωριό μας, αφόπλισαν τους χωροφύλακες και έκαψαν το σταθμό χωροφυλακής με όλα τα χαρτιά που υπήρχαν στο οίκημα.

Γερμανική κατοχή (1941-44) - Αντίσταση - Δυσκολίες επιβίωσης

Τον Απρίλη 1941, όπως όλοι γνωρίζουμε, οι γερμανοί κατέλαβαν την Ελλάδα. Στην περιοχή μας πρωτοβγήκαν αντάρτες το 1942. Τότε έγιναν διάφορες πολιτικές οργανώσεις όπως: Ε.Α.Μ.(Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο), Ε.Π.Ο.Ν.(Ενιαία Πανελλαδική Οργάνωση Νέων), Ε.Λ.Α.Σ. (Εθνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός), αλλά και αρκετές άλλες, όλες με σκοπό την απελευθέρωση της χώρας από τους κατακτητές.

Στα χωριά ήταν έφεδροι οπλίτες, που φύλαγαν. Εργάζονταν στις δουλειές τους και όταν τους χρειάζονταν οι αντάρτες συμμετείχαν σε επιχειρήσεις. Οι έφεδροι του χωριού μας πολέμησαν όταν έκαψαν οι γερμανοί τα Σέρβια, στο Φαρδύκαμπο στη Σιάτιστα, στο Σαραντάπορο, στη Βογγόπετρα αλλά και σε άλλα μέρη. Έστησαν μόνοι τους ενέδρα στο λάκκο της Κατερίνης στους γερμανούς, που είχαν πάρει όμηρο τον Παπαδόπουλο Γεώργιο (Σκαριμποζιώγα), τους αφόπλισαν, ελευθέρωσαν τον όμηρο και τους άφησαν να συνεχίσουν την πεζοπορία για τα Σέρβια.

Συμμετείχαμε και νέοι σε μικρότερες ηλικίες σε διάφορες αποστολές, όπως π.χ. να μεταφέρουμε αλληλογραφία στα γειτονικά χωριά και εκτελούσαμε υπηρεσία μια μέρα τη βδομάδα.

Τα αρχηγεία των ανταρτών της περιοχής μας ήταν στα Πιέρια, στον Αμάρμπεη, στη Βερδικούσσα Τρικάλων και στο Μαυρέλι Γρεβενών. Στο Φρούριο ήταν αρχηγείο που τύπωνε και εφημερίδα για τον απελευθερωτικό αγώνα. Κάποτε που έριξαν οι άγγλοι λίρες από αεροπλάνο, εκεί τις μοίρασαν δίνοντας μια λίρα σε κάθε οικογένεια. Η τοπική επιτροπή κάθε χωριού παρουσίαζε κατάσταση των οικογενειών και στη συνέχεια δίνονταν μια λίρα σε κάθε οικογένεια. Έτσι, πήρε και η οικογένειά μας μια λίρα, μάλιστα ο πατέρας μου ήταν και μέλος της επιτροπής αγώνα του Μικροβάλτου.

Στο αρχηγείο του Φρουρίου παίρνονταν οι αποφάσεις και για τις εκτελέσεις ατόμων που συνεργάζονταν με τους γερμανούς. Εκτελέστηκαν άτομα από τα Σέρβια και το Βελβενδό, τα δε πτώματα ρίχνονταν στις γαλαρίες για χρωμίτη της περιοχής (γαλαρίες του Μπρόβα).

Ο πατέρας μου ήταν μέλος τοπικών επιτροπών και έμπιστο στέλεχος. Τον καλούσαν και πήγαινε, πάντοτε σε πεζοπορία, στις περιφερειακές συγκεντρώσεις στο αρχηγείο στη Βερδικούσσα, στο Μαυρέλι και στην Ασπροκλησιά Τρικάλων. Στην Παμμακεδονική συγκέντρωση στη Σκουτέρνα Πιερίας τους μίλησε ένας άγγλος συνταγματάρχης. Κάποτε συνόδευσε με το μουλάρι του μέχρι το Ρύμνιο δύο κατασκόπους μεταμφιεσμένους με στολή χωριάτη, που είχαν πέσει με αλεξίπτωτο στον Αμάρμπεη (Λιβαδερό). Μαζί τους είχαν ασύρματο και διάφορα άλλα εφόδια, όταν δε βγήκαν από το χωριό μας ζήτησαν να μην πάνε από το συνηθισμένο μονοπάτι, αλλά από άλλο ανύποπτο δρόμο. Ο ένας ήταν έλληνας κι ο άλλος άγγλος, πήγαν τελικά στην Κοζάνη, όπου εγκαταστάθηκαν ως δήθεν ζωέμποροι στο κτίριο που είναι σήμερα η Εθνική Τράπεζα και επί δύο χρόνια μετέδιδαν πληροφορίες με τον ασύρματο. Τελικά τους ανακάλυψαν, ο ένας σκοτώθηκε στην προσπάθεια διαφυγής πηδώντας από το παράθυρο κι άλλος αυτοκτόνησε παίρνοντας  δηλητήριο.

Οι άγγλοι έριχναν τους κατασκόπους στην περιοχή του Αμάρμπεη, όπου τους περίμεναν οι αντάρτες. Θυμάμαι ένα βράδυ με φεγγάρι, που βοσκούσα τα πρόβατα στα ¨Ξεράδια¨ είδα ένα αεροπλάνο να πετά στα ¨Τζιαρνόκια¨  χαμηλότερα από τον Αηλιά με κατεύθυνση προς τα Χάσια. Μου έκανε εντύπωση που γυάλιζαν τα φτερά του αεροπλάνου στο φώς του φεγγαριού.

Οι κατάσκοποι των άγγλων δεν κατασκόπευαν μόνο τους γερμανούς αλλά και τους ίδιους τους αντάρτες, όπως αποδείχτηκε αργότερα.

Κάποτε οι αντάρτες κατάφεραν κι έκλεψαν ένα τζιπ από το φρουραρχείο των Σερβίων, το οδήγησαν προς το Μικρόβαλτο, αλλά επειδή δεν περνούσε από τη "Σκάλα", που ήταν ανατιναγμένη η πρόσβαση, σπρώχνοντας το οδήγησαν στη "Βασιλ΄τ΄λάκκα" και το κατέβασαν στο "Γεφύρι". Από εκεί ακολουθώντας το χωματόδρομο προς Ελάτη κατευθύνθηκε προς το Μαυρέλι, όπου ήταν το αρχηγείο των ανταρτών.

Ο πατέρας μου συμμετείχε και σε πενταμελή λαϊκή επιτροπή που εκδίκαζε διάφορες υποθέσεις, όπως αγροζημίες, φιλονικίες, αδικίες και κλεψιές. Μερικές φορές συμβιβάζονταν οι αντίδικοι, άλλες δε επιβάλλονταν τιμωρίες. Μάλιστα κάποια φορά τιμώρησαν και εμένα, χωρίς να φταίω, με ποινή αγγαρείας για τρείς μέρες κοντά σε διμοιρία ανταρτών, δηλ. να  μεταφέρω νερό για τις ανάγκες τους. Δεν έφταιγα όμως, γιατί ενώ ήμουν υπάλληλος-τσομπάνος, δεν ήρθε κάποιος από τα αφεντικά να με αντικαταστήσει κι έτσι δεν πήγα στην υπηρεσία αλληλογραφίας των ανταρτών, που ήταν υποχρεωτική (μία φορά την εβδομάδα).

Στα Σέρβια γίνονταν παζάρι, το επέτρεπαν οι γερμανοί, μια φορά την εβδομάδα, κάθε Δευτέρα. Οι κάτοικοι των γύρω χωριών πήγαιναν και ψώνιζαν τα χρειαζούμενα με ανταλλαγή (είδος με είδος), π.χ. ζώα μικρά και μεγάλα με στάρι, βρίζα, καλαμπόκι και διάφορα αντικείμενα (ρούχα, σκεπάσματα κ.τ.λ). Πήγαιναν καμιά φορά και στη Δεσκάτη, όπου γίνονταν αγορά, μάλιστα ο πατέρας μου αγόρασε για μένα ένα ζευγάρι παπούτσια δίνοντας μια λίρα. Τα παπούτσια δεν ήταν καλά γιατί αχρηστεύτηκαν σε ένα μήνα. Τα χρήματα που κυκλοφορούσαν τότε, τα Ράλλικα είχαν μηδαμινή  αξία, δεν χωρούσαν στις τσέπες και μεταφέρονταν σε σακούλες.  Ο πατέρας μου έδωσε ένα τσουβάλι χρήματα και αγόρασε ένα βόδι.

Ο κόσμος συντηρούνταν από τα προϊόντα της περιοχής, δεν υπήρχε λάδι ούτε και πετρέλαιο. Μαγείρευαν με δαδί από πεύκο και χοιρινό λίπος. Οι πιο συνηθισμένες τροφές ήταν πατάτες, φασόλια, φακές, μπιζέλια, τυρί, γάλα και λαχανικά. Το καλοκαίρι στα χωράφια τρώγαμε κάθε μέρα για μεσημεριανό σκορδαλιά, δηλ. σκόρδο κοπανισμένο με αλάτι, ξύδι και νερό, όπου ρίχναμε και ψωμί. Ακόμη, τρώγαμε τραχανά, πλιγούρι, σκόρδα, κρεμμύδια και πράσα. Επίσης, το καλοκαίρι αποξηραίναμε κορόμηλα, δαμάσκηνα, γκόρτσα και ντομάτες για το χειμώνα.

Τα μαγειρικά σκεύη ήταν χάλκινα, που χρειάζονταν γάνωμα με καλάι κάθε χρόνο, πήλινα τσουκάλια για βράσιμο, ταβάδες, στάμνες για νερό και μικρά σαν πιάτα με γούβα. Χρησιμοποιούσαμε και σκεύη ξύλινα πελεκημένα σε σχήμα πιάτων καθώς και κουτάλια. Τα μεταλλικά σκεύη ήταν λίγα και σκούριαζαν εύκολα, χρειάζονταν δε συχνό καθαρισμό με άμμο και στάχτη. Συνήθως τρώγαμε δύο άτομα με το ίδιο κουτάλι. Τούτο συνηθίζονταν  σε γάμους και  μνημόσυνα που τρώγανε πολλά άτομα.

Το πλύσιμο των ρούχων γίνονταν σε λάκκους έξω από το χωριό. Το χειμώνα με τις παγωνιές οι γυναίκες έσπαζαν τον πάγο για να βρουν νερό που φυσικά ήταν πολύ κρύο, με αποτέλεσμα να κρυώνουν και να κουράζονται πολύ. Το καλοκαίρι πήγαιναν πιο μακριά γιατί δεν υπήρχε νερό στους κοντινούς λάκκους. Το στέγνωμα των ρούχων απαιτούσε χρόνο για τούτο κάθονταν όλη τη μέρα εκεί και γύριζαν το βράδυ στο χωριό. Το χειμώνα, όμως, το στέγνωμα ήταν σχεδόν αδύνατο με αποτέλεσμα να κουράζονται και να ταλαιπωρούνται πολύ. Ακόμη, δεν είχαν σαπούνι στην ποσότητα που χρειάζονταν και χρησιμοποιούσαν ένα είδος πηλού που υπήρχε σε συγκεκριμένο σημείο στο ποτάμι.

Τα ρούχα ήταν λίγα, φθείρονταν και τρυπούσαν εύκολα και αναγκαστικά τα φορούσαμε μπαλωμένα. Το μπάλωμα ήταν κι αυτό κουραστικό για τις γυναίκες. Επί πλέον υπήρχε κι η ψείρα που καταπολεμούνταν μόνο με ζεμάτισμα με καυτό νερό. Δεν υπήρχε τότε φάρμακο για την καταπολέμηση της ψείρας· τούτο πρωτοχρησιμοποιήθηκε μετά το 1950 στο χωριό μας. Τότε έγιναν ψεκασμοί και απολυμάνσεις από κρατικά συνεργεία, μετά κυκλοφορούσε και στην αγορά από όπου μπορούσε κανείς να το προμηθευθεί.

Τα παπούτσια δεν ήταν αντοχής, τρυπούσαν γρήγορα, ίσως επειδή το έδαφος ήταν πετρώδες. Φορούσαμε και τσαρούχια, που τα φτιάχναμε μόνοι μας από χοιρινό δέρμα ή κι από γελαδινό, κι αυτά όμως τρυπούσαν γρήγορα.

Η έλλειψη του νερού ήταν ένα από τα σοβαρότερα καθημερινά προβλήματά μας. Πολύ αργότερα, το 1957 φέραμε για πρώτη φορά νερό στο κέντρο του χωριού, στην πλατεία, σε μικρές όμως ποσότητες, ίσια-ίσια για να πίνουμε και να μαγειρεύουμε. Τούτο έγινε σκάβοντας χαντάκι και τοποθετώντας σωλήνες από το "Λιβάδι" μέχρι το χωριό. Το 1964, με την ηλεκτροδότηση πλέον του χωριού, μπορέσαμε να αντλήσουμε νερό από σημείο χαμηλότερο του χωριού και να το οδηγήσουμε σε δεξαμενή στο ψηλότερο σημείο. Τότε έγιναν δίκτυα και έφθασε το νερό σε κάθε σπίτι, αν και δεν επαρκούσε για όλες τις χρήσεις. Μόνο το 1984, μετά από την εκτέλεση υδρογεώτρησης στα "Μπατζιλίκια" και την κατασκευή υδατόπυργου, λύθηκε οριστικά το πρόβλημα της υδροδότησης του χωριού μας.

Οπισθοχώρηση-διέλευση των γερμανών από Μικρόβαλτο (Οκτ. 44)

Όταν οι γερμανοί υποχωρούσαν και θα έφευγαν για πάντα από την Ελλάδα, εμείς πάλι φοβηθήκαμε και ταλαιπωρηθήκαμε πολύ στο χωριό μας. Μάθαμε ότι θα περνούσαν από το δημόσιο δρόμο καθώς θα ακολουθούσαν τη διαδρομή Καλαμπάκα, Παλιουριά, Σέρβια, Κοζάνη, Φλώρινα.

Οι χωριανοί μας αποφάσισαν να φύγουν και να κρυφτούν μακριά, έξω από το χωριό. Έτσι, δύο μέρες νωρίτερα πήραμε τα ζώα και λίγα πράγματα και πήγαμε στα υψώματα έξω από το χωριό στις "Γιώρ τς΄ λάκκες" και σε μέρος του Λιβαδερού κοντά στον Αηλιά, όπου και μείναμε.

Όταν περνούσαν οι γερμανικές φάλαγγες  με πολύ στρατό, μηχανήματα και βαρύ οπλισμό, υπήρχαν αντάρτες στα γύρω υψώματα που πυροβολούσαν προς τους γερμανούς οι οποίοι ανταπέδιδαν τους πυροβολισμούς. Θυμάμαι που έφεραν τραυματίες αντάρτες πίσω από τον Αηλιά, όπου είχαμε και τα πρόβατά μας. Στις στροφές του δρόμου για το λάκκο της Κατερίνης σκοτώθηκε ένας αντάρτης, καταγόμενος από το χωριό Σολιμέζι της Λάρισας, ονομαζόμενος Γεώργιος Σφέτσας, όπως έγραφε στο μνήμα του που ανεγέρθηκε στην τοποθεσία "Σταυρός". Μετά από χρόνια ήρθαν οι συγγενείς του, ξέθαψαν και πήραν τα οστά του.

