Showing posts with label ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ ΛΕΞΕΩΝ. Show all posts
Showing posts with label ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ ΛΕΞΕΩΝ. Show all posts

20.10.12

AYTOΣ…ΠΑΕΙ , ΛΑΛΗΣΕ…


images

         ΓΙΑΤΙ  ΤΟ  ΛΕΜΕ  ΕΤΣΙ ;

  Όλοι  μας την  έχουμε  ακούσει  αλλά  και  την  έχουμε πει  αυτή  τη  φράση , αγαπημένοι  μου  φίλοι  , και  την  λέμε  συνήθως για  περιπτώσεις  ανθρώπων  που  κάνουν  ..ακατανόητα  πράγματα , θέλοντας  να  πούμε  ότι  αυτός..” τρελάθηκε “..λάλησε …
   Από  που  όμως  προέκυψε  η  φράση  αυτή και  τι  σχέση έχει με  την  τρέλα  αλλά και  το..λάλημα ; Για  να  δούμε ..
   Τα  παλιότερα  χρόνια , στο  χωριό  μας , αλλά και σε  ολόκληρη  την  Ελλάδα , στην  επαρχία  φυσικά , κάθε  σπίτι  είχε  τα ..ζωντανά του , γίδα , προβατίνα , χοιρινό αλλά  και  τα ..πουλερικά του , άλλος   πολλά  άλλος  λίγα , για  εξοικονομούνται κοτόπουλα , κότες  για  σούπες  και  φυσικά  κάνας..βαρβάτος  κόκορας  για κοκκινιστός  μακαρονάδα ..
   Τις  κότες , τις  είχανε  σε  ξεχωριστά κτίσματα , αποθήκες , αχυρώνες ή  ακόμα  και  σε  ειδικά μικρά κτισματάκια , τα  λεγόμενα και..κοτέτσια .
   Οι  κότες  βέβαια  , σαν  όλα τα ζωντανά , καμιά  φορά  αρρώσταιναν , από  διάφορες  αρρώστιες και  οι  νοικοκυράδες τις..κουτσοβολεύανε  με  διάφορα  σπιτικά  γιατροσόφια  και  συνταγές που  πέρναγαν  από  γενιά σε γενιά .
   Υπήρχε  όμως  και  μια  αρρώστια , που  δεν  έπαιρνε  γιατρειά , κι’ όταν  εμφανιζόταν , ή  γιατρειά  ήταν  μία  και..μοναδική , μαχαίρι και…μεγέρεμα ..τι  ήταν  αυτή  η  αρρώστια , κάτι  σαν  τη “ νόσο  των  τρελών  αγελάδων “ , τρέλα  δηλαδή , ήταν  μια  τρέλα , φαίνεται , ειδική  για  ..κότες και  επειδή τα  χρόνια  εκείνα , δεν  υπήρχαν κτηνίατροι και  τα  τοιαύτα , και  όλα  τα  βόλευαν  οι  νοικοκυράδες , όλη  η  οικογένεια , είχε  πάντα  το  νου  της στα  κοτερά , και  άμα  άκουγαν  κότα να..” λαλήσει σαν  κόκορας “ , αμέσως  ‘έπεφτε  σύρμα και  φυσικά..μαχαίρι , να  μη  πάει  και  χαμένο το..κρεατάκι , κρίμα  ήταν …
   Έτσι λοιπόν , όταν  κάποια  κότα τρελαινόταν , λάλαγε σαν  κόκορας και  όλοι  το  καταλάβαιναν . Μου  έλεγε  ο φίλος  και  χωριανός  Χρήστος Ανέστος , πως επειδή  είχαν  παλιά  μηχανή  που  ξεκαθάριζε  το στάρι , απ’ τα  ξένα  σώματα , και  είχαν  άφθονη  τροφή  για  κότες , είχαν  πάντα  πολλές  κότες στο  σπίτι , και  η  σχωρεμένη  η  κυρά Κωνσταντίνα , η  μάνα  τους  τους  είχε  δασκαλεμένους , και  μόλις  άκουγαν  κότα  να..λαλάει , τρέχαν στη  μάνα  και της  έλεγαν πως..΄” λάλησε “ για  τα περαιτέρω..
   Απ’ τις  τρελόκοτες  λοιπόν  μας  έμεινε  αυτή  η  φράση “ λάλησε …” , εκείνο  όμως  που  δεν  έμαθα , είναι αν  ή  ίδια  αρρώστια προσβάλει και  τα  κοκόρια , και  αν  ναι , τα  τρελο..κοκόρια  πως  “ λαλάνε “ ;;;;
   Πάντως για  να  είστε ενημερωμένοι , πως  δηλαδή  “ λαλάει “ ο  κόκορας , σας  δίνουμε  ένα  βιντεάκι , με Λιδορικιώτικο κόκορα , και  μάλιστα..” ξυπνητήρι “…


       Έτσι  λοιπόν  κι' ακούσετε  κότα  να.." λαλάει " όπως  ο...κόκοτος , ξέρετε  τι  πρέπει  να  κάνετε ...
   Καλό  σας  Σαββατόβραδο , να  είστε  καλά ….Κ.Κ.-

2.1.12

ANAΛΥΣΗ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ : “ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΣ “ και “ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟΣ “

 

 24grammata

(καλωσορίζουμε τον κ. Κώστα Κωνσταντίνου στη συντροφιά του  24grammata.com)

γράφει ο Κώστας Κωνσταντίνου, δ.φ.

1. Οι όροι πολιτισμικός και πολιτιστικός, παρ’ όλο που η πραγματική τους χρήση στα ελληνικά φανερώνει στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων συνωνυμία υψηλού βαθμού αλλά και σύγχυση, α­πο­δει­κνύ­ουν με τον κα­λύ­τε­ρο δυ­να­τό τρό­πο πως η γλώσ­σα μας, σε αντίθεση με τις άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες, διακρίνει – και για τη δήλωση των περί τον πολιτισμό δραστηριοτήτων και διαφορών – δύο ξεχωριστά ποιοτικά μεγέθη.

Θα ήθελα να αναφερθώ σχετικά, χρησιμοποιώντας ως κατ’ αρχήν οδηγό τέσσερα έγκυρα λεξικά: του Ινστιτούτου νεοελληνικών σπουδών του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (ΤΡΙ), του Γ. Μπαμπινιώτη (ΜΠΑ), το Μείζον ελληνικό λεξικό (ΜΕΛ) και το λεξικό του Μ. Κριαρά (ΚΡΙ). Αναφορές γίνονται σε γνωστά εγκυκλοπαιδικά έργα και σε ξενόγλωσσα λεξικά.

2. Και οι δύο όροι είναι μεταφραστικά δάνεια από το αγγλ. cultural και το γαλλ. culturel1. Στο ΤΡΙ όμως, το πολιτιστικός (παραγόμενο από ένα υποθετικό τύπο *πολιτίζω, σύγκρ. πολιτισμένος) συνδέεται μόνο με το cultural σε αντίθεση με το πολιτισμικός (παραγόμενο από το λόγιο πολιτισμός) που συνδέεται και με τα δύο. Εδώ το πο­λι­τι­σμι­κός ε­ξη­γεί­ται με το «που α­νή­κει ή α­να­φέ­ρε­ται στον πο­λι­τι­σμό», ε­νώ το πο­λι­τι­στι­κός με το «που α­φο­ρά τον πο­λι­τι­σμό και ει­δι­κό­τε­ρα, που ευ­νο­εί, υ­πη­ρε­τεί, προ­ω­θεί την α­νά­πτυ­ξή του».

Να σημειωθεί επίσης ότι, σε αντίθεση με την ελληνική που έχει το πολιτισμικός ως επίθετο του πολιτισμός, η αγγλική και η γαλλική δεν έχουν αντίστοιχο για το civilization, αφού χρησιμοποιούν ως τέτοιο το παράγωγο του culture2. Απεναντίας, σε μας ο όρος κουλτούρα έχει ειδικότερο περιεχόμενο (ειρωνικό σε κάποια περιβάλλοντα) και μάλιστα το κουλτουριάρης έχει σαφώς αρνητική συνυποδήλωση3. Υπό αυτό το πρίσμα η δημιουργία του πολιτισμικός εν αναφορά προς το civilization, ήταν μονόδρομος.

Στο ΜΠΑ και τα δύ­ο ε­ξη­γού­νται με το «αυ­τός που σχε­τί­ζε­ται με τον πο­λι­τισμό», ενώ υ­πάρ­χει έ­να διε­υ­κρι­νι­στι­κό τε­τρά­γω­νο για τη χρή­ση των δύ­ο με την κα­τα­κλεί­δα ό­τι «γε­νι­κά θα μπο­ρού­σε, με γλωσ­σο­λο­γι­κούς ό­ρους, να λε­χθεί ό­τι ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός πο­λι­τισμι­κός εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο στα­τι­κός, ε­νώ ο χα­ρα­κτη­ρισμός πο­λι­τιστι­κός εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο δυ­να­μι­κός». Πληροφορούμαστε επίσης ότι το πολιτιστικός μαρτυρείται από το 1854. Ιστορικά άρα είναι «ορθότερο».

Στο ΜΕΛ τα πο­λι­τισμι­κός και πο­λι­τιστι­κός ε­ξη­γού­νται α­ντίστοι­χα με τα «σχε­τι­κός με τον πο­λι­τισμό» και «α­να­φε­ρόμενος στον πο­λι­τισμό ή τις εκ­δη­λώ­σεις του».

Στο ΚΡΙ το πολιτισμικός εξηγείται με το «που συνδέεται με τον πολιτισμό», ενώ το πολιτιστικός με το «που αναφέρεται στον πολιτισμό ή σχετίζεται μ’ αυτόν».

Και για τους δύο όρους χρησιμοποιούνται δηλαδή συνολικά τέσσερα βασικά ρήματα με συχνότερο το σχετίζεται, το οποίο φαίνεται να είναι ένα εννοιολογικό πεδίο ευρύτερης συμφωνίας, ακολουθούμενο από το αναφέρεται:

Εδώ έχουμε κάποια διαφορά με τα αγγλικά λεξικά. Μόνο με το συνδεδεμένος με (connected with) αποδίδεται το cultural στο Oxford Advanced Learner’s dictionary of current English, A S Hornby, sixth edition, 2000. Η απόδοση με αυτή την ευρύτερη έννοια (και pertaining/relating to) είναι η επικρατούσα. Ψάχνοντας στην ηλεκτρονική διεύθυνση www.dictionary.com διαβάζει κανείς: of or pertaining to culture, πηγή: Webster’s Revised Unabridged Dictionary,1996, 1998 MICRA, Inc. καιof or relating to, πηγή: WordNet 1.6,1997 Princeton University. Αντιθέτως, το Longman Dictionary of contemporary English, third edition, 2000, χρησιμοποιεί παράλληλα σε διάζευξη και το ανήκει (belonging to or connected with). Διαφορά ουσίας;

Επίσης, τα περισσότερα ξενόγλωσσα λε­ξι­κά α­πο­δί­δουν συνήθως το cultural στα ελληνικά με το πο­λι­τι­στι­κός και ό­χι με το πο­λι­τι­σμι­κός4.

3. Ας δούμε τώρα την παρουσία των δύο όρων σε κάποια εγκυκλοπαιδικά έργα.

