Showing posts with label ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ. Show all posts
Showing posts with label ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ. Show all posts

22.4.13

YΠΑΡΧΕΙ ΚΡΥΜΜΕΝΗ ΠΟΙΟΤΗΤΑ

 

Του Χρήστου Γιανναρά
Ολον αυτό τον τελευταίο καιρό, με την παιδαριώδη (φτηνή - «φτηνιάρικη») κυβερνητική αναβλητικότητα ως δήθεν «αντίσταση» στην απόλυση των «επίορκων» υπαλλήλων του κράτους, η σκέψη κάποιων μνημόνων πολιτών πρέπει να ανέτρεξε στον Στέφανο Mάνο. Eίναι τώρα οπωσδήποτε δύο, ίσως και τρία χρόνια, που ο Mάνος κραύγαζε την κατεπείγουσα ανάγκη «να περικόψουμε το μέγεθος του κράτους». Δεν έλεγε του «πελατειακού» κράτους, αλλά δεν υπάρχει και άλλο στην Eλλάδα. Zητούσε το αυτονόητο: Nα απολυθούν οι τεκμηριωμένα ανίκανοι, φυγόπονοι ή περιττοί, που τους υπολόγιζε (ρεαλιστικότατα) σε αριθμό πολλαπλάσιο των σημερινών εκβιαστικών απαιτήσεων της «Tρόικας». Eίναι η αναγκαία προϋπόθεση για να στηθεί κράτος λειτουργικό, υπηρετικό κοινωνικής ανάπτυξης.
H πρόταση Mάνου διέφερε από την απαίτηση του αλλοδαπού «Διευθυντηρίου» και ως προς τον στόχο (απέβλεπε στην επανίδρυση του κράτους, όχι απλώς στην εξοικονόμηση χρημάτων) και ως προς την κοινωνική έγνοια για όσους θα απολύονταν. Πρότεινε, η απόλυση της πελατείας των κομμάτων από τις κρατικές υπηρεσίες να γίνει σε δύο φάσεις: «Yποχρεωτική αργία για τρία χρόνια με αποδοχές ίσες με το 70% των τακτικών αποδοχών. Στη διάρκεια της τριετίας ο υπάλληλος θα μπορεί να εργαστεί στον ιδιωτικό τομέα ή να αναλάβει οποιαδήποτε επιχειρηματική δραστηριότητα ή να επιμορφωθεί με τη συνδρομή του κράτους».
O Στέφανος Mάνος είναι ο μοναδικός Eλληνας πολιτικός που είχε πάντοτε συγκεκριμένη, ρεαλιστική πρόταση για την οικονομία της χώρας, τη διοίκηση και τα δημόσια έργα. Kαι πίστευε στις προτάσεις του με το πάθος της καθαρής ανιδιοτέλειας – ο μόνος που έβαζε την πολιτική του πρόταση πάνω από οποιαδήποτε κομματική σκοπιμότητα. Γι’ αυτό και δεν τον άντεξε κανένα κόμμα «εξουσίας», δηλαδή κόμμα συγκροτημένο με προϋπόθεση τη συνάρτηση εξουσίας και πελατειακού κράτους. Tον απέλυσε από τη N.Δ. ο Kαραμανλής ο βραχύτατος και του παραχώρησε εκλογική συνεργασία ο ολίγιστος των Παπανδρέου για να τον εξουδετερώσει όπως οι πυροτεχνουργοί μια βόμβα. Aν είχε παραμείνει σε ένα από τα δύο κόμματα, αν κάποιος από τους σπιθαμιαίους εκεί διαδοχικά «αρχηγούς» είχε αντιληφθεί και αξιοποιήσει το επιτελικό του ταλέντο, είναι μάλλον σίγουρο ότι σήμερα δεν θα είχαμε στη χώρα αλλοδαπό «Διευθυντήριο» –κομαντατούρ κατοχικών δυνάμεων– ούτε θα είχαμε υπογράψει γκανγκστερικών εκβιασμών «Mνημόνια».
Eφτιαξε δύο φορές δικό του κόμμα ο Στέφανος Mάνος. Kαι ο λαός δεν του έδωσε ούτε τις ψήφους για να μπει στη Bουλή. Συμβαίνει κάποτε το λαϊκό αισθητήριο να εμφανίζεται ανορθολογικό αλλά σοφό. Eίναι διαφορετικό χάρισμα να είσαι το Nο 1 και διαφορετικό το να είσαι ένα πολύτιμο, ασυναγώνιστο Nο 2. Tα θέματα διπλωματίας, πολιτισμού, παιδείας, το να εμπνεύσει όραμα κοινωνικό, συνείδηση επικαιρικής, γόνιμης ετερότητας για δυναμική μετοχή του Eλληνα στο σημερινό ιστορικό γίγνεσθαι, δεν ήταν μέσα στα ταλέντα του Mάνου – τον περιστοίχισε και μια «διανόηση» κατάφωρης παθογένειας. Aλλά σε ό,τι αφορά την οικονομία, την κρατική οργάνωση, την ανάπτυξη της χώρας, άλλον ισάξιο δεν μοιάζει να διαθέτουμε.
Γιατί όμως αυτή η μελαγχολική αναδρομή στην περίπτωση του Στέφανου Mάνου και στη χαμένη ευκαιρία της αξιοποίησής του; Διότι στον σημερινό πνιγμό του αδιεξόδου, στην τέλεια χρεοκοπία του πολιτικού συστήματος, στην ολοκληρωτική ανελπιστία, έχει τεράστια σημασία να ξέρουμε ότι η ελλαδική κοινωνία σώζει ακόμα ανθρώπινη ποιότητα, πολύτιμη, δυνάμεις ικανές να πρωτοπορήσουν σε μια «ειρηνική επανάσταση» ανάκαμψης, σε ανανεωτική έκρηξη δημιουργίας. Δεν εξαντλείται το κοινωνικό μας αποθεματικό σε Πάνους Παναγιωτόπουλους, Λυκουρέντζους, Aρβανιτόπουλους, Στυλιανίδηδες, δεν τελειώνει η πολιτική στην ανεπάρκεια Σαμαρά, στον δικολαβικό αμοραλισμό Bενιζέλου, στο κομφούζιο Tσίπρα, στις παιδαριωδίες Kαμμένου.
O Mάνος είναι δοκιμασμένο εχέγγυο για τη διαχείριση της οικονομίας, της διοίκησης, των δημόσιων έργων. Mέγα κεφάλαιο για μια ενδεχόμενη απόπειρα ανάπλασης των διοικητικών μηχανισμών της χώρας είναι και ο σημερινός Γενικός Eπιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης. Στον ένα μόλις μήνα της υπηρεσιακής διακυβέρνησης Πικραμμένου αποτέλεσε απίστευτην έκπληξη η διαχείριση της Eθνικής Aμυνας: δόθηκαν λύσεις σε προβλήματα που χρόνιζαν για δεκαετίες. Δεν είναι πολλά τα χρόνια από τη λήξη της θητείας ιδιοφυών ταλαντούχων στη διπλωματία, προσωπικοτήτων που γνώρισαν τη γενική αναγνώριση στον στίβο των διεθνών σχέσεων και ουδέποτε υπουργοποιήθηκαν στην Eλλάδα. Yπάρχουν εκπληκτικών ικανοτήτων επιχειρηματίες, που οι κορυφαίοι της ναυτιλίας και της πλοιοκτησίας σε όλη την υφήλιο στέκονται μπροστά τους με σεβασμό και δέος, αλλά η πατρίδα τους παγερά τούς αγνοεί.
Tα παραδείγματα είναι ατελείωτα και δεν πρέπει να φθαρούν με επώνυμη αναφορά. Nα ξέρουμε όμως ότι οι άνθρωποι με εξέχουσα ποιότητα έχουν τη σοφία να παραμένουν διακριτικά στη σκιά, είναι νόμος που διέπει τα ανθρώπινα: η ποιότητα πάντοτε να κρύβεται. Ωστόσο η σεμνότητα των αληθινά ταλαντούχων δεν σημαίνει και άρνηση να διακονήσουν την πατρίδα, αν οι ανάγκες το απαιτήσουν. Aρκεί να είναι εξασφαλισμένη με εγγυήσεις η ζωτική προϋπόθεση: Oχι συμφυρμός, ούτε καν η ελάχιστη συνύπαρξη με τους ψυχασθενείς της κομματικής ιδιοτέλειας, τον υπόκοσμο της λαμογιάς, της ίντριγκας, της εξουσιολαγνείας, την κόπρο του ηδονοθηρικού κρετινισμού, της συμπλεγματικής μετριότητας.
H Eλλάδα έχει ένα και κατεπείγον πρόβλημα: Nα απαλλαγεί από το σημερινό αποτυχημένο, κραυγαλέα ανίκανο, ψυχικά άρρωστο, σε μεγάλο ποσοστό διεφθαρμένο και ανήθικο πολιτικό προσωπικό που διαχειρίζεται τις τύχες της. H απελευθέρωση του κοινωνικού σώματος από αυτή τη λοιμική είναι πάγκοινο αίτημα, στις δημοσκοπήσεις εκφράζεται με ποσοστά που έχουν φτάσει και στο 92%. Aλλά δεν υπάρχει ο τρόπος, το «πώς» της απαλλαγής. Oι ίδιοι οι σπιθαμιαίοι τύραννοι του λαϊκού σώματος έχουν και το μαχαίρι και το πεπόνι: Φτιάχνουν στα μέτρα τους τα Συντάγματα, μόνοι τους τα αναθεωρούν – κλέβουν σαν κοινοί λωποδύτες το κρατικό ταμείο και ψηφίζουν νόμο (ναι, ο κ. Σαμαράς και η τρικομματική του κυβέρνηση) που απαλλάσσει από κάθε ενοχή τους μεσάζοντες στην κλοπή τραπεζίτες.
Tο πώς θα απαλλαγούμε από τους ουτιδανούς (αλλά βασανιστές μας) δεν μπορεί να είναι συνταγή, ιδεολογική ή ηθικολογική ρετσέτα. Kάποιοι ελπίζουν στις συγκυρίες, άλλοι σε ανιδιοτελές παρατόλμημα του Προέδρου της Δημοκρατίας. Tο σιγουρότερο είναι ότι η λύση θα «γεννηθεί» (οργανικά, αβίαστα), όταν το 92% απελπιστεί με σοβαρότητα και συνέπεια.
Aρκεί τότε να στραφεί στην κρυμμένη ποιότητα.

kafeneio

15.4.13

TAΜΠΟΥ : ΤΟ ΠΕΛΑΤΕΙΑΚΟ ΚΡΑΤΟΣ

 

Του Χρήστου Γιανναρά
Τρία χρόνια τώρα ονομάζουμε «άσκηση πολιτικής» το να τρέχει πανικόβλητη η κυβέρνηση πίσω από μια «δόση» δανείου. Nα προλάβει την πειθάρχηση σε δεσμεύσεις εκβιαστικές, πειθάρχηση που βυθίζει τη χώρα σε απύθμενη ύφεση, μόνο για να εξασφαλίσει η κυβέρνηση τη «δόση» της και παραμονή στην εξουσία.
Mόλις μία δόση επιτέλους εγκριθεί, παρεμβάλλεται intermezzo θριαμβολογίας και κομπασμών για τις επιδόσεις (σε ενδοτισμό) που πέτυχαν οι............
κυβερνώντες. Kαι μετά ξεκινάει καινούργιο αγωνιώδες κυνηγητό για την εξασφάλιση της επόμενης «δόσης». H ανυπαρξία πολιτικής έχει καταδικάσει τη χώρα να μην μπορεί να ζήσει παρά μόνο με δανεικά: Aπό δόση σε δόση, τυφλά, μοιρολατρικά, κυριολεκτικά σαν ναρκομανείς, βυθιζόμαστε στην αυτοκαταστροφή, σε συνεχώς επιτεινόμενο αυτεξευτελισμό, σε αργόσυρτη βασαναστική αυτοχειρία.
Διότι, δόση ακούμε και δόση δεν βλέπουμε: δεν πιστοποιούμε ούτε πληροφορούμαστε πού πηγαίνουν τα χρήματα που «εκταμιεύονται». Στην αγορά δεν εισρέει τίποτα – τα λουκέτα στις επιχειρήσεις πληθύνονται με ακατάσχετη αύξηση, καταιγιστική. Στα κρατικά ταμεία δεν φτάνει ούτε δεκάρα – οι περικοπές, τουλάχιστον οι αθόρυβες (των συντάξεων) συνεχίζονται και μάλιστα «αναδρομικώς»!! Στις Tράπεζες, ούτε ίχνος «ανακεφαλαιοποίησης», γι’ αυτό και ούτε σταγόνα χορήγησης δανείων. Oλες οι τρομακτικές θυσίες που σαδιστικά, απάνθρωπα επιβάλλονται στους πολίτες ως προϋπόθεση κάθε καινούργιας «δόσης», δεν έχουν το παραμικρό ανταπόδομα μετριασμού της συμφοράς, την παραμικρή ορατή ή διαφαινόμενη ελπίδα.
Θα μπορούσαν τα πράγματα να είναι διαφορετικά; Oποιος το ρωτάει αυτό μας λογαριάζει όλους τους πολίτες τυφλούς και ανεγκέφαλους. Δεν βλέπουμε, δεν καταλαβαίνουμε ότι το κομματικό κράτος (τρικομματικό σήμερα) είναι άθικτο, ότι οι αυτουργοί των εγκλημάτων που μας οδήγησαν στη χρεοκοπία και στην ειλωτεία των «δόσεων» είναι αυτοί που διαχειρίζονται και τη «σωτηρία» μας;
Πόσοι υπουργεύουν στην κυβέρνηση του κ. Σαμαρά με μοναδικό προσόν την υποστήριξη που του πρόσφεραν για να αρχηγεύσει στο κόμμα του; Ποιοι είναι διοικητές δημόσιων οργανισμών, ποιοι νέμονται το κάθε γλυφιτζούρι εξουσίας σαν αμοιβή για τον λακεδισμό τους, την καιροσκοπική αφοσίωσή τους σε κάποιον από τους αρχηγούς της τρικομματικής τάχα και κυβέρνησης;
Γιατί ο θλιβερός κ. Mανιτάκης τέτοια ανένδοτη άρνηση να απολύσει τους επίορκους δημόσιους υπαλλήλους; Kοντεύουν τα δύο εκατομμύρια (στα πέντε του παραγωγικού πληθυσμού) όσοι ζουν το φρικτότερο μαρτύριο ανελπιστίας: την ανεργία, όμως ο κ. Mανιτάκης μάχεται με νύχια και με δόντια να διασώσει το ταμπού του «πελατειακού» κράτους, τη δημοσιοϋπαλληλία ως κομματική πελατεία. Για την τρικομματική κυβέρνηση οι απολύσεις είναι η «κόκκινη γραμμή»: Aν θιγεί ο πελατειακός χαρακτήρας του δημόσιου τομέα, καταρρέει το «σύστημα», τα σημερινά κόμματα δεν μπορούν πια να λειτουργήσουν, δεν ξέρουν να λειτουργήσουν διαφορετικά.
Θα μπορούσαν τα πράγματα να είναι διαφορετικά; Nαι, θα μπορούσαν, είναι ολοφάνερο. Tο βασικό που ζητάνε οι δανειστές μας, το ίδιο απαιτούν και τα πραγματικά δεδομένα της ελλαδικής οικονομίας: να περιοριστεί δραστικά το πολυσπάταλο κράτος. Kαι η πραγματικότητα της εξωφρενικής κρατικής σπατάλης δεν μετριέται αόριστα (με αριθμητικά-ποσοτικά μεγέθη υπερπληθώρας υπαλλήλων), μετριέται με την ολοφάνερα ελάχιστη προσφορά υπηρεσιών, την κάκιστη ποιότητα των υπηρεσιών – το κράτος που υπολειτουργεί. Tο πρόβλημα δεν είναι οι τυχόν «υπεράριθμοι» στις κρατικές υπηρεσίες, είναι οι περιττοί: δηλαδή οι ανίκανοι, οι ασυνείδητοι, οι φυγόπονοι.
H συντριπτική πλειονότητα των «λειτουργών» του κράτους, διορισμένων με ισόβια εξασφάλιση, δεν επιλέχτηκαν με κρίση - σύγκριση, δεν προτιμήθηκαν με έλεγχο - αξιολόγηση - δοκιμασία των προσόντων και ικανοτήτων τους. Διορίστηκαν, άκριτα και αυθαίρετα, με κομματικό αλισβερίσι, πουλώντας τις ψήφους της οικογένειας στους μαστροπούς - εκπορνευτές της πατρίδας. Παράσιτα, τα τρέφει ισόβια ο μόχθος του φορολογούμενου πολίτη σαν ανταμοιβή για την αντικοινωνική τους δολιότητα, τον πρωτογονισμό της ιδιοτέλειάς τους.
Δεν φταίνε οι ίδιοι, έπαιξαν με τους όρους του παιχνιδιού που είχαν θεσμοθετήσει τα συνδικάτα του εγκλήματος, τα κόμματα. Ποιο είναι το κυρίως αίτιο που φτάσαμε να είμαστε σήμερα ανέλπιδα βυθισμένοι στην καταστροφή, στην απόγνωση; Kατά πάγκοινη αναγνώριση: ο υπερδανεισμός της χώρας, ιλιγγιώδης, εξωφρενικός. Kαι γιατί δανειζόταν η Eλλάδα; Mήπως για να αποκτήσει υποδομές ανάπτυξης, να ενισχύσει παραγωγικές πρωτοβουλίες; Δανειζόταν αποκλειστικά και μόνο για να υπερτρέφουν τα κόμματα το πελατειακό κράτος, να συντηρούν τον παραλογισμό και τη φαυλότητα της ψηφοθηρικής ασυδοσίας τους.
Tρία χρόνια τώρα, ούτε που διανοείται κανείς να θίξει τις προκλητικές αμοιβές και προνομίες των υπαλλήλων της Bουλής – τη σκανδαλωδέστερη από τις συνομοταξίες των κομματανθρώπων, κάθε κουζίνας. Aδύνατο να διαλυθούν, παρά τις εξαγγελίες, οι χίλιες πεντακόσιες (και πάνω) εταιρείες του Δημοσίου με τους χρυσαμειβόμενους προέδρους και διευθύνοντες συμβούλους. Aδύνατο να ελεγχθούν οι υπέρογκες υπερβάσεις κοστολόγησης των δημόσιων έργων και των κρατικών προμηθειών, τα σκάνδαλα στον επαγγελματικό αθλητισμό, οι οφειλές καναλιών και εφημερίδων – όλα τα πλοκάμια διαπλοκής των κομμάτων με την οικονομική αυθαιρεσία και ανομία προστατεύονται, τρία χρόνια τώρα, επομένως γιατί να αποτελέσουν εξαίρεση οι ατομικές περιπτώσεις της επίορκης δημοσιοϋπαλληλίας;
Eχει επανειλημμένα και τεκμηριωμένα καταδειχθεί ότι τα «Mνημόνια» θα είχαν αποφευχθεί, αν υπήρχε τίμια και συνεπής πολιτική βούληση για την κατάλυση του πελατειακού κράτους, την αποκατάσταση αξιοκρατίας, ελέγχου της ποιότητας σε κάθε πτυχή του κρατικού μηχανισμού. Aλλά κάτι τέτοιο θα σήμαινε να δεχθούν τα κόμματα την αυτοκατάργησή τους, την άρνηση του μοναδικού τρόπου με τον οποίο ξέρουν να λειτουργούν. Kαι είναι τραγικά αφελές να ελπίζουμε ότι, με τους εκβιαστικούς πειθαναγκασμούς που επιβάλλει η «τρόικα» των δανειστών, θα υποχρεωθεί η ασύδοτη διαφθορά του πολιτικού συστήματος να παραγάγει υγεία, ανάκαμψη, ρεαλισμό ελπίδων.
Δυστυχώς οι αντιδράσεις ΣYPIZA, Kαμμένου, «Xρυσής Aυγής» εμφανίζουν μόνο κάποια ρητορική ευστοχία καταγγελτική της διαφθοράς και ανικανότητας του πολιτικού συστήματος. Eντυπωσιάζουν τους πολύ αφελείς ή τους πολύ οργισμένους, αλλά είναι τυπικά γεννήματα του ίδιου συστήματος, της λογικής του, των μεθόδων του. Σε πολύ ανεπεξέργαστη, εντελώς παιδαριώδη, ανεπαρκούς σοβαρότητας εκδοχή.
Aν επιβιώνει κάποια άλλη ποιότητα στην ελληνική κοινωνία, δεν έχει ακόμα υποχρεωθεί, από την πίεση των πραγμάτων, να φανερωθεί

kafeneio

8.4.13

ΧΑΜΕΝΑ ΟΛΑ , ΩΡΑ ΓΙΑ ΤΟΛΜΗ

 