Οι γερμανοί εγκατέλειψαν δύο νεκρούς στα γεφυράκια του δρόμου, έναν στο "μοναχό τ΄ αμπέλι" κι έναν κοντά στο χωριό, εκεί όπου σήμερα είναι το σπίτι του Χρ. Δ. Καβουρίδη. Ακόμη, εγκατέλειψαν κι ένα αυτοκίνητο στη ¨Σκάλα¨, το έριξαν στο λάκκο. Τούτη τη φορά οι γερμανοί δεν έκαναν ζημιές, κοιτούσαν φαίνεται να φύγουν μια ώρα αρχύτερα.

Εκείνο το βράδυ ήμασταν σε καλύβες του Λιβαδερού, είχαμε ανάψει φωτιές και ψήναμε πατάτες, όταν ήρθε από ανατολικά ένα  αεροπλάνο και μας έριξε με το μυδράλιο. Σβήσαμε αμέσως τις φωτιές, το αεροπλάνο έφυγε προς την ίδια κατεύθυνση, κι ευτυχώς δεν έπαθε κανείς μας τίποτα. Αναρωτηθήκαμε κιόλας μήπως το αεροπλάνο δεν ήταν γερμανικό αλλά συμμαχικό.

Την άλλη μέρα οδήγησα τα πρόβατα στο "Κοκκινόι", όπου είχαμε το μαντρί, πολύ κοντά στο δημόσιο δρόμο και βρήκα το σκύλο μας, που δεν είχε ακολουθήσει το κοπάδι αλλά παρέμεινε στο μαντρί, σκοτωμένο. Φαίνεται πως γαύγιζε τους διερχόμενους γερμανούς και το πυροβόλησαν.

Αυτή ήταν η τελευταία ταλαιπωρία μας από τους γερμανούς στα τέλη Οκτώβρη 1944.

http://www.mikrovalto.gr

 πίσω στα παλιά

11.4.14

ΘΥΜΑΜΑΙ ΤΑ ΠΑΛΙΑ…

..

Διάβασα την τρυφερή ανάρτηση της κόρης μου για τη φοιτητική της χρονιά  στην Αγγλία και συγκινήθηκα. Θυμήθηκα και τα δικά μου φοιτητικά χρόνια, στις αρχές της δεκαετίας του 70, εδώ στην Αθήνα, στου Ζωγράφου.

Πόσο μακρινά μου φαίνονται σήμερα! Να φανταστείτε ότι τότε η πλατεία  Ομονοίας ήταν ακριβώς, όπως φαίνεται στη φωτο πάνω. Πόσοι από σας  τι θυμάστε έτσι? 
Ναι, ανήκω στη γενιά του Πολυτεχνείου που τόσο λοιδωρείται τον τελευταίο  καιρό. Λες και φταίμε όλοι εμείς, γιατί μερικοί της γενιάς μας θέλησαν να εξαργυρώσουν την αντίσταση στη Χούντα με πολιτικές θέσεις  και ίσως με μίζες και εύκολο πλουτισμό. Πολλές φορές γυρνάει η μνήμη  μου στη δική μου φοιτητική παρέα εκείνης της εποχής και αναρωτιέμαι  αν υπάρχει κανείς, για τον οποίο να ντρέπομαι σήμερα.

Η απάντηση είναι όχι. Οι περισσότεροι από την παρέα ήταν φοιτητές  της ιατρικής, 2-3 ήταν της Φιλοσοφικής και 2 της Νομικής.

Σήμερα οι της Ιατρικής είναι γιατροί του Ε.Σ.Υ. Είναι από κείνους  τους γιατρούς που δεν κοίταξαν να πλουτίσουν με τον πόνο του άλλου,  παρά μόνο να τον απαλύνουν. Οι της Φιλοσοφικής είναι εκπαιδευτικοί  σε δημόσια σχολεία και οι της Νομικής η μια είναι Διευθύντρια σε κάποια   Νομαρχία της χώρας και η άλλη είμαι εγώ. Τώρα που το ξανασκέφτομαι , μόνο ένας από την παλιά παρέα ξέφυγε από τον κανόνα. «Μεγαλογιατρός»  σήμερα, δραστηριοποιήθηκε, αμέσως μετά τη μεταπολίτευση, ως ενεργό  μέλος του ΠΑΣΟΚ σε μεγάλη επαρχιακή πόλη (που έχει Ιατρική Σχολή).

Μετά δε από προσπάθειες (δεν ξέρω κατά πόσο ήταν θεμιτές ή αθέμιτες),  μπήκε στο πανεπιστημιακό κατεστημένο. Χώρισε τη γυναίκα του, φίλη  κι αυτή από τα πανεπιστημιακά χρόνια, και μάλιστα σε μια κρίσιμη καμπή  της ζωής της (όταν διαγνώστηκε ότι πάσχει από καρκίνο) και παντρεύτηκε  μια πολύ νεώτερη του. Πέρσι που έτυχε να τον δω σε κάποιο ιατρικό συνέδριο  (από τα πολύ λίγα που συνόδευσα το σύζυγο), μου φάνηκε ότι έκανε  πλαστική επέμβαση στο πρόσωπο του. Ίσως για να δείχνει νεώτερος  δίπλα στη νεότατη σύζυγο. 
Και επανέρχομαι στα φοιτητικά χρόνια. Οι συγκεντρώσεις στα σπίτια, όπου όλοι «μαγειροκουταλεύαμε» για να φάμε, οι επισκέψεις πού και πού  σε καμιά ταβερνούλα και ιδίως στην υπόγεια ταβέρνα του κυρ Νίκου,  οι βόλτες με τα πόδια και το σινεμά, ιδίως το θερινό ήταν η  ψυχαγωγία μας.

Α, και το θέατρο. Είχα δει πάμπολλες παραστάσεις τότε με το φοιτητικό  εισιτήριο. Οι καφετέριες, όχι δεν ήταν μέσα στις συνήθειες μας.

Άλλωστε ελάχιστες υπήρχαν στου Ζωγράφου τότε. Η εξάπλωση τους  είναι νεώτερο φρούτο. 
Η υπόγεια ταβέρνα του κυρ Νίκου λεγόταν  «τα έξι αδέλφια».

Κι αυτό γιατί ο κυρ Νίκος είχε έξι αδέλφια, δύο από τα οποία δούλευαν  στο μαγαζί σερβιτόροι. Ο ένας μάλιστα έκανε και δεύτερη δουλειά.

Ήταν νεκροθάφτης! Αφότου το μάθαμε, λέγαμε μεταξύ μας ότι τα λουλούδια  σε μικρά βαζάκια που υπήρχαν πάντοτε σε όλα τα τραπέζια της  ταβέρνας προέρχονταν από το νεκροταφείο. Γι’ αυτό μόλις καθόμασταν  για φαγητό, φροντίζαμε να απομακρύνουμε το βαζάκι μας. «Τι σας φταίνε  καλέ τα λουλουδάκια και τα διώχνετε?» μας ρωτούσε η γυναίκα  του κυρ Νίκου, η κυρία Μαρία. Και μεις κρυφογελούσαμε.

Αυτή η συμπαθητική ταβερνούλα νομίζω ότι υπάρχει ακόμα. Τη λειτουργούν  ο γιος του παλιού ιδιοκτήτη και ο γαμπρός του, Γάλλος παρακαλώ.

Τον έφερε η κόρη του κυρ Νίκου από τη Γαλλία, όπου σπούδαζε.

Αν έφερε και πτυχίο, εκτός από σύζυγο, δεν ξέρω, θα σας γελάσω. 
Ας έρθουμε τώρα στα θερινά σινεμά που ήταν η αγαπημένη μας  διασκέδαση την εποχή των θερινών εξετάσεων. Διαβάζαμε όλη μέρα  και το βράδυ βλέπαμε καμιά ταινία να ξεδώσουμε. Μη φανταστείτε  τίποτε ταινίες κουλτουρέ. Αυτές τις βλέπαμε κυρίως το χειμώνα.

Το καλοκαίρι ήταν για ελαφρές, ανέμελες ταινίες. Κωμωδίες και γουέστερν.

Θερινοί κινηματογράφοι υπήρχαν αρκετοί εκείνη την εποχή  στην περιοχή Ζωγράφου. Ήταν η «ΑΛΕΚΑ», η «ΑΝΟΙΞΗ», η «ΝΙΟΒΗ»,  ο «ΑΔΩΝΙΣ» και ένας άλλος στο Γουδί που δεν θυμάμαι πώς λεγόταν  (το γήρας γαρ). Σήμερα, δυστυχώς, δεν απέμεινε κανένας  από αυτούς. Γκρεμίστηκαν για να γίνουν πολυκατοικίες, εμπορικό

Κέντρο (το «ΑΝΟΙΞΗ») και γκαράζ. Έμαθα ότι πέρσι έκλεισε  και ο τελευταίος, η θερινή «ΑΛΕΚΑ», που για αρκετά χρόνια  λειτουργούσε ως δημοτική επιχείρηση. 
Μια άλλη αγαπημένη ψυχαγωγία ήταν οι βόλτες με τα πόδια. Ξεκινούσαμε

από του Ζωγράφου και φτάναμε κάτω στην Αθήνα. Ή πηγαίναμε μέχρι  το δάσος της Καισαριανής (συχνά τις Κυριακές για πικ νικ). Αχ, τα νιάτα!

Γι’ αυτό διατηρούσαμε και σιλουέτα τότε. Τώρα περπατάμε δύο  τετράγωνα και λαχανιάζουμε. Μας έφαγε το αυτοκίνητο και η καθιστική ζωή. 
Άφησα τελευταίες τις διαδηλώσεις που σημάδεψαν το τελευταίο διάστημα  της φοιτητικής μου ζωής. Η παρέα σύσσωμη συμμετείχε σ’ αυτές.

Οι περισσότεροι δεν είμασταν οργανωμένοι (ίσως γι’ αυτό μετά δεν  μπήκαμε στην πολιτική). Ούτε πρωτοπόροι. Ούτε ήρωες φυσικά. Μαθαίναμε  για τις διαδηλώσεις από στόμα σε στόμα και τρέχαμε κι εμείς μέσα στο

φοιτητικό πλήθος, χαμένοι μέσα στη μάζα των δημοκρατών. Δημοκράτες,  έτσι απλά αυτοχαρακτηριζόμασταν τότε (το αριστερός – δεξιός ήρθε μετά).  Όπως έλεγε και ο Βασίλης Ραφαηλίδης το μεγάλο πλήθος μας παρείχε  ασφάλεια. Σκεφτόμασταν ότι, όσους κι αν συλλάβουν, όσους κι αν  σκοτώσουν, οι πιθανότητες να μας συμβεί κακό δεν ήταν πολλές.

Και πράγματι δεν μας συνέβη. Μόνο λίγο έως πολύ ξύλο φάγανε μερικοί  από μας στη Νομική (Φεβρουάριο του 73) και αργότερα στο Πολυτεχνείο

(Νοέμβριο του ίδιου έτους). Και το ξύλο αυτό δεν εξαργυρώθηκε.

Και γιατί να εξαργυρωθεί άλλωστε?

Μιά άλλη (όχι η δική μου) φοιτητική παρέα της εποχής εκείνης. Αν προσπαθήσετε λίγο θα διακρίνετε γνωστά πρόσωπα.
Π.χ. μια από τις κοπέλες είναι σήμερα δημοσιογράφος σε Μεγάλο Κανάλι.
http://meropbird.blogspot.gr

πίσω στα παλιά

19.1.14

ΜΑΣ ΕΛΕΙΨΑΝ….

 

Στη διάρκεια των εκατό χρόνων, στέκια καθιερώθηκαν που δεν υπάρχουν πια, πλούσιοι και διάσηµοι παρέλασαν από την πόλη, events έλαβαν χώρα που θα µείνουν αξέχαστα. Αποτυπώµατα στην πόλη που άλλα σβήστηκαν από τη µνήµη και άλλα τα θυµούνται ακόµα...

+ Η Ελένη Βλάχου, που δεν ήταν µόνο έκδοτης αλλά και δηµοσιογράφος, µε κεφαλαίο ∆. Τα κείµενα της παραµένουν ζωντανά, διαχρονικά.

+ Το Λούνα Παρκ της ∆ΕΘ που ήταν η χαρά µικρών και µεγάλων.

+ Ο Τάκης Κανελλόπουλος, ο διορατικός Σαλονικιός σκηνοθέτης, που πίνοντας τον καφέ του στον Φλόκα της Τσιµισκή µας µιλούσε ατέλειωτες ώρες για τον κινηµατογράφο.

+ Τα υπέροχα τζουκ µποξ στο Water Lily, στο εντευκτήριο των αποφοίτων του "Ανατόλια", που είχαν τις επιτυχίες της εποχής και τις χορεύαµε. Και το βίντεο τζουκ µποξ στην "Ροµάντικα".

+ Τα δυο θερινά θέατρα της Θεσσαλονίκης, το ∆ιάνα και το Στρατιωτικό, που έπαιζαν κάθε καλοκαίρι επιθεωρήσεις.

+ Στην κλειστή αίθουσα του δευτέρου είδαµε την επαναστατική Κατερίνα Γώγου στο "Οκτώ γυναίκες κατηγορούνται"- κι ήταν ο εαυτός της.

+ Τον σκηνοθέτη Ηλία Καζάν να δίνει συνέντευξη µπροστά στον κινηµατογράφο Ηλύσια, όπου αρκετά χρόνια πριν σχηµατίζονταν απίστευτες ουρές για τον "Μεθύστακα".

+ Το κυνήγι του θησαυρού-για όσους είχαν αυτοκίνητο-και τα ετερόκλητα αντικείµενα που έπρεπε να φέρουν στον τερµατισµό.

+ Την Ρίτα Χέιγουορθ αγέρωχη αλλά στο πρώτο στάδιο πάρκινσον να παρακολουθεί το φεστιβάλ κινηµατογράφου στο θέατρο ΕΜΣ.

+ Τον διαφηµιστή Στέλιο Πανέτσο, που τόλµησε και δηµιούργησε στην ταράτσα περίπτερου της ∆ΕΘ τον πρώτο ιδιωτικό σταθµό τηλεόρασης-γύρω στο 1965.

+ Την απίστευτη συναυλία του Χάλιντεϊ και της Σιλβί Βαρτάν στο Παλαί ντε Σπορ το 1968.

+ Τις συνεντεύξεις τύπου και τα γεύµατα των πρωθυπουργών στην Ρέµβη του Θ. Μπένδου.

+ Τις εµφανίσεις των Ολύµπιανς στην "Χαβάη".

+ Τον ευπατρίδη Κώστα Παπαδάτο, από τους λίγους προέδρους της ∆ΕΘ, που ήταν γλωσσοµαθείς.

+ Τους αξέχαστους χορούς των Ανεµώνων, του Χρύσου Τριφυλλίου, του Ανατόλια.