Στο λε­ξι­κό κοινωνικών επιστημών της Ου­νέ­σκο του 1972 δεν υ­πάρ­χει κα­νέ­να λήμ­μα πο­λι­τισμι­κός. Α­ντί­θε­τα, υ­πάρ­χουν 53 με το πο­λι­τι­στι­κός. Διαβάζει κανείς ότι ο όρος κουλτούρα5 σπάνια αναφέρεται σε εγκυκλοπαιδικά λεξικά και ακαδημαϊκά κείμενα, ενώ για το cultural λέει ότι έγινε προσφυγή στα «παράγωγα της λέξεως πολιτισμός: πολιτιστικός κλπ.», θεωρουμένου του πολιτιστικός ως νοηματικού βεβαίως παραγώγου του πολιτισμός (λήμμα κουλτούρα)

Στην ε­γκυ­κλο­παί­δει­α Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα (ΠΛΜ) στο λήμ­μα πο­λι­τι­σμι­κός ο α­να­γνώ­στης πα­ρα­πέ­μπε­ται α­μέ­σως στο πο­λι­τι­στι­κός. Ε­κεί δια­βά­ζει κα­νείς ό­τι ο τε­λευ­ταί­ος ό­ρος «τεί­νει να χρη­σι­μο­ποι­ε­ί­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο για τις καλ­λι­τε­χνι­κές και πνευ­μα­τι­κές πλευ­ρές της αν­θρώ­πι­νης δρα­στη­ριό­τη­τας, τεί­νει δη­λα­δή να α­να­φέ­ρε­ται στον πνευ­μα­τι­κό πο­λι­τι­σμό. Για το λό­γο αυ­τό χρη­σι­μο­ποι­ε­ί­ται στην ελλη­νι­κή βι­βλιο­γρα­φί­α και ο ό­ρος πο­λι­τι­σμι­κός,-η, -ο, ο ο­ποί­ος α­να­φέ­ρε­ται στον πο­λι­τι­σμό ως σύ­νο­λο. οι δύ­ο ό­ροι ω­στό­σο εί­ναι ταυ­τό­ση­μοι». Στην πρά­ξη όμως, στο λήμ­μα πο­λι­τι­στι­κή ι­στο­ρί­α δια­βά­ζει κα­νείς ό­τι πρό­κει­ται για «με­λέ­τη λα­ών … α­πό ά­πο­ψη του συ­νό­λου του πο­λι­τι­σμού τους» (και ό­χι για την πε­ρί­πτω­ση ορ­θό­τε­ρα ί­σως πο­λι­τι­σμι­κή ι­στο­ρί­α, αγ­γλ. cultural history).

Έ­τσι, ε­νώ στην ΠΛΜ με το ε­πί­θε­το πο­λι­τι­στι­κός υ­πάρ­χουν 45 λήμ­μα­τα (13 στην εγκυκλοπαίδεια Υ­δρί­α), για το πο­λι­τι­σμι­κός υ­πάρ­χει μό­νο το πο­λι­τι­σμι­κό μο­ντέ­λο, το ο­ποί­ο ό­μως ε­ξη­γεί­ται α­μέ­σως με τους ό­ρους «ή πο­λι­τι­στι­κό σχή­μα ή πο­λι­τι­στι­κός δια­σχη­μα­τι­σμός ή πο­λιτι­στι­κό πρό­τυ­πο ή πο­λι­τι­στι­κό σχέ­διο. στα­θε­ρή ορ­γά­νω­ση των πο­λι­τι­στι­κών χα­ρα­κτη­ρι­στι­κών». Οι όροι λοιπόν επικαλύπτονται. Στην Υδρία δεν υπάρχει το πολιτισμικός.

Α­ξί­ζει πά­ντως να ση­μει­ω­θεί ό­τι τα λήμ­μα­τα με το πο­λι­τι­στι­κός ε­ρμηνεύονται συ­χνό­τα­τα στην Υ­δρί­α με τη χρή­ση του ό­ρου κουλ­τού­ρα. Α­ντί­θε­τα, στην ΠΛΜ ο ό­ρος αυ­τός α­πο­φεύ­γε­ται ε­πι­με­λώς.

Η Νέ­α Δο­μή (ΝΔ) στο λήμ­μα πο­λι­τι­σμός, σε σχέση με το κουλ­τού­ρα αναφέρει το πο­λι­τι­στι­κός, που το θεωρεί και του πο­λι­τι­σμός ε­πί­θε­το. Δεν γί­νε­ται λό­γος για κα­νέ­να πο­λι­τι­σμι­κός.

Στην εγκυκλοπαίδεια Grand Larousse, στο ευρετήριο του τρίτου και του πέμπτου τόμου χρησιμοποιεί μόνο το πολιτιστική για την επανάσταση του προελεταριάτου στην Κίνα, ενώ στην οικεία θέση στον τρίτο τόμο μιλά για πολιτιστικό ρόλο.

4.Εν πάση περιπτώσει, το πολιτισμικός όντας κατά πολύ νεώτερο του πολιτιστικός, κερ­δί­ζει τον τελευταίο καιρό συνεχώς έ­δα­φος. Κατά την αντίληψή μου, το πολιτισμικός ανευρίσκεται συχνότατα σε μεταφράσεις γαλλικών κυρίως έργων. Έτσι, η σύνδεση του με τον αντίστοιχο γαλλικό όρο στο ΤΡΙ, όπως είδαμε πιο πάνω (2), αντιστοιχεί στα πράγματα.

Γε­νι­κά πάντως, υ­πάρ­χει η αί­σθη­ση ό­τι ως προ τον πολιτισμό το πο­λι­τιστι­κός μπορεί να α­να­φέ­ρε­ται σε μί­α σή­μανση στενότερου ­πεδίου απ’ ό,τι το πο­λι­τι­σμι­κός, ό­πως δη­λα­δή οι ό­ροι, θα έλεγα, ι­δί­ω­μα και διά­λε­κτος ως προς την Κοι­νή. Η χρήση όμως προδίδει μια γενικότερη σύγχυση. Ακούγονται εκ­φρά­σεις του τύ­που «θε­με­λιώ­δη θέ­μα­τα των κρα­τών και των ε­θνο­τι­κών ο­μά­δων ό­πως … η ε­θνι­κή πο­λι­τι­σμι­κή ταυ­τό­τη­τα»6, εκεί που το αυτί του μέσου Έλληνα θα περίμενε το πολιτιστική, αλλά και γλωσσικές μάλλον υπερβολές που κινούνται στα δύο άκρα, όπως: «μέ­σα α­πό την Ο­ΝΕ έ­χου­με αλ­λά­ξει τον οι­κο­νο­μι­κό … και πο­λι­τι­σμι­κό χάρ­τη της χώ­ρας»7 ή «αλ­λοι­ώ­νε­ται η πο­λι­τι­στι­κή μας ταυ­τό­τη­τα», ά­πο­ψη, που εκ­φρά­στη­κε α­πό εκ­πρό­σω­πο των Α­νω­γεί­ων της Κρήτης8 για να δι­και­ο­λο­γη­θεί η κα­τά­λη­ψη του ε­κλο­γι­κού κέ­ντρου ώ­στε να εμποδιστούν οι δημοτικές ε­κλο­γές με το σχέ­διο Κα­πο­δί­στρια, το οποίο θα συνένωνε το χωριό σε ένα δήμο με ένα διπλανό του!

Ο Μ. Θε­ο­δω­ρά­κης δίνει, νομίζω, την πραγματική σημασία του πολιτισμικός, ως προς αυτό που πραγματικά εννοεί: ” … δεν εί­ναι μό­νο σή­με­ρα που “οι δυ­τι­κοί μας σύμ­μα­χοι” με ε­νο­χλούν, με προ­βλη­μα­τί­ζουν και με α­πελ­πίζουν. Γνω­ρί­ζω μέ­σα μου κα­λά ό­τι οι δια­φο­ρές εί­ναι με­γά­λες. Εί­ναι βα­θύ­τα­τες για­τί εί­ναι ι­στο­ρι­κές, εί­ναι πο­λι­τισμι­κές. Υ­πάρ­χει ρι­ζι­κή δια­φο­ρά νο­ο­τρο­πί­ας, η­θών, στά­σης ζω­ής και κλί­μα­κας α­ξιών”9.

5.Ερχόμαστε τώρα στα σύνθετα με το διά- και το πολύ-. Αφορούν μόνο το πολιτισμικός (δες όμως πιο κάτω και 7).

Το ΤΡΙ, συνεπές με το λήμμα του πολιτισμικός, χρησιμοποιεί και για το δια­πο­λι­τι­σμι­κός το ίδιο ρήμα: «που α­να­φέ­ρε­ται σε δύ­ο ή πε­ρισ­σό­τε­ρους πο­λι­τι­σμούς ως απόδοση των αγ­γλ. intercultural, crosscultural (μτφρ. δάνειο).

Λήμ­μα πο­λυπολιτισμικός δεν υ­πάρ­χει στο ΤΡΙ. Υ­πάρ­χει ό­μως στο ΜΠΑ και ε­ξη­γεί­ται με το «αυ­τός που χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται α­πό τη συ­νύ­παρ­ξη δια­φό­ρων και δια­κρι­νό­με­νων με­τα­ξύ τους πο­λι­τι­σμών», παρ’ όλο που για το λήμμα πολιτισμικός (αλλά και πολιτιστικός), όπως είδαμε, χρησιμοποιείται το «σχετίζεται». Συνεπέστερο, αντίθετα, φαίνεται το λεξικό αυτό για το δια­πο­λι­τι­σμι­κός επεξηγώντας: «αυ­τός που σχε­τί­ζε­ται με διά­φο­ρους πο­λιτι­σμούς ή που συν­δυά­ζει διά­φο­ρους πο­λι­τι­σμούς».

Λήμ­μα πο­λυπολιτισμικός υπάρ­χει ε­πί­σης και στο ΜΕΛ και ε­ξη­γεί­ται με το «ο ανα­φε­ρό­με­νος σε μί­α κοι­νω­νί­α που χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται α­πό την ύ­παρ­ξη δια­φο­ρε­τι­κών πο­λι­τισμι­κών ο­μά­δων».

Στο ΜΕΛ το δια­πο­λιτισμι­κός επε­ξη­γεί­ται ως «ο ανα­φε­ρόμενος στις με­τα­ξύ πο­λι­τισμών σχέ­σεις/αυ­τός που ερ­μη­νεύ­ει ή προ­σεγ­γί­ζει φαι­νό­με­να ή καταστάσεις με με­λέ­τη και γνώ­ση των πο­λι­τισμι­κών τους ι­δια­ι­τε­ροτή­των και χα­ρα­κτη­ρι­στι­κών».

Στο ΚΡΙ για το δια­πο­λι­τι­σμι­κός λέ­γε­ται: «που α­να­φέ­ρε­ται στις σχέ­σεις δύ­ο η πε­ρισ­σό­τε­ρων πο­λι­τι­σμών».

Λήμ­μα πο­λυ­πο­λι­τιστι­κός δεν υπάρχει σε κα­νέ­να λε­ξι­κό, ούτε διαπολιτιστικός10. Επίσης ούτε η ΝΔ ούτε η Υδρία τα έχουν.

Στην ΠΛΜ υ­πάρ­χει μό­νο έ­να λήμ­μα με το δια­πο­λι­τι­σμι­κός: «δια­πο­λι­τι­σμι­κή ια­τρι­κή» (γαλ­λ. interculturelle psychiatrie), το ο­ποί­ο επε­ξη­γεί­ται ως “με­λέ­τη … των δια­τα­ρα­χών, που πα­ρα­τη­ρού­νται σε δια­φο­ρε­τι­κά κοι­νω­νι­κο­πο­λι­τι­σμι­κά πλαί­σια”, η “θε­ρα­πευ­τι­κή ια­τρι­κή σε δια­πο­λι­τι­σμι­κό πλαί­σιο”.

