Showing posts with label ΠΑΛΙΑ ΣΙΝΕΜΑ. Show all posts
Showing posts with label ΠΑΛΙΑ ΣΙΝΕΜΑ. Show all posts

9.7.14

ΠΑΛΙΑ ΣΙΝΕΜΑ

 


(Σύντομο χρονικό των κινηματογράφων στην Ελλάδα)

ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΙ-ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΘΕΡΙΝΑ

Οι πρώτοι χώροι στους οποίους παρουσιάζεται αμιγές κινηματογραφικό θέαμα είναι οι αθηναϊκές πλατείες. Αυτοί είναι φορητοί κινηματογράφοι που στήνονται στις πλατείες μόνο τους καλοκαιρινούς μήνες και συνήθως για περιορισμένες προβολές αφού κινούνται από την Αθήνα στην επαρχία.

Σαν οι  πρώτοι σταθεροί θερινοί κινηματογράφοι στην Αθήνα μπορούν να θεωρηθούν αυτοί που στήθηκαν στα καφενεία της πλατείας Συντάγματος και του Ζαππείου και λειτούργησαν για πάνω από δέκα χρόνια. Το 1904 βασικά ξεκίνησαν οι συστηματικές προβολές και στα δύο αυτά σημεία που συγκέντρωναν έτσι κι αλλιώς  τον περισσότερο κόσμο της πρωτεύουσας.

Όπως αναφέρει το Εμπρός (11 Μαΐου) τριάντα κινηματογράφοι ετοιμάζονται να στηθούν το καλοκαίρι του 1907 σε διάφορες συνοικίες των Αθηνών. Και φυσικά τα θερινά θέατρα συνεχίζουν κι αυτά να περιλαμβάνουν κινηματογράφο σαν μια ξεχωριστή ατραξιόν.

ΟΙ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΙ ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΖΟΝΤΑΙ

Το 1910 είναι μια σημαντική χρονιά για τον κινηματογράφο της πρωτεύουσας. Η μεγάλη ζήτηση που έχει ο κινηματογράφος σπρώχνει επιχειρηματίες να κάνουν σοβαρές επενδύσεις στη νέα τέχνη.

Το 1913 χτίστηκε το πρώτο χτίριο ειδικά για κινηματογράφο από τον μικρασιάτη επιχειρηματία και πρωτοπόρο κινηματογραφικό επιχειρηματία Ε Μαυροδημάκη. « Ήταν το «Παλλάς» που κατόπιν εγκρεμίσθη και εκτίσθη στο ίδιο οικόπεδο το μέγαρον Εφεσίου».

Το 1913 άνοιξε το «Νέον», Πατησίων 8, όπου το κατάστημα του Μαρούση.

Το 1913, ανοίγει το ΡΟΖΙΚΛΑΙΡ στην οδό Πατησίων 12 από τον Π. Φλεγκενάιμερ. Του έδωσε αυτό το όνομα κάνοντας μια σύνθεση  από τα ονόματα  που είχαν δυο κόρες του: Ρόζα και Κλαίρη.

Το 1920, σύμφωνα με τον «Οδηγό της Ελλάδος» λειτουργούν οι παρακάτω κινηματογράφοι:

Χειμερινοί:Απόλλων (Σταδίου 20) Διευθ. Γ Αναστασιάδης, «Αττικόν» (Σταδίου 25) Διευθ. Κ. Εμπέογλου, «Παλλάς» (Σταδίου 24) Διευθ. Κ. Εμπέογλου, «Σπλέντιτ» (Σταδίου 22) Διευθ. Κ. Εμπέογλου, «Πάνθεον» (Πανεπιστημίου) Διευθ. Τ. Μάντακας, «Ροζικλαίρ» (Πατησίων) Διευθ. Κ. Καράς. Θερινοί: Ζαππείου, Καφεθυστιατόριο με ορχήστρα, δύο στην Πλατεία  Συντάγματος-Καφενείο Ζαχαράτου και Καφενείο Περιπτέρου, «Μουλέν Ρούζ» Αλυσσίδα-τέρμα Πατησίων με ορχήστρα και εστιατόριο.

Στην μόδα του κινηματογράφου υποτάσσεται το θέατρο Κοτοπούλη στην πλατεία Ομονοίας.

Το 1928 οι 5 κινηματογράφοι του 1913 έγιναν 16 χειμερινοί και 12 θερινοί.  Το 1938 οι χειμερινοί στην Αθήνα είναι 26 και οι θερινοί πάνω από 60.

