Showing posts with label Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΣΙΤΑΡΙΟΥ. Show all posts
Showing posts with label Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΣΙΤΑΡΙΟΥ. Show all posts

5.8.12

O ΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΣΙΤΑΡΙΟΥ–ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

 

Απ’ το  βιβλίο “ Τα γεωργικά της  Ρούμελης “ του  Δωριέα  λαογράφου ( από  Αρτοτίνα ) Δημήτρη  Λουκόπουλου .

 

            Ν Ε Ρ Ο Μ Υ Λ Ο Σ

         Ο  μοχλός  - ο  ζωριός

   Συνέχεια τ’ αδραχτιού κατά  τα  πάνω , είναι ένας  σφηνωμένος σιδερένιος  στύλος , ο  μοχλός . Περνάει από  μια  τρύπα ανοιγμένη στο  κατάρι ( το  πλακοστρωμένο αλώνι  του  μύλου ) και μόλις  ξεπέχει λιγουλάκι κόβεται . Η άκρη του είναι βιδωτή κι αυτού βιδώνεται μια  σιδερένια ρήγα ως  μια  πιθαμή  μακριά , που  λέγεται  χελιδόνα , απ’ το  σχήμα .

   Οι δυο  φτερούγες  της  χελιδόνας χωνεύονται σ’ αυλακιές , σκαλισμένες στο πανάρι . Όλη  η  μηχανή της  φτερωτής είναι  καταχωνιασμένη κάτω  απ’ το πάτωμα του  μύλου ( κτιρίου ) στο  υπόγειο ας  πούμε , όπου  ξεπροβάλλει και  το  σιφούνι του  βαγενιού . Το  υπόγειο  είναι θολωτό για  να  κρατεί το  πάτωμα  του  μύλου . Έτσι δεν  είναι φόβος  να  σαπίσει ποτέ και να πέσει μόλο που  βρέχεται  κι’ ολοένα απ’ το  νερό . Έχει  ανάγκη  η  πέτρα ;

   Ζωριό ( το) ή ζωριός είναι  μια  θολωτή πόρτα ολόμπροστα στο θόλο . Απ αυτή  πετιέται σα  δαρτή  βροχή , το  νερό  που  πέφτει απ’ το  σιφούνι στη  φτερωτή . Είναι  τόση  η  δύναμή του που  γίνεται  χιλιάδες μυριάδες κομματάκια άσπρα  σαν  το  χιόνι . Η βοή  του  νερού ακούεται από  μακριά , κι αν  σιμώσεις  σε  ξεκουφαίνει , τόσο  δυνατή  είναι . Απ’ το  ζωριό ξεπετιούνται κι όσα  βοτσαλάκια δεν  πιάστηκαν στην  καλαμωτή .Τόσο μικρά  ήταν .

    -  Θα βγει ο ζωριός  απ’ το  μύλο , πρώτα  το  είπαν για  κάτι που  έπεσε  στο  βαγένι . Ειρωνικά όμως  έπειτα , γιατί  εξόν απ’ τα  μικρά  βότσαλα άλλο πράμα  δεν  μπορεί  να  διαβεί στη μικρή  τρύπα  του σιφονιού . Με  το  είπωμα  λοιπόν  θα  βγει  στο  ζωριό  του  μύλου , είναι σα να  λες , ποτέ  δε  θα  βγει , θα  σκαλώσει  εκεί , δε θα το πετάξει  ο ζωριός  όξω . Απ’ αυτού το  μετάφεραν και  στη  ζωή του  ανθρώπου . Και λεν σαν  παροιμία σ’ έναν  που  ‘εκανε  ένα λάθος , ( έσπασε  ένα  πιάτο , ας  πούμε ή κάτι άλλη  μεγαλύτερη ζημιά  έπαθε ) , σώπα και  μη  λυπάσαι θα  βγει  στο ζωριό  απ’ το  μύλο .

   Όλοι πιστεύουν ζωριό συχνάζουν δαιμι9νικά . Νεράϊδες , Στοιχειά , Λάμιες , κι’ αυτός είναι  ο λόγος όπου η λεχώνα δεν  κάνει να  πλύνει τα  ρούχα της εκεί  κοντά : Θα  νταίσει ή  νταίνει ακούς να  σου  λένε .Που πάει  να  πει , κακή  σύμπτωση μπορεί  να  συντύχει να  είναι εκεί αυτά  τα  κακά  δαιμονικά και  δίχως  άλλο  τότε θα  της  κάμουν ΄κακό και  κακό  αγιάτρευτο .

Σ υ ν ε χ ί ζ ε τ α ι …..

26.7.12

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΣΙΤΑΡΙΟΥ–ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

 

    Απ’ το βιβλίο “ Τα  Γεωργικά “ της Ρούμελης , του Αρτοτινού λαογράφου Δημ. Λουκόπουλου .

 

                ΤΗΣ  ΦΤΕΡΩΤΗΣ  ΤΟ  ΜΗΧΑΝΗΜΑ

                     Η  ΦΤΕΡΩΤΗ

   Για να  λάβεις μια  ιδέα τι  είναι  φτερωτή , πάρε  μια  ρόδα από  κάρο , πέρασε  ολομεσής της  ξυλένιο  άξονα , ως  ένα  μπόι στον  ψήλο , στήσε  τον  ορθόν  έτσι που  η  ρόδα να  στέκεται  οριζόντια , έχεις τη  φτερωτή του  μύλου μπρος  σου .

   Κι αν  θέλεις να  καταλάβεις και  πως  στριφογυρίζει η φτερωτή , κάμε κι ένα άλλο , σουβλέρεψε την  κάτω  άκρα του  άξονα , κάμε  τη  μυτερή .  Απίθωσέ την ύστερα σε  μια  γουβίτσα σκαμμένη πάνω  σε  πέτρινη  πλάκα . Αν το  χέρι σου φτάνει ως απάνω , κράτα  τον  άξονα από  την  άλλη , την απάνω  άκρη . Πιάσε  τον  τροχό με  το  δεξί , και  δος του μια  να  γυρίσει . Αρχίζει  να  στριφογυρίζει σαν τη  σβούρα .

   Το  ίδιο  γίνεται και με  την καθαυτή  φτερωτή του  μύλου ! Στριφογυρίζει σαν  φτερωτή ! Φτερωτή  έγινες !

   Μ’ αυτό  θέλουν  να πουν πως  ένας  είναι γρήγορος στις  δουλειές  του , όπως  εκείνη γυρίζει , όλο γυρίζει  δίχως  να  στέκεται , έτσι ξι ο γοργός  άνθρωπος σ’ όλα  του .

