
ΚΑΛΑΝΤΑ ΛΙΔΟΡΙΚΙΟΥ , όπως τα κατέγραψε ο αείμνηστος χωριανός μας Σπύρος Σφέτσος
Καλό σας βράδυ , ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ….Κ.Κ.-

ΚΑΛΑΝΤΑ ΛΙΔΟΡΙΚΙΟΥ , όπως τα κατέγραψε ο αείμνηστος χωριανός μας Σπύρος Σφέτσος
Καλό σας βράδυ , ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ….Κ.Κ.-
Παραμονή Χριστουγέννων και το χειροκίνητο ξυπνητήρι τύπου κατσαρόλας που ξυπνούσε και πεθαμένους χτύπαγε χαράματα.
Το τρίγωνο στο χέρι ...παλτό και έξω στον δρόμο όπου περίμενε η παρέα φυσώντας τα χέρια για να ζεσταθούν.
Το δρομολόγιο άρχιζε από τους τακτικούς πελάτες που ήδη είχαν ξυπνήσει......να τα πούμεεεεε...-...πέστε τα.... και δώστου πάντα την εισαγωγή και του χρόνου για να προλάβουν και τα άλλα
σπίτια ...να κάνουν πρωτιά γιατί μετά ξεφτούσε...χαμήλωνε το ποσόν.
Βγαίνοντας έξω ο ταμίας ενημέρωνε την ομήγυρη για το ποσόν και άκουγες... -...η τσιγκούνα ταληράκι έδωσε...
Ήταν γνωστά τα σπίτια με τους ανοιχτοχέρηδες οπότε και ανάλογη η προσπάθεια της χορωδίας με όλα τα λόγια και με το ρεφρέν.
Εκεί η παρέα έπαιρνε χαρτονόμισμα που στην συνέχεια το ανέμιζε στον αέρα ο ταμίας και από πίσω του έτρεχαν οι υπόλοιποι προσπαθώντας να κάνουν από μνήμης την διαίρεση για να μάθουν το μερτικό τους.
Ξημερώνοντας καλά η ημέρα άνοιγαν και τα μαγαζιά και η παρέα θα έφτανε μέχρι την Ομόνοια...
Εκεί υπήρχε μεγάλος ανταγωνισμός και η είσπραξη δεν ήταν καλή...
Από μαγαζί σε μαγαζί και στην συνέχεια στην Πλάκα ....
Επιστροφή το απόγευμα στην γειτονιά με τον ταμία στην μέση και με τις τσέπες του να κουδουνάνε από τα κέρματα.
Στο πεζοδρόμιο η καταμέτρηση ...η μοιρασιά και στην συνέχεια στον μπακάλη στον φούρναρη προκειμένου τα κέρματα να γίνουν χαρτονομίσματα.
Συνήθως ο κάθε καλαντάρης τα χρήματα αυτά θα τα έβαζε στο ταμείο της οικογένειας στο γνωστό τσίγκινο κουτί της ΦΥΤΙΝΗΣ.
Στο οικογενειακό συμβούλιο θα αποφασιζόντουσαν οι Χριστουγεννιάτικες αγορές.
Χρόνια Πολλά!
πίσω στα παλιά

Τα κάλαντα. Η καλύτερη παιδική δραστηριότητα. Παλιότερα, στα χωριά, οι κυράδες φίλευαν τα παιδιά με γλυκά των Χριστουγέννων και σημασία είχε να τηρηθεί το έθιμο. Όταν καταργήθηκε για τα καλά η ανταλλακτική οικονομία, άρχισε να κινείται το χρήμα.
Ακόμη καλύτερα. Στη φωτογραφία, οι τρεις πιτσιρικάδες τα είπαν μαζί, όπως κάναμε όλοι με την παρέα μας. Τρεις φίλοι. Τρεις κανταδόροι.
Η ιερή στιγμή της μοιρασιάς. Το τρίγωνο μπορεί να αναπαυτεί για λίγο στον δρόμο, ενώ ο μεσαίος, που μετρά τα χρήματα, γελά με ικανοποίηση. Μάλλον πήγε καλά η μέρα.
Στα δεξιά του, ο κολλητός του χαμογελάει. Σιγά μη σκάσει, επειδή τα παπούτσια του είναι πιο μεγάλα από το πόδι του. Αρκεί που χειμωνιάτικα δεν είναι ξυπόλητος. Και το σακάκι του πλέει άλλα, έτσι κι αλλιώς, ελάχιστα παιδιά είχαν λεφτά για ρούχα στα μέτρα τους.