6. Από πλευράς γλωσσικών συστατικών ο ό­ρος πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κός μπορεί να θεωρηθεί ότι ακουστικά δεν είναι και τόσο ευχάριστος, με τις συλλαβικές επαναλήψεις. Είναι όμως και διφορούμενος. Όταν μι­λά­με για πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κή εκ­παί­δευ­ση στην Ελ­λά­δα, α­να­φε­ρό­μα­στε σε παι­διά τσιγ­γά­νων, παλιν­νο­στού­ντων και την έ­ντα­ξή τους στον ελ­λη­νι­κό πο­λι­τι­σμό, σε παι­διά αλ­λο­δα­πών και στη συ­νέ­χι­ση πα­ρο­χής γνώ­σε­ων για τους πο­λι­τι­σμούς των χω­ρών προ­έ­λευ­σης ή μή­πως ταυ­τό­χρο­να και για τον ελ­λη­νι­κό και για άλ­λους πο­λι­τι­σμούς; Ή απλώς εννοούμε ανοχή πολλών πολιτισμών; Εδώ είναι που εμπλέκονται γλωσσολογικά τα δια- και πολυ-.

Έτσι και το δια­πο­λι­τισμι­κός ως έν­νοι­α θα μπορούσε να ση­μαίνει ότι (μί­α παι­δεί­α) έ­χει ως στό­χο είτε την πα­ρο­χή γνώ­σεων με όχημα, μέσο είτε με σκοπό, στόχο δια­φο­ρε­τι­κούς πο­λι­τι­σμούς. Αξίζει πάντως να παρατηρήσει κανείς ότι το inter- α­πο­δί­δε­ται κα­τά πε­ρί­πτω­ση διαφορετικά, και όχι μόνο με το σημασιολογικά ισοδύναμό του δια-, το οποίο δεν αποτελεί και δέσμευση. Π.χ. interchange: α­νταλ­λάσ­σω, ε­ναλ­λάσ­σω, intercollegiate: εν­δο­κολ­λε­για­κός, intercommunicate: αλ­λη­λε­πι­κοι­νω­νώ, interdependent: αλληλένδετος, interact: αλληλεπιδρώ, ό­μως intercommunal talks: δια­κοι­νο­τι­κές συ­νο­μι­λί­ες, interlocutor: συ­νο­μι­λη­τής, interpellate: ε­πε­ρω­τώ.

Από την άλλη η κατάληξη –σμικός φαίνεται ότι δεν ευδοκιμεί στη νέα ελληνική. Ενώ είναι πολύ μεγάλος ο αριθμός των ουσιαστικών με κατάληξη –σμος, τα επίθετα σε –σμικος είναι λιγότερα από δύο δεκάδες. Μάλιστα στο λεξικό ΤΡΙ καταχωρίζονται έξι μόνο λήμματα.

Επειδή νομίζω ότι είναι πρακτικά ανέφικτο να διατηρηθεί η πολυπολιτισμικότητα (όρος μάλλον εν είδει εργασίας), ακόμα και αν τα παιδιά διδάσκονται στη μητρική τους γλώσσα, και επειδή είναι μάλλον η αφετηρία για τον εθνικό πολιτισμό της χώρας υποδοχής (αφού η πραγματικότητα επιβεβαιώνει την προσπάθεια των εθνικών κρατών για αφομοίωση ή επί το πολιτικά ορθότερον ενσωμάτωση των μειοψηφικών ομάδων στην κοινωνία της πλειοψηφίας) θα προτιμούσα τον όρο συμπολιτιστικός για τη σημασία του intercultural, που εξισώνει και παραπέμπει στο σεβασμό του πολίτη/κράτους προς τον όποιο συμ-πολίτη, δείχνοντας συγχρόνως και τη δυναμική του πολιτιστικός κατά το ΜΠΑ. Μόνο υπ’ αυτή τη γλωσσική έννοια (του συγ-γιγνώσκειν, η συν έχει αυτή τη δυναμική, και όχι απλώς του ανέχεσθαι) νομίζω θα είχαν ουσιαστικό νόημα εξωτερικεύσεις του τύπου: «με την πολυπολιτισμική εκπαίδευση το σχολείο σας έγινε ένα διαπολιτισμικό σχολείο»11.

7.Το πραγματικό περιεχόμενο όμως των συνωνύμων μπορεί να οριστεί μόνο σε κειμενικό περιβάλλον. Έτσι, ενώ δεν υπάρχει αμοιβαία υποκαταστασιμότητα των δύο όρων σε περιπτώσεις όπως πολιτιστικός σύλλογος (το *πολιτισμικός σύλλογος πιθανόν να δήλωνε κάτι εντελώς διαφορετικό) ή πολιτιστικές εκδηλώσεις/ανταλλαγές. Εντούτοις οι λέξεις φαίνεται να εναλλάσσονται.

Η δυναμική των λέξεων δηλώνεται βεβαίως από τη η χρήση τους. Υπό προϋποθέσεις, τα πολιτιστικός και πολιτισμικός αποτελούν ελεύθερες παραλλαγές. Έτσι, συχνά και σε γειτνιάζουσες θέσεις, ακούει κανείς πολιτιστικός χάρτης (κυρίως) αλλά όμως και πολιτισμικός, όπως και πολιτιστικό/πολιτισμικό τοπίο, πολυπολιτιστικός (αναφερόμενος όμως σε πολυπολιτισμική κοινωνία12) αλλά και πολυπολιτισμικός διαδραστικός δίσκος. Ο πολυπολιτιστικός χαρακτήρας της Ένωσης και, η πολυπολιτιστικότητα μάλλον είναι σπανιότερα των αντιστοίχων από του πολιτισμικός παραγομένων.

Όσον αφορά τίτλους βιβλίων, «της μόδας» είναι όλο και περισσότερο το πολιτισμικός και τα συναφή: πολιτισμικός δυϊσμός, πολιτισμικότητα, κοινωνική/αισθητική διαπολιτισμικότητα, πολυπολιτισμικότητα13. Το πολιτιστικότητα (το οποίο είναι εξαιρετικά σπάνιο, όπως: κέρδισε το βραβείο καλύτερης βαλκανικής ταινίας για την εθνική πολιτιστικότητά της14. από την άλλη το πολιτισμικότητα είναι συχνότερο: η πολιτισμικότητα της Θράκης) δεν το συνάντησα ως τίτλο σε κανένα βιβλίο – αντίθετα με το διαπολιτισμικότητα15.

Δεν βρήκα πουθενά όρο *διαπολιτιστικότητα.

8. Είναι φανερό ότι όσο πιο πίσω πάει κανείς, με χρονικό ορίζοντα μόνο μερικές δεκαετίες, τόσο σπανιότερα είναι τα εκ του -πολιτισμ-, τα οποία όμως χρησιμοποιούνται σήμερα όλο και πιο συχνά, υποκαθιστώντας το παραδοσιακό πολιτιστικός. Θα έλεγα ότι σε πλείστες περιπτώσεις το πολιτιστικός κρατείται όπου δεν υπάρχει πρόθεση έντονης αφαίρεσης και θεωρητικοποίησης. Πρακτικά, σε επίπεδο χρήσης και συγχρονικού λεξικού μορφήματος, οι προσάψεις στατικός και δυναμικός (για τα πολιτισμικός και πολιτιστικός αντίστοιχα) ξεθωριάζουν και μου φαίνεται πλέον ότι οι διαφορές τους είναι αμελητέες, αν όχι ανύπαρκτες.

28.12.11

H IΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΛΕΞΗΣ “ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ “

 

 

24grammata.com/από τη ζωή των λέξεων

Ο πρώτος μήνας του έτους, πήρε το όνομα του από το θεό Ιανό > Januarius (: Ιανουάριος). Ο θεός Ιανός ήταν αυτόχθων θεός της Ιταλίας. Απεικονιζόταν συχνά με δύο πρόσωπα και αποκαλείτο Janus bifrons, δηλαδή διπρόσωπος Ιανός. Δεν απαντάται σε καμία άλλη θρησκεία. Διδάχθηκε από τον Κρόνο τη γεωργία, τη ναυπηγική και τη χάραξη των νομισμάτων. Εθεωρείτο ο θεός πάσης αρχής ή ενάρξεως (της ημέρας, του μηνός, του έτους κ. ο. κ.).

Ο λαός μας ονομάζει τον Ιανουάριο και ως Γενάρη, ή Καλαντάρη, ή Μεσοχείμωνα (μεσαίος από τους μήνες του χειμώνα). Ονομάζεται και Γατόμηνας (το Γενάρη ζευγαρώνουν οι γάτες), Κλαδευτής, Γελαστός και άλλα. Οι αρχαίοι Έλληνες ονόμαζαν την χρονική περίοδο Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου: Γαμηλίωνα, στην αρχαία Αθήνα (αυτόν το μήνα γίνονταν οι περισσότεροι γάμοι) και Ερμαίο στο Άργος.

19.12.11

ΓΙΑΤΙ ΤΑ ΛΕΜΕ ΕΤΣΙ ;

 

Χρίστος ή Χρήστος; Τι σημαίνει η λ. Χριστός

 24grammata

γράφει ο Kώστας Θηβαίος

Χρίστος και Χρήστος: πρόκειται για δύο ομόηχες λέξεις, που, συχνά, συγχέονται . Το όνομα Χρίστος παράγεται από το χριστός (< κεχρισμένος < ο φέρων το χρίσμα < αρχ. ελλ. ρήμα: χρίω). Χρησιμοποιήθηκε ως επιθετικός προσδιορισμός της λέξης Ιησούς (Ιησούς Χριστός). Άρχικά, η λέξη “χριστός” προσδιόριζε οτιδήποτε έχει επαλειφθεί με μύρο ή αλοιφή και χρησιμοποιήθηκε για να μεταφραστεί η εβραϊκή λέξη masiha< Μεσσίας (: μτφ χριστός, ο αλειμμένος με ειδικό έλαιο, που προέβλεπε ο εβραϊκός νόμος για τους ιερείς). Έτσι η ελληνοεβραϊκή φράση Ιησούς Χριστός δηλώνει τον κεχρισμένο από το Θεό, τον Σωτήρα (πβ. Ιωάνν. 1,41: ευρήκαμεντον Μεσσίαν, ό εστίν ερμηνευόμενον τον Χριστόν). Η λ. Ιησούς προέρχεται από την εβραϊκή Yesuah και είναι συντετμημένη μορφή του Yehosuah (μτφ: ο Γιαχβέ είναι σωτηρία). Το όνομα Χρίστος είναι η φυσική κατάληξη της λ. Χριστός (με αναβιβασμό τόνου)

Η ελληνική λέξη Χριστός (: αλειμμένος) είναι η πιο δημοφιλής λέξη στον πλανήτη, επειδή ονομάστηκε έτσι ο ιδρυτής της Χριστιανικής θρησκείας (< Cristo, Christ, Crist, Христос, Kristu…)

Η γραφή Χρήστος παράγεται από το ρήμα “χρή” και προσδιορίζει αυτόν που ζει με τους πρέποντες κανόνες, τον ηθικό (π.χ. “τα χρηστά ήθη”).

                                               *           *

Τα μελομακάρονα, τα μακαρόνια και ο μακαρίτης.

24grammata


Υπάρχει ετυμολογική σχέση ανάμεσα τους;
γράφει ο Γιώργος Δαμιανός

Είναι εύκολο να συνδυάσουμε την ετυμολογία του χριστουγεννιάτικου παραδοσιακού γλυκίσματος, του μελομακάρονου, από τις λέξεις μέλι + μακαρόνι . Μη ψάξετε, όμως, να βρείτε ομοιότητα σχήματος ανάμεσα στα μακαρόνια και τα μελομακάρονα. Ψάχνοντας προσεκτικά σε ελληνικά και ξένα  λεξικά  θα βρείτε την εκδοχή ότι η λέξη “μακαρόνι”  παράγεται από τη μεσ. ελληνική λέξη “μακαρωνία” (: νεκρώσιμο δείπνο με βάση τα ζυμαρικά). Η μακαρωνία με τη σειρά της έρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη “μακαρία”, που δεν ήταν άλλο από την ψυχόπιτα, δηλαδή, ένα κομμάτι άρτου, στο σχήμα του μελομακάρονου, το οποίο το προσέφεραν μετά την κηδεία. Στους νεότερους χρόνους ένα γλύκισμα που έμοιαζε με τη μακαρία βουτήχτηκε στο μέλι και γι αυτό ονομάστηκε μελομακάρονο. Οι Ιταλοί, έθνος με παράλληλο πολιτισμό, διατήρησαν τη λέξη μακαρωνία στη λέξη maccarone (: μακαρόνι). Οι Έλληνες συνέχισαν, τουλάχιστον, για τρεις χιλιάδες χρόνια να χρησιμοποιούν λέξεις, όπως: μακάρι, μακάριος, μακαρίτης, μακαριστός και τελευταία, μακαρονάς, μακαρονάδα και άλλα. Αξίζει να σημειωθεί ότι από το 1500 μ.Χ γίνεται γνωστό στη Γαλλία και αργότερα στην Αγγλία ένα αμυγδαλωτό μπισκότο, κάτι σαν το δικό μας “εργολάβο”, με το όνομα “macaroon”.