   Ο άξονας λέγεται  αδράχτι . Πολύ  σωστά άλλωστε , γιατί μοιάζει με  το  αδράχτι , όπως λιαναίνει όσο  πάει κάτω , και  τελευταία  καταλήγει σε  προσθετό σιδερένιο σουβλάκι , το  κεντρί . Αυτό  ακουμπάει πάνω σε πλατανίσια  σανίδα που  έχει μάκρος  ένα  μέτρο, και τη  λένε τράπεζα . Οι δυο  άκρες της  τράπεζας ακουμπούν  λίγο  παραπάνω απ’ τα  προσκέφαλα σταυρωτά πάνω σε  χοντρά πλατανόξυλα , τα  προσκέφαλα ή χελώνια ή  θηλιές . Στο  ένα  χελώνι στηρίζεται ορθά μακρύς  στύλος ξυλένιος που  ξεπετιέται μισό  μέτρο πάνω απ’ το  πάτωμα του  μύλου . Κοντά και παράλληλα  απ’ αυτόν ορθώνεται κι άλλος  στύλος που  τελειώνει  σε  σταυρό . Τ’ όνομά του είναι σηκωτήρα . Την  πάνω της  άκρη την  περνάει  ένα  ξύλο , το  περαστάρι και  φτιάνει  μ’ αυτή  σταυρό . Από το  όνομα καταλαβαίνεις και  τι  χρειάζεται η  σηκωτήρα .

   Αν  σφηνώσεις ανάμεσα στο σταυρό της και  τον πρώτο στύλο ξυλένια  σφήνα ,  ανασηκώνεις την  τράπεζα λίγο  παραπάνω απ’ τα   προσκέφαλα . Αυτό  έχει  το  λόγο  του και  θα  τον ιδούμε  παρακάτω .

   Το  κεντρί τ’ αδραχτιού ακουμπάει στη  γουβίτσα μιανής σιδερένιας πλάκας που  είναι  σφηνωμένη στη  μέση  της  τράπεζας , και  λέγεται ντριμινίτσα , πάνω σ’ αυτή  στριφογυρίζει  τ’ αδράχτι .

IMG

 Σ υ ν ε χ ί ζ ε τ α ι …..

25.7.12

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΣΙΤΑΡΙΟΥ–ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

 

    Απ’ το βιβλίο “ Τα  Γεωργικά “ της Ρούμελης , του Αρτοτινού λαογράφου Δημ. Λουκόπουλου .

 

                ΤΗΣ  ΦΤΕΡΩΤΗΣ  ΤΟ  ΜΗΧΑΝΗΜΑ

                     Η  ΦΤΕΡΩΤΗ

   Για να  λάβεις μια  ιδέα τι  είναι  φτερωτή , πάρε  μια  ρόδα από  κάρο , πέρασε  ολομεσής της  ξυλένιο  άξονα , ως  ένα  μπόι στον  ψήλο , στήσε  τον  ορθόν  έτσι που  η  ρόδα να  στέκεται  οριζόντια , έχεις τη  φτερωτή του  μύλου μπρος  σου .

   Κι αν  θέλεις να  καταλάβεις και  πως  στριφογυρίζει η φτερωτή , κάμε κι ένα άλλο , σουβλέρεψε την  κάτω  άκρα του  άξονα , κάμε  τη  μυτερή .  Απίθωσέ την ύστερα σε  μια  γουβίτσα σκαμμένη πάνω  σε  πέτρινη  πλάκα . Αν το  χέρι σου φτάνει ως απάνω , κράτα  τον  άξονα από  την  άλλη , την απάνω  άκρη . Πιάσε  τον  τροχό με  το  δεξί , και  δος του μια  να  γυρίσει . Αρχίζει  να  στριφογυρίζει σαν τη  σβούρα .

   Το  ίδιο  γίνεται και με  την καθαυτή  φτερωτή του  μύλου ! Στριφογυρίζει σαν  φτερωτή ! Φτερωτή  έγινες !

   Μ’ αυτό  θέλουν  να πουν πως  ένας  είναι γρήγορος στις  δουλειές  του , όπως  εκείνη γυρίζει , όλο γυρίζει  δίχως  να  στέκεται , έτσι ξι ο γοργός  άνθρωπος σ’ όλα  του .

   Ο άξονας λέγεται  αδράχτι . Πολύ  σωστά άλλωστε , γιατί μοιάζει με  το  αδράχτι , όπως λιαναίνει όσο  πάει κάτω , και  τελευταία  καταλήγει σε  προσθετό σιδερένιο σουβλάκι , το  κεντρί . Αυτό  ακουμπάει πάνω σε πλατανίσια  σανίδα που  έχει μάκρος  ένα  μέτρο, και τη  λένε τράπεζα . Οι δυο  άκρες της  τράπεζας ακουμπούν  λίγο  παραπάνω απ’ τα  προσκέφαλα σταυρωτά πάνω σε  χοντρά πλατανόξυλα , τα  προσκέφαλα ή χελώνια ή  θηλιές . Στο  ένα  χελώνι στηρίζεται ορθά μακρύς  στύλος ξυλένιος που  ξεπετιέται μισό  μέτρο πάνω απ’ το  πάτωμα του  μύλου . Κοντά και παράλληλα  απ’ αυτόν ορθώνεται κι άλλος  στύλος που  τελειώνει  σε  σταυρό . Τ’ όνομά του είναι σηκωτήρα . Την  πάνω της  άκρη την  περνάει  ένα  ξύλο , το  περαστάρι και  φτιάνει  μ’ αυτή  σταυρό . Από το  όνομα καταλαβαίνεις και  τι  χρειάζεται η  σηκωτήρα .

   Αν  σφηνώσεις ανάμεσα στο σταυρό της και  τον πρώτο στύλο ξυλένια  σφήνα ,  ανασηκώνεις την  τράπεζα λίγο  παραπάνω απ’ τα   προσκέφαλα . Αυτό  έχει  το  λόγο  του και  θα  τον ιδούμε  παρακάτω .

   Το  κεντρί τ’ αδραχτιού ακουμπάει στη  γουβίτσα μιανής σιδερένιας πλάκας που  είναι  σφηνωμένη στη  μέση  της  τράπεζας , και  λέγεται ντριμινίτσα , πάνω σ’ αυτή  στριφογυρίζει  τ’ αδράχτι .

IMG

 Σ υ ν ε χ ί ζ ε τ α ι …..

23.7.12

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΣΙΤΑΡΙΟΥ - ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

 

                   Ν   Ε   Ρ   Ο   Μ    Υ    Λ    Ο    Σ

         

              Το  μυλαύλακο – η  δέση

  Το νερό  στο  μύλο το  φέρνει  το  μυλαύλακο που  πιάνεται στην  πηγή ή στο  ποτάμι με ξερότοιχο , μα  όχι  σπάνια ασβεστότοιχο . Είναι  η δέση του εκεί . Κι ο δρόμος  του είναι  μακρύς ωσπού να  φτάσει  στο  μύλο . Κάποτε κάνει και  ολάκερη  μια  ώρα . Στο  διάβα του  βρίσκει σάρες , βράχους , κάποτε  και  λαγκαδιές βαθιές  και δυσκολοπέραστες . Δεν μπορεί παρά  να  ακολουθεί το  ζικ ζακ της  ακροποταμιάς . Μα για  ν’ ανοίξεις ένα  τέτοιο  αυλάκι χρειάζεται  δουλειά , και  δουλειά  πολλή .