Όλοι με αποφόρια βολεύονταν.
Ο πιτσιρικάς στα δεξιά, με το τουμπελέκι, κοιτάζει σκεφτικός: «Άραγε, θα τα μοιραστούμε δίκαια, ή θα με ρίξουν, επειδή είμαι ο πιο μικρός». Μπορεί, βέβαια, απλά να σκέφτεται τι θα αγοράσει με την μπάζα.
Τι να σημαίνουν άραγε τα σπίρτα, μπροστά από το αριστερό του πόδι;
Καπνίζει, ή τα πουλάει;
Σήμερα, αν ζουν, θα είναι εβδομηντάρηδες.
Καλά Χριστούγεννα.
Χαράματα στο πόδι ....το τρίγωνο στο χέρι και έξω στον δρόμο περίμενε η ομάδα...άλλοι δύο δηλαδή σύνολον τρείς για καλύτερο μερίδιο από τις εισπράξεις.
Πώς να ξεχάσεις αυτά τα χρόνια....
" Από πού αρχίζουμε;"
Φυσικά από την κυρά Ευτυχία στην μονοκατοικία απέναντι από το τσαγκαράδικο του παππού.
Έμενε μόνη της είχε πεθάνει ο άντρας της δεν είχε παιδιά και της είχε αφήσει μεγάλη περιουσία.
Αν και χαράματα απ΄έξω περίμεναν κι άλλοι συνάδελφοι με τα εργαλεία για να του πούνε...
Δεν βαρυγκομούσε η φουκαριάρα ...άνοιγε σε όλους και έδινε πλούσιο
"μεροκάματο" στους καλαντάρηδες.
Υπήρχαν κι άλλοι σταθεροί καλοί πελάτες στην γειτονιά ...
Με την σειρά τους όλοι και οι επαγγελματίες της γειτονιάς φυσικά...
μπακάλης φούρναρης χασάπης ΕΒΓΑΤΖΗΣ ψιλικατζής όλοι έδιναν
αλλά τσιφούτικα.
Από το μεσημέρι και μετά Κέντρο της Αθήνας...λιανοτάρι...μικροκέρματα
αλλά από το ένα μαγαζί έβγαινες στο άλλο έμπαινες οπότε υπήρχε τζίρος.
Αποκαμωμένοι το απόγευμα πίσω στην γειτονιά για την μοιρασιά.
Θα θυμηθώ και μια χρονιά που το ταμείο πήγε εξ ολοκλήρου
στην οικογένεια ενός φίλου της αλάνας που είχε πρόβλημα.
Γινόντουσαν και τέτοια..δεν βαρυγκομούσες αντιθέτως φούσκωνες
σαν γάλος από υπερηφάνεια όταν άκουγες τις ευχές και τις ευχαριστίες
της γειτονιάς.
ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ!
πίσω στα παλιά
Άρχισε από νωρίς το χιόνι απόψε , σε λίγη ώρα όλα γύρω είχαν πασπαλιστεί με...ζαχαρένιο χιόνι , λες κι' ήταν κουραμπιέδες , χαρές τα παιδιά , που την άλλη μέρα , μετά τα κάλαντα , θα παίζαμε χιονοπόλεμο , και δεν πέρναγε κι' αυτή η βραδιά , να ..ψευτοξημερώσει , να μαζευτούμε , η..παλιοπαρέα της γειτονιάς , αχάραγα , να πάμε για τα κάλαντα .
Η μάνα μου , από νωρίς , με γκρίνιαζε , λέγοντάς μου πως έξω..ψήνει τα ..φίδια , και να καθίσω στ' αυγά μου , γιατί κάνει ψόφο , κι' είχα κι'ένα..γαϊδουρόβηχα..λάλαγα σαν κοκοράκι , αλλά που εγώ , δεν έπαιρνα χαμπάρι από τέτοια , ήταν βλέπεις τα πρώτα μου κάλαντα με συνοδεία..φυσαρμόνικας , έκανα το ντεμπούτο μου ...λίγο το ‘χεις...
Όλη τη μέρα έκανα πρόβες , τα ‘μαθα καλά τα κάλαντα , γιατί ήταν καινούρια η φυσαρμόνικά μου , Γερμανικιά Ηohner , μέχρι τώρα είχα μια Picolo , και ήθελα η πρώτη μου εμφάνιση να είναι θριαμβευτική , μια και ήμουν ο μόνος ...οργανοπαίχτης που θα τα ‘λεγε .