                                *                               *

 

Χριστουγεννιάτικα Ονόματα (Μαρία, Ιωσήφ, Χρίστος, Μανώλης)

 24grammata

γράφει ο Αθανάσιος Τσακνάκης

Η χριστιανική θρησκεία φιλοξενεί στα κείμενα και στις παραδόσεις της τέσσερις κυρίαρχες ονοματικές ομάδες, την ελληνική, την λατινική, την αραμαϊκή και την εβραϊκή, άρα η ετυμολόγηση ενός χριστιανικού ονόματος γίνεται διά μέσου τής ελληνικής, τής λατινικής, τής αραμαϊκής και τής εβραϊκής γλώσσας αντίστοιχα.
Η εορτή των Χριστουγέννων (από τις λέξεις «χριστός» και «γέννα») γίνεται αφορμή γιά να προσεγγίσουμε ετυμολογικά πέντε χριστιανικά ονόματα, Χρήστος, Χρίστος, Μαρία, Εμμανουήλ και Ιωσήφ, εκ των οποίων τα δύο πρώτα είναι ελληνικά, το τρίτο είναι αραμαϊκό και τα δύο τελευταία εβραϊκά.

Χρήστος

Προέρχεται από το επίθετο «χρηστός» (με αναβιβασμό τού τόνου), που σημαίνει «χρήσιμος», «ωφέλιμος». Το όνομα δεν σχετίζεται άμεσα με την εορτή των Χριστουγέννων, αλλά η κοινή προφορά, που μοιράζεται με το όνομα «Χρίστος», το εντάσσει παραδοσιακά στο εορτολόγιο των ημερών (25 Δεκεμβρίου). Στο θηλυκό γένος το συναντούμε ως «Χρηστίνα».

Χρίστος

Προέρχεται από τον όρο «χριστός» (με αναβιβασμό τού τόνου), που σημαίνει «τον δυνάμενο να λάβει το χρίσμα», εκείνον που «είναι σε θέση να χρισθεί». Πρόκειται γιά την ελληνική μετάφραση τού εβραϊκού όρου «μεσσιάχ», γνωστού και ως «Μεσσία». Στο θηλυκό γένος το συναντούμε ως «Χριστίνα».

Μαρία

Ελληνική γραφή τού αραμαϊκού ονόματος «Μαργιάμ», το οποίο σημαίνει «πίκρα», «εξόργιση». Η ετυμολόγηση τού ονόματος μέσω τής λατινικής γλώσσας, και συγκεκριμένα από την λέξη «mare» (στην γενική «maris»), που σημαίνει «θάλασσα», αποτελεί διαιώνιση τής λανθασμένης ετυμολόγησης ή εσκεμμένης παρετυμολόγησης τού ονόματος από τον άγιο Ιερώνυμο (342-420). Στο αρσενικό γένος το συναντούμε ως «Μάριος».

Εμμανουήλ

Ελληνική γραφή τού εβραϊκού ονόματος «Ιμμάνου Ελ», που σημαίνει «μαζί μας ο Θεός», «μεθ’ ημών ο Θεός». Από αυτό το όνομα προέρχονται τα υποκοριστικά «Μανώλης» και «Μάνος». Στο θηλυκό γένος απαντά ως «Εμμανουέλλα».

Ιωσήφ

Ελληνική γραφή τού εβραϊκού ονόματος «Γιοζέπ», που σημαίνει «αυξημένος από τον Θεό» ή «ο Θεός θα επιθυμούσε να του προσφέρει». Μία απόπειρα κλιτικού εξελληνισμού του είναι ο τύπος «Ιώσηπος», καθώς και ο θηλυκός τύπος «Ιωσηφίνα».

 

                                     *             *

 

Γιατί αποκαλούμε σπαθιά τα τραπουλόχαρτα με τα τριφύλλια;

 24grammata

και γιατί αποκαλούμε κούπες (:κύπελλα) τα τραπουλόχαρτα με τις “καρδιές”;

γράφει ο Γιώργος Δαμιανός

Καθ΄όλο το Δεκέμβριο, και όχι μόνο, αναστενάζει ολόκληρη η Ελλάδα πάνω από την τράπουλα. Το εύκολο κέρδος, η φυγοπονία, η εξάρτηση ήταν πάντοτε κοινωνικά και ηθικά κολάσιμες πράξεις στην κοινωνία των Ελλήνων (αλλά και των υπολoίπων Ευρωπαίων). Τα παιχνίδια αλλά και αυτά ακόμα τα τραπουλόχαρτα μας ήρθαν, αρχικά, από την Ιταλία, μέσω του ελληνισμού της διασποράς ή μέσω των ενετοκρατούμενων εφτανήσων. Η τράπουλα (απο την ιταλ. λέξη trappola : παγίδα) που γνωρίζουμε εμείς είναι γαλλικής προέλευσης και ενθουσίασε τους Ελληνες μετά το 1900 (κυρίως λόγω των παιχνιδιών που σχετίζονται με το πόκερ). Πριν το 1900 στα ελληνικά καφενεία έπαιζαν με τα ναπολιτάνικα ή βενετσιάνικα τραπουλόχαρτα. Πρόκειται για 40 τραπουλόχαρτα, τεσσάρων σχημάτων, που χρησιμοποιoύνται ακόμα στη γειτονική Ιταλία. Η ναπολιτάνικη τράπουλα είναι δυσδιάκριτη, γιατί περιέχει σχήματα και όχι αριθμούς. Γι αυτό και στην Eλλάδα αντικαταστάθηκε πολύ γρήγορα από τη γαλλική τράπουλα. Όλοι, όμως, εν αγνοία μας μνημονεύουμε ακόμα τη ναπολιτανική τράπουλα. Αναλογιστήκατε ποτέ γιατί αποκαλούμε σπαθιά τα τραπουλόχαρτα με τα τριφύλλια ή γιατί ονομάζουμε κούπες τις καρδούλες. Η απάντηση βρίσκεται στα ναπολιτανικα τραπουλόχαρτα.

 

 

Τα τέσσερα σχήματα αυτών των τραπουλόχαρτων είναι: picche (: μπαστούνια), spade (: σπαθιά), coppa (: κούπα-κύπελλο), denari (εδώ κρατήσαμε το γαλλικό carreau-καρό). Οι Έλληνες αντικατέστησαν εύκολα τα τραπουλόχαρτα αλλά μέχρι σήμερα δεν έχουν αλλάξει την ορολογία που απέδωσαν στην πρώτη τράπουλα που γνώρισαν. Σε πείσμα όλων όσων πιστεύουν στην υπεραπλούστευση και την απλοποίηση της γλώσσας συνεχίζουν να βλέπουν καρδούλες και να τις λένε κούπες ή τριφύλλια και να τα αποκαλούσαν   σπαθιά .

 

     Καλό  σας   βράδυ , να  περνάτε  καλά

  Απ’ το  “ Λιδωρίκι “ με  αγάπη …..Κ.Κ.-

12.12.11

Η ΛΕΞΗ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ

 

Τι σημαίνει η λέξη "Ιταλία";

γράφει ο Σωτήρης Αθηναίος

Ο πληθυσμός της γείτονος χώρας είναι 58.462.375 (απογρ. 2005). Έγινε ανεξάρτητο και ενιαίο κράτος το 1861 (τριάντα χρόνια μετά από εμάς). Από το δημοτικό σχολείο μαθαίνουμε για την κοινή πορεία που ενώνει τους δύο λαούς, αν και για την αρχαιότητα δεν μπορούμε να μιλήσουμε για μία ξεχωριστή χώρα αλλά για την κύρια περιοχή που ζει και μεγαλουργεί ο Ελληνισμός (Μεγάλη Ελλάδα). Οι Αρχαίοι Ελληνες, άλλωστε, ήταν οι «νονοί» της Ιταλίας. Όταν θα αποικήσουν τη χερσόνησο, θα βρουν τον ντόπιο πληθυσμό να ασχολείται αποκλειστικά με την εκτροφή των μοσχαριών. Το μοσχάρι στην ομβρική διάλεκτο ονομάζεται : vitlu < λατ. vitulus < λατ. vitalia < ελλ. Ιταλία. Οι Έλληνες θα αποκαλέσουν, μάλλον ειρωνικά, το ντόπιο πληθυσμό ως "Ιταλούς" (: γελαδάρηδες) και τη χώρα "Ιταλία" (: γη των μοσχαριών). Άλλωστε παρόμοια χρήση είχε γίνει με τη λέξη "Εύβοια" (< ευ + βους, περιοχή με πλούσια εκτροφή βοειδών). Η λέξη "Ιταλία" απαντάται για πρώτη φορά στον Ηρόδοτο. για περισσότερα, διαβάστε στο 24grammata.com

Η Ιταλία (ή "Μοσχαρία", αν προτιμάτε), αναμφισβήτητα είναι η χώρα του ωραίου και του εκλεπτυσμένου, αν και το όνομα της δεν το συνυπογράφει. Πάντως, πέρα από κάθε διάθεση αστεϊσμού, καλό είναι να τονίσουμε ότι η ετυμολογία της λέξης επιστημονικά είναι αβέβαιη. Η παραπάνω εκδοχή είναι η πιο ισχυρή. Άλλες πιθανές εικασίες είναι ότι προέρχεται από τον ήρωα Italo (o οποίος είναι μυθικό ήρωας και δεν έχει επιβεβαιωθεί, ιστορικά, η ύπαρξη του). Μία άλλη πιθανή εκδοχή είναι ότι προέρχεται από την ελληνική λέξη Αιθαλία (Αethalia), "η ομιχλώδης από τους καπνούς χώρα", λόγω των ηφαιστείων της. Από την ίδια ρίζα παράγεται ετυμολογικά και το ηφαίστειο Αίτνα.

Τα 24granmmata.com

28.11.11

H ΛΕΞΗ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ : Η ΠΕΡΔΙΚΑ

 

Επιστ. ονομ: Alectoris graeca (αλεκτορίς, η ελληνική)

γράφει ο Γιώργος Δαμιανός (24grammata.com)

Γλωσσικά

Το πανέμορφο τούτο πτηνό έχει ένα αρκετά «δύσοσμο» όνομα. Κατά το λεξικό του Μπαμπινιώτη, η λέξη πέρδικα παράγεται από το το ρ. πέρδομαι (: πορδίζω, βδέω > βδελυρός), λόγω του θορύβου που προκαλούν τα φτερά της. Η ερμηνεία της λέξης μπορεί να είναι “δύσοσμη” ο λαός μας, όμως, εδώ και χιλιάδες χρόνια, την αναφέρει στο λόγο του, είτε επειδή θέλει να αναφερθεί στην όμορφη γυναίκα : «καλώς την να την πέρδικα, που περπατάει λεβέντικα» ή την «περδικόστηθη», είτε επειδή αναφέρεται στην καλή υγεία: «σε δυο μέρες θα είσαι περδίκι», είτε αναφέρεται στο θάρρος του ανθρώπου: «το λέει η περδικούλα του». Από τα Ελληνικά προέρχεται και η επιστημονική της ονομασία “alectoris graeca”, ενώ στις περισσότερες γλώσσες φέρει τον προσδιορισμό “graeca” (: η ελληνική). Στα Ιταλικά ονομάζεται: cutornice, στα Αγγλικά: rock patridge, στα Γαλλικά: perdix bertavella, στα Γερμανικά: alpensteinhuhn, στα Ισπανικά: perdiz grieca, στα Ολλανδικά: europese steenpatrijz. Στα Ελληνικα, η αλεκτορίς, η ελληνική, αποκαλείται και ορεινή πέρδικα ή πέρδικα του βουνού ή μπαρταβέλλα, ή βουνίσια ή πετροπέρδικα. Οι Έλληνες είχαν, πάντα, μία ιδιαίτερη σχέση με το πτηνό, γι αυτό έδιναν το όνομα «Πέρδικα» στα χωριά τους (Αίγινα, Άρτα, Ιωάννινα, Θεσπρωτία). Απαντάται, ακόμα, ως όνομα χωριού το «Περδικόβρυση» (στην Αρκαδία, στη Φθιώτιδα, στη Μεσσηνία, στην Αιτωλοακαρνανία), αλλά και «Περδικόρραχη» (στην Άρτα), καθώς και «Περδικορράχη» (στα Τρίκαλα).