Τη δεκαετία 1930-40 δημιουργούνται οι μεγαλύτεροι και πολυτελέστεροι κινηματογράφοι της χώρας. Είναι η εποχή που χτίζονται το Παλλάς και το Ρεξ στην Αθήνα. Ποτέ άλλοτε δεν φτιάχτηκαν όμοιά τους. Την μεταπολεμική περίοδο, απλώς πολλαπλασιάζονται χωρίς ποτέ να φτάσουν την μεγαλοπρέπεια των προγενέστερων.

Παραμονές του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, τον Σεπτέμβρη του 1939 συγκεκριμένα, λειτουργούν στην Ελλάδα 280 κινηματογράφοι, αριθμός σχεδόν διπλάσιος από αυτόν του 1935 (150 αίθουσες). Το ένα τρίτο από αυτούς βρίσκεται στην πρωτεύουσα. Η Αθήνα διαθέτει εννέα κινηματογράφους πρώτης προβολής, εικοσιπέντε δεύτερης ή συνοικιακούς και 65 θερινούς.

ΟΙ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΙ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ

Αμέσως μετά την κήρυξη του πολέμου, το πιο ενδιαφέρον κινηματογραφικό θέαμα για τους ανθρώπους στις πόλεις, γίνονται τα πολεμικά επίκαιρα. Στην Αθήνα είναι δυο οι αίθουσες που προβάλουν αποκλειστικά πολεμικά επίκαιρα, ελληνικά και αγγλικά, το Σινεάκ και το Άστυ.

Αλλά έρχεται η στιγμή που το μέτωπο καταρρέει. Στις 9 Απριλίου 1940 οι Γερμανοί μπαίνουν στη Θεσσαλονίκη. Μία από τις πρώτες διαταγές που εξέδωσαν  ήταν να ανοίξουν οι κινηματογράφοι για να δείξουν ότι η ζωή συνεχίζεται ειρηνικά κάτω από τη δική τους υψηλή προστασία. Την προηγούμενη περίοδο λόγω του φόβου των συναγερμών οι κινηματογράφοι υπολειτουργούσαν, ανοίγοντας σε ακατάστατες ώρες.

Η διαφορά που υπάρχει τώρα με την προηγούμενη περίοδο είναι ότι επιτάσσονται ορισμένοι κινηματογράφοι και διατίθενται για τη ψυχαγωγία των στρατιωτών τους. Στη Θεσσαλονίκη, τα Διονύσια μετατρέπονται σε Soldaten Kino, το Πατέ σε Germania Kino και το Παλλάςσε Frontbuhne. Τα Ηλύσια «παραχωρούνται» στους Ιταλούς. Στην Αθήνα, το Αττικόν μετατρέπεται σε Soldaten Kino Victoria, το Απόλλων σε Kino Apollo, ενώ  οι άλλοι κινηματογράφοι υποχρεώνονται να αναγράφουν τους τίτλους των έργων εκτός από ελληνικά, στα γερμανικά και ιταλικά. Το μέτρο αυτό επεκτείνεται σε όλη την Ελλάδα.

Με την είσοδο των Γερμανών δεν σημειώνεται καμία άλλη αλλαγή στη λειτουργία των κινηματογράφων πέρα από την απαγόρευση ταινιών που προέρχονται από εχθρικές προς τον Άξονα ταινίες, την υποχρεωτική προβολή γερμανικών προπαγανδιστικών επικαίρων και τις ώρες προβολής που προσαρμόζονται στις απαγορεύσεις της κυκλοφορίας και τις ανάγκες εξοικονόμησης ηλεκτρικής ενέργειας.

Στην Κατερίνη, οι Γερμανοί, κουβαλούσαν τη δική τους μηχανή προβολής όταν έκαναν κατά διαστήματα προβολές για τους στρατιώτες τους μια και αυτή που είχε ο κινηματογράφος είχε χαλασμένο το σύστημα του ήχου και έπαιζε όλες τις ταινίες βωβές, πράγμα που φαίνεται δεν ενοχλούσε τους ντόπιους!

Η ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΑΝΘΗΣΗ

Με τη λήξη της γερμανικής κατοχής δημιουργείται το πρωτοφανές φαινόμενο της μαζικής προσέλευσης στους κινηματογράφους της πρωτεύουσας. Αλλά αυτό δεν είναι ένα ευκαιριακό φαινόμενο, η αντίδραση ίσως στην στερημένη ζωή της κατοχής, αλλά έχει διάρκεια. Και το 1966 το περιοδικό Εικόνες χαρακτηρίζει την Αθήνα σαν την «πιο ιδιότυπη κινηματογραφόπληκτη πρωτεύουσα της υφηλίου» με τις «50 αίθουσες πρώτης προβολής και το τακτικό επταήμερο των 12 καινούργιων ταινιών»

ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ ’90
(από μια έρευνα του ΕΚΚΕ για την Κατάσταση του συστήματος διανομής στην Ελλάδα

Η συνολική εικόνα, πάντως, για την κατανομή των κινηματογραφικών αιθουσών στην Ελλάδα έχει ως εξής: Ο αριθμός των αιθουσών / οθονών ανέρχεται σε 443. Αυτές ανήκουν σε 382 κινηματογραφικές μονάδες / επιχειρήσεις. Από τις 443 αίθουσες, οι 203 είναι χειμερινές, οι 53 ετήσιας λειτουργίας και οι 186 θερινές. Αν και στο λεκανοπέδιο συγκεντρώνεται περίπου το 35% το συνολικού πληθυσμού της χώρας, το αντίστοιχο ποσοστό των κινηματογραφικών αιθουσών / οθονών ξεπερνά το 52%. Οι τρεις περιφέρειες με το μικρότερο αριθμό αιθουσών είναι η Δυτική Μακεδονία με 0,7%, τα Ιόνια Νησιά με 1,1% και το Βόρειο Αιγαίο με 1,3%, ενώ υπάρχει ένας νομός εντός των ορίων του οποίου δεν υφίσταται κινηματογραφική αίθουσα: πρόκειται για τον νομό Φλωρίνης.”

47 διατηρητέοι θερινοί κινηματογράφοι

Το 1997 ο τότε υπουργός ΠΕΧΩΔΕ, Κώστας Λαλιώτης, με απόφασή του χαρακτήρισε διατηρητέα τη χρήση 47 θερινών κινηματογράφων που βρίσκονται εντός του λεκανοπεδίου Αττικής:

ΑΙΓΛΗ (Ζάππειο) ΒΟΞ (Εξάρχεια) ΘΗΣΕΙΟ ΠΑΛΛΑΣ (Παγκράτι) ΣΙΝΕ ΠΑΡΙ (Πλάκα) ΑΝΕΣΙΣ (Αμπελόκηποι) ΑΕΛΛΩ (Κυψέλη) ΕΛΛΗΝΙΣ (Αμπελόκηποι) ΕΚΡΑΝ (Εξάρχεια) ΛΙΛΑ (Πατήσια) ΜΠΡΟΝΤΓΟΥΕΪ (Κυψέλη) ΡΙΒΙΕΡΑ (Εξάρχεια) ΗΛΕΚΤΡΑ (Πατήσια) ΑΘΗΝΑΙΑ (Κολωνάκι) ΑΜΟΡΕ (Πολύγωνο) ΜΕΤΡΟΠΟΛ (Αθήνα) ΤΡΙΑΝΟΝ (Κυψέλη) ΝΑΝΑ (Δάφνη) ΝΕΑ ΠΑΝΑΘΗΝΑΙΑ (Αθήνα) ΜΙΤΣΙ (Κουκάκι) ΑΤΗΕΝΕ (Κυψέλη) ΔΙΑΝΑ (Κυψέλη) ΣΤΕΛΛΑ (Κυψέλη) ΡΑΝΙΑ (Πατήσια) ΜΟΝ ΡΕΠΟ (Αγ. Νικόλαος Αχαρνών) ΔΕΞΑΜΕΝΗ (Κολωνάκι) ΛΑΟΥΡΑ (Παγκράτι) ΜΠΟΜΠΟΝΙΕΡΑ (Κηφισιά) ΧΛΟΗ (Κηφισιά) ΦΙΛΟΘΕΗ, ΦΑΝΤΑΖΙΟ (Πειραιάς) ΑΜΥΝΤΑΣ (Υμηττός) ΔΙΑΝΑ (Παλ. Φάληρο) ΑΜΑΡΥΛΛΙΣ (Αγ. Παρασκευή) ΚΑΡΜΕΝ (Αθήνα) ΤΙΤΑΝ (Αιγάλεω) ΦΛΕΡΥ (Καλλιθέα) ΠΟΛΕΝΑ (Ανω Πατήσια) ΑΚΤΗ (Βουλιαγμένη) ΨΥΧΙΚΟ ΜΕΛΙΝΑ ΜΕΡΚΟΥΡΗ (Ηλιούπολη) ΚΑΤΕΡΙΝΑ (Χαϊδάρι) ΑΣΤΡΟΝ (Μάνδρα) ΑΜΙΚΟ (Χαλάνδρι) ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ (Χαλάνδρι) ΑΘΗΝΑ (Χαλάνδρι) ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ (Χαλάνδρι)

http://paliasinema.wordpress.com

 πίσω στα παλιά

16.5.14

ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΣΙΝΕΜΑ : Η ΓΑΡΔΕΝΙΑ

 
Τις «χρυσές» για τον κινηματογράφο στην Αθήνα ,δεκαετίες του ’50 ,του ’60 αλλά και του '70, και στην συνοικία μας, τον Νέο Κόσμο, τα σινεμά αφθονούσαν.