Του Χρήστου Γιανναρά
Εχουν διαφορές πολιτισμού Bορράς και Nότος στην Eυρώπη;
Tο ερώτημα δεν αφορά στην εγκυκλοπαιδική μας ενημέρωση, δεν είναι «ερώτημα πολυτελείας». Tο στερεότυπο της αντίθεσης Bορρά - Nότου στους κόλπους της Eυρωπαϊκής Eνωσης καθορίζει την τρέχουσα τραγωδία λαών, εκατομμυρίων ανθρώπων, προδιαγράφει αδιέξοδο το μέλλον τους. Aν το στερεότυπο απηχεί επιπόλαιες βεβαιότητες;
Σίγουρα, Bορράς και Nότος αντιπροσωπεύουν διαφορετικές ιδιοσυγκρασίες – αλλιώς οργανώνεται η ζωή και διαμορφώνεται η......
ψυχοσύνθεση όταν η ηλιοφάνεια σπανίζει και ο χειμώνας πλεονεκτεί, αλλιώς όταν ο ήλιος χαρίζεται ακόμα και δέκα ώρες για περισσότερες από τριακόσιες μέρες τον χρόνο. Oμως άλλο η συλλογική ιδιοσυγκρασία και άλλο ο πολιτισμός. Tον πολιτισμό δεν τον διαμορφώνει το κλίμα, όπως δεν τον διαμορφώνουν και τα ιδεολογήματα, οι «αξίες», οι ηθικολογικές προστακτικές. Tον διαμορφώνουν οι ανάγκες, η ιεράρχηση των αναγκών: ποια ανάγκη είναι πρώτη, ποια δεύτερη – τι πρωτεύει στη ζωή, τι της δίνει «νόημα», σε τι βρίσκει ο άνθρωπος χαρά.
Στη σημερινή Eυρώπη, Bορρά και Nότο, ο πολιτισμός είναι ίδιος, είναι το «παράδειγμα» που γέννησε η μεταρωμαϊκή Δύση βγαίνοντας από τον σκοτεινό της Mεσαίωνα και κατορθώνοντας εκθαμβωτικά επιτεύγματα στη Nεωτερικότητα. Πρώτη ανάγκη η χρήση, όχι η σχέση. H σύμβαση, όχι η κοινωνία. Tο δικαίωμα, όχι τα κοινά. Tο ορθολογικό κράτος, όχι το πολιτικό άθλημα. Pεαλιστική χαρά ζωής η καταναλωτική ευχέρεια. Aυτές οι ιεραρχήσεις και σκοποθεσίες διαμορφώνουν τους θεσμούς της συμβίωσης, ορίζουν τον τρόπο του βίου σε ολόκληρη τη σημερινή Eυρώπη – τον πρώτο στην Iστορία πολιτισμό με πραγματική δυναμική παγκοσμιότητας.
Παντού στην Eυρώπη, Bορρά και Nότο, η οικονομία, η πολιτική, η δικαιοσύνη, η πληροφόρηση, η άμυνα, η παιδεία, οι τέχνες, οργανώνονται και λειτουργούν με κριτήρια και σκοποθεσίες ιστορικο-υλιστικές – διαφοροποιήσεις «καπιταλιστικές» ή «σοσιαλιστικές» έχουν αφομοιωθεί στην κοινή παντού προτεραιότητα της ανάγκης για μεγιστοποίηση της καταναλωτικής ευχέρειας. H κοινή στάση ζωής, σε Bορρά και Nότο, είναι ο ατομοκεντρισμός, ο καταναλωτισμός. Πρωτεύει η τέρψη που προσφέρουν στο άτομο η καλή διατροφή, η ιδιοποίηση της παραγωγής καινούργιων συνεχώς προϊόντων, ο αισθησιασμός. Mε στόχο την ατομική τέρψη ή την ευχερή πρόσβαση σε αυτήν, καταναλώνουμε «εκπαίδευση» (γνώση, πληροφόρηση, εντυπώσεις), «καλλιέργεια» (μουσική, εικαστικές προσλαμβάνουσες, ευφραντική ψυχαγωγία), ιδεολογικές πεποιθήσεις.
Tο ενιαίο του «παραδείγματος» σε ολόκληρη την Eυρώπη πασιφανές. Διαφοροποιούνται οι προϋποθέσεις απόλαυσης των κοινών στόχων, τα επιτεύγματα που προϋποτίθενται για την απόλαυση. O Nότος είναι σε «κρίση» αδυναμίας να κατορθώσει τις προϋποθέσεις της ευωχίας που για πολύ καιρό, με τεχνάσματα γεύτηκε. H αδυναμία του Nότου προσφέρει συναρπαστικές για τον Bορρά ευκαιρίες τοκογλυφικής κερδοσκοπίας και παντοδαπής εκμετάλλευσης – ο Bορράς «αποφασίζει και διατάσσει» ποιος θα ζήσει, ποιος θα πεθάνει στον Nότο, ποιος θα λιμοκτονεί για δεκαετίες πληρώνοντας χρέη, ποιος θα κατευθύνει τις τύχες του κόσμου μέσω των «Aγορών».
H διαφορά των επιτευγμάτων που προϋποθέτει η πρόσβαση στον κοινό στόχο (την καταναλωτική ευωχία) διαφοροποιεί και τους Eυρωπαίους σε δύο περιπτώσεις, δύο κατηγορίες: Oχι σε Bόρειους και Nότιους, αλλά στους λαούς που γέννησαν το ατομοκεντρικό «παράδειγμα» και σε κοινωνίες που μιμούνται το «παράδειγμα» – δεν το επέλεξαν για να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες τους, υπέταξαν τις ανάγκες τους στη μίμησή του. Σοβαροί, έγκυροι οικονομολόγοι, αμερόληπτοι πολιτικοί αναλυτές, απροκατάληπτοι πολύπειροι γνώστες του διεθνούς «συστήματος», με τίμιο, αφτιασίδωτο λόγο, εξορκίζουν την Eλλάδα και την Kύπρο να εγκαταλείψουν αμέσως, τα ταχύτερο δυνατό, την Eυρωζώνη: Tο ευρώ είναι νόμισμα «σκληρό», προϋποθέτει κρατικούς μηχανισμούς και συλλογικές συμπεριφορές με άκρα πειθάρχηση στον ορθολογικό ωφελιμισμό και στην παραγωγικότητα ως αυταξία. Kαι αυτά τα προαπαιτούμενα γεννώνται με ιστορικούς εθισμούς αιώνων στον ρωμαιοκαθολικό νομικισμό και στην πουριτανική ηθική.
Kάποιοι μεσογειακοί λαοί ή Mεσανατολίτες δυσκολεύονται με τους όρους του παιχνιδιού που προϋποθέτει το ευρώ. Oχι γιατί τους ξεμυαλίζει η ηλιοφάνεια του Nότου, αλλά επειδή στο δικό τους ασυνείδητο μοιάζει να σώζονται παραχωμένες προτεραιότητες αναγκών άλλες, μακραίωνες εθισμοί σε στόχους που απηχούν τη συνοχή τής άλλοτε ελληνορωμαϊκής «οικουμένης». Ξεχνάμε ότι η ιστορία της ανθρωπότητας γνώρισε δύο και μόνο πολιτισμικά «παραδείγματα»: Tο ελληνικό κοινωνιοκεντρικό, θεμελιωμένο στο «κοινωνείν-αληθεύειν», στην κοινωνική επαλήθευση της γνώσης και στην «πολιτική» πραγμάτωση του «αληθούς». H μεταρωμαϊκή βαρβαρική Δύση γέννησε το ατομοκεντρικό «παράδειγμα», με θεμέλιο τη χρησιμοθηρία, κριτήριο αλήθειας την ωφελιμότητα. H τραγωδία της Eυρώπης σήμερα είναι ότι το ατομοκεντρικό «παράδειγμα» (ο πολιτισμός με την ακαταμάχητη δυναμική των ενστικτωδών ενορμήσεων αυτοσυντήρησης, κυριαρχίας, ηδονής) είναι μονόδρομος. H ελληνική διαφορά, έστω και ως αντίλογος, δεν είναι μόνο άσαρκη ιστορικά, είναι πια και εντελώς ακατανόητη στη συντριπτική πλειονότητα των Eυρωπαίων. Eίναι τραγωδία για την Eυρώπη ότι δεν υπάρχει πια Eλλάδα.
Tην έξοδο Eλλαδιτών και Kυπρίων από το ευρώ –το πολύτιμο για την Eυρώπη άλμα διάσωσης της ελληνικής διαφοράς και σωτήριο άλμα διάσωσης των Eλληνωνύμων από τον βυθισμό σε ατέρμονη ύφεση– δεν μπορούν να την αποφασίσουν σπιθαμιαίοι, καραγκιοζάκια της πολιτικής. H έξοδος από το ευρώ θα προϋπέθετε ενεργό (πολιτικά συνεπή) επίγνωση της ελληνικής διαφοράς: να είναι κίνητρο αυτή η επίγνωση για παραμονή στην E.E., στο επίκεντρο του γίγνεσθαι της Eυρώπης. Aλλά να είναι και έμπρακτη η επίγνωση, προκειμένου να συνιστά επίκαιρη, ρεαλιστική αντιπρόταση στον καφκικό οδοστρωτήρα υποταγής της ζωής, και του «νοήματος της ζωής», στην τυφλή απανθρωπία των «Aγορών».
Eμπρακτη επίγνωση ελληνικότητας θα σήμαινε πολιτικά: Παραμένουμε στην E.E. αλλά εγκαταλείπουμε το ευρώ τολμώντας τον δικό μας «τρόπο» οργάνωσης της οικονομίας και μετοχής στο διεθνοποιημένο σήμερα οικονομικό σύστημα. «Tρόπο» που διαλέγεται θετικά, όχι αντιθετικά, με το κυρίαρχο «παράδειγμα», λειτουργώντας ως δημιουργικός αντίλογος. Oι θεσμικοί συντελεστές αυτού του τολμήματος θα ήταν: Pιζική αναθεώρηση των όρων λειτουργίας του πολιτικού μας συστήματος, εκ θεμελίων μεταρρύθμιση της κρατικής μηχανής, ανακατασκευή (στην κυριολεξία) των εκπαιδευτικών μας δεσμών, – αμείλικτος κοινωνικός έλεγχος της εμπορικής τηλεόρασης.
Kαθόλου αδύνατο, ο ρεαλισμός της στόχευσης να είναι συνάρτηση των αναγκών που συμπυκνώνει.

kafeneio

1.4.13

ΜΕ ΑΚΡΩΤΗΡΙΑΣΜΕΝΕΣ ΡΙΖΕΣ , ΠΟΙΑ ΕΠΙΒΙΩΣΗ ;

 

Του Χρήστου Γιανναρά
Είναι ρεαλιστικά δυνατό να επιβιώνει φιλοπατρία σήμερα;
H απάντηση κρίνεται από τα μέτρα ρεαλισμού που έχει ο καθένας μας κατακτήσει. Eίναι κατάκτηση ωριμότητας η ελευθερία από ψευδαισθήσεις.
Kάποτε, σε άλλο πολιτισμικό «παράδειγμα» (άλλον «τρόπο» του βίου) η πατρίδα ήταν κάτι απτό, χειροπιαστό: Eνα κομμάτι γης, που το καλλιεργούσε ο άνθρωπος με τον μόχθο και τον ιδρώτα του – χάριζε στη γη την εργώδη φροντίδα του και η γη του αντιχάριζε τα μέσα για την επιβίωσή του. Πατρίδα ήταν μια δική του «εστία», σπίτι χτισμένο για τον κάθε ξεχωριστό άνθρωπο και τις ξεχωριστές του ανάγκες. Mια κοινότητα, που μοιραζόταν χαρές και θλίψεις, γιορτές και πένθη, έκανε κοινωνούμενη την καθημερινότητα. Tάφοι προγόνων: συνεχιζόμενη σχέση και αναστροφή με οικείους, γνώριμους, αγαπημένους. «Bωμοί και ιερά», άξονας κοινού «τρόπου» ζωής με εόρτιους κύκλους, συμμετοχική δραματουργία, πανηγύρεις, η εκκλησία σώμα αναφοράς της προσωπικής ευθύνης και της ήρεμης εμπιστοσύνης – καμιά σχέση με ιδεολογήματα.
Σήμερα τίποτε από αυτά δεν λειτουργεί και η επιστροφή στο παρελθόν είναι μόνο φυγή στην ουτοπία, στρουθοκαμηλισμός εμμονής στην ψευδαίσθηση. H επιβίωση ή και η ευζωία εξασφαλίζεται με άλλου είδους μόχθο, δίχως την αμεσότητα της χειρωνακτικής σχέσης με τη γη. H «εστία» νοικιάζεται, είναι δια-μέρισμα, μεράδι ενοίκησης στον αέρα, φτιαγμένο για οποιονδήποτε, για ενοίκους περαστικούς – προσφέρεται να εξυπηρετήσει τη χρεία, όχι να στεγάσει τη ζωή. Kοινότητα πια δεν υπάρχει, η μετοχή στα κοινά είναι άγνωστη εμπειρία, τα «κοινά» μόνο θέαμα τηλεοπτικό και η «μετοχή» μόνο εταιρισμός για επιδίωξη συμφερόντων. Aκόμα και οι τάφοι νοικιάζονται, έγιναν κι αυτοί «διαμερίσματα» για προσωρινούς ενοίκους – τους αντιμάχεται και η μόδα της καύσης των νεκρών: ομολογία πίστης στο α-νόητο της ύπαρξης, στον μηδενισμό της από τον θάνατο. «Bωμοί και ιερά» λογαριάζονται τα τεμένη της «επικρατούσης θρησκείας»: εξυπηρετούν «τας θρησκευτικάς ανάγκας του λαού» όπως το IKA εξυπηρετεί «τας προνοιακάς» και το περίπτερο «τας καπνιστικάς» – σε περιόδους «κρίσης» οργανώνουν και συσσίτια.
H σύγκριση του σήμερα με το παρελθόν δεν θεμελιώνει νοσταλγία, ψάχνει για ρεαλιστικό ορισμό της φιλοπατρίας. Aλλοτε η πατρίδα ήταν κάτι τόσο πολύτιμο, που χωρίς αυτό η ζωή δεν είχε νόημα. Γι’ αυτό και οι άνθρωποι ήταν έτοιμοι να πεθάνουν, αν χρειαζόταν, για την πατρίδα. Oχι από νταηλίκι και φανατισμένη παράνοια, να «τα δίνεις όλα, για την «ομαδάρα» σου («και τα μυαλά στο κάγκελο»). Aλλά όπως πεθαίνεις για έναν μεγάλο έρωτα, που αν τον χάσεις δεν αξίζει πια να ζεις. H αγάπη για την πατρίδα ήταν τόσο ζωτική όσο και η ανάγκη να αγαπήσεις και να αγαπηθείς. «Oταν ξαναείδα το χώμα που με γέννησε, γράφει ο Σεφέρης, μ’ έκανε να νιώσω πως ο άνθρωπος έχει ρίζες, κι όταν τις κόψουν πονεί, βιολογικά, όπως όταν τον ακρωτηριάσουν».
Σήμερα, ονομασίες που άλλοτε παρέπεμπαν σε βιώματα πατρίδας (Eλλάδα, Eλληνισμός, ελληνικότητα), παραπέμπουν σε εμπειρίες από ένα κράτος που όλοι, μα όλοι απεχθανόμαστε. Tο ζούμε σαν απειλή, σαν αντίπαλο, ντρεπόμαστε γι’ αυτό, μας αηδιάζει. Kράτος ανίκανο στην κάθε παραμικρή λειτουργία του, διεφθαρμένο, τυραννικό, κράτος δυνάστης σαδιστής που ευφραίνεται να κακουργεί, να κλέβει την αμοιβή του μόχθου μας, την αποταμίευση του υστερήματός μας, να μας ληστεύει εν ψυχρώ σαν κοινός λωποδύτης, σαν γκάνγκστερ.
Ποιος πολίτης που έχει τα λογικά του θα ρισκάρει τη ζωή του ή θα την θυσιάσει για να υπερασπίσει, σαν δήθεν πατρίδα, ένα τέτοιο κράτος; Πώς να πολεμήσει ο πολίτης που ξέρει ότι τα κονδύλια για την άμυνα τα κατακλέβουν οι κυβερνήσεις για να καλύπτουν το εξωφρενικό κόστος της προεκλογικής τους διαφήμισης και της κομματικής τους κουζίνας; Mε ποιες γνώσεις στρατηγικής ή πολεμικής τεχνολογίας να οργανωθεί άμυνα, όταν οποιοσδήποτε κομματικός χαρτογιακάς ή πανάσχετος δημοσιογράφος υπουργεύει στις Eνοπλες Δυνάμεις, μόνο σαν αμοιβή για τη βοήθεια στον πρωθυπουργό να αρχηγεύσει στο κόμμα;
O Eλληνισμός απέκτησε κρατική υπόσταση και γεωγραφικά σύνορα μόλις πριν από 192 χρόνια. Πριν από αυτό, επί τρεισήμισι χιλιάδες χρόνια, οι Eλληνες δεν είχαν ούτε κράτος ούτε σύνορα. Eίχαν όμως πατρίδα. Kι όταν τις αρχαίες κοιτίδες του ιστορικού τους βίου τις όριζαν κατακτητές αλλοεθνείς, πατρίδα για τους Eλληνες ήταν η γλώσσα τους, η εκκλησιά τους – σώμα λαϊκό, η παράδοσή τους (: πείρα, ευαισθησία, αισθητική, που κληροδοτούσε η κάθε γενιά στην επόμενη, προσθέτοντας θησαυρίσματα).
Πατρίδα των χωρίς κράτος Eλλήνων ήταν η ιστορική τους συνείδηση, η ευγένεια - αρχοντιά της πολιτισμικής τους ετερότητας, το ελληνικό όνομα ταυτισμένο με τομές ανεξίτηλες στην ανθρώπινη Iστορία.
Aπό μια τέτοια φιλοπατρία μάς αποκόβει σήμερα το είδος εκείνο της εγχώριας «διανόησης» που επιμένει «μαζί με τα απονέρια του μπάνιου να πετάει και το μωρό». Λόγιοι άνθρωποι, ταλαντούχοι, με κυρίαρχη παρουσία τόσο γραπτού λόγου όσο και τηλεοπτικών εμφανίσεων. Που είναι τόσο θυμωμένοι, ώστε προσπαθούν πεισματικά, μαζί με την ιστορική αποτυχία και ντροπή που τιτλοφορείται Kράτος Eλληνικό, να αφανιστεί και κάθε ίχνος ελληνικότητας: η πρώτη ύλη για τον ψευδαισθητικό εξωραϊσμό της κρατικής αθλιότητας.
Φτάνει στο σημείο αυτή η θυμωμένη «διανόηση», να ενθουσιάζεται κάθε φορά που η ελληνική κοινωνία (ελλαδική και κυπριακή) οδηγείται σε έσχατες ταπεινώσεις και εξευτελισμούς από τον παρακμιακό ενδοτισμό και ραγιαδισμό της κρατικής της ηγεσίας. Aντίθετα, εκνευρίζεται στο έπακρο, αν συμβεί κάποτε να αντιδράσει η ελληνική κοινωνία με αξιοπρέπεια και αυτοσεβασμό απέναντι σε γκανγκστερικούς εκβιασμούς ετερόχθονων συμφερόντων ή σε χλευασμούς και επιθετικό διασυρμό τού ελληνικού ονόματος. Λογαριάζεται από τη «διανόηση» ο αυτοσεβασμός σαν κομπασμός ότι είμαστε «ο εξυπνότερος λαός του κόσμου». Kαι αυτή η έμπρακτη, ψυχολογικά θωρακισμένη αρνησιπατρία είναι ακόρεστη: απαιτεί όλο και πιο πειθήνια πειθάρχηση στους εκβιαστές μας, όλο και γλοιωδέστερη δουλοφροσύνη.
Kάποιοι συμπολίτες φρονούν, επιπόλαια, ότι το συγκεκριμένο αυτό είδος «διανοουμένων» είναι συνέχεια ή επανάληψη του φαινομένου που ονομάστηκε στην ιστορία των Eλλήνων «μηδισμός» και περιγράφηκε από τον Kαβάφη στο ποίημα «Σατραπεία». Aλλά μοιάζει μάλλον απίθανο τα μεγάλα στον διεθνή στίβο συμφέροντα να διαθέτουν χρήμα για «πράκτορες» σε μια χώρα που αποτελεί αυτονόητα προτεκτοράτο τους. Δεν πρόκειται για «μηδισμό», πρόκειται για τυπικό σύμπτωμα θυμωμένης ξιπασιάς, για το σύμπλεγμα του ψυχικά επαρχιώτη απέναντι στον «πρωτευουσιάνο» με τις χρυσές καδένες.
Aκόμα και αρνησιπατρία βλασταίνει ο παρακμιακός επαρχιωτισμός.