Αναφορές στα αρχαία κείμενα

Σύμφωνα με την παράδοση της αρχαιότητας, η πέρδικα ήταν μια ψυχρή και αναίσθητη γυναίκα. Μια μέρα, όπως κάθονταν δίπλα σε ένα πουρνάρι, είδε το μυθικό Δαίδαλο την στιγμή που έθαβε τον άμοιρο γιο του, τον Ίκαρο. Αντί να λυπηθεί για το δυστύχημα αυτό, όπως θα έκανε κάθε συμπονετικός άνθρωπος, άρχισε να ειρωνεύεται. Ο Θεός τότε οργίστηκε και την μεταμόρφωσε σε πουλί. Οι αρχαίοι Έλληνες την είχαν σε ιδιαίτερη εκτίμηση και τη θεωρούσαν ως ένα από τα πιο εκλεπτυσμένα εδέσματα, που, μάλλον, απευθυνόταν στους πλούσιους Αθηναίους. Χαρακτηριστικό είναι το το δίστιχο του «Εμπόρου» του Διφίλου (Κoch II, 550) « Μα τον Δία, για μας δεν είναι δυνατόν να δούμε την πέρδικα και τη τσίχλα ούτε στον αέρα να πετάει» και υπονοεί «πόσο, μάλλον να τη φάμε». Στην αρχαιότητα ήταν αρκετά διαδεδομένα τα περδικοτροφεία με τις οικόσιτες πέρδικες και γινόταν διάκριση από τις λιβαδοπέρδικες (ατταγας). Στους Αχαρνεις, στ. 873, αναφέρεται ότι «Βοιωτός έμπορος φέρνει ατταγάς στην αγορά της Αθήνας από την ορνιθοτρόφο Κωπαΐδα». Αν και στα αρχαία κείμενα υπάρχουν αποσπάσματα που επαινούσαν τους «Αιγύπτιους ατταγάς». Ο γιατρός Ορειβάσιος προτείνει να μαγειρεύεται μια μέρα μετά τη σφαγή για να είναι πιο μαλακό το κρέας της. Αξιόλογες συνταγές για τη μαγειρική της πέρδικας παρέχει και ο Ρωμαίος Απίκιος (di re coquinaria, VI). O Aριστοτέλης και ο Θεόφραστος υποστήριζαν ότι η πέρδικα παραλλάζει τη φωνή της. Γενικά, η πέρδικα εθεωρείτο πονηρό και πανούργο πτηνό. Γι αυτό ο Αριστοφάνης αποκαλεί ως «πέρδικα» κάποιον πανούργο και δόλιο έμπορο. Ακόμα και ο σοφιστής Αθήναιος (160 – 230μ.Χ., περ.) συμφωνεί για την πανουργία του πτηνού (Αθην., 388b). Τέλος, ο Αριστοφάνης (στους Όρνιθες) χαρακτηρίζει ως “πέρδικες” τους δειλούς και άτιμους ανθρώπους.Την πονηριά της πέρδικας εξιστορεί και ο Αίσωπος σε ένα μύθο του: ... Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου στο 24grammata.com κλικ εδώ ...Αναφορές στη Λόγια και Δημοτική ποίηση: Μάνη, Κύπρο, Ρούμελη, Θεσσαλία, Κρήτη).

22.11.11

H ΛΕΞΗ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ : ΤΟ ΕΛΑΣΤΙΚΟ

 

γράφει ο Σωτήρης Αθηναίος

Ο τροχός είναι μία πανάρχαια ανακάλυψη, η οποία παρέμεινε αναλλοίωτη για χιλιάδες χρόνια : ο δίσκος (η πλήμνη), το στεφάνι και το μεταλλικό επίσωτρο. Όμως, μόνο με την παρουσία του καουτσουκ, που θα αντικαταστήσει το μεταλλικό επίσωτρο του τροχού, θα συντελεστεί η πραγματική επανάσταση στην αυτοκίνηση. Το καουτσούκ (Caa- o- chu ) στη διάλεκτο των κατοίκων του Ισημερινού σημαίνει : «τα δέντρο που δακρύζει».Το καουτσούκ λαμβάνεται από το τροπικό φυτό Havea brasiliensis, αφού πρώτα αφαιρεθεί το ελαστικό γαλάκτωμα (latex).

Μετά το 1750 αρχίζει η μεθοδική επεξεργασία του καουτσούκ στην Ευρώπη. Αρχικά, πέτυχαν τον χρωματισμό και τη συνένωση των τεμαχίων καουτσούκ (Gossart, 1791). Εκείνη την εποχή, δημιουργήθηκε, από τους Αγγλους, η λέξη elasticus για να προσδιορίσουν τις ιδιότητες του νέου προϊόντος : νεολατινισμός < elasticus < αρχ. ελλ. : ελαύνω, στη ν.ε.: ελαστικό, λάστιχο κ.α. Μέχρι εκείνη την εποχή, όμως, το ελαστικό το χρησιμοποιούσαν, μόνο, για την κατασκευή αδιάβροχων ενδυμάτων, τιραντών και καλτσοδετών.

ο καουτσούκ, ακόμα, δεν ήταν ανθεκτικό στις υψηλές θερμοκρασίες. Το πρόβλημα έλυσε ο Αμερικανός Charles Goodyear (1800 – 1860) που πέτυχε, μέσω του βουλκανισμού, την αντοχή του καουτσούκ στις υψηλές θερμοκρασίες. Βουλκανισμός καλείται η προσθήκη 8-10% Θείου, S, εντός του φυσικού ή συνθετικού καουτσούκ, είτε εν θερμώ (Goodyear, 1838), είτε εν ψυχρώ (Parkes, 1846). Ο όρος βουλκανιζατέρ παρήχθη από το γαλλικό vulcanisateur και προσδιορίζει τη συσκευή του βουλκανισμού [< ιταλ.: vulcano (: ηφαίστειο) < λατ.: Vulcanus (: Ήφαιστος)].

Στην Ευρώπη αξιόλογοι κατασκευαστές ελαστικών ήταν ο Ιταλός Giovanni Batista Pirelli (1848- 1932) και ο Σκώτος John Boyd Dunlop (1840 – 1921). Στην Ιαπωνία, το 1931, ο Shojiro Ishibashi ιδρύει την Bridgestone (στην Ιαπωνική γλώσσα το επώνυμο του Shojiro Ishibashi σημαίνει, κυριολεκτικά, «πέτρινη γέφυρα» και αποδόθηκε στα αγγλικά ως Bridgestone)... για περισσότερα, διαβάστε στο 24grammata.com

.

1.11.11

Η ΛΕΞΗ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ : “ ΤΟ ΛΑΜΟΓΙΟ “

γράφει ο Γιώργος Δαμιανός

Στο Ολυμπιακό στάδιο της Αθήνας, στον αγώνα Παναθαναϊκού - Εργοτέλη (22/10/2011), αναρτήθηκε πανό που έγραφε «Πολιτικοί λαμόγια, βουλή των βολεμένων. Θα σας πνίξει η οργή των εξεγερμένων». Ο διαιτητής διέκοψε για 8 λεπτά τον αγώνα, προκειμένου να κατέβει το πανό, επικαλούμενος ότι προσβάλει το φίλαθλο πνεύμα.

Το σύνθημα είχε, σαφέστατα, πολιτικό χαρακτήρα (και ισοπεδωτικό, αφού αναφερόταν σε όλους ανεξαιρέτως τους πολιτικούς), αλλά για να διαπιστώσουμε αν ήταν και υβριστικό πρέπει να ερμηνεύσουμε τον όρο "Λαμόγιο/α"

Τα Λαμόγια ήταν οι βοηθοί, οι αβανταδόροι, των παπατζήδων. Ο όρος χρησιμοποιείται ευρέως στα ευθυμογραφήματα του Νίκου Τσιφόρου για να προσδιορίσει τους τσιλιαδόρους, που υποκρίνονταν τον παίκτη του παπατζή, για να προσελκύσουν τα θύματα.

Η λέξη λαμόγια προέρχεται από το ιταλικό έναρθρο ουσιαστικό «la moglie» (πρφ.: λα μόγιε - μτφ.: η σύζυγος). Τη στιγμή που κάποιος Ιταλός χαρτοπαίκτης κέρδιζε και ήθελε να φύγει από το τραπέζι για να μη ξαναχάσει, φώναζε, δήθεν φοβισμένος, «la moglie, la moglie», (λαμόγιε...), ότι, δήθεν, τον έψαχνε η γυναίκα του, βούταγε βιαστικά τα χρήματα και έφευγε τρέχοντας (την έκανε λαμόγιο δεν τήρουσε, δηλαδή, τις υποσχέσεις του). Αυτή η σατιρική έκφραση έφτασε στην Ελλάδα, ενώ ξεχάστηκε στην Ιταλία, και τη χρησιμοποιούμε για να προσδιορίζουμε τον ασυνεπή και τον μικροαπατεώνα. Οι χαρακτηρίσμοί αυτοί, είτε δεν ταιριάζουν, είτε κολακεύουν ορισμένους, όχι όλους, από τους πολιτικούς μας.

Υπάρχουν, επίσης, μάλλον αδύνατες ερμηνείες, που υποστηρίζουν ότι προέρχεται από την Ισπανική λέξη "el moyo"ή από τη λέξη "la molla" για περισσότερα, διαβάστε στο 24grammata.com

19.10.11

ΕΧΕΙ ΚΑΙ Η ΠΙΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΥΒΛΑΚΙ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ !!

 

 24grammata

Ετυμολ.: πίτα (ορθότερο) ή πίττα ή πήτα< ιταλ.: pitta (απ εδώ και το pizza) < λατ.: picta < αρχ. ελλην.: πηκτή > πίττα και πίσσα.

