Showing posts with label ΔΟΥΚΑ ΤΑΣΙΑ. Show all posts
Showing posts with label ΔΟΥΚΑ ΤΑΣΙΑ. Show all posts

5.5.14

“ ΓΕΦΥΡΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΞΕΝΙΤΕΜΕΝΟΥΣ ΜΑΣ …”

 

 

Γράφει  η  Τασία  Δούκα

 

3

Γιάννης  Γεροδήμος  ή Φαναταρόγιαννος  απ’ το  Τριβίδι  Δώρίδας . Γεννήθηκε  στο Τριβίδι  στις  10  Φεβρουαρίου 1889 , στη  φωτογραφία είναι  σε  ηλικία  21  ετών , όταν  πήγε  στη  Αμερική

 

Αγαπητέ Κώστα

Χριστός Ανέστη, χρόνια πολλά υγεία και χαρά σε όλους.

Είχα γράψει σχετικά με τους πρωτοπόρους  πατριώτες  μετανάστες στην Αμερική και τα έργα τους.  Ένας από τους παλαιούς Λιδωρικιώτες που κατά τη δική μου γνώμη ξεχώριζε μέσα σε όλους ,  ήταν ο Χρίστος ο Πέτρος.  Ένας πραγματικά λεβέντης πατριώτης που πρόσεφερε πολλά χωρίς ποτέ να περιμένει αναγνώριση.  Πολλά θα μπορούσα να γράψω για τον αείμνηστο γνήσιο Λιδωρικιώτη, αλλά νομίζω πως υπάρχουν πολλά άλλα άτομα που μπορούν να το κάμουν αυτό.

Εγώ θα ήθελα να γράψω δυο λόγια για ένα άλλο εξαιρετικό ,  λεβέντη Ρουμελιώτη  , το θείο μου το Γιάννη Γεροδήμο από το Τριβίδι. Κατά τας αρχάς του 1900, μάλιστα το 1910 μετανάστευσαν στην Αμερική 8 Γεροδημαίοι ,  όλοι εξαδέλφια, δύο από  κάθε οικογένεια. Αν θέλεις άλλη φορά μπορώ να σου γράψω περισσάτερα για τον κάθε ένα, τώρα θα αφιερώσω αυτά τα ολίγα στη μνήμη του  αγαπημένου μου θείου Γιάννη ή Φαναταρόγιαννο όπως τον  ήξεραν όλοι.

Ο θείος μου ήταν δεύτερος ξάδελφος της μάνας μου.  Εγεννήθηκε στις 10 Φεβρουαρίου 1889.  ήταν το πρώτο παιδί της οικογένειας, 3 αγόρια 3 κορίτσια. ‘Ηταν 21 χρονών όταν ήλθε στην Αμερική,  Δεν ξέρω πως και πότε πέθανε ο πατέρας του, ξέρω μόνο πως όταν ήλθε στην Αμερική ήταν ορφανός από πατέρα και αφού ήταν ο μεγαλύτερος είχε αναλάβει τις υποχρεώσεις ως προστάτης της οικογένειάς του.  Δεν είχε πάει σχολείο και δεν ήξερε να γράφει και να διαάζει . όταν ήλθε στην Αμερική παρακάλεσε ένα άλλο νεοφερμένο φίλο να του γράψει  ένα γράμμα να στείλει  στη μάνα του.  Όταν του εζήτησε για δεύτερη φορά να γράψει ,  αυτός του  απάντησε πως δεν μπορούσε να το κάνει αυτό   πάλι.  Δεν θα ξεχάσω ποτέ τον πόνο του όταν μου μιλούσε για τα χρόνια εκείνα.  Για σκέψου να είμαι  άντρας και να μην μπορώ να γράψω ένα γράμμα στη μάνα μου...

    Αγόρασε ένα βιβλίο , Αλφαβητάριο όπως το έλεγε και έμαθε μόνος του να γράφει  και δεν βρέθηκε στην ανάγκη να παρακαλάει άλλους να τον εξηπηρετούν.  Εγύρισε στην Ελλάδα και πολέμησε  στο Βαλκανικό Πόλεμο.   Εδούλευε στις σηδηροδρομικε ς γραμμές τότε...Μόλις ακούσαμε πως η Πατρίδα κυνδυνεύει, πετάξαμε το φτιάρια και τρέξαμε για το πλοίο...Πόσοι από εμάς σήμερα θα μπορούσαμε να ακολουθήσωμε αυτό το παράδειγμα...Μετά το τον πόλεμο επέστρεψε στην Αμερική  όπου και έζησε την υπόλοιπη ζωη του.  Παντρεύτηκε μια εξερετική  γυναίκα Νορβηγική ς καταγωγής, απέκτησαν 4 παιδιά 3 κόρες και ένα αγόρι.  Ήταν ένας άνθρωπος με πολλά χαρίσματα, Παρ όλο που  έζησε και αγάπησε την Αμερική , ποτέ  δεν εξέχασε το Τριβίδι και την Ελλάδα.  Ήλθε στην Ελλάδα για πρώτη φορά το 1953.  Χρωστάω  πάρα πολλά στο θείο μου καθώς και σε ‘ολη του την οικογένεια , περισσότερο στη θεία μου που ήταν μια πραγματική κυρία .

   Το 1958 έκανε ένα ταξίδι στην Ελλάδα μαζί  με τη θεία μου και με επήραν μαζί τους για να κάνω παρέα στη θεία μου.  Θα περιγράψω ένα περιστατικό που συνέβη όταν είχαμε πάει στη Θεσσαλονίκη που μας φιλοξενούσαν συγγενείς ενός φίλου του θείου μου που είχε έλθει μαζί  μας από την Αμερική .  Τότε εγινόταν η  ‘Εκθεση   ΘεσαλονΊκης και η κυρΊα που μας φιλοξενούσε κανόνισε να πάμε μαζί στην ‘Εκθεση.  Όταν φτάσαμε εκεί δεν μπορούσαμε να προχωρήσουμε γιατί δεν είχαμε πάρει εισιτήρια εκ των προτέρων...Ο θείος μου κρατούσε μια γλίτσα και μόλις άκουσε πως δεν μπορούσαμε νπροχωρήσωμε, αμέσως έλαβε το λόγο και με σταθερή  φωνή  είπε : αυτό είναι το εισιτήριό μου δείχνοντας τη γκλίτσα, εγώ ήλθα από  την Αμερική  και πολέμησα εδώ  σε τούτη την πόλη μαζί   με τον Κωσταντίνο, και τώρα ήλθα πάλι από την Αμερική και μου λέτε πως δεν μπορώ να προχωρήσω  ;;;..το αποτέλεσμα ήταν  να μας δώσουν θέση με τους επισήμους...μάλιστα  πολύ  κοντά στον προθυπουργό τον κύριο Καραμανλή...