Το ραντεβού είχε ορισθεί για τις 4 το πρωί , μαύρα σκοτάδια δηλαδή , αλλά ποιός τα κοίταγε αυτά , έξω το ‘χε στρώσει κανονικά και έριχνε συνέχεια , απ' το τζάμι παρακολουθούσα , και στα κάγκελα του μπαλκονιού κόντευε να φτάσει μια παλάμη , κι' οι νιφάδες , χοντρές-χοντρές , όλο και πύκνωναν , τις χάζευα απ' το παράθυρο , ρίχνοντας το φως απ' το φακό μου , που λες και ..τρυπούσε τον αέρα και το χιόνι κι' έφεγγε πολλά μέτρα μακριά , σχεδόν μέχρι την άκρη της αυλής μας , μέχρι τη μάντρα , που ήταν οι τριανταφυλλιές και οι καμέλιες , λευκοντυμένες σαν... νυφούλες , καμαρωτές-καμαρωτές....΄
Έσβησα το φως , και χαμήλωσα τη λάμπα του πετρελαίου , που είχα δίπλα στο κρεβάτι μου σε μια καρέκλα , μαζί με τη φυσαρμόνικά μου και το ξυπνητήρι , μαύρο , Big Ben παρακαλώ , Αμερικάνικο , μας το ‘χε στείλει ο μπάρμπα Χρήστος Κάρλος , ο αδερφός της μάνας μου ,απ’ το Σικάγο , και είχε και φωσφορίζοντες δείκτες και αριθμούς , το ‘χα λοιπόν δίπλα μου για να το κλείσω να μη ξυπνήσω και τους άλλους , τη λάμπα την άφησα ίσα-ίσα να καίει , γιατί στις 12 , τα μεσάνυχτα , ο Γαζής έσβηνε το ηλεκτρικό , αφού πρώτα έκανε ένα..συνθηματικό αναβόσβημα , 5 λεπτά πριν .
Βέβαια δεν σταμάτησα , που και που , να φέγγω με το φακό μου για να παρακολουθώ τι γίνεται έξω , ενώ η μάνα μου η καημένη , ξεθεωμένη όλη τη μέρα , μαγαζί ..σπίτι , απ' τα χαράματα στο πόδι , μου φώναζε να κοιμηθώ , αλλά που εγώ....και δεν πέρναγε κι'αυτή η ρημάδα η ώρα...
Για να νυστάξω και να κοιμηθώ , μετρούσα τα τικ-τακ του ρολογιού και παρακολουθούσα το μικρό φωσφοράκι του δείχτη , που προχωρούσε με μικρά ..πηδηματάκια , κάποια όμως στιγμή , φαίνεται , με πήρε ο ύπνος , ενώ σκεφτόμουνα τι ώρα , άραγε , θα ξυπνήσουν οι άλλοι ; ο Χρήστος , ο Μιλτιάδης , ο Γιάννης έχοντας την έννοια μη και δεν ακούσω το ξυπνητήρι...κι' αργήσω .
Κάποια στιγμή , ένοιωσα κάποιον να με σκουντάει να ξυπνήσω , ήταν η μάνα μου , που άκουσε το ρολόι που χτυπούσε , ποιός ξέρει πόση ώρα , πετάχτηκα , δυνάμωσα λίγο τη λάμπα , κι' άρχισα να ντύνομαι , ενώ η μάνα μου έλεγε να ντυθώ καλά γιατί έκανε ..ψόφο , να βάλεις τις γαλότσες , μούπε , το’χει στρώσει για τα καλά , θα πουντιάσετε...
Που ν’ ακούσω εγώ , κοίταγα την ώρα που πέρναγε και φοβόμουνα μην αργήσω κι' οι άλλοι έχουν μαζευτεί , τρέμαν τα πόδια μου , όχι τόσο απ' την παγωνιά , όσο απ' την ανυπομονησία , να προλάβω , ετοιμάστηκα , πήρα τη φυσαρμόνικα , φόρεσα και κάτι πλεχτά..χακί γάντια , καθησύχασα τη μάνα μου , που συνέχισε να μου λέει να ντυθώ καλά και να προσέχω , και ξεκίνησα..