γράφει ο Γιώργος Δαμιανός
Ορισμένα πράγματα νομίζουμε ότι υπήρχαν από πάντα. Τα βρίσκουμε τριγύρω μας από τη γέννηση μας και νομίζουμε ότι υπήρχαν πάντα εκεί ως μέρος της «αναλλοίωτης» παράδοσης μας. Το σουβλάκι, για παράδειγμα, είναι ένα από αυτά. “Σουβλάκι με πίτα”, “απ όλα”, “παιδικό”, “με διπλή πίτα” και άλλα πολλά είναι λέξεις που συνδυάζονται με τον Ελληνικό τρόπο ζωής, έστω και αν έχουν μικρή διάρκεια ζωής στην ελληνική ιστορία. Πολλοί θεωρούν ότι το σουβλάκι με πίτα είναι τουρκική ή ανατολίτικη συνταγή. Οι Τούρκοι γνωρίζουν καλά το κεμπαπ ή τον γύρο, αλλά αγνοούν παντελώς την πίτα.
Ας βάλουμε, λοιπόν, τα πράγματα στη θέση τους. Η πίτα στο σουβλάκι είναι αποκλειστικά ελληνική πατέντα και συνταγή. Αν η παρασκευή της επηρεάστηκε από κάποιους δεν είναι από τους Ανατολίτες αλλά από τους Ιταλούς κατακτητές. Κατά τη διάρκεια της Ιταλικής κατοχής, οι Ιταλοί κατακτητές απαίτησαν και έδειξαν  στους Έλληνες φουρνάρηδες να τους παρασκευάσουν την ιταλική γαλέτα. Ήταν μια εύκολη λύση για να τρέφεται ο στρατός με αρτοπαρασκευάσματα μεγάλης διάρκειας. Οι Έλληνες φουρνάρηδες,  επηρεασμένοι και από την πείρα τους σε ένα είδος Μικρασιατικού ψωμιού που έμοιαζε με πίτα, αντί για γαλέτα, θα παράγουν τη γευστικότατη πίτα, που γνωρίζουμε σήμερα, και μάλλον είχε επιτυχία στον Ιταλικό στρατό κατοχής. Ο φούρνος του Χατζή μαζί με το φούρνο του Λαμπράκη, στη Νίκαια,  ήταν οι πρώτοι φούρνοι, παγκοσμίως, που παρήγαγαν την πίτα για σουβλάκι.
Η πίτα για σουβλάκι ως εμπορική επιχείρηση ξεκίνησε το 1952 από τους αδελφούς Αντώνη και Κυριάκο Παπαδόπουλο (από την Άψαλλο της Έδεσσας) σε ξυλόφουρνο και με παράγωγη 200 έως 300 πίτες την ώρα. Οι αφοι Παπαδόπουλοι “Υπενοικιάζουν ένα φούρνο στον οποίο πηγαίνουν από νωρίς τη νύχτα για να ζυμώσουν, να πλάσουν , να ανοίξουν το ζυμάρι και να ψήσουν τις πίτες στον ξυλόφουρνο. Κατόπιν, συσκευάζουν τις πίτες σε χάρτινες κούτες και κασόνια και τις διανέμουν με καρότσα, με τρίκυκλο, ακόμα και με τα πόδια. Για τις πιο μακρινές διαδρομές αναγκάζονται να χρησιμοποιήσουν το λεωφορείο ή το τραμ, καθώς το αυτοκίνητο είναι είδος πολυτελείας, πόσο μάλλον τα φορτηγά οχήματα για το εμπόριο. Η παραγωγή φτάνει τις 200-300 πίτες την ώρα και η τιμή πώλησης είναι 4-5 δεκάρες. Ωστόσο ο φούρνος λειτουργεί κανονικά και αυτό σημαίνει πως η δουλεία των δυο αδελφών, πρέπει να ολοκληρώνεται μέχρι τις 3 το πρωί γιατί εκείνη την ώρα ο φούρναρης ξεκινάει την διαδικασία για την παραγωγή του άρτου”*.
Σήμερα οι πίτες ψήνονται σε ηλεκτρικό φούρνο πάνω σε κυλιόμενη ταινία, ενώ το «πάτημα» της πίτας δεν γίνεται πλέον με τα χέρια αλλά με ειδική μηχανή. Η παραγωγή της πίτας για σουβλάκι ανέρχεται τουλάχιστον στις 250.000 ημερησίως ενω γίνονται συστηματικά εξαγωγές προς όλο τον κόσμο μόνο από ελληνικές επιχειρήσεις.
* Συνέντευξη της Κωνσταντίνας Χασιώτη στο FOOD (Greek pita) στο τεύχος 14- Μάρτιος 2007

5.10.11

TI ΣΗΜΑΙΝΟΥΝ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ : ΑΛΗΘΕΙΑ–ΨΕΜΑ–ΛΗΘΗ–ΜΝΗΜΗ ( < ΜΝΗΜΑ , ΜΝΗΜΟΝΙΟ )

 

4grammata

γράφει ο Σωτήρης Αθηναίος

Μία από τις πιο κακοποιημένες, νοηματικά, λέξεις του ελληνικού λεξιλογίου είναι η λέξη αλήθεια. Όλοι υποστηρίζουν ότι την κατέχουν και όλοι, δυστυχώς, προσπαθούν να την επιβάλλουν στους άλλους (δείτε τι γίνεται στον πολιτικό, κοινωνικό, οικογενειακό σας χώρο). Τα συνθετικά της λέξης -α-(στερητικό)+λήθη προσδιορίζουν οτιδήποτε δεν έχει ξεχαστεί (ξεχνώ< ξε + χάνω: χάνω ολοκληρωτικά), οτιδήποτε είναι γνωστό, φανερό και ανταποκρίνεται στην “πραγματικότητα”, π.χ. “θα ελεγχθεί η αλήθεια των ισχυρισμών του”. Στη φιλοσοφία η λέξη χρησιμοποιήθηκε με την έννοια της ακριβούς γνώσης, ενώ στην Κ.Δ. η αλήθεια προσδιορίζει το πρόσωπο του Χριστού (εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή).

Η αλήθεια έχει ανάγκη τη μνήμη (αντίδοτο της λήθης), γιατί μέσω αυτής διατηρείται.Οι παραφυάδες της μνήμης μας μας έδωσαν το μνήμα (το σημείο που διαιωνίζει τη μνήμη του νεκρού) , το μνημόσυνο, μνηστήρας, μνημόνιο (με τη σημασία του υπομνήματος, έγγραφη έκθεση-ανάλυση συγκεκριμένης υπόθεσης). Ο όρος μνημόνιο αποτελεί νεοελληνική απόδοση του Λατινικού memorandum

Το ψέμα παράγεται από το ρήμα ψεύδω < αρχικά δήλωνε το φύσημα του ανέμου, τον ήχο δίχως Λόγο, που φτάνει στα αυτιά μας ως φασαρία, δίχως νόημα με αποτέλεσμα να καταλήξει με τη σημερινή σημασία του “εξαπατώ”. Το ρήμα ψεύδω, αρχικά, προσδιόριζε κάθε μορφή απάτης, όπως ψέμα, παραβίαση όρκου, λόγου κ.λπ.

3.10.11

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ : ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΜΑΞΑ ΣΤΟ…ΑΜΑΞΙ

Οι λέξεις της εβδομάδας: από την άμαξα... στο αμάξι

γράφει ο Γιώργος Δαμιανός

Όσοι, συνήθως, αναφέρονται στην ιστορία του αυτοκινήτου ορίζουν ως απαρχή το 1880 (κινητήρας Otto, αν και υπήρχαν ατμοκινούμενα οχήματα από το 1772). Όμως, τα πράγματα στη ζωή δε στηρίζονται στην παρθενογέννηση. Τα πάντα, ακόμα και τα πιο ασήμαντα, είναι γρανάζια της ίδιας αεικίνητης μηχανής, που ατέρμονα δουλεύει χιλιάδες χρόνια τώρα. Γι αυτό και τα αυτοκίνητα στα τέλη του 1800 δεν είχαν μόνο την αρχιτεκτονική δομή μιας ιππήλατης άμαξας αλλά και την ορολογία, που χρησιμοποιούσαν γι αυτές (άμαξα > αμάξι)**. 24grammata.com (κλικ εδώ)

Έτσι, οδηγώντας ένα αυτοκίνητο μπερλίνα (Berlina, τετράπορτο όχημα, τριών όγκων) καταλήγουμε στην ιππήλατη άμαξα berlina, που κατασκευάστηκε, το 180 αιών., στο Βερολίνο (η πόλη Berlin έδωσε το όνομα της στην άμαξα berlina). Ήταν μία υπερπολυτελής άμαξα που κατασκεύασε ο Filippo Chiese (αρχιτέκτονας του Φρειδερίκου Γουλιέλμου) για το αφεντικό του. Από τότε, όλες οι υπερπολυτελείς τετράπορτες ιππήλατες άμαξες ονομάστηκαν berlina και αργότερα κληροδότησαν το όνομα στους αντικαταστατές τους, τα αυτοκίνητα. Στη Μ. Βρετανία το ίδιο αυτοκίνητο ονομάστηκε saloon (λόγω της άνεσης του), ενώ στην Αμερική ονομάστηκε Sedan. Η λέξη sedan, αρχικά (1750), προσδιόριζε το άνετο αμαξίδιο, που ήταν προορισμένο για τους ανάπηρους ή τις γυναίκες.

Κατά τον 190 αιώνα, οι Γάλλοι με τον όρο coupè προσδιόριζαν την ιππήλατη άμαξα με «κομμένη» καρότσα (δίχως, δηλαδή, το χώρο των αποσκευών). Η λ. coupe (ελληνικής καταγωγής) παράγεται από το γαλλικό ρήμα couper: χτυπώ, κόβω < λατινικά: colpus < colaphus < ελληνικά : κόλαφος.

Cabriolet ονόμαζαν ένα ελαφρύ μόνιππο αμαξίδιο δύο θέσεων... (διαβάστε ακόμα, τι δήλωνε, αρχικά, το Station Wagon και πολλά άλλα). Για περισσότερες πληροφορίες 24grammata.com (κλικ εδώ)

24grammata

20.9.11

H ΛΕΞΗ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ : ΓΟΡΙΛΛΑΣ

 

Οι μυστηριώδεις γυναίκες που τις έλεγαν “γορίλλαι”

γράφει ο Γιώργος Δαμιανός

O γορίλλας, αρχικά, προσδιόριζε μυστηριώδη φυλή με τριχωτές γυναίκες (αι γορίλλαι). Ο G.Germain στο «hesperis», 44, σελ. 218) θεωρεί ότι η λέξη, ίσως, είναι αναγραμματισμός της ελληνικής λέξης οργίλαι (:οργισμένες, επειδή αυτές οι «γυναίκες» θεωρούνταν άγριες).

Η ιστορία της λέξης

Ο γορίλλας είναι ένα άκακο θηλαστικό, ο μεγαλύτερος απ΄ όλους τους πιθήκους, αποκλειστικά χορτοφάγος, ζει στην Κ. Αφρική (στα δάση του Γκαμπόν, του Καμερούν, του Κονγκό) και ποτέ δεν απειλεί τον άνθρωπο (εκτός, αν πρόκειται να αμυνθεί). Ο άνθρωπος, όμως, πάντα φοβάται οτιδήποτε ξεπερνά τον ίδιο (ο γορίλλας έχει βάρος 200-300 κιλά και ύψος 2μέτρα) και γι αυτό απέδωσε αρνητική σημασία στη λ. γορίλλας.

Έτσι, τη λέξη γορίλλας την έχετε, σίγουρα, ακούσει στις φράσεις: «έβαλε δύο γορίλλες να τον φυλάνε» ή «έστειλε τους γορίλλες του», (το ίδιο σωστό με ένα ή με δυο -λ-) γενικά, την έχετε συνδυάσει με οτιδήποτε έχει σχέση με το θηριώδες αλλά ότι ο γορίλλας, αρχικά, προσδιόριζε τριχωτές γυναίκες (αι γορίλλαι) αυτό, μάλλον, δεν το είχατε φανταστεί....Για περισσότερες πληροφορίες διαβάστε στα 24grammata.com (κλικ εδώ)

Η λέξη αναφέρεται για πρώτη φορά στον «Περίπλου» του Άννωνος (Hannon, 560 – 500 π.Χ.). Αυτός ο Καρχηδόνιος θαλασσοπόρος συνάντησε για πρώτη φορά στην περιοχή της σημερινής Σιέρα Λεόνε (μάλλον, στο νησί Sabambro) δύο τεράστιους θηλυκούς πιθήκους. Τους θεώρησε ως κτηνώδεις ανθρώπους και, αφού τους σκότωσε, μετέφερε τα δέρματα τους στην Καρχηδόνα παρουσιάζοντας τους ως «ένα άγνωστο είδος γυναικών». Ο Λατίνος συγγραφέας Πλίνιος, ο Πρεσβύτερος, επιβεβαιώνει ότι τα δέρματα των «γυναικών» εκτίθεντο σε ναό της Καρχηδόνας μέχρι την καταστροφή της πόλης από τους Ρωμαίους. Οι Καρχηδόνιοι ήταν πεπεισμένοι ότι επρόκειτο για άγριες γυναίκες τεραστίων διαστάσεων και έλεγαν ότι η λέξη γορίλλαι ήταν το όνομα που χρησιμοποιούσαν οι ντόπιοι ιθαγενείς (αυτό, άλλωστε, υποστηρίζει και ο ίδιος ο Άννων. Σύγχρονοι μελετητές- A. Mailet, M. Cohen- προσπάθησαν να εντοπίσουν κάποια ετυμολογική σχέση της λέξης γορίλλας με τις Αφρικανικές διαλέκτους, αλλά μάταια).