    Ο θείος μου ετοιμαζόταν να κάνει ένα ακόμη ταξίδι στην Ελλάδα το 1961, δυστυχώς   όμως αρρώστησε και επέθανε στις 3 Μαρτίου το 1961,

Με τις πιο θερμές ευχές

Τασία

 

 

 

1

O  αείμνηστος Γιάννης  Γεροδήμος  ή Φαναταρόγιαννος , όπως  τον έλεγαν , απ’ το  Τριβίδι

2

Εδώ  ο  Γιάννης  Γεροδήμος με  την  κόρη  του  και  την  ανιψιά του  Τασία  Δούκα , βγαλμένη  την  ημέρα  των  γενεθλίων  του , 10  Φεβρουαρίου  1959 . Πίσω  στη φωτογραφία έγραψε : Ημέρα  της  γεννήσεώς  μου  10  Φεβρουαρίου  1959 , ανέβηκα  στα  70  και  έχει  ο …Θεός  , Ι.Δ.Γ

16.1.14

ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠ’ ΤΗ ΖΩΗ ΤΩΝ ΜΕΤΑΝΑΣΤΏΝ ΜΑΣ ΣΤΙΣ Η.Π.Α

      Θυμάται   η  Τασία  Δούκα

 

Tn β'

Μια  όμορφη  Λιδορικιωτοπαρέα της  Αμερικής , τον πρώτο καιρό που πήγε  η  Τασία προς το  τέλος  της  δεκαετίας  του ‘50 .  Αλέκος Ντζιούρας , Γιάννης  Παπαδόπουλος , Νίκος  Ταμβάκης , Σωκράτης   Ταμβάκης , Γ.Κάππος και  Γ.Σίδερης , απ’το  Βελούχι . Καθιστές Βούλα  Κάππου  και  Τασία  Δούκα .

10  β'

Η αγαπητή  Τασία αριστερά  , σε  μια  φωτογραφία  στην  Αμερική πια , με  το  Γιάννη  Παπαδόπουλο  και την  Βούλα  Κάππου , την  ίδια  εποχή .

                          *                      *

  Συνεχίζοντας  να  θυμάται  η  αγαπητή  Τασία , μπαίνει  και  στα..Αμερικάνικα  χωράφια , και  μάλιστα  στα  πρώτα  χρόνια  της  στις  Η.Π.Α .

 

     Αγαπητέ Κώστα

   Αρκετά έχω γράψει μέχρι τώρα σχετικά με το παρελθόν.

   Εύχομαι οι αναμνήσεις μου να προσέφεραν κάπως στην προσπάθειά σου.  Ως προς το πως έζησαν οι Λιδωρικιώτες εδώ στην Αμερική , είναι δύσκολο για εμένα να περιγράψω κάτι που είναι προσωπικό στον κάθε ένα.  Το μόνο που μπορώ να σου ειπώ είναι όπως λέμε εδώ στην Αμερική "τα έργα μιλούν πιο δυνατά από τα λόγια ".
Οι περισσότεροι άνθρωποι που μετανάστευσαν στις αρχές του 1900 όχι μόνο Έλληνες αλλά γενικά μετανάστες από διάφορα μέρη του κόσμου, ήλθαν με το σκοπό να βελτιώσουν την οικονομική τους κατάσταση.  Η Αμερική είχε ανάγκη από εργάτες και αυτοί είχαν ανάγκη από χρήματα. 

   Ξέρω πως πολλά έχουν γραφτεί σχετικά με το " πόσο υπόφεραν και πόσο τους εκμεταλεύτηκε αυτό το κράτος....", αλλά δεν νομίζω να μπορούσαν να διμιουργήσουν οικογένειες, περιουσίες, να βοηθήσουν τους δικούς τους και γενικά την πατρίδα τους , αν το κράτος αυτό τους περιόριζε.  Άλλοι γύρισαν, στην πατρίδα τους , άλλοι έμειναν μόνιμοι στην καινούργια τους πατρίδα, αυτό δεν μπορούσε να συμβεί , αν δεν υπήρχε απόλυτη ελευθερία.
   Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι πρώτοι μετανάστες έκαναν το καθήκον τους απέναντι στην Ελλάδα και την Αμερική. Πολλοί επέστρεψαν στην Ελλάδα και έλαβαν μέρος σε πολέμους εναντίον των εχθρών της Ελλάδος όταν η πατρίδα κινδύνεψε και επέστρεψαν όταν ο πόλεμος τελείωσε.  Μερικοό δεν είχαν την ευκαιρία να ταξιδέψουν στην Ελλάδα και πέθαναν πριν ξαναδούν τους δικούς τους ή επέστρεψαν μετά από πολλά χρόνια όταν τα αγαπητά τους πρόσωπα είχαν πεθάνει.
   Όλα αυτά τα χρόνια ίδρυσαν εκκλησίες, οργανισμούς, Ελληνικά σχολεία και ό,τι άλλο απαραίτητο για να διατηρήσουν τις Ελληνικές παραδόσεις και να μεταδώσουν το Ελληνικό πνεύμα στα παιδιά τους. Οι γονείς εργάστηκαν σκληρά, αλλά έκαναν κάθε προσπάθεια ώστε να βοηθήσουν τα παιδιά τους να έχουν καλύτερη ζωή.  Αυτό είναι χαρακτηριστικό των περισσοτέρων Ελλήνων όπου και να ζουν.
Όταν ήλθαμε εμείς , τα πράγματα ήταν πολύ πιο εύκολα χάρη στις θυσίες εκείνων που ήλθαν πριν από εμάς.  Όσοι ήλθαν με το σκοπό να μαζέψουν τα δολάρια με τη σκούπα ή να κληρονομήσουν τον ιδρώτα των εδώ συγγενών των , βεβαίως έμειναν απογοητευμένοι.  Εκείνοι που ήλθαν με το σκοπό να δουλέψουν και να προοδέψουν βοήθησαν και τον εαυτό τους και όποιον άλλον χρειάστηκε την βοήθειά τους. 

   Και εμείς με τη σειρά μας , κάνομε κάθε προσπάθεια να συνεχίσομε το έργο των προγόνων μας,  Όχι μόνο διατηρούμε όσα βρήκαμε , αλλά έχομε προσθέσει σ'αυτά.  Ο Ελληνισμός ζει και βασιλεύει σε όλες τις πόλεις της Αμερικής. Εδώ στο Σικάγο τα νέα Ελληνόπουλα διδάσκονται την Ορθόδοξη πίστη, την Ελληνική γλώσσα, Ελληνικούς χορούς...

9  β'

Γιάννης  Παπαδόπουλος , Βούλα  Κάππου και  Τασία  Δούκα πάλι  τη  δεκαετία  του  ‘50 .

   Η Ελληνική σημαία κυματίζει παντού την 25η Μαρτίου , που γίνονται παρελάσεις στις περισσότερες πόλεις της Αμερικής.  Το καλοκαίρι γίνονται πανηγύρια σε όλες τις εκκλησίες με τα παροδοσιακά Ελληνικά φαγητά και γλυκά, χοροί κ.λ.π.  και οι Αμερικανοί συμμετέχουν στις εκδηλώσεις αυτές και απολαμβάνουν τα πάντα με μεγάλη ευχαρίστηση. 
   Δεν νομίζω πως υπάρχει κανένα κράτος στον κόσμο που να είναι όλα ρόδινα...παντού υπάρχουν προβλήματα και εμείς έχομε τα δικά μας, αλλά δεν  ξέρω για πιο λόγο υπάρχει τόσο μίσος στον κόσμο για το κράτος ετούτο που τόσα έχει προσφέρει στην ανθρωπότητα. Η μόνη εξήγηση που βρίσκω μοιάζει κάπως με μια ιστορία που έμαθα στο σχολείο για μια αλεπού που δεν έφτανε τα σταφύλια και έλεγε πως δεν της άρεσαν γιατί ήταν άγουρα...     
   Πολλοί από εμάς επισκεπτόμαστε την Ελλάδα και γενικά το Λιδωρίκι όταν μας δίνεται η ευκαιρία.  Πάντα ξαναζούμε ευχάριστες στιγμές με αγαπητούς φίλους και συγγενείς που κάνουν το παν για να μας φιλοξενήσουν.  Πολλές φορές συναντάμε και μερικούς που βρίσκουν τρόπο να μας κάνουν μάθημα σχετικά με το κακό που έχουν κάνει οι Αμερικάνοι στον κόσμο και απορούν πως μπορούμε να ζούμε σε ένα τέτοιο μέρος. 