(ΑΛΙΝΤΑ,ΣΙΝΕ ΕΠΤΑ, ΕΥΡΩΠΗ,ΝΑΣΙΟΝΑΛ, ΘΑΛΕΙΑ,ΡΙΡΙΚΑ, ΟΡΦΕΥΣ, ΜΕΡΒΕΙΓ,ΟΑΣΙΣ,ΑΝΝΑ κ.α.)


........τότε.................................................... τώρα...
Ένα από αυτά ήταν και η ΓΑΡΔΕΝΙΑ επί της Βουλιαγμένης λίγο πιο πάνω από το Ναό του Αγίου Ιωάννη, που δημιούργησε ο κύριος Γεώργιος Μακρής. Σήμερα στο μέρος αυτό, που είναι γνωστό σαν στάση Γαρδένια, υπάρχει ένα σούπερ μάρκετ ο Μαρινόπουλος.

ο κ.Μακρής
Το 1949 χτίστηκε η είσοδος και στη συνέχεια δημιουργήθηκε στοά με 6 μαγαζιά(τσιγάρα-ψιλικά-ηλεκτρικά είδη (ΖΑΝΟΣ) -κουρείς- εργολαβικό γραφείο) Ήταν θερινό cinema μέχρι το 1960 ενώ μετά , που στεγάστηκε με σιδηρά κατασκευή, λειτούργησε μέχρι και το 1990 που έκλεισε. Μέχρι το 1975 λειτούργησε και ως χειμερινός και ως καλοκαιρινός. Στη χρυσή εποχή του κινηματογράφου Γαρδένια εργάζονταν ως χειριστές μηχανής την ημέρα 3 μηχανικοί (!), 3 ταξιθέτριες, στο bar 10 άτομα(!!!) , 1 ταμίας και 1 θυρωρός.
Όπως μας είπε ο γιος του κυρίου Γιώργου, ο κ. Δημήτρης Μακρής (σημερινός ιδιοκτήτης του σούπερ μάρκετ Μαρινόπουλος) <<Το cinema κυριάρχησε για πολλές δεκαετίες μέχρι την εμφάνιση της τηλεόρασης, καθώς ήταν η μοναδική διασκέδαση λόγω και του φτηνού εισιτηρίου του. Τότε παίζονταν παραστάσεις από τις 11 το πρωί τις Κυριακές είτε μεγάλες παραγωγές του Χόλυγουντ αλλά και ο ελληνικός κινηματογράφος.>>
<< Όλες οι ταινίες στο πανί της Γαρδένιας>> όπως είπε χαρακτηριστικά ο κύριος Δημήτρης που συμπλήρωσε ότι η Γαρδένια ήταν ο μεγαλύτερος κινηματογράφος επί της Βουλιαγμένης με 1200 καθίσματα.

( το 1952)
Η Γαρδένια εκτός από κινηματογράφος, λειτούργησε και ως θέατρο και καραγκιόζης αλλά και ως χώρος συναυλιών(έχουν περάσει πολλοί Έλληνες καλλιτέχνες της εποχής π.χ. Πασχάλης, Διονύσιος Τσιτσάνης, Βοσκόπουλος, Καίτη Γκραίη.)
(το 1962)
Στα 55 χρόνια λειτουργίας του αντιμετώπισε 2 κρίσεις. Η πρώτη με την εμφάνιση της τηλεόρασης (1970) και η δεύτερη με την εμφάνιση του video.Το τέλος ήρθε το 1990 όταν ο ιδιοκτήτης αποφάσισε να τον κλείσει, όταν η αγορά του cinema άλλαξε μορφή με τα γνωστά village (δηλαδή πολλές μικρές αίθουσες).

(το 1979)

Πηγές: http://cinemahellas.blogspot.com

Φωτο απο την οικογένεια Μακρή
Κωνσταντίνα Λιγνού

http://6okynosarges.blogspot.gr

 πίσω στα παλιά

6.5.14

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ .. ΤΑ ΣΙΝΕΜΑ ΤΗΣ ΠΑΛΙΑΣ ΓΕΙΤΟΝΙΑΣ

 

Τα σινεμά  κάποτε... Ακαδημία Πλάτωνος....Κολωνός...Βούθουλας... ΚΟΛΩΝΟΣ θερινός...η μάντρα με αγιόκλημα και γιασεμί και απ΄έξω ο στραγαλατζής με τα χάρτινα χωνάκια που έβαζε τον πασατέμπο τα στραγάλια τις σταφίδες...