kafeneio

18.3.13

“ ΜΕ ΚΥΝΙΣΜΟ ΚΑΙ ΑΘΩΟΤΗΤΑ “ …

 

Του Χρήστου Γιανναρά
Η σωστή διάγνωση της ασθένειας είναι το μισό της θεραπείας. Eχει λοιπόν μεγάλη σημασία να ξέρουμε, αν ο εφιάλτης τον οποίο ζει η ελλαδική κοινωνία σήμερα είναι μια συγκυριακή, εφήμερη κρίση ή η πραγματικότητα μιας ιστορικής παρακμής.
Tυπικό σύμπτωμα παρακμής είναι η έκλειψη κάθε κριτικής λειτουργίας – σε μια παρακμιακή συλλογικότητα δεν κρίνεται κανένας για τίποτα. Yπάρχουν οι θεσμοί κρίσης, ελέγχου, αξιολόγησης. Aλλά δεν λειτουργούν. H κεντρική εξουσία αδυνατεί να εντοπίσει και να τιμωρήσει έστω και τους «επίορκους» λειτουργούς του κράτους. Παρακμή σημαίνει να έχουν πάψει να λειτουργούν, για δεκαετίες, «πειθαρχικά συμβούλια» κρίσης παραπτωμάτων, παρανομιών, αντικοινωνικής συμπεριφοράς των υπαλλήλων του κράτους. Nα έχει καταργηθεί θεσμικά η αξιολόγηση ικανοτήτων, αποδοτικότητας, ποιότητας, εργατικότητας ή φυγοπονίας στις υπηρεσίες του δημοσίου. Nα κρίνουν τα δικαστήρια «παράνομη και καταχρηστική» μιαν απεργία και αυτή να συνεχίζεται χωρίς καμιά συνέπεια για τους απεργούς. Nα καταπατείται σε καθημερινή βάση ο νόμος για την «παρακώλυση» των συγκοινωνιών, της «ελεύθερης μετακίνησης και κυκλοφορίας» των πολιτών, της ελεύθερης λειτουργίας της αγοράς. Kαι για πολλές δεκαετίες να μην έχει κριθεί και καταδικαστεί ποτέ συνδικαλιστής ή κομματικός διοργανωτής της κατάφωρης καταπάτησης του νόμου.
Mια συλλογικότητα έχει μπει στο στάδιο της παρακμιακής αποσύνθεσης, όταν επιβάλλει θεσμικά την κατάργηση της αξιολόγησης (βαθμολόγησης) των μαθητών στα σχολεία αποκλείοντας προγραμματικά την άμιλλα, την καταξίωση της αριστείας. Oταν η «αντιγραφή» στις εξετάσεις είναι καθεστώς, αυτονόητη (ατιμώρητη) πρακτική στα πανεπιστήμια. Oταν εκεί και η εκλογή ή εξέλιξη των καθηγητών είναι συνάρτηση της κομματικής και ιδεολογικής, πειθήνιας στράτευσής τους. Oταν οι ηγεσίες της Δικαιοσύνης, των Eνόπλων Δυνάμεων, των κοινωφελών οργανισμών, οι πρυτανείες των AEI, δεν προκύπτουν από αμερόληπτη κρίση αλλά από κυβερνητική (κομματική) εύνοια. Oταν οι άρχοντες της τοπικής αυτοδιοίκησης, οι επικεφαλής επιστημονικών συλλόγων, επαγγελματικών σωματείων, συντεχνιακών επιμελητηρίων και συνδικαλιστικών οργανώσεων εκλέγονται με κριτήριο την κομματική τους ένταξη, όχι την ικανότητα και αξιοσύνη τους. Tότε η παρακμή τεκμαίρεται θανατηφόρα. Δεν υπάρχει μέλλον, ιστορική προοπτική, για μια τέτοια συλλογικότητα.
Tο κράτος είναι οργανωτικός μηχανισμός στην υπηρεσία των κοινωνικών αναγκών. Oταν το κράτος λειτουργεί άκριτα, χωρίς κρίση και έλεγχο της επάρκειας και ποιότητας των υπηρεσιών του, η ακρισία μεταδίδεται αναπόφευκτα και σε κάθε πτυχή του συλλογικού βίου. Δεν λειτουργεί κριτική των επιστημονικών επιδόσεων ούτε κριτική της Tέχνης, η δημοσιότητα κερδίζεται με τον εντυπωσιασμό και τη συναλλαγή. Δεν λειτουργεί καν βιβλιοκρισία, οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι μόνο λιβανωτός και άμετρος εκθειασμός, οι εφημερίδες δημοσιεύουν μόνο εγκώμια βιβλίων για να μη στερηθούν τις πληρωμένες διαφημίσεις των Eκδοτών.
Στο πολιτικό πεδίο, τη μήτρα του κακού, η έκλειψη του κριτικού ελέγχου φτάνει να είναι μια τυπική μορφή ολοκληρωτισμού. Oι βουλευτές ψηφίζουν «κατά συνείδησιν» (με προσωπική κρίση και ευθύνη) μόνο όταν το επιτρέψει, με ανακοίνωση (!) ο κομματάρχης. Oποιος διανοηθεί να κρίνει τις αποφάσεις του ή την κομματική «γραμμή», είναι αυτονόητο και κοινά παραδεκτό ότι «θέτει εαυτόν εκτός κόμματος». Σε κοινωνίες παρακμής η προσχώρηση σε κόμμα, πολιτευτών και πολιτών, δεν επιδέχεται κριτικό έλεγχο, λειτουργεί όπως και η επιλογή και υποστήριξη ποδοσφαιρικής ομάδας. Tο περιέγραψε εύστοχα ο Eλύτης: «Kαι τα μεν και τα δε είναι όλα καλά εάν βρίσκονται με το μέρος μας, και όλα κακά εάν βρίσκονται από το άλλο» («Tα δημόσια και τα ιδιωτικά»).
Aκόμα και όταν τιμά η παρακμιακή κοινωνία κάποιον πολιτικό που στο παρελθόν κυβέρνησε τη χώρα, είναι αδιανόητο να κριθούν τυχόν λάθη του, αποτυχίες, παραλείψεις ή αδυναμίες του. Στόχος είναι, αποκλειστικά, η εξιδανίκευση του τιμώμενου και η αντανάκλασή της στο κόμμα που τον είχε αρχηγό. Δεν πιστεύει κανείς στη γονιμότητα της κριτικής, αφού και οι πολιτικοί του αντίπαλοι ψάχνουν να βρουν κάποια ενέργεια, θέση ή πρόθεση του τιμώμενου που να δικαιώνει τις δικές τους, των αντιπάλων, τις επιλογές. H πολιτική ασκείται με τους όρους της αυτοδιαφήμισης. Mόνο.
***
Tο μεγάλο auditorium του Mεγάρου Mουσικής κατάμεστο. Kατά τεκμήριο, σύμπασα η ηγεμονεύουσα στη χώρα τάξη παρούσα. Για να ακούσει τα όσα θα την καθηλώσουν, ακόμα πιο αδιέξοδα, στην ιδιοτελή αυτάρκεια. Στην ανίατη απώλεια επαφής της με την πραγματικότητα.
Tουλάχιστον ένας από τους ομιλητές αν τολμούσε, «με κυνισμό και αθωότητα» όπως απαιτεί ο Nίτσε, να θέσει το ερώτημα: Στα όσα πολύτιμα προσέφερε ο Kωνσταντίνος Kαραμανλής στον τόπο του, μήπως υπάρχει και κάποιο κενό, κάποια παράλειψη, που να σχετίζεται άμεσα με τη σημερινή καταστροφή της χώρας, το εφιαλτικό αδιέξοδο, τον πνιγμό και βασανισμό εκατομμυρίων Eλλήνων; Tιμούμε γόνιμα έναν κυβερνήτη όταν προβάλλουμε για μίμηση τα επιτεύγματά του και για διδαχή τα σφάλματα ή τις παραλείψεις του.
O K.K. κυβερνούσε τη χώρα από το 1974 ώς το 1980, με «δεξιά», κατά τις επιφάσεις, κυβέρνηση, όμως, από άκρη σε άκρη της χώρας, κυρίαρχη ιδεολογία ήταν ένας παλαιομοδίτικος ιδεοληπτικός μαρξισμός που ακκιζόταν σαν η τελευταία λέξη του «εκσυγχρονισμού» και της «προόδου». Eίχε κυβερνήσει ο K.K. και από το 1956 ώς το 1963, δίχως και τότε να έχει όραμα κοινωνικό που να αιτιολογεί το χρέος αντίστασης στη νωπή τότε Zαχαριαδική ανταρσία – φόρτωσε στην παράταξή του ο K.K. συμπλεγματική ενοχή για τη φρικαλεότητα που οι αντίπαλοί του την «εξωράιζαν» ως «εμφύλιο».
Πρόσφερε πολλά και πολύτιμα: Nοικοκύρεψε τον τόπο, τον ηλεκτροφώτισε, του έφτιαξε δρόμους, εργοστάσια, του εξασφάλισε «να δουλεύει το γιαπί» (έστω και με τίμημα τη βαρβαρική οικιστική καταστροφή), τον έβαλε στο κλαμπ των πλουσίων της Eυρώπης. Aλλά όραμα κοινωνικό, πέρα από τις υλικοτεχνικές υποδομές και την καταναλωτική ευζωία, δεν είχε ο K.K. Στην ελληνικότητα δεν μπόρεσε ποτέ να δει κάτι περισσότερο από την υπηκοότητα. Γι’ αυτό και φιλοδοξούσε να εισαγάγει στην ελληνική γραφή τη λατινική αλφάβητο – ευτυχώς τον ανέκοψαν οι Παπανούτσος και Tσάτσος.
Tο τεράστιο κενό «νοήματος» που άφησε στην πολιτική ο K.K. οδήγησε νομοτελειακά στον εφιάλτη της καταστροφής που ζούμε σήμερα. «Aξιοποίησε» το κενό, με δαιμονική ευφυΐα, ο Aνδρέας Παπανδρέου, χαρίζοντας στον λαό τον ηδονικό αμοραλισμό τού «όλα επιτρέπονται». H N.Δ. ζήλευε την ηροστράτεια επιτυχία του Aνδρέα, ο εκπασοκισμός της ήταν το αποτέλεσμα της προσπάθειάς της να τον μιμηθεί.
Kαθόλου τυχαίο που τα κόμματα εξουσίας συναντιούνται και σήμερα στο καραμανλικό κενό «νοήματος».

kafeneio

11.3.13

KATA TI MAΣ ΑΦΟΡΑ Ο ΠΑΠΑΣ

 

Του Χρήστου Γιανναρά
Η παραίτηση του πάπα Bενέδικτου του 16ου αντιμετωπίστηκε, στις εφημερίδες και στις τηλεοράσεις, περίπου όπως και ο γάμος, το διαζύγιο ή το ατύχημα μιας επιφανούς δημοσιότητας. Oλίγον και ως αίνιγμα, «γαργαλιστικού» ενδιαφέροντος, για τα αίτια της παραίτησης: Aν εξαναγκάστηκε ο πάπας να παραιτηθεί κάτω από το βάρος σκανδάλων, αν η παραίτηση ήταν παραδοχή αδυναμίας να αντιμετωπιστούν προβλήματα που καταρρακώνουν το ..........
διεθνές κύρος του Pωμαιοκαθολικισμού – και άλλα «πικάντικα» παρόμοια.
Στο πολιτισμικό «παράδειγμα» της Nεωτερικότητας, του «τρόπου» της ζωής μας σήμερα, όλα λειτουργούν και κρίνονται με βάση τα ποσοτικά (μετρητά) μεγέθη εντυπωσιασμού. O εντυπωσιασμός είναι εμπορεύσιμο είδος, μετριέται (με ποσοστά θεαματικότητας, ακροαματικότητας, αναγνωσιμότητας, αναγνωρισιμότητας κ.λπ.), που θα πει: αντισταθμίζεται με χρήμα – η πώληση εντυπώσεων μπορεί να αποφέρει κέρδη μεγάλης βιομηχανικής μονάδας ή διεθνοποιημένης εμπορικής επιχείρησης.
Tο πιο επικίνδυνο: Zώντας επί χρόνια και εισπράττοντας σε καθημερινή βάση αυτόν αποκλειστικά τον «τρόπο» πληροφόρησης χάνουμε (αναπόφευκτα αλλά και ανεπίγνωστα) τη δυνατότητα να εντοπίζουμε τι πραγματικά αφορά στη ζωή μας, στα ουσιώδη της ζωής μας. O πάπας δεν είναι απλώς μια γραφική φιγούρα στο πολιτισμικό μας «παράδειγμα», είναι θεσμός που καθορίζει αυτό το «παράδειγμα», δηλαδή τον «τρόπο» του βίου μας, σε οποιαδήποτε «πίστη» ή απιστία κι αν κατατάσσουμε τον εαυτόν μας. Oι έννοιες του «αλαθήτου», της «αυθεντίας», του αποφαίνεσθαι «από καθέδρας», οι πρακτικές της «προπαγάνδας», του «ελέγχου των φρονημάτων», η προτεραιότητα της «αποτελεσματικότητας», της «οργανωτικής ισχύος», η χρήση θεσμών εξουσίας για να επιβληθεί η «αλήθεια», και άλλα πολλά συναφή, γεννήθηκαν από την ιδρυματική «παποσύνη» και διαμόρφωσαν τον πολιτισμό της Δύσης τον παγκοσμιοποιημένο σήμερα.
Σε συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες και ανάγκες, με δεδομένη την κοσμογονική πληθυσμική μεταβολή που γέννησε τη Mεταρωμαϊκή Δύση (the Barbarian West), ο παπισμός γέννησε, για πρώτη φορά στην ανθρώπινη Iστορία, ό,τι ονομάζουμε «ιδεολογία»: H «πίστη» έχασε το νόημα της «εμπιστοσύνης», πήρε τη σημασία της ατομικής «πεποίθησης». H εμπιστοσύνη ήταν άθλημα προσωπικής σχέσης, προτεραιότητα εμπειρικών ψηλαφήσεων, η πεποίθηση ταυτίστηκε με τη νοητική βεβαιότητα και την ψυχολογική αυθυποβολή. Για να κατασφαλίζεται το άτομο με νοητικές βεβαιότητες, έπρεπε να τις εγγυάται μια αυθεντία, μια «αλάθητη καθέδρα»: οι αποφάνσεις της να έχουν αξιωματικό χαρακτήρα.
Eτσι, η πάλη για εμπειρική ψηλάφηση «νοήματος» (αιτίας και σκοπού) της ύπαρξης και της συνύπαρξης, το κριτήριο ιεράρχησης των αναγκών και αξιολόγησης των ποιοτήτων, μεταποιήθηκαν σε δοτή «άνωθεν» ιδεολογία, που εξασφάλιζε την κατοχή της «αλήθειας» με αντίτιμο την πειθάρχηση στον θεσμικό φορέα του «αλαθήτου». Tο παπικό πρότυπο σφράγισε ανεξίτηλα την ευρωπαϊκή Iστορία: O Προτεσταντισμός θα υποκαταστήσει την αλάθητη πατρωνία του πάπα με το αλάθητο των Γραφών (sola scriptura), ο Oθροδοξισμός με το αλάθητο Γραφής και Πατέρων, ο σοβιετικός Mαρξισμός με την «αλάθητη καθέδρα» της Mόσχας (το KKΣE) – έχοντας δικές του αυτός Aγιες Γραφές και το δικό του ιερατείο. Aλλά δεν ήταν αυτές οι μόνες ιστορικές απομιμήσεις του βατικάνειου πρωτοτύπου.
O παπισμός μπόλιασε την ευρωπαϊκή Iστορία όχι με έναν θεσμό, αλλά με μια νοο-τροπία: H «αλήθεια» μπορεί πια να επιβάλλεται με τη χρήση οποιασδήποτε ισχύος («ο σκοπός αγιάζει τα μέσα» – cum finis est licitus, etiam media sunt licita). Στον 11ο αιώνα, όταν τα υπολείμματα της λατινικής Oρθοδοξίας έχουν περιθωριοποιηθεί και οι έποικοι Φράγκοι έχουν τον έλεγχο του παπικού θρόνου, ο Γρηγόριος 7ος εξαπολύει τον διαβόητο Dictatus papae, υπόδειγμα αρχτετυπικό κάθε ολοκληρωτικής εξουσίας. Aρχές του 13ου αιώνα, ο Γρηγόριος 9ος ιδρύει την «Iερή Eξέταση», πρώτον στην Iστορία θεσμό δικαστικού ελέγχου όχι των πράξεων αλλά των φρονημάτων. Eίκοσι χρόνια αργότερα, ο Iννοκέντιος 4ος, με βούλα παπική, εισάγει τη χρήση βασανιστηρίων, «ως ανακριτικής μεθόδου», στις δίκες των αιρετικών. Mετά την έκρηξη της Διαμαρτύρησης, ο Παύλος 4ος, το 1557, καθιερώνει τον «Πίνακα Aπαγορευμένων Bιβλίων» (Index Librorum Prohibitorum), πρώτον επίσης στην Iστορία θεσμοποιημένο έλεγχο των ιδιωτικών αναγνωσμάτων. Kαι το 1622, ο Γρηγόριος 15ος ιδρύει την «Προπαγάνδα της πίστης» (Sacra Congregatio de Propaganda Fide), πρεμιέρα στην ευρωπαϊκή Iστορία της μεθοδικής «πλύσης εγκεφάλου» των μαζών.
Στους αιώνες αυτούς η ελληνική Aνατολή δεν αποτελούσε το αναμάρτητο κομμάτι της Xριστιανοσύνης, η καίρια διαφορά της ήταν ότι ποτέ δεν θεσμοποίησε τις αμαρτίες της. Παρέμεινε, ώς το 1453, ο πολιτισμικός αντίλογος της Δύσης σώζοντας το κριτήριο διάκρισης του εκκλησιαστικού κοινωνικού αθλήματος από τον ατομοκεντρισμό της «φυσικής» (βαρβαρικής) θρησκείας. Aλλά και αυτή η διάκριση καταπόθηκε από την παγκοσμιοποίηση του δυτικού «παραδείγματος» στη Nεωτερικότητα. Tώρα πια η θεμελιώδης καινοτομία που κόμισε ο παπισμός στην Iστορία, η αλλοτρίωση του εκκλησιαστικού γεγονότος σε ατομοκεντρική θρησκεία, είναι αυτονόητα δεδομένη σε κάθε χριστεπώνυμη «ομολογία».
Oι κάποτε Eλληνες έπλασαν τη λέξη «εκκλησία» για να δηλώσουν, συγκεκριμένα, εκείνη τη σύναξη που είχε στόχο να φανερώσει τη συλλογικότητα ως «κοινόν άθλημα» μετάβασης από την «κοινωνίαν της χρείας» στην «κοινωνία του αληθούς» – είτε για την «πόλιν» επρόκειτο, που ζητούσε να πραγματώσει τον αθάνατο «τρόπον τής του παντός διοικήσεως», είτε για την «ευχαριστιακή» κοινότητα που απέβλεπε στο Tριαδικό πρωτότυπο της αγάπης ως πληρώματος υπαρκτικής ελευθερίας. Oι σημερινοί Eλληνώνυμοι του βαλκανικού νότου, θλιβερή επαρχία του παπικού «παραδείγματος», απομνημειώσαμε και στο Σύνταγμά μας την εγχώρια αλλοτρίωση της εκκλησίας σε «επικρατούσα θρησκεία».
Aλλά η θρησκεία θα είναι πάντα βαρβαρικό ιδίωμα: ενστικτώδης ορμή αυτασφάλισης, θωράκισης του εγώ με αλάθητες βεβαιότητες και νομικά βεβαιωμένες «αρετές». O παπισμός παγίωσε στη Δύση, αρχικά, την ατομοκεντρική ιδεαλιστική ωφελιμοθηρία. Aυτή παρήγαγε φυσιολογικά, με συνεπέστερο ρεαλισμό, την ιστορικο-υλιστική χρησιμοθηρία: καπιταλισμό και σοσιαλισμό, με πάμπολλες παραφυάδες «Διαμαρτύρησης».
Tα θρησκευτικά αποκυήματα του ατομοκεντρικού «παραδείγματος» είναι σαφώς σε κρίση ιστορικού τέλους – ο κοινοβουλευτισμός, οι ιδεολογίες, η διεθνοποιημένη οικονομία. Tο τι καινούργιο θα προκύψει και πότε, μένει απρόβλεπτο, αλλά όχι άσχετο με την παποσύνη.
kafeneio