   Πολλά θα ήθελα να απαντήσω σ'αυτούς , αλλά δεν αξίζει τον κόπο, νομίζω πως άνθρωποι σαν αυτούς πρέπει να είναι υπεύθυνοι για την κατάσταση που υπάρχει στην Ελλάδα τώρα , μετά από 50 χρόνια ειρήνης και ευημερίας.
Εύχομαι σε σένα, στην οικογένειά σου και γενικά σε όλους τους πατριώτες κάθε χαρά και ευτυχία.
Με αγάπη
Τασία

13.1.14

H AΘΕΑΤΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΗΣ ΛΙΔΟΡΙΚΙΩΤΙΚΗΣ ΖΩΗΣ


ΠΙΚΡΟΓΛΥΚΕΣ ΛΙΔΟΡΙΚΙΩΤΙΚΕΣ  ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ
   Θυμάται  η  Τασία Δούκα
Εκδρομή  στο  Παραδείσι, Από  αριστερά  Ασημούλα  Παναγιωτοπούλου , Χριστίνα  Μαραζιάρη ,Αρετλη  Ππαθανασίου,Τασία Δούκα,Κούλα  Γεωργίου, Σωτηρία  Σταυροπούλου,Κατίνα  και  Μαρία Αποστολοπούλου
Μέσα  δεκαετίας του ‘50 , σχολική εκδρομή  στο  “ Παραδείσι “, από  αριστερά , Ασημούλα Παναγιωτοπούλου , Χριστίνα  Μαραζιάρη , Αρετή Παπαθανασίου , Τασία  Δούκα , Κούλα  Γεωργίου , Σωτηρία  Σταυροπούλου , Κατίνα  και  Μαρία  Αποστολοπούλου .
                       *                              *
   Συνεχίζοντας την  περιπλάνησή  της στο μακρινό παρελθόν ,  η αγαπητή  μας  φίλη Τασία προχωράει  στις  Λιδορικιώτικες  γιορτάδες , στα  πανηγύρια , τα  παιχνίδια των  αγοριών και  των  κοριτσιών και τον πετροπόλεμο , Βαρουσιωτών  και  Κατωμαχαλιωτών ….
   Η Τασία γεννήθηκε στο  Λιδορίκι και  ειδικότερα στο  Βαρούσι , και  για όσους  γνωρίζουν  το  χωριό  μας , το  πατρικό  της  σπίτι  ήταν  κάτω απ’ τον  Άη Γιώργη , εκεί  που  είναι σήμερα  το  σπίτι  του  Κώστα  Καραστάθη .
   Τελειώνοντας το  Γυμνάσιο , το  1955 , έφυγε  αμέσως  στην  Αμερική ,τον  Σεπτέμβριο  του  1955 ,  όπου  ήταν  ο  αδελφός  της  Γιώργος  και  άλλοι  συγγενείς απ’ το  σόι  της μητέρας  της που  καταγόταν  απ’ το  Τριβίδι .
   Στην  Αμερική έκανε  οικογένεια και  έχει  τρία  παιδιά και τρία  εγγόνια και μένει στο  προάστειο Huntley του Σικάγου ,   διατηρεί επαφή με  το  χωριό  μας , και  όποτε  μπορεί έρχεται , μιας  και  ο  αδελφός της μένει  τώρα  πια  στην  Ελλάδα .
   Απολαύστε τις  καινούργιες  αναμνήσεις της …

Aναμνηστική φωτογραφία  με  την  καθηγήτριά  μας  Χαρούλη. Δεκέμβριος  1950
Δεκέμβριος  1950 , αναμνηστική  φωτογραφία με  συμμαθήτριες  και  την  καθηγήτριά τους  Χαρούλη .η  Τασία  είναι  δεύτερη  από  αριστερά .

      Αγαπητέ Κώστα
   Οι αναμνήσεις μου είναι τόσο πολλές που είναι αδύνατο να τα περιγράψω όλα...θα προσπαθήσω με λίγα λόγια να παρουσιάσω μια σύντομη εικόνα από τα χρόνια εκείνα. 
   Σχετικά με το Πάσχα, τα Χριστούγεννα, Απόκριες, δεν έχω πολλά να γράψω μόνο ότι για εμένα δεν ήταν πολύ χαρούμενες ημέρες, εκτός βέβαια από τη θρησκευτική άποψη . Ως προς τον παραδοσιακό εορτασμό, όταν τελείωσε ο πόλεμος και όλοι προσπαθούσαν να συνεχίσουν τη ζωή τους και να ξαναγυρίσουν στα παλαιά ήθη και έθιμα, εμείς (εγώ και η μάνα μου) περνούσαμε δύσκολες ημέρες και έτσι τις ημέρες των εορτών η μοναξιά γινόταν πιο αισθητή.
   Την ημέρα της Αναλήψεως την περνούσαμε πάντα στα διάφορα μέρη που έτυχε να έχομε το πρόβατα (Κόκκινο Χούμα, Κορομηλιές....) Θυμάμαι κάποτε (δεν θυμάμαι χρονολογία) πηγαίναμε στις Κορομηλιές την ημέρα της Αναλήψεως και ο αδελφός μου ο Γιώργος με τον αγαπητό του φίλο τον Κώστα το Κόκκινο (του Κοκκινοβασίλη) μου έδωσαν ρετσίνι και μου είπαν πως ήταν μαστίχα (τότε δεν είχαμε τσίχλες) και εγώ τους επίστεψα και άρχισα να το μασάω....δεν πιστεύω να μπορεί κανείς να φαντασθεί τι Ανάληψη έκανα εγώ και πόσα γέλια έκαναν τα παιδιά...
   Αυτό το γεγονός παρ'ότι υπέφερα το θυμάμαι πάντα γιατί έτσι θυμάμαι τον Κώστα που είχε τραγικό και πρόωρο θάνατο (επάτησε επάνω σε νάρκη αφού εφύλαγε τα πρόβατά του , λίγο επάνω από το σπίτι του και σκοτώθηκε).
   Μια πιο ευχάριστη ημέρα Αναλήψεως θυμάμαι το 1953.  Τότε είχε έλθει ο θείος μου ο Γιάννης Γεροδήμος από την Αμερική (θα γράψω πολλά για το θείο μου άλλη φορά ) και εγώ με τα εξαδέλφια μου τον Άλκη και την Αρετή Γεροδήμου επήγαμε στο Τριβίδι περπαντώντας απο την πρώτη ημέρα και περάσαμε μια απο τις πιο χαρούμενες ημέρες Αναλήψεως που μας έχει μείνει αξέχαστη.
   Όσο για πανηγύρια, επήγαινα κάθε χρόνο στο πανηγύρι στο Λευκαδίτι της Αγίας Ζώνης (εκεί είχα πολλούς συγγενείς).  Είχα πάει στον Κουτσουρό και στην Αρσαλή μια φορά.  Στον Κουτσουρό και στο Λευκαδίτι επήγα με παρέα (την αγαπητή μου φίλη Ευμορφία Πάζα και άλλους) το 1958 στο πρώτο μου ταξίδι στην Ελλάδα.
   Αυτή τη φορά επήγαμε στον Κουτσουρό με αυτοκίνητο, μάλιστα θυμάμαι ένα περιστατικό που δείχνει τη διαφορά σκέψεως μεταξύ Ελλήνων και Αμερικανών.  Καθώς ανεβαίναμε προς το μοναστήρι (τότε ο δρόμος ήταν χωματόδρομος και πολύ στενός) κατέβαινε ένα αυτοκίνητο που το οδηγούσε ένας Αμερικάνος , νομίζω πως ήταν ο άνδρας της αδελφής του Νίκου του Τημπέλη, τέλος πάντων, αφού είδε το δικό μας αυτοκίνητο να ανεβαίνει και έβλεπε πως ο δρόμος ήταν στενός εβγήκε στην άκρη και περίμενε να περάσομε, μάλιστα μας χαιρέτησε με το χέρι και με χαμόγελο. "Βρε το χαζοαμερικάνο για κοιτάξτε , μας χαιρετάει και δεν περίμενε να φθάσομε κοντά να κάνομε καυγά.." είπε κάποιος από την παρέα μας...
   Τα παιχνίδια που παίζαμε τότε ήταν πολλά και διάφορα.  Εγώ έπαιζα πάντα με τη Σούλα Παπαδοπούλου , είμαστε αχώριστες τότε και έπειτα από τόσα χρόνια παρ'όλο που ζήσαμε μακριά η φιλία μας έχει μείνει η ίδια.  Το χειμώνα παίζαμε τα βεζύρια (ήταν κόκκαλα από αρνί , που τα βάφαμε διάφορα χρώματα.  ‘Εξω παίζαμε κρυφτό, καλόγερο, κλωτσοντενεκάκι και τα τσιλίκια.... και αν αργούσα να πάω στο σπίτι, έτρωγα και ένα ξύλο από τη μάνα μου.
   Ειδικά κοριτσίστικα παιχνίδια παίζαμε με κούκλες και τόπια που τα φτιάχναμε από κομμάτια από υφάσματα που μας έδιναν οι μοδίστρες.  Επίσης παίρναμε τα καρέλια απο τις κουβαρίστρες και τα δέναμε στα πόδια μας και νομίζαμε πως φορούσαμε τακούνια...βέβαια δεν είχαμε τα παιχνίδια που έχουν τώρα τα παιδιά, αλλά νομίζω πως διασκεδάζαμε πολύ περισσότερο.  Δεν ξέρω αν εσείς οι κατωμαχαλιώτες παίζατε τα ίδια παιχνίδια...όπως ξέρεις εμείς οι Βαρουσιώτες είμαστε φτωχοί αλλά από παιχνίδια περνάγαμε καλά "η φτώχια θέλει καλοπέραση". Μάλιστα τα αγόρια έπαιζαν λιθαροπόλεμο , οι Βαρουσιώτες εναντίον των κατωμαχαλιωτών, νομίζω πως οι Βαρουσιώτες κερδίζανε, αν καμιά φορά θέλεις να μάθεις περισσότερα γι'αυτό μπορείς να ρωτήσεις το Γιώργο τον αδελφό μου, αυτός έπαιζε αυτό το παιχνίδι.
Νομίζω πως έγραψα αρκετά αυτή τη φορά...
Με τις πιο θερμές ευχές,
Τασία