   Σκάψιμο βαθύ ωσπού  να  βρεις το  κοράσιο , στηρίγματα  από  πάνω κι από κάτω για  να  στέκονται  τα  χώματα . Όπου τύχουν  ομπρός του βυθίσματα ( βυθάει  η  γης ) , πρέπει να  χτίσεις  ξεροτοιχιές . Ν’ανοίξεις βαθιά  θέμελα , να  τις  στερεώσεις κι έπειτα να  ψηλώσεις  τον  τοίχο όσο πρέπει , ένα δύο , κάποτε  και  περισσότερα μπόϊα . Κατά που  το θέλει η θέση . Κι αν η τύχει το φέρει να  περάσει  τ’ αυλάκι από  βαθιά και κακοπίζαβη ρεμματιά , όπου  δεν  πατάει άνθρωπος για  να  δουλέψει , θα βάλεις ξυλοκάναλα για  να  περάσεις το νερό από  τούτη στην  πέρα  μεριά .

   Ένα σωρό βάσανα και  κόπους υποφέρουν  οι  μυλωνάδες  για  να  βάλουν στο χέρι  τους το  νερό , να  το  πάνε όπου  αυτοί  θέλουν .

   Το χειμώνα αυγατίζουν τα  νερά , ξεχειλίζει λοιπόν  το  νερό τ’ αυλακιού και  τότε πρέπει να  το  λιγοστέψει τη  δέση  του . Λιγοστεύουν πολύ  εξάλλου το  καλοκαίρι , και  τότε  πρέπει να  το συμμαζέψει το  νερό , να  μην αφήσει σταλαματιά και  πάει χαμένη ο  μυλωνάς . Με   το  δάκρυ , που  λέει  ο λόγος , πολεμάει ν’απαυγατίσει το  νερό τότε , για  να  μη  σταματήσει ο μύλος  του .

   Και να  ήταν αυτά μονάχα τα  βάσανα  του  μυλωνά ! Έρχονται κατεβασιές αποπάνω και  παίρνουν τη δέση  του , κόβεται  το  νερό κατά  το  ποτάμι και  σταματάει  ο  μύλος !

   Κι’ ο  φουκαράς μυλωνάς είναι  αναγκασμένος να  πάει  να  φτιάσει όπως  όπως , ρίχνοντας κούτσουρα , κοτρώνες ομπρός στο  νερό του  ποταμιού ,  μπήγοντας παλούκια  χοντρά , διπλαρώνοντας ανάμεσά  τους  πλατάνια ολάκερα για  να  μπορέσει να το  γυρίσει .

    - Είναι  η  παλαίστρα του αυτή , ο  αρκάς .

   Το  τι τραβάει με  τ’ αυλάκι αυτός  ο άνθρωπος , το  λέει η  παροιμία : Όλοι έκλαιγαν  τον  πόνο  τους  και  ο μυλωνάς  τ’ αυλάκι . Που πα  να πει ήταν  ο  πόνος  μεγάλος απ’ τον  πόνο των  άλλων το χάλασμα τ΄αυλακιού του , πληγή δυσκολογιάτρευτη . Ράβε ξύλωνε δουλειά να  μη  σου  λείπει , την  εποχή  που αρχίζουν οι  πλημμύρες  και  οι  νεροποντές .

   Αγώνας αδιάκοπος : “ Με  ιδρώτα του προσώπου  του “ αλήθεια βγαίνει τη  μια  χαψιά  το  ψωμί που  τρώει  κείνος ο  άνθρωπος .

Σ υ ν ε χ ί ζ ε τ α ι …..

22.7.12

O ΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΣΙΤΑΡΙΟΥ–ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

 

      Η κεφαλοκάλανη  του  μύλου

  

   Στον  πίσω  τοίχο του , που  είναι  καταμουσκλιασμένος απ’ τα  πολλά  νερά , κατά την  ανηφοριά  βράχου ή  σάρας , ακουμπάει η κεφαλοκάναλη κάναλος , και μια κάδη  στενόμακρη , πλατιά  προς  τα  πόσω , πολύ  στενή προς  τα  κάτω , φτιασμένη με  δούγες και  δεμένη με  σιδεροστέφανα  το  βαγένι . Ωστόσο κάποτε και  με  πέτρες ασβεστοχτισμένη .

   Αντί κεφαλοκάναλης , ακούς κάπου κάπου να  λένε  και  βαγένι , και τότε το όνομα  κεφαλοκάλανη το δίνουν στον ασβεστοχτισμένο  τοίχο , που απ’ το  μυλαύλακο φέρνει  το νερό και  το ρίχνει  στο βαγένι .

   Όσο πάει  κάτω , τόσο  και  στενεύει το  στενότερο μυλοβάγενο . Εκεί που  τελειώνει , είναι  καρφωμένο το κούτσουρο ένα  στρογγυλό καλοπελεκημένο  πλατανόξυλο με ολοστρόγγυλη  τρύπα στη  μέση , το σιφούνι . Την τρύπα αυτή άλλοτε  τη  στενεύουν και  άλλοτε  την  πλαταίνουν σφηνώνοντας ή  βγάζοντας ένα  ξυλένιο  δαχτυλίδι . Όσο κι αν είναι  εφαρμοσμένο , που  λένε  θηλιά . Του σιφονιού το  άνοιγμα ποτέ  δεν πρέπει να  είναι  μεγαλύτερο από πιάτο , για να  βγαίνει ,   με  ζόρι  το  νερό .

   Το νερό λοιπόν που  φέρνει  το  μυλαύλακο , πέφτει στη κεφαλοκάναλη , τη  γεμίζει , κι όσο  περισσεύει ξεπετιέται σπ’ το  σιφούνι . Μα μη  θαρρείς πως  πάντα  το  νερό  αυτό  είναι  γάργαρο  και  καθαρό . Το εναντίον μάλιστα , έχει  χώματα , ξερόφυλλα , ξυλαράκια , βότσαλα άλλα , όσα  παίρνει  μαζί  του στο  διάβα του  το  νερό , την  εποχή προπάντων του  χινόπωρου και  του  χειμώνα . Κατάλαβε  τώρα τι κακό θα ‘ καναν αυτά μη  στέκοντας του  μυλωνά  η  τγνώση για να  τα κρατήσει πριν  πέσουν  ατην κεφαλοκάλανη . Θα το  βούλωναν το  τοσοδά στενό  σιφούνι . Δε  θ’ άφηναν  το  νερό να ξεπεράσει και  τότε θα  σταματούσε  ο  μύλος . Θα φούσκωνε το νερό τον  ανήφορο και θα  πλημμύριζε στον  πίσω  τοίχο . Μπορούσε και  το μύλο από θεμέλια  να  χαλάσει .

