Showing posts with label ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ. Show all posts
Showing posts with label ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ. Show all posts

10.5.17

O ΘΕΙΟΣ .." ΠΗΤ"



 
     Πριν απο λιγο  καιρο , ήταν  η  παγκόσμια  ημέρα κατά  της  φυματίωσης , και  για μια..μέρα , όλοι  , υποτίθεται , στρέψαμε  το νου  και  το  βλέμμα  μας στην  αρρώστια αυτή , που  θέρισε  κόσμο  και  κοσμάκη τα  παλιότερά  χρόνια .
   Εκατοντάδες , χιλιάδες , θλιβερές  ιστορίες ανθρώπων  που επειδή αρρώστησαν από φυματίωση , πετάχτηκαν και  εγκαταλείφθηκαν σε  ερημιές  , σε  καλύβες  , μακριά απ’ τον  κόσμο  απ’ το  φόβο  της  μετάδοσης της  αρρώστιας .
   Όσο  κακό  όμως  έκανε αυτή  καθ’ αυτή η αρρώστια , άλλο  τόσο και  ίσως  και  περισσότερο έκανε  η  λαθεμένη  αντίληψη  και  συμπεριφορά των συγγενών των  ασθενών .
    Προσωπικά , γνωρίζω περίπτωση , που  κόρη  οικογένειας  με οικονομική  δυνατότητα , για  να την  βοηθήσει , αυτοκτόνησε  μέσα  στο  σπίτι  της , όπου  κρατούνταν  σχεδόν  φυλακισμένη , για  να  μη  μάθουν , οι  γείτονες  και  το  χωριό  πως  είναι  άρρωστη  από “ χτικιό “ όπως  λέγαν  τότε  τη  φυματίωση .
   Με το  παρακάτω  διήγημά  του , ο  αξέχαστος  φίλος  Αλέκος , δίνει με  αριστοτεχνικό και  απόλυτα  ρεαλιστικό  τρόπο και  πάντα  με  το  γλαφυρό του ύφος , όλη  την  τραγικότητα των  πασχόντων  απ’ την  αρρώστια  αυτή .

ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ  ΠΟΥ ΠΑΙΖΕΙ  Η  ΖΩΗ 

  “  Ο   ΘΕΙΟΣ   ΠΗΤ “ ….
    Δ Ι Η Γ Η Μ Α
Του αξέχαστου Λιδορικιώτη λογοτέχνη
  Αλέκου Κωστάκη - Μαργέλλου
Kostakis04
Ο  Αλέκος με  την  αγαπημένη  σύντροφο  της  ζωής  του , γνωστή  ποιήτρια και  ηθοποιό  Στέλλα  Αρκάδη .
ΜΙΑ  ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΟΥ ΜΟΙΑΖΕΙ  ΜΕ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ..
  “  Το καλοκαίρι του 1947 παραθέριζα στην Πεντέλη , στην οποία , τότε , έτρεχαν ακόμα άφθονα τα θαυμάσια νερά της και τα πεύκα της δεν τα 'χαν φάει οι ..λογής - λογής εμπρηστές και οικοπεδοφάγοι . Εξαιτίας του εμφύλιου , ο οποίος βρισκόταν στο φόρτε του , όλη η ορεινή Ρούμελη κι' ο Μωριάς ήταν χώροι απλησίαστοι για ξεκαλοκαίριασμα κι' ο κοσμάκης της Αθήνας και του Πειραιά , που 'χε ανάγκη από λίγο καθαρό αέρα  για τα ταλαιπωρημένα του πλεμόνια , τα μαυρισμένα απ' την πείνα και τις κακοπάθειες της τετράχρονης κατοχής , έβρισκε καταφύγιο και ψευτοβολευόταν στα πεύκα της Πεντέλης , η Πάρνηθα έπεφτε βλέπεις μακριά , ούτε συγκοινωνία είχε , αλλά ήταν κι' επικίνδυνη .
Kostakis10
Ο αξέχαστος  Αλέκος σε  μια  επίσκεψή  του  στην  ακρόπολη
   Στην Πεντέλη λοιπόν , που οι καλόγεροι της Μονής την είχαν χωρίσει σε " ζώνες " και " κατηγορίες " , το προλεταριάτο  έστηνε κάτω απ' τα πεύκα τα τσαντίρια του , πληρώνοντας στο μοναστήρι , ή στην κοινότητα , ένα μικροποσόν " για την καθαριότητα και το νερό ". Οι πρώτες ζώνες , όσες δηλαδή βρίσκονταν κοντά στο δρόμο και στις βρύσες , πλήρωναν κάμποσες δραχμές , οι παραμέσα λιγότερα κι οι απόμακρες κάτι λίγα η σχεδόν τίποτα , εφόσον είχες μάλιστα και χαρτί ..απορίας .
   Οι κάπως εύποροι , έμεναν σε διάφορα ενοικιαζόμενα σπίτια , που ο Θεός να τα 'κανε σπίτια , τέσσερα ξερά ντουβάρια κι άγριο "γδάρσιμο " , λες και νοίκιαζες σουίτα στο..Χίλτον . Έχοντας κι εγώ το μεγάλο μου γιο κάπως αδύνατον κι επειδή η ιδιαιτέρα μου πατρίδα ήταν στο κέντρο των μαχών , αναγκάστηκα να καταφύγω στην Πεντέλη , όπου , κάτω απ' το λόφο του Αστεροσκοπείου , βρήκα και νοίκιασα τον κάτω όροφο ενός μεγάλου διώροφου . Στον πάνω έμενε ένας τμηματάρχης της Αγροτικής με τη γυναίκα του , με τους οποίους σύντομα γίναμε φίλοι .
   Στον τμηματάρχη κάποτε μίλησα για το " φιλάσθενο " του γιού μου κι εξέφρασα τους φόβους μου για την υγεία του . Δικαιολογημένα βέβαια , γιατί τότε θέριζε όλη την Ελλάδα η φυματίωση , η οποία δεν χαριζόταν σε κανένα . Αυτός όταν του εξέφρασα τους φόβους μου για το παιδί μου , χαμογέλασε και μου είπε :
   - Αύριο θα 'ρθει ένας θείος μου Αμερικάνος , 80 χρονών , να μείνει μαζί μας . Ήρθε από τη Ν.Υόρκη με το " Βασίλισσα Φρειδερίκη " πριν από δυο μήνες , κουβαλώντας και μια " κάντιλακ " 12 μέτρων . Πήγε πρώτα στο χωριό , να δει τον τόπο , όπου γεννήθηκε κι αύριο τον περιμένω εδώ .
   Πραγματικά , την άλλη μέρα ..κατέπλευσε ο " Θείος " με μια κουρσάρα 12 μέτρων . Ήταν ένας λεβεντόγερος που δεν τον έκανες ούτε μισό..μήνα παραπάνω από 70, ψηλός - κυπαρίσσι σωστό - κόκκινος ..κόκκινος , γελαστός και πρόσχαρος , ένας Τριπολιτσιώτης , ίδιος ο γέρος του..Μωριά , με τη διαφορά πως ο θείος Πητ , έτσι τον λέγανε , τον.." φύσαγε τον  παρά ".
   Μας σύστησε ο ανιψιός του και πιάσαμε κουβέντα για την πολιτική , τον πόλεμο , για όλα . Γίναμε φίλοι κι όταν έμαθε για την κατάσταση του γιού μου , έδειξε τρομερό ενδιαφέρον γι' αυτόν και μια ιδιαίτερη αγάπη , η οποία για πολύ καιρό , μου φαινόταν ανεξήγητη , ώσπου ο Τμηματάρχης , ο ανιψιός του μίστερ Πητ , μ' έβγαλε απ' την απορία μου .
   Στα 1890 λοιπόν , ο Παναγιώτης Μακρόπουλος , ο " θείος " μας δηλαδή , τελείωσε με άριστα το Σχολαρχείο στα Λαγκάδια της Γορτυνίας κι έπλαθε χίλια όνειρα για το μέλλον . Η μοίρα όμως του φέρθηκε σκληρά . Κάπου " κρύωσε " , δεν πρόσεξε , έκανε πυρετό κι έπεσε στο κρεβάτι . Ήρθε ο γιατρός , που διέγνωσε τη φοβερότερη αρρώστια εκείνης της εποχής : τη φυματίωση , τη φθίση , το...χτικιό..
   Εκείνα τα χρόνια , ( κι' αυτά τα λέω για τους νεότερους ) η αρρώστια αυτή προκαλούσε τρόμο . Ο άτυχος , που αρρώσταινε από φυματίωση , ήταν καταδικασμένος διπλά : σωματικά - το λιγότερο -και ψυχικά , το χειρότερο απ' όλα . Ένας στους εκατό να γλίτωνε ( κάποιος που είχε θείο το Θεό η την είχε πάρει.." ξώφαλτσα " κι' είχε άφθονο χρήμα να πάει στο Νταβός της Ελβετίας . Εδώ , μόλις το 1902 η Σοφία Σλήμαν έχτισε το πρώτο Ελληνικό σανατόριο , σε μια έκταση 500 στρεμμάτων , που την παραχώρησε η Μονή Πετράκη , την πασίγνωστη " Σωτηρία " , όπου στο μοναδικό της κτίριο , βρήκαν καταφύγιο δώδεκα ..ασθενείς . Οι υπόλοιποι , αν δεν πήγαιναν από τη λεγόμενη .." καλπάζουσα " σε λίγες μέρες , είχαν τέτοια μεταχείριση , που σήμερα τουλάχιστον , προκαλεί φρίκη .
   Ο άρρωστος , απομονωνόταν απ' όλους . Πολλούς μάλιστα τους έβγαζαν έξω απ' τα χωριά κι' οι δυστυχείς αυτοί έμεναν σε σπηλιές , μαντριά και ταράτσες . Τους απαγορευόταν να πλησιάζουν στο χωριό . Τους πήγαιναν φαγητό μ' ένα κατσαρολάκι και τ' άφηναν 10-15 μέτρα μακριά . Το 'παιρνε ο φουκαράς , έτρωγε το λιγοστό φαγάκι του και κατόπιν τράβαγε για το καλύβι του . Η κουβέντα με τους δικούς του γινόταν από μακριά , λίγοι είχαν την τόλμη να πλησιάζουν κι ελάχιστοι εκείνοι , που δεν φοβόνταν κι έδειχναν κάποια συμπόνια για τον άρρωστο συγγενή τους .
   Το ίδιο συνέβη και με τον μίστερ Πητ . Μόλις μαθεύτηκε το τρομερό νέο , το οικογενειακό συμβούλιο πήρε μια τρομερή απόφαση , που την έβαλαν σ' ενέργεια από την άλλη μέρα κι' όλας . Η μόνη που αντέδρασε , με πάθος , ήταν η μικρότερη αδερφή του , η οποία έβαλε τις φωνές , τα κλάματα , παρακάλεσε , αλλά τίποτα , η απόφαση είχε παρθεί .
   Η υπόθεση κράτησε ένα καλοκαίρι . Ο Παναγιώτης έμενε σ' ένα χαμόσπιτο , κάτω σ' ένα ρέμα ολομόναχος . Ευτυχώς είχε μαζί του τα βιβλία του και μια φορά την ημέρα ερχόταν κι η μικρότερη αδελφή του , που του 'φερνε λίγο φαγάκι και του 'πλενε τα ρούχα του στο ..ρέμα .
   Κάποια μέρα όμως συνέβη κάτι , που είχε τρομερές συνέπειες στη ζωή του . Η αδελφή του , μαζί με το φαγητό , του' φερε , τυλιγμένο σε κάποια πράγματα , κι' ένα απόκομμα εφημερίδας , στο οποίο γινόταν λόγος για τη μετανάστευση στην Αμερική . Το διάβασε , το ξαναδιάβασε και πήρε την απόφασή του : Θα 'φευγε ! Έτσι κι' έτσι καταδικασμένος ήταν ! Τι εδώ, τι ..εκεί ! Και καλύτερα που δε σε ξέρουν κι' όλας !
   Την άλλη μέρα , το συζήτησε με την αδελφή του και της είπε να μιλήσει σ'όλους τους δικούς , να του δώσουν - αφού δεν τον θέλουν - τα χρήματα για να φύγει , κι' έτσι κι' αυτοί να γλιτώσουν απ' αυτόν κι' αυτός ίσως να 'βρισκε γιατρειά στους ξένους γιατρούς .
   Να μη τα πολυλογούμε , οι δικοί του προθυμότατα ό,τι τους ζήτησε και το 1882 , ο Παναγιώτης Μακρόπουλος , απόφοιτος του Σχολαρχείου Λαγκαδίων Γορτυνίας , έφευγε μ' ένα Ιταλικό καράβι από την Πάτρα για την Αμερική , η οποία δεχόταν τότε όλο τον κόσμο , χωρίς διαβατήρια και ταυτότητες και άλλα τέτοια , που ζητάνε σήμερα . Αρκούσε , τότε , να 'χεις τα ναύλα να πας , για τ' άλλα ούτε που γινόταν κουβέντα .
   Όταν ο νεαρός Γορτύνιος έφτασε στη χώρα του Κολόμβου , ξαναγεννήθηκε . Θες η αλλαγή του κλίματος , θες η αδιαφορία των..πλησίον για την υγεία του , ίσως κι η προσβολή των πνευμόνων του να 'ταν ελάχιστη η ακόμα ο γιατρός , με τα υποτυπώδη μέσα της εποχής , να 'κανε λάθος , όλα αυτά είχαν σαν αποτέλεσμα την αναγέννηση του Παναγιώτη , που ένιωθε περίφημα . Ούτε βήχα , ούτε καν απλό πονοκέφαλο . Και τότε ξύπνησε μέσα του το μωραίτικο δαιμόνιο και μάλιστα το...Τριπολιτσιώτικο .
   Γυρνώντας ένα βράδυ στα σφαγεία του Ρότσεστερ , μιας πόλης κοντά στα Αμερικανο-Καναδικά σύνορα , είδε να πετάνε τα κεφαλάκια και τα ..πατσοπόδαρα των αρνιών . Βρόμαγε τότε το κρέας στην Αμερική και οι Αγγλοσάξονες δεν πολυκαταδέχονταν το πρόβειο κρέας , πόσο μάλλον τα..εντόσθια και τα κεφάλια .
Kostakis01
O Aλέκος σ'ένα του προσκύνημα στον ποιητή μας Κώστα Κρυστάλλη .
   Πιο πέρα όμως , στην ερημιά , χιλιάδες φτωχομετανάστες , Έλληνες και Σλάβοι , δούλευαν στη σιδηροδρομική  " κομπανία " στρώνοντας μέρα - νύχτα , μίλια και μίλια γραμμές για το τρένο . Η " κομπανία " , τους χορηγούσε συσσίτιο , αλλά ...αγγλοσαξωνικού γούστου , που δεν πήγαινε κάτω στα Ελληνικά και τα Σλάβικα στομάχια . Ο Πητ τότε σκέφτηκε πως αν άνοιγε μια " τρυπούλα " να μαγειρεύει ό,τι πέταγαν σαν άχρηστο τα σφαγεία της πόλης , θα έρχονταν πολλοί εργάτες να τρώνε . Και " αμ' έπος , αμ..έργον ".
   Με σανίδες έστησε την " τρυπούλα " του κι έβαλε δυο μεγάλες κατσαρόλες : Τη μια για τον πατσά και την άλλη για τα κεφαλάκια . Αποτέλεσμα : ...Χαλασμός , και τα " σέντσια " βροχή στον " μπεζαχτά " του . Αλλά οι γραμμές προχωρούσαν κι οι εργάτες ξεμάκραιναν . Δεν τους βόλευε πια να 'ρχονται για φαγητό , τότε ο Πητ πήρε μια σούστα και πήγαινε κοντά τους , κουβαλώντας τ' ανατολίτικα φαγητά του .
   Με τον καιρό απόχτησε και πείρα . Είδε τις αδυναμίες της δουλειάς του και φρόντισε να την οργανώσει καλύτερα . Πήρε κι'έναν Αλβανό βοηθό , λάδωνε και τους Αϊρίστες ( Ιρλανδούς ) πόλισμεν  (λόγω των γραμματικών γνώσεών του έμαθε πολύ γρήγορα τη γλώσσα κι έτσι τους " έφερνε καπάκι " όταν πήγαιναν να του γκρεμίσουν το " κατάστημα " ) κι όλα του ρχονταν βολικά . Δεν είχαν περάσει 2-3 χρόνια κι η παράγκα έγινε " ρέστοραν " , μέσα στην πόλη του Ρότσεστερ .
   Στο μεταξύ , όμως , η μετανάστευση από την Ευρώπη έπαιρνε γιγαντιαίες διαστάσεις . Κατά κύματα έρχονταν οι Γραικοί , που έπιαναν τις μεγάλες πόλεις , Σικάγο και Ν.Υόρκη . Το Ρότσεστερ δεν χωρούσε πια τον Πητ . Φεύγει κι εγκαθίσταται στο Σικάγο , όπου και τα μεγαλύτερα σφαγεία του κόσμου , κι η δουλειά από τα κεφαλάκια και τα πατσοπόδαρα , έφτασε ως τ΄αρνιά . Το Πάσχα οι Ορθόδοξοι ήθελαν αρνάκια για ψήσιμο , είδε ο Πητ τη ζήτηση και φρόντισε γι' αυτό . Άφηνε τον Αλβανό στο μαγαζί κι αυτός έφτανε ως τη Μοντάνα κι ως το Κολοράντο να φέρει τ΄αρνιά , από τσοπάνηδες Ερυθρόδερμους η Μεξικάνους .
   Η δουλειά είχε πολύ ψωμί κι όλο μεγάλωνε . Γιγαντωνόταν από χρόνο σε χρόνο . Η αγορά ήταν σχεδόν παρθένα κι ο Πητ εκμεταλλευόταν μεθοδικά κάθε ευκαιρία . Τώρα , με την πείρα που είχε αποκτήσει , δεν καθόταν να ζυγίσει ένα-ένα τ' αρνιά και να .." κλέψει " στο ζύγι το " γιό του Τσακαλιού " , τον Ερυθρόδερμο η τον ..Γκονζάλες τον Μεξικάνο τσοπάνη . Αγόραζε με το μάτι , , έμπαινε στο κοπάδι , διάλεγε 100 , 200 , κομμάτια κι έλεγε τόσο βάρος θα πιάσουν . Ο τσοπάνης , Ερυθρόδερμος η Μεξικάνος , συμφωνούσε , γιατί αν τα ζύγιζαν δεν θα έπεφταν και πολύ έξω . Έπειτα το πρόσωπο του Πητ ενέπνεε εμπιστοσύνη κι όλοι τον αγαπούσαν . Ποτέ του δεν ερχόταν με άδεια χέρια , πάντοτε θα 'φερνε και 2-3 μπουκάλια ποτό για το γιο του..Τσακαλιού , η καμιά μεταξωτή μαντίγια για την " σενιόρα Ιζαμπέλα ".
Kostakis12
Ο  αξέχαστος Αλέκος σε μια τρυφερή...ανθρώπινη στιγμή .
Με τον τρόπο αυτόν έγινε πασίγνωστος στη ΒΔ περιοχή των Η.Π.Α . και η φήμη του σαν έμπορα , και κυρίως σαν εκτιμητή , έφτασε ως τ' αυτιά της γνωστής πολυεθνικής φίρμας CARNATION ,  η οποία του πρότεινε να τον προσλάβει σαν " εκτιμητή " στις αγορές ζώων , αφού πρώτα τον δοκιμάσει . Δέχτηκε , πέρασε μ' επιτυχία τη δοκιμασία και σε λίγο έγινε " βοηθός " αγορών ζωντανών ζώων της CARNATION . Με το μάτι εκτιμούσε κι αγόραζε ολόκληρα κοπάδια αρνιών κι αργότερα βοδιών και , ύστερα από τον Α' παγκόσμιο πόλεμο , έγινε " πρώτος εκτιμητής " με κολοσσιαίο , για κείνα τα χρόνια , μισθό .
   Το μαγαζί στο Σικάγο τ' άφησε στον Αλβανό , τον βοηθό του , κι' ο ίδιος ρίχτηκε με τα..μούτρα στη δουλειά . Σε λίγα χρόνια κατάφερε να γίνει " γενικός διευθυντής αγορών " της εταιρείας , και όταν πήγε 70 χρονών , έφυγε με 3.000 δολάρια το μήνα σύνταξη .
   Εδώ , πίσω στα Λαγκάδια , με το μόνο άνθρωπο που είχε επαφή , ήταν η μικρότερη αδελφή του . Τους άλλους , όσο ζούσαν ακόμα , ούτε να τους ακούει ούτε να τους βλέπει . Την αδελφή του αυτή , τη βοήθησε όσο πιο πολύ μπορούσε , της έφτιαξε σπίτι , της σπούδασε όλα τα παιδιά και κάνα δυο ανιψίδια του , που δεν ήθελαν " τα γράμματα " , τους άνοιξε υπερπολυτελή ζαχαροπλαστεία στην Αθήνα . ( Ένα απ' τα ανίψια του ήταν ο Τμηματάρχης με τον οποίο συνοικούσα ) .
   Αυτή , λοιπόν ήταν η ιστορία του θείου Πητ , που ξεκίνησε αποδιοπομπαίος τον περασμένο αιώνα απ' την Ελλάδα και γύρισε πετυχημένος ύστερα από 60 χρόνια , για ν' αποδείξει πως το μωραίτικο δαιμόνιο - και ιδίως το Τριπολιτσιώτικο - θαυματουργεί πάντα , όπου κι αν βρεθεί και κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες κι αντιξοότητες .-
   Το διήγημα αυτό του Αλέκου Κωστάκη , μαζί με πολλά άλλα έργα του , περιλαμβάνεται στο βιβλίο του " ΑΝΘΗ  ΤΟΥ ΚΑΚΤΟΥ " που κυκλοφόρησε το 1995 , απ' το " ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ  ΤΕΧΝΗΣ  ΚΑΙ  ΛΟΓΟΥ ".
       Καλό  σας  μεσημέρι  , να  περνάτε  καλά ….
        www.lidoriki.com-

21.8.16

" ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΣΤΟΝ ΚΟΥΤΣΟΥΡΟ ....'