11.1.14

Η “ ΑΘΕΑΤΗ “ ΠΛΕΥΡΑ ΤΗΣ ΛΙΔΟΡΙΚΙΩΤΙΚΗΣ ΖΩΗΣ ..

ΠΙΚΡΌ..ΓΛΥΚΕΣ  ΛΙΔΟΡΙΚΙΩΤΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ

Θυμάται  η  Τασία  Δούκα

  Όπως  είπαμε  αγαπημένοι  μας  φίλοι , προχωράμε  στη  συγκέντρωση μαρτυριών – αναμνήσεων , χωριανών  μας  για  την  πρώτη αλλά  και  μεταγενέστερη μεταπολεμική Λιδορικιώτικη  ζωή .

   Ήδη , έχουμε  δημοσιεύσει αρκετές  αναμνήσεις της  Μαρίας Πέτρου – Νταλάκα , και  της  Τασίας  Δούκα , και  των  δύο  οι  αναμνήσεις είναι υπέροχες , ευαίσθητες μα και..σκληούμερές , πότε – πότε , δίνουν όμως  τη  γνήσια  εικόνα της  τότε εποχής , αυτό  δηλαδή  που  προσπαθούμε  να βρούμε ..

   Αν  κάποιος  από  εσάς , θυμάται  κάτι  ενδιαφέρον απ’ τα  παλιότερα  χρόνια , θα  ήταν χαρά  μας  μεγάλη να  το  δημοσιεύσουμε , γιατί  πιστεύουμε , πως μετά  το  κάψιμο  του  χωριού μας , το  μόνο  πράγμα  που  μας  έμεινε  είναι  οι…” ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ “….

    Απολαύστε  την  υπέροχη  αφήγηση  της  Τασίας …

   Καλό  σας  Σαββατόβραδο ….Κ.Κ.-

Τελευταία  μέρα  της  μαθητικής  ζωής , αναμν.φωτογραφία Ευμ.Πάζα,Τασία Δούκα,Χριστίνα  Μαραζιάρη , Τασία  Ανδρεοπούλου

Μέσα δεκαετίας του ‘50 , τελευταία  μέρα της  μαθητικής  ζωής και  κάποιες μαθήτριες  βγάζουν την  τελευταία μαθητική τους φωτογραφία στο  Αλωνάκι  , στο ηρώον . Από  αριστερά , Ευμορφία  Πάζα , Τασία  Δούκα , Χριστίνα  Μαραζιάρη και  Τασία  Ανδρεοπούλου .

       Αγαπητέ Κώστα

   Ταξιδεύοντας νοερώς στο παρελθόν , περνούν µπροστά µου τόσες εικόνες από τα χρόνια εκείνα  και θα ήθελα να μοιραστώ µαζί σου µερικές ακόµη αναµνήσεις.

   ∆εν θυµάµαι ηµεροµηνίες , µόνο γεγονότα.

   Μια ηµέρα γυρίζοντας από το σχολείο , στο δρόµο προς το Βαρούσι, ακριβώς πίσω από την εκκλησιαα ( Παναγία ) είδα δυο άνδρες να συνοδεύουν το Σπύρο το Μπογιόκα (δεν είµαι βέβαιη αν αυτό είναι το επώνυµο ή το παρατσούκλι του ) ήταν γιος της Καλλιόπης που είχε το σπίτι δίπλα στου Ηλία Κάγκαλου. ∆εν θα ξεχάσω ποτέ το πρόσωπο του Σπύρου...ήταν κίτρινος σαν το λεµόνι και περίλυπος σαν ζωντανός νεκρός.

   Μόλις επήγα στο σπίτι το είπα στη µάνα µου και σε λίγο ακούστηκε πως τον εσκότωσαν...∆εν ξέρω την αιτία ούτε ποιοί ήταν οι δύο άνδρες που το εσυνόδευαν. Τότε δεν υπήρχαν Νόµοι , ούτε εξηγήσεις.

   Από το ένα µέρος οι αντάρτες , από το άλλο οι ..µάηδες , δεν νοµίζω πως µπορεί κανείς να δικαιολογήσει τον µαρτυρικό θάνατο που υπέστησαν τόσα άτοµα χωρίς αιτία.

   Θα αναφέρω µερικά  άτοµα που ήταν ή συγγενείς ή φίλοι της οικογένειας µου.

΄ Ο θείος µου ο Χαραλαµπος Γεροδήµος , ήταν ένας άριστος οικογενειάρχης, αγαπητός σε όλους  µας , πρόθυμος να βοηθήσει , όπου και όποιον µπορούσε...Εδούλευε µέχρι αργά το βράδυ , µαζί µε  ένα µάστορα στο καινούργιο σπίτι και κουρασµένοι έµειναν εκει το βράδυ µε σκοπό να συνεχίσουν τη δουλειά την εποµένη..., το βράδυ ήρθαν οι αντάρτες και τους επήραν και τους δύο , τους επήγαν στο Λευκαδίτι όπου τους εκτέλεσαν...