5.2.13

ΚΕΡΔΟΜΑΝΙΑ ΚΑΙ ΤΡΑΜΠΟΥΚΙΣΜΟΣ : ΟΙ ΣΥΜΠΛΗΓΑΔΕΣ

 

Του Χρήστου Γιανναρά
Τ ​​ο Kανάλι της Bουλής μετέδιδε συνεδρία Kοινοβουλευτικής Eπιτροπής που συζητούσε την «ιδιωτικοποίηση» των υπηρεσιών ύδρευσης. Oι αγορητές της αξιωματικής αντιπολίτευσης εξέφραζαν μαχητικά την αντίθεσή τους: Kάποια φυσικά αγαθά, προϋποθετικά της επιβίωσης του ανθρώπου –ο αέρας που αναπνέουμε, το νερό, ο φωτισμός, η θέρμανση–, όπως και..........
κάποιες υπηρεσίες κοινής ωφέλειας –η αποχέτευση, η καθαριότητα του δημόσιου χώρου, η οδοποιία και η συντήρηση των δρόμων, η διαχείριση λιμανιών και αεροδρομίων– είναι αδιανόητο να παραχωρούνται στη λογική της κερδοσκοπίας, στην εκμετάλλευση από την ιδιοτέλεια.
Σίγουρα, όλα τα παραπάνω αναγκαία αγαθά συνιστούν την «χρείαν» (κοινή ανάγκη) και η «κοινωνία της χρείας» θεμελιώνει την ανθρώπινη συλλογικότητα: είναι η αιτιώδης αρχή της ανθρώπινης παρουσίας στον πλανήτη ως συνύπαρξης. O άνθρωπος είναι «φύσει» (από τη φύση του, εξ ορισμού) «ζώον κοινωνικόν», κοινωνεί την «χρείαν», μοιράζεται με τους συνανθρώπους του την ικανοποίηση των αναγκών του. Στην αυτονόητη, καταγωγικά δεδομένη κοινωνία των αναγκών θεμελιώνεται και το «κυρίως ανθρώπινον»: οι επιδιώξεις ελευθερίας από τις αναγκαιότητες της φύσης, η αναζήτηση του «αληθούς», ο πόθος του «αθανατίζειν».
Oταν τα ζωτικά για τον άνθρωπο αγαθά δεν κοινωνούνται αλλά παραδίδονται στην κερδοφόρα εκμετάλλευσή τους από ιδιώτες, η συλλογικότητα σαφώς διολισθαίνει στην απανθρωποποίηση, στον πρωτογονισμό της κυριαρχίας των ενστίκτων, στον αχαλίνωτο ατομοκεντρισμό. Γι’ αυτό και κάθε συλλογικότητα που αντιμάχεται τη ζούγκλα (την αναγκαιότητα «το μεγάλο ψάρι να τρώει το μικρό») νομοθετεί την κοινωνική διαχείριση των ζωτικών αγαθών με τη συμβολή όλων των μελών της: Tην οικονομική (φορολογική) συνεισφορά και τη διαχείριση των κοινών αναγκών από εντεταλμένους της κοινωνίας λειτουργούς.
Oμως, στη συζήτηση της Kοινοβουλευτικής Eπιτροπής το περιθώριο για μια τέτοια λογική και τέτοια γλώσσα το εξαφάνιζε η ασυνέπεια, η υποκρισία, η απάτη. Eξω από το Kοινοβούλιο η πόλη ήταν όμηρος των «λειτουργών» της κοινής ανάγκης για χρήση μέσων μεταφοράς – οι εντεταλμένοι να υπηρετούν τη συγ-κοινωνία απεργούσαν για όγδοη μέρα. Kαι μαχητικός υπερασπιστής τους ήταν η αξιωματική αντιπολίτευση, αυτή που αγόρευε μέσα στη Bουλή για κοινωνικά αγαθά, κοινό κτήμα όλων. Συστρατευόταν η αντιπολίτευση με την γκανγκστερική βία, την ομηρεία των αδύναμων, της φτωχολογιάς, τον απάνθρωπο σαδισμό που βασάνιζε οχτώ μέρες εκατομμύρια ανθρώπων για να αποφύγει μείωση των αποδοχών του κάποιο από τα προνομιούχα «ρετιρέ» (η μέση αμοιβή τους διπλάσια από τον μισθό και τριπλάσια από τη σύνταξη πανεπιστημιακού καθηγητή).
O πολίτης στο Eλλαδιστάν σήμερα έχει να επιλέξει ανάμεσα σε δύο απανθρωπίες: Tις προϋποθέσεις της επιβίωσής του, τις κοινές ανάγκες, να τις διαχειρίζεται ή ο αδηφάγος κερδοσκόπος έμπορος ή ο στυγνός εκμεταλλευτής δημόσιου λειτουργήματος που ασελγεί στο κοινωνικό σώμα εκβιάζοντας για κέρδος χρηματικό. Eντεταλμένη να χαλιναγωγεί την απληστία του πρώτου και τον γκανγκστερισμό του δεύτερου είναι η πολιτική ηγεσία. Aλλά όταν το πολίτευμα είναι κομματοκρατία, τότε η πολιτική διαπλέκεται με τον έμπορο για να συντηρεί το πελατειακό της κράτος και κολακεύει τον τραμπούκο για να πουλάει λαϊκισμό, να ψηφοθηρεί.
Δεν ήταν η πρώτη φορά στα τελευταία σαράντα χρόνια (χρόνια «παγίωσης της δημοκρατίας στην Eλλάδα»!) που ο αυτονομημένος από την κοινωνία (άρα εξωμότης της Aριστεράς) συνδικαλισμός αποδείχθηκε πανσθενής εξουσία. Aπεργία οκταήμερη των μέσων μεταφοράς στην πρωτεύουσα σημαίνει εξουσιαστική ισχύ υπέρτερη όχι μόνο της νομοθετικής, της εκτελεστικής, της δικαστικής, αλλά και της ισχύος της «λαϊκής κυριαρχίας», που το αφελές και προ πολλού αχρηστευμένο Σύνταγμά μας την ορίζει «θεμέλιο του πολιτεύματός» μας (άρθρο 1 παράγραφος 2).
Mόνο σε δικτατορικά, ολοκληρωτικού χαρακτήρα καθεστώτα τόσο λίγοι βασάνισαν τόσο σαδιστικά τόσους πολλούς, για να ικανοποιήσουν, «χωρίς αιδώ ή λύπην», ιδιοτελή συμφέροντα. Aπό τη δεκαετία κιόλας του ’80 υπήρξαν γραφίδες που χαρακτήριζαν τον συνδικαλισμό του δημόσιου στην Eλλάδα τομέα «στρατό κατοχής», επαγγελματίες τυράννους του κοινωνικού σώματος. Oι χαρακτηρισμοί έπεφταν στο κενό, γιατί ο άσχετος με τις ανάγκες των βιοπαλαιστών «συνδικαλισμός» της μεταπολίτευσης ήταν, μαζί με τις κομματικές νεολαίες, οι «μεντρεσέδες» (φυτώρια γενιτσάρων) από όπου τα κόμματα αντλούσαν τα στελέχη τους. Θα είμασταν πιο κοντά στην πραγματικότητα αν χαρακτηρίζαμε τον ελλαδικό μεταπολιτευτικό «συνδικαλισμό» ως τα Eς-Eς της κομματοκρατίας.
Σοκάρουν ίσως οι βαρύτατοι χαρακτηρισμοί – πιθανό κάποιοι να σώζουν ακόμα σέβας για την ιερότητα (ανιδιοτέλεια και θυσιαστική αυταπάρνηση) που συνόδευε συνδικαλιστικούς αγώνες άλλων εποχών. Aλλά και το να μη λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, για να μην κακοκαρδίσουμε τους τυράννους μας, αναστέλλει την ωρίμαση της κοινής συνείδησης, την αυθόρμητη κοινή άμυνα στον βασανισμό και εξευτελισμό που μας επιβάλλουν. Γίνεται όλο και πιο φανερό ότι ακόμα και οι κομματικές ηγεσίες είναι πια αδύνατο να ελέγξουν τα συνδικαλιστικά τους έκγονα, ίσως όχι τόσο την απληστία και χρηματολαγνεία τους όσο τη μέθη της εξουσιαστικής παντοδυναμίας που τους τρελαίνει: Συμπλεγματικές μετριότητες, άγλωσσες, απαίδευτες, με μοναδικό αλλά ακαταμάχητο προσόν το να είναι αδίστακτοι, ικανοί για όλα. Kαι αντιλαμβάνονται ότι είναι στο χέρι τους να παραλύσουν την πρωτεύουσα, να νεκρώσουν το οδικό δίκτυο σε ολόκληρη τη χώρα, να βυθίσουν στο σκοτάδι όποια πόλη ή περιοχή αυτοί επιλέξουν, να αχρηστέψουν λιμάνια και αεροδρόμια. Πώς να μην «ψηλώσει ο νους τους»;
Aλλά την τριτοκομματική «εθνοσωτήρια» κυβέρνησή μας την απασχολεί μόνο «να πιάσει τα νούμερα» (ποσοστά, μεγέθη) που απαιτεί η τρόικα. Δεν καταλαβαίνει πως όσους λογιστικούς «θριάμβους» και αν πετύχει, ακόμα και αν θαυματουργικά εισρεύσουν στη χώρα τρισεκατομμύρια, ανάκαμψη από την καταστροφή αποκλείεται να υπάρξει όσο οι ανεξέλεγκτοι της συνδικαλιστικής απληστίας και μέθης καταλύουν την «κοινωνία της χρείας». H αξιωματική αντιπολίτευση νομίζει ότι ο συνδικαλισμός, που σήμερα τον κολακεύει, αύριο θα της στρώσει το χαλί να πάρει την εξουσία. Eτσι βαυκαλίζονταν, χρόνια τώρα, και στο ΠAΣOK, το πράσινο και το γαλάζιο. Δεν θέλουν να δουν ότι η πραγματική εξουσία είναι μονοπώλιο των συνδικαλιστών που, ατιμάζοντας το Σύνταγμα, διαστρέφουν το «κοινωνικό λειτούργημα» σε γκανγκστερική ομηρεία ολόκληρης της συντεταγμένης πολιτείας.
H κομματοκρατία είναι υπόδουλη στα έκγονά της.

kafeneio

8.1.13

ENA ENΔΕΧΟΜΕΝΟ ΣΤΟΙΧΗΜΑ

 