Υπήρχε και εναλλακτική όμως το ΑΚΡΟΝ θερινός επίσης με το ίδιο ντεκόρ...

Ελληνικές ταινίες αλλά και ξένες με γέλιο με κλάμα με δράση.

Αργότερα έγινε αναψυκτήριο με κομφερασιέ με τραγουδιστές...σήμερα είναι πολυεθνικό φασφουντάδικο.

Άλλο σινεμά το ΑΘΗΝΑΙ...είχε κοσμάκη αυτή η συνοικία δίπλα από την Ομόνοια όπως έλεγαν τότε με τα πόδια πηγαινοερχόσουνα.

Να θυμηθούμε και τα χειμερινά όμως....

ΑΡΜΟΝΙΑ και ΑΣΤΟΡΙΑ πρώτης προβολής παρακαλώ με οσκαράτες ταινίες... μιούζικαλ...

Στο πρώτο δούλευε γνωστή ταξιθέτρια και είχα το μέσον ...μάθαινα απ΄έξω την ταινία που μου άρεσε.

Δεν υπάρχουν σήμερα έγιναν πολυμπακάλικο....

Τέλος Η ΑΡΙΑΝΝΑ στην Κολοκυνθού...ο ΠΛΑΤΩΝΑΣ (σήμερα ξεχασμένος)...το ΛΕΝΟΡΜΑΝ (σήμερα κάποια υπηρεσία του Δήμου)....το ΑΡΙΑΝΝΑ (σήμερα κάποια εταιρεία).

Το σινεμά ήταν η καλύτερη διασκέδαση τότε....έβλεπες ....έφευγες από την καθημερινότητα...γελούσες...έκλαιγες....

Πώς να ξεχάσεις το τσίκι τσίκι του πασατέμπου την ώρα της προβολής που γινότανε ΠΑέντονο όταν ο ήρωας της ταινίας κατατρόπωνε τους αντιπάλους.

Τον υποβολέα της γιαγιάς που της διάβαζε τους υπότιτλους και αυτή να ξαναρωτάει.

Τους τζαμπατζήδες στην μάντρα σκαρφαλωμένοι να βλέπουν την ταινία....


πίσω στα παλιά

12.4.13

H MEΓΑΛΗ ΣΥΝΑΞΗ ΤΩΝ ΑΘΗΝΑΪΚΩΝ ΣΙΝΕΜΑ

 
Μια νοερή βόλτα στην Αθήνα που έφυγε.
Με αφορμή κι ερέθισμα κάποιο τυχαίο γεγονός, το μυαλό με γύρισε πολλά χρόνια πίσω και συγκεκριμένα στην μεγαλύτερη μεταπολεμική συγκέντρωση κινηματογράφων που έζησα παιδί στην Αθήνα.
Οι κινηματογράφοι, ειδικά την δεκαετία 1955 – 1965, γνώριζαν απίθανες πιένες και μακριές ουρές προσέλευσης κόσμου, μέσα στο γενικό κλίμα ευφορίας κι αμεριμνησίας που υπήρχε τότε, καθώς αποτελούσαν τον βασικότερο παράγοντα ψυχαγωγίας. Με το ποδόσφαιρο, ακόμη, ν’ αποτελεί καθαρά αντρική συνήθεια, και μάλιστα περιορισμένης εφαρμογής, (μόνο Κυριακή απόγευμα υπήρχαν ματς), το «σινεμά» αποτελούσε την μοναδική, σχεδόν, μόνιμη και συνεχή οικογενειακή διασκέδαση των Αθηναίων. Σε μια εργώδη και ζωντανή εποχή όπου το κάθε «αύριο» ήταν καλύτερο από το κάθε «χθες».
   Χωρίς οι καιροί να ήσαν πλούσιοι, περιείχαν όμως πολύ κέφι και πολύ όρεξη για δουλειά και ζωή, μέσα σε μιάα αφάνταστη για τα σημερινά δεδομένα κοινωνική γαλήνη, τάξη και ασφάλεια. Με όλη την πόλη στη διάθεσή σου, καθ’ όλο το 24/ωρο, και το κλείδωμα της εξώπορτας, όχι ιδιαιτέρως απαραίτητο. Η ανοδική τάση της κοινωνίας και της οικονομίας ήταν εμφανής.