   Μια θεία µου από το Βελούχι , µια αθώα χήρα , φτωχιά γυναίκα , που δεν είχε ούτε ιδέα γιατί πολεμούσαν , γύρισε κουρασµένη από το χωράφι στο σπίτι της , από εκεί την επήραν οι αντάρτες την  επήγαν κάπου κοντά στο Τριβίδι και την εκτέλεσαν µαζί µε άλλους.

   ∆εν επέθανε αµεσως , αλλά  µετά (δεν ξέρω πόσο χρόνο) συνήλθε και τραυµατισµένη προχωρούσε προς το σπίτι της... την ξαναβρήκαν και την εσκότωσαν για δεύτερη φορά...(ήταν εξαδέλφη της µάνας µου, το γένος Γεροδήµου, την ήξερα µόνο ως Φανταροµαρία.)

   Η νουνά µου , Παναγιώτα Τριανταφύλλου , από το Βελούχι, ζούσε µε τα τρία παιδιά της στο Βελούχι, ήσυχη, γλυκιά, γεµάτη καλοσύνη. Ο νουνός µου ήταν στην Αµερικά πολλά χρόνια και εκείνη την εποχή ήλθε στην Ελλάδα µε το σκοπό να µείνει για πάντα.

   Είχε ένα σπίτι στην Αθήνα και επήγε εκεί µαζί µε το ένα αγόρι του να το τακτοποιήσει να πάνε όλοι µαζί να  µείνουν στην Αθήνα. Η νουνά µου έµεινε στο χωριό µε τα δυο παιδιά (ήταν µαλιστα 7 µηνών  έγκυος). Το βράδυ ήλθαν οι αντάρτες (νοµίζω πως ήταν χωριανοί) την επήγαν λίγο πιο πέρα και την εκτέλεσαν...Τα παιδιά έκλαιγαν, αλλά κανείς δεν τολµούσε να τα βοηθήσει...

   Το Γιάννη τον Πουρνιά (Πουρνόγιαννο) και πάλι έναν καλόν και αγαπητόν οικογενειάρχη τον θυµάµαι πολύ καλά , γιατί είχαµε τα χωράφια στη Φτελιά κοντα, και πάλι οι αντάρτες τον επήραν µε το σκοπό να τον εκτελέσουν. Η Πηνελόπη Γιαλακίδη (τη θυµάµαι πολύ καλα, ήταν µια όµορφη κοπέλα µε ξανθά µαλιά) προσπάθησε να σώσει τον Πουρνόγιαννο , δεν ξέρω τις λεπτοµέρειες αλλα ξερω πως όχι µόνο δεν έσωσε το Γιάννη , αλλά την έσφαξαν και την ίδια.

   Ποιος µπορεί να ξεχάσει το µαρτύριο της αγαπηµένης γιαγιάς της Μαρίας Νταλάκα (της θείας Βιολέτας όπως την ήξερα εγώ ) που µε τόσα βάσανα µεγάλωσε τα παιδιά της και επήγε να βρει το νεότερο αγόρι της , το Χρίστο , που τον επήραν οι µάηδες και µετά από πολλά βασανιστήρια τον εσκότωσαν και τον έθαψαν κάπου . Φαντάσου µια µάνα να ξεθάψει το παιδί της και να το φέρει να το θάψει πάλι..

   Μάηδες ή αντάρτες δεν υπήρχε καμιά διαφορά...και το χειρότερο είναι  ότι κανένα από τα θύµατα δεν είχε κάνει τίποτα για να τιµωριθούν µε τόσο βάρβαρο τρόπο...

Αυτά είναι λίγα άτοµα που θυµάµαι.  τ

   Ο πόλεµος γενικά , είναι τροµερό πράγµα, αλλά όταν είναι  πόλεµος χωρίς σκοπό εκτός από αφορµή να καταστραφούν τόσες οικογένειες, να χαθούν τόσα  καλά και αθώα άτοµα...δεν νοµίζω να υπάρχει κανείς που να είναι υπερήφανος για τα έργα του , αν είχε λάβει µέρος σε τέτοια εγκλήµατα.

   Όσο για τα άτοµα που είχαν πάει φυλακή , δεν θυµάµαι ηµεροµηνίες και όλα τα άτοµα, ξέρω πολύ καλά, πως δεν υπήρχε λόγος να υποστούν αυτά που υπέστησαν και οι συκοφαντίες που έγιναν εναντίον τους δεν είχαν καµιά βάση. Νοµίζω  πως θα υπάρχει κάποιος στο χωριό που µπορεί να θυµάται ονόµατα και ηµεροµηνίες .

   Έχω πολλές ακόµη αναµνήσεις (καλές και άσχηµες) και τώρα που άρχισα θα συνεχίσω να σου τα γράφω µέχρι να βαρεθείς και να µου ειπείς να σταµατήσω....

Με αγάπη

Τασία

7.1.14

EIKONEΣ ΑΠ’ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΛΙΔΟΡΙΚΙΩΤΙΚΗ ΖΩΗ

 

ΑΥΘΕΝΤΙΚΕΣ ..” ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΕΣ “ ΛΙΔΟΡΙΚΙΩΤΙΚΕΣ  ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ

Αφηγείται η Τασία Αθ. Δούκα

Τασλια Δούκα  β

Η αγαπητή  χωριανή  και  φίλη  Τασία , σε  μια  αναμνηστική φωτογραφία , απ’ τα όμορφα Γυμνασιακά χρόνια , μέσα δεκαετίας  του ‘50 , στο  ηρώο του  χωριού  μας  στην  πλατεία  “ Αλωνάκι “, με  εθνική  ενδυμασία .

           *                  *                *

   Πάει κάμποσος  καιρός  αγαπημένοι  μου φίλοι , που  κάνουμε  μία  προσπάθεια να  συγκεντρώσουμε αυθεντικές αναμνήσεις – μαρτυρίες , χωριανών μας , απ’ τη ζωή του  χωριού  μας , κατά   προπολεμική και  την  πρώτη  μεταπολεμική  περίοδο . Βέβαια  για  την  προπολεμική περίοδο είναι..κομμάτι  δύσκολο , έχουμε όμως τις  πολύτιμες  αναμνήσεις  του  αείμνηστου Αλέκου  Κωστάκη αλλά  και  της Σοφίας  Καραχάλιου – Παλαιολόγου , με το  βιβλίο  της  “ Αναμνήσεις “ που  έχομε  δημοσιεύσει ολόκληρο ,  για  την  μεταπολεμική όμως  περίοδο  , έχουμε  συγκεντρώσει αρκετές και ιδιαιτέρως σημαντικές , όπως  π.χ οι υπέροχες αφηγήσεις  της  Μαρίας Πέτρου – Νταλάκα , της  Ελένης Μίαρη – Μπούρα , που  έζησε στο χωριό μας  μια  πενταετία , 1977-82 .

   Οι  αφηγήσεις  αυτές έχουν  σημαντική  αξία , γιατί  είναι  όλες “ από  ..πρώτο  χέρι “ , όπως  λέμε , και  ‘έχουν  και ένα  επιπλέον  πλεονέκτημα , είναι  καταγραμμένες , ανεπεξέργαστες , στις  μνήμες  νέων παιδιών , και αυτό  τους  δίνει  ιδιαίτερη αξιοπιστία .

   Απολαύστε την  υπέροχη , “ πικρόγλυκη “ ανάμνηση  της αγαπητής  Τασίας .

“ Αγαπητέ Κώστα

Ευχαριστώ πάρα πολύ για τις ευχές σου,  εύχοµαι και εγώ σε σένα και στην οικογένειά σου ο καινούργιος χρόνος να σας χαρίζει υγεία, αγάπη, γαλήνη, και γενικά κάθε ποθητό .