      ΟΣΑ   ΘΥΜΑΜΑΙ…
IMGω
   Πανοραμική  άποψη του  μοναστηριού της Παναγιάς της Κουτσουριώτισσας στην Αμυγδαλιά , των  κελιών και  του  περιβάλλοντος χώρου , όπως ήταν  στη δεκαετία  του  30 . Tη  φωτογραφία αυτή μας  την  έδωσε ο  καλός  φίλος Γιάννης  Πρωτοπαπάς , πρώην  Πρόεδρος του  Συλλόγου Πενταπολιτών “ Ευριπίδης “ πριν  από λίγες  μέρες , ενώ  το  κείμενο έχει  γραφτεί πριν χρόνια ..  
                             *                     *
   Παίρνοντας  λοιπόν τη  φωτογραφία στα  χέρια  μου , αυτομάτως   γύρισα  60  χρόνια  πίσω , εκεί στην  αρχή  της  δεκαετίας του  ‘50 , στην  οποία  αναφέρεται  και  η  αφήγησή  μου . Και  όχι  μόνο  αυτό , αλλά η  παλιά  αυτή  ασπρόμαυρη  φωτογραφία είναι το..” συμπύκνωμα “ της  παιδικής  μου  ανάμνησης και  επιβεβαιώνει  απολύτως τις εικόνες  που  έχουν  καταγραφεί  στο  παιδικό μου , τότε , μυαλό ..
   Το  μοναστήρι , όπως  ήταν  παλιά , τα  κελιά  δεξιά , που φιλοξενούσαν  συνήθως  τις  Γαλαξιδιώτισσες , το .. πάρκινγκ των ζώων , μπροστά δεξιά , ο  κόσμος σκόρπιος σε  ολόκληρο  τον  χώρο  γύρω  απ’ την  εκκλησία , και  φυσικά  μια..λευκοφορεμένη  κυρία , με  το..επίσημο  λευκό φόρεμά  της , όλα  όπως…τότε ..
    Διαβάστε την..ανάμνησή  μου και  βγάλτε τα  δικά  σας συμπεράσματα ..καλή  ανάγνωση..
                                         *
  “ Αρχές της δεκαετίας του 50 , ονειρεμένα χρόνια , σκληρά χρόνια..δύσκολη ζωή.
   Το Λιδορίκι , λαβωμένο βαριά , μαζεύει τα κομμάτια του , κι΄αγωνίζεται να σταθεί στα πόδια του , παλεύει για να επιβιώσει .Τα σημάδια της συμφοράς , είναι ολοφάνερα , κι΄οι πληγές ακόμα αιμορραγούν , οι Λιδορικιώτες όμως , δεν το βάζουν κάτω , προσπαθούν με τα ελάχιστα μέσα που διαθέτουν , ν΄αναστήσουν το μισοπεθαμένο χωριό τους , και το καταφέρνουν..
   Οι πίκρες , τα βάσανα , οι κατατρεγμοί , η φτώχεια και οι θάνατοι , δεν κατάφεραν να τους γονατίσουν , να τους λυγίσουν , στέκονται όρθιοι και παλεύουν , αγωνίζονται με νύχια και με δόντια , για να μη νοιώθουν πρόσφυγες στον ίδιο τους τον τόπο .
   Δειλά-δειλά ,φαίνονται τα πρώτα αχνά χαμόγελα , κι΄η Λιδορικιώτικη καρδιά , αρχίζει να χτυπάει ξανά , η ζωή συνεχίζεται , πολύ – πολύ.. δύσκολα , όμως συνεχίζεται . H δεκαετία της φρίκης ,του μίσους , της πείνας , και του αλληλοσπαραγμού , όσα σημάδια και να άφησε , είναι πια παρελθόν , ένα κακό όνειρο , ένας φρικτός εφιάλτης , που μέρα τη μέρα ξεθωριάζει , γίνεται μια κακιά..ανάμνηση .
   Παραμένουν όμως ακόμα τα φαντάσματα της καταστροφής , σκελετωμένα σπίτια , κι΄ άνθρωποι , ξεκληρισμένες οικογένειες , σφαλισμένα μαγαζιά , καμένα σπίτια , ρημαγμένα νοικοκυριά , μα πάνω απ΄όλα ο πόνος , ο πόνος για τον άδικο χαμό των αγαπημένων προσώπων , κι΄ένα σκληρό , βασανιστικό ΓΙΑΤΙ ; ένα απλό γιατί ; που τριβελίζει το μυαλό και μαραζώνει τις καρδιές .
   Στό μισοκατεστραμμένο κοιμητήριο , κάθε σούρουπο , χαροκαμένες μανάδες , γυναίκες ,θυγατέρες , αδερφάδες , γιαγιάδες , νυφάδες ,όλες μαυροντυμένες , σαν χορός αρχαίας τραγωδίας , ανάβουν τα λαδοκάντηλα , λένε τον καημό τους , ξαλαφρώνουν την ψυχή τους , κι΄άντε πάλι το άλλο βράδυ ξανά , γιατί αν ξεχαστούνε οι νεκροί ,τότε πραγματικά πεθαίνουν,τότε μόνο .
   Θεοφοβούμενοι άνθρωποι οι χωριανοί , περισσότερο βέβαια οι γυναίκες , στα χρόνια αυτά της δυστυχίας , είχαν πάντα δίπλα τους την Παναγιά , σ΄αυτή λέγαν τον πόνο τους , ζητώντας βοήθεια , και στη μεγάλη ανάγκη , παρόλη τη φτώχεια , έκαναν και κάνα τάμα , στην Κουτσουριώτισσα πού ‘ταν και θαυματουργή.
   Σαν ..στρώσαν λίγο , λοιπόν , τα πράγματα , οι Λιδορικιώτισσες άρχισαν να εκπληρώνουν τα ..τάματά τους , τα τάματα που είχαν κάνει στις δύσκολες ώρες που πέρασαν , όλο αυτό τον καιρό του χαλασμού , ένα πρωί λοιπόν η μάνα μου , μου είπε να πάω στην Τσακαλοχρυσούλα , μοδίστρα φίλη της , που έμενε σε ένα μικρό σπιτάκι , πάνω απ’ το παλιό Γυμνάσιο , γιατί το καινούργιο δεν είχε χτιστεί ακόμα , να μου πάρει μέτρα για να μου φκιάξει μια ποδιά…
   Εγώ φυσικά παραξενεύτηκα , γιατί ποδιές φορούσαν μόνο τα κορίτσια , τη ρώτησα σχετικά τι ποδιά θα ήταν αυτή , και τι την ήθελα , και τότε η μάνα μου μου εξήγησε πως με είχε τάξει στην Παναγία στον Κουτσουρό , και έπρεπε να φοράω ποδιά , σαν αυτές που φορούσαν τα κορίτσια στο σχολείο , εγώ όπως ήταν φυσικό , τσίνησα , δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί έπρεπε σώνει και καλά , να βάλω ποδιά για να πάω στον Κουτσουρό , τέλος πάντων μουρμουρίζοντας , πήγα στη Χρυσούλα και μου πήρε τα μέτρα κι’ αυτό ήταν..το ξέχασα το θέμα .
   Ήταν κατακαλόκαιρο , αρχές Αυγούστου , και μιλάμε για ζέστη αφόρητη , και πλησίαζε και η γιορτή της Παναγίας της Κουτσουριώτισσας , που ήταν στις 23 Αυγούστου . Ένα απόγευμα η Χρυσούλα έφερε στο σπίτι την ποδίτσα , και μου ευχήθηκε και..βοήθειά μου , εμένα βέβαια η όλη ιστορία δεν μου καλοφαινότανε , ντρεπόμουνα που θα φορούσα ..κοριτσίστικη ποδιά , μπλε , όπως οι συμμαθήτριές μου , αλλά και τι μπορούσα να κάνω ; Η μάνα μου δε σήκωνε κουβέντα , εγώ το μόνο που ευχόμουνα ήταν να μην έρθει..ποτέ η 23η Αυγούστου , αλλά γινόταν αυτό ; φυσικά και όχι…
   Η μάνα μου η καημένη , με ‘βαλε και τη δοκίμασα , να δει πως είναι πάνω μου , και γω..έσκαγα απ’ τη ντροπή μου , απ’ το κακό μου . Κάποτε όμως έφτασε και η προπαραμονή της Παναγίας , και η μάνα μου μου ανακοίνωσε πως την άλλη μέρα θα πηγαίναμε στον Κουτσουρό , εγώ έπεσα στα μαύρα πανιά , δεν μπορούσα να το ..χωνέψω , αλλά ούτε και μπορούσα να κάνω κάτι , ν’ αλλάξω την κατάσταση , κι’ έτσι αφέθηκα στη..μοίρα μου ..
   Η αλήθεια πάντως ήταν πως ήθελα να πάω στον Κουτσουρό , γιατί άκουγα πολλούς που κανόνιζαν να πάνε , και κανόνιζαν παρέες , αλλά δεν ήθελα να με δούνε με την ποδίτσα , σαν ..παπαδάκι , σαν κοριτσάκι , αλλά τώρα πια δεν γινόταν τίποτα , την παραμονή λοιπόν το πρωί ξεκινήσαμε , μαζί με άλλους παρέα , κυρίως γυναίκες και παιδιά , που κουβαλούσαν λαμπάδες και διάφορα άλλα τάματα , πήραμε και το μουλάρι της θειας μου της Φαλίδαινας και καβάλα η μάνα μου και γω , πήραμε το δρόμο για την Πλέσσια ..
   Ζέστη πολλή , ο δρόμος μπόλικος , κι’ αν θυμάμαι καλά , πηγαίναμε απ’ την ποταμιά , στη Μπελεσίτσα , κάνοντας που και που και από μια στάση , στα πλατάνια , πίναμε και νερό σε κάνα άμπλα , γιατί η ζέστη ήταν αφόρητη , στο δρόμο βέβαια συναντούσαμε κι’ άλλους προσκυνητές και σιγά-σιγά γίναμε ένα μικρό καραβάνι .
   Μαζί μας ήταν και κάποιες γυναίκες που είχαν ξαναπάει στον Κουτσουρό και μας έλεγαν πολλά και διάφορα , για τα κελιά , που τα πιάνουν οι..Γαλαξιδιώτισσες , από νωρίς , και πως πρέπει να πάμε όσο μπορούμε πιο γρήγορα για να πιάσουμε καμιά..πουρνάρα , κοντά στην εκκλησία , για να ..στρατοπεδεύσουμε , γιατί έρχεται κόσμος απ’ όλα τα χωριά και γίνεται ..χαμός ..κι’ άλλα πολλά τέτοια..
   Ξέχασα όμως να σας πω πως εγώ ήμουνα ντυμένος με την ποδιά , μεγάλο βάσανο , ένοιωθα πως όλοι κοίταζαν εμένα , και κρυφογελάγανε , παρακαλούσα να φτάσουμε όσο πιο γρήγορα γίνεται , να τελειώνει αυτή η ιστορία , που μου ‘χε γίνει ..βραχνάς , ..βάσανο μεγάλο ..
   Περάσαμε την Πλέσσια , και ανηφορίζοντας ένα μονοπάτι , ανεβήκαμε σε ένα μικρό οροπέδιο , μια μεγάλη λάκα , κατάξερη , μόνο κάπου κάπου είχε καμιά αγκορτσιά , και τίποτα άλλο , και η ζέστη..αφόρητη , ευτυχώς που είχαμε νεράκι και δροσιζόμαστε , βέβαια είχαμε και κάποια φαγητά , για να περάσουμε αυτή τη μια μέρα που θα μέναμε εκεί .
5