   Όλα όμως τούτα  τα προλαβαίνει  ο  μυλωνάς . Στο  μέρος , όπου το  νερό αφήνει  το  μυλαύλακο και  πάει  να  πέσει στο  βαγένι , μπήγει  παλούκια μικρά , το  ένα  πολύ κοντά  στο  άλλο και  φτιάνει  φράχτη , την  παλουκωτή  του μύλου . Τη  λένε  και  καλαμωτή , γιατί  τα  παλούκια είναι από  καλάμια . Περνώντας τ\ο  νερό ανάμεσα  στα  παλούκια , ξεφορτώνεται από  τα  ξυλαράκια , τα  φλυλλα και  τις  άλλες ζουριές , τα  κρατεί η  φράχτη , όπως  το  δίχτυ  τα  ψάρια , και  για  να  μην  τύχει και βουλώσουνε οι  αναμεριές , πάει  κάποτε κάποτε ο  μυλωνάς και  καθαρίζει την  καλαμωτή .

   Το  νερό , όσο  πέφτει  στο βαγένι , δε  χωράει  να  ξεπεταχτεί  μονομιάς όλο απ’ το σιφούνι . Κρατιέται και  αυτό είναι  που  γεμίζει  το βαγένι ως  την  κορφή για  να  βγει , κάνει  έπειτα γύρες σαν  τη  νεροτριβιά . Ο λόγος είναι  να  βγαίνει λίγο λίγο και  ζόρικα απ’ το  σιφούνι .

   Τυχαίνει  κάποτε , η  κατηφοριά να  βρίσκεται πίσω απ’ το μύλο να  μην  είναι και  τόσο  μεγάλη . Το  βαγένι λοιπόν που αολουθεί  την κλίση  της δε  γέρνει όσο πρέπει . Και  τότε χτίζουν ένα  γερτό  τοίχο και  μεγαλώνουν την  κατηφοριά . Παίρνει έτσι και  το  βαγένι κλίση , όση  χρειάζεται για  να  πέφτει το  νερό με  δύναμη . Στην  κορφή σ’αυτόν  τον τοίχο σηκώνουν από  δω κι από  κει χείλια για  να  κρατούν  το  νερό μην  τύχει και  ξεχειλίζει ενώ  περνάει για  να φτάσει στην  καλαμωτή . Αυτή  είναι η  κάναλη . Πέτρινη  όμως  κάναλη .

   Κάποτε τη  χτίζουν και  με  δυο  άτια , δυο  ανοίγματα  μ’ άλλα  λόγια . Περνώντας αυτά  το  νερό , μπαίνει και σε  δυο  βαγένια λιθαρένια , χτιστά , όπως τα  λένε . Και πετιέται από  δυο σιφούνια και  γυρίζει δυο  μυλολίθαρα , μύλος με  δυο μάτια , σου  λένε για  τετοιανής  λογής  μύλους .

   Αντίς  να  χτίσουν τοίχο  κάποτε , βάζουν  αντιστύλια , ξυλένιες  φούρκες δηλαδή , για  να  κρατούν το βαγένι στην  κλίση που  πρέπει .

Σ υ ν ε χ ί ζ ε τ α ι ….

21.7.12

O ΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΣΙΤΑΡΙΟΥ

                  ΠΟΥ  ΓΙΝΟΝΤΑΙ  ΟΙ  ΜΥΛΟΙ

 

     Το  νερό , η  δύναμη που  κινεί το  μύλο

   Η δύναμη  που  κινεί  τους μύλους είναι  το  νερό , κι από  νερά  έχει  η Ρούμελη ! Άλλο καλό ! Εξόν  απ’ το  Ξηρόμερο βέβαια , όπου  τρεχούμενα  νερά πουθενά  δεν  βρίσκεις . Εκεί ως  τα  τελευταία  χρόνια άλεθαν με  ανεμόμυλους ου  και  σήμερα  ακόμα τους  βλέπεις  χαλασμένους πάνω  σε  ραχούλες .

   Και τα  βγαλτικά και  τρεχούμενα  νερά μπορεί  να  κινήσουν  το  μύλο , αλλά για  να τον  βάλουν σε  κίνηση , πρέπει  να τύχει  εκεί όπου  ο δρόμος τους , και να , γιατί οι  μύλοι  χτίζονται στις ακροποταμιές ή σε  άκρες πεματιών που  φέρνουν  νερά βελουχιών .

   Το  μέρος , που  πρέπει να  χτιστεί  μύλος , δεν  είναι  και  τόσο εύκολο να  βρεθεί . Γατί πρώτα πρώτα είναι  ανάγκη να  το  φτάνει τ’ αυλάκι που  φέρνει  το  νερό , έπεκαιιτα να  τύχει στη  ρίζα  κανενός βράχου ή  κοντά σε  δάσος , κι όχι κατάνακρα στην  ποταμιά , μην  τυχόν κι έρθει  μεγάλη κατεβασιά  και τον  πάρει .

   Απ’ αυτά τα  λίγα  φαίνεται με  ποιές δυσκολίες έχει  να  παλαίψει κείνος που επιχειρίζεται να  φτιάσει  νερόμυλο .

   Και  να  ήταν μονάχα  αυτές , κανένας  δεν  θα  χολόσκαγε  ! Σου  γίνονται καλκάνι  στο  κεφάλι , όσοι άλλοι  συφέρο  έχουν  να  χτίσουν  κι αυτοί  μύλο . Δε σ’ αφήνουν απ’ την  άλλη  μεριά  οι  γεωργοί , να  πάρεις το  νερό  του  ποταμιού . απ’ όπου  αυτοί ποτίζουν , μη  τύχει και  λιγοστέψει και  δεν  αρκεί για  πότισμα των  χωραφιών τους και…χίλια δυο άλλα δεν .

   Και  να  ο λόγος που  σπάνιο  να δεις καινουργιοχτισμένο μύλο σε  χωριό . Όσοι μύλοι  βρέθηκαν  βρέθηκαν , όσοι  απόχτησαν δικαίωμα  από παλιά  χρόνια να ‘ χουν  μύλο , καλά  αποχτημένο . Σήμερα κανείς δεν  μπορεί να τους  το  αφαιρέσει , χτίζοντας  μύλο εκεί  που  πριν  δεν  ήταν  !

   Και  τώρα  , τι  είναι  μύλος : Φαντάσου σπιτάκι με  τέσσερα  ξερότοιχα , ίσως και  λασπότοιχα , σπάνια ασβεστότοιχα , σκεπασμένα με  λιθόπλακες και  κάποτε με  σάλωμα . Μπρος του , κατά κει  που τρέχει  το  ποτάμι έχει χαμηλή την  πορτίτσα  του , που για να ‘ μπεις , θα  πρέπει  να  σκύψεις . Μισοανοιγμένο κάποτε  ένα  παραθυράκι πάνω απ’ το  ζωριό , που  βλέπει  κατά  το  ποτάμι , λιγοστό να  ρίχνει  φως μέσα , να  ο  μύλος ..