Όπως σου υποσχέθηκα θα γυρίσω για λίγο πίσω πολλά χρόνια να συµμεριστώ µαζί σου τις  παιδικές µου αναµνήσεις από τη ζωή του χωριού µας.

Καθώς ξέρεις εγώ µεγάλωσα στο  Βαρούσι, το Βαρούσι τουλάχιστον εκείνη την εποχή ήταν σαν ένα άλλο χωριό

  Επί το πλείστον οι Βαρουσιώτες ήσαν τσοπάνηδες και γεωργοί και οι περισσότεροι φτωχοί και αγράμµατοι.

   Τους κάτω µαχαλιώτες (έµπορους..κλπ.) τους βλέπαµε σαν ανώτερη τάξη του Λιδωρικιού. Εγώ δεν είχα κατεβεί κάτω στην Αγορά µέχρι που επήγα στο σχολείο. Τα πρώτα χρόνια της ζωής µου πέρασαν γύρω στη γειτονιά και περισσότερο στα χωράφια.

   Η µάνα µου µε έπαιρνε πάντα µαζί στο χωράφι. Εκεί στη Φτελιά περνούσα ώρες ολόκληρες θαυµάζοντας τις φυσικές οµορφιές  και προσπαθούσα να βρω απάντηση στι ς τόσες απορίες που έχει ένα µικρό παιδί . Όπως κάθε µικρό παιδί µεγαλώνοντας σε τέτοιο περιβάλλον έτσι και εγώ µε τη φαντασία µου ζούσα κάθε γεγονός σαν πραγµατικότητα. π.χ. η µάνα µου για να µην πηγαίνω κοντά στο πηγάδι µου είχε ειπεί ότι µέσα στο πηγάδι είναι  ένας αράπης και παίρνει τα µικρά παιδιά...κάθε φορά που περνούσα από το πηγάδι µε µεγάλο  φόβο φανταζόµουνα τον αράπη να βγαίνει από το πηγάδι και έτρεχα πριν με αρπάξει...

   Με τη φαντασία µου , τα Χριστούγεννα ταξίδευα στη Βηθλεέµ, έβλεπα το αστέρι, τους τρεις µάγους , τους αγγέλους ....και τι δεν θα έδινα να µπορούσα να µεταδώσω αυτή την εικόνα που έκανα µε τη φαντασία µου σε κάθε παιδί σήµερα...

Να άκουγα τον ήχο της καµπάνας, τα βήµατα των παιδιών ανεβαίνοντας στη σκάλα να µας  πουν τα κάλαντα....Πως περίµενα το άνθισµα της πρώτης µυγδαλιάς., τα χελιδόνια να χτίζουν τις φωλιές τους, τον κούκο να το λέει στον παλιόραγκο... µε λίγα λόγια, έτσι άρχισε η ζωή µου στο Βαρουσι...

   Τα 18 χρόνια που έζησα στο Λιδωρίκι έτυχε να είναι ο πόλεµος, το κάψιµο του χωριού, ο ανταρτοπόλεµος, και οικογενειακά προβλήµατα που είναι δύσκολο για µένα να έχω καθαρά συναισθήµατα για το Λιδωρίκι...από το ένα µέρος νοσταλγώ το παρελθόν και τα αγαπητά πρόσωπα που άφησα πίσω όταν έφυγα, από το άλλο νοµίζω πως το ότι έφυγα και έζησα µακριά σε ένα µέρος που µε δέχτηκε µε τόση αγάπη και άνοιξε τόσες πόρτες για µένα , πρέπει να ήταν το µεγαλύτερο δώρο που ο Παντοδύναµος µου χάρισε.

   Και τώρα θα προσπαθήσω να περιγράψω µερικά γεγονότα από τα χρόνια εκείνα:

   Θυµάµαι να ανεβαίνω στο δρόµο λίγο κάτω από τον Άγιο Γεώργιο µαζί µε τη Μαρίαα Πέτρου ( τη Μαρία τηṣ Χαραλµπιούς όπως τη λέγαμε ) που µε είχε πάρει µαζί της στο σχολείο να µε γράψει γιατί θα άρχιζα σχολείο για πρώτη φορά.

   Η καµπάνα χτυπούσε συναγερµό, γυναίκες έτρεχαν να µαζέψουν τα παιδιά και όταν προχωρήσαµε ακούσαµε τον Μαλάµο να φωνάζει µε ένα χωνί (ο Μαλάµος και ο Ζήσιµος ήσαν οι ντελάληδες του χωριού ) ότι έρχονται οι Γερµανοί και πρέπει να φύγουν όλοι από το χωριό ,  εµείς φύγαµε και επήγαµε στη Φτελιά , στα χωράφια και εκεί είχαµε και τα πρόβατα.

   Οι περισσότεροι Λιδωρικιώτες έκαναν το ίδιο. ∆εν θυµάµαι πόσο καιρό µείναµε εκεί , µόνο θυµάµαι ότι είχαµε ελονοσία και µέναµε σε µια ταράτσα και το µόνο φαγητό που είχαµε ήταν αλευρόγαλο, βράζαµε λίγο γάλα µε λίγο αλεύρι (καλαµποκίσιο).

   Ούτε  φάρµακα, ούτε γιατρό, ούτε καµιά βοήθεια γιατί όλοι βρισκόµαστε στην ίδια θέση. Εκεί λοιπόν  ένα βράδυ ήρθε η Γιαννούλα (η Μητέρα της Μαριας Πέτρου - Νταλάκα) και µας είπε πως όλοι έφυγαν από τη Φτελιά γιατί οι Γερµανοι καίνε το Λιδωρίκι.

   Η Μάνα µου και η αδελφή µου η Κατίνα είχαν ελονοσία και πολύ πυρετό, µε µεγάλη προσπάθεια ξεκινήσαµε για το Τριβίδι (το χωριό της Μάνας µου). Αφού περάσαµε το ποτάµι και ανεβαίναµε προς το Τριβίδι, ακούγαµε κρότους , εκρήξεις και βλέπαµε τον ουρανό να φαίνεται ένα χρώµα πορτοκαλί σαν φλόγα  είναι δύσκολο να περιγράψω αυτή την εικόνα που µένει τόσο ζωντανή σε µένα για πάντα.

   Εν το µεταξύ εγώ και ο αδελφός μου ο Γιώργος , περπατούσαµε ξυπόλυτα απάνω στα αγκάθια γιατί ήταν καλοκαίρι και µάλιστα θυµάµαι ότι ήταν καθαρή βραδιά και έλαµπε το φεγγάρι σαν να ήταν ηµέρα. Όταν φθάσαµε στο Τριβίδι , στο σπίτι του θείου µου βρήκαµε τη θεία µου που είχε φορτώσει το µουλάρι µε µερικά απαραίτητα και έφευγε, είπε στη Μάνα µου που είχαν πάει . (Όλοι οι Τριβιδιώτες είχαν φύγει από το χωριό).

   Θυµάµαι πως η γλυκιά µου η µανούλα κάθισε στη σκάλα και είπε : δεν µπορώ πια , ας πεθάνω εδώ. Εγώ και ο Γιώργος πήγαµε στη βρύση και φέραµε λίγο νερό για τη Μάνα µου και σε λίγο ξεκινήσαµε να πάµε εκεί που ήταν οι συγγενείς µας. ∆εν θυµάµαι πόσο µείναµε εκεί, αλλά θυµάµαι ότι εµείς τα παιδιά περάσαµε πολύ καλά µε όλα το ξαδέλφια.