+ Τον κορυφαίο Γάλλο ντισκ τζόκεϊ της Γαλλίας Γκι Κουέβας ντε Καριόν να παίζει µουσική στο "Σαρκ" σε γαµήλια δεξίωση και οι τζόκεϊ της Θεσσαλονίκης να βάζουν µέσο για να περάσουν στην αίθουσα.

+ Τον Βολταίρο, το µοναδικό εστιατόριο όπου κάποτε τρώγαµε αυθεντικό φοντί.

+ Τις εξαιρετικές µουσικές εκποµπές της Τώνιας Κάραλη.

+ ∆ηµοσιογράφοι όπως οι Ηλίας Κύρου, Τάκης Ζαφειρόπουλος, Κώστας ∆ηµάδης. +Το πρώτο δωρεάν ενηµερωτικό περιοδικό "Ενηµέρωση".

+ Οι εκδηλώσεις της "Νεολαίας" του "Ελληνικού Βορρά" µε πάρτι και αβάν πρεµιέρ που χαλούσαν κόσµο.

+ Ο ∆ηµήτρης Λοράνδος, γενικός διευθυντής του "Καψής", που έφερε στο ξενοδοχείο όλη την σοσιετέ των Αθηνών.

+ Η οικογένεια Κλέωνος και Πάτρας Μακρή που είχε την καλύτερη βεράντα της Θεσσαλονίκης στην πλατεία Αριστοτέλους.

+ Ο κοσµικογράφος Στέλιος Σκουτερης, που όλοι τον αγαπούσαν και τον ήθελαν στις δεξιώσεις τους.

+ Ο καπνέµπορος και πολιτισµένος µπον βιβέρ Κρίτων Σπηλιώτης.

+ Οι δυο συναυλίες των Φόρµιγξ στο Παλαί ντε Σπορ και η πρώτη που έδωσαν στο Θέατρο ΕΜΣ το 1964.

+ Ο Αλέξης Παπαδηµητρίου, σήµερα συνθέτης, κάποτε τραγουδιστής στο "Πάιπερ".

+ Ο Νίκος Παπάζογλου να ερµηνεύει Ότις Ρέντιγκ µε ορχήστρα.

+ Η Ελένη Ανουσάκη, νεαρή στάρλετ, να πέφτει στα νερά του σιντριβανιού στον Λευκό Πύργο για να διαφηµίσει το φεστιβάλ.

+ Το θερινό "Λουξεµβούργο" όταν ειδικά φιλοξένησε και τον Ντοµένικο Μοντούνιο και τον Σέρτζιο Εντρίγκο.

+ Ο παλιός κινηµατογράφος "Κρόνος", όπου είδαµε όλες τις ταινίες της Κατερίνα Βαλέντε.

+ Ο Άλκης Στέας διότι δίδαξε στυλ µε ήθος στο ραδιόφωνο.

+ Η γλυκιά, διδακτική και ευρυµαθής Λίτσα Φωκίδου.

+ Η Ελένη Χαλκούση, που προσέθετε γαλλικές φράσεις στους ρόλους της, όταν οι περισσότεροι ηθοποιοί γύρω της µιλούσαν µόνο την ελληνική.

+ Τα εξαιρετικά προγράµµατα του Γιώργου Μαρίνου.

+ Τις δεξιώσεις του Γιάννη Καρά στην υπέροχη βίλα του µε θεά το µισό Αιγαίο.

+ Τα σουτζουκάκια του Ρογκότη και το παγωτό στο "Ελληνικόν".

+ Η λέξη σκαλοµαρία, που όταν υπήρχαν τραµ ήταν της µόδας.

+ Το φαγητό στο καλύτερο εστιατόριο των Βαλκανίων "Όλυµπος Νάουσα".

+ Η βίλα Ριτζ, το πιο κοσµοπολίτικο άλλοτε ξενοδοχείο της Θεσσαλονίκης.

Parallaxi Magazine

 πίσω στα παλιά

10.1.14

Η ΑΓΑΠΗ ΔΕΝ ΓΕΡΑΣΕ

 

Τον ξύπνησε η μυρωδιά από την κουζίνα. Η Χαριτίνη τσιγάριζε το κρέας και η μυρωδιά έφτασε στο δωμάτιο τους. Το ρολόι έδειχνε 6.30. Αυτή η γυναίκα  ησυχία δεν έχει, τις  Κυριακάδες τις ορίζουν οι ευωδιές και το άγχος της να τα προφτάσει. Ερχονται τα παιδιά σήμερα με τα εγγόνια για την οικογενειακή συνάντηση με την Κυριακάτικη επισημότητα. Με προσπάθεια στηριζόμενος στο δεξί του χέρι κάθισε για λίγο από την προσπάθεια. Η αριστερή πλευρά  έτρεμε μετά το ελαφρύ εγκεφαλικό. Φόρεσε τις τσόχινες παντόφλες εκεί που κάθε βράδυ αλφάδιαζε η Χαριτίνη για να τον διευκολύνει.

Όλα τα πρόσεχε αυτή η γυναίκα μη τύχει και τον φέρει σε δυσάρεστη θέση.

Γύρισε κρατώντας το «Π» από την τουαλέτα. Ξυρισμένος  έτοιμος να φορέσει την καθαρή ρόμπα και να περιμένει τον Στέλιο. Δίπλα στο κομοδίνο τον περίμενε ο αχνιστός καφές, οι φρυγανιές και στο πιατάκι τα χάπια του.

Το πάπλωμα στρωμένο και τα μαξιλάρια με τις σιδερωμένες μαξιλαροθήκες που μοσχοβολούσαν μαλακτικό. Το καλοριφέρ ζέσταινε το χώρο και από τις τραβηγμένες κουρτίνες έβλεπε απέναντι ένα κομμάτι θάλασσα.

Πάτησε το κουμπί της τηλεόρασης να περάσει η ώρα.

Ανοιξε τα μάτια του και ο Στέλιος από πάνω του τον παρότρυνε να σηκωθεί.

-Ε, μάστορα σε μαστούρωσε η τηλεόραση και αποκοιμήθηκες;

Τον διευκόλυνε να καθίσει στην πολυθρόνα και έφερε κοντά το τραπέζι με το τάβλι.

-Σήμερα θα σε σακατέψω, του είπε γελώντας. Στήσε τα πούλια και πάω να φέρω καφέ.

-Εξάρες!

-Μη σου πω για την τύχη σου Κώστα! Εχεις φάρδος και ας είσαι λιπόσαρκος.

-Και είμαι ξενυχτισμένος! Είναι που χθες ξεφύλλιζα το άλμπουμ και έζησα τα νιάτα μας. Με πήρε πολύ αργά ο ύπνος. Οι φωτογραφίες  τότε φοιτητές στο Πολυτεχνείο… τους περισσότερους αν και έβαλα φακό δεν τους θυμήθηκα. 

-Ε, βρε Κώστα τι γυρίζεις στα παλιά και πονάνε ακόμα και τα χαρούμενα αποτυπώματα;

-Δεν έχω μέλλον για αυτό κοιτώ πίσω. Τότε που ερωτεύτηκα την Χαριτίνη  την ξαδέλφη σου, μα ανομολόγητο το είχα. Εσείς μένατε στην Πατησίων τότε και εγώ στα Σεπόλια. Βρε μπάσταρδε πώς με κατάλαβες; Όταν μου το είπες άδειασα από ντροπή. Και στο πάρτι της γιορτής σου έδεσε μια αγάπη ως τα τώρα! Γάμοι.. βαφτίσια.. Στις φωτογραφίες δεσπόζουν μόνο οι χαρές που σήμερα  με θλίβουν.

-Βρε γρουσούζη πώς σε άντεξα τόσα χρόνια στο γραφείο, πρόσθεσε ο Σταύρος. Πολιτικοί μηχανικοί χτίσαμε τσιμέντα και ο καθένας την ζωή του.

Εγώ δεν παντρεύτηκα, μπερμπάντης από κούνια και ας με παρακαλούσαν  συγγενείς και φίλοι. Ποτέ δεν φαντάστηκα πως ακόμα θα σε ανέχομαι!

Χτύπησε το κουδούνι.

-Τα παιδιά! Φώναξαν και οι δυο!

Ορμησαν όλοι στην κάμαρα τα πιτσιρίκια ανέβηκαν στο κρεβάτι και έκαναν τραμπολίνο. Τους αγκάλιαζαν και μπήκε από την χαραμάδα η Ανοιξη.

Τα πιτσιρίκια διεκδικούσαν την αγάπη τους και μάλωναν.

Ηρθαν οι κόρες του Κώστα και έπεσαν στον κάθε ώμο του  χωριστά τρίβοντας την πλάτη του. Ο Στέλιος άρχισε τις επιπλήξεις!

-Στον Στελάκι σας τίποτα;

Από την γρηγοράδα να τον κανακέψουν, έπεσε το τάβλι και τα πούλια

σκορπίστηκαν.. έσκυψε η πιτσιρικαρία να τα μαζέψει κάτω από το κρεβάτι.

Σηκώθηκε η δεκάχρονη Χαριτίνη  και έδειξε ένα ζευγάρι γυναικείες παντόφλες.

-Παππού αυτές τις παντόφλες της είχε η γιαγιά στην ντουλάπα;

-Όλα θέλεις να τα μαθαίνεις κουτσομπόλα, πετάχτηκε η μάνα της.

-Πάμε να δούμε τι γλυκό έχει σήμερα φώναξε ο Κώστας και εξαφανίστηκαν από το δωμάτιο.

-Τι λένε τα παλληκάρια μου; ρώτησε η μικρότερη κόρη, θα πάμε στην τραπεζαρία; Μου μυρίζει τυρόπιτα.

Ετρωγαν με τα παιδιά δίπλα τους τα γερόντια .

Οι Κυριακές είχαν μια ιεροτελεστία  διαφορετική χρόνια τώρα…

Ο Στέλιος πάντα κοντά τους από τότε που στεφάνωσε την ξαδέλφη του με τον συνέταιρο του και φίλο.

Πάνω από σαράντα χρόνια. Σαν ταινία από τις παλιές που έτρεμαν στην μικρή

παλιά οθόνη ερχόταν η ζήση αλαφιασμένη μη την χάσει. Είχε δίκιο ο Κώστας.

Πίσω στην νεότητα να ανασάνεις εκείνο τον αγέρα.. τούτος ήταν πληκτικός.

Φίλοι που χάθηκαν, συγγενείς που πέταξαν στα σκοτάδια τα κρύα.

Αυτό το τραπεζομάντηλο.. το κοκκινιστό της Χαριτίνης νόστιμο.. συνταγή δική της!

Ο εργασιακός αγώνας να είναι ξεχωριστοί στα κτίρια που ύψωναν. Αφησαν σημάδια στην Αθήνα με την σφραγίδα τους.

Ένα συγγένειο που ανακατευόταν με χαρές και πληγές. Και τα κατάφεραν!

Γύρισε την ματιά του στον Κώστα.

Μετά απέναντι στον μπουφέ τη φωτογραφία της Χαριτίνης νύφη στο πλευρό του  Κώστα της και στον αγαπημένο ξάδελφο κουμπάρο να τους καμαρώνει.

Το σπίτι άδειασε….

Εμειναν οι δύο τους.

Βοήθησε τον Κώστα να ξαπλώσει και έμεινε στην καρέκλα διαβάζοντας και οι δυο τους.

Η ματιά του έπεσε γυρίζοντας την σελίδα στις καινούριες παντόφλες της Χαριτίνης.

Δυο μέρες πριν τον είχε παρακαλέσει ο Κώστας.

-Αν πας στην Ερμού, ρε ρεμάλι πάρε μου ένα ζευγάρι παντόφλες.. σαν αύριο ήταν τα γενέθλια της. Τις καλύτερες!

Σηκώθηκε. Από το φως του δρόμου οι σταγόνες της βροχής άσπριζαν.

-Φίλε καλό ξημέρωμα έπιασε να χιονορίχνει. Τα λέμε αύριο.

Χαιρέτησε την γυναίκα που  μόλις είχε καθαρίσει την κουζίνα από τα μαγειρέματα …

-Καλή νύχτα κα Θοδώρα αύριο με το καλό. Εχεις πάρει όλη την αξιοσύνη  της Χαριτίνης μας βοηθώντας την.

Γιαγιά Αντιγόνη

7.1.14

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ …ΟΙ ΔΟΥΛΕΙΕΣ ΤΩΝ ΔΙΑΚΟΠΩΝ

 

Τελείωναν οι γιορτές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς και των Φώτων και του Άη Γιάννη και ξανάρχιζαν τα σχολεία....για να ξεκουραστούμε.
Είπαμε έπρεπε να βγάζεις κανένα φράγκο στις διακοπές ....οι περισσότεροι συνομήλικοι της γειτονιάς το ίδιο έκαναν.
Και η αλήθεια είναι ότι το 15νθήμερο αυτό είχαν δουλειά τα μαγαζιά
και ωράριο γεμάτο.
Νύχτα έφευγες νύχτα γύρναγες...
Μα δεν δούλευες μόνον εσύ ο μαθητής αυτές τις ημέρες...δούλευαν και κάποιοι δάσκαλοι θυμάμαι...
Ναι μεν κρατιόντουσαν από το δημόσιο αλλά οι μισθοί ήταν μικροί γι αυτό και προσπαθούσαν να αλληλοπαντρεύονται για να περνούν καλύτερα.
Ένας δάσκαλος στην γειτονιά δούλευε και σαν σερβιτόρος σε ταβερνάκι της γειτονιάς.
Πήγαινε και Σαββατόβραδα και φυσικά όλες τις σχόλες...
Άκουγες λοιπόν ...."...δάσκαλε δώσε μισή οκά στο πέντε..."
Τον αγαπούσαν ήταν φιλότιμος άσε που τους έβαζε σε τάξη τα βιβλία τους.
Όποιος δούλευε εκείνα τα χρόνια πολλές ώρες τον σεβόντουσαν τον είχαν σαν παράδειγμα...
Στο μπακάλικο την περίοδο των διακοπών το προσωπικό ήταν αυξημένο από γυμνασιόπαιδα.
Υπήρχαν και τα αστεία...."...πάλι μπακαλόγατος θα πάς;"
Πήγαιναν τις παραγγελίες στα σπίτια έπαιρναν και πουρμπουάρ και ο καλύτερος θα είχε και την υπόσχεση του μπακάλη... "...άμα τελειώσεις το σχολείο και το φανταριλίκι σε περιμένω..."
Δεν ήταν εύκολο για τους πολλούς οι μετέπειτα σπουδές...
Έπρεπε να έρθει μεροκάματο στο σπίτι για βοήθεια του οικογενειακού ταμείου που...τι ήταν ο κάβουρας τι ήταν το ζουμί του.