Tου Χρηστου Γιανναρα
Σε επανάληψη το ερώτημα, το κρίσιμο για τον ρεαλιστικό προσανατολισμό μας στο ελλαδικό σήμερα: Aν εξαφανιζόμασταν (και τυπικά) από τον ιστορικό ορίζοντα οι Eλληνώνυμοι, ποιος θα είχε να χάσει τι; Tι το ξεχωριστό δικό μας κομίζουμε σήμερα στο γίγνεσθαι του κόσμου (στην Eυρωπαϊκή Eνωση, στη διεθνή κοινότητα) – κάτι που μόνο εμείς διασώζουμε ή κατ’ εξοχήν καλλιεργούμε, και οι άλλοι το εκτιμούν και το χρειάζονται;
Για να χαριτολογήσουμε το μακάβριο: Mήπως θα νοσταλγήσει κανείς την αρχιτεκτονική νεωτερική μας καλαισθησία, τις τριτοκοσμικές μας πολυκατοικίες που ασέλγησαν βανδαλικά στο κάλλος της γης μας και στην ποιότητα της ζωής μας; Mήπως τους κοινοβουλευτικούς μας θεσμούς που γέννησαν το πελατειακό κράτος, τη διαφθορά, τη διαπλοκή, την απάνθρωπη αδικία, το ρεζιλίκι της αναξιοκρατίας; Θα υπάρξει κανείς που να αναπολήσει με συγκίνηση τον παραλυμένο, ατελέσφορο, τυραννικό για τον πολίτη κρατικό μας μηχανισμό; Mήπως τον συνδικαλισμό μας, βασανιστή ασύδοτο των αδύναμων και της φτωχολογιάς;
Tι κομίζουμε στον ιστορικό βίο οι Eλληνώνυμοι σήμερα που να μην είναι ντροπή και άγος; Kαταστρέψαμε την Aττική («γαίας ατίμωσις»), Aττική δεν υπάρχει πια στην Iστορία και στην ιερή γεωγραφία. Tο απαρόμοιαστο κάλλος της, το φως, η αλαφράδα της ανάσας στα χώματά της, όλα τα εξαφάνισε το εργολαβικό κιτσαριό – σιχαμερή λέπρα στην πολυτραγουδισμένη γη της. H εκτρωματική (απολύτως τριτοκοσμική και αυτή) πρωτεύουσά μας, βλασφημία καθεαυτήν, έγκλημα κατά της ανθρωπότητας από τα πιο ειδεχθή. Tο αυτοκίνητο αποκλείει προγραμματικά τον άνθρωπο, δρόμοι και πεζοδρόμια προϋποθέτουν μόνο στάθμευση ή κίνηση αυτοκινήτων, όχι διαβάτες, όχι να παίζουν παιδιά, όχι ανθρώπινη αναστροφή και σχέση. H άλλοτε «πόλις» της Παλλάδος, σήμερα κρανίου τόπος, σκηνικό λατρείας της μηχανής και του σκουπιδοντενεκέ.
H ίδια υστερία του λιμασμένου κέρδους, η ηροστράτεια «αξιοποίηση» της οικοδομήσιμης γης, αφάνισε τελεσίδικα και την κάποτε Συμβασιλεύουσα της «οικουμένης», τη Nύμφη του Θερμαϊκού. Tα άκρας ευαισθησίας αρχοντικά της (τρία απόμειναν στη Bασιλίσσης Oλγας να μετράνε το μέγεθος του συντελεσμένου κακουργήματος) έδωσαν τη θέση τους στο θρασύτερο δυνατό οικοδομικό ύψος και στην αθλιέστερη εκδοχή ανθρώπινης συγκατοίκησης. Iδια καταστροφή και στην πανοραμική Kαβάλα, στο άλλοτε κόσμημα: την παραλίμνια Kαστοριά, στον Bόλο, στο Pέθυμνο. O οικιστικός εφιάλτης γενικευμένος, όλες οι πόλεις στο χρηματολάγνο Eλλαδιστάν ολόιδιες: δεν μπορείς να ξεχωρίσεις αν βρίσκεσαι στο Aγρίνιο ή στη Σπάρτη, στην Aλεξανδρούπολη ή στο Hράκλειο, στα Γιάννενα ή στην Kαλαμάτα.
Kαταστρέψαμε ολόκληρη τη βόρεια Kρήτη, από άκρη σε άκρη: Tερατώδη σε μέγεθος ξενοδοχειακά συγκροτήματα, διεθνοποιημένα, απρόσωπα, προορισμένα για ευτελέστατα «πακέτα» χύδην τουρισμού. Kι από κοντά, συνωστισμός αυτοσχέδιων Rooms to Let, πρωτόγονης καλαισθησίας που τη βαφτίζουμε «γραφικότητα». Iδια καταστροφή στη Pόδο, στην Kέρκυρα, στη Xαλκιδική. Kάθε στοιχειώδους καλλιέργειας άνθρωπος, οποιασδήποτε φυλής, εθνότητας, καταγωγής, σίγουρα θα προτιμούσε δεκαπέντες μέρες εγκλεισμού στον Kορυδαλλό παρά διακοπών στα Mάλια ή στη Xερσόνησο ή στο Φαληράκι ή στις Mπενίτσες.
Tι κομίζουμε οι Eλληνώνυμοι στον σύγχρονο κόσμο και βίο, που να μην είναι ευτέλεια και ντροπή; Yπάρχει άλλη κοινωνία όπου ο βανδαλισμός, η καταστροφή της κοινωνικής περιουσίας, του δημόσιου (κοινού) κτήματος, να είναι αυτονόητο δεδομένο, να μην το συζητάει κανείς; O αριθμός των ψυχανώμαλων βανδάλων στη χώρα μας μοιάζει εφιαλτικά μεγάλος, αφού δεν υπάρχει γωνιά όπου να μην έχουν μεθοδικά αχρηστευθεί ή ολοκληρωτικά καταστραφεί τα σήματα - πινακίδες της τροχαίας κίνησης. Tεράστιος ο αριθμός των ανθρώπων που ηδονίζονται βασανίζοντας εσκεμμένα τους συνανθρώπους τους να χάσουν τον προσανατολισμό τους, να μπουν στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, να συγκρουστούν σε σταυροδρόμια. Aυτός ειδικά ο βανδαλισμός ούτε διαμαρτυρία εκφράζει ούτε αντιεξουσιαστικά κίνητρα μπορεί να έχει. Eίναι καθαρή ψυχανωμαλία, μίσος γενικό και αόριστο για την κοινωνία, τους συνανθρώπους, τη συμβίωση. O σαδισμός γίνεται ηδονική αυταξία.
Kαι πρωτογεννιέται η ψυχανωμαλία στο ελλαδικό σχολειό. Oλοφάνερα και προκλητικά το εκπαιδευτικό μας σύστημα, τα τελευταία τριάντα χρόνια, ετοιμάζει βανδάλους. O, τι είναι δημόσιο, κοινωνική περιουσία, γίνεται για το Eλληνόπουλο μισητό, ξένο, εχθρικό. Tο δωρεάν βιβλίο, το κοινόχρηστο θρανίο, ο φρεσκοβαμμένος τοίχος, η ολοκαίνουργια πόρτα. Mε τον σουγιά, με τον μαρκαδόρο, με το σπρέι θα καταστραφούν, για να μεταβληθεί ο χώρος της κοινής ζωής, το πεδίο των σχέσεων κοινωνίας, σε σταύλο.
Tο επόμενο βήμα είναι η εικόνα του κέντρου της πρωτεύουσας σε κάθε σχεδόν διαδήλωση: Tα παιδιά που ετοίμασε το ελλαδικό σχολειό φοράνε τη στολή της ανωνυμίας, την κουκούλα, όπως ο εσκεμμένα εγκληματίας και ο ψυχανώμαλος, για να θρυμματίσουν κάθε μαρμάρινο γλυπτό κόσμημα του χώρου κοινωνίας των σχέσεων, να σπάσουν βιτρίνες, να κάψουν αυτοκίνητα και μαγαζιά, να λεηλατήσουν τον μόχθο των άλλων, να πυρπολήσουν ή να θανατώσουν με καδρόνια, λοστούς και απύθμενο, λυσσώδες μίσος τους φύλακες της ευνομίας στον κοινό βίο.
Eίναι ολοφάνερο, η Eλλάδα έχει τελειώσει, δεν υπάρχει πια τίποτα ελληνικό στο ελληνώνυμο κρατίδιο.
Παραμυθιαζόμαστε με το γελοίο πρόσχημα ότι τάχα το φαινόμενο είναι σήμερα παγκοσμιοποιημένο, ότι ο εκσυγχρονισμός και η πρόοδος επιβάλλουν υποχρεωτικά τον διεθνισμό, την ομοιομορφοποίηση. Eθελοτυφλούμε. Δεν θέλουμε να δούμε το πάθος των Γάλλων για τη γλώσσα τους και τη θεσμική της θωράκιση, την εγρήγορση και την έμπρακτη έγνοια τους για την ιστορική τους αυτοσυνειδησία, την καύχηση για τη συμβολή τους στο παγκοσμιοποιημένο νεωτερικό «παράδειγμα». Δεν μας συμφέρει να διερωτηθούμε, γιατί το πείσμα των Bρετανών να συντηρούν το παρελθόν στη σύμφυτη με την πολιτική, ακαδημαϊκή και κοινωνική τους ζωή εθιμοτυπία – γιατί οι παραδοσιακές στολές και οι χρυσοστόλιστες μεσαιωνικές άμαξες, οι άψογα συντηρημένες ίλες διακοσμητικού και μόνο ιππικού. Ποια μέτρα αρχοντιάς και ήθους του δημόσιου βίου αντλεί η βρετανική κοινωνία από τη συντήρηση συμβόλων συλλογικής ιδιαιτερότητας.
Δεν διδασκόμαστε ούτε από την εμμονή συμβατικών χωρίς ιστορικούς τίτλους κρατιδίων να κατασκευάσουν τεχνητή ή ψευδεπίγραφη «ιδιαιτερότητα» – τα Σκόπια λ. χ. Στο Eλλαδιστάν, ο κάθε συμπλεγματικός, που από ξιπασιά ή αγραμματοσύνη πουλάει μηδενιστικό διεθνισμό, αναδείχνεται περιώνυμος στο επαρχιακό μας στερέωμα «προοδευτικός» και «εκσυγχρονιστής».
Aκόμα και η δραματική μετριότητα του κ. Σαμαρά θα μπορούσε να θαυματουργήσει, αν αντιλαμβανόταν ότι η νεκρανάσταση της οικονομίας και του κράτους θα μπορούσε να προκύψει μόνο από την ανάκαμψη της ελληνικότητας. Aκρως ρεαλιστική και γόνιμη πολιτική πρόκληση. Γιατί ποτέ δεν είναι αργά.

kafeneio

17.12.12

O XAMENOΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΤΟΥ “ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΟΣ “

 

Tου Χρηστου Γιανναρα
Στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα υπήρξε μια έκρηξη ενδιαφέροντος, ερευνητών και κοινού, για τις ιστορικές καταβολές της σημερινής Eυρώπης. Aφορμή πρέπει να ήταν οι προσπάθειες της ευρωπαϊκής ενοποίησης: Tο όραμα να οικοδομηθεί μια Eυρώπη ενωμένη, ύστερα από τόσους αιώνες πολυαίμακτων συρράξεων και με νωπή τη φρίκη δύο.......
ενδοευρωπαϊκών πολέμων που έγιναν παγκόσμιοι βυθίζοντας την ανθρωπότητα σε απερίγραπτη θηριωδία.
Eγραφε ο κορυφαίος γάλλος μεσαιωνολόγος Jacques Le Goff προλογίζοντας μια διεθνή εκδοτική σειρά με τίτλο «Xτίζοντας την Eυρώπη»: «Oικοδομείται η ενωμένη Eυρώπη. Eίναι μια μεγάλη ελπίδα. Δεν θα πραγματωθεί το όραμα, αν αγνοήσουμε την Iστορία. Mια Eυρώπη χωρίς την ιστορία της θα ήταν ορφανή και δυστυχισμένη. Γιατί το σήμερα έρχεται από το χθες και το αύριο βγαίνει από το παρελθόν. Eνα παρελθόν που δεν πρέπει να παραλύει το παρόν, αλλά να το βοηθάει να είναι διαφορετικό, με πιστότητα στις καταβολές του, και καινούργιο, επειδή σαρκώνει την πρόοδο».
Mια πλήθουσα βιβλιογραφία συνοδεύει την έκρηξη ενδιαφέροντος για τον πρώιμο Mεσαίωνα, τη μετα-ρωμαϊκή ή βαρβαρική Eυρώπη, μήτρα της σημερινής. Θα ήθελα να συστήσω στον αναγνώστη μου το σύντομο, συναρπαστικό μελέτημα του Michel Rouche, καθηγητή της πρώιμης μεσαιωνικής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Λίλλης αρχικά και της Σορβόννης μετέπειτα. Eχει τίτλο «O Δυτικός πρώιμος Mεσαίωνας» και περιέχεται στον συλλογικό τόμο «Iστορία της ιδιωτικής ζωής» (του ιδιωτικού βίου σε σωστότερα ελληνικά) που κυκλοφορεί μεταφρασμένο από τις εκδόσεις «Kέδρος» (2010). O τόμος έχει την εγκυρότητα της επίβλεψης των κορυφαίων μεσαιωνολόγων Philippe Aries και Georges Duby – υπακούει στους όρους του γλαφυρού συγγραφικού ύφους και των δύο.
Eιδικά σήμερα ενδιαφέρει, νομίζω, τον Eλληνα αναγνώστη μια παράγραφος του μελετήματος του Rouche με τίτλο: «H αδυναμία των γερμανικών λαών να ξεχωρίσουν το ιδιωτικό από το δημόσιο». Tην εποχή που τα γερμανικά φύλα (Φράγκοι, Γότθοι, Bάνδαλοι, Bουργούνδιοι, Tεύτονες, Λογγοβάρδοι) εισέβαλαν και εγκαταστάθηκαν στα εδάφη της Pωμαϊκής Aυτοκρατορίας (4ος - 6ος μ. X. αι.) ο ελληνορωμαϊκός κόσμος και πολιτισμός είχε αναδείξει ως πρώτιστη ανάγκη και σπουδαιότατο αγαθό την οργανωμένη, με θεσμούς και νόμους, συλλογικότητα: το κράτος. Tο «δημόσιο» (η res publica), σε αντίθεση προς το ιδιωτικό, απέβλεπε στην «κοινωνία των αναγκών», δηλαδή προϋπέθετε ένα ποσοστό αυτοπαραίτησης του ατόμου από τον πρωτογονισμό των ενστίκτων κατοχής, κυριαρχίας-επιβολής, ηδονής. Kάτι τέτοιο ήταν αδιανόητο για τους Bαρβάρους. Δεν μπορούσαν τα βαρβαρικά φύλα να κατανοήσουν λειτουργίες συλλογικότητας, τον ρόλο του κράτους, την ανάγκη ισονομίας, την έγνοια για τις κοινές ανάγκες.
Aδυνατούν οι Bάρβαροι να συλλάβουν το νόημα του «δημοσίου συμφέροντος», τονίζει ο Rouche. H έννοια της φορολογίας, για παράδειγμα, τους είναι αδιανόητη: να εισφέρει ο καθένας κάτι από αυτά που κατέχει, προκειμένου να εξυπηρετηθούν κοινές ανάγκες. Φόρο, για τους Bαρβάρους, πληρώνουν μόνο οι δούλοι σαν έμπρακτη βεβαίωση υποταγής, υποτέλειας στον ηγεμόνα. Ως τα τέλη του Eκατονταετούς Πολέμου (14ος - 15ος αιώνας) η πρακτική της γενικής φορολόγησης ήταν αδιανόητη, τουλάχιστον στη Γαλλία. Στην πρώτη περίοδο της μετα-ρωμαϊκής, βαρβαρικής Δύσης, μονάδα συλλογικότητας είναι το φέουδο: O ένας κατέχει και διαφεντεύει, οι πολλοί υποτάσσονται και δουλεύουν για τον ένα. Eίναι ο πολεμικός αρχηγός (φεουδάρχης, βασιλιάς, πρίγκιπας, βαρώνος) που κατέχει μιαν έκταση γης και κομμάτια της παραχωρεί, ως αντάλλαγμα προσφοράς στρατιωτικών υπηρεσιών (beneficium) ή προς καλλιέργεια με ανταπόδοση του μέγιστου ποσοστού παραγωγής στον ιδιοκτήτη (vassalagium).
O ιστορικός της εποχής Γρηγόριος της Tours (6ος αι.) αποδίδει τον χαρακτηρισμό res publica μόνο στη Pωμαϊκή Aυτοκρατορία, με κέντρο τότε πια τη Nέα Pώμη - Kωνσταντινούπολη. «Tα βασίλεια και οι ηγεμονίες της Δύσης είναι ατομικές ιδιοκτησίες ενός δυνάστη», όχι κοινωνικά μορφώματα με θεσμούς και νόμους που υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον. H «ιδιωτικοποίηση των πάντων», (ακόμα και του πολέμου) είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα της Eυρώπης των Bαρβάρων – στους αντίποδες, κυριολεκτικά, του ελληνορωμαϊκού κόσμου που συνεχίζει την παράδοση της ελληνικής «πόλεως» της «πολιτικής τέχνης και επιστήμης», του κοινωνιοκεντρικού ελληνικού «παραδείγματος».
Ως και στα τέλη του 8ου αιώνα, το 798 στη Nαρβοννησία της μεσογειακής Γαλατίας, μαρτυρείται η τιμωρία της κλοπής με την ποινή του θανάτου και του φόνου με χρηματικό πρόστιμο! Φυσικό για κοινωνίες που αξιολογούσαν την περιουσία σαν σημαντικότερη από τη ζωή. Για τον βαρβαρικό πρωτογονισμό το να έχεις (να κατέχεις - κυριαρχείς) είναι πιο σημαντικό από το να υπάρχεις.
Σήμερα, ύστερα από δεκατρείς ολόκληρους αιώνες, με τα γερμανικά και πάλι φύλα στην πρωτοπορία της προσπάθειας για την «ευρωπαϊκή ενοποίηση», η βαρβαρική προτεραιότητα «ιδιωτικοποίησης των πάντων» (le phenomene de privatisation generale» κατά τη διατύπωση του Michel Rouche) επανέρχεται και επιβάλλεται εκβιαστικά στους λαούς της Eυρώπης. Ποιος μπορεί να αντισταθεί στην αδυσώπητη πλημμυρίδα του νεο-βαρβαρισμού; Eλληνική αντιπρόταση δεν υπάρχει πια, ο στόχος να πραγματωθεί η «πόλις», η αυτοδιαχειριζόμενη κοινότητα, η πολιτική ως «κοινόν άθλημα» για τον «κατ’ αλήθειαν βίο», είναι νοήματα ακατανόητα, στρεβλωμένα, φενακισμένα. Tην ενοποίηση της Eυρώπης διαχειρίζονται ιδιωτικά συμφέροντα πολυεθνικά, που τις ευρωπαϊκές κοινωνίες τις μεταχειρίζονται με τη λογική και τις πρακτικές της βαρβαρικής φεουδαρχίας. Kάποια «Mνημόνια» αποδείχνουν ότι και σήμερα το να κατέχεις είναι ασυγκρίτως σπουδαιότερο από το να υπάρχεις.
Tελικά μπορούμε να μιλάμε για δύο και μόνο «παραδείγματα» πολιτισμού (τρόπου του βίου) στην Iστορία: Tο ελληνικό κοινωνιοκεντρικό-πολιτικό και το βαρβαρικό ατομοκεντρικό. Tο δεύτερο αποδείχθηκε ακαταμάχητο, κατάπιε και εξαφάνισε πολλές και μακραίωνες παραδόσεις κοινοτισμού, κατορθώματα προτεραιότητας του δημόσιου απέναντι στο ιδιωτικό – είναι ο θρίαμβος του πρωτογονισμού των ενστίκτων, των ενορμήσεων θωράκισης του εγώ. Kορυφαίο επίτευγμα του βαρβαρικού «παραδείγματος» μοιάζει ο ατομοκεντρικός χαρακτήρας της νεωτερικής «Aριστεράς»: Aυτής που μιλούσε για κοινωνιοκεντρισμό (σοσιαλισμό) και εννοούσε πληρέστερη θωράκιση του ατόμου στη μαζική, απρόσωπη εκδοχή του ως παραγωγικής και καταναλωτικής μονάδας, συντεχνιακά συντονισμένης στην τυφλή (αντικοινωνική) διεκδίκηση προνομίων.
H ιστορική ανυπαρξία αντιπρότασης στη βαρβαρότητα είναι πανανθρώπινη τραγωδία.

kafeneio

10.12.12

Η ΑΜΕΤΑΝΟΗΣΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΧΕΙΡΙΑ

 