   Μετά , η Μάνα µου γύρισε στο Λιδωρίκι καθώς όλοι οι χωριανοί προσπαθούσαν να ξαναβάλουν µια σειρά στην ταλαίπωρη ζωή τους. Εµείς τα παιδιά µείναµε στο Τριβίδι στο θείο µου, θυµάµαι ότι η αδελφή µου η Κατίνα είχε πολύ πυρετό και ο καηµένος ο θείος µου δε µπορούσε να κάνει τίποτα άλλο , αφού φάρµακο δε υπήρχε, την επήρε στα χέρια του κλαίγοντας και την έβγαλε στο µπαλκόνι να πάρει λίγο αέρα.

   Μετά από λίγο καιρό ήλθε η Μάνα µου και µας έφερε στο Λιδωρίκι.

   Το δικό µας σπίτι δε είχε καεί ,η φωτιά είχε αρχίσει σε µια άκρη του σπιτιού αλλά έσβησε πριν προχωρήσει. ∆εν θα ξεχάσω ποτέ τη µυρουδιά από το κάψιµο, τα ερείπια των σπιτιών όλα µαύρα, είναι πολύ δύσκολο να περιγράψω αυτή την εικόνα...

   Το σπίτι µας είχε µόνο δυο δωµάτια και εκεί µέναµε εµείς, η γειτόνισσα η Χαραλαµπιού µε τη Μαρία, και η γιαγιά η Τσίµαινα (Φωτοπούλου) και η θεια Μαρία Φωτοπούλου (Τσιµογιόργαινα) µε τα τρία παιδιά ,το Θύµιο, την Κούλα και το Χαράλαµπο.

   Εδώ πρέπει να σηµειώσω ότι ο θείος ο Γιώργος (Τσιµογιώργος) είχε πεθάνει λίγο πριν έλθουν οι Γερµανοί στα δικά µας µέρη....Φαντάσου τι βάσανα και πίκρες είχαµε τότε....

   Θυµάµαι όμως , ότι όλοι βοηθούσαν ο ένας τον άλλον να φτιάξουν ένα καλύβι να στεγάσουν την οικογένειά του γιατί ήλθε και ο χειµώνας.

   Τώρα θα προχωρήσω στις αναµνήσειṣ του σχολείου.

   Τα πρώτα µαθήµατα έγιναν στα σκαλιά της εκκλησίας (Παναγίας) και στο φυτώριο. Σου είχα γράψει σχετικά µε την πρώτη τάξη και το µάθηµα...

   Αργότερα (νοµίζω στην τρίτη τάξη) εµείς κάναµε µάθηµα σε ένα κτήριο του Ντούµα (απέναντι στου Μανουδάκη το σπίτι. Είχαµε δασκαλα την Καρβέλα, που όπως όλοι πίστευε ότι το ξύλο βγήκε απ’ τον παράδεισο...

   Οι µεγάλοι όλοι είχαν τόσες ευθύνες και στεναχώριες που δεν είχαν καιρό να αποσχολούνται µε την ψυχολογία των παιδιών. Τα παιδιά νηστικά και ξυπόλυτα µια πλάκα και ένα κοντύλι πηγαίναµε στο σχολείο και έπρεπε να πάµε και ένα ξύλο για τη σόµπα κάθε µέρα. Παίρναµε και ένα κοµμάτι ψωµί (αν το είχαµε και αυτό) να φάµε στο διάλειμμα .

   .Θυµάµαι µια µέρα άλλαξα ψωµί µε την Ελένη του Κατροδαύλη- Υφαντή , (εγώ είχα µποµπότα και η Ελένη είχε ψωµί από αγκόρτσα) µάλιστα που φάνηκε πιο νόστιµο. Όταν σωνόταν το αλεύρι, πολλοί έκαναν ψωµί από αγκόρτσα, αγριάδες, κότσαλα... Τέλος πάντων, µετά το διάλειμμα η Καρβέλα σήκωσε τον Ηλία Ξηροµάµο και δεν θυµάµαι για πιο λόγο πείρε τη βέργα να τον χτυπήσει ,

   Ο Ηλίας την έπιασε από τα µαλλιά και η δασκάλα έβαλε τις φωνές και έστειλε ένα παιδί να πάει στο σχολείο (στο ∆ηµοτικό) όπου ήταν οι δάσκαλοι να φέρει βοήθεια....δεν θυµάµαι περισσότερα αλλά αυτό το γεγονός και το ψωµί της Ελένης δεν θα το ξεχάσω ποτέ.

   Ας πάµε τώρα στα χειρότερα χρόνια του Ανταρτοπόλεµου...

   Φαντάζοµαι θα έχουν γράψει πολλοί γι’ αυτό το θέµα και χρειάζεται πολύς χρόνος για να γράψω όλα όσα θυµάµαι αλλά θα αναφέρω µόνο τρία γεγονότα από αυτή την περίοδο.

   Τότε δεν υπήρχαν δρόµοι να µπορεί ο στρατός να µεταχειρίζεται αυτοκίνητα, και ζητούσαν από τον κόσµο να πανε µαζυ µε τα µουλαρια να φορτονουν τα πολεµοφοδια και οτι αλλο χρειάζονταν. Ο κόσµος βέβαια δεν το έκαναν αυτο µε ευχαρίστηση, µάλιστα προσπαθούσαν νε βρουν τρόπο να το αποφύγουν.

   Θυµάµαι ένα χωροφύλακα (το Γιαλαµά) ηρθε στο σπιτι της πεθεράς της αδελφής  µου ( της Κλωσσοθανάσαινας ) και ζητούσε το µουλάρι. Η συµπεθέρα το είχε κρύψει στο κατώι της γειτόνισσας και του είπε ότι το µουλάρι ήταν στη Φτελι , . και για να του αποδείξει ότι ήθελε να βοηθήσει το στρατό παίρνει ένα ταψί ζεστό ψωµί (όχι καρβέλι, αλλά ταψί µεγάλο) το βάζει σε ένα τραπεζοµάντηλο και µε φορτώνει εµένα και µου λέει , να πας να ειπείς στο Γιώργο να φέρει το µουλάρι αµέσως (ο Γιώργος ήταν στα πρόβατα με τον συµπέθερο).

   Εγώ ξεκίνησα να πάω στη Φτελιά (αν είχα λίγο µυαλό, θα πήγαινα πιο πέρα και θα περίµενα λίγο να βρω δικαιολογία ότι δεν τον βρήκα...) αλλά συνέχισα το ταξίδι και έφτασα µέχρι το Απόσκιο και εκεί είχε κάνει στάση ο στρατός και δεν µε άφησαν να προχωρήσω γιατί βοµβαρδίζανε απέναντι στα Βαρδούσια τα αεροπλάνα.

   Εγώ καθόµουνα και περίµενα να περάσω ,  µερικοί στρατιώτες µε πλησιάσανε να ιδούν τι έχω φορτωµένη. Μόλις είδαν το φρέσκο το ψωµί λίγο λιγί το πήρανε και µου έδιναν κονσέρβες για αντάλαγµα. Έτσι γύρισα αργά το απόγευµα και έµαθα πως ο Γιαλαµάς δεν πίστεψε το ψέµα , βρήκε το µουλάρι και το είχαν στις Λάκκες όπου ετοιμάστηκε ο στρατός για τη µάχη της Αρτοτίνας.

   Μάλιστα σε αυτή τη µάχη είχε πάει και η Μάνα µου , µαζί με πολλούς άλλους Λιδωρικιώτες. Σε αυτή τη µάχη σκοτώθηκε η Φροσύνη Ταµβάκη (ήταν δίπλα στη Μάνα µου όταν τη χτύπησε το βλήµα) και η Παλαιολόγου (δεν ξέρω το μικρό της όνοµα).Τότε έπιασαν αιχµαλώτους οι αντάρτες το συµπέθερο (Κλωσσοθανάση) και το Μπακόγιαννο.