IMG

 

Σ υ ν ε χ ί ζ ε τ α ι …..

20.7.12

O ΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΣΙΤΑΡΙΟΥ - ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

 

                      Ο     Μ Υ Λ Ο Σ

   Όλοι το  λένε , πως τα  παλιότερα  χρόνια νερόμυλους  δεν  είχαν  οι  άνθρωποι .

   ‘Αλεθαν το  σιτάρι με  τους  χερόμυλουςκι . Πολλοί απ’ τους  γερόντιους τους  θυμούνται κιόλας , και  με βεβαίωσαν πως  έφτιαναν  τότε ψωμί με  αλεύρι βγαλμένο απ’ αυτούς . Αυτό  γινόταν σε  πολύ  απόκεντρα χωριά , νερόμυλο και  δεν  βρέθηκε  κανένας  να  φτιάσει νερόμυλο .

   Τι  είναι όμως  νερόμυλος ; Φαντάσου μια  μεγάλη , λίγο γουρνωτή πέτρα και  πάνω  της μια  άλλη ολοστρόγγυλη με  τρύπα;  στη  μέση .

   Βάλε  στην  κάτω κάνα δυο  χούφτες σιτάρι ή  καλαμπόκι , διχάλωσε  σφιχτά μια  βέργα σε τρυπίτσα της  πανωτής . Πιάσε την  με το  δεξί και  φέρε  γύρες . Γυρίζει η  απάνω  πέτρα και σιγά – σιγά τρίβεται το  γέννημα και γίνεται  αλεύρι , που  πέφτει σε  σεντόνι  στρωμένο από  κάτω  απ’ την  κάτω  πέτρα , βάλε κι’ άλλο γέννημα απ’ τη  μεσιανή  τρύπα της  πανώπετρας . Τρίψε  το , βάλε  κι’ άλλο , κι’ άλλο . Θα τα  καταφέρεις με  την  υπομονή  σου ν’ αλέσεις  οκάδες σιτάρι ή  καλαμπόκι . Αυτός  είναι  ο  χερόμυλος .

   Θα  πεις είναι κόπλοιος , αλλά αφού  ήθελαν  να  ζυμώσουν το  ψωμί  τους οι  άνθρωποι , τι  έπρεπε  να  κάμουν ;

   Πριν  από  κάθε  ζυμωσιά λοιπόν τότε , το  λόγο τον  είχε  ο  χερόμυλος . Χρειαζόταν να  γίνει  δουλειά και  δουλειά  γενναία .

   Τι  τραβούσαν  οι  γυναίκες ! γιατί  δουλειά  τους  ήταν  το  άλεσμα , όπως  και  το  ζύμωμα . Ο νερόμυλος τους  απάλλαξε από  ένα  βάσανο .

     Πως βρέθηκε ο  νερόμυλος

   Πότε βρέθηκε ο  νερόμυλος , ποιός το  ξέρει ! Επίσης  δεν ξέρουμε και ποιός πρωτόβαλε  στο  μυαλό  του πως με  τη  δύναμη  του  νερού μπορεί  να  κινηθεί μύλος . Κανείς δεν  έγραψε για  τη  σπουδαία αυτή εφεύρεση , ωστόσο η  παράδοση κάτι  μας  λέει :

   Είχαν , λέει , μεγάλον αγώνα για  να  πετύχουν  το  νερόμυλο , χρόνια , ποιός  ξέρει  πόσα  ! Πρώτα – πρώτα  κατάφεραν να  φτιάσουν ένα  μονοκόμματο πανάρι ( πάνω  μυλολίθαρο ) . Τo φερνε γύρα το νερό , κι αυτό  έτριβε το  άλεσμα και  το  έκανε  αλεύρι , μα  είδαν πως  αυτό  το  λιθάρι απ’ το  γύρισμα  το  πολύ , γρήγορα  κατανταίνει άχρηστο . Σώνεται  σιγά – σιγά , κι’ ολοτελευταία γυαλίζει κιόλας , δεν τ’ απομένουν  δόντια για  να  πιάνει στην κάτω  πέτρα , να  σφίγγει τον  καρπό και  να  τον  τρίβει .’Επρεπε να  διορθωθεί αυτό  το  ελάττωμα .

   Ήρθε  λοιπόν στο  νου  των  ανθρώπων , αντίς  να ‘χουν ατόφια την  πέτρα , ν’ αρμαθιάζουν μικρές  πέτρες κέχρινες ( σπειρωτές ) . Όσο κι α;ν ταιρομεριαστούν συτές , σκέφτηκαν , θα  αφήσουν και  κάτι το  αδειανό ανάμεσα στους  αρμούς . Εκεί θα  στριμώχνεται ο  καρπός  και  θα  τρίβεται , εξόν απ’ αυτό , η  κέχρινη πέτρα δεν  τρώγεται και  δεν  γυαλίζει .

    Έβαλαν λοιπόν  τη μια  πέτρα δω , την  άλλη παραπέρα κοντά  τη  μια στην  άλλη , το κατάφεραν να  φτιάσουν συνταιριαστό πέτρινο τροχό . Το  ζήτημα όμως ήταν πως  να  κι είδε  τοβ]ν  αγώνα  της βασταχτούν αυτές  οι  πέτρες  στη  θέση  τους . Αυτό τους   βασάνισε  πολύν καιρό , αλλά τέλος  το  βρήκαν .  Έδεσαν τις  πέτρες με σιδεροστέφανα απέξω , απαράλλαχτα όπως  δένει ο  καδάς  τις  δούγες και  φτιάνει  κάδη . Το  στεφάνι   Διάβολος τις  σφίγγει και  δεν τις  αφήνει  να ξεφύγουν .

   Κοίταξαν πως  δεν  μόνιαζαν οι  πέτρες και  τόσο  καλά , όπως  μονιάζουν τα  ξύλα σύντας  τα  σφίγγει το  σιδεροστέφανο . Τέλος  αυτοί  τον έβαλαν μια  φορά  σ’ ενέργεια .  Ενώ όμως  άρχιζε να  γυρίζει το  πανάρι ,με τη  δύναμη  του  νερού , ύστερα από  δυο  τρεις  γυροβολιές γινόταν  αντάρα , ξαρμαθιάζονταν  οι  πέτρες . Αυτοί , μ’ όλα ταύτα δεν έχαναν  την  υπομονή τους . Πίσω κι’ απ’ αρχής αρμάθιαζαν τις  πέτρες και τις  έσφιγγαν πιο  πολύ με  το  σιδεροστέφανο . Τα ‘ιδια  και  τα  ίδια , μα  όλο χαλούσε ωστόσο  αυτοί  προσπαθούσαν . Μια μέρα περνούσε απέξω απ’ το  μύλο ο Διάβολος κι είδε  τον  αγώνα  τους . Τους  κοίταξε , τους  κοίταξε , κούνησε  το  κεφάλι  του με  την  κουταμάρα  τους . Δεν  τους  έκοβε  να διορθώσουν ένα  τόσο  μικρό  πράμα !! Δεν  βλασταξε  :

   - Σφλήνα  και  λιθάρι ! Σφήνα και  Λιθλαρι ! Θέλει  ο  μύλος  για  να  γίνει, βρε  κουτοί , τους  φλωναξε  ξι΄έγινε  άφαντος ..