πίσω στα παλιά

26.12.13

ΕΓΩ , ΤΟ ΧΑΜΣΤΕΡ ΚΙ Ο ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ

 

Photo: derekskey/Flickr

Photo: derekskey/Flickr

Ο γυμνασιάρχης ήταν ένα στριμμένο άντερο. Με το παραμικρό μοίραζε αποβολές. Άλλοι καιροί. Μιλάμε για επαρχιακό γυμνάσιο πριν τριάντα πέντε χρόνια. Ξέρετε τι σήμαινε βαθιά ελληνική επαρχία εν έτει 1977; Η Αθήνα ήταν πολύ μακριά, πέρα απ’ την άκρη της απελπισιάς. Ο πατέρας σου, ο μπάρμπας σου, ο χωροφύλακας, ο γυμνασιάρχης, ο επιστάτης του σχολειού, είχαν απόλυτες εξουσίες πάνω σου. Ο αυστηρός γείτονας που σε πετύχαινε να βγαίνεις στα μουλωχτά απ’ το μπιλιάρδο, δεν ενημέρωνε το σπίτι σου, σε πλάκωνε κατ’ ευθείαν στις σφαλιάρες.

Τα Σαββατόβραδα λέγαμε ότι θα πάμε βόλτα κι εμείς πηγαίναμε σε μια τρισάθλια ντισκοτέκ, όπου παριστάναμε ότι χορεύαμε με το μάτι μας θολό για γυναίκα. Οι κοπελιές ήταν κλεισμένες στα σπίτια, τις βλέπαμε μόνο στο φροντιστήριο αφού τα γυμνάσια ήταν χωρισμένα σε αρρένων και θηλέων. Βέβαια, από τη μακρινή Αθήνα κατέφθαναν κάτι σκόρπιες πληροφορίες που αποκτούσαν την ισχύ μύθου. Άλλες ιδέες, άλλες απόψεις, άλλες πράξεις, άλλοι άνθρωποι, άλλες μουσικές, άλλη ζωή. Η ασπρόμαυρη τηλεόραση δεν τα ‘δειχνε αυτά, μόνο κάτι μακρυμάλληδες φοιτητές μας τα διηγούνταν τα καλοκαίρια που γύριζαν σπίτια τους. Κι εμείς ονειρευόμασταν να φύγουμε... να πάρουμε ένα καράβι και να φύγουμε τρέχοντας… να πάμε εκεί πάνω… εκεί που όλα ήταν αλλιώς.

Ο λυκειάρχης ήταν στριμμένο άντερο. Φασισταριό τον λέγαμε, όμως κάθε Παρασκευή μετά την προσευχή, επέτρεπε να παίρνει το μικρόφωνο όποιος μαθητής ήθελε να κάνει ανακοίνωση για αυστηρά σχολικές εκδηλώσεις. Οι τάξεις τότε μάζευαν λεφτά με δύο τρόπους: Είτε με κινηματογραφικές προβολές παλιών ελληνικών ταινιών, είτε με χοροεσπερίδες. «Το Γ1, μεθαύριο Κυριακή, στις 11 το πρωί, στον κινηματογράφο «Αστέρι», προβάλλει την ταινία «Η θεία απ’ το Σικάγο». Τιμή εισιτηρίου, δραχμές πέντε.» Οι χοροεσπερίδες είχαν είσοδο δέκα ή δεκαπέντε δραχμές. Όμως η απόφαση να πάρεις το μικρόφωνο δεν ήταν εύκολη. Μόλις τα παιδιά έβλεπαν κάποιον ν’ ανεβαίνει τα σκαλιά, άρχιζαν την καζούρα. Η αναγγελία σκεπαζόταν από σφυρίγματα, κραξίματα, γέλια, συνθήματα  και κοροϊδευτικά χειροκροτήματα. Μόνο οι μάγκες των τάξεων, οι σκληροί, οι περπατημένοι, αυτοί που διέθεταν κύρος και ισχύ μέσα στη σκληρή επαρχιακή εφηβική κοινότητα αποτολμούσαν να ξεχωρίσουν από το σωρό και να εκτεθούν.

Ξαναπιάνω το νήμα απ’ την αρχή. Την ίδια χρονιά που ο γυμνασιάρχης ήταν στριμμένο άντερο, ο Διονύσης Σαββόπουλος έγραφε το έργο του «Αχαρνείς, ο Αριστοφανης που γύρισε από τα θυμαράκια».  Η παράσταση για την οποία γράφτηκε δεν ανέβηκε τελικά, αλλά μόλις κυκλοφόρησε ο δίσκος ο Σαββόπουλος έκανε μια πανελλαδική περιοδεία για να τον διαφημίσει. Μαζί του ο Ρασούλης, ο Παπάζογλου, η Τανάγρη, ο Μπουλάς και δεν θυμάμαι ποιοι άλλοι. Τότε δεν υπήρχαν εταιρείες διοργάνωσης συναυλιών και τέτοια. Ο ίδιος ο καλλιτέχνης έστελνε δυο βδομάδες πριν τη συναυλία ένα άτομο στην πόλη για να προετοιμάσει το έδαφος. Αυτός κολλούσε αφίσες, έβαζε αγγελίες στις τοπικές εφημερίδες και διακινούσε τα εισιτήρια με όποιο τρόπο μπορούσε. Συνήθως τα πήγαινε σε βιβλιοπωλεία και δισκάδικα κι αυτοί τα πουλούσαν με προμήθεια 10%. Οι συναυλίες γίνονταν σε σινεμά.

Έτυχε να βρίσκομαι μέσα στο βιβλιοπωλείο όταν παραδόθηκαν τα εισιτήρια. Ο βιβλιοπώλης που με ήξερε διότι αγόραζα απ' αυτόν μεταχειρισμένα βιβλία, θεωρώντας εκ των υστέρων ότι πήρε πολλά, μου ‘δωσε δυο μπλοκάκια: «Αν τα πουλήσεις, θα πάρεις τη μισή προμήθεια» μου είπε. Τα ‘βαλα στην τσέπη κι αποχώρησα ζαλισμένος. Τα κράτησα βαθιά μέσα στην τσέπη μου για τρεις μέρες, χωρίς να το πω σε κανέναν. Ήταν κάτι σαν θησαυρός. Όμως, κάποια στιγμή έπρεπε να το πάρω απόφαση και να τα βγάλω στο φως.

Και το ‘κανε ο διάολος να είναι Παρασκευή. Δίχως καν να το σκεφτώ, μόλις ο γυμνασιάρχης ρώτησε αν υπάρχουν ανακοινώσεις,  αγουροξυπνημένος και κατάπληκτος με τον ίδιο μου τον εαυτό, βγήκα από τη γραμμή κι άρχισα να ανεβαίνω τα σκαλιά. Ήμουν ένα μικρό, ισχνό και δειλό παιδάκι που πλησίαζε το μικρόφωνο, ενώ πίσω του άρχισαν ήδη οι φωνές και τα σφυρίγματα. Ούτε διάσημος ήμουν, ούτε καλός μαθητής, ούτε μάγκας, ούτε γκομενιάρης, ούτε τσαμπουκάς, ούτε ψηλός, ούτε χορευτής, ούτε μηχανόβιος, ούτε καλός στο ποδόσφαιρο. Ήμουν το ιδανικό θύμα για τον εφηβικό όχλο.

Θυμάμαι πως την ώρα που προσπαθούσα τρέμοντας να ξεβιδώσω τη βάση του μικροφώνου για να το κατεβάσω στο ύψος μου, από κάτω γινόταν χαμός. Και οι καθηγητές με κοίταζαν χαμογελώντας, αλλά η κόλαση ήταν στην αυλή. ‘Όμως εγώ, με μια παράξενη εσωτερική ηρεμία, σα να έπαιζα το παιχνίδι της ζωής μου, πλησίασα το στόμα στο μικρόφωνο και είπα δυνατά και ψυχρά: «Εκπροσωπώ τον Διονύση Σαββόπουλο. Όποιος θέλει εισιτήρια για τη συναυλία του, να έρθει στο Β3 με 60 δραχμές. Μόνο μετρητοίς.»

Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτό που ακολούθησε την ξερή αυτή ανακοίνωση. Σα να πέρασε ένα ξυράφι πάνω από την αυλή και ξύρισε κάθε ήχο. Στο περίβολο του σχολείου απλώθηκε μια βαθιά ξαφνική έκπληκτη σιωπή. Στράφηκα στους καθηγητές. Με κοίταζαν με γουρλωμένα μάτια. Ήταν μια αναγγελία πέρα από τα μέτρα του σχολείου, της πολιτειούλας μας, της μικροκοινωνίας μας. Μέσα σε τρία δευτερόλεπτα, στα μάτια όλων εκτοξεύτηκα σ’ ένα άλλο σύμπαν, απροσπέλαστο γι αυτούς. Εκείνο το πρωί, ανέβηκα στο μικρόφωνο με ύψος ένα εξήντα και κατέβηκα τρία μέτρα. Όταν ξαναμπήκα στη γραμμή της τάξης, οι συμμαθητές μου απομακρύνθηκαν από κοντά μου κι έφτιαξαν ένα κύκλο γύρω μου. Με κοίταζαν με δέος, σα να με ξαναγνώριζαν από την αρχή.

Ο Αμπράμοβιτς, όταν πρόσφατα ρωτήθηκε πως πέτυχε τόσο πολλά στη ζωή του, απάντησε: «Σε τι διαφέρει ένας ποντικός από ένα χάμστερ;  Το χάμστερ είναι ένας ποντικός με πολύ καλές δημόσιες σχέσεις.» Εγώ αυτό το κατάλαβα το 1977. 

ΥΓ1: Αν και μετά ήμουν σίγουρος ότι θα φάω αποβολή, δεν έπαθα τίποτα. Το στριμμένο άντερο δεν ήξερε ποιος ήταν ο Διονύσης Σαββόπουλος.
ΥΓ2: Πολλοί λίγοι συμμαθητές μου αγόρασαν εισιτήριο. Δεν είχαν τόσα λεφτά.

Τα περισσότερα τα πήραν οι καθηγητές, ειδικά οι πιο νέοι. Στα μουλωχτά.
ΥΓ3: Ποτέ δεν παρακολούθησα αυτή τη συναυλία που άλλαξε το κοινωνικό μου status.

Δε μ’ άφησε ο πατέρας μου να πάω σ’ αυτό τον «γιε-γιε» τραγουδιστή. Δεν ήθελε να γίνω αλήτης.

Protagon

Αναρτήθηκε από πίσω στα παλιά

23.12.13

ΕΚΕΙΝΑ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

 
Παραμονή Χριστουγέννων του 1942 στην Καλαμωτή, του Κυριάκου Λεράκη.


Είχαμε πει τα κάλαντα σε συγγενείς και φίλους, μοιράσαμε τις λιγοστές μας εισπράξεις και ετοιμαζόμασταν να γυρίσουμε σπίτια μας. Σταμάτησα για λίγο στην Πάνω Πλατεία, μπροστά στην Αγία Παρασκευή.
Ήθελα να δοκιμάσω τον καινούριο μου, πλακέ φακό, που κόστιζε μια περιουσία. Αν, δηλαδή, το φως του έφτανε μέχρι την Κάτω Πλατεία, που βρισκόταν το μαγαζί του Χρήστου του Βιτέλλα. Ο Παράσκος, ο εξάδελφός μου ο Γιώργης και ο Ντίνος είχαν, από μέρες, παρόμοιους φακούς και τους καμάρωναν για τις φωτιστικές τους επιδόσεις. Εγώ, -κι εδώ καθυστερημένος-, είχα πάρει το φακό μου μόλις εκείνο το απόγευμα.
Αν και δεν ήταν ούτε οκτώ η ώρα, ψυχή δε φαινόταν στους σκοτεινούς δρόμους. Το Χωριό, το Χωριό μας, με τους δυο χιλιάδες τόσους κατοίκους, φαινόταν έρημο. Εδώ κι εκεί, μπορούσε μονάχα να δεις κάποια παιδιά που γύριζαν στα σπίτια τους από τα κάλαντα.
Οι πόρτες των σπιτιών ήταν κατάκλειστες. Το τζάκι και το μαγκάλι είχαν αναλάβει το καθήκον να μετριάσουν την παγωνιά, τουλάχιστο στην κουζίνα και στο καθιστικό, μα το ξεροβόρι, πεισματικά, τρύπωνε από τις χαραμάδες και κατάφερνε να κάνει αισθητή την παρουσία του.
Παρά το κρύο, τα τρία καφενεία της Πάνω Πλατείας, -του Αριστοτέλη του Σταμούλα, του Νικόλα του Τριαντάφυλλου και του Γιάννη του Γαλάτουλα-, ήταν ασφυκτικά γεμάτα από τους συγχωριανούς. Απολάμβαναν την αχνιστή φασκομηλιά ή το γλυκύ βραστό
Πριν ακόμα αρχίσω τις δοκιμές του φακού, άκουσα, από τον πάνω όροφο του σπιτιού του Κωνσταντίνου του Τριαντάφυλλου, του Συμβολαιογράφου, μελωδικές φωνές παιδιών. Έψαλαν τα κάλαντα. Δεν πρόλαβα να καταλάβω τι γινόταν, και είδα την κυρία Καλλιόπη, τη γυναίκα του Συμβολαιογράφου, να βγαίνει στο κατώφλι.
- Κυριάκο, πήγαινε πάνω. Είναι κι άλλα παιδιά, μου είπε καλοσυνάτα.
Δεν περίμενα και πολύ για να επωφεληθώ από την αναπάντεχη πρόσκληση. Ανέβαλα τις δοκιμές του φακού και ανέβηκα γρήγορα τη μεγάλη, πέτρινη σκάλα.
Το θέαμα ήταν υπέροχο! Στην ευρύχωρη σάλα, εκτός από τη λάμπα πετρελαίου, υπήρχε και λουξ, που το λευκό του φως έλουζε ολόκληρο το χώρο. Η ευχαρίστηση των παρευρισκομένων καθρεφτιζόταν στα μάτια τους και στα ξαναμμένα τους πρόσωπα. Το στρογγυλό, μπακιρένιο μαγκάλι, φορτωμένο με κατακόκκινα κάρβουνα, έκανε ακόμα πιο ζεστή την ατμόσφαιρα.
Σε κάποια γωνιά, μια πολυθρόνα φιλοξενούσε τα παλτά και τα σακάκια των καλεσμένων, που ήταν ριγμένα το ένα πάνω στο άλλο. Στη μέση της σάλας, πάνω στο μεγάλο, στρογγυλό τραπέζι, βρισκόταν το Χριστουγεννιάτικο δέντρο. Ήταν μια κορυφή κυπαρισσιού, που έστελνε το μήνυμα της μεγάλης γιορτής που ξημέρωνε.