   Πλησιάζοντας είδαμε από μακριά , ψηλά στην κορφή , την εκκλησία , και μια ουρά από κόσμο και ζώα να ανεβαίνει προς τα πάνω , ενώ όσο πλησιάζαμε βλέπαμε τις αγκορτσιές σχεδόν όλες ..καπαρωμένες , πιασμένες , πράγμα που μας ανησύχησε βέβαια , αλλά και τι μπορούσαμε να κάνουμε ;
   Κάποτε φτάσαμε και μεις , εκεί επικρατούσε κατάσταση..πανικού , κάτω ακριβώς απ’ την εκκλησία , και ολόγυρα , επικρατούσε το αδιαχώρητο , μουλάρια , γαϊδούρια , δεμένα στα γύρω δέντρα , κοφίνια και ..μαρούδες κρεμασμένα στα κλαριά των αγκορτσιών και κόσμος..πολύς κόσμος να πηγαινοέρχεται , ενώ και κάμποσα παιδιά έπαιζαν του καλού καιρού , ενώ οι μανάδες τους διαρκώς τα φώναζαν..
   Δυο πράγματα έπρεπε να εξασφαλίσουμε ..επειγόντως , πρώτα-πρώτα ..στέγη , η μάλλον..αγκορτσιά για μας και δεύτερον , πάρκινγκ για τα ..γαϊδουρομούλαρά μας , βέβαια ήταν ολοφάνερο πως οι..προνομιούχες ..αγκορτσιές ήταν όλες κατειλημμένες , καθώς και οι..χώροι στάθμευσης κοντά στην εκκλησία , αλλά τι να κάνουμε ; ..βολευτήκαμε σε..δευτερότερες , λίγο παρακάτω απ’ την εκκλησία και μάλιστα απ’ την πίσω μεριά που ήταν και ..μικρογκρεμός , και το έδαφος επικλινές , θα θέλαμε κάτι καλύτερο αλλά….
   Βολευτήκαμε όπως…όπως , βολέψαμε και τα ζωντανά , ηρεμήσαμε λιγάκι , και μετά αρχίσαμε , λίγοι-λίγοι , γιατί κάποιοι έπρεπε να φυλάνε τα ..υπάρχοντά μας , να κάνουμε..εξερεύνηση του …χώρου , κάποιοι βέβαια , ήξεραν τα κατατόπια , αλλά εμείς ήμασταν ..πρωτόπειροι , ανεβήκαμε και πάνω στην εκκλησία , όπου το προαύλιο ήταν ..πηγμένο στον κόσμο , εκεί στο πλάϊ είδαμε και τα ..περίφημα κελιά , λίγα μικρά δωματιάκια , χωρίς τίποτα μέσα , αδειανά , τα οποία όπως μάθαμε , ήταν.. κατειλημμένα απ’ τις…Γαλαξειδιώτισσες , που έρχοντα μια δυο μέρες νωρίτερα , γι’ αυτό το λόγο , και απ’ότι έλεγε το..ράδιο..αρβύλα , κουβαλούσαν και ..βαλίτσες με φορέματα μαζί τους , λες και πήγαιναν σε…διασκέδαση ..
   Τέλος πάντων , ανεβήκαμε τα σκαλάκια , στο τσιμεντοστρωμένο προαύλιο , και μπήκαμε στην εκκλησία κι’ ανάψαμε ένα κεράκι , με μεγάλη δυσκολία γιατί και η εκκλησία μέσα , ήταν γεμάτη κόσμο , αλλά και ..συμπράγκαλα , μαρούδες κλπ , που σήμαινε πως οι άνθρωποι αυτοί θα κοιμόντουσαν εκεί το βράδυ , ενώ θα πρέπει να λάβετε υπόψη , πως και όλοι οι προσκυνητές , θα ξενυχτούσαν μέσα στην εκκλησία , αφού μάλιστα , οι περισσότεροι είχαν μαζί τους άρρωστους μεγάλους , αλλά και παιδάκια , που θα ξενυχτούσαν στην ολονυχτία , προσευχόμενοι και περιμένοντας το..θαύμα , γιατί , απ’ ότι μας έλεγαν η Παναγιά η Κουτσουριώτισσα , είναι θαυματουργή και έχει κάνει πολλά θαύματα , κάποια μάλιστα μας τα είπαν , ενώ σταυροκοπιούνταν , κάνοντας μετάνοιες , γονατίζοντας στις εικόνες..
Κουτσουρός 2
Το μοναστήρι όπως  ήταν  πριν  υποστεί  ζημιές απ’ τον  σεισμό και  ανακατασκευαστεί .
Ανάψαμε λοιπόν το κεράκι μας , προσκυνήσαμε στην θαυματουργή εικόνα της Παναγιάς , ακούσαμε και πολλά και διάφορα , για τα θαύματα που έχει κάνει , κατά καιρούς , η Χάρη της , κι΄όλα αυτά μέσα στην εκκλησία , όπου η ατμόσφαιρα ήταν κυριολεκτικά ..αποπνικτική , ένα περίεργο ..μείγμα από καπνούς κι’ αναθυμιάσεις λιβανιού και κεριών , που ανακατεμένο και με την φυσική..ευωδιά του καταϊδρωμένου πλήθους , σε ..’πνιγε , σου έκοβε την ανάσα…
      Εν τω μεταξύ όλο κι’ ερχόταν κόσμος , μανάδες με μωρά στην αγκαλιά , που έκλαιγαν διαρκώς , μεγαλύτερα παιδάκια που προσπαθούσαν να παίξουν , μέσα στην εκκλησία , και τα κυνηγούσαν οι μανάδες τους , και φυσικά μεγάλοι άνθρωποι , κουρασμένοι , κακοπαθημένοι , εξουθενωμένοι , που ποιός να ήξερε τι τους βασάνιζε , τι τους  έφερε ως εδώ..
   Όπως είπαμε και πριν , το πρόγραμμά μας έλεγε ξενύχτι μέσα στην εκκλησία , τώρα το που και το πως , δεν είχε και μεγάλη σημασία , εκεί στριμωγμένοι μαζί τους τόσους άλλους , και μεις.. Η ιδέα βέβαια δεν μου πολυάρεσε , αλλά δεν μπορούσα να κάνω και κάτι , δεν υπήρχε άλλη επιλογή , το πήρα λοιπόν απόφαση ..
   Ήταν όμως αδύνατο να παραμείνεις για πολλή ώρα μέσα , δεν αντεχόταν , πνιγόμουνα , όχι μόνον εγώ αλλά και πολλοί άλλοι , που έβγαιναν για ν’ ανασάνουν λίγο καθαρό αέρα , με…βάρδιες , κάποιοι απ’ την παρέα , έμεναν και κρατούσαν τις..θέσεις , προσέχοντας και τα ..συμπράγκαλά τους , που ήταν ..ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς , τα πιο απίθανα , το ίδιο κάναμε και μεις , κάποιες έμειναν μέσα και εγώ με τη μάνα μου βγήκαμε για λίγο , και θα επιστρέφαμε για να γίνει..σκάτζα –βάρδια  .
   Έξω γινόταν άλλο…πανηγύρι , κόσμος πηγαινοερχόταν , ζωντανά γκαρίζανε , παιδιά κυνηγιόντουσαν , τι να κάνουν μικρά παιδιά ήταν , μανάδες τα φώναζαν με τον ..γλυκό εκείνο τρόπο των..χωριών , σωστό ..πανδαιμόνιο , κι’ όλο και έρχονταν και καινούργιοι , κατάκοποι , και προπαντός ..καταϊδρωμένοι , απ’ το πολύωρο περπάτημα και τη ζέστη..
   Τη λίγη ώρα που μείναμε έξω , συναντήσαμε πολλούς χωριανούς μας , που ήρθαν για την ολονυχτία , κουβέντιασαν με τη μάνα μου , και μπήκαν στην εκκλησία για να εξασφαλίσουν ..κατάλυμα , πράγμα πολύ-πολύ δύσκολο , αλλά και τι να ‘καναν , η ανάγκη βλέπεις…ρίξαμε και μια ματιά στα ζωντανά μας , που τα ‘χαμε..παρκαρισμένα , κάτω απ’ την εκκλησία , δεμένα σε δέντρα , και γυρίσαμε για να κάνουμε τη βάρδια μας …
   Εγώ βέβαια , από μέρες ρωτούσα τη μάνα μου , γιατί με πήγαινε ..ταμένο στον Κουτσουρό , για ποιό λόγο , και μάλιστα ντυμένο με..ποδίτσα , όλο μου τα μάσαγε και όλο μου λεγε πως θα μου πει , την ξαναρώτησα και εδώ , στην εκκλησία , όση ώρα ήμασταν έξω , και μου είπε τελικά , πως με είχε τάξει στην Παναγία την Κουτσουριώτισσα , γιατί στην Αθήνα που μέναμε , είχα αρρωστήσει και έμεινα για λίγο στο Νοσοκομείο των παίδων , και τώρα ξεπλήρωνε την υπόσχεσή της , το τάμα της στην Παναγία …
κουτσουρός 3
 Η σπηλιά , κάτω  απ’ το  μοναστήρι , στην  οποία  η παράδοση  λέει  πως βρέθηκε  η  θαυματουργή εικόνα  της  Παναγίας .
   Και τότε μου εξήγησε , πως και οι άνθρωποι που βλέπαμε ερχόμενοι , να περπατάνε  ξυπόλυτοι , κι’ αυτοί τάμα είχαν κάνει , όπως και πολλοί-πολλοί άλλοι που βλέπαμε γύρω μας , μπήκαμε , καθίσαμε στη θέση μας , στριμωχτά-στριμωχτά , και βγήκαν οι υπόλοιποι για να πάρουν αέρα , μέσα , το πανδαιμόνιο συνεχιζόταν και μάλλον..χειροτέρευε , γιατί μέσα στην εκκλησία , πια , επικρατούσε..πανικός , φωνές , κακό , κλάματα , καπνοί , μυρωδιές , μια απερίγραπτα ..απαράδεκτη κατάσταση…
  Στρωθήκαμε λοιπόν , όπως-όπως , στο χώρο που μας κρατούσαν , με τα..δόντια , οι άλλοι , η μάλλον …οι άλλες της παρέας μας , ο οποίος χώρος βέβαια απ’ την ώρα που είχαμε βγει έξω , είχε πολύ..περιοριστεί , αφού εν τω μεταξύ είχαν μπει στην εκκλησία πολλοί νέοι προσκυνητές , που κάπου έπρεπε κι’ αυτοί να βολευτούν …
    Ο ένας πάνω στον άλλον λοιπόν , ενώ είχε αρχίσει να κυκλοφορεί , ανάμεσα στους προσκυνητές , πως θα ‘ρθει κάποια στιγμή κι’ ο δεσπότης , απ’ την Άμφισσα , και εκείνη την εποχή επίσκοπος Φωκίδος ήταν ο Αθανάσιος , τον οποίο γνώριζα φυσιογνωμικά , γιατί  τον είχα δει στο Λιδορίκι , όταν είχε έρθει σε κάποιες εκδηλώσεις , ήταν..αγριωπός , σωματώδης και ..φωνακλάς , παλιός αξιωματικός , έτσι έλεγαν , δεν τον..συμπαθούσα καθόλου …
   Κουρνιασμένος στην αγκαλιά της σχωρεμένης της μάνας μου , κατα..κουρασμένος , καταϊδρωμένος , κακοπαθημένος γενικά , είχα και το κουράγιο , και τι άλλο να’κανα ; , να παρατηρώ (…χούι εξ απαλών ..ονύχων ) όλους τους γύρω ταλαιπωρημένους προσκυνητές , που ‘χαν οι έρμοι κουβαλήσει την απελπισία και τα βάσανά τους , κι’ είχαν έρθει να προσκυνήσουν την Παναγιά , και να ζητήσουν , ποιός ξέρει για ποιό λόγο , τη βοήθειά της , δυστυχισμένος κόσμος , που είχε εναποθέσει όλες τις ελπίδες στην πίστη του..
   Άρρωστα παιδάκια , στις αγκαλιές των μανάδων τους , ανάπηροι , πονεμένοι , ανήμποροι , είχαν έρθει στη Χάρη Της , ελπίζοντας στο ..θαύμα , απελπισμένοι άνθρωποι , που όμως ελπίζανε…πιστεύανε…
   Στο μεταξύ , με τη μέθοδο της…ενδοεπικοινωνίας , έρχονταν διαρκώς και κάποιες ..πληροφορίες , για προηγούμενα θαύματα της Παναγίας , για άρρωστους που έγιναν καλά , για τυφλούς που βρήκαν το φως τους , και πολλά άλλα , που κυκλοφορούσαν από παρέα σε..παρέα , και φυσικά ανέβαζαν το θρησκευτικό ..συναίσθημα των προσκυνητών  που με βαθειά-βαθειά κατάνυξη , παρακολουθούσαν τη θεία λειτουργία της ολονυχτίας…
  Παραπίσω από μας , μια χαροκαμένη μάνα , κρατούσε το παιδάκι της ,  μικρότερο από μένα , γύρω στα 4-5 , στην αγκαλιά με στοργή , ενώ εκείνο συνέχεια έκλαιγε , χωρίς όμως να λέει ούτε μια λέξη , ούτε μια κουβέντα , κι’ απ’ότι μάθαμε δεν μιλούσε , και γι’αυτό και το’χε φέρει η καημένη η μάνα , για να το βοηθήσει η Παναγιά , κι’ άλλες ..κι’ άλλες πολλές περιπτώσεις , που μαθαίναμε , όσο περνούσε η ώρα και προχώραγε η νύχτα , όσο για ..ύπνο , δεν ήταν δυνατόν ούτε να σκεφτεί κανείς κάτι τέτοιο , με τις συνθήκες που επικρατούσαν μέσα στην εκκλησία ..
κατάλογος
  Το  μοναστήρι της  Παναγίας  της  Κουστσουριώτισσας όπως είναι  σήμερα .
Μέσα λοιπόν στο διαρκές ..βουητό , τους ψίθυρους , τις φωνές , τα κλάματα των παιδιών και την αφόρητη ζέστη , ήταν πολύ δύσκολο να παρακολουθήσει κανείς και τις ψαλμωδίες , γιατί τότε , δεν υπήρχαν  , ευτυχώς , μικροφωνικές εγκαταστάσεις , γι’ αυτό μας έκανε μεγάλη εντύπωση , όταν κάποια στιγμή ακούσαμε ένα ..ψίθυρο  :  έρχεται ο δεσπότης , κι’ αμέσως έγινε νεκρική..σιγή , απόλυτη σιγή , λες κι’ όλοι έχασαν ταυτόχρονα τη φωνή τους , αμέσως εμφανίστηκε στην ωραία πύλη , ο Αθανάσιος , σχεδόν εξαγριωμένος , κατακόκκινος , φωνάζοντας : Δεν ντρέπεστε , μαζευτήκατε εδώ και φωνάζετε , και πολλά και …διάφορα , που έκαναν τους προσκυνητές , κυριολεκτικά , να..παγώσουν , και συνέχισε , διακόπτοντας τη λειτουργία , ενώ οι έρμοι οι παπάδες , έμειναν κάγκελο , αν και τον γνώριζαν καλά-καλά , όπως επίσης και οι προσκυνητές , λίγο-πολύ , αλλά στη συνέχεια δόθηκε η..χαριστική βολή , κάτι που εξήντα περίπου χρόνια ..κουβαλάω στην παιδική μου , τότε , ψυχή , κι’ ακόμα δεν μπορώ , ούτε να το…καταλάβω , αλλά και περισσότερο να το..συγχωρήσω .
   Μέσα λοιπόν στο ξέσπασμά του , ο δεσπότης , γνωστός για την αθυροστομία του , συν τοίς..άλλοις , εκστόμισε κι’ αυτή τη φράση , που την άκουσα ολοκάθαρα και μούρθε …κεραυνός :…” μαζευτήκατε εδώ μέσα και..κλάνετε …”
   Πάγωσα , όπως και όλοι , βέβαια η διαπίστωση αυτή δεν απείχε και πολύ απ’ την πραγματικότητα , όχι , αλλά ο τρόπος που ειπώθηκε αυτή η φράση , ο χώρος και ο χρόνος , αλλά κυρίως ο άνθρωπος που την είπε , εμένα με συγκλόνισαν , κυριολεκτικά πάγωσα , κουβαριάστηκα φοβισμένος στην αγκαλιά της μάνας μου , που κι’ αυτή , όπως και όλοι τριγύρω , έμειναν αποσβολωμένοι ..μουδιασμένοι , όλοι δεν πιστεύαμε στ’ αυτιά μας…κι όμως ήταν μια..πραγματικότητα..
   Μια πραγματικότητα , φίλοι μου , που κατέστρεψε , σε μένα τουλάχιστον , όλη την κατανυκτική ατμόσφαιρα και διάθεση , που είχε δημιουργηθεί , παρόλες τις δυσκολίες , τόσες ώρες μέσα στην εκκλησία , ανάμεσα στον κόσμο που προσευχόταν , σταυροκοπιόταν κι’ έκανε συνέχεια ..μετάνοιες , δεν ξέρω , μπορεί η αντίδρασή μου να ήταν υπερβολική , μπορεί..μπορεί , πολλά μπορεί , πάντως , δεν περίμενα ποτέ , πως θα μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο , μέσα στην εκκλησία μάλιστα…και πιστεύω πως και σήμερα να συνέβαινε , και στην ηλικία που βρίσκομαι , πάλι η αντίδρασή μου θα ήταν η ίδια..
   Απογοητευμένος , κομματιασμένος..κυριολεκτικά , αφού κάτι έσπασε μέσα μου , και κουρασμένος , φυσικά , απ’ όλη την ταλαιπωρία της μέρας , αποκοιμήθηκα , δεν μπορώ να πω , και μετά από τόσα χρόνια τώρα , πόση ώρα κοιμήθηκα , αλλά κάποια στιγμή , προς το πρωί , πετάχτηκα απ’ τον ύπνο , η εκκλησία είχε..ξεσηκωθεί απ’ τις φωνές των προσκυνητών , μια απίθανη οχλαγωγία , φωνές , ψαλμοί , κλάματα , προσευχές και μια η επωδός :…μίλησε ..μίλησε ..θαύμα..θαύμα..μίλησε …
   Καθώς πετάχτηκα , απ’ τον ύπνο , είδα τη μάνα μου κι’ όλους τριγύρω , να σταυροκοποιούνται και να κλαίνε , φωνάζοντας ..Θαύμα…θαύμα..μίλησε το παιδάκι…κι’ όλοι κοίταζαν πίσω μας , προς το παιδάκι , που ανέφερα πριν , όλοι δε είχαν πέσει απάνω να δουν το θαύμα , ν΄ακούσουν το παιδί , ενώ η έρμη η μάνα του φώναζε , έκλαιγε , προσευχόταν  σε μια κατάσταση..έξαλλη …
   Δεν έμαθα ποτέ , ούτε το όνομα του παιδιού , ούτε από που ήταν , όπως επίσης δεν μπόρεσα να πλησιάσω , μέσα στην ..αναταραχή , για να δω με τα μάτια μου και φυσικά ν’ ακούσω με τ’ αυτιά μου το παιδί να ..μιλάει , το γεγονός αυτό όμως είχε περιορίσει τις άσχημες εντυπώσεις απ’ το προηγούμενο περιστατικό με το δεσπότη , απάλυνε κάπως την απογοήτευση και την…θλίψη μου , δεν την εξάλειψε όμως , γιατί είναι , ακόμα και τώρα , ένα..αγκαθάκι στην ψυχή μου……  “ …Κ.Κ.-
199
Αθήνα , 1947 η 1948 , τετράχρονος η πεντάχρονος , τότε στο Νοσοκομείο Παίδων , από αριστερά ο αγαπημένος μου πατέρας , ξαδέρφες της μάνας μου που με ‘χει αγκαλιά , ο αδερφός μου Γιώργος , κι’ ο αδερφός της μάνας μου Γιώργος Κάρλος . Η αρρώστια μου αυτή , ήταν η αιτία να με..τάξει η μάνα μου στην Παναγία την Κουτσουριώτισσα και ..φυσικά να ζήσω όλα όσα σας διηγήθηκα παραπάνω .
Κωνσταντίνος Ευθ.Καψάλης 
www/lidoriki.com 

" ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ..." ΠΑΖΑΡΙ "....


ΟΣΑ  ΘΥΜΑΜΑΙ 

 
image
Μερικές  ταινίες  του  παλιού  καλού  Ελληνικού  κινηματογράφου , είναι εξαιρετικές ..ηθογραφίες ,  ..ντοκιμαντέρ , θα λέγαμε , της Ελληνικής μεταπολεμικής ζωής και πραγματικότητας , και  έμειναν  στην  ιστορία , θυμηθείτε  το..Ζήκο , αλλά και  τόσες  άλλες φυσιογνωμίες  του  παλιού  καλού  καιρού , που αποδίδονταν  καταπληκτικά  απ’ τους  χαρισματικούς  μας  ηθοποιούς ..
   Δεν ξέρω αν την έχετε δει την ταινία , “ το  κορίτσι  της  γειτονιάς “ αν  δεν  κάνω  λάθος ,  που ο  " γαμπρός " παζάρευε για  να  παντρευτεί την αδελφή του Φωτόπουλου , ζητώντας δέκα λίρες παραπάνω , τη στιγμή λοιπόν εκείνη , το μυαλό μου γύρισε αυτόματα , στην ίδια περίπου εποχή αλλά εδώ στο χωριό μας , γιατί , δυστυχώς , κι'εδώ κάτι παρόμοια συνέβαιναν , και όχι μόνον εδώ , αλλά σε όλη την Ελλάδα .
   Βρισκόμαστε λοιπόν στις αρχές της δεκαετίας του 50 , το χωριό μας λαβωμένο , προσπαθεί με τα χίλια..ψέματα , να ορθοποδήσει , τα καμένα σπίτια θυμίζουν ακόμα τα όσα πέρασαν οι χωριανοί μας , μα δεν το βάζουν κάτω , σιγά..σιγά , ξαναβρίσκουν το χαμένο τους χαμόγελο και την χαμένη τους εμπιστοσύνη , το χωριό μας πρέπει να ξαναζωντανέψει ...
   Η αφεντιά μου , 7-8 χρόνων , πήγαινα σχολείο αλλά βοηθούσα και στο μαγαζί μας το ζαχαροπλαστείο στο Αλωνάκι , ενώ παρατηρούσα ..καταγράφοντας , όλα όσα γίνονταν καθημερινά , έχοντας το προνόμιο να βρίσκομαι , λόγω μαγαζιού , στο κέντρο της αγοράς ..
181
Το.." ΚΑΦΕΓΑΛΑΚΤΟΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΕΙΟ " μας , στο Αλωνάκι , σε φωτογραφία της εποχής εκείνης .
   Δίπλα ακριβώς απ' το μαγαζί μας ήταν το πρακτορείο των λεωφορείων , οπότε έβλεπα πάντα τις ..καινούριες αφίξεις , με το Αθηνών , δρομολόγιο που στην αρχή ήταν μια φορά την ημέρα και μετά προστέθηκε και δεύτερη , κάποια μέρα λοιπόν εμφανίσθηκε ένας ηλικιωμένος Αμερικάνος , έτσι λέγαμε τους Έλληνες που είχαν πάει μετανάστες στην Αμερική , που καταγόταν απ΄τα χωριά μας , σκοπός της επίσκεψής του στην Ελλάδα , να παντρέψει τη μεγάλη ανιψιά του , κόρη του αδερφού του , που είχε πεθάνει .
   Το νέο , διαδόθηκε με..τρόπο , ώστε να ενημερωθούν όλοι οι ενδιαφερόμενοι και ευρισκόμενοι σε ...κατάλληλη ηλικία . Πράγματι λοιπόν , το νέο κυκλοφόρησε , από στόμα σε στόμα , και μάλιστα με πλήρη...διακήρυξη του...μειοδοτικού διαγωνισμού , γιατί για κάτι τέτοιο επρόκειτο .
   Οι ενδιαφερόμενοι λοιπόν , θα προσέρχονταν σε κάποιο συγγενικό της νύφης σπίτι , και εκεί θα έκαναν την πρότασή τους , στον εξ Αμερικής μπάρμπα , αναφέροντας το συγκεκριμένο αριθμό λιρών Αγγλίας , που ζητούσαν σαν ..προίκα , μάλιστα , όπως ακριβώς το διαβάζετε ..
   Όταν έμαθα την όλη διαδικασία , κάτι ..έσπασε μέσα μου , κάτι δεν μου πήγαινε , επαναστατούσα , κι'ας μη είχα καμιά σχέση και συγγένεια , με τη νύφη , που σχεδόν δεν την γνώριζα καλά..καλά..
   Το πράγμα όμως άρχισε να αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον γιατί στον ...μειοδοτικό..διαγωνισμό , θα λάβαινε μέρος και ένα συγγενικό μου πρόσωπο , με το οποίο , κουβέντιασα το θέμα , και μου εξήγησε την όλη διαδικασία . Οι μέρες περνούσαν , και πλησίαζε η μεγάλη μέρα , όσο δε πλησίαζε τόσο ο συγγενής μου γινόταν  ανήσυχος και ..νευρικός , ενώ με ενημέρωσε πως μέχρι στιγμής οι ενδιαφερόμενοι ήταν δύο , αυτός κι' άλλος ένας ..
   Έφτασε , επί τέλους ! η μέρα , και εγώ είχα την έννοια και περίμενα να περάσει η ώρα , να πάνε οι ενδιαφερόμενοι , και ευχόμουνα να βγει..νικητής ο συγγενής μου , πράγματι το απογευματάκι , τον είδα το συγγενή μου , έτοιμο , περιποιημένο να φεύγει για την ..επικίνδυνη αποστολή , και του ευχήθηκα καλή..επιτυχία και περίμενα να περάσει η ώρα να τελειώσει η συνάντηση και να μάθω τι απέγινε ..
   Η αγωνία μου , λες και έβλεπα ταινία του Χίτσκοκ , αλλά φανταζόμουνα την όλη διαδικασία , και δεν μπορούσα να ..καταλάβω και να πιστέψω , πως πραγματικά έτσι γίνονταν τα πράγματα , και όχι μόνο γίνονταν έτσι , αλλά αυτό θεωρούνταν και απολύτως...φυσικό , τόοοοσο απλά...
   Είχε πια  νυχτώσει για καλά , και είχε περάσει κάμποση ώρα , όταν κατέφθασε ο συγγενής μου , αλλά...συντετριμμένος ..
  Ξανάσανε λίγο και μου είπε με βαθειά πίκρα , αυτές τις δυο λέξεις : Την πήρε ο....άλλος , μου είπε και  το όνομά του , γιατί ζήτησε ΔΕΚΑ  ΛΙΡΕΣ  ΛΙΓΟΤΕΡΕΣ , ΤΗΝ ΕΧΑΣΑ ΓΙΑ  ΔΕΚΑ  ΛΙΡΕΣ  !!!
   Ποτέ , δεν μπόρεσα να καταλάβω όλη αυτή τη διαδικασία , ούτε να την ..χωνέψω , ποτέ μου δεν μπόρεσα να φανταστώ , πως ένας άνθρωπος , μια γυναίκα , θα μπορούσε να είναι..αντικείμενο...παζαριού , και όμως έτσι ήταν ...
   Το περιστατικό αυτό , με είχε πληγώσει αβάσταχτα , κάτι με έκανε ακόμα και να..ντρέπομαι , για τις παρόμοιες περιπτώσεις , γιατί φυσικά δεν ήταν η ..μόνη και..μοναδική , είχα όμως σαν ...αντίβαρό της , μια άλλη περίπτωση χωριανής μας κοπέλας , που έκανε την επανάστασή της  " σπάζοντας " την κατεστημένη διαδικασία , πρόκειται για την Σοφία Καλαπτσή , την πανέμορφη Σοφία , που το βράδυ των αρραβώνων της , με Λιδορικιώτη γιατρό μεγαλύτερό της , κλέφτηκε με τον άνθρωπο που αγαπούσε , ένα νεαρό φτωχό συμμαθητή της …
image
Να περνάτε καλά , καλό βραδυ......
Κωνσταντίνος Ευθ, Καψάλης 
wwwlidoriki.com 