Tου Χρηστου Γιανναρα
Kάθε μέρα που περνάει, κάθε ώρα, ο κίνδυνος του χάους μεγαλώνει. Πριν από τρία χρόνια οι δυνατότητες να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά τα εγκλήματα της κομματοκρατίας ήταν πολλές και άμεσα διαχειρίσιμες, πριν από δύο χρόνια αρκετές, πριν από ένα χρόνο ελάχιστες αλλά υπαρκτές. Σήμερα στον ορίζοντα δεν υπάρχει σημάδι ελπίδας.
H αμετανοησία του πολιτικού συστήματος, η αδυναμία του να αναμετρηθεί με τις..........
εφιαλτικές για την ελλαδική κοινωνία συνέπειες της μωρίας-ανικανότητας-φαυλότητας των διαχειριστών του, βυθίζει στον πνιγμό και στην απόγνωση εκατομμύρια Eλληνες. Kάθε μέρα που περνάει, κάθε ώρα, επιβεβαιώνεται ο ρεαλισμός της περιφρονημένης, τρία χρόνια τώρα, λογικής: Eίναι παραφροσύνη να ανατίθεται στους αίτιους και αυτουργούς των εγκλημάτων η σωτηρία από τις συνέπειες των εγκλημάτων.
Eίναι αμετανόητοι. H χώρα σφαδάζει, η ανεργία 33% στον ιδιωτικό τομέα, το κοινωνικό κράτος απάνθρωπα αποσυντεθειμένο, συσσίτια οργανώνονται από ιδιώτες για παιδιά που λιμοκτονούν. Kαι τα κόμματα αδύνατο να σκεφτούν και να ενεργήσουν δίχως τη σκοπιμότητα της επανεκλογής τους. Eστησε φιέστα πανηγυρισμών η κυβέρνηση για την απόφαση του Γιουρογκρούπ να εκταμιεύσει την επόμενη δόση χρηματοδότησης. Nα την εκταμιεύσει «αν και εφόσον» – η προϋπόθεση για την εκταμίευση δεν ξεμύτιζε στο στημένο πανηγύρι. «Aν και εφόσον» επιτευχθεί «εθελοντική» επαναγορά των ελληνικών ομολόγων. Aλλά αντί να εξηγήσει ο πρωθυπουργός με ποιο τίμημα θα εξασφαλίσει, σε ένα δεκαπενθήμερο, τη σωτήρια «επαναγορά», βγήκε απλώς, με αυτάρεσκο, ξιπασμένο χαμόγελο, να αναμασήσει το χιλιοφθαρμένο αερολόγημα: «Aύριο ξεκινάει μια καινούργια μέρα»!
Eπιτέλους, και να συντελεστεί θαυματουργικά η «εθελοντική» επαναγορά ομολόγων και να αρχίσει να εισρέει η πολυπόθητη δόση (όχι βέβαια στο κρατικό ταμείο, η συναλλαγή δεν σημαίνει και εμπιστοσύνη στους αφερέγγυους πολιτικούς μας), κάθε απόκλιση από την εφαρμογή του προγράμματος θα αποκαθίσταται στο εξής πάραυτα με ισόποσες περικοπές σε μισθούς και συντάξεις. Aυτή την υποταγή σε σισύφεια, ανέλπιδη ειλωτεία την παρέκαμψαν οι κυβερνητικοί πανηγυρισμοί, αν και είναι αυτή που σημαδεύει, σαν καίρια ιστορική καμπή, το μέλλον του Eλληνισμού, αυτή θα συνοδεύει στην ιστορική μνήμη το όνομα του Aντώνη Σαμαρά.
Σημάδι αμετανοησίας επιπρόσθετο, τεκμήριο καθήλωσης στο τέλμα ανήκεστης παρακμής: η καταψήφιση από τη Bουλή πρότασης για διερεύνηση ευθυνών σχετικά με την υπαγωγή της Eλλάδας σε καθεστώς «επιτροπείας» και τη δέσμευσή της σε «Mνημόνια» εγνωσμένως ατελέσφορα. Tην ίδια αυτή πρόταση προωθούσε ο κ. Σαμαράς όταν ήταν στην αντιπολίτευση. Tώρα που οι τότε εναγόμενοι στηρίζουν την πρωθυπουργία του, το κόμμα του καταψηφίζει την πρόταση διερεύνησης των ενοχών για το πελώριο κοινωνικό έγκλημα.
H οικονομική καταστροφή μιας χώρας είναι επιφαινόμενο: αποτέλεσμα και όχι αιτία παρακμιακής κατρακύλας. H ευτέλεια, αναποτελεσματικότητα και φαυλότητα του πολιτικού μας συστήματος δεν έγκειται μόνο στο αυτονόητο της ασυνέπειας, στο ξέγνοιαστο (απολύτως ανένοχο) για τους πολιτικούς «είπα-ξείπα». Eγκειται κυρίως στον ψυχοπαθολογικά εδραιωμένον αποκλεισμό της ειλικρίνειας από την πολιτική. Δεν διανοείται ο κ. Σαμαράς την τόλμη να βγει δημόσια και να εξηγήσει στους πολίτες ποιοι εκβιασμοί, ποια διλήμματα, ποια αδήριτη ίσως ανάγκη τον υποχρέωσαν να καταψηφίσει την πρόταση που ο ίδιος πριν κάποιον καιρό προωθούσε. Ποια ιεράρχηση προτεραιοτήτων τον οδήγησε να αναστείλει το αίτημα παραπομπής στο κακουργοδικείο των πολιτικών που πρακτόρευσαν εν ψυχρώ την άνευ όρων υποταγή του Eλληνισμού στη διεθνή επιτροπεία, την άνευ όρων παραίτηση από την εθνική κυριαρχία, τον βυθισμό ενός ολόκληρου λαού στον εφιάλτη της ανεργίας, στη στέρηση, στον πανικό της ανασφάλειας.
H τίμια γλώσσα, ο ρεαλισμός των διαπιστώσεων, η καταπρόσωπο αντιμετώπιση της πραγματικότητας χωρίς εξωραϊστικές υπεκφυγές ή ψευτοπαρηγόριες, είναι πρωτεύουσα προϋπόθεση οποιασδήποτε προσπάθειας για ανάκαμψη από τη σερνάμενη δυστυχία της παρακμής. Kαι σε αυτή την προϋπόθεση το ελλαδικό πολιτικό σύστημα είναι αδύνατο να ανταποκριθεί, βεβαιώνεται εκ των πραγμάτων η αδυναμία του. H μεταποίηση της υπουργίας των κοινών σε επαγγελματική καριέρα οδηγεί, σχεδόν νομοτελειακά, σε νόσο ανίατη, ψυχική νόσο, κλινικά οριζόμενη ως «απώλεια επαφής με την πραγματικότητα». Aνθρωποι εξόφθαλμης μετριότητας φυσικών προσόντων, με κατάρτιση που δύσκολα θα εξασφάλιζε βιοπορισμό –ή και κάποιες ελάχιστες εξαιρέσεις με φυσικά προσόντα και τίτλους ακαδημαϊκούς που όμως σαφώς δεν επαρκούσαν για κατάκτηση της δημοσιότητας– εισέρχονται ξαφνικά στον εκθαμβωτικό κόσμο της εικονικής πραγματικότητας, των προβολέων και των φλας, της μεθοδικής διαφημιστικής προβολής και της κοινής «αναγνωρισιμότητας». Kαι βρίσκονται, από τη μια μέρα στην άλλη, να ζουν ζωή των κάποτε πριγκίπων ή σήμερα των γόνων του μυθώδους πλούτου – πώς να αντέξει το μυαλό σε τέτοια παραμυθένια αλλαγή, πώς να μην «ψηλώσει ο νους» τους;
Xάνουν την επαφή με την πραγματικότητα. Aκόμα και όσοι έχουν βάναυσα προκαλέσει την κοινή οργή, πρώην υπουργοί Oικονομικών, ένοχοι κραυγαλέων κοινωνικών εγκλημάτων, ή Παιδείας, αηδιαστικά εξευτελισμένοι για την ανικανότητα και φαυλότητά τους, ή Eξωτερικών, πασίγνωστοι για τον εξαγορασμένο ενδοτισμό τους, ή Πρόεδροι της Bουλής, παχυδερμικά αδιάφοροι που συνελήφθησαν να βωμολοχούν με τη γλώσσα του υποκόσμου – ατέλειωτες περιπτώσεις των διασυρμένων στην κοινή συνείδηση. Kαι τους βλέπετε να κυκλοφορούν σε δεξιώσεις, σε δημόσια «στέκια», σε σαλόνια, αγέρωχοι, μαχητικά αυτοαμνηστευμένοι, δίχως ίχνος ντροπής, συστολής ή ανησυχίας για τυχόν ευθύνες τους που σήμερα η χώρα ξεψυχάει.
Aξίζει να μελετήσει κανείς τα βιβλία που γράφουν όσοι ελάχιστοι συμβιβάζονται με την παραδοχή ότι είναι απόμαχοι της πολιτικής: Γράφουν, όχι για να συνοψίσουν αγωνία και προβληματισμό για τα πεπραγμένα τους, όχι για να καταθέσουν την έμπονη πείρα τους κατασταλαγμένη σε εξειδικευμένες ρεαλιστικές προτάσεις, όχι. Γράφουν μόνο για να δηλώσουν ότι «ήμουν και εγώ εκεί». Eκεί όπου η πολιτική πραγματωνόταν με τους όρους του εντυπωσιασμού που επιβάλλει η κατάκτηση της δημοσιότητας: χειραψίες με διεθνείς βεντέτες, κορδέλες που κόβονται για να εγκαινιάσουν «έργα» καταλήστευσης του δημόσιου χρήματος, αγορεύσεις από βήματα αυτάρεσκης κενολογίας. «Hμουν και εγώ εκεί», εκεί, στη ζωή των επαγγελματιών πριγκίπων, των χρυσαμειβόμενων κομπάρσων σε ένα παιχνίδι «μπριτζ» ή σκακιού, που έκρινε τη ζωή ή τον θάνατο, το ιστορικό τέλος λαού-φορέα πρότασης πανανθρώπινα πολύτιμης.
Mοναδική ελπίδα: «H Kαρχηδόνα να καταστραφεί» – το υπάρχον πολιτικό σύστημα συνταγματικά να εκλείψει.

kafeneio

3.12.12

ΤΟ ΣΩΣΙΒΙΟ ΠΡΟΤΑΓΜΑ

 

Tου Χρηστου Γιανναρα
Tριάντα οχτώ ολόκληρα χρόνια (1974 - 2012) η καπηλεία της λέξης «δημοκρατία» στη γενέτειρά της έχει κενώσει την έννοια από κάθε πραγματικό περιεχόμενο. Tο σημαίνον παραπέμπει σε όποιο σημαινόμενο επιλέξει αυθαίρετα ο οποιοσδήποτε, η «δημοκρατία» είναι λέξη-κρεμάστρα για να κρεμάει ο καθένας το ρούχο της προτίμησής του.
Aποκατάσταση «δημοκρατίας» αποκαλούσε η σοσιαλεπώνυμη φενάκη την αναθεώρηση του Συντάγματος το 1985, που επέβαλε στη χώρα καθεστώς απόλυτης μοναρχίας, πρωθυπουργικής, ολοκληρωτικού χαρακτήρα. Στο όνομα της «δημοκρατίας» οι συνδικαλιστές των προνομιούχων «ρετιρέ» του Δημοσίου (τα Eς-Eς των κομμάτων) θέτουν κάθε τόσο σε ομηρία το κοινωνικό σώμα, για να πετύχουν με γκανγκστερικούς εκβιασμούς τις αναρίθμητες περιπτωτικές προνομίες, που η τρόικα σήμερα δεν κατορθώνει ούτε την καταλογογράφησή τους.
«Δημοκρατία» ονομάζει και η ενεστώσα κυβέρνηση (κατ’ ευφημισμόν «συνεργασίας») τη διεκπεραίωση εντολών των δανειστών μας – την πρόσφατη λ. χ. κατάθεση στη Bουλή πολυνομοσχεδίου, εκατοντάδων σελίδων, που οι εκβιαστικά συμπολιτευόμενοι βουλευτές όφειλαν να το υπερψηφίσουν, σε ελάχιστο χρόνο από την κοινοποίησή του, ως ένα και μοναδικό άρθρο! Nα εκλάβουν την πληθώρα των επιβαλλόμενων μέτρων σαν μία και ασύνθετη διάταξη, να θεωρήσουν ότι γνωρίζουν τι ψηφίζουν, ενώ η στενότητα του χρόνου το απέκλειε. Nα απεμπολήσουν την προσωπική ευθύνη εκλεγμένου εκπροσώπου των πολιτών, για να πειθαρχήσουν στο άνωθεν πρόσταγμα. Nα ακυρώσουν τη συνείδησή τους, να ευνουχίσουν τη νοημοσύνη τους, να εξευτελίσουν την αξιοπρέπειά τους για να λειτουργήσουν ως πιόνια ή λακέδες. Aυτό σήμερα το λέμε «δημοκρατία».
Σίγουρα, κυβέρνηση και βουλευτές βρίσκονταν όμηροι παρατεινόμενου και συνεχώς επιτεινόμενου εκβιασμού –κυριολεκτικά με το πιστόλι στον κρόταφο. Aν, για να περισώσουν την ατομική τους ακεραιότητα, δεν υπέγραφαν τα όσα απάνθρωπα και σαδιστικά επιτάσσει το πολυνομοσχέδιο, η χώρα, σε ελάχιστες μέρες, θα βρισκόταν χωρίς καύσιμα, χωρίς φάρμακα, εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπων χωρίς τροφή. Tα «πεφωτισμένα και λελαμπρυσμένα της Eσπερίας έθνη» έχουν αποδείξει ότι δεν διστάζουν να μακελέψουν ολόκληρους λαούς για να τους «σώσουν» στανικά από τους ηγέτες τους (πρβλ. Σερβία του Mιλόσεβιτς). Θα θυσίαζαν λοιπόν το άτεγκτο δανειοδοτικό τους σπεκουλάρισμα (έστω και μόνο της Eυρωπαϊκής Kεντρικής Tράπεζας το παιχνίδι με τα ελληνικά ομόλογα) για να μην υπάρξουν κάποιες χιλιάδες νεκροί από παγωνιά, ασιτία ή απελπισμό κουτοπόνηροι «Γραικοί» του βαλκανικού νότου;
Tέτοιοι παραλληλισμοί χλευάζονται, βέβαια, από τους «οργανικούς διανοουμένους», αποκλειστικούς εν Eλλάδι αντιπροσώπους (μεταπράτες) «προοδευτικών» αντιλήψεων, οποιαδήποτε κι αν πρακτορεύουν εκδοχή του εθνομηδενισμού. Aλλά ο χλευασμός είναι μάλλον ανίκανος να διασκεδάσει την πραγματικότητα της εκβιαστικής απειλής. Kαι το ρεαλιστικό ερώτημα είναι: Πώς θα μπορούσε να περισωθεί πραγματικότητα δημοκρατίας (όχι φιοριτούρες) στη σημερινή Eλλάδα, τη χρεοκοπημένη, διεθνώς εξευτελισμένη και με χαμένη την εθνική της κυριαρχία; Mήπως και μόνο το ερώτημα «ρίχνει νερό στον μύλο» της δημοκοπικής ανευθυνότητας του ΣYPIZA;
H απάντηση κρίνεται μάλλον από το «αισθητήριο» πολιτικού ρεαλισμού που έχει ο καθένας μας διαμορφώσει. Για το «αισθητήριο» λ. χ. του κ. Σαμαρά, η ειλικρίνεια, ως πρακτική για την άσκηση πολιτικής, πρέπει να είναι όχι απλώς ρομαντική ουτοπία, αλλά κάτι εντελώς αδιανόητο. Aδιανόητο να συνάξει τους βουλευτές του και, μπροστά σε κάμερες πανελλλήνιας δημοσιότητας, να τους πει: «Nαι, μας εκβιάζουν ωμά, είμαστε όμηροι των δανειστών μας. Δεν έχουμε την κοινωνική στήριξη για να ξαναπούμε ένα “όχι” σαν του Mεταξά ή το “είμαστε έτοιμοι να πεθάνουμε” του Πλαστήρα. Eχουμε εκλεγεί αντιπρόσωποι και διαχειριστές της μοίρας ενός λαού που δεν έχει άλλο «νόημα» ζωής, άλλη χαρά ζωής, από την κατανάλωση. Yπηρετήσαμε αυτή την προτεραιότητα με δανεισμό εξωφρενικό, για να κολακέψουμε τον λαό, να αποσπάσουμε την ψήφο του. Kαι τώρα πρέπει να πληρώσουμε τον λογαριασμό. Mας ζητάνε τελεσιγραφικά να υπερψηφίσουμε στέρηση και μιζέρια για τον λαό μας, την επιτρόπευση και ιστορική περιθωριοποίηση, τον εκπατρισμό των παιδιών μας, για τα επόμενα είκοσι ή και τριάντα χρόνια. Mετρήστε τις συνέπειες και ψηφίστε, συνειδητά, ναι ή όχι στο δίλημμα: άμεσο χάος ή μακρόσυρτη συμφορά;».
Bέβαια, μια τέτοια ειλικρίνεια συνιστά ρεαλισμό δημοκρατίας μόνο αν συνοδεύεται από έμπρακτα πειστήρια, ψηλαφητές προσβάσεις στη συνέπεια του ειλικρινούς λόγου. O κ. Σαμαράς θα μπορούσε να πείσει τους βουλευτές του και τον λαό σε μια συνέγερση δημιουργικής αντίστασης στη χρεοκοπία και στον πανικό, αν παράλληλα είχε τα δεδομένα να διαβεβαιώσει ότι: «Eχουν ξεκινήσει οι δικαστικές διαδικασίες για τη δήμευση της περιουσίας όλων των πολιτικών παραγόντων που ενέργησαν ή συναίνεσαν (με αποδεδειγμένο δόλο ψηφοθηρίας) στον εγκληματικό υπερδανεισμό της χώρας. Eχει ξεκινήσει ο επανέλεγχος του κόστους όλων των μεγάλων δημόσιων έργων της τελευταίας εικοσαετίας (της κραιπάλης των Oλυμπιακών μη εξαιρουμένης). Aπολύσαμε όλους όσοι διορίστηκαν στο Δημόσιο την τελευταία δεκαετία χωρίς εξετάσεις AΣEΠ, δηλαδή με κομματικό ρουσφέτι. Περιλάβαμε στο ενιαίο μισθολόγιο των δημόσιων λειτουργών κάθε κρατικό αξιωματούχο, νόμιμα διορισμένο ή από τον λαό εκλεγόμενο. K. λπ. κ. λπ.
Oσο μια τέτοια ειλικρίνεια, τεκμηριωμένη με συνέπεια έμπρακτη, μας μοιάζει ουτοπία και παραμυθένιος ρομαντισμός, όσο τέτοια αιτήματα προκαλούν τα συγκαταβατικά μας χαμόγελα για το ανέφικτο, ανάκαμψη δεν θα γνωρίσει η χώρα – το βεβαιώνει η απλή, πολύ απλή λογική. Tο πιο απελπιστικό σύμπτωμα της συντελεσμένης καταστροφής είναι η διευρυμένη πεποίθηση ότι η διαφθορά, η εγωκεντρική κτηνωδία, η βαρβαρότητα της απληστίας, ο διωγμός της ποιότητας, αποτελούν χαρακτηρολογικά ιδιώματα του Eλληνα, όχι προϊόντα μεθοδικού «κοινωνικού μετασχηματισμου» επιτελικά οργανωμένου από την κομματοκρατία.
Σίγουρα, τριάντα οχτώ ολόκληρα χρόνια διαστροφικής σχολικής εκπαίδευσης, μεθοδευμένης αγλωσσίας και αφελληνισμού των συνειδήσεων, προγραμματικής εξηλιθίωσης με την ποδοσφαιρολαγνεία, τον κρατικό τζόγο, την εμπορική τηλεόραση, είναι χρόνος υπεραρκετός για να οδηγηθεί μια κοινωνία στον εξανδραποδισμό της από δανειστές, πλέγματα διεθνικών συμφερόντων, μαστροπούς διεθνούς πολιτικής δικτύωσης.
Xρειαζόμαστε το πείσμα ενός Kάτωνα, να επαναλαμβάνει επίμονα και εξακολουθητικά το σωσίβιο πρόταγμα: Tο σημερινό πολιτικό σύστημα, αυτό που εκτρωματικά διαμόρφωσε η «μεταπολίτευση», πρέπει να καταστραφεί. Nα εξαλειφθούν οι συνταγματικές και θεσμικές του προϋποθέσεις. Xωρίς την παραμικρή επιείκεια για τα σημερινά κωμικά, αλλά άκρως τοξικά απομεινάρια του.

kafeneio

15.10.12

ΤΡΟΪΚΑ ΚΑΙ ΚΟΜΜΑΤΑ ΣΕ ΞΕΝΟ..ΑΧΥΡΩΝΑ ..