Τα στολίδια του δέντρου ήταν κουκουνάρια, βαμμένα κόκκινα, κίτρινα και μπλε. Στο δέντρο, υπήρχαν, ακόμα, μικρές κατασκευές από γυαλιστερό χαρτί σε ζωηρούς χρωματισμούς. Ήταν κομψές καμπανούλες, μικροί, στρογγυλοί φάροι και σπιτάκια, με ζωγραφισμένες τις πόρτες και τα παράθυρα. Όλα ήταν φτιαγμένα με μεράκι και τακτοποιημένα με προσοχή και γούστο. Ακόμα και το βαμβάκι, που χάριζε την αίσθηση του χιονιού, είχε τοποθετηθεί προσεχτικά και πρόσφερε φυσικότητα στο διάκοσμο.
Η μικρή, χάρτινη φάτνη, στη βάση του δέντρου, με ψιλοκομμένα άχυρα στη βάση της, ήταν μια λιτή αναπαράσταση της ταπεινής σπηλιάς της Βηθλεέμ. Φυσικά, σε πρώτο πλάνο, η Θεία οικογένεια, με τους Μάγους.
Ένα λαμπάκι στην κορυφή του δέντρου άναβε συνέχεια και χάριζε ξεχωριστή ομορφιά. Τουλάχιστο, μέχρι να εξαντληθεί η πλακέ μπαταρία που το τροφοδοτούσε.
Η αρχική μου συστολή γρήγορα εξαφανίστηκε αφού το περιβάλλον ήταν γνώριμο. Βρίσκονταν εκεί συμμαθητές, φίλοι, και μερικά παιδιά από άλλες γειτονιές. Όλοι ένιωθαν άνετα και περιεργάζονταν το δέντρο και τη διακόσμησή του, απολαμβάνοντας, συγχρόνως, τη ζεστή ατμόσφαιρα του σπιτιού. Δυο παιδιά είχαν αποτραβηχτεί παράμερα και προσπαθούσαν, διακριτικά, να ισιώσουν μερικά από τα χαρτονομίσματα που συγκέντρωσαν από τα κάλαντα. Μπορεί η ονομαστική αξία των κατοχικών χαρτονομισμάτων να ήταν σημαντική, αντιπροσώπευαν όμως μικρή αγοραστική δύναμη, αφού η έλλειψη αγαθών και η άνοδος των τιμών ήταν από τα κύρια γνωρίσματα εκείνων των καιρών.
Η εντυπωσιακή απουσία μεγάλων, που, πιστεύω, να μην ήταν τυχαία, - χάριζε άνεση κινήσεων και αυθορμητισμό στους μικρούς καλεσμένους.
Σε λίγο, το κέφι συμπλήρωσαν φρέσκα στραγάλια και αφράτα αμύγδαλα. Η εξαφάνισή τους, σε σύντομο χρόνο, ήταν η αναμφισβήτητη απόδειξη πως αποτελούσαν την κατάλληλη προσφορά που περίμεναν οι καλεσμένοι.
Όπως φάνηκε από την πρώτη στιγμή, την εποπτεία και την όλη καθοδήγηση για τη γιορτή, την είχε η Μαίρη η Κοκκινάκη, από τον Κάμπο. Ήταν, περίπου, δεκαέξι με δεκαοκτώ χρονών, λυγερή, κατάξανθη, με φωτεινό, χαρούμενο πρόσωπο.
Την επομένη, έμαθα ότι η Μαίρη βρέθηκε στο Χωριό φιλοξενούμενη, από την οικογένεια του Τριαντάφυλλου. Και ήταν αποκλειστικά δική της η πρωτοβουλία για την οργάνωση της γιορτής, με την έγκριση και τη βοήθεια, φυσικά, της οικογένειας που την φιλοξενούσε.
Πιστεύω όλοι οι παρευρισκόμενοι, τότε, να θυμούνται εκείνη τη γιορτινή βραδιά. Στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής, τέτοιες συγκεντρώσεις ήταν σπάνιες, για να μην πω ανύπαρκτες

Μαστιχοχωρούσικα Νέα

 πίσω στα παλιά

17.10.13

Π Ο Λ Ε Μ Ο Σ ..

 

Εκείνη την ημέρα είχαμε ξυπνήσει με σειρήνα, είχαμε μια σειρήνα στην οδό Αγίου Μελετίου ψηλά, και ενώ τις άλλες μέρες ξέραμε ότι γινόντουσαν γυμνάσια, εκείνη την ημέρα καταλάβαμε ότι είναι πόλεμος, βγήκε ο κόσμος έξω στους δρόμους. Δεν υπήρχαν ραδιόφωνα και τέτοια και ήρθε κάποιος και είπε: Μας κηρύξανε τον πόλεμο οι Ιταλοί… (η Φ. Λ., γενν. στην Αθήνα το 1922)

Η πολυκατοικία αυτή ήτανε η πρώτη που έγινε εκεί στην οδό Μαυρομματαίων,   Μαυρομματαίων 39 […] Και γύρω-γύρω –γιατί η πολυκατοικία ήτανε μεγάλη– είχε πολλές αποθήκες, εξωτερικές, κάθε μία στον κάθε ένα ενοικιαστή ή ιδιοκτήτη, όπου άφηνε τα ξύλα του […] και κατέβαινε η υπηρέτρια, ή οι υπηρέτριες, γιατί οι υπηρέτριες ήτανε πολύ σύνηθες φαινόμενο… [Υπήρχαν σπίτια με δύο υπηρέτριες;] Αμέ, με τέσσερις! Επί παραδείγματι, του Δημητριάδη. Ο Δημητριάδης είναι ο ιδιοκτήτης […] της πολυκατοικίας, και μάλιστα όχι αυτός, η γυναίκα του, η Αλίκη Δημητριάδου […] Η γυναίκα του ήτανε η κόρη του Παπαστράτου, του Γιάννη του Παπαστράτου […] Αυτός; Αυτός έπαιζε πάρα πολύ καλό τένις! Δεν αρκεί; […] Κάποτε τσάντισε τη μάνα μου, τσάντισε κι εμένα πιτσιρικά και σηκώθηκα κι έφυγα [...] Γιατί κηρύχτηκε ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος  […] κατετάγη και αυτός, ο Δημητριάδης, στο στρατό. Έφευγε κατά τις δέκα η ώρα από το σπίτι του και κατά τις δύο, αφού πέρναγε πρώτα από το τένις, γύρναγε στο σπίτι του […] Έτσι πολέμησε στην Αλβανία, κατάλαβες; […] Λοιπόν, έλεγε [η Δημητριάδη] στη μάνα μου, «Ο Νίκος δεν μπορεί να πάει και να πολεμήσει στο ελληνοαλβανικό μέτωπο, στις πέτρες επάνω, που έχει συνηθίσει σε παπλώματα  μεταξωτά [...]  Προσφέρει άλλου είδους υπηρεσίες, αλλά όχι τέτοια. Αυτά είναι για τα σκληρά παιδιά, είναι για τα παιδιά από τα χωριά, που βάζουνε μια πέτρα προσκεφάλι και κοιμούνται και ροχαλίζουνε. Ο Νίκος μου θα μπορούσε ποτέ να βάλει το κεφάλι του σε μια πέτρα και να κοιμηθεί;»…  (ο Σ. Μ., γενν. στην Κυψέλη το 1933)

Νίκησε ο Χίτλερ […] και κατέβηκε και μπήκε μέσα η στρατιά περνώντας  από την οδό Πατησίων, συντεταγμένη με βήμα, χωρίς μουσική, χωρίς τίποτα και σε μια  δεδομένη στιγμή κάποιος γύρισε το κεφάλι του και είδε το σπίτι μας που είχε νεραντζιές, με κάτι νεράντζια που είχαν αρχίσει και κοκκινίζανε και στο τέλος της γραμμής σπάει η παρέλαση των Γερμανών και χυμάνε να κόψουνε, νομίζανε ότι είναι πορτοκάλια, τα νεράντζια τα οποία κατεβάσανε από τον τοίχο του κήπου  και  τα δαγκώνανε. Ποιος ξέρει τώρα… ή πεινασμένοι ήτανε ή φρούτα νομίζανε… (η Λ. Μ., γενν. στην Αθήνα το 1930)

Αλλά εκείνο που μου είναι έντονο είναι, όταν μπήκαν οι Γερμανοί μέσα, μόλις είχα τελειώσει το Γυμνάσιο και είχα πιάσει μια ψευτοδουλειά κάπου, και την ημέρα που μπήκανε οι Γερμανοί ή μάλλον την άλλη μέρα,  πρέπει να μπήκανε Κυριακή… ναι… και  δεν πήγα στη δουλειά αυτή, δεν ήθελα…. Πήγαινα Φωκίωνος Νέγρη μόνη μου και καθόμουνα και σκεφτόμουνα πώς θα είναι η ζωή μας από δω και πέρα.

(Φ. Λ.)
πηγή

 πίσω στα παλιά

ΑΣΠΡΟΜΑΥΡΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

 

Δεκαετια του ’70. Αθηνα, γειτονια, χαμηλα σπιτακια με αυλες…

Σ” ενα δυαρι, καθε δωματιο γεματο κρεβατια, γιουκους με ρουχα, γεματο ανθρωπους… Παππους, γιαγια, 3 γυναικες γυρω στα 30, 2 αντρες, ο ενας νεος -σχεδον παιδι ακομα, ο αλλος κοντα στα 40. Κι ενα κοριτσακι…. Μωρο ακομα. Ο παππους καθε μεσημερι, γυριζοντας απο το καφενειο, φερνει -κρυφα- ενα λουκουμακι για τη μικρη τυλιγμενο προσεκτικα στο καθαρο μαντιλι του. Η γιαγια ταιζει τη μικρη την καλυτερη απο τις 8 μεριδες που χωρισε το ενα και μοναδικο κοτοπουλο του μεσημεριανου -αυτο πρεπει να φαει καλα, να μεγαλωσει, μη γυρισουν και το βρουν καχεκτικο. Ο μεγαλος θειος καθε βραδυ μετα τη δουλεια φερνει μια μικρη σοκολατιτσα στο κοριτσακι, μια σοκολατιτσα τοση δα με γεμιση κρεμα φυστικι, πρασινη! Ο μικρος θειος – ο φωτογραφος – βγαζει καθε βδομαδα 50 φωτογραφιες το κοριτσακι για να στειλουν στη Γερμανια, να βλεπουν οι ξενιτεμενοι γονεις.

«Η μικρη μας στο ζωοολογικο κηπο»

«Η Χαρουλιτσα μας γκεισσα»

«Το κοριτσακι μας στο Ζαππειο ταιζει τις παπιες»

Καθε πρωι οι 3 γυναικες πριν φυγουν για τη δουλεια, χτενιζουν το μικρο κοριτσακι και το ντυνουν με τα φουστανακια που του ραβουν απο ρεταλια του κιλου -μοδιστρες ειναι, ξερουν.

«Να εισαι ησυχη, να μη στεναχωρησεις τη γιαγια!»

«Ναι, μαμα!» (και τις 3 μαμαδες τις λεει…)

Θα περασει το πρωινο της φορωντας τα ψευτικα σκουλαρικια των «μαμαδων» της και παιζοντας «μαμα και παιδια» με τις κουκλες της… Της αρεσει να παιζει τη μαμα. Δεν ξερει πως ακριβως ειναι μια μαμα, δεν εχει δει ποτε τη δικη της, αλλα φανταζεται πως θα ειναι μαλλον καπως σαν τις θειες της…. ή σαν τη γιαγια της….

Δεκατια του ’80, Αθηνα, ιδια γειτονια, ιδιο δυαρι

Ο παππους δεν ειναι πια εδω, εφυγε ενα πρωι με βροχη…. Οι «μαμάδες» ειναι ακομα εδω, δεν εκαναν αλλα παιδακια, πως να παντρευτουν αλλωστε που στη γειτονια δε ξερει κανεις ποιανης ειναι το παιδι….. Γιατι μπορει οι ξενιτεμενοι να γυρισαν – εφεραν και καινουριο , γυαλιστερο, κοκκινο ποδηλατακι- μα η μικρη δε θελησε ποτε να ζησει στο μεγαλο ρετιρε με τις μεγαλες βεραντες που αγορασαν με «τα λεφτα της Γερμανιας» Νιωθει πολυ μονη εκει, χανεται στα δωματια και στο σκοταδι φοβαται. Εχει συνηθισει το βραδυ που κοιμαται διπλα διπλα με τις «μαμαδες» να τις κρατανε το χερι, να της λενε παραμυθια, να ακουει τις ανασες τους. Η μαμα της δεν τα κανει αυτα, δεν τα ξερει, αλλωστε γι” αυτο εφερε το ποδηλατακι και την κιθαρα…. Κι ο μπαμπας γι” αυτο εφτιαξε το δωματιο, για να χει το χωρο της. Δε θελει το χωρο της – που ειναι χωριστα απο τον δικο τους-  προτιμαει τα βιβλια -Καζαντζακης, Μπρεχτ, Ριτσος, Σεφερης – στριμωγμενα στη βιβλιοθηκη στο χωλ του μικρου δυαριου. Προτιμαει να διαβαζει την εφημεριδα που ακομα αφηνουν οι θειοι στο σερβαν μετα τη δουλεια. Προτιμαει το παλιο τραπεζι της μικρης κουζινας που πανω του εχει μυρωδιες απο πασχαλινα κουλουρια και χριστουγενιατικα μελομακαρονα που ζυμωνουν οι γιαγια και οι «μαμάδες». Δεν θελει την κανουρια ροτοντα στο ρετιρε με τις 6 καρεκλες, το μονο που θελει ειναι καπου καπου τις αναμνησεις απο το μικρο δυαρι, οχι καθε μερα, μη στεναχωρησει και τη μαμα που ηρθε απο τοσο μακρια… Καπου καπου, να κοιμαται στο μικρο δυαρι και να της κρατανε το χερι το βραδυ….

Δεκαετια του ’90, Αθηνα, ιδια γειτονια, ιδιο δυαρι

Το κοριτσακι δεν ειναι πια κοριτσακι, εχει 2 δικα του κοριτσακια και 2 αγορακια, τα φερνει να τα δουν οι «μαμάδες» κι η γιαγια κι αυτες πανε να τα δουν κι οι θειοι, παντα με τα χερια γεματα σακουλες με φρουτα, γλυκα, δωρα – η γιαγια δε περπαταει πια, μονο ευχες δινει και διαβαζει προσευχες. Τα 2 κοριτσακια και τα 2 αγορακια εχουν πολλες «γιαγιάδες» και θειους, εχουν κι αληθινη γιαγια και παππου. Κι αυτοι τα αγαπουν, γι” αυτο τους δινουν χαρτονομισματα μαλλον, αλλα οι αλλες «γιαγιαδες» κι οι θειοι ειναι αλλιως…. Ρωτανε λεπτομερειες.

«Πως περασατε σημερα, τι κανατε;»

Παιζουν μαζι τους, τους μαθαινουν πως να ζωγραφιζουν χαρτες -οπως εμαθαν και στη μαμα τους- τα αγκαλιαζουν, τους δειχνουν παλιες φωτο, τους λενε ιστοριες… Ερχονται για «Χρονια πολλα» στη γιορτη τους. Τους δινουν τις ριζες για να βγαλουν τα δικα τους κλαδια, να τα γεμισουν φυλλα, να απλωθουν…. Οπως ακριβως εκαναν και με τη μαμα τους οταν μικρη…

Χθες, σημερα, αυριο στην καρδια μου

Οταν καποιος χανει τους γονεις του ποναει 2 φορες, αλλος περισσοτερο, αλλος λιγοτερο, ποναει πολυ…. Καποιος που χανει οσους -τοσους πολλους- που τον μεγαλωσαν ,ποναει τοσες πολλες φορες τοσο πολυ… Οσοι ομως εδωσαν τοση πολλη αγαπη δε φευγουν ποτε πραγματικα…. Ζουν στις γαμηλιες φωτογραφιες, στις φωτογραφιες απο τις σχολικες γιορτες των παιδιων μου, μεσα στις αφιερωσεις πανω στις ζωγραφιες «Θειουλα μου σ΄αγαπω πολυ», ζουν στο παλιο βιβλιο » να αυτο μου το εφερε ο θειος», στην πρωτη konika – κειμηλιο του αλλου θειου, ζουν στις αναμνησεις μου και των παιδιων μου, μεσα στις καρδιες μας…..