   Τότε  το  κατάλαβαν  κι αυτοί , για  να  σφίξει η μια  πέτρα  με  την  άλλη , δεν  αρκεί το  σιδερένιο σιδεροστέφανο , πρέπει να  χώνουν και  ξυλόσφηνες στις  αναμεσαριές . ΄΄Ετσι έκαμαν , κατλαφεραν  εκείνο που  τους βασάνιζε  τόσα  χρόνια .

   Άλλοι το  λένε  κι  αλλιώς . Περνούσε  τάχα  ο  Διάβολος καβάλα  σε ..λαγό και  στλαθηκ  στην  πόρτα του μύλου , κοιτάνε  από  μέσα  αυτοί που αγωνιόνταν να  αρμαθιάσουν  το  πανάρι , τι  να  ιδούν ! παραξενιά  μεγάλη  :

     - Α ! Α ! , να  ένας  άνθρωπος  καβάλα  σε  λαγό  ! έκαμαν .

     - Α ! A !  , απαντάει  ο άνθρωπος γελώντας . Να  κάτι  άνθρωποι που  δεν  ξέρουν να  βάλουν  σφήνα και  λιθάρι , σφήνα  και  λιθάρι να  δέσουν μυλολίθαρο . Κι’ έγινε  άφαντος

   Τον  κορόϊδεψαν , τους  κορόϊδεψε , πρόδωσε  όμως  το  μυστικό δίχως  να  το  θέλει . Τότε  κατάλαβαν τι  είναι  εκείνο  που  φταίει , και  δε  μόνιαζαν καλά  οι πέτρες αν και  τις  σφίγγει το  σιδεροστέφανο . Έβαλαν  σ’ ενέργεια τη  συμβουλή του  Διαβόλου και  πέτυχαν  το  σκοπό  τους .

  

Σ υ ν ε χ ί ζ ε τ α ι ……

16.7.12

O ΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΣΙΤΑΡΙΟΥ–ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

Παλιός αλευρόμυλος .

                         Το  ξάϊασμα

   Όταν ο απαλέτης τύχει  παρών , αυτός  μόνος  του ρίχνει το  άλεσμά  στην κοφίνα του νύλου για  να  αλεστεί , λείποντας εκείνος , το  ρίχνει ο  μυλωνάς , όπως  είπαμε  και  παραπάνω .

   Μόλις  αρχίσει να  πετιέται από  μπρος το  αλεύρι , έχουν και  οι  δυο  τα  μάτια  τους  τέσσερα ! Πιάνουν στα  δάχτυλα λίγο και  το  δοκιμάζουν πως το  τρίβει ο  μύλος , χοντρό ή  ψιλό , κι’ αναλόγως χαμηλώνει η σηκώνει ο μυλωνάς την μυλόπετρα ωσπού ναρθεί εκεί  που  πρέπει .

   Στα  τελευταία, που  κοντεύει να  πέσει το  άλεσμα , παίρνει την  ξαϊάρα ή  καραβάνα ( τενεκεδένια ή  ξύλινα καυκιά που πιάνει  μια  οκά ) και  ξαϊάζει . Παίρνει στον  κάθε  κάδο μια ξαϊάρα ( αν  το  άλεσμα  δεν  είναι  παραπάνω από τριάντα  οκάδες , και  το  ξάϊσμα γίνεται πριν  αρχίσει  το  άλεσμα ) δυο , αν  είναι  δύο οι  κάδοι ….

   Μερικοί  μυλωνάδες είναι νταμαχιάρηδες στο  πάρσιμο . Θέλουν το  πολύ . Σε  τρώνε  λοιπόν στο  στατέρι , λένε  πως  τάχα  ζυγιάζει περισσότερο το  άλεσμα απ’ όσο  το  είχαν οι  απαλέτες ζυγιασμένο στο  σπίτι τους , για  να  παίρνουν περισσότερο  ξάι .

   Κι αν  ο  απαλέτης δεν  τύχει στο  μύλο κατά  το  άλεσμα , δεν  είναι  ποιός  να ελέγξει το  μυλωνά . Βαρεί στο  σταυρό , βαρυξαϊάζει . Σιγά – σιγά και με  τον καιρό όμως τους  πιάνουν στα  πράσσα τους  βαρυξαϊστάδες μυλωνάδες αι  πάνω  στο στο ζύγιασμα γίνεται  καυγάς .

    - Το βαρυξάϊασες !

     - Όχι , είναι  φύρα  ! Το φαγε ο  μύλος , λέει  ο μυλωνάς  για  να  δικαιολογηθεί . Ωστόσο έχει κι ένα  δίκιο  κάποτε . όταν  λείπει λίγο  περισσότερο απ’όσο έπρεπε να  πάρει , καλά  τα λέει .

   Ο μύλος στην  κάθε  αλεσιά θα  φάει  εκατό , και  διακόσια  δράμια …Θα μου  πεις : και  τι  γίνεται  όλο  αυτό  το  αλεύρι ; Άλλο  απομένει  στη γύρα του  μύλου ( τα  γυράλευρα  ) , άλλο παίρνει  ο  αέρας . Κάτι  μου  είπες , κάτι  σου  είπα τέλος , πάντα θα  λείψει ένα  τι  στο  ζύγι .

   Οι  μυλωνάδες που  βαρυξαϊάζουν , οι  ίδιοι  βαρούν το  κεφάλι  τους  ύστερα , ένας  απ’ τον  άλλον  παίρνει τροχό ο κόσμος για  το  βαρυξάϊασμα . Τους  αφήνουν ένας – ένας οι  πελάτες και  πάνε  κι αλέθουν σ’ άλλους  μύλους .

   Ο κλέφτης κι ο  ψεύτης την  πρώτη μέρα  μόνο χαίρονται , τη  δεύτερη  όχι . Ό, τι  λεν  οι  παροιμίες είναι σωστό .

  Σ υ ν ε χ ί ζ ε τ α ι …..

    

13.7.12

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΣΙΤΑΡΙΟΥ - ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

 

             Το  άλεσμα  του  γάμου

 

   Βάλε  στο νου δηλαδή πως  την  ερχόμενη  Κυριακή πρόκειται να  γίνει  κάποιος  γάμος .