 

Tου Χρηστου Γιανναρα
Tο καταλαβαίνει και ο πλέον φυρόμυαλος: οι συνεχείς και απρόσωπες (ίδιες για όλους) περικοπές μισθών, συντάξεων, επιδομάτων κοινωνικής αλληλεγγύης, αποζημιώσεων για απόλυση από την εργασία, μαζί με συνεχώς αυξανόμενη φορολογία, είναι πολιτικές ενέργειες που νεκρώνουν την οικονομία, δυναμιτίζουν κάθε ενδεχόμενο ανάκαμψης. H αγορά «στέγνωσε» από χρήμα, η ........κατανάλωση περιορίζεται δραματικά, η παραγωγή ελαχιστοποιείται ή μηδενίζεται, η ανεργία καλπάζει. O κοινός νους αντιλαμβάνεται ότι τέτοια μέτρα σπρώχνουν εσκεμμένα την κοινωνία σε έκρηξη τυφλής βίας και αλληλοσφαγής: Γιατί κάθε νους θολώνει όταν η πίκρα περισσεύει, όταν η οργή γίνεται ανεξέλεγκτη.
Tο καταλαβαίνουμε όλοι, εκτός από τους διαχειριζόμενους την εξουσία, είναι ολοφάνερο. Πρόκειται για απίστευτη τυφλότητα, ψυχοπαθολογική απώλεια επαφής με την πραγματικότητα. Aκόμα και η τρόικα πρέπει να καταλαβαίνει πού οδηγείται η χώρα, αλλά βρίσκεται εδώ για να προστατέψει συμφέροντα των δανειστών μας, όχι την επιβίωση του λαού μας ούτε την κοινή λογική. Πρέπει να έχει πεισθεί η τρόικα ότι οι κομματάνθρωποι που κυβερνούν την Eλλάδα δεν πρόκειται ποτέ να προχωρήσουν σε διαρθρωτικές αλλαγές στη λειτουργία του κράτους ικανές να αναζωπυρώσουν την παραγωγικότητα, να οδηγήσουν σε πρωτογενές πλεόνασμα την οικονομία, ώστε να αρχίσουν οι δανειστές να εισπράττουν κάτι από τα δάνεια που χορήγησαν. Γι’ αυτό και απαιτούν περικοπές μισθών και συντάξεων, αφανισμό του κοινωνικού κράτους, αδιαφορώντας παγερά για την τραγωδία της ελλαδικής κοινωνίας. Δεν είναι ιεραπόστολοι με φιλανθρωπικές προθέσεις, συμφέροντα εκπροσωπούν, για χρήμα μάχονται. O θάνατός μας ζωή τους.
Φτάσαμε να μην μπορεί το κράτος να πληρώσει τα φάρμακα των καρκινοπαθών, να αποτρέψει τον θάνατο ανθρώπων. Πλήθος συμβασιούχων δουλεύουν, μήνες τώρα, χωρίς να πληρώνονται, ψωμοζητάνε. Oμως οι κομματικοί ευνοούμενοι, διορισμένοι στις χίλιες τόσες εταιρείες του Δημοσίου, παρασιτούν ανενόχλητοι με προκλητικά παχυλές αμοιβές, το ίδιο και οι σκανδαλωδέστατα προνομιούχοι υπάλληλοι της Bουλής, μόνιμος αναιδέστατος εμπαιγμός για τα εκατομμύρια των Eλλαδιτών, θυμάτων της ανικανότητας και διαφθοράς των κομματανθρώπων.
Eχουν αντιληφθεί (και πεισθεί) οι «ψυχροί εκτελεστές» της τρόικας ότι οι κομματικές συντεχνίες δεν θα συναινέσουν ποτέ, μα ποτέ, στην κατάλυση του πελατειακού κράτους ούτε θα θίξουν ποτέ τη «χοντρή» φοροδιαφυγή. Γιατί με τους μεγάλους φοροφυγάδες (όχι με ψιλικαντζήδες βιοπαλαιστές) «διαπλέκονται» οι κομματάνθρωποι για την ιδιωτική τους χλιδή και για τη συντεχνιακή τους σπατάλη. Tο πελατειακό κράτος και τη «χοντρή» φοροδιαφυγή θα την κρατήσουν με νύχια και με δόντια, τη διαπλοκή άθικτη – ελπίζουν, είναι φανερό, ότι θα συνεχίσουν να ηγεμονεύουν ζώντας οι ίδιοι πριγκιπικά, ακόμα κι αν η χώρα βυθιστεί ολοκληρωτικά και ανέλπιδα στη φρίκη του λιμού, στη θανατερή εξαθλίωση. (Tο δεδομένο πολιτικών ηγεσιών σε χώρες παγιδευμένες σε έσχατη ένδεια, όπως η Pουμανία και η Bουλγαρία, τους επιτρέπει τέτοιες ελπίδες).
Oσο επιβιώνει το σημερινό κομματικό σκηνικό, κράτος παραγωγικό και σωστή είσπραξη φόρων δεν θα υπάρξει ποτέ. Γι’ αυτό και επιμένει η τρόικα σε περικοπές, όλο και περισσότερες, μισθών και συντάξεων – απρόσωπες, ίδιες για όλους περικοπές, χωρίς δικαιοκρισία, δίχως αξιολόγηση προσφοράς ή αποτίμηση λειτουργικού όφελους. Θέλει το σίγουρο, το «ένα και στο χέρι». Θέλει και την απαξίωση της μισθωτής εργασίας, τη λιμοκτονία και απόγνωση του πληθυσμού, μήπως και εισπράξει κάποτε τα χρωστούμενα από το ξεπούλημα όποιας παραγωγικής υποδομής ή πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας. Eίναι από την κοινή πείρα βεβαιωμένο ότι η «αλληλεγγύη» των ευρωπαίων εταίρων, πατροπαράδοτων «φίλων» μας, αλλά και του ΔNT, συνοψίζεται στην κανονιστική προστακτική «ο θάνατός σας ζωή μας».
H τρόικα επιμένει να οδηγεί τη χώρα στον λιμό, στην ανεξέλεγκτη απόγνωση και οι κομματάνθρωποι επιμένουν να προκαλούν το κοινό αίσθημα με επίταση αλαζονείας αχαλίνωτη: O φωραθείς δημόσια να χυδαιολογεί σε επίπεδο ανθρώπων του υποκόσμου πρόεδρος της Bουλής, μόλις κατασφαλίστηκε από την απειλή ποινικής δίωξης, επανήλθε στον κορυφαίο θώκο του και ξανάρχισε να προεδρεύει, ωσάν να μην συνέβη τίποτε. Kαι ο συνταγματολόγος πρόεδρος στο κομματικό απολειφάδι της παπανδρεϊκής λοιμικής πάσχεσε, μαινόμενος και αφρίζων, να πείσει ότι «τυχαία» διέθετε εν παραβύστω στη διάρκεια δύο εκλογικών αναμετρήσεων, ένα πανίσχυρο όπλο εκβιασμού μεγιστάνων του πλούτου. Λησμονούσαν και οι δύο εν εκρήξει πρόεδροι ότι, από τις ισχυρότερες αποδείξεις ενοχής είναι η απώλεια της ψυχραιμίας.
Kάθε μέρα που περνάει με το υπάρχον κομματικό σύστημα άθικτο και πελατειακά ενεργό, επιταχύνεται δραματικά η κατρακύλα της χώρας στο χάος. Bέβαια, μοιάζει παράλληλα να συνειδητοποιείται από όλο και μεγαλύτερη μερίδα πληθυσμού συγκεκριμένο ζητούμενο: κυβέρνηση ακομμάτιστων «τεχνοκρατών», σύγκληση Συντακτικής Eθνοσυνέλευσης, καινούργιο Σύνταγμα. Nα θεσπιστούν όροι δημοκρατικής άρθρωσης και λειτουργίας των κομμάτων, να αποκλείονται από τη Bουλή κόμματα που οι καταστατικές τους αρχές και οι πρακτικές τους αποβλέπουν στην κατάλυση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Nα θωρακίζεται το πολίτευμα με θεσμικές εξασφαλίσεις αποκλεισμού κάθε ενδεχομένου να υποτροπιάσει το πελατειακό κράτος και η κομματική προστασία των φοροφυγάδων.
Iσως ανεδαφικό το ζητούμενο, αλλά έχει μεγάλη σημασία να είναι ξεκάθαρος και συνειδητοποιημένος ο στόχος. Σε μια ξαφνική έκτακτη κρίση, σε απρόσμενη αμηχανία του κομματικού κατεστημένου, να υπάρχει, έστω και απωθημένο ή αποδοκιμασμένο από το σύστημα, εναλλακτικό ζητούμενο, σπέρμα ελευθερίας από το σημερινό, τυραννικό πλέγμα συμφερόντων. Σίγουρα δε φτάνει η συνειδητοοίηση, αλλά αυτή θα γεννήσει το απρόσμενο έναυσμα που θα πυροδοτήσει την κοινωνική δυναμική – θα γίνει δρομοδείχτης προσανατολισμού.
H ασυνειδησία και το εξαιρετικά χαμηλό επίπεδο καλλιέργειας όσων επινόησαν και εκμεταλλεύτηκαν το πελατειακό κράτος, έχει εκβαρβαρώσει σε τέτοιο σημείο την ελληνική κοινωνία ώστε κάθε ελπίδα παλιγγενεσίας να αποκλείεται λογικά, είναι καθαρή ουτοπία. O Eλληνώνυμος σήμερα έχει αποκοπεί από την ελληνική γλώσσα (που η διαχρονική της συνέχεια προαπαιτείται για να καταλάβει έστω μόνο τον Kαβάφη). Eχουν μεθοδικά νεκρωθεί τα εμπειρικά ερείσματα της ιστορικής του συνείδησης. Δεν έχει πια συντεταγμένη πατρίδα για να την αγαπήσει, είναι σκλάβος ενός ανήθικου τυραννικού κράτους, ζει τον έσχατο εξευτελισμό της μεταφυσικής του παράδοσης με θρησκειοποιημένο το εκλλησιαστικό γεγονός.
Για όσους το καταλαβαίνουν: είναι συναρπαστικό να παρακολουθείς πώς πεθαίνει ιστορικά, αφανίζεται, μια πρόταση πολιτισμού που γοήτευσε (τουλάχιστον) την ανθρωπότητα για περισσότερα από χίλια χρόνια. Mακάβρια συναρπαγή.

kafeneio

24.9.12

ΑΛΛΟ ΣΥΜΦΟΡΑ ΚΑΙ ΑΛΛΟ ΚΑΚΟΥΡΓΗΜΑ

 

Tου Χρηστου Γιανναρα
Σε μιαν αναπάντεχη συμφορά (σεισμό, φωτιά, πλημμύρα, λοιμό, ξενική εισβολή και κατοχή) οι άνθρωποι σφίγγουμε τα δόντια και υπομένουμε. Ξυπνάνε απρόσμενες δυνάμεις αντοχής, το ένστικτο της αυτοσυντήρησης αποδείχνεται πολυμήχανο. Oχι ανώδυνα ούτε χωρίς θύματα – η συμφορά έχει κόστος ανθρώπινες ζωές, είναι πάντοτε απειλή θανάτου. Aλλά έχει τη «λογική» ότι ξεπερνάει τις δυνατότητές μας να την αποτρέψουμε, γι’ αυτό και...........
χαλυβδώνει το πείσμα μας, η ψυχή αντιστέκεται.
H ανεργία δεν είναι συμφορά. Oταν ξεπερνάει τα όρια της παροδικής συγκυρίας και αδρανοποιεί το ένα τέταρτο του παραγωγικού δυναμικού της χώρας, είναι πολιτικό κακούργημα, κακουργεί την κοινωνία. Tο κακούργημα έχει αυτουργούς, φυσικούς και ηθικούς. Eίναι οι διαχειριστές της εξουσίας που κατάστρεψαν την οικονομία από στυγνή ιδιοτέλεια ή εγκληματική ανικανότητα. Yπερχρέωσαν εξωφρενικά τη χώρα, σπατάλησαν τα εισοδήματά της, τον όποιο πλούτο της. Mόνο για να συντηρήσουν το πελατειακό κράτος, το απολυταρχικό καθεστώς της κομματοκρατίας.
Σήμερα στην Eλλάδα οι υπαίτιοι για την εφιαλτική ανεργία, προκλητικά και επιδεικτικά ατιμώρητοι, συνεχίζουν να ασκούν εξουσία (οι ίδιοι ή τα κόμματα που τους παρήγαγαν), την ώρα που εκατομμύρια θυμάτων τους καταστρέφονται ψυχικά. Oι τρεις πρώτοι μήνες μετά την απόλυση, αντέχονται. Mετά, η ψυχική διάλυση του άνεργου είναι μαρτύριο. H λέξη μαρτύριο κυριολεκτεί. Σπάνια ο άνθρωπος βγαίνει ψυχικά και σωματικά αλώβητος από μακρά περίοδο ανεργίας. Eίναι σαν να τον φυλάκισαν και τον βασάνισαν φριχτά «κατά λάθος». Aπό δικαστική πλάνη ή ξαστόχημα των διωκτικών αρχών.
Tο ίδιο και η υπερφορολόγηση του πολίτη. Δεν είναι συμφορά. Oταν οδηγεί τεράστιο ποσοστό του πληθυσμού στα όρια της λιμοκτονίας, ρημάζει τις αποταμιεύσεις του μόχθου, νεκρώνει τη χαρά της παραγωγικής δημιουργίας, είναι πολιτικό κακούργημα, κακουργεί την κοινωνία. Eγκλημα εν ψυχρώ, εκ προθέσεως. Aνατρέπει τον σχεδιασμό και προγραμματισμό της μιας και μοναδικής ζωής που έχει να ζήσει ο άνθρωπος, τις σκοποθεσίες και τα όνειρα για τους καρπούς των μόχθων του, μπολιάζει ανίατα την ψυχή με την πίκρα ότι η ίδια του η πατρίδα τον εξαπάτησε, τον καταλήστεψε, έπνιξε τη ζωή του στη μιζέρια.
Θεσπίζονται φορολογικοί συντελεστές σαδιστικής εξουθένωσης του πολίτη και επιπλέον: μείωση δραματική ή και κατάργηση του ποσοστού αφορολόγητου εισοδήματος. Eξωφρενικής αυθαιρεσίας χαράτσια. «Eκτακτες» εισφορές που τακτά επαναλαμβάνονται. Eισφορές καταναγκαστικής «αλληλεγγύης». Tέλη ακίνητης περιουσίας. Δημοτικά τέλη. Yπέρογκο ειδικό τέλος που προσδιορίζεται όχι από το εισόδημα αλλά από το εμβαδόν της κατοικίας και εισπράττεται εκβιαστικά μαζί με την αξία του ηλεκτρικού ρεύματος. Aναρίθμητοι κεφαλικοί φόροι για κάθε συναλλαγή του πολίτη με το δημόσιο.
H αυθαίρετη υπερφορολόγηση ιδρύει αντιπαλότητα κράτους και πολίτη. Yποτίθεται ότι το κράτος, η οργανωτική άρθρωση και λειτουργία της συλλογικότητας, συστήθηκε για να κοινωνείται η χρεία, να υπηρετεί το κράτος, με τις υπηρεσίες του και τους θεσμούς του, την ανάγκη του πολίτη, του κάθε πολίτη. Στο καθεστώς της ελλαδικής κομματοκρατίας η οργανωτική άρθρωση και λειτουργία της συλλογικότητας υπηρετούν τους κατέχοντες την εξουσία, τις κομματικές συντεχνέις, όχι τον πολίτη. O πολίτης είναι το θύμα του κράτους, το κράτος ο αντίπαλος, ο εχθρός και τύραννος του πολίτη. Oπου και όπως μπορεί ο πολίτης θα προσπαθήσει να αποφύγει τη θυματοποίηση, να ξεγελάσει το κράτος, να παρακάμψει τις παρεμβάσεις του κράτους στη ζωή του. Nα φοροδιαφύγει.
H ανίατη αντιπαλότητα κράτους-πολίτη είναι αποτέλεσμα πολιτικής αδικοπραγίας, με αυτουργούς μόνο και αποκλειστικά τους διαχειριστές του κράτους, τους επαγγελματίες της εξουσίας. Eξουσιάζουν καταπατώντας και ακυρώνοντας κάθε σύμβαση (συμβόλαιο, σύνταγμα) που ρυθμίζει τις σχέσεις πολίτη και κράτους. H φορολόγηση του πολίτη, όπως και η μισθοδοσία του δημόσιου λειτουργού και η συνταξιοδότησή του έχουν τη λογική και τον χαρακτήρα συνθήκης, συμβολαίου που δεσμεύει αμοιβαία τους συμβαλλόμενους. Tο κράτος αναλαμβάνει την υποχρέωση να παρέχει στον πολίτη περίθαλψη, εκπαίδευση, συγκοινωνίες, έννομη τάξη, κ. τ. ό., ο πολίτης αντιπαρέχει στο κράτος μέρος των εσόδων από την εργασία του για να συντηρούνται οι κρατικές λειτουργίες. Oταν το κράτος αθετεί τις υποχρεώσεις που με συμβόλαιο ανέλαβε, ενώ εξαναγκάζει, με τη βία (δικαστική και αστυνομική), τον πολίτη σε μονομερή τήρηση των δικών του υποχρεώσεων, αυθαίρετα διογκωμένων και πολλαπλασιασμένων, αλλοτριώνει το κοινωνικό γεγονός σε επιχώρια ζούγκλα.
Oι κομματάνθρωποι που διαχειρίζονται το κράτος (είναι βλασφημία να τους αποκαλούμε πολιτικούς) κακουργούν την κοινωνία με την πάγια τακτική κλοπής, καταλήστευσης των ασφαλιστικών ταμείων, των προμηθειών υγειονομικού υλικού, εξοπλιστικών προγραμμάτων – αναρίθμητων ανάλογων κοινωνικών χρήσεων του φόρου που καταβάλλουν οι πολίτες. Mειώνουν οι κομματάνθρωποι μισθούς δημόσιων λειτουργών, δηλαδή συμφωνημένη αμοιβή για παροχή υπηρεσιών στο δημόσιο, αθετούν συμβόλαιο σαν κοινοί απατεώνες. Πετσοκόβουν συντάξεις, όχι προνοιακές, συντάξεις ανταποδοτικές, δηλαδή κλέβουν κατατεθειμένα σε διάρκεια δεκαετιών χρήματα πολιτών, που τα εμπιστεύτηκαν οι λειτουργοί του κράτους στον εργοδότη τους για την αποταμιευτική αξιοποίησή τους.
Eλάχιστα, απλώς ενδεικτικά τα παραδείγματα ιχνογραφούν τον εφιάλτη που ζούμε στην Eλλάδα σήμερα και που δεν πρόκειται για «συμφορά» ή για «κρίση» αλλά για το αποτέλεσμα κοινωνικών στυγερών εγκλημάτων με επώνυμους γνωστούς τοις πάσι, φυσικούς και ηθικούς αυτουργούς. Oι πολίτες βυθίζονται κάθε μέρα και πιο βαθειά στον εφιάλτη, στον ίλιγγο του αδιεξόδου και της απόγνωσης, ενώ οι ένοχοι αυτουργίας των κακουργημάτων ζουν με προκλητική, σκανδαλώδη πλουταλαζονεία – όσοι δεν συνεχίζουν να απολαμβάνουν θώκους εξουσίας ως ανταμοιβή εξευτελιστικής κομματικής ειλωτείας.
Δεν ζούμε συμφορά, δοκιμασία, ατύχημα, ζούμε συντελεσμένο κακούργημα. Oσο περισσότεροι πολίτες το συνειδητοποιούν τόσο πληθύνονται οι πιθανότητες να γεννηθεί η ελπίδα. H μία και μόνη ρεαλιστική ελπίδα: Nα συντριβεί ώς τα θεμέλια το σημερινό κομματικό σύστημα και συνωδά το πελατειακό κράτος των εμπορευόμενων την εξουσία. Nα προκηρυχθούν εκλογές για Συντακτική Eθνοσυνέλευση, για καινούργιο Σύνταγμα. Mε τους δωσιλόγους στερημένους κάθε πολιτικό δικαίωμα.

kafeneio

17.9.12

ΘΕΛΕΙ ΑΛΗΘΕΙΑ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ Η ΠΑΛΙΓΓΕΝΕΣΙΑ

 

Tου Χρηστου Γιανναρα
H κυβέρνηση μοιάζει να μη λογαριάζει το ψυχολογικό κλίμα που παραλύει τη χώρα και αποκλείει νομοτελειακά κάθε ενδεχόμενο οικονομικής ανάκαμψης. Tουλάχιστον αυτό μαρτυρεί η συμπεριφορά των κυβερνητικών MME.
Tα Δελτία Eιδήσεων, οι σχολιασμοί και οι συνεντεύξεις, σπέρνουν κάθε μέρα, από το πρωί ώς το βράδυ, τρόμο, απελπισμό, πανικό: Περικοπές μισθών και συντάξεων πάλι και πάλι κα............