Ειστε ακομα «ΕΔΩ»! Σας ευχαριστω για την αγαπη που δωσατε σε μενα και στα παιδια μου, για τις ριζες και τα γερα κλαδια που τα βοηθησατε να αποκτησουν, για το δεντρο που ποτισατε με την αγαπη σας!

Σας ευχαριστω που με μαθατε πως να γινω ΜΑΝΑ!

(αυτες οι σκεψεις και τα δακρυα που εφεραν, ειναι αφιερωμενο σε εκεινους που εδωσαν και σε κεινους που πηραν πολλη αγαπη ! )

Χαρα

Eimaimama.gr

 πίσω στα παλιά στις

Η ΧΑΜΕΝΗ ΜΑΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑ

 

Τώρα που αρχίζουν τα δημοτικά σχολεία με ξαναχτύπησε η ασθένεια της νοσταλγίας και ανέσυρα από το πατάρι το παλαιό μου αλφαβητάρι της πρώτης τάξης του δημοτικού (δεκαετία 60-70), το περίφημο έργο των Γιαννέλη-Σακκά σε μαγική εικονογράφηση Κ. Γραμματόπουλου. Το αισθητικό αυτό αριστούργημα δίδαξε γράμματα σε πολλές γενιές νεοελλήνων, χωρίς να χρειάζεται να αλλάζει μορφή και περιεχόμενο κάθε χρόνο όπως στις μέρες μας. Αν κανείς το συγκρίνει με σύγχρονα βασανιστικά σχολικά αναγνώσματα θα διαπιστώσει όλες τις τρομακτικές αλλαγές στο ήθος και το ύφος της ζωής. Οι άνθρωποι σπρώχθηκαν σήμερα σε τσιμεντένια τερατουργήματα, έχασαν την επαφή με την αληθινή φύση και έτσι απέκτησαν άγχος και κατάθλιψη. Ο κυρ-Ζήσης ο μανάβης δεν γυρίζει πια με το ζώο τις γειτονιές και σταμάτησε να πουλάει μήλα, ρόδια, λάχανα και πατάτες διότι η Άννα ψωνίζει φρούτα και λαχανικά εισαγωγής στο σούπερ μάρκετ. Η οικογένεια δεν κάθεται πια στο κοινό τραπέζι αφού ο μπαμπάς και η μαμά (αν δεν έχουν χωρίσει που είναι και το πιθανότερο) δουλεύουν σκληρά, για λίγα ψίχουλα, διαφορετικές ώρες. Και βέβαια ο παππούς μετά το θάνατο της γιαγιάς παίρνει συστηματικά Viagra και φλερτάρει τη ρωσίδα υπηρέτρια. Ο Μίμης, που τώρα νόμιμα τον φωνάζουν Τζίμη, δεν παίζει πιά με την Άννα, τη Λόλα και την Έλλη το αφελές «Λύκε-Λύκε είσαι δω» αλλά αντί για μπαστούνι κρατάει τηλεχειριστήριο κάνοντας ζάπινγκ στα κανάλια μπροστά σε μια πλάσμα οθόνη 40 ιντσών. Κάθε φορά που ανοίγω το βιβλίο αυτό με πιάνει μια αγωνία για το μέλλον των παιδιών μας. Μακάρι να κάνω λάθος. Τι είχαμε, τι χάσαμε νομίζω το βλέπουμε ήδη. Την αθωότητα μας.

Θανάσης Δρίτσας ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟ ΒΗΜΑ ΙΑΤΡΩΝ

 πίσω στα παλιά

1.9.13

Ο ΓΙΑΝΝΟΣ ΚΑΙ Η ΜΑΡΙΓΩ Σ’ΕΝΑ ΣΧΟΛΕΙΟ ΠΗΓΑΙΝΑΝ ..

 

Γεννήθηκα στην Καισαριανή το 1928. Οι γονείς μου ήτανε Μικρασιάτες. Η μητέρα μου ήρθε το ’22 μαζί με τους πρόσφυγες, ήρθε μόνη της εδώ με διάφορους πατριώτες και γνωστούς. Έφυγε από το χωριό, το Μπαϊντίρι, πήγε στη Σμύρνη, απ' ό,τι μου έλεγε, κρυβόντουσαν από το ένα σπίτι στο άλλο, μετά έπιασε φωτιά...

O πατέρας μου έμεινε αιχμάλωτος στη Μικρά Ασία και γύρισε μετά από ένα χρόνο με την Ανταλλαγή των πληθυσμών. Στην αρχή η μητέρα μου, όπως όλοι οι πρόσφυγες έμενε σε αποθήκες, σε σχολεία, μετά τους δώσανε αντίσκηνα στην Καισαριανή. Υπάρχει μια φωτογραφία στο Δήμο της Καισαριανής που υπάρχουν τα αντίσκηνα, που είναι η πρώτη φάση. Ερχόμενος ο πατέρας μου από τη Μικρά Ασία, τους βγάλανε στον Πειραιά με το καράβι και άρχισε ο καημένος να ρωτάει πού υπάρχουνε Μπαϊντιριανές. Βρέθηκε μια Μπαϊντιριανιά, συχωριανή της μάνας μου, η οποία ήξερε πού μένει η μάνα μου, τον πήρε και τον οδήγησε και τον έφερε στην Καισαριανή. Φαντάζεσαι τη συγκίνηση και των δύο, ο πατέρας με τσουβάλια και με ψείρα κουκουνάρι… Συναντήθηκαν λοιπόν ο Γιάννης κι η Μαρία. Η μάνα μου δεν ήξερε αν ζούσε ή αν πέθανε. Απ' ό,τι μου έλεγε πήγαινε και ρωτούσε κάποια μέντιουμ να της πει αν ζει, και της έλεγε ότι ζει και να μην ανησυχεί. Και τον έβλεπε, λέει, να ταΐζει καμήλες, και όντως τον είχανε οι Τούρκοι στο στρατό να ταΐζει καμήλες.

Τέλος πάντων ήρθε λοιπόν ο πατέρας μου και απ' ό,τι μου ’λεγε η μάνα μου βάλανε γκαζοτενεκέδες και τάβλες να κάνουνε οι άνθρωποι κρεβάτι μες στο αντίσκηνο να κοιμηθούνε. Εντωμεταξύ είχανε φτιάξει και την εκκλησία, τον άγιο Νικόλαο. Ο πατέρας μου ήτανε, ας το πούμε θρησκόληπτος, του άρεσε πολύ η εκκλησιαστική μουσική και η εκκλησία. Μια και ήτανε κοντά το αντίσκηνο στην εκκλησία, πήγαινε την Κυριακή να παρακολουθήσει τη λειτουργία αλλά και πολλές φορές το απόγευμα που γίνονταν βαφτίσια και γάμοι...

Δόμνα Σαμίου

πίσω στα παλιά

28.7.13

ΣΤΗΣ ΨΑΡΟΥΣ ΤΗΝ ΟΛΟΞΑΝΘΗ ΡΑΧΗ …

 

Τα φοιτητικά μου καλοκαίρια τα κολύμπησα στην Ψαρού. Όλα! Θαρρείς δεν είχε άλλες παραλίες το νησί. Aιτία ο χαβαλές, η σχέση με τους ανθρώπους, το καλό φαΐ, το ανθρώπινο μέτρο.

Από αριστερά, Κωνσταντίνος Ράμπιας (Κιμηλιός), Θοδωρής Φούσκης,

Νικολάκης Κιμηλιός, άγνωστος μικρός, Φιλιππής Κοντιζάς,

Αντώνης Σταυρακάκης και νομίζω δεξιά Δημήτρης Φιορεντίνος

(φωτο αρχείο Καίτης Φούσκη-Ψαρού δεκαετίας ’70)

Ήτανε δυο τα μαγαζιά: Ο Αγγελετάκης και η Ταβέρνα της Έρικας που την έτρεχε κάμποσα χρόνια ο Μανώλης. Ο γνωστός Μανώλης, του Θαλαμιού και του καφενείου του Κωστή, που είχε ένα σκύλο τον Ρέμο, ένα κούντουλο*, ένα Citroen  Pony, έναν συνεταίρο που είναι σήμερα αρχιμαδρίτης, έναν αλύγιστο αρχιμάγειρα, έναν sous chef κομμωτή, …οδοντίατρο λατζέρη, τσεκαδόρο φαρμακοποιό, γκαρσονάκι ξενοδόχο, …επιστάτη πανεπιστημιακό κι από κοντά τον χορό, ένα πλήθος εθελοντών φυκοσυλλεκτών, αμμοκαθαριστών, που ενίοτε το παίζανε πελάτες.

ο συνεταίρος

Είχε κι άλλους πολλούς, έναν-έναν να τους πάρεις γράφεις σενάριο που σπάει ταμεία στους κινηματογράφους. Και πελάτες κανονικούς είχε. Αν μπορεί να θεωρήσει κανείς πελατεία την “επιστημονοκαλλιτεχνοπολιτική εξτραβαγκάνσα” της εποχής. Να θυμηθώ εδώ μερικούς: Στρατής Ζαχαριάδης, Βότσης, Τσουκαλάς, Πεπονής, Μαγκάκης, Αρσένης, Κίττυ Αρσένη, Τσάτσος, Βέλτσος, Παπανδρέου… Κανείς τους ποτέ δεν μπορούσε να υποψιαστεί πως …αυτά τα κόκκινα σημάδια στον τοίχο, θα μπορούσε να ναι κι από …τις εκσφενδονισμένες πιτσιλιές ντομάτας από τη χύτρα του κοκκινιστού. Πίστευαν ήταν αίμα!

Στην ταβέρνα της Έρικας -του Μανώλη δηλαδή- μια στιγμή, ένα καλοκαίρι στην Ψαρού!

Εκεί μια “παράξενη Πρωτομαγιά”, με μια αγκαλιά προβασόκομπους στο χέρι, κατέβηκε την Ανατολική πλαγιά η Πηνελόπη κι έφερε πικρό μαντάτο. Μ’ …αγκάθια πλέξαμε τα στεφάνια του Αλέκου Παναγούλη.

Πρόσωπα και πράγματα στον …κήπο των απολαύσεων της Ψαρούς, στον κήπο του Μανώλη, από τα άδυτα του τέλους της δεκαετίας του 70. Ο Σελιτσάνος έδωσε μια μικρή γεύση σε σχόλιο προηγούμενου ποστ. Ο λόγος δικός του:

~

Οκτώ η ώρα. Η θάλασσα καθρέφτης. Ο ορισμός της γαλήνης. Ο ήλιος , όπως πάντα, απολλώνιος. Το κούντουλο μοναχικό, αυτάρεσκο κορδώνεται στη μέση του κολπίσκου. Ο Μουγγίδης δεν έχει έλθει ακόμα να βολέψει τα jet-ski. Χθες το βράδυ γόπινγκ – λάμπει η άμμος περιμένοντας τους βαρβάρους.
Φάνηκε ο Μανώλης με το φουσκωτό απ’ τον Πιάτι-Γυαλό. Στην πλώρη καρεκλάκι να κάθεται ο γέρος.
-Τους ταμπλάδες!
Γρήγορα χέρια να προλάβουμε να φτιάξουμε καφέ. Βγαίνει ο άλλος Μιχάλης απ’ την αποθήκη – οι κακές γλώσσες λένε «με τις σάπιες μελιτζάνες» – ανακλαδίζεται.
-Σούβλισες; ρωτάει μόνος του.
-Σούβλισα; απαντάει μόνος του.
Θυμηδία στην παρέα. Απορίες: Πως ήτανε; Που την πήγες; Παραστατική  διήγηση. Καζούρα: «Άσε  ρε! Απ’ το μυαλό σου τα βγάζεις!». Διαμαρτυρίες.
Ο Γιάννης κατεβαίνει απ’ το μονοπάτι. Ο γέρος διασχίζει την άμμο κούτσα-κούτσα με την μαγκούρα. Ανεβαίνει τα σκαλιά. Κάθεται στο τραπέζι κοντά στην πόρτα της κουζίνας. Ακούει την κουβέντα και χαμογελάει πονηρά.
-Ρε Καϊμακάμη, σούβλισες;
-Σούβλισα μπάρμπα!
-Ε ρε να ΄χα τα νιάτα σας! Όταν ήμουν νέος καμιά  δεν μου ξέφευγε! Θυμάμαι μια φορά…
Κι αρχίζει η διήγηση: πως η χαμηλοβλεπούσα δεν ήθελε, πως την κατάφερε, πως έτριψε αγριόσκορδα  στο βρακί της, πως έτσουζε μετά και φώναζε: «ο Σαράντης έχει σκουλαμέντο»…
Δέκα λεπτά ηρεμίας με καλαμπούρια και καφέ. Απόλαυση.
-Άντε σηκωθείτε, πέρασεν η ώρα! Σα νά ‘ταν δικό του το μαγαζί. Του Μανώλη τού ‘λεγες: κάτσε να κάνουμε ένα τσιγάρο. Καθότανε. Ο Μπαρμπα-Σαράντης δε σήκωνε κουβέντα.
-Αργήσαμε!
Σερβίρουμε πρωινά. Κάθε φορά που σερβίρω ελληνικό καφέ, βλέπω εκφράσεις αηδίας. Δεν ξέρω να δουλέψω τη μηχανή. Κάποιος παραγγέλνει αυγά. Γαμοσταυρίδια απ΄τον Μπαρμπα-Σαράντη. Βγαίνει στην παραθύρα να δγιει ποιος είναι.
Στα ενδότερα της κουζίνας. Αρμοδιότητες σαλατιέρης και ολίγον βοηθός μάγειρα. Να καθαρίσουμε ένα σακί κρεμμύδια. Το δάκρυ πάει κορόμηλο. Να κόψουμε τις ντομάτες, τα αγγούρια να τα βάλουμε σε δοχεία στο ψυγείο να ‘ναι έτοιμα για τις χωριάτικες. Ο Γιάννης τραβάει την περισσότερη δουλειά. Εγώ κάνω και τη λάτζα. Τώρα  το πρωί δεν έχει και πολλά πράγματα.
Κάνει ζέστη. Ο γέρος παλεύει  με τις φωτιές. Ιδρώνει.
-Μιχάλη! Βάλε ένα ποτήρι παγωμένο νερό !
Του βάζω από το ψυγείο εμφιαλωμένο. Το βατραχόνερο το έχουμε για τη λάτζα. Βάζει το ποτήρι στο στόμα του. Το φτύνει σα να έχει πιει ξύδι.
-Βρε τι ‘ν’ αυτό; Θέλεις να με κόψει;
Τον κοιτάω με απορία. Καταλαβαίνει την άγνοια μου.
-Κοίταξε να δεις: θα βάλεις δυο δάχτυλα ούζο και θα τ’ απογιομίσεις. Σκέτο παγωμένο νερό θα με κόψει!
Το βάζω, το πίνει μονορούφι. Ξαραθύμιο.
Έρχεται ο Νίκος. Άρτι απολυθείς από τριανταδυάμηνη θητεία. Πού λεφτά για φαρμακείο. Αλλά και πού μυαλό. Να ξεκουραστούμε λίγο, να νιώσουμε άνθρωποι.
Κάνει τον τσεκαδόρο. κάνει και λογαριασμούς. Έχει μπροστά του μια παλιά ταμειακή μηχανή, σωστή αντίκα. Από κείνες με τα σιδερένια πλήκτρα, που μένουν πατημένα μέχρι να πατήσεις σύνολο. Γραγκα-γκρούγκ γκραγκα-γκρούγκ total. Κάποτε ήλθε η εφορία. «Για άνοιξε να δούμε την ταινία». Ανοίγει πετάγονται κάτι αράχνες. «Ρε Γιάννη ... το Χριστό σου, δε σού ‘πα ν’ αλλάξεις την ταινία;» αυστηρά ο Μανώλης. Μασάει λόγια μισοκακόμοιρα ο Γιάννης. Γελάνε οι εφοριακοί. Ιστορίες να τις διηγείσαι στα εγγόνια σου.
Δώδεκα η ώρα.
-«Ελάτε παιδιά να φάτε!» Ο Μπαρμπα-Σαράντης. «Ε ρε τι έχω εγώ για τα θερία μου!» Μια πιατέλα με τα κόκαλα  απ΄το ξεκοκαλισμένο ψητό της κατσαρόλας. Ούτε σκυλιά δεν βρίσκουν να φάνε. Βουτάμε ψωμί στο λίγο ζουμί, μπουκώνουμε. Το απόγευμα, μόλις φύγει ο Μπαρμπα–Σαράντης την πέφτουμε στην κουζίνα. Την άλλη μέρα ο γέρος ρωτάει: «Εκείνες τις δυο μερίδες ψητό που λείπουνε τις δώσατε;» «Τις δώσαμε» λέει ο Μανώλης.