   Όλοι οι κινηματογράφοι, κοινό χαρακτηριστικό, έβγαζαν μπροστά στην είσοδο, στο κέντρο της, μεγάλη τρίποδη ταμπέλλα με καρφιτσωμένες απάνω φωτογραφικές σκηνές από το παιζόμενο έργο. Και στη μέση, η μικρή ταμπελίτσα «ΣΗΜΕΡΟΝ»! Σε περιμετρικές προθήκες είχαν επίσης φωτογραφίες με σκηνές έργων και ταμπέλες «Προσεχώς», μαζί με αφίσες και φωτογραφίες διασήμων ηθοποιών.
   Σίγουρα, η μεγαλύτερη συγκέντρωση κινηματογράφων, σε μικρότερο δυνατό χώρο, υπήρξε στην οδό Πανεπιστημίου, μεταξύ των οδών Χαρ. Τρικούπη και Εμμ. Μπενάκη, όπου υπήρχαν, συνολικά,
5 σινεμά και ένα θέατρο.


Μετρώντας πρώτα στην δεξιά πλευρά, κατεβαίνοντας προς Ομόνοια, συναντώνται κατά σειράν, τα κινηματοθέατρα «Ιντεάλ», «Ρεξ», «Σινεάκ» και «Τιτάνια». Κάθε αίθουσα με την ιστορία της.

   Στο «Ιντεάλ», θυμάμαι, πως πρωτοεμφανίστηκαν  οι τρισδιάστατες ταινίες. Αυτές που έπρεπε να φοράς κάτι ειδικά χάρτινα γυαλιά για να τις παρακολουθήσεις. Στην πρώτη, (που την είδα εντυπωσιασμένος κάμποσες (!) φορές), θυμάμαι έντονα μια σκηνή όπου ο καρχαρίας έβγαινε από το εκράν κι ερχόταν, τσιφ, κατά πάνω σου. Κι εσύ έσκυβες έντρομος, μπας και πέσει απάνω σου και σε.... φάει! Δεν θυμάμαι επακριβώς τον τίτλο. Κάτι με «βυθό» ή «σιωπή», νομίζω,  έλεγε. «Ο κόσμος του βυθού», «Ο κόσμος της σιωπής», κάτι τέτοιο. Πάντως σαν είδος, ο τρισδιάστατος κινηματογράφος δεν έπιασε παγκοσμίως.

   Ένα διάστημα λειτούργησε ως  «Θέατρο Κατερίνα» με θιασάρχη την μεγάλη ηθοποιό, αλλά αρκετά δύστροπη στον  χαρακτήρα, Κατερίνα Ανδρεάδη, πιο γνωστή ως Κα Κατερίνα, σκέτο, (η ίδια το απαιτούσε), κατά το πρότυπο των μεγάλων ξένων καλλιτέχνιδων, που κόλλαγαν στο όνομά τους το «Dame»! (π.χ. η Dame Margot Fontane)

   Εκεί, θυμάμαι, έπαιζε κάποτε ο θίασος Φωτόπουλου - Ηλιόπουλου και προς αποφυγή επαγγελματικού ανταγωνισμού, πράγμα διαχρονικά σύνηθες στον καλλιτεχνικό κόσμο, υπήρχε στην μετώπη του θεάτρου κάθετη φωτεινή επιγραφή, όπου το «-ΟΠΟΥΛΟΣ» ήταν σταθερά αναμμένο και σε μικρά, τακτά, διαστήματα, άναβε μπροστά του, μιά το «ΦΩΤ-» και μιά το «ΗΛΙ-»!    Ένα έξυπνο κόλπο και μιά σολομώντειος λύση που εξασφάλιζε ισοτιμία στην προβολή και αλώβητο το επαγγελματικό γόητρο των δύο δημοφιλών πρωταγωνιστών.

   Στη συνέχεια υπήρχε το επιβλητικό και μεγαλοπρεπές, όντως Βασιλικό ως κτήριο, το «Ρεξ».  Ένα μνημειώδες μεγαθήριο του μεσοπολέμου, αφού κτίστηκε μεταξύ 1935 και 1937, που λειτουργούσε σε τρία επίπεδα και στέγαζε τα εξής. Επάνω θεατρική σκηνή, («Κοτοπούλη»), στο ισόγειο τον ομώνυμο κινηματογράφο «Ρεξ» και στο υπόγειο, το περίφημο παιδικό σινεμά «Σινεάκ», που αποτελούσε ταυτόχρονα και την χαρά του… παιδεραστή, (κ…. μπαράδες, τους λέγανε τότε)! Δεν θυμάμαι φορά που να πήγα εκεί και να μην έγινε σαματάς από τα .. τσιρίγματα μητέρας, που συνελάμβανε κάποιον ανώμαλο να «μπαχαλεύει» το παιδί της. Μια φορά, θυμάμαι, έγινε τόσο μεγάλη βαβούρα,  που άναψαν τα φώτα αλλά αυτή συνέχιζε να τον κοπανάει με την τσάντα, μέχρι που τον ανέλαβε ο προστρέξας σχετικός… πόλισμαν! Πέρασαν αρκετά χρόνια για να καταλάβω γιατί όταν μας συνόδευαν δύο μεγάλοι, έβαζαν εμάς τα μικρά πάντα στη μέση, ή όταν ήταν μόνο ένας, συνήθως η μητέρα, εγώ ως μεγαλύτερος καθόμουν πάντοτε στη σίγουρη άκρη, στον διάδρομο, κι ο συνοδός μας στο τέλος της σειράς των πιτσιρίκων!