Άλλοι μελετητές (G.Germain στο «hesperis», 44, σελ. 218) θεωρούν ότι η λέξη, ίσως, είναι αναγραμματισμός της ελληνικής λέξης "οργίλαι" :οργισμένες, επειδή αυτές οι «γυναίκες» θεωρούνταν άγριες.

24 grammata

14.9.11

ΠΙΚΕΡΝΗ ΚΑΙ ΟΧΙ ΠΙΚΕΡΜΙ

 


Συγγραφέας: Σπυρίδων Λάμπρος

(Ἐπιστολὴ πρὸς τὸ «Ἄστυ») Το Άστυ, αρ. φύλ. 3812, 20.06.1901: 3

Καθ’ ἃ πρὸ πολλοῦ ἤδη χρόνου καὶ ἐν πανεπιστημιακοῖς μαθήμασι καὶ ἐν διαλέξεσιν εἶπον καὶ ἔγραψα, τὸ ὄνομα τοῦ χώρου ἐν ᾧ τελοῦνται αἱ παλαιοντολογικαὶ ἀνασκαφαὶ δέον νὰ ἐπανορθωθῇ εἰς Πικέρνη ἀπὸ τοῦ παρεφθαρμένου παρὰ τῷ λαῷ Πικέρμι. Ἐπικέρνης ἦτο παρὰ τοῖς Βυζαντινοῖς τὸ ὄνομα αὐλικοῦ ἀξιώματος τοῦ ἐπὶ τοῦ κεράσματος. Ἀνδρὸς δὲ φέροντος τοῦτο τὸ ἀξίωμα ἢ οἴκου ἀπὸ τοῦ ἀξιώματος ἐκείνου ὀνομασθέντος φερώνυμος εἶνε ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος χῶρος. Τοῦ ἐπικέρνη ἐλέγετο βεβαίως τὸ κατ’ ἀρχάς, καθ’ ἃ τοῦ Λογοθέτῃ, τοῦ Χαλκωματᾶ, τοῦ Καπανδρίτη, τοῦ Σπάτα, τοῦ Σκαραμαγγᾶ. Διὰ τοῦτο δὲ καὶ τὰ τοιαῦτα κτητικὰ ὀνόματα μεγάλων κατὰ τοὺς μέσους αἰῶνας συγκτησιῶν, ὅσα λήγουσιν εἰς τὸν φθόγγον ι, πρέπει νὰ γράφωνται κατὰ γενικήν, ἤτοι διὰ τοῦ Η, καὶ ὄχι διὰ τοῦ Ι. Εἶνε δ’ ἔτι μεγαλείτερον σφάλμα, τὸ νὰ μεταβάλλωνται τὰ ὀνόματα ταῦτα ἔτι μᾶλλον, προστιθεμένης εἰς αὐτὰ τῆς καταλήξεως ΟΝ οὕτως, ὥστε νὰ γίνωνται ἀδιάγνωστα. Λελανθασμένον ὅλως εἶνε νὰ λέγωμεν Καπανδρίτιον, ἀλλὰ νὰ γράφωμεν Καπανδρίτη, διότι ἔχομεν βυζαντιακὸν οἶκον Καπανδρίτη.

Καὶ ἔνθα δὲ δὲν ἀνευρέθη ἔτι ἡ ἀρχὴ ὀνόματός τινος τῶν εἰς ι (Ι ἢ Η) ληγόντων, οἷον τὸ ὄνομα Μενίδι, δυνάμεθα μὲν τὸ ὄνομα τοῦτο νὰ γράφωμεν προσωρινῶς μὲ Ι, ἀλλ’ εἶνε ὅλως περιττὸν νὰ συμπληρώνωμεν εἰς Μενίδιον καὶ πρέπει πάντως ν’ ἀποφεύγωμεν τὴν κλίσιν τῶν τοιούτων ὀνομάτων. Ἐξαιροῦνται ἐκεῖνα ὅσα εἶνε δεδηλωμένως ὑποκοριστικά, οἷον τὸ Τεμένι, ὅπερ πάντως προέρχεται ἐκ τοῦ Τεμένιον. Ἡ εὐκαιρία τοῦ πολλοῦ τὰ νῦν περὶ τῶν εὑρημάτων τοῦ Πικέρνη λόγου εἶνε, νομίζω, καταλληλοτάτη, ὅπως ρηθῶσι ταῦτα ἅπαξ διὰ παντὸς καὶ ἀγάγωσιν εἰς τὸ ὀρθόν, ὑπὲρ οὗ ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν κόπτομαι, μὴ ἀκουσθεὶς δυστυχῶς ὅτε πρὸ πολλοῦ ἐρωτήθην περὶ τῆς γραφῆς τῶν τοιούτων ὀνομάτων ἐν τῇ ἐπισήμῳ ἀπογραφῇ τοῦ Κράτους.

Σπ. Π. Λάμπρος

12.9.11

ΣΧΟΛΕΙΟ–ΣΧΟΛΗ ( : ΑΡΓΙΑ )- ΣΚΟΥΛΑΡΙΚΙ : ΚΑΙ ΟΜΩΣ ΕΧΟΥΝ ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΗ ΣΧΕΣΗ !!

 

 24grammata

24grammata.com/ από τη ζωή των λέξεων

γράφει ο Γιώργος Δαμιανός

Οι μαθητές στην Ελλάδα (κυρίως στο Λύκειο) είναι, ίσως, οι πιο ταλαιπωρημένοι άνθρωποι. Όσοι, ιδιαίτερα, φοιτούν σε ιδιωτικό εκπαιδευτήριο ξεκινούν τη μέρα τους από τις 6π.μ. και τελειώνουν περίπου τα μεσάνυχτα. Αυτοί οι ταλαίπωροι μαθητές σε καμία περίπτωση δε θα μπορούσαν να φανταστούν ότι η λ. σχολείο είχε ως αρχική σημασία την ανάπαυση, την ησυχία, τον ελεύθερο χρόνο (< αρχαία ελληνική λέξη: σχόλη). Η αρχική σημασία της λ. σχόλης είχε την έννοια του: “βραδύνω, αργοπορώ” («σχολήν τίθημι» : αργοπορώ) ή («σχολή γίγνεται»: υπάρχει καιρός). Με το ίδιο νόημα απαντάται και σήμερα στη φράση: «Κυριακή γιορτή και σχόλη».
Ήδη, όμως, από τους κλασικούς χρόνους τη συναντάμε με την ιδιότητα του ελεύθερου χρόνου με αποτέλεσμα να καλλιεργήσει κανείς το πνεύμα του ( Γ. Μπαμπινιώτης). Γιατί, όμως, μία λέξη που δήλωνε την τεμπελιά (σχόλη) πήρε τη σημασία της συστηματικής καλλιέργειας του πνεύματος; Την απάντηση θα την βρείτε αν αναλογιστείτε πως φάνταζαν στα μάτια του απλού κόσμου όλοι οι φιλοσοφούντες και οι έχοντες «ελεύθερον χρόνον». Μάλλον περιφρονητικά χρησιμοποίησαν, αρχικά, τη λ. σχόλη («τεμπελχανιό» θα λέγαμε σήμερα). Ο όρος, αρχικά, χρησιμοποιήθηκε για να δηλώσει την ανώτατη βαθμίδα εκπαίδευσης, όπως, γα παράδειγμα, η Κυρηναϊκή σχολή (ιδρύθηκε από τον Αρίστιππο, 435 – 436, μαθητή του Σωκράτη και υποστήριζε τον άκρατο ηδονισμό). Άλλη σημαντική, αλλά ξεχασμένη, σήμερα, σχολή ήταν η Ανώτατη Τεχνική Ελληνική Σχολή. Πρόκειται για το πρώτο Πολυτεχνείο στον κόσμο, που ιδρύθηκε στη Αλεξάνδρεια από τον Ήρωνα
Από την αρχαιότητα, ήδη, παρουσιάζεται και το επίθετο σχολαστικός για να δηλώσει αυτόν που αφιερώνει τό χρόνο του στη μελέτη. ΄Ηταν, δηλαδή, ο μορφωμένος, ο εκπαιδευμένος.
Ο όρος σχόλη πέρασε και στη Δύση με την έννοια, κυρίως, του εκπαιδευτικού ιδρύματος (Λατινικά: scola, Ιταλικά: scuola, Γαλλικά: ecole , Αγγλικά: school, Γερμανικά : schule, Ισπανικά: escuela)
Στα Λατινικά η λ. σχόλη είχε εκλάβει, επίσης, και την έννοια της ακινησίας, της απραξίας, της αναμονής ( π.χ. “schola labri” ήταν ο χώρος που ανέμεναν τη σειρά τους στα δημόσια λουτρά των Ρωμαίων.
Κατά τον Μεσαίωνα αναπτύχθηκε στη Δύση η σχολαστική φιλοσοφία. Καλλιεργήθηκε αποκλειστικά στις μοναστικές σχολές (scolae) και απ΄εδώ πήρε το όνομα της (scola > σχολαστικός). Θεωρούσαν την εκκλησία ως το μόνη ηθική δύναμη και θεματοφύλακα των ηθικών αξιών.Επηρεάστηκαν άμεσα από τον Αριστοτέλη (συγκεκριμένα, τον λάτρεψαν και τον θεώρησαν ως πρόδρομο του Χριστού) και, ευτυχώς για μας, διαφύλαξαν τα κείμενα του. Κύριοι εκπρόσωποι ήταν ο Αυγουστίνος και ο Θωμάς, ο Ακινάτης.

Το αντιδάνειο “σκουλαρίκι”

Η περιπέτεια της λέξης “σχόλη” δεν τελειώνει εδώ. Στα Λατινικά ο όρος schola προσδιόριζε, επίσης, το στρατιωτικό Λόχο ή Τάγμα, κυρίως, της αυτοκρατορικής φρουράς. Οι στρατιώτες της φρουράς, Scolares (: σχολάριοι),  ήταν επίλεκτοι με ιδιαίτερη σωματική διάπλαση και φόραγαν εντυπωσιακά ενώτια (: σκουλαρίκια) ως δείγμα ανδρισμού. Με τον καιρό έμεινε στην ελληνική γλώσσα ο όρος σκουλαρίκι ( από το scholares ) και προσδιόριζε τα ενώτια ανδρών και γυναικών. Η άποψη ότι η λέξη σκουλαρίκι προέρχεται από τα ενώτια που φορούσαν οι μαθητές (!;),  scuola > σκουλαρίκι,  θεωρείται αβάσιμη.

9.9.11

ΓΥΡΩ ΑΠ’ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΛΙΔΟΡΙΚΙΟΥ

30-6-1902

Η παλιότερη , ίσως , φωτογραφία του χωριού μας , βγαλμένη στις 30-6-1902 , όπως γράφει επάνω , πως να γραφόταν άραγε , τότε το όνομά του ;

Πολλά έχουν γραφτεί και ειπωθεί , αγαπημένοι μου φίλοι , για το όνομα του χωριού μας , για την ορθή γραφή του και κυρίως την ετυμολογία της .