στη λάτζα...

Μεσημέρι. Αιχμή της δουλειάς. Λάτζα. Τα ποτήρια στο χέρι: τα θολώνει το βατραχόνερο. Τ’ άλλα στο πλυντήριο. Τις λαμαρίνες στο χέρι. Χάνεις το χρόνο.
Απόγευμα. Ο γέρος στο καρεκλάκι του στην πλώρη του φουσκωτού. Καθαρίζουμε την άμμο. Το φως πέφτει. Η γαλήνη επανέρχεται. Ρίχνουμε το αθερινόδυχτο. Κυκλώνουμε τον κόλπο. Τραβάμε τράτα απ’ έξω. Δυο τρία κιλά ψάρια. Στο τηγάνι με κρεμμύδι. Ρετσίνα «Υμηττός». «Στη Μακεδονία του παλιού καιρού» και «έλα στην παρέα μας φαντάρε». Ο Μουγγίδης χορεύει. Θαυμάζουμε όλοι: μήπως ακούει;
Το τοπίο γαληνεύει. Σαν μην έχει πατήσει ανθρώπου πόδι για αιώνες. Μόνο τα τραγούδια και τα καλαμπούρια μας ταράζουν την ηρεμία του.
Στο δρόμο για τη Χώρα πέντ-έξι πάνω στο Pony. Πεζοί τουρίστες για τη Χώρα. Στάση δίπλα σε κάθε τουρίστρια: «Where ‘re you going?» Λες και υπήρχαν πολλοί προορισμοί. «…to Mykonos!» «Έλα ‘πάνω» Αυτό δεν ήταν Pony αυτό ήταν αποβατικό.
Στη Χώρα βραδάκι. Αύριο πάλι.

maria_nefeli-1.jpg

Ύστερα όλα ήταν ποίηση και η Μαρία Νεφέλη στο προσκεφάλι μας:

“Θάλασσα λανθασμένη δεν γίνεται…”

Σημ. Η Ψαρού ήτανε η πιο όμορφη παραλία του νησιού. Όμορφο ήτανε και το Πλυντρί που αργότερα το είπανε Super Paradise. Κατά σειρά γαμήθηκε πρώτα το Πλυντρί. Η σειρά της Ψαρούς ήρθε πολύ αργότερα.

Τι μένει; Δεν θα το πω παρά μονάχα με την ποίηση του Πανάγου Αξιώτη:

Ο κιοχλιός

Σταβέντο του Κάτω Μύλου,

στα ρηχά,

είν’ ένα βραχάκι που κάνει κιοχλιό.

Δε θα σου το δείξω,

για να μη με ψαρέψεις.

~

*κούντουλο: καΐκι με χαρακτηριστικό του την ίδια κοψιά στην πρύμη και στην πλώρη.

όλα στα κάρβουνα

 pisostapalia.blogspot.gr

26.7.13

Φ Ε Ρ Ε Ο Ι Κ Η …

 


Δύσκολο να μιλήσεις για δικούς σου ανθρώπους... για ανθρώπους που τους γνώρισες σε κράτησαν στην αγκαλιά τους, ένιωθες παιδί τόσο προστατευμένο μέσα τους... ας είναι... σήμερα θα μιλήσω για την πραγματική Έφη σταχυολογώντας στιγμιότυπα της ζωής της... που δεν ξέρω πόσο σημάδεψαν την ίδια... εμένα σίγουρα...



Παντρέυτηκε στα 18 της χρόνια εκεί γύρω 1916... Ήταν η μεγαλύτερη κόρη μιας αγροτικής οικογένειας σε ένα χωριό δίπλα ακριβώς στην αρχαία Πριήνη της Μικράς Ασίας... Στο χωριό μιλούσαν κυρίως Τουρκικά, ενώ τα Ελληνικά ήταν μόνο για να συνεννοούνται οι άνδρες με τις δουλειές τους με το μεγάλο λιμάνι τη Σμύρνη... Η Έφη όμως είχε μια τύχη ανέλπιστη... Ο σύζυγός της ήταν έμπορος Σαμιωτικής καταγωγής... έτσι θα μάθαινε τα ελληνικά φαρσί, όχι μόνο σκόρπιες λέξεις... Ήταν θεόρατος σε ύψος για την εποχή· αυτό της το είχαν κρύψει. Ήταν αταίριαστοι δίπλα δίπλα στην εκκλησία, αλλά τι να γίνει? Για τις ανάγκες της φωτογραφίας ο άνδρας της, Εμμανουήλ με το όνομα κάθισε σε καρέκλα και αν και καθιστός η Έφη πάλι ερχόταν ίσα με αυτόν στο μπόϊ... Αδύνατη, νευρώδης όμορφη... αυτή ήταν η Έφη... Η φωτογραφία αυτή του γάμου, είναι η μοναδική απεικόνιση του Σμυρνιού προπάππου μου του Μανώλη...

Στα 1922 τα πράγματα φαίνονταν δύσκολα... Ο Μανώλης είχε συγγενείς στη Σμύρνη και κάποιους ξεχασμένους στη Σάμο... Σκέφτηκε ότι εκεί ίσως θα ήταν καλύτερα να παν, "η Σμύρνη παρείχε αναμφισβήτητα μιαν ασφάλεια"... 'Πως τα μιλούσε έτσι τα Ρωμαίϊκα?' σκεφτόταν η Έφη... Ένα μεσημέρι φρόντιζε στην κούνια του τον μοναδικό τους γιό... Ο Μανώλης πήγε στο κοντινό κτήμα να ασφαλίσει τα άλογα και τα ζώα. Είχεν ακουστεί ότι τριγυρίζουν μάγκες από Τσέτες και δεν καταλαβαίνουν τίποτε... Αφού τ' ασφάλισε γύρισε σπίτι... Η Έφη βγήκε με χαρά στο παραπόρτι και κοιτούσε με αγάπη τον Μανώλη... Αυτός σοβαρός και απόμακρος της έγνεψε να κρυφτεί... Από ένστικτο, η Έφη φάσκιωσε το μωρό και έφυγε από την πίσω πόρτα για της Μητέρας της που ήταν προς τη μεριά ενός κεφαλοχωρίου των Σωκίων... εκεί υπήρχε Τουρκικός Στρατός, όσο να είναι μιαν ασφάλεια θα είχαν... Το βλέμμα της αντίκρυσε για τελευταία φορά το Μανώλη... Τον έσφαξαν μόλις 10 μέτρα μακριά της... Μετά του έκοψαν το κεφάλι και το πέταξαν στο κοτέτσι... χύμηξαν οι κότες και τσιμπολογούσαν αχόρταγα στη μεριά του λαιμού...

Η Έφη τότε συνειδητοποίησε ότι το τέλος της πλησίαζε... πήρε τη Μητέρα της, και τις τρεις αδελφές της και έφυγαν... Η μικρότερη είχε παντρευτεί πρώτη και είχε ήδη 13χρονο γιό... Μα ήταν η προστατευόμενη της Έφης, κι έτσι η Έφη έδωσε στην Αργυρούλα, τη μικρότερη, το μωρό της, ενώ κράτησε στα χέρια της και προχωρούσαν μέσα στο σκοτάδι το γιό της Αργυρούλας το Χριστάκη... Έφτασαν μετά από πολύ δρόμο αξημέρωτα σε μιαν απόμερη παραλία στους θαλάσσιους πρόποδες του ντιλέκ νταγί, του όρους Μυκάλη δηλαδή, απέναντι από τη Σάμο. Είχαν συμφωνήσει με έναν βαρκάρη εντόπιο-το είχε εδώ και βδομάδες κανονίσει ο Μανώλης- να τους πάρει, κι εκείνος κράτησε το λόγο του. Η Έφη ζήτησε από την Αργυρούλα το μωρό της. Εκείνη είπε πως το πέταξε σε μια παραλία 5 χιλιόμετρα πιο πριν γιατί της ήταν λέει βάρος... η Έφη έμπασε στη βάρκα τη μητέρα της και τις αδερφές της με το Χρηστάκη και έδωσε σημείο συνάντησης απέναντι στη Σάμο... τους είπε να την περιμένουν τρία μερόνυχτα... αν δε γυρνούσε ας τους είχε ο θεός καλά...

Έφυγε καταματωμένη, φουρκισμένη με άγριο βλέμμα... Δεν θυμάται πόσες ώρες περπατούσε, μόλις όμως έφτασε στην παραλία, είχε αρχίσει να φωτίζει... Έβγαλε κραυγή απαγοήτευσης... Σε όλη την ακτή, όπου υπήρχε αμουδιά, ήταν γεμάτη εγκαταλελειμένα βρέφη... παιδιά που έκλαιγαν γοερά - τα κλάματα της τρυπούσαν τ' αυτιά... Για καλή της τύχη είχε φασκιώσει το μωρό της με μια χρυσαφιά πορτοκαλί κουβέρτα... Ήταν μόνο δυό τρία φασκιωμένα με τέτοιο χρώμα... Στην τρίτη επιλογή έπεσε διάνα... μόλις άρπαξε το δικό της σε κάθε βήμα της γραπώνονταν βρέφη και μικρά παιδιά από τα ματωμένα της λεπτά πόδια και ούρλιαζαν δυνατά... έκλεισε τ' αυτιά της και τα κλαμμένα μάτια της κι έφυγε... στο δρόμο του γυρισμού είδε από μακριά ότι την παραλία την είχαν καταλάβει σώματα Τσέτών... γύρισε έτσι προς τα πίσω προς μια κωμόπολη που ήταν προς το βουνό... κατάλαβε από κουβέντες των Τσετών, ότι εκεί υπήρχε Τουρκικό σώμα... στα πρώτα σπίτια την πρόλαβαν οι Τσέτες... ήταν κοκκινοκέφαλοι άγριοι... Ένας κατέβηκε από το άλογο και της άρπαξε το μωρό... θα την βίαζαν πρώτα και είχε προετοιμαστεί γι' αυτό... "κρατήστε το μωρό, θα γίνει λεβέντης!" τους έλεγε με φωνή λεία να μην τους εκνευρίσει... εκείνοι σάστισαν που μιλούσε τόσο καλά Τούρκικα. Τότε ακούστηκε ένας πυροβολισμός... ένας καβαλάρης Τούρκος Λοχαγός πυροβολούσε στον αέρα και ερχόταν αλλόφρονας προς το μέρος τους... Εκείνοι όπλισαν με άγριο βλέμμα, αλλά ύστερα κατάλαβαν τι τους περίμενε, έτσι και τον πείραζαν... Τους σταμάτησε και τράβηξε με τον υποκόπανο του όπλου μια γερή στο κεφάλι του κοκκινοκέφαλου που είχε αρπάξει την Έφη. Ήταν για καλή της απρόσμενη τύχη ένας γείτονάς της από το χωριό της που τον είχαν στρατολογήσει... Οι Τσέτες παρέμεναν αλλόφρονες και οπλισμένοι αλλά ύστερα από λίγο, εμφανίστηκε το σώμα του Τουρκικού λόχου... Σημάδευαν τους Τσέτες... Εκείνοι έφτυσαν, καβάλησαν τα άλογα που ήταν κυρίως κλεμμένα και έφυγαν... "Έίσαι καλά κουζού μ?" της είπε γλυκά ο Λοχαγός! Έγνεψε στους άλλους: "αυτή είναι αδερφή μου!"

Τη φιλοξένησε για λίγο σε ένα επιταγμένο ρωμαίϊκο σπίτι... Της έδωσε ένα ποτήρι νερό..."Δεν μπορώ να σε κρύψω Έφη!" της είπε σοβαρά... "Δεν μπορώ να σε προστατέψω... τα βρωμόσκυλα θα με καρφώσουν"... "Το βράδυ θα σε πάω στην παραλία... έχω έναν δικό μας φίλο εκεί συγγενή μου. έχει βάρκα... θα σε περάσει απέναντι στη Σάμο... μόνο να μην μας κάτσει καμία στραβή!"... Μονολογούσε λυπημένα ο Γιούνες... η Έφη του χάϊδεψε τα μαλλιά του... "Μην βάλεις το κεφάλι σου στον ντορβά για μένα... άσε με θα πάω στην παραλία μόνη μου με τον μικρό... Μόνο πες στο βαρκάρη να μας περιμένει..."...
Ο Γιούνες χαμογέλασε πικρά: "αν σας βρουν θα σας μακελέψουν... Θα έρθω μαζί σου... μόνο να νυχτώσει!"