   Την περίοδο που το «Σινεάκ» ήταν στο ηλικιακό μου βεληνεκές, θυμάμαι χαρακτηριστικά πως η λειτουργία του ήταν συνεχής, με τα φώτα ν’ ανάβουν για λίγα δευτερόλεπτα, στο τέλος του προγράμματος, και να χαμηλώνουν σχεδόν αμέσως, με την παράσταση να ξαναρχίζει. Με μια ροή του προγράμματος αέναη και χωρίς κανένα διάλειμμα. Το ρεπερτόριο αυτού του κινηματογραφικού παραδείσου περιείχε, πάντοτε και εν αφθονία: «Χοντρό – Λιγνό», «Σαρλώ», «Τρίο Στούτζες», «Άμποτ και Καστέλο» και σε μεγάλες ποσότητες Μίκυ Μάους.  Από τις αριστουργηματικές πρώτες παραγωγές του Ντίσνεϋ. Όλα έγχρωμα και διασκεδαστικά. Σου άνοιγαν την καρδιά και δεν τα χόρταινες ποτέ. Τα κινούμενα σχέδια εκείνης της εποχής ήσαν τόσο δημοφιλή και ευχάριστα, ώστε πολλά σινεμά παρουσίαζαν με την έναρξη της παράστασης, σαν ορ-ντ-έβρ, ένα μίκυ- μάους. Όχι σαν τα σημερινά κακότεχνα και κακόγουστα καρτούνς, με τις αγριόφατσες και τις εγκληματικές δράσεις, που τους μεν μεγάλους τους αγριεύουν και απωθούν, τους δε μικρούς τους εκπαιδεύουν στη βία:

   - Δες  εδώ παιδί μου πως σκοτώνουν και τράβα να γίνεις… τρομοκράτης! Τέτοια ωραία και.. ηθοπλαστικά.

   Από όλη τη γκάμα των κωμωδιών,  προτιμούσα την παλιοπαρέα, που είχε σαν γενικό τίτλο των επεισοδίων: «Οι μικροί Σατανάδες». Οι ετερόκλητοι εκείνοι  μπόμπιρες, με τις συνεχείς  διαολιές τους, με εξέφραζαν απόλυτα. Ιδίως ο ψηλός μαυρούκος, με τα μακριά, κρεμασμένα, παντελόνια, το ημίψηλο, τσαλακωμένο, καπέλο και το μπλαζέ ύφος, ήταν για μένα, αυτό που λένε… «όλα τα λεφτά».

   Κάτι  που μ’ ενοχλούσε αφάνταστα στο «Σινεάκ», ήταν η συχνή εμφάνιση ταξιθέτριας με μια μεγάλη τρόμπα φλιτ στο χέρι που ψέκαζε, δεξιά κι αριστερά,  λες και η αίθουσα ήταν γεμάτη… κουνούπια. Η δικαιολογία του μικρού και κλειστού χώρου και η ανάγκη κάποιου υποτυπώδους καθαρισμού και φρεσκαρίσματος της ατμόσφαιρας, έκαναν τη δοκιμασία, κατ’ ανάγκην, ανεκτή.   Εκεί, επίσης, πρωτοσυνάντησα σε κινηματογράφο, με τον γενικό τίτλο: «επίκαιρα», τα φιλμαρισμένα νέα των προηγουμένων… δεκαετιών. Προπολεμικά και… βάλε!

   Από την «Τιτάνια» δεν θυμάμαι τίποτε ιδιαίτερο, πέραν από το γεγονός πως τα καλοκαίρια που έκλειναν τα κλειστά χειμερινά σινεμά, λόγω ζέστης, η είσοδός της μετατρεπόταν σε ένα είδος αναψυκτηρίου. Εκεί πρωτοεμφανίστηκε το επαγγελματικό μίξερ που άλεθε φρούτα και έφτιαχνε δροσιστικούς  χυμούς  για τους θερμόπληκτους Αθηναίους και περιουσία για τον έξυπνο επιχειρηματία που είχε τη φαεινή  ιδέα. Κτίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του '30 και απετέλεσε το αντίπαλο δέος του Παλλάς, αφού είχε κι αυτή τεράστια χωρητικότητα, (2000 θέσεις). Γκρεμίστηκε το 1970, θύμα της εμπορευματοποίησης του αθηναϊκού κέντρου και του μεγάλου της οικοπέδου. Στη θέση της ανηγέρθη το ομώνυμο ξενοδοχείο.