   Στο χωριό  δεν  είναι  τόσο απλά  τα  πράγματα , όπως  στην πόλη . Νόμος απαράβατος , πρώτα – πρώτα υπάρχει , πως  πρέπει ν’ αναπιαστούν  τα  προζύμια , ολόκληρη  ιστορία αυτή που  αρχίζει τη  Δευτέρα , έξι  μέρες  πριν απ’ το  γάμο .

   Κορίτσι που  έχει  στη  ζωή  και  τους  δυο  γονείς  του , βγάζει απ’ το  κοφίνι  του  γαμπρού , καμιά  τριανταριά  οκάδες σιτάρι . Μαζεύονται τότε και τ’ άλλα  τα  κορίτσια της  γειτονιάς και  το  καθαρίζουν από  κάθε  βότσαλο , γι’ αυτό και  λέγεται  και  καθαρίδια . Είναι κάτι σα  γιορτή αυτή η  μέρα που  ετοιμάζουν τα  καθαρίδια για  το  μύλο . Και  στη γιορτή  αυτή δε μπορεί να  πάρουν  μέρος όλα τα  γειτονοκόριτσα .

   Όσα  κορίτσια , κακή  τους  μοίρα , έχασαν  ένα απ’ τους  δυο  γονέους  του , δεν  κάνει  να  είναι  εκεί , γιατί μόνο σε  εκείνα που  έχουν ζωντανούς και  τους  δυο  στρέει ο  γάμος . Αυτά  λοιπόν το  καθαρίζουν και για  τα  καλορίζικα Φωτο  ανακατεύουν με  κοκόσιες ( καρύδια ) , μύγδαλα και ζαχαράτα  χοντρά . Το  ίδιο  γίνεται με  τα  καθαρίδια και  στο  σπίτι  της  νύφης , άλλα κορίτσια , άλλη  γιορτή  εκεί .

   Τετράδη  το πρωί , κορίτσι  με  ζωντανούς και  τους  δυο  γονείς του , φορτώνει τα  καθαρίδια και  τα  πάει  στο μύλο . ι  απαλέτες , κι αμέσως  στρώνεται και  το  τραπέζσιΆλλο , απ’ άλλη  μεριά , κι’ εκείνο  με  τους  δυο γονέους  ζωντανούς , φέρνει το  άλεσμα της  νύφης στο  μύλο . Το  έθιμο είναι , πρώτα  να  πάει το  άλεσμα του  γαμπρού στο  μύλο κι έπειτα  της νύφης .

   Και  το  ένα και  το  άλλο  το  κορίτσι παίρνουν  μαζί  τους κι από  μια  κουλούρα ( κουλούρα του γαμπρού , κουλούρα   δετης  νύφης ) , φέρνουν  επίσης κι από μια  πίτα και  καλό  φαί , για το  μυλωνά και  τους  απαλέτες που  θα  τύχουν  στο  μύλο .

   Μόλις  φτάσουν , χαιρετούν πρώτα , έπειτα λένε  μπροστά σ’ όλους πως  έφεραν  του  γάμου τα  καθαρίδια . Ύστερα  απ’ αυτό , μόνο το  άλεσμα που  είναι  βαλμένο στο καούκι επιτρέπεται να  αλεστεί , τα  άλλα παραραδίζονται . Νόμος  απαράβατος να  πάρει σειρά  το  άλεσμα  του  γαμπρού στο  μύλο , πριν απ’ τ’ άλλα που  έχουν  αράδα .

    - Καλορίζικα ! φωνάζουν οι απαλέτες κι αμέσως  στρώνεται και  το  τραπέζι . Τα δυο εκείνα κορίτσια  κομματιάζουν τις  κουλούρες που  έφεραν , κόβουν  τις  πίτες , κενώνουν το  καλό φαί και  καλούν τους βρισκόμενους να καθίσουν γύρω  να  φάνε . Την καλύτερη  θέση πιάνει ο  μυλωνάς , που  του πρέπει  κιόλας . Τρώνε , πίνουν κι εύχονται υ=τα  καλορίζικα .

   Από το  άλεσμα της  νύφης και  του  γαμπρού ξάϊσμα δεν παίρνει ο μυλωνάς . Καθαρίδια , λένε , δεν  ξαϊάζονται . Δεν  το  επιτρέπει  ο  νόμος  των  μυλωνάδων .

   Αλέστηκαν  τα καθαρίδια , ρίχνονται με  την  αράδα πάλι όσα αλέσματα έμειναν παραπίσω ανάλεστα , για  χάρη του  ΄γάμου .

Σ υ ν ε χ ί ζ ε τ α ι ….

  

9.7.12

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΣΙΤΑΡΙΟΥ : “ ΟΤΑΝ ΤΟ ΑΜΠΑΡΙ ΕΙΝΑΙ ΓΕΜΑΤΟ “..

 

               Λ  Α  Ο  Γ  Ρ  Α  Φ  Ι  Α

      Όταν  το  αμπάρι  είναι  γεμάτο

   Άς αφήσουμε τη  σμίξη  των  ψωμιών κι’ ας  έρθουμε  στην  εποχή που  έχει  γεμάτα τα  αμπάρια  του  ο  γεωργός .

   Όταν  το  σιτάρι είναι  πλυμένο και συμμαζεμένο στο  κασόνι ή στην κοφίνα , το  άλεσμα δεν  έχει  καμιά  δυσκολία .

   Τραβούν  σόδεμα , όσο  είναι  αρκετό για  να  γίνει  το  φόρτωμα – ( ανοίγουν  δηλαδή την  τρύπα του  κασονιού ή  της  κοφίνας , βάζουν  αποκάτω το  σακί , και  το  σιτάρι πέφτει μόνο  του  μέσα . Άμα  γεμίσει το  ένα  σακί , το  αποσύρουν και  βάζουν και  τ’ άλλο ωσπού να  γεμίσει  και  κείνο . Αυτό είναι  το  τραβούν σόδεμα , που  λένε  αυτοί ) – ή  ανοίγουν το  κασόνι από πάνω , μπάζουν  κανένα  σαγάνι ή  άλλο τίποτα , το  γεμίζουν  σιτάρι , τ’ αδειάζουν στα  σακιά , το  ξαναμπάζουν , το  ξαναδειάζουν κι έτσι  σιγά – σιγά τα  γεμίζουν .

   Τράβηξε τέλος , είτε έτσι  είτε  αλλιώς , κανείς και  γέμισε τα  σακιά  του , λέει πως  έφτιασε  το  άλεσμα έτοιμο  για το  μύλο .