Η Έφη κρυμμένη όλη τη μέρα κάτω από ένα κρεβάτι, προσπαθούσε να μην ακούει τα ουρλιαχτά από ανθρώπους που σφάζονταν... άκουγε συνέχεια φωνές, ουρλιαχτά, κλάμματα μωρών... Μόλις ο ήλιος έγειρε κατέβηκαν σε μια παραλία που ήταν τότε χωριουδάκι νοτίως του Κουσάντασι... εκεί ο οπλισμένος Γιούνες φώναξε το βαρκάρη.... αγκαλιάστηκαν με κλάμματα... Η Έφη τον τράβηξε παράμερα... "Στο σπίτι μας κάτω από τη σκάλα έχω κρύψει έναν τέντζερη γεμάτο λίρες... κι έναν άλλον με χρυσαφικά..." "πάρε τις λίρες δικές σου από τώρα και τα χρυσαφικά δικά σου αν δεν γυρίσω σε τρία χρόνια!"... Ο Γιούνες έκλαιγε σαν μωρό παιδί... "Δεν θ'αγγίξω τίποτε, θά 'ρθεις να τα βρούμε μαζί!" της είπε... η βάρκα σήκωσε πανάκι και άρχισε να λικνίζεται στο φουσκωμένο κατάμαυρο πέλαγο... Η Έφη έριξε μια τελευταία ματιά προς την Πατρίδα της... κάτι φώτα αχνόφεγγαν σαν καντηλέρια ψηλά στο όρος Μυκάλη... σταυροκοπήθηκε... σαν από ένστικτο ήξερε ότι δεν θα ξανάβλεπε ποτέ αυτά τα μέρη... τα μέρη της... 

Στη Σάμο, ανταμώθηκαν με τους δικούς της με κλάμματα... Οι αδελφές της κρέμονταν όλη τους τη ζωή από την Έφη... το ίδιο και η υπέργηρη μητέρα της... Οι συγγενείς του άντρα της, προέβαλαν αντιρρήσεις... Ας είναι, η Έφη το ήξερε... Όμως θα τους φιλοξενούσαν για λίγο καιρό μέχρι να δουν πως θα παν τα πραγματα... Ή Έφη στρώθηκε να βοηθάει με τις αδελφές της στη δουλειά τους ανθρώπους εκεί... Βοηθούσαν όλοι εκτός από την προστατευόμενη Αργυρούλα... Αυτή δεν έκανε τίποτε... Σαν χαμένη τριγυρνούσε αδιάφορα στο λιμάνι... Ήταν από τις πιο όμορφες γυναίκες όλης της περιοχής... "Σαν πίνακας της αναγέννησης", έλεγε στα κατοπινά χρόνια ο παπούς μου... Μια φορά μόνο κατέβηκαν στην παραλία να την βρουν... Ο τόπος ήταν γεμάτος τυρρανισμένες ψυχές με άδεια βλέμματα... Η Έφη δεν ξανακατέβηκε... Ένα απόγευμα της έφεραν το χαμπέρι... Η Αργυρούλα κλέφτηκε με έναν λοχία ελλαδίτη και μπάρκαραν για τη Θεσσαλονίκη... "Τι ελλαδίτης αφού είναι από τη Σαλονίκη?" ρώτησε αυτή αμήχανα..."Α εκεί είναι η μονάδα του" της είπαν. 

Η Αλήθεια είναι ότι την Αργυρούλα την αγαπούσε η Έφη... Έτσι νευρική και άγρια, ένα απόγευμα μάζεψε τα μπαγάζια τους, και μπάρκαραν με άλλους πρόσφυγες για τη Θεσσαλονίκη... Θα τους έβαζαν σε σπίτια... Στην πραγματικότητα δεν ήθελε να είναι βάρος στους συγγενείς του άντρα της... Στη Θεσσαλονίκη έμειναν τρία χρόνια... Εκεί πάντρεψε η Έφη τη δεύτερη αδελφή της, τη "σκιά" της όπως την έλεγε... Μα η Αργυρούλα ήταν στην παλιά Ελλάδα με το Λοχία... Έτσι η Έφη έφυγε για την παλιά Ελλάδα με τη Μητέρα της και την άλλη της αδελφή... στους μήνες που τους πήρε να φθάσουν γιατί δούλευαν σε χτήματα για τα ναύλα, στη θήβα πάντρεψε την αδελφή της με έναν Αρβανίτη, που την είδε λέει και την ερωτεύτηκε... Η Αλήθεια είναι ότι της Έφης οι Ελλαδίτισσες της φαίνονταν πολύ πίσω, σαν τις Τουρκάλες ένα πράγμα... δεν ντύνονταν, δεν μιλούσαν δεν κάπνιζαν, και το κυριότερο, δεν κοιτούσαν τους άντρες στα μάτια... Το χειρότερο, μόλις έκαναν παιδιά παραιτούνταν... καμία κοκεταρία τίποτε... εκείνες πέρα στον τόπο τους στη Μικρασία δεν ήταν έτσι... Η Έφη αποχαιρέτησε και αυτήν της την αδελφή και συνέχισε για να βρει και να προστατέυει την Αργυρούλα... Σε όλο αυτό το διάστημα, από τη Σάμο κιόλας η Αργυρούλα είχε εγκαταλείψει το Χρηστάκι στην Έφη... Η αλήθεια είναι ότι τον εγκατέλειψε από τότε που γεννήθηκε, κι ο Χρηστάκης μεγάλωσε με την Έφη... Μέχρι το θάνατό του, μετά από πολλά χρόνια την Έφη φώναζε "μαμά", ενώ την Αργυρούλα την περιφρονούσε σαν ξένη...

Σαν πήγαν στην πόλη που έμενε η Αργυρώ σπιτωμένη από τον αγαπητικό, η Έφη βρήκε ένα δωμάτιο στα προσφυγικά με την Μητέρα της και τα δυό παιδιά της, το Χρηστάκη και τον Σταυρή... Οι άλλοι πρόσφυγες εκεί στον συνοικισμό εκείνο ήταν από τη βόρεια Μικρά Ασία, "ξενομερίτες, άγριοι άνθρωποι"... "Παναγία μου, βόηθα με τούτους όλους εδώ!" μονολογούσε η Έφη... Ο αγαπητικός της Αργυρούλας την πέταξε στο δρόμο, μα η Έφη της βρήκε σπίτι κανονικό, γιατί εκεί που έμεναν το κράτος έδωσε κάποια πρόχειρα καταλύμματα. Η Έφη έπρεπε να δουλέψει για να ζήσει τα παιδιά της, τη Μητέρα της και την αδελφή της που ήταν ακαμάτρα... Έπιασε δουλειά στο λιμάνι, και το βράδυ λαντζέρισα σε ταβέρνα...

Εκεί στη δουλειά, γνώρισε το Γιώργη... Την αγάπησε, ήταν πολύ όμορφη... λεπτή αραχνοϋφαντη, μα νευρώδης... Ο Γιώργης την άφησε έγκυο... Οι δικοί του είπαν να τον σκοτώσουν καλύτερα "παρά να τον αφήσουν να παντρευτεί την Τουρκάλα". Ο Γιώργης υπάκουσε... ένα πρωί έφυγε και δεν ξαναγύρισε... Η οικογένειά του είχε την ατυχία να μένει κοντά στης Αργυρούλας. Ο Γιώργης συχνά συναντούσε την Έφη στο υπόλοιπο της ζωής του που παντρεύτηκε κι έκανε παιδιά με μια ντόπια... Όποτε την έβλεπε, έτρεμε, χανόταν η γη από τα πόδια του... Μα η Έφη τον περιφρονούσε πλέον... δεν άξιζε...
Γέννησε ένα ακόμη αγόρι... τώρα μεγάλωνε τρία αγόρια... και τη Μητέρα της... και την Αργυρούλα... χρειαζόταν ένα καλύτερο μεροκάματο... παρακάλεσε τον αρχιεργάτη στο λιμάνι να την βάλει φορτοεκφορτώτρια, χαμάλισσα δηλαδή... -"Δεν γίνονται αυτά τα πραμματα!"· είπε αυτός.
"Γυναίκα σαν και σένα, σαν τα κρύα τα νερά με τους καραγωγείς!"
-"Και τα παιδιά μου καπετάν Κωνσταντή?" "Τυρρανισμένοι άνθρωποι είμαστε!" "Τα παιδιά μου? "
Αυτός της είπε "Φεύγα το θεό σου!". Η Έφη τον έβρισε στα τούρκικα, αλλά εκεί δίπλα ήταν ένας καπετάνιος Πολίτης και γέλασε... έπιασε ψιλή κουβέντα με την Έφη... Αγκαλιάστηκαν, τη φίλεψε και την επόμενη, οι χαμαληδες του λιμανιού, έβλεπαν για πρώτη φορά μιαν αδύνατη λιανή μα γεμάτη νεύρο νέα και όμορφη γυναίκα να ζαλώνεται τα σακιά και να τα φορτώνει στα καράβια... "Τι κοιτάτε? τη δουλειά σας!" τους φώναξε ο καπετάν Κωνσταντής. Κι έτσι η Έφη έκανε το πρωΐ τη φορτοεκφορτώτρια, τα απογεύματα στα σύκα και τις σταφίδες και τα βράδυα στην ταβέρνα... εκτός από λαντζέρισσα ήταν και μαγείρισσα, γιατί μαγείρευε άριστα...

Ένα πρωΐ στο λιμάνι, η Έφη πήγαινε με ένα βαρύ σακί, πίσω από έναν συνάδελφό της, θεόρατο στο μπόϊ, το Μιχάλη... ακούστηκε το τρίξιμο του μακαρά από πάνω τους... Μια σαμπανιά, γεμάτη μπουκάλες ούζο κρεμόταν φορτωμένη μετέωρη από πάνω τους... Ένας Ιταλός λοστρόμος έβριζε σαν τρελός. Όλα έγιναν ξαφνικά, ο μακαράς έσπασε, η σαμπανιά έπεσε ακαριαία φορτωμένη πάνω τους. Ο Μιχάλης την ύστατη στιγμή, παράτησε το φορτίο του, και άρπαξε την Έφη να την προστατέψει... Την αγαπούσε την Έφη... Η σαμπανιά τους καταπλάκωσε με το βάρος της... Όλοι γύρω ήταν σίγουροι πως θα τους έβγαζαν με τα κουταλάκια... όλο το λιμάνι έτρεξε με αγωνία, την αγαπούσαν την Έφη... Σήκωσαν το βάρος και ο Μιχάλης, ήταν νεκρός... την Έφη όμως είχε καταφέρει να τη σώσει... νόμιζαν ότι θα τη βρουν λιώμα, εκείνη όμως σηκώθηκε με αγωνία και έκλαιγε για το Μιχάλη... Το λιμάνι έκλαιγε από χαρά και συγκίνηση για την Έφη... Τα πλούσια μαλλιά της τα έδενε με φουρκέτες και αυτές μπήκαν στ' αυτιά της κουφαίνοντάς την για πάντα... Η Έφη δεν θα ξαναάκουγε τίποτε από τον πολύβουο τούτο κόσμο... Μα ποιός νοιάζονταν? Αυτή ζούσε... Αλίμονο στο Μιχάλη... "Να μην ξεχάσω να πάω με τα πόδια στο μοναστήρι του προφήτη Ηλία πάνω στο βουνό, για την ψυχή του Μιχάλη... να αναπαύσει ο θεός την ψυχή του"...

Ποιά είναι αυτή η γυναίκα? Ρώτησε ένα πρωΐ ένα εντόπιος εφοπλιστής που ήταν στο λιμάνι για δουλειές... "Το και τό" του είπαν εκεί οι αρχιεργάτες... Την πλησίασε... "Άμα είσαι από τα μέρη της Σμύρνης θα μαγειρεύεις και καλά!" της είπε γελώντας... "Δεν βαριέστε" του αποκρίθηκε αυτή ευγενικά... Αυτός εξετίμησε ότι τον κοιτούσε στα μάτια, ατρόμητη και ζήτησε να του μαγειρέψει στο σπίτι τους. Ήταν μια βίλα, υποστατικό κανονικό... Της έστειλε άμαξα με άλογο... Η Έφη είχε να μετακινηθεί με αμάξι κοντά 10 χρόνια από τότε που ήταν στην Πατρίδα της... Της ψώνισε ο Αμαξάς, του μαγείρεψε... Ο εφοπλιστής τρελάθηκε... Δεν έμενε εκεί μόνιμα, μα οποτεδήποτε εγκαθίστατο εκεί ή φιλοξενούσε ξένους, ή είχε τραπέζι επίσημο, η Έφη ήταν η αρχιμαγείρισσα του σπιτιού με καλό μισθό... Και είχε και βοηθούς! Αυτό την έσωσε και δεν πέθανε αυτή ή οι δικοί της στην Κατοχή από την πείνα... επίσης έσωσε από εκτέλεση κάποια από τα ατίθασσα παιδιά της τότε στην Κατοχή και στον εμφύλιο που ακολούθησε...

"Γιατί βρε Έφη δεν ξαναπαντρεύεσαι? Τόσα καλά παιδιά υπάρχουν εδώ που θα σε έπαιρναν αύριο κιόλας!" της έλεγαν χαριτολογώντας τόσο οι συνάδελφοι στη δουλειά, όσο και ο εφοπλιστής με την οικογένειά του... "Αν βρω κανέναν που να είναι άντρας και να μην είναι στα φουστάνια της μάνας του, ευχαρίστως τον παίρνω!" τους απαντούσε με νόημα η Έφη... και γελούσαν όλοι... Δεν ξαναπαντρέυτηκε... Στα χρόνια που θα ακολουθούσαν, τα βάσανα, δεν θα εξέλειπαν ποτέ από τη ζωή της... την περίμεναν πολλές δύσκολες μέρες... σκληρές, γεμάτες πόνο και αγωνία... και όταν σοβάρευε την κουβέντα με κάποιους πατριώτες της, γυρνούσε στα Τούρκικα, όπου εκεί ποιός έβλεπε το θεό και δεν τον φοβόταν...

Είχα την τύχη στη δεκαετία του 70 να με κρατάει μικρόν αρκετά συχνά, γιατί οι γονείς μου δούλευαν πολλές ώρες... και να δοκιμάσω τις θεϊκές της γεύσεις με αξεπέραστη τη μοναδική γαλατόπιτά της... Έκτοτε ποτέ δεν έχω ξαναφάει τέτοια πουθενά... Κανένας από τους κατιόντες της δεν κατάφερε στο παραμικρό την αξεπέραστη μαγειρική της... Ας είναι... Τους χειμώνες ζεσταινόταν με ένα μικρό μαγκαλάκι, από το οποίο έχω ποικίλες μνήμες, όλες καλές... Μιαν ανοιξιάτικη ηλιόλουστη ημέρα αισθάνθηκε αδιαθεσία

και την πήγαν στο νοσοκομείο... αυτή έκανε καλαμπούρια με τους γιατρούς... μετά τους ζήτησε ευγενικά να αναπαυτεί λιγάκι, γιατί ήταν απομεσήμερο... έφυγε εκεί στα 1981 στον ύπνο της γαλήνια... Μέχρι το θάνατό της, ως Πατρίδα της, θεωρούσε το χωριό της εκεί πίσω...

Την μνημόνευσα εδώ γιατί της το χρωστούσα απο καιρό... και ευχαριστώ που είχα την τύχη να την γνωρίσω... αυτό το ατρόμητο βλέμμα της... ίσως ακόμη και σήμερα να στέλνει μηνύματα με τη στάση ζωής της, καθώς κατά καιρούς τη φέρνω στη μνήμη μου... Όλο και πιο σπάνια πλέον, αλλά πάντα με την ίδια αίσθηση...

nikiplos

 pisostapalia.blogspot.gr