Εκείνη την ημέρα είχαμε ξυπνήσει με σειρήνα, είχαμε μια σειρήνα στην οδό Αγίου Μελετίου ψηλά, και ενώ τις άλλες μέρες ξέραμε ότι γινόντουσαν γυμνάσια, εκείνη την ημέρα καταλάβαμε ότι είναι πόλεμος, βγήκε ο κόσμος έξω στους δρόμους. Δεν υπήρχαν ραδιόφωνα και τέτοια και ήρθε κάποιος και είπε: Μας κηρύξανε τον πόλεμο οι Ιταλοί… (η Φ. Λ., γενν. στην Αθήνα το 1922)
Η πολυκατοικία αυτή ήτανε η πρώτη που έγινε εκεί στην οδό Μαυρομματαίων, Μαυρομματαίων 39 […] Και γύρω-γύρω –γιατί η πολυκατοικία ήτανε μεγάλη– είχε πολλές αποθήκες, εξωτερικές, κάθε μία στον κάθε ένα ενοικιαστή ή ιδιοκτήτη, όπου άφηνε τα ξύλα του […] και κατέβαινε η υπηρέτρια, ή οι υπηρέτριες, γιατί οι υπηρέτριες ήτανε πολύ σύνηθες φαινόμενο… [Υπήρχαν σπίτια με δύο υπηρέτριες;] Αμέ, με τέσσερις! Επί παραδείγματι, του Δημητριάδη. Ο Δημητριάδης είναι ο ιδιοκτήτης […] της πολυκατοικίας, και μάλιστα όχι αυτός, η γυναίκα του, η Αλίκη Δημητριάδου […] Η γυναίκα του ήτανε η κόρη του Παπαστράτου, του Γιάννη του Παπαστράτου […] Αυτός; Αυτός έπαιζε πάρα πολύ καλό τένις! Δεν αρκεί; […] Κάποτε τσάντισε τη μάνα μου, τσάντισε κι εμένα πιτσιρικά και σηκώθηκα κι έφυγα [...] Γιατί κηρύχτηκε ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος […] κατετάγη και αυτός, ο Δημητριάδης, στο στρατό. Έφευγε κατά τις δέκα η ώρα από το σπίτι του και κατά τις δύο, αφού πέρναγε πρώτα από το τένις, γύρναγε στο σπίτι του […] Έτσι πολέμησε στην Αλβανία, κατάλαβες; […] Λοιπόν, έλεγε [η Δημητριάδη] στη μάνα μου, «Ο Νίκος δεν μπορεί να πάει και να πολεμήσει στο ελληνοαλβανικό μέτωπο, στις πέτρες επάνω, που έχει συνηθίσει σε παπλώματα μεταξωτά [...] Προσφέρει άλλου είδους υπηρεσίες, αλλά όχι τέτοια. Αυτά είναι για τα σκληρά παιδιά, είναι για τα παιδιά από τα χωριά, που βάζουνε μια πέτρα προσκεφάλι και κοιμούνται και ροχαλίζουνε. Ο Νίκος μου θα μπορούσε ποτέ να βάλει το κεφάλι του σε μια πέτρα και να κοιμηθεί;»… (ο Σ. Μ., γενν. στην Κυψέλη το 1933)
Νίκησε ο Χίτλερ […] και κατέβηκε και μπήκε μέσα η στρατιά περνώντας από την οδό Πατησίων, συντεταγμένη με βήμα, χωρίς μουσική, χωρίς τίποτα και σε μια δεδομένη στιγμή κάποιος γύρισε το κεφάλι του και είδε το σπίτι μας που είχε νεραντζιές, με κάτι νεράντζια που είχαν αρχίσει και κοκκινίζανε και στο τέλος της γραμμής σπάει η παρέλαση των Γερμανών και χυμάνε να κόψουνε, νομίζανε ότι είναι πορτοκάλια, τα νεράντζια τα οποία κατεβάσανε από τον τοίχο του κήπου και τα δαγκώνανε. Ποιος ξέρει τώρα… ή πεινασμένοι ήτανε ή φρούτα νομίζανε… (η Λ. Μ., γενν. στην Αθήνα το 1930)
Αλλά εκείνο που μου είναι έντονο είναι, όταν μπήκαν οι Γερμανοί μέσα, μόλις είχα τελειώσει το Γυμνάσιο και είχα πιάσει μια ψευτοδουλειά κάπου, και την ημέρα που μπήκανε οι Γερμανοί ή μάλλον την άλλη μέρα, πρέπει να μπήκανε Κυριακή… ναι… και δεν πήγα στη δουλειά αυτή, δεν ήθελα…. Πήγαινα Φωκίωνος Νέγρη μόνη μου και καθόμουνα και σκεφτόμουνα πώς θα είναι η ζωή μας από δω και πέρα.
(Φ. Λ.)
πηγή

No comments:
Post a Comment