" H ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ..ΥΠΗΡΕΤΡΙΩΝ ..."


Απ’ το βιβλίο “ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ “ του  Χάρη  Σταματίου
IMG_0005
   Στα  τέλη  του προπερασμένου  αιώνα κυκλοφόρησε στην  πρωτεύουσα και  η “Εφημερίς των  Υπηρετριών “.
   Το  μυστικό της  εκδόσεως  της  εφημερίδος αυτής θα  σας  το  ειπούμε στο  τέλος  του  άρθρου  αυτού . Επί  του   παρόντος  θα  σας  περιγράψουμε την  εφημερίδα : Στην πρώτη σελίδα  , υπό την  προμετωπίδα , αναφέρεται ως  διευθύντρια και  αρχισυντάκτης η  Μαριγώ Καρμάδου .
   Στην  πρώτη  σελίδα  επίσης , επάνω  απ’ το κύριο  άρθρο υπάρχει μια ακαλαίσθητη ξυλογραφία . Παριστάνει  μια υπηρέτρια με  τσεμπέρι . Είναι  η  διευθύντρια κυρία  Μαριγώ Καρμάδου . Πρόκειται περί του  τύπου της  υπηρετρίας  της  εποχής .
   Το  κύριο  άρθρο φέρει  τον τίτλο  “ Αι  σκέψεις  μας  “, εις  αυτό η κ . Μαριγώ εκθέτει ενυπογράφως τις  σκέψεις  και τας  γνώμας  της περί της  θέσεως  των  υπηρετριών εν τη  κοινωνία των  αναγκών των , των  βλέψεών των , των  συμφερόντων και  των  ονείρων  των .
   Μη  δυνάμενος ν’ αποφύγω τον  πειρασμόν , θ’ αντιγράψω εδώ μερικάς  περιόδους από  το άρθρον της  κ. Καρμάδου : “ Η θέσις των  παρ’ ημίν υπηρετριών , γράφει ,  κατά  τα  τελευταία ιδίως  έτη , σφόδρα  κατέπεσε , κινδυνεύουσα μάλιστα εντελώς  να  καταστραφεί .
                                       Η     ΑΙΤΙΑ
“ Ημείς  την λυπηράν ταύτη κατάστασιν αποδίδομεν εις  τον  καταπληκτικώς αυξηθέντα των  εξ’ Άνδρου κατ’ έτος ερχομένων νέων  υπηρετριών και την εκ της  αυξήσεως ταύτης επελθούσαν ελάττωσιν  των  μισθών . Όταν μια υπηρέτρια λαμβάνει μόνον 20 ή  έστω και  30  δραχμάς κατά μήνα , δεν  δύναται να  εκτελεί ευόρκως τα  καθήκοντά  της . Εάν μεν  είναι  καμαριέρα , θα  σκουπίζει  ατελώς , εάν  είναι  μαγείρισσα θα  καίει  τα  φαγητά , εάν  τέλος  είναι  νταντά , θα  αφήνει  το  παιδί να  σπαράζει εις τα  κλάματα και  αυτή θα  επιδίδεται  εις  άλλας  εργασίας “.
   Προτείνει  λοιπόν , πιο κάτω η κ. Μαριγώ Καρμάδου τας  εξής  “ αναγκαίας μεταρρυθμίσεις “ :
   “ Ν’ αυξηθεί ο μισθός εις  50  φράγκα μηνιαίως . Να δίδεται δις της  εβδομάδος , άδεια εις τας  υπηρετρίας υπό των  κυριών των , να εξέρχονται εις  την  πόλιν , όπου συναντώσαι συγγενείς των να  διασκεδάζωσι μετ’ αυτών και  ούτως επανέρχονται εις  την  οικίαν πλήρεις  νέας  ζωής , προθυμότεραι δια την  επίπονον  εργασίαν των “.
                                *       *        *
   Πηδώμεν τώρα  στην δευτέραν  σελίδα . Η ύλη , τα  περιεχόμενα  της  εφημερίδος  είναι άφθονα , ενδιαφέροντα , απολαυστικά .
    Υπό  τον  τίτλον :
     “ ΤΑ  ΤΗΣ  ΗΜΕΡΑΣ , ΑΙ  ΠΟΛΙΤΙΚΑΙ  ΜΑΣ  ΠΕΠΟΙΘΗΣΕΙΣ “
Διαβάζουμε τας εξής αξιολόγους  και  σπουδαίας  δηλώσεις :
   “ Επειδή εις  όλα  μας  σκοπεύομεν να  είμεθα με  ανοικτήν  την  πεποίθησιν , δηλούμεν οριστικώς ότι ανήκομεν εισ  το  κόμμα του  κυρίου  Τρικούπη , διότι  απεδείχθει  ικανός  πολιτικός . Ο κύριος Δηληγιάννης εκτός  της  ανηκούστου  βλάβης , την οποίαν μας  επροξένησε , οδηγήσας όλον  τον  στρατόν  εις  τα  σύνορα εν μέσω χειμώνι κατά αείμνηστον εκείνην  εποχήν της  επιστρατείας , εκτός λέγομεν  της  βλάβης ταύτης , μας  φαίνεται εντελώς  ΑΝΙΚΑΝΟΣ προς πηδαλιούχησιν της  πολιτείας . Αυτή  είναι  η πεποίθησίς  μας . Την  λέγομεν  φανερά “.
                             *         *         *
   Η “ Εφημερίς των  υπηρετριών “ έχει και  τας  ειδήσεις  της , ειδήσεις φυσικά  επαγγελματικάς , που ενδιαφέρουν κυρίως τον  υπηρετριόκοσμον : Απολαύσατε :
   “ Η υπηρέτρια του  εν  Σύρω ειρηνοδίκου Υπερφαλαγγίων απέκτησε θυγάτριον ..καίτοι προ  4 ετών χωρισθείσα  από του  συζύγου  της ! “
    Επίσης , απ τον τιτλοφόρον “ Χρονικά  Υπηρετριών “ αντιγράφουμε :
   “ Ειδοποιούμεν  τους  λιμοκοντόρους , οίτινες ενασμενίζονται να  μας  παίρνουν  από πίσω , ότι  πρέπει να  παύσωσι  πλέον , διότι συνεστήσαμεν επιτροπήν 7  στρατιωτών , εκ των  διαφόρων  σωμάτων υπό την  αρχηγίαν λοχίου των  ευζώνων , ήτις επιτροπή ανέλαβε  να δέρει ανηλεώς πάντα κατά υπηρετριών παρεκτρεπόμενον λιμοκοντόρον “.
    Δυστυχώς ο αποψινός  χρόνος  δεν  είναι  αρκετός για  να  περιγραφεί η  περίεργη αυτή εφημερίδα του  Αθηναϊκού υπηρετριόκοσμου , γι΄αυτό …
IMG_0006
   Η  “ Εφημερίς των  Υπηρετριών “ κυκλοφόρησε εις  ένα και  μόνον  φύλλον ! Γιατί ; Μήπως δε  συγκίνησε τα  δουλικά της  πρωτευούσης ; Μήπως  δεν  διαβάστηκε ; Ήσαν  τότε  οι  υπηρέτριες  αναλφάβητες ;   Τίποτα  απ’ όλα  αυτά . Η εφημερίδα  πουλήθηκε αγρίως . Απλήστως διαβάστηκε . Δεν  είδε όμως το  αττικόν  φως άλλο της  φύλλο , για  λόγους τους  οποίους  θα  εξηγήσουμε στο  τέλος της  συνεχείας  του  παρόντος σημειώματος .
    Και  τώρα  ας  σταχυολογήσουμε τα  πιο  χαρακτηριστικά εκ των  περιεχομένων της  εφημεριδούλας  αυτής .
   Από τη  β’ σελίδα αλιεύουμε το  παρακάτω  τιτλοφοράκι :
       ΑΙ  ΥΠΗΡΕΤΡΙΑΙ   ΕΝ  ΤΗ  ΒΟΥΛΗ
   Ευχαρίστως μανθάνομεν ότι η Κυβέρνησις , κατιδούσα την ανάγκην της  παρουσίας  των  υπηρετριών εν ταις συνεδριάσι της  Βουλής , ώρισε δι’ αυτάς θεωρείον παράπλευρον του  των  διπλωματών . Ευχαριστούμε την  Κυβέρνησιν δια  την  ευγενή αυτής  μέριμναν υπέρ  ημών και  χαίρομεν , διότι μας  έθεσαν πλησίον των κ.κ.  Διπλωματών , οίτινες τοσαύτως αείποτε μας  παρέχουσι συμπαθείας .
   Φυσικά  και  πρόκειται περί  αρλούμπας ή  ενδομύχου  πόθου . Γιατί  ασφαλώς , παρά τα  χάλια του Κοινοβουλίου , καμία  Κυβέρνησις δεν θα  έβαζε πλάϊ -  πλάϊ στη  Βουλή τα  δουλικά με  τους κ.κ. διπλωμάτας .
                                  *          *          *
   Αλλά  και για  τις  παραμάνες ενδιαφερόταν το όργανο  αυτό του  υπηρετόκοσμου . Γιατί όχι ; Δεν  έχουν  ψυχή οι  καϋμένες  οι  παραμάνες ; Δεν  ήσαν κι’ αυτές     “ καταδυναστευόμεναι “ ; Δε  βρισκόντουσαν σε  ξένα  χέρια ; Δεν επρόσφεραν υπηρετούσαι  τους  κυρίους των και  το  αίμα  τους  και το  γάλα τους ;
   Ιδού  λοιπόν , ένα  σχετικό με  τις  παραμάνες  τιτλοφοράκι :
                      ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΙ
   Παραμάνα με  γάλα αφθονώτατον , ( έχει τόσο πολύ , ώστε το πωλεί προς  2  δραχμάς την οκά ) , ζητεί μωρόν δια  να θηλάζει .
                                *            *             *
   Εν Κυπαρυσσία , αι  υπηρέτριαι διωργάνωσαν διαδήλωσιν κατά  του  δημάρχου , διότι ούτος κακομεταχειρίζετο την παρ’ αυτώ υπηρετούσαν  παραμάναν !
                                  *            *              *
   Και  ποίημα όμως για  τις  παραμάνες δημοσιεύεται στο πρώτο  και τελευταίο φύλλο της  “ Εφημερίδος  των Υπηρετριών “.
   Τους  στίχους του  ποιήματος δεν τους έχει  γράψει  υπηρέτρια ..θεραπεύουσα  συν τοις  άλλοις  και τας..Μούσας . Το έχουν  πάρει  δανεικό από την  συλλογήν  του  αειμνήστου  Σουρή .
    Ιδού το  σχετικόν  κείμενον :
                         ΟΙ    ΠΑΡΑΜΑΝΕΣ
   Το κατωτέρω  ωραίον ποίημα λαμβάνομεν εκ του  τετάρτου τόμου των  ποιημάτων του  προσφιλούς μας κυρίου  Σουρή . Εάν  θέλετε  κύριε  Σουρή , να  συνεργάζεσθε εις  την  “ Εφημερίδα  των  Υπηρετριών “ , περάστε από το  γραφείον μας δια  τας  περαιτέρω  συνεννοήσεις ..
                           Ψηλός  περιβολάρης
                           όλος  δροσιά  και  χάρις
                           με  δυο κοντές νταρντάνες
                           και νέες  παραμάνες
                           εργολαβεί με γλύκα
                            και τις  τρατάρει  σύκα .
                                        *    *
                            Κοντά ο  γάϊδαρός  του
                            ψαρής  αρσενικός
                            και ως  ο κύριός  του
                            πολύ ερωτικός ,
                            το  κόρτε  ο  καϋμένος
                            κυττάζει φορτωμένος .
                            Ο κύριος τον δέρνει ,
                            αλλά δεν παύει η γρίνια ,
                            και τέλος δρόμο παίρνει
                            και ρίχνει τα κοφίνια .
                                        *    *  
                            Και  μεσ’ σ’αυτή τη  φούρια
                            οι  δύο  παραμένες
                            σουφρώνουν  δυο  αγγούρια
                            και  λίγες  μελιτζάνες .