Βγαίνοντας , αντίκρισα ένα υπέροχο θέαμα , όλα γύρω σκεπασμένα με φρέσκο..αχνιστό χιόνι , κι' έριχνε συνέχεια , χοντρές-χοντρές νιφάδες , οι γαλότσες μου χώνονταν μέχρι τη μέση στο χιόνι , και με δυσκόλευαν στο βάδισμα , ενώ το παλιό χιόνι είχε αρχίσει να παγώνει και να..γλιστράει , τότε σκέφτηκα το τι έχει να γίνει τη μέρα στον κατήφορο της Βαθειάς , που όποιος πέρναγε θα ‘κανε τσουλήθρα , την περασμένη μάλιστα χρονιά , είχαν σπάσει και χέρια και..πόδια , κι' οι φουκαράδες οι Γυφτομαχαλιώτες , θα μείνουν αποκλεισμένοι , ποιός ξέρει για πόσες μέρες....
Προχώρησα , ο Μιλτιάδης δεν είχε φως , ούτε ο Γιάννης , απέναντι , φαίνεται θα’χαν προχωρήσει στ' Αλωνάκι , κι' ο Χρήστος βέβαια γιατί δεν είχε ούτε αυτός φως , περπατούσα και το ολόφρεσκο χιόνι έτριζε , το φχαριστιόμουνα , ολόγυρα ήταν ..θεοσκότεινα , πουθενά φως , κι'έκανε κυριολεκτικά...ψόφο , κρύωνα , θυμήθηκα τη μάνα μου την έρμη που μάλλιασε η γλώσσα της , ντύσου καλά , κάνει ψόφο , ήθελα να γυρίσω αλλά και πάλι , δεν ήθελα ν' αργήσω , ύστερα έφτασα στ' Αλωνάκι , που θα περιμένουν κι' οι άλλοι , φτάνοντας βλέπω την πλατεία κάτασπρη , το χιόνι κόντευε να φτάσει μια ..σπιθαμή , τα τραπεζάκια του μαγαζιού μας σκεπασμένα απ' το χιόνι , και στην άκρη της πλατείας , τρεις-τέσσερις καρέκλες , ξεχασμένες φαίνεται , κι' αυτές σκεπασμένες απ' το χιόνι , τα παιδιά όμως πουθενά , προχώρησα να μαζέψω τις καρέκλες , να τις βάλω σε μια γωνιά και να τις τινάξω , μουρμουρίζοντας , που ξεχάσαμε έξω τις καρέκλες χειμωνιάτικα , ενώ παράλληλα νευριασμένος με τα παιδιά , που δεν ..φαίνονταν πουθενά , άρχισα να τους τα...σούρνω...και επειδή...φοβόμουνα άρχισα να ..χαζοτραγουδάω , να λέω τα..κάλαντα , έτσι για να’χω..συντροφιά...
Το χιόνι συνέχιζε να πέφτει πυκνό και παχύ-παχύ , τα μαλλιά μου θα πρέπει να’ταν κάτασπρα , το ‘νοιωθα , κόντευα να γίνω ...χιονάνθρωπος , τα πόδια μου ξυλιασμένα , και τα χέρια μου , τα’νοιωθα..δεν τα’νοιωθα , α..ρε μάνα , είχες δίκιο που μου’λεγες να κάτσω στ' αυγά μου , αλλά ποιός σ' άκουγε....σκέφτηκα να γυρίσω στο σπίτι , αλλά τα κάλαντα...κι' αυτά τα παιδιά πουθενά , μ' είχε πιάσει απελπισία είχα γίνει ...τούρκος απ' τα νεύρα , τραγούδαγα , έβριζα , έλεγα τα κάλαντα , ούτε κι' εγώ ήξερα τι έκανα , η παγωνιά αβάσταχτη και τα νεύρα...τσατάλια...κι' αυτό το χιόνι , μου σκέπαζε τ' αυτιά και τα πάγωνε...τα’νοιωθα , κιόλας , ξυλιασμένα...
Τότε ένοιωσα ένα ελαφρό σκούντημα στον ώμο , πετάχτηκα , κι' ακούω : άντε ρε πατέρα ξάπλωσε στο κρεβάτι , θα πιαστείς , έχεις μια ώρα που κοιμάσαι στον καναπέ , βρίζεις..τραγουδάς , λες τα κάλαντα , τι έπαθες Χριστουγεννιάτικα ; πάλι το Λιδορίκι ονειρεύεσαι ; Ξύπνααααα......
Αλάφιασα , πετάχτηκα απ’ τον ύπνο ...ήταν ο μικρός μου γιός , ο Χάρης , και γελούσε ασταμάτητα , που να’ξερε ότι μου χάλασε το ωραιότερό μου όνειρο , τα πρώτα μου κάλαντα....αχ..βρε..Χάρη ....με 'κοψες στο..καλύτερο....τα χαλάνε τέτοια ..όνειρα …
Καλό σας βράδυ , ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ........Κ..Κ.-