   Επίσης όταν ήλθαν οι αντάρτες στο Λιδωρίκι (αν θυµάµαι καλά τον Απρίλιο του 1949) η Μάνα µου ήταν στην Αθήνα και εγώ ήµουν µόνη µου µε τη γιαγιά µου στο σπίτι. Αφού δεν ήξερα καλύτερα καθόµουνα στο παράθυρο και έβλεπα τους αντάρτες όταν περνούσαν φορτωµένοι για να φύγουν προς τα βουνά , έβλεπα και µερικούς που έτρεχαν να αποφύγουν τις σφαίρες που έριχναν οι στρατιώτες από τον Κουκορέφτο....

   Όταν επί τέλους τελείωσε η µάχη και ήλθε το πρωί , έµαθα πως είχαν σκοτωθεί τρεις κοπέλες ( συναγωνίστριες). Μια απο αυτές προχωρούσε προς τον πλάτανο, φαίνεται είχε τραυµατιστεί και έπεσε σε ένα µέρος που το λέγανε του Κατσούρη το αλώνι.

   Εγώ επήγα και την είδα, θα ήταν περίπου 17−18 χρόνων , είχε πέσει επάνω σε ένα πουρνάρι , σαν να είχε ξαπλώσει να ξεκουραστεί.

   Το απόγευµα µαζεύτηκαν µερικές γυναίκες , έσκαψαν και τη έθαψαν εκεί , χωρίς φέρετρο, χωρίς παπά , απλώς κάναµε όλοι το σταυρό µας και θυµάµαι η Κλωσσοτέτα της σκέπασε το πρόσωπο µε ένα άσπρο µαντήλι. Αργότερα έµαθα πως ένας αντάρτης που είχε κρυφτεί και παραδόθηκε στο στρατό , πέρασε και την είδε πριν τη θάψουν και είπε πως ήταν µια από τις µαθήτριες που είχαν πάρει από την Καλαµπάκα.

   Όπως φαντάζοµαι θα ξέρεις , οι περισσότεροι αντάρτες είχαν πάει δια της βίας και οχι διότι το ήθελαν. Φαντασου τους γονείς αυτού του κοριτσιού και τόσων άλλων , που δεν έµαθαν ποτέ που και πως τελείωσε η ζωή των παιδιών τους....

   Επίσης θυµάµαι που είχαν κρεµάσει δύο κεφάλια στη Βαθειά , στις ακακίες και δεν θα µου φύγει ποτέ αυτή η εικόνα από το µυαλό µου. Ήθελα να σου το ειπώ για ιστορικούς λόγους , ότι εκεί στου Κατσούρη το αλώνι , είχε ταφεί ένα κοριτσάκι άγνωστο και ότι στη Βαθειά , που γίνονται τόσα γλέντια και χαρές κάποτε οι Έλληνες έσφαζαν άλλους Έλληνες και κρεµούσαν τα κεφάλια τους στην πλατεία χωρίς να ενδιαφέρονται αν µικρά παιδιά τα έβλεπαν.

   Συγγνώµη που οι αναµνήσεις µου αυτές είναι γύρω από τα δυσάρεστα γεγονότα, άλλη φορά θα σου στείλω πιο ευχάριστες , γιατί έχω ζήσει και πάρα πολλές χαρούµενες ηµέρες στο Λιδωρίκι.

   Θα κλείσω µε δυο ευτράπελα από τη σχολική ζωή του Γυµανσίου.

   Η Ασπασία Ανδρεοπούλου , απ’ την Ερατεινή , ήλθε στο Λιδωρίκι από το Γυμνάσιο Γαλαξιδίου στην εβδόµη κα ογδόη τάξη. Απο την πρώτη στιγµή υπήρξε µεταξύ µας µια αγνή και πραγµατική φιλία, καθίσαµε στο ίδιο θρανίο και συνήθως διαβάζαµε µαζί.

   Κάποτε την ώρα του µαθήµατος (το µάθηµα ήταν σχετικό µε τον Εθνικό Ύµνο) η Ασπασία πολύ σοβαρά γυρίζει κα µε ρωτάει , ζει ο Σολωμός?

   Εγώ (παρ’ όλο που είχα µάθει να προσέχω από τον Μποτίνη, δεν σκέφτηκα ότι δε έπρεπε να γελάσω µε αυτή την ερώτηση και έτσι έπρεπε να απαντήσω στον κύριο Καλλιµάνη γιατί εγέλασα.

   Επειδή δεν ήθελα να θίξω την Ασπασία , προσπαθούσα να βρω δικαιολογία αλλά η Ασπασία που ήταν πάντα ειλικρινής και υπεύθυνη για τις πράξεις της , απάντησε αµέσως : εγώ κύριε καθηγητά την ερώτησα αν ζει ο Σολωµός µε αποτέλεσµα να γελάσει όλη η τάξη και να τιµωριθούμε και οι δυο και να γράψωµε τον Εθνικό Ύµνο 50 φορές η κάθε µία...

   Ο Καλλιµάνης ήταν ο πιο αγαπητός καθηγητής για µένα και εκτός του µαθήµατος νοµίζω πως οι συµβουλές του σχετικά µε τη ζωή , για εµένα τουλάχιστον , ήσαν τα θεµέλια στις αρχές που ακολούθησα στη ζωή µου.

   Ο κύριος Παπανδρέου εκτός από τη γυµναστική έκανε και µάθηµα υγιεινής. Λοιπόν µας εδίδασκε ότι το πρόγευµα είναι πολύ απαραίτητο και πρέπει να τρώµε καλά το πρωί

  Τα περισσότερα , βέβαια , παιδιά δεν είχαν τα απαραάτητα φαγητά και µάλιστα τα παιδιά από τα γύρω χωριά , που έπρεπε να φροντίζουν µόνα τους µακριά από το σπίτι τους. Τέλος πάντων , για να µας δείξει τι θα πει καλό πρωινό , ερώτησε το Σπύρο τον Καραµήτσο τι τρώει το πρωί . Ο Σπύρος βέβαια όχι µόνο ήταν από εύπορη οικογένεια , αλλά είχε και τη µαµά του που οπωσδήποτε του ετοίµαζε το πρωινό του.

   Ο Σπύρος λοιπόν απάντησε : κακάο, φρυγανιά….ο Παανδρέου του λέει , να τρως και ένα αυγό...εµείς ακούγαµε και βέβαια ο καθένας θα σκεφτόταν τι τρώει το πρωί…..ο Θόδωρος Νταλάκας , από τη Μηλιά, σήκωσε το χέρι..εγώ κύριε καθηγητά τρώγω τυρί και ψωµί…..

   ∆εν ξέρω αν ο καθηγητής κατάλαβε πως θα µπορούσε µε καλύτερο τρόπο να εξηγήσει το µάθηµα , αλλά αν έριχνε κανείς µια µατιά στο Σπύρο που ήταν κάπως αδύνατος και στο Νταλάκα µε τα ροδοκόκκινα µάγουλα θα πίστευε πως το τυρί και το ψωµί ήταν πολύ καλή τροφή...

Με Αγαπη

Τασία

 ΥΓ: Επιφυλασσόμαστε να  σας  έχουμε κάποια  στιγμή και  ένα  σύντομο  βιογραφικό της  φίλης  Τασίας .

      Καλό  σας  βράδυ , να  είστε  όλοι  καλά

        Απ το  “ Λιδωρίκι “ με  αγάπη ……Κ.Κ.-