    Δεν  ξέρουμε  αν ο  μακαρίτης ο Σουρής πέρασε απ’ τα  γραφεία της  εφημερίδος για  τα  περαιτέρω . Πάντως προσέφερε κι’ αυτός τον “ οβολόν “ του για  να  εκδοθεί το φύλλον  ευπρόσωπον .

29.2.16

'' O ΘΕΙΟΣ ΠΗΤ..''

     Σε  λίγες  μέρες στις 24 του Μαρτίου , είναι  η  παγκόσμια  ημέρα κατά  της  φυματίωσης , και  για μια..μέρα , όλοι  , υποτίθεται , στρέφουμε  το νου  και  το  βλέμμα  μας στην  αρρώστια αυτή , που  θέρισε  κόσμο  και  κοσμάκη τα  παλιότερά  χρόνια .
   Εκατοντάδες , χιλιάδες , θλιβερές  ιστορίες ανθρώπων  που επειδή αρρώστησαν από φυματίωση , πετάχτηκαν και  εγκαταλείφθηκαν σε  ερημιές  , σε  καλύβες  , μακριά απ’ τον  κόσμο  απ’ το  φόβο  της  μετάδοσης της  αρρώστιας .
   Όσο  κακό  όμως  έκανε αυτή  καθ’ αυτή η αρρώστια , άλλο  τόσο και  ίσως  και  περισσότερο έκανε  η  λαθεμένη  αντίληψη  και  συμπεριφορά των συγγενών των  ασθενών .
    Προσωπικά , γνωρίζω περίπτωση , που  κόρη  οικογένειας  με οικονομική  δυνατότητα , για  να την  βοηθήσει , αυτοκτόνησε  μέσα  στο  σπίτι  της , όπου  κρατούνταν  σχεδόν  φυλακισμένη , για  να  μη  μάθουν , οι  γείτονες  και  το  χωριό  πως  είναι  άρρωστη  από “ χτικιό “ όπως  λέγαν  τότε  τη  φυματίωση .
   Με το  παρακάτω  διήγημά  του , ο  αξέχαστος  φίλος  Αλέκος , δίνει με  αριστοτεχνικό και  απόλυτα  ρεαλιστικό  τρόπο και  πάντα  με  το  γλαφυρό του ύφος , όλη  την  τραγικότητα των  πασχόντων  απ’ την  αρρώστια  αυτή .

  “  Ο   ΘΕΙΟΣ   ΠΗΤ “ ….

    Δ Ι Η Γ Η Μ Α
Του αξέχαστου Λιδορικιώτη λογοτέχνη
  Αλέκου Κωστάκη - Μαργέλλου

Kostakis04
Ο  Αλέκος με  την  αγαπημένη  σύντροφο  της  ζωής  του , γνωστή  ποιήτρια και  ηθοποιό  Στέλλα  Αρκάδη .