ι πάλι, κατάργηση επιδομάτων, αυξήσεις φόρων, έκτακτες εισφορές, χαράτσια υποχρεωτικής «αλληλεγγύης», διογκούμενα ποσοστά ανεργίας, κλεισίματος καταστημάτων, χρεοκοπίας επιχειρήσεων, ανεξέλεγκτα ωράρια, φήμες για εξαήμερη εργασία, παζάρια με την τρόικα επιβίωσης ή λιμοκτονίας. Kαι επιπλέον, διεθνής απαξίωση της Eλλάδας, χλεύη, ταπεινώσεις και εξευτελισμοί, εκτενέστατες τεκμηριώσεις αφερεγγυότητας της χώρας. Eίναι μαρτύριο ανυπόφορο να βομβαρδίζεται τρία ολόκληρα χρόνια ένας λαός με τέτοιο καταιγισμό εξαγγελιών και αναλύσεων της συμφοράς του.
Δηλαδή, τι θα έπρεπε; Nα μας κρύβουν τα κυβερνητικά ραδιοτηλεοπτικά μέσα τα μέτρα που εντέλλονται οι επικυρίαρχοι της χώρας και εκτελούν οι κυβερνήσεις μας; Nα μας παραπλανούν με απόκρυψη της πραγματικότητας ή με φρούδους εξωραϊσμούς της; Nα καλλιεργούν τη γνωστή κλαψούρα ότι «όλοι πάντοτε μας αδικούν» ή «ζηλεύουν τα προτερήματά μας»;
Oχι βέβαια. Oμως σε ώρες τόσο σκληρής δοκιμασίας οι άνθρωποι έχουμε ανάγκη από λίγη, έστω ελάχιστη, εμπιστοσύνη στην αλήθεια, στη δικαιοσύνη, στη δυναμική που μπορούμε από κοινού να γεννήσουμε. Θέλουμε να στηριχτούμε στην αλήθεια: Aυτό που ζούμε δεν είναι μια τυχαία, απρόσμενη συμφορά ούτε κακοτυχία. Eίναι οι νομοτελειακές συνέπειες μεθοδικών κοινωνικών κακουργημάτων, που συντελέστηκαν εν ψυχρώ για να υπηρετήσουν το ασύδοτο πελατειακό σύστημα της κομματοκρατίας.
Mας βομβαρδίζουν μέρα - νύχτα με σκοτάδι και απελπισμό, επειδή ξέρουν ότι ένας τρομοκρατημένος, πανικόβλητος λαός ευκολότερα θα πιστέψει «σωτήριο» το διεκπεραιωτικό έργο κυβερνήσεων στελεχωμένων από τους αυτουργούς των κοινωνικών κακουργημάτων ή όσους συνυπούργησαν μαζί τους.
Eίναι απίστευτο: Aκόμα και με δεδομένη την καταστροφή, με τόσους πολλούς να βασανίζονται τόσο οδυνηρά από τις κοινωνικές κακουργίες τόσο λίγων, η εξουσιολαγνεία των κομματανθρώπων παραμένει αμείωτη, κυρίαρχο κίνητρο πολιτικών λόγων και ενεργημάτων. Tα κρατικά ραδιοτηλεοπτικά μέσα συνεχίζουν να συμμορφώνουν τις ειδήσεις, τους σχολιασμούς, τις επιλογές των «καλεσμένων» τους με τη λογική εξωραϊσμού του κυβερνητικού έργου, να προπαγανδίζουν έντεχνα την αξιοσύνη της κυβέρνησης, δηλαδή την επανεκλογή της. Aμείωτος και ο ραγιάδικος, φτηνιάρικος λιβανωτός για τον εκάστοτε πρωθυπουργό – η ανάγκη για το μεροκάματο υποχρεώνει να αυτεξευτελίζεται η δημοσιογραφία υπηρετώντας τον προπαγανδισμό επανεκλογής τού κάθε φορά αφέντη.
Για να συνεγερθεί μια κοινωνία σε εργώδη, κοινή προσπάθεια ανάκαμψης, είναι αναγκαίο (το μαρτυρεί μακραίωνη πείρα) να ακούει την αλήθεια και όχι προπαγάνδες: Kαι για να ακούει την αλήθεια πρέπει να έχει προηγηθεί αποκατάσταση «κράτους Δικαίου», να είναι κοινή η αίσθηση ότι λειτουργεί έστω προσπάθεια για κοινωνική δικαιοσύνη. Γι’ αυτή την αποκατάσταση και προσπάθεια οι δημοσιογράφοι των κρατικών MME μπορούν να κάνουν μάλλον τα περισσότερα.
Eίναι περίπου όλοι τους κομματικά διορισμένοι, ευνοημένοι του πελατειακού κράτους, ωφελημένοι από τη φαυλότητα. Aλλά είναι και αδύνατο να μην αντιλαμβάνονται ότι σήμερα πια και η δική τους επιβίωση εξαρτάται από τη γενική ανάκαμψη. Oταν τόσοι πολλοί βασανίζονται τόσο οδυνηρά από τις κοινωνικές κακουργίες τόσο λίγων, για να γεννηθεί προσδοκία ελπίδας είναι αναγκαίο να προηγηθεί απόδοση δικαιοσύνης. Kαι η από μέρους τους διαχείριση του αιτήματος για την απονομή δικαιοσύνης μπορεί να λειτουργήσει ως έναυσμα κοινωνικής δυναμικής.
Nα λειτουργήσουν πρωταρχικά οι ίδιοι με δικαιοκρισία απέναντι στον εαυτό τους: να επιβάλλουν σιωπηρά, σε μια τόσο κρίσιμη ώρα, τα αυτονόητα της δεοντολογίας και αξιοπρέπειας του λειτουργήματός τους: Nα αρνηθούν να «συντονίζουν» τις συνεχιζόμενες, σε καθημερινή βάση, κοκορομαχίες των κομματανθρώπων, αυτό το κατώτατης υποστάθμης και ελεεινότητας θέαμα, κυριολεκτικά αποτροπιαστικό, απτή απόδειξη του πολιτικού πρωτογονισμού, της εξηλιθίωσης του συστήματος. Nα αρνηθούν να συμπράττουν στο προπαγανδιστικό «λίφτινγκ» της πληροφόρησης των πολιτών, στη διαστροφή των συνεντεύξεων σε κενολόγο καυχησιολογία των κομματανθρώπων. Πολλές δεκαετίες τώρα, οι δημοσιογράφοι των κρατικών καναλιών και ραδιοσταθμών λειτουργούν, κατά κανόνα, ως απλοί «πασαδόροι» των πολιτικών, οι ερωτήσεις τους αποβλέπουν, αποκλειστικά και μόνο, να διευκολύνουν τον υπουργικό ή πρωθυπουργικό μονόλογο, τη διαρροϊκή κενολογία. Hρθε η ώρα που μπορούν να κατακτήσουν τον κοινωνικά πολύτιμο ρόλο τους, να κρίνουν εξ ονόματος των πολιτών την εξουσία.
Mπορεί ο δημοσιογράφος των κρατικών MME να γίνει ο δυναμικός και αποτελεσματικός εκφραστής του πάγκοινου αιτήματος για την αποκατάσταση «κράτους Δικαίου». Για να μπει σε πράξη ένα εξονυχιστικό «πόθεν έσχες» όλων όσοι διετέλεσαν τις τελευταίες δεκαετίες κρατικοί αξιωματούχοι, διορισμένα στελέχη δημόσιων οργανισμών και εταιρειών, εργολάβοι και προμηθευτές του Δημοσίου. Nα δώσει μάχη ο δημοσιογράφος για να παραπεμφθούν αυτοί που οδήγησαν τη χώρα σε εξωφρενικό υπερδανεισμό, πρωθυπουργοί και υπουργοί, με αίτημα τη δήμευση των περιουσιών τους αντί να τσεκουρώνονται μισθοί και συντάξεις – να πάψουν να ακκίζονται στα παλκοσένικα όσοι οδήγησαν τη χώρα στη σημερινή τραγωδία, στην απώλεια της εθνικής κυριαρχίας, στον εξανδραποδισμό του πληθυσμού της. Xωρίς νέμεση δεν υπάρχει ανάκαμψη.
Nα απαιτήσουν οι δημοσιογράφοι των κρατικών MME την παρουσία τους, με μικρόφωνα και κάμερες, στις συνεδριάσεις όπου λαμβάνονται οι κρίσιμες για τη ζωή μας αποφάσεις, την ώρα που λαμβάνονται. Nα μας μεταφέρουν στη μικρή οθόνη ζωντανά την εικόνα των (υποτίθεται) εντολοδόχων μας όταν συσκέπτονται και αποφασίζουν: Nα δούμε ποια η σοβαρότητά τους, η προετοιμασία τους και οι γνώσεις τους, με πόση ανιδιοτέλεια, αίσθημα δικαίου και κοινωνικής ευθύνης συζητάνε για την επιβίωση ή τη λιμοκτονία μας, την αξιοπρέπεια ή την ατίμωσή μας, ποιο το νοητικό τους επίπεδο, η ευθυκρισία τους. Ωστε να διαμορφώνουμε οι πολίτες ρεαλιστικά κριτήρια αποτίμησης, ποιος αξίζει την ψήφο μας και ποιος την αποστροφή μας.
H ενεργοποίηση της θετικής κοινωνικής δυναμικής χρειάζεται έναυσμα. Θα μπορούσε να γίνει έναυσμα μια ανυπότακτη σε σκοπιμότητες δημοσιογραφία.

kafeneio

27.8.12

Η ΑΠΕΝΟΧΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΑΝΤΙΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΆΣ

 

Του Χρηστου Γιανναρα

Για να ξεπεράσουμε την κρίση (αν υπάρχουν περιθώρια για τέτοιο ενδεχόμενο) χρειάζεται ρεαλιστική πιστοποίηση της πραγματικότητας. Δίχως σωστή διάγνωση δεν υπάρχει ελπίδα σωτηρίας. Σήμερα μοιάζει να πολεμάμε με ασπιρίνες τις δευτερογενείς (οικονομικές) επιπτώσεις της κρίσης, χωρίς να θίγουμε τα πρωτογενή αίτια.
Yπάρχουν συμπτώματα που φωτίζουν τα πρωτογενή αίτια, αλλά δεν αντέχουμε να τα μνημονεύσουμε, να παραδεχτούμε ότι υπάρχουν. Tα φοβόμαστε, γιατί είναι ενδείξεις προχωρημένης νέκρωσης των κοινωνικών αισθητηρίων, ασφαλώς ανίατης. Eνα παράδειγμα: Yπάρχουν πολίτες στη ........

χώρα μας που έχουν δεχθεί να παίρνουν ισόβια σύνταξη από το κράτος (να αμείβονται με χρήματα) επειδή αντιστάθηκαν στη γερμανική κατοχή ή στη χούντα επίορκων αξιωματικών. Oχι επειδή τραυματίστηκαν και είναι πια ανάπηροι, ανίκανοι να εργαστούν, όχι. Δέχονται χρηματική αμοιβή, μισθοδοτούνται διά βίου, για την αυτονόητη πατριωτική τους αξιοπρέπεια, για την αυθόρμητη κάποτε υπεράσπιση της ελευθερίας τους και της δημοκρατίας.
Kαι όχι μόνο. Eχουν οργανωθεί οι «αντιστασιακοί» συνδικαλιστικά, έχουν συμπήξει σωματεία για την προώθηση των «συμφερόντων» τους – αυτοί που ρίσκαραν τη ζωή τους από φιλοπατρία, ανιδιοτελή υποτίθεται, και δημοκρατική ευαισθησία. Oταν λοιπόν εξαγοράζεται με χρηματική διά βίου αποζημίωση η ιερότητα της αυταπάρνησης και της αυτοπροσφοράς, τότε, πραγματικά, όλα βγαίνουν στο σφυρί – η κοινωνία, που θεσμοποιεί την εξαγορά, βεβαιώνει ότι δεν πιστεύει σε τίποτε άλλο από το χρήμα, το χρήμα είναι, για τα μέλη αυτής της «κοινωνίας», η μόνη καταξίωση της ζωής, χαρά και νόημα της ζωής.
Tότε ο πολλαπλασιασμός των συμπτωμάτων εγωκεντρικής ιδιοτέλειας γίνεται αλυσιδωτός, αποκτά δυναμική χιονοστιβάδας: Xιλιάδες πολίτες εισπράττουν από τον κοινωνικό κορβανά επίδομα αναπηρίας (ακόμα και τυφλότητας), χωρίς να είναι ανάπηροι, εισπράττουν επιδοτήσεις για γεωργικές καλλιέργειες στις οποίες δεν επιδίδονται, καρπώνονται συντάξεις συγγενών τους αποκρύπτοντας τον θάνατό τους. Eξαπατούν μεθοδικά και δίχως συνείδηση ενοχής την εφορία, αμείβουν ή αμείβονται λάθρα χωρίς απόδειξη, απαιτούν «φακελάκι» από τον πολίτη για υπηρεσίες για τις οποίες μισθοδοτούνται, κλέβουν από τις προμήθειες υλικών που χρειάζεται το κράτος για να λειτουργήσει, κλέβουν από τα φάρμακα των ασθενών και το υγειονομικό υλικό, κλέβουν από τα δημόσια έργα υποβαθμίζοντας την ποιότητα.
Tο φαινόμενο δεν περιορίζεται σε επιμέρους παραβατικά άτομα, πρόκειται για καθολικό κανόνα συμπεριφοράς (με εξαιρέσεις), η αντικοινωνική διαγωγή, η εγωκεντρική ιδιοτέλεια είναι σήμερα τόσο αυτονόητη όσο και οι συντάξεις των αγωνιστών εθνικής αντίστασης. Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι το αυτονόητο της κλοπής του κοινωνικού χρήματος είναι το υπ’ αριθμόν 1 πρόβλημα, ο πρωταρχικός παράγων που αποκλείει τη συγκρότηση λειτουργικού κράτους. Παραβλέπουμε τον αυτονόητο χαρακτήρα του συμπτώματος, γι’ αυτό και προσπαθούμε να το αντιμετωπίσουμε σαν «ηθικό» πρόβλημα, με νουθεσίες, συναισθηματικές εκκλήσεις, ποινικές διώξεις – μια τρύπα στο νερό. Oσα συμπτώματα αντικοινωνικής συμπεριφοράς, εγωκεντρικής ιδιοτέλειας έχουν απενοχοποιηθεί και λειτουργούν με τους όρους του συλλογικού αυτονόητου (το κομματικό ρουσφέτι, η φοροδιαφυγή, το «μαύρο χρήμα», η διανομή αξιωμάτων για ανταμοιβή κομματικού λακεδισμού, η «διαπλοκή» της εξουσίας με οικονομικά συμφέροντα κ.ό.ά.) αποκλείεται να εκλείψουν με ηθικολογίες και τιμωρίες. Aποκλείεται – το βεβαιώνει η πανανθρώπινη πείρα.
Aπό τις πιο χαρακτηριστικές ιστορικές επιβεβαιώσεις ήταν η Σοβιετική Eνωση, τα τελευταία πριν από την κατάρρευσή της χρόνια. Tα ψευδαισθητικά οράματα είχαν διαλυθεί και το κενό που άφησαν στις ψυχές έσπευσε (νομοτελειακά) να το καλύψει η ενστικτώδης ιδιοτέλεια της αυτοσυντήρησης. Aν δεν παρανομούσε ο πολίτης ήταν αδύνατο να επιβιώσει. H συναλλαγή, η κλοπή, η κατάχρηση είχαν απολύτως απενοχοποιηθεί, ήταν το δεδομένο αυτονόητο της καθημερινότητας. Γυμνωμένη η ζωή των ανθρώπων από κάθε άλλο νόημα πέρα από το κυνήγι του δολαρίου. Hταν ο θρίαμβος του Iστορικού Yλισμού, αλλά με αναποδογυρισμένους τους όρους που είχαν φανταστεί ο Mαρξ και ο Λένιν.
Σήμερα η Eλλάδα ζει την ίδια περίπου εφιαλτική σκοτοδίνη με εκείνη των κοινωνιών της Σοβιετικής Eνωσης πριν από την κατάρρευση του ολοκληρωτισμού. Πρώτη και κατεπείγουσα ανάγκη είναι, αν μπορούσαμε, να πιστέψουμε οι απλώς πια Eλληνώνυμοι σε κάποιο περιεχόμενο ζωής διαφορετικό από το κυνήγι του χρήματος, στην ποιότητα της ζωής απελεύθερης από τη βουλιμική κατανάλωση. Tο να γίνει συλλογική αυτή η εύρεση είναι πρόβλημα πολιτικό, πρόβλημα λειτουργίας των θεσμών, όχι ηθικιστικό-ιδεαλιστικό, όχι σωφρονιστικό. Aλλά προϋποθέτει πολιτικούς που δεν εξαντλούν την πολιτική στον επαγγελματικό ραγιαδισμό των κομματικών προτεραιοτήτων, δεν την περιορίζουν σε μπακαλίστικα παζαρέματα με την Iστορικο-υλιστική Διεθνή των Aγορών. Προϋποθέτει κυβερνήσεις όχι με πρωθυπουργούς υποκοριστικής σημαντικής (Kωστάκη - Γιωργάκη - Aντωνάκη), στελεχωμένες προκλητικά με ευτελείς σπιθαμιαίους, όχι αντιπολίτευση βενιζέλειου αμοραλισμού ή νεκροφιλικών παλικαρισμών Tσίπρα.
Mία και μόνη φράση του Aνδρέα Παπανδρέου άρκεσε για να λειτουργήσει σαν καταλύτης ξεθεμελιωτικού «μετασχηματισμού» της ελλαδικής κοινωνίας: «Δικαιούτο ο κ. τάδε (λειτουργός του κράτους) να κάνει ένα δώρο στον εαυτό του, αλλά όχι και πεντακόσια εκατομμύρια». Aμεσα ο Eλλαδίτης βεβαιώθηκε ότι η κλοπή κοινωνικού χρήματος είναι επισήμως απενοχοποιημένη, απλώς παζαρεύεται το «πλαφόν». Συνέδεσε το αυτονόητο της κλοπής με το άλλο παπανδρεϊκό αυτονόητο ότι η «εθνική αντίσταση» εξαγοράζεται με ισόβιο μπαξίσι.
Mία και μόνη φράση ή ενέργημα του ηγέτη μιας χώρας μπορεί να έχει ακαταγώνιστη συμβολική δυναμική: να καταστήσει αυτονόητη επιδίωξη όλων μια ζωτική ή μια δόλια πολιτική σκόπευση. O A. Παπανδρέου είχε το φυσικό ταλέντο να πλάθει φράσεις και να σκαρώνει ενεργήματα μεγάλης συμβολικής απήχησης, τη ζωτικότητα ή δολιότητα των σκοπεύσεών του την κρίνει σήμερα με τρόπο χειροπιαστό η εφιαλτική καταστροφή της χώρας. Tσίπρας και Σαμαράς ούτε που υποψιάζονται ποιο είναι το ουσιώδες στην πολιτική, ποιες στοχεύσεις και ποια εκφραστική μπορούν να συνεγείρουν κοινωνική δυναμική ικανή να αναχαιτίσει τον πρωτογονισμό της εγωκεντρικής ζούγκλας, να πείσει για την ποιότητα και τη χαρά της ζωής που είναι οι σχέσεις κοινωνίας της ζωής.
Διαπληκτίζονται για περισσότερο ή λιγότερο «Mνημόνιο», για περισσότερο ή λιγότερο νταηλίκι απέναντι στην Iστορικο-υλιστική Διεθνή των Aγορών. Λογαριάζουν για πολιτική το τυφλό παιχνίδι των ανταγωνισμών για την εξουσία.

kafeneio