Με το θέμα έχουν ασχοληθεί πολλοί , γνωρίζοντες και μη , έχοντας δώσει ο καθένας , βέβαια , και την άποψή του , προβάλλοντας , φυσικά , και τα επιχειρήματά του .

Είναι αλήθεια , πως πάνω σ’ αυτό το θέμα υπάρχει κάποια σύγχυση , και γυρνώντας πίσω στο χρόνο θα συναντήσουμε πολλές και διάφορες γραφές , όπως π.χ , Λοιδορίκι , Λοιδωρίκι , Λιδωρίκι , Λιδορίκι , ακόμα και σε δημόσια έγγραφα , συναντάς ακόμα , τις γραφές Λιδωρίκι και Λιδορίκι , εδώ και λίγα χρόνια έχει καθιερωθεί η γραφή Λιδωρίκι , δηλαδή με – ω – , αναιτιολόγητα κατά την ταπεινή μας άποψη , αντικαθιστώντας την παλαιότερη που γραφόταν με - ο – .

Πάνω στο θέμα λοιπόν του ονόματος του χωριού μας , υπάρχουν πολλές απόψεις , άλλες με λογική βάση και άλλες όχι . Βέβαια , με το θέμα έχουν ασχοληθεί , παλιότερα , και άνθρωποι που φοβούμαστε πως δεν γνώριζαν ούτε που βρίσκεται το χωριό μας .

Ξεκινώντας λοιπόν το..ξεσκόνισμα , των όσων εκδοχών υπάρχουν , αρχίζουμε από μια σχετική εργασία του Γιώργου Καψάλη , στην οποία αναφέρεται σε όλες σχεδόν τις γνωστές εκδοχές , καταγράφοντας φυσικά και τη δική του άποψη , όλες τις απόψεις τις σεβόμαστε χωρίς βέβαια να τις ασπαζόμαστε όλες , για λόγους που θα εξηγήσουμε αργότερα .

Ξεκινώντας λοιπόν δημοσιεύουμε την εργασία του Γιώργου Καψάλη , έτσι για να ενημερωθείτε και θα συνεχίσουμε …

( Κάντε κλικ πάνω στο έγγραφο για μεγέθυνση )

1

2

3

Σ υ ν ε χ ί ζ ε τ α ι …..

6.9.11

OI ΛΕΞΕΙΣ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ : ΛΕΞΙΚΟΛΟΓΙΚΟΙ “ ΝΟΣΤΟΙ “

 

Ελληνικές λέξεις που ξενιτεύτηκαν και επέστρεψαν αγνώριστες, όπως : γκλάμουρ , πλάζ, μασίφ, πόζα, σενάριο, μπουάτ, μαρμελάδα, πέναλτι, πιάτσα, τζίρος, λαζάνια, κρετίνος, κουπόνι, λαζάνια, μπαλλέτο, γόνδολα και πολλές πολλές άλλες

γράφει ο καθηγητής Γιώργος Μπαμπινιώτης (βιογραφικό, εργογραφία)

Ο «νόστος», η επιστροφή στην πατρίδα (από το ρήμα νέομαι «επιστρέφω»), δεν χαρακτήρισε μόνο «τη γλυκιά προσμονή τής επιστροφής στην πατρίδα» που κατέληξε στο νόστιμος, αλλά έδωσε και «τον ψυχικό πόνο που γεννάει αυτή η προσμονή», τη νοσταλγία. Και ήταν μάλιστα οι Γάλλοι που κατέφυγαν στις ελληνικές λεξιλογικές πηγές, πλάσσοντας πρώτοι αυτοί το άλγος τού νόστου, το nostalgie. Ετσι, από άλλο δρόμο, η λέξη επέστρεψε στη «λεξιλογική πατρίδα» της.

Η επιστροφή μιας λέξης ως δανείου στη γλώσσα από την οποία ξεκίνησε χαρακτηρίζεται ως αντι-δάνειο, ως επιστροφή δανείου, ως επιστροφή μιας λέξης στη γλώσσα στην οποία γεννήθηκε. Από τις πιο αποκαλυπτικές διαδικασίες λειτουργίας τής γλώσσας στο πεδίο συνάντησης των λαών και των πολιτισμών είναι τα αντιδάνεια. Συνιστούν μαρτυρίες τής περιπέτειας στη ζωή των λέξεων και μαζί παραδείγματα τού πόσο αυτά τα κατεξοχήν πνευματικά δημιουργήματα, που είναι οι λέξεις, εξελίσσονται εννοιολογικά περνώντας από γλώσσα σε γλώσσα, από λαό σε λαό, για να ξαναγυρίσουν συχνά στον τόπο καταγωγής τους πραγματοποιώντας έτσι τον «λεξιλογικό νόστο» τους. (για περισσότερες πληροφορίες 24grammata.com)

Ποιος περίμενε λ.χ. ότι η σχολαστικότατη έννοια που δηλώνει η αρχαία ελληνική λέξη γραμματική θα επέστρεφε μετά από αιώνες στη σημερινή ελληνική γλώσσα ως γκλάμουρ! Με συνήθη γέφυρα τη λατινική γλώσσα η λέξη πέρασε από τα Ελληνικά στα παλαιά Γαλλικά κι από κει στην παλαιά Αγγλική, όπου η αρχική σημασία «γραμματική», ως γνώση των ολίγων μορφωμένων, πήρε τον χαρακτήρα «τής απόκρυφης γνώσης» και, κατ΄ επέκταση, «τής μαγείας», για να εξελιχθεί μέσω τής Σκωτικής (glammar) στη σημασία «μαγική ομορφιά» (19ος αι.) και κατόπιν- με τη μορφή glamour- σε «γοητεία, αίγλη» με την οποία και επανήλθε στην Ελληνική.

Μια άλλη ενδιαφέρουσα εξέλιξη είχε η αρχαία ελληνική λέξη ποινή. Μέσω πάλι τής Λατινικής και τής παλαιάς Νορμανδικής, το ελληνικό ποινή κατέληξε στο αγγλ. penalty, για να επιστρέψει (ως αντιδάνειο) στην Ελληνική ως πέναλτι, όρος στο ποδόσφαιρο!

Δεν «θα ΄κοβε το κεφάλι του» κανείς ότι το ιταλικότατο πιάτσα δεν μπορεί να έχει σχέση με Ελληνικά; Ε, λοιπόν, το πιάτσα ξεκίνησε από το (ήδη αρχαίο) ελληνικό πλατεία (ενν. οδός ), θηλ. τού επιθέτου πλατύς, μέσω τού λατιν. platea («φαρδύς δρόμος» μέσα στην πόλη), πέρασε στην Ιταλική ως piazza (αρχικά plaza), απ΄ όπου ήδη στα μεσαιωνικά χρόνια επέστρεψε στην Ελληνική ως πιάτσα.(για περισσότερες πληροφορίες 24grammata.com)

Η έκπληξη κορυφώνεται στην προέλευση τής λ. γόνδολα. Μεταφράζω τι γράφεται σχετικά στο εγκυρότερο λεξικό τής Αγγλικής, στο Random Ηouse Webster΄s College Dictionary, λήμμα gondola: «[εισήλθε στην Αγγλική το] 1540-50 από την Ιταλική, που πάει πίσω στα Βενετσιάνικα, πιθανόν από μεσαιωνικό ελληνικό κοντούρα «μικρό ακτοπλοϊκό σκάφος», θηλ. τού επιθ. κόντουρος «κοντός, κυριολ. σκάφος με ουρά» από το όψιμο ελληνικό κοντός + ελλ. -ουρος από το ελλην. ουρά ». Σκάφος, λοιπόν, με κοντή ουρά η ιταλ. gondola (γόνδολα) ξαναγύρισε στην Ελληνική ως γόνδολα!

Κι επειδή δεν νοείται καλοκαίρι χωρίς το γαλλικότατο πλαζ (γαλλ. plage), ας παρακολουθήσουμε την ετυμολογία τής λέξης. Ηλθε από το γαλλ. plage, δάνειο από ιταλ. piaggia «πλαγιά-ακρογιαλιά», που προήλθε από μεσαιωνικό λατινικό plagia «επικλινές έδαφος», το οποίο ανάγεται στο αρχ. ελλην. πλάγια (τα), «πλευρές» (κυρίως στρατιωτικός όρος), ουδ. τού επιθ. πλάγιος. (για περισσότερες πληροφορίες 24grammata.com)

Και βέβαια δεν νοείται καλοκαίρι χωρίς τουρισμό και τουρ (ομόρριζα τα τουρνέ και τουρνουά ). Αλλά πόσο γνωστό είναι στους μη ειδικούς ότι όλες αυτές οι γαλλικές λέξεις (tour, tourisme, tourn e, tournoi) που πέρασαν στην Ελληνική (στην Αγγλική και σε άλλες γλώσσες) είναι προϊόν δανεισμού από την ελλην. λέξη τόρνος. Αυτή η αρχαία ελλην. λέξη, μέσω πάλι τής Λατινικής (tornus και ρ. tornare «γυρίζω τον τροχό, τον τόρνο»), έδωσε το γαλλ. tourner «περιστρέφω, γυρίζω» απ΄ όπου το tour. Ετσι ο τόρνος επέστρεψε στην Ελληνική ως τουρ.

Ο κατάλογος τέτοιων λέξεων (αντιδανείων) είναι μακρός και ο σχολιασμός θα έπαιρνε πολλές σελίδες. Εδώ θα δώσω μερικές νύξεις μόνο. Θα αναφέρω ότι το γάμπα και το ζαμπόν ξεκίνησαν από το ελλην. καμπή! Το γαρύφαλλο από το καρυόφυλλο, ο τζίρος από το γύρος, το μασίφ από το μάζα , το κάλμα από το καύμα, ο καναπές από το κωνώπιον (κώνωψ), το κανόνι από το κάννη, το καντίνα από το κανθός, το κορδόνι από το χορδή, το κουπόνι από το κόλαφος ( κόλαφος – όψιμο λατ. colaphus- παλ. γαλλ. colp – coup ), το κρετίνος από το Χριστιανός , τα λαζάνια από το αρχ. λάσανον («τρίποδας ως βάση αγγείων και δοχείων»), το λατέρνα από το λαμπτήρ, η μάντολα από το αμύγδαλο, η μαρμελάδα από το μελίμηλο, το μπαρούτι από το πυρίτις, τα μπόρα και μπουρίνι από το βορράς, τα μπαλλέτο – μπάλλος από το αρχ. βαλλίζω, το μπουάτ από το πυξίς («κουτί»), το μπουτίκ από το αποθήκη, ο συνδικαλισμός από το σύνδικος, το ταξί από το ταξίμετρο, το σενάριο από το σκηνή, η πόζα από το παύσις κ.λπ. Αυτά είναι μερικά ενδεικτικά μόνο παραδείγματα. (για περισσότερες πληροφορίες 24grammata.com)

Επειδή υπάρχει κίνδυνος να σκεφθεί κανείς πως πρόκειται για «φτειαχτές ετυμολογίες» (παρετυμολογίες) κατά το πρότυπο τού Ελληνα πατέρα τής Βαρδάλου στο «Γάμος α λα Ελληνικά»!…-, σπεύδω να διασαφήσω ότι τα παραδείγματα προέρχονται από τον χώρο τής επιστημονικής ετυμολογίας και βρίσκονται σε όλα τα αξιόπιστα ετυμολογικά λεξικά ή ερμηνευτικά λεξικά με ετυμολογία. Για όσες λέξεις έχουν σχέση με την Αγγλική μια πρόχειρη ματιά στο Λεξικό που ανέφερα (Random Ηouse- Webster) ή άλλα συναφή Λεξικά θα πείσει τον αναγνώστη περί τής αληθείας των λεγομένων. www.tovima.gr