ΜΙΑ  ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΟΥ ΜΟΙΑΖΕΙ  ΜΕ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ..
  “  Το καλοκαίρι του 1947 παραθέριζα στην Πεντέλη , στην οποία , τότε , έτρεχαν ακόμα άφθονα τα θαυμάσια νερά της και τα πεύκα της δεν τα 'χαν φάει οι ..λογής - λογής εμπρηστές και οικοπεδοφάγοι . Εξαιτίας του εμφύλιου , ο οποίος βρισκόταν στο φόρτε του , όλη η ορεινή Ρούμελη κι' ο Μωριάς ήταν χώροι απλησίαστοι για ξεκαλοκαίριασμα κι' ο κοσμάκης της Αθήνας και του Πειραιά , που 'χε ανάγκη από λίγο καθαρό αέρα  για τα ταλαιπωρημένα του πλεμόνια , τα μαυρισμένα απ' την πείνα και τις κακοπάθειες της τετράχρονης κατοχής , έβρισκε καταφύγιο και ψευτοβολευόταν στα πεύκα της Πεντέλης , η Πάρνηθα έπεφτε βλέπεις μακριά , ούτε συγκοινωνία είχε , αλλά ήταν κι' επικίνδυνη .
Kostakis10
Ο αξέχαστος  Αλέκος σε  μια  επίσκεψή  του  στην  ακρόπολη
   Στην Πεντέλη λοιπόν , που οι καλόγεροι της Μονής την είχαν χωρίσει σε " ζώνες " και " κατηγορίες " , το προλεταριάτο  έστηνε κάτω απ' τα πεύκα τα τσαντίρια του , πληρώνοντας στο μοναστήρι , ή στην κοινότητα , ένα μικροποσόν " για την καθαριότητα και το νερό ". Οι πρώτες ζώνες , όσες δηλαδή βρίσκονταν κοντά στο δρόμο και στις βρύσες , πλήρωναν κάμποσες δραχμές , οι παραμέσα λιγότερα κι οι απόμακρες κάτι λίγα η σχεδόν τίποτα , εφόσον είχες μάλιστα και χαρτί ..απορίας .
   Οι κάπως εύποροι , έμεναν σε διάφορα ενοικιαζόμενα σπίτια , που ο Θεός να τα 'κανε σπίτια , τέσσερα ξερά ντουβάρια κι άγριο "γδάρσιμο " , λες και νοίκιαζες σουίτα στο..Χίλτον . Έχοντας κι εγώ το μεγάλο μου γιο κάπως αδύνατον κι επειδή η ιδιαιτέρα μου πατρίδα ήταν στο κέντρο των μαχών , αναγκάστηκα να καταφύγω στην Πεντέλη , όπου , κάτω απ' το λόφο του Αστεροσκοπείου , βρήκα και νοίκιασα τον κάτω όροφο ενός μεγάλου διώροφου . Στον πάνω έμενε ένας τμηματάρχης της Αγροτικής με τη γυναίκα του , με τους οποίους σύντομα γίναμε φίλοι .
   Στον τμηματάρχη κάποτε μίλησα για το " φιλάσθενο " του γιού μου κι εξέφρασα τους φόβους μου για την υγεία του . Δικαιολογημένα βέβαια , γιατί τότε θέριζε όλη την Ελλάδα η φυματίωση , η οποία δεν χαριζόταν σε κανένα . Αυτός όταν του εξέφρασα τους φόβους μου για το παιδί μου , χαμογέλασε και μου είπε :
   - Αύριο θα 'ρθει ένας θείος μου Αμερικάνος , 80 χρονών , να μείνει μαζί μας . Ήρθε από τη Ν.Υόρκη με το " Βασίλισσα Φρειδερίκη " πριν από δυο μήνες , κουβαλώντας και μια " κάντιλακ " 12 μέτρων . Πήγε πρώτα στο χωριό , να δει τον τόπο , όπου γεννήθηκε κι αύριο τον περιμένω εδώ .
   Πραγματικά , την άλλη μέρα ..κατέπλευσε ο " Θείος " με μια κουρσάρα 12 μέτρων . Ήταν ένας λεβεντόγερος που δεν τον έκανες ούτε μισό..μήνα παραπάνω από 70, ψηλός - κυπαρίσσι σωστό - κόκκινος ..κόκκινος , γελαστός και πρόσχαρος , ένας Τριπολιτσιώτης , ίδιος ο γέρος του..Μωριά , με τη διαφορά πως ο θείος Πητ , έτσι τον λέγανε , τον.." φύσαγε τον  παρά ".
   Μας σύστησε ο ανιψιός του και πιάσαμε κουβέντα για την πολιτική , τον πόλεμο , για όλα . Γίναμε φίλοι κι όταν έμαθε για την κατάσταση του γιού μου , έδειξε τρομερό ενδιαφέρον γι' αυτόν και μια ιδιαίτερη αγάπη , η οποία για πολύ καιρό , μου φαινόταν ανεξήγητη , ώσπου ο Τμηματάρχης , ο ανιψιός του μίστερ Πητ , μ' έβγαλε απ' την απορία μου .
   Στα 1890 λοιπόν , ο Παναγιώτης Μακρόπουλος , ο " θείος " μας δηλαδή , τελείωσε με άριστα το Σχολαρχείο στα Λαγκάδια της Γορτυνίας κι έπλαθε χίλια όνειρα για το μέλλον . Η μοίρα όμως του φέρθηκε σκληρά . Κάπου " κρύωσε " , δεν πρόσεξε , έκανε πυρετό κι έπεσε στο κρεβάτι . Ήρθε ο γιατρός , που διέγνωσε τη φοβερότερη αρρώστια εκείνης της εποχής : τη φυματίωση , τη φθίση , το...χτικιό..
   Εκείνα τα χρόνια , ( κι' αυτά τα λέω για τους νεότερους ) η αρρώστια αυτή προκαλούσε τρόμο . Ο άτυχος , που αρρώσταινε από φυματίωση , ήταν καταδικασμένος διπλά : σωματικά - το λιγότερο -και ψυχικά , το χειρότερο απ' όλα . Ένας στους εκατό να γλίτωνε ( κάποιος που είχε θείο το Θεό η την είχε πάρει.." ξώφαλτσα " κι' είχε άφθονο χρήμα να πάει στο Νταβός της Ελβετίας . Εδώ , μόλις το 1902 η Σοφία Σλήμαν έχτισε το πρώτο Ελληνικό σανατόριο , σε μια έκταση 500 στρεμμάτων , που την παραχώρησε η Μονή Πετράκη , την πασίγνωστη " Σωτηρία " , όπου στο μοναδικό της κτίριο , βρήκαν καταφύγιο δώδεκα ..ασθενείς . Οι υπόλοιποι , αν δεν πήγαιναν από τη λεγόμενη .." καλπάζουσα " σε λίγες μέρες , είχαν τέτοια μεταχείριση , που σήμερα τουλάχιστον , προκαλεί φρίκη .
   Ο άρρωστος , απομονωνόταν απ' όλους . Πολλούς μάλιστα τους έβγαζαν έξω απ' τα χωριά κι' οι δυστυχείς αυτοί έμεναν σε σπηλιές , μαντριά και ταράτσες . Τους απαγορευόταν να πλησιάζουν στο χωριό . Τους πήγαιναν φαγητό μ' ένα κατσαρολάκι και τ' άφηναν 10-15 μέτρα μακριά . Το 'παιρνε ο φουκαράς , έτρωγε το λιγοστό φαγάκι του και κατόπιν τράβαγε για το καλύβι του . Η κουβέντα με τους δικούς του γινόταν από μακριά , λίγοι είχαν την τόλμη να πλησιάζουν κι ελάχιστοι εκείνοι , που δεν φοβόνταν κι έδειχναν κάποια συμπόνια για τον άρρωστο συγγενή τους .
   Το ίδιο συνέβη και με τον μίστερ Πητ . Μόλις μαθεύτηκε το τρομερό νέο , το οικογενειακό συμβούλιο πήρε μια τρομερή απόφαση , που την έβαλαν σ' ενέργεια από την άλλη μέρα κι' όλας . Η μόνη που αντέδρασε , με πάθος , ήταν η μικρότερη αδερφή του , η οποία έβαλε τις φωνές , τα κλάματα , παρακάλεσε , αλλά τίποτα , η απόφαση είχε παρθεί .
   Η υπόθεση κράτησε ένα καλοκαίρι . Ο Παναγιώτης έμενε σ' ένα χαμόσπιτο , κάτω σ' ένα ρέμα ολομόναχος . Ευτυχώς είχε μαζί του τα βιβλία του και μια φορά την ημέρα ερχόταν κι η μικρότερη αδελφή του , που του 'φερνε λίγο φαγάκι και του 'πλενε τα ρούχα του στο ..ρέμα .
   Κάποια μέρα όμως συνέβη κάτι , που είχε τρομερές συνέπειες στη ζωή του . Η αδελφή του , μαζί με το φαγητό , του' φερε , τυλιγμένο σε κάποια πράγματα , κι' ένα απόκομμα εφημερίδας , στο οποίο γινόταν λόγος για τη μετανάστευση στην Αμερική . Το διάβασε , το ξαναδιάβασε και πήρε την απόφασή του : Θα 'φευγε ! Έτσι κι' έτσι καταδικασμένος ήταν ! Τι εδώ, τι ..εκεί ! Και καλύτερα που δε σε ξέρουν κι' όλας !
   Την άλλη μέρα , το συζήτησε με την αδελφή του και της είπε να μιλήσει σ'όλους τους δικούς , να του δώσουν - αφού δεν τον θέλουν - τα χρήματα για να φύγει , κι' έτσι κι' αυτοί να γλιτώσουν απ' αυτόν κι' αυτός ίσως να 'βρισκε γιατρειά στους ξένους γιατρούς .
   Να μη τα πολυλογούμε , οι δικοί του προθυμότατα ό,τι τους ζήτησε και το 1882 , ο Παναγιώτης Μακρόπουλος , απόφοιτος του Σχολαρχείου Λαγκαδίων Γορτυνίας , έφευγε μ' ένα Ιταλικό καράβι από την Πάτρα για την Αμερική , η οποία δεχόταν τότε όλο τον κόσμο , χωρίς διαβατήρια και ταυτότητες και άλλα τέτοια , που ζητάνε σήμερα . Αρκούσε , τότε , να 'χεις τα ναύλα να πας , για τ' άλλα ούτε που γινόταν κουβέντα .
   Όταν ο νεαρός Γορτύνιος έφτασε στη χώρα του Κολόμβου , ξαναγεννήθηκε . Θες η αλλαγή του κλίματος , θες η αδιαφορία των..πλησίον για την υγεία του , ίσως κι η προσβολή των πνευμόνων του να 'ταν ελάχιστη η ακόμα ο γιατρός , με τα υποτυπώδη μέσα της εποχής , να 'κανε λάθος , όλα αυτά είχαν σαν αποτέλεσμα την αναγέννηση του Παναγιώτη , που ένιωθε περίφημα . Ούτε βήχα , ούτε καν απλό πονοκέφαλο . Και τότε ξύπνησε μέσα του το μωραίτικο δαιμόνιο και μάλιστα το...Τριπολιτσιώτικο .
   Γυρνώντας ένα βράδυ στα σφαγεία του Ρότσεστερ , μιας πόλης κοντά στα Αμερικανο-Καναδικά σύνορα , είδε να πετάνε τα κεφαλάκια και τα ..πατσοπόδαρα των αρνιών . Βρόμαγε τότε το κρέας στην Αμερική και οι Αγγλοσάξονες δεν πολυκαταδέχονταν το πρόβειο κρέας , πόσο μάλλον τα..εντόσθια και τα κεφάλια .
Kostakis01
O Aλέκος σ'ένα του προσκύνημα στον ποιητή μας Κώστα Κρυστάλλη .
   Πιο πέρα όμως , στην ερημιά , χιλιάδες φτωχομετανάστες , Έλληνες και Σλάβοι , δούλευαν στη σιδηροδρομική  " κομπανία " στρώνοντας μέρα - νύχτα , μίλια και μίλια γραμμές για το τρένο . Η " κομπανία " , τους χορηγούσε συσσίτιο , αλλά ...αγγλοσαξωνικού γούστου , που δεν πήγαινε κάτω στα Ελληνικά και τα Σλάβικα στομάχια . Ο Πητ τότε σκέφτηκε πως αν άνοιγε μια " τρυπούλα " να μαγειρεύει ό,τι πέταγαν σαν άχρηστο τα σφαγεία της πόλης , θα έρχονταν πολλοί εργάτες να τρώνε . Και " αμ' έπος , αμ..έργον ".
   Με σανίδες έστησε την " τρυπούλα " του κι έβαλε δυο μεγάλες κατσαρόλες : Τη μια για τον πατσά και την άλλη για τα κεφαλάκια . Αποτέλεσμα : ...Χαλασμός , και τα " σέντσια " βροχή στον " μπεζαχτά " του . Αλλά οι γραμμές προχωρούσαν κι οι εργάτες ξεμάκραιναν . Δεν τους βόλευε πια να 'ρχονται για φαγητό , τότε ο Πητ πήρε μια σούστα και πήγαινε κοντά τους , κουβαλώντας τ' ανατολίτικα φαγητά του .
   Με τον καιρό απόχτησε και πείρα . Είδε τις αδυναμίες της δουλειάς του και φρόντισε να την οργανώσει καλύτερα . Πήρε κι'έναν Αλβανό βοηθό , λάδωνε και τους Αϊρίστες ( Ιρλανδούς ) πόλισμεν  (λόγω των γραμματικών γνώσεών του έμαθε πολύ γρήγορα τη γλώσσα κι έτσι τους " έφερνε καπάκι " όταν πήγαιναν να του γκρεμίσουν το " κατάστημα " ) κι όλα του ρχονταν βολικά . Δεν είχαν περάσει 2-3 χρόνια κι η παράγκα έγινε " ρέστοραν " , μέσα στην πόλη του Ρότσεστερ .
   Στο μεταξύ , όμως , η μετανάστευση από την Ευρώπη έπαιρνε γιγαντιαίες διαστάσεις . Κατά κύματα έρχονταν οι Γραικοί , που έπιαναν τις μεγάλες πόλεις , Σικάγο και Ν.Υόρκη . Το Ρότσεστερ δεν χωρούσε πια τον Πητ . Φεύγει κι εγκαθίσταται στο Σικάγο , όπου και τα μεγαλύτερα σφαγεία του κόσμου , κι η δουλειά από τα κεφαλάκια και τα πατσοπόδαρα , έφτασε ως τ΄αρνιά . Το Πάσχα οι Ορθόδοξοι ήθελαν αρνάκια για ψήσιμο , είδε ο Πητ τη ζήτηση και φρόντισε γι' αυτό . Άφηνε τον Αλβανό στο μαγαζί κι αυτός έφτανε ως τη Μοντάνα κι ως το Κολοράντο να φέρει τ΄αρνιά , από τσοπάνηδες Ερυθρόδερμους η Μεξικάνους .
   Η δουλειά είχε πολύ ψωμί κι όλο μεγάλωνε . Γιγαντωνόταν από χρόνο σε χρόνο . Η αγορά ήταν σχεδόν παρθένα κι ο Πητ εκμεταλλευόταν μεθοδικά κάθε ευκαιρία . Τώρα , με την πείρα που είχε αποκτήσει , δεν καθόταν να ζυγίσει ένα-ένα τ' αρνιά και να .." κλέψει " στο ζύγι το " γιό του Τσακαλιού " , τον Ερυθρόδερμο η τον ..Γκονζάλες τον Μεξικάνο τσοπάνη . Αγόραζε με το μάτι , , έμπαινε στο κοπάδι , διάλεγε 100 , 200 , κομμάτια κι έλεγε τόσο βάρος θα πιάσουν . Ο τσοπάνης , Ερυθρόδερμος η Μεξικάνος , συμφωνούσε , γιατί αν τα ζύγιζαν δεν θα έπεφταν και πολύ έξω . Έπειτα το πρόσωπο του Πητ ενέπνεε εμπιστοσύνη κι όλοι τον αγαπούσαν . Ποτέ του δεν ερχόταν με άδεια χέρια , πάντοτε θα 'φερνε και 2-3 μπουκάλια ποτό για το γιο του..Τσακαλιού , η καμιά μεταξωτή μαντίγια για την " σενιόρα Ιζαμπέλα ".

Kostakis12
Ο  αξέχαστος Αλέκος σε μια τρυφερή...ανθρώπινη στιγμή .
Με τον τρόπο αυτόν έγινε πασίγνωστος στη ΒΔ περιοχή των Η.Π.Α . και η φήμη του σαν έμπορα , και κυρίως σαν εκτιμητή , έφτασε ως τ' αυτιά της γνωστής πολυεθνικής φίρμας CARNATION ,  η οποία του πρότεινε να τον προσλάβει σαν " εκτιμητή " στις αγορές ζώων , αφού πρώτα τον δοκιμάσει . Δέχτηκε , πέρασε μ' επιτυχία τη δοκιμασία και σε λίγο έγινε " βοηθός " αγορών ζωντανών ζώων της CARNATION . Με το μάτι εκτιμούσε κι αγόραζε ολόκληρα κοπάδια αρνιών κι αργότερα βοδιών και , ύστερα από τον Α' παγκόσμιο πόλεμο , έγινε " πρώτος εκτιμητής " με κολοσσιαίο , για κείνα τα χρόνια , μισθό .
   Το μαγαζί στο Σικάγο τ' άφησε στον Αλβανό , τον βοηθό του , κι' ο ίδιος ρίχτηκε με τα..μούτρα στη δουλειά . Σε λίγα χρόνια κατάφερε να γίνει " γενικός διευθυντής αγορών " της εταιρείας , και όταν πήγε 70 χρονών , έφυγε με 3.000 δολάρια το μήνα σύνταξη .
   Εδώ , πίσω στα Λαγκάδια , με το μόνο άνθρωπο που είχε επαφή , ήταν η μικρότερη αδελφή του . Τους άλλους , όσο ζούσαν ακόμα , ούτε να τους ακούει ούτε να τους βλέπει . Την αδελφή του αυτή , τη βοήθησε όσο πιο πολύ μπορούσε , της έφτιαξε σπίτι , της σπούδασε όλα τα παιδιά και κάνα δυο ανιψίδια του , που δεν ήθελαν " τα γράμματα " , τους άνοιξε υπερπολυτελή ζαχαροπλαστεία στην Αθήνα . ( Ένα απ' τα ανίψια του ήταν ο Τμηματάρχης με τον οποίο συνοικούσα ) .
   Αυτή , λοιπόν ήταν η ιστορία του θείου Πητ , που ξεκίνησε αποδιοπομπαίος τον περασμένο αιώνα απ' την Ελλάδα και γύρισε πετυχημένος ύστερα από 60 χρόνια , για ν' αποδείξει πως το μωραίτικο δαιμόνιο - και ιδίως το Τριπολιτσιώτικο - θαυματουργεί πάντα , όπου κι αν βρεθεί και κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες κι αντιξοότητες .-
   Το διήγημα αυτό του Αλέκου Κωστάκη , μαζί με πολλά άλλα έργα του , περιλαμβάνεται στο βιβλίο του " ΑΝΘΗ  ΤΟΥ ΚΑΚΤΟΥ " που κυκλοφόρησε το 1995 , απ' το " ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ  ΤΕΧΝΗΣ  ΚΑΙ  ΛΟΓΟΥ ".
       Καλό  σας  βράδυ , να  περνάτε  καλά ….Κ.Κ.-

             www.lidoriki.com