Στο απέναντι πεζοδρόμιο και πριν από την οδό Μπενάκη, συναντούσες τον αριστοκρατικό κινηματογράφο «Πάνθεον», πρώτα, και μετά, αφού διασχίσεις την οδό, το μάλλον δευτεροκλασσάτο σινεμά «Μόντιαλ», που αρχικά ήταν θέατρο του Μακέδου, από τους πρώτους κινηματογράφους που μετεξελίχθη, πρώτα σε πολύ λαϊκό, (δύο έργα, μπιρ παρά), και μετά σε ήπιο «τσοντάδικο» που πρόβαλε μαζί  και έργα «καράτε», για ειδικό κοινό. Ένας κινηματογράφος που γκρεμίστηκε και αντικαταστάθηκε από μέγαρο γραφείων και σήμερα, κατά περίεργο κι ανεξήγητο λόγο, έχουν εξαφανιστεί πλήρως τα ίχνη του, λες και άνοιξε η γη και το κατάπιε, ώστε αρκετοί νεώτεροι  αγνοούν τελείως την, κάποτε, ύπαρξή του! Λίγο πριν τον πόλεμο, τη θεατρική περίοδο '39- '40, εκεί άρχισε επίσημα την καριέρα της ως τραγουδίστρια η Ρένα Βλαχοπούλου, τραγουδώνας, ντουέτο με την Σοφία Βέμπο, σε κάποια επιθεώρηση.
   Στο «Πάνθεον» πρωτογνώρισα το δίδυμο Ντιν Μάρτιν – Τζέρρυ Λιούις, σε μια από τις πρώτες τους ταινία με τίτλο που δεν τον θυμάμαι ακριβώς, παρά μόνο πως τελείωνε σε «…. για κλάματα». Φυσικά η ταινία ήταν για γέλια και μάλιστα πολλά.

   Το «Μόντιαλ» το έχω συνδέσει με τη φοβερότερη κινηματογραφική, και όχι μόνο, εμπειρία της ζωής μου, που με σημάδεψε ανεξίτηλα ως θεατή. Αν και αρκετά προχωρημένος σε ηλικία, περί τα τέλη του γυμνασίου, είδα εκεί το πρώτο από τη μεγάλη σειρά  φιλμ τρόμου,  με βασικό ήρωα τον Δράκουλα. Λεγόταν «Δράκουλας, ο βρικόλακας των Καρπαθίων», (ξεχνιούνται αυτά, με την τρομάρα που πήρα!).   και είχε πρωταγωνιστή τον Κρίστοφερ Λη.  Ένα έργο που μας αγρίεψε όλους, (το φιλμ το είχαμε δει, τσούρμο, όλοι οι συμμαθητές μετά τον εκκλησιασμό και το ετήσιο μνημόσυνο που κάναμε για τον Βαρβάκη, στον Άγιο Κωνσταντίνο Ομονοίας). Όμως το μεγαλύτερο κάζο απ’ αυτό το έργο το έπαθα τη νύχτα. Τότε μέναμε σε παλιά μονοκατοικία στην  Ακαδημία Πλάτωνος. Το ίδιο βράδυ έτυχε κάποιο παράθυρο του σπιτιού να μην είναι καλά κλεισμένο και ο χειμωνιάτικος αέρας, (Γενάρης ήταν), να δυναμώσει ξαφνικά και ν’ αρχίσει να κοπανάει, μέσα στην κατασκότεινη νύχτα,  το παντζούρι με λύσσα! Πετάχτηκα αγγελοκρουσμένος και μισοκοιμισμένος - μισοξύπνιος, με τη σκέψη:

   - Νάτος,  ο π..…ης ο Δράκουλας. Ήρθε για μένα!

   Μετά από μισό, και βάλε, αιώνα περασμένο από τότε, δεν ντρέπομαι να τ’ ομολογήσω. Εκείνο το βράδυ, μέχρι να πεταχτώ, να βάλω τις φωνές, να βρω ν’ ανάψω το φως και να έρθω στα συγκαλά μου.... κατουρήθηκα επάνω μου! Και κάτι ακόμη. Από τότε, δεν ξανάδα ποτέ  -ποτέ μα ποτέ-θρίλερ σε σινεμά και TV! Τα μίσησα και τα έβγαλα τελείως από… τη ζωή μου. 
ORPHEAS
http://pisostapalia.blogspot.gr/