   Σαν τύχει να  είναι  άπλυτο  το  σιτάρι το  κοφινιασμένο , πριν  το  πάνε για  άλεσμα  στο  μύλο , πρέπει να το  φτιάσει η  νοικοκυρά . Φτιάσιμο  λένε αυτοί το  ξεκαθάρισμα απ’ τις  ζουριές , σα  να πεις απ’ τις  πετρίτσες , απ’ τα  χώματα κι’ απ’ όλα  τ’άλλα όσα  έχει  μέσα . Αυτά βγαίνουν  με  το  ρεμόνι ή με  τον  αρέλεγο _- ( αρέλεγος είναι κι’ αυτό  ρεμόνι , αλλά με  πάτο  από  συρματόπλεγμα καμωμένο ) . Καθαρίδια τα  λένε όσα  βότσαλα απομένουν ύστερα από  το  ξεκαθάρισμα του  σιταριού . Αυτά ρίχνονται  στις  κότες  ή  στο  γουρούνι .

   Το  καθαρό  σιτάρι σακιάζεται συνήθως σε  δυο  σακιά για  να  φορτώνει το ένα  από δω και  το  άλλο από  κει ο γεωργός στο  μουλάρι του . Οι μεριές αυτά . Ανάμεσα  στις  μεριές καταποπάνω στο  σαμάρι φορτώνει κι’ ένα  άλλο  σακί μικρό , το  πανωγόμι όπως  το  λένε , που  συνήθως δεν  λείπει από  κανένα φορτί , που  το  πάνε  για  άλεσμα . Από τούτη  την  αιτία βγήκε  η  παροιμία : έχω και  πανωγόμι , που  θα πει : εξόν από  τα  άλλα  βάρη έχω  και  κάτι  επιπλέον .

   Επίσης : Δεν  μας  λείπει το  πανωγόμι = δεν  μας  απολείπει επιπρόσθετη  ενόχληση , σα  να μην  έφταναν οι  τόσες  άλλες . Η παροιμία  έγινε , γιατί  σχεδόν κατά  κανόνα το  πανωγόμι που  φορτώνει ο  γεωργός  στο ζώο  του , δεν  περιέχει  δικό του  σιτάρι , αλλά το άλεσμα  κανενός γείτονα , που  μη  έχοντας δικό  του  φορτιάρικο , παρακαλεί να του  το  φέρει τούτος μαζί με  το  δικό του . Είναι λοιπόν ένα επί πλέον φόρτωμα έξω από  εκείνο που υπολόγιζε κανείς , μια  ενόχληση .

                    Στο   μύλο

   Όταν ο  γεωργός δεν  έχει δικό του  ζώο για να φέρει το  άλεσμα  στο  μύλο , απ’ ανάγκη ζητάει ζώο απ’ το  γείτονα , το  συγγενή του ή  το  φίλο . Ωστόσο συνήθως ντιριέται , δηλαδή ντρέπεται , δεν  θέλει  να  υποχρεωθεί στον  άλλον ο γεωργός , και  τότε  τι  πρέπει  να  γίνει !

   Η νοικοκυρά του , παίρνει  την τριχιά της ( τρίχινο  σχοινί ) και  φορτώνεται ένα  σακί τριάντα – σαράντα οκάδες άλεσμα και  πάει  στο  μύλο να το  ξαλέσει .

   Ξάλεσμα λένε γι’ αυτό  το  λίγο που  το  πάει στην  πλάτη  φορτωμένη για  να το  αλέσει . Η διαφορά του  άλεσμα  και ξέλεσμα είναι ξώφθαλμη . Τα  δυο  σακιά ( 70 – 80 οκάδες ) , τα  φορτωμένα σε  ζώο , είναι το άλεσμα , το  ένα  που η γυναίκα  φορτώνεται , είναι  το  ξάλεσμα .

   Τη  διαφορά την καταλαβαίνεις αν  συναντήσεις καμιά  γυναίκα  φορτωμένη που  να  σέρνει και  ζώο φορτωμένο  και  ρωτήσεις :

    - Τι  πας  αυτού ;

    - Τούτο πόιχω απάνω μου , σου  λέι , είναι  το  ξάλεσμα κι’ αυτό  που ‘ναι στο  ζώο  φορτωμένο , υο άλεσμα . Δίνω  και  την  εικόνα αυτής  της  γυναίκας : στον  αγκώνα της  κρατεί το  καπίστρι του  αλόγου , στη  μασκάλη τη  ρόκα με τη  μεγάλη  τουλούπα και  γνέθει , όλο  γνέθει . Ή κρατεί στα  δυο χέρια ένα  τσουράπι κι όλο  πλέκει . Κάποτε βαστάει και  το  βυζανιάρικο , γιατί δεν  είχε με  ποιόν να τ’ αφήσει σπίτι , και  το  πήρε  μαζί της στο  μύλο .

   Πάντα , τέλος , μ’ αδειανά χέρια απ’ τα  σπάνια είναι να ιδείς απαλέτρα . Τόσο αν  έχει κι’ άλλους  αποδότες να τη  βοηθούν , μπορεί να  πάει κι’ αργένικη  στο  μύλο , κι’ αυτό  είναι  σπάνιο .

   Κάποτε το  φέρνει φορτωματιάτικο , όπως λέγεται ολόκληρο  το  άλεσμα , δυο  σακιά δηλαδή  φορτωμένα σε  ζώο .

   Χαρά στα  χωριά που  έχουν νερό  πολύ , κι’ έχουν και  το  μύλο τους  κοντά , στη  μέση  δηλαδή ή  την  άκρη του  χωριού ! Σε τέτοια χωριά έβαλες το  άλεσμά σου  πάνου στο ζω , ώσπου  να φτύσεις το ‘ φερες στο  μύλο , το  παρέδωσες στο  μυλωνά να  τ’ αλέσει , γύρισες . Έκαμες και τη  δουλειά  που  σε περίμενε στο  σπίτι , ξαναπάς  το  παίρνεις ..

   Αλλά που  να ‘χουν αυτές  τις  βολές όλα  τα  χωριά , τα  περισσότερα είναι ξεροχώρια ή  δεν έχουν πολύ  το  νερό . Σ’αυτά είναι  μακριά  ο  μύλος  , ώρα ολάκερη  περπατείς  κάποτε για  να  πας εκεί  που  βρίσκεται , συνήθως κάτω  στην  άκρη στο  ποτάμι που  τρέχει  το  νερό .

   Κρακ- κρακ – κρακ , ακούς σύντας  θα  σιμώσεις . Είναι ο  κρότος του  βαρδαριού του .

   Στην  αυλή  του  μύλου , έχουν  χτισμένα τα  πεζούλια , ξεροτοιχάκια δηλαδή  χαμηλά για  να  ακουμπούν οι  απαλέτρες , ν’ απιθώνουν το  άλεσμα . Γι’ αυτό κι είναι  πάνω εκεί τόσα  πολλά  σακιά με  αλέσματα . Μπαίνεις στο μύλο μέσα , τα  ίδια , στοίβες ως  εκεί  πάνω τα  σακιά , και  περιμένουν  την αράδα  τους για  να  αλεστούν .

Στο  επόμενο : “ Η αράδα  στο  άλεσμα “

Σ υ ν ε χ ί ζ ε τ α ι ….

7.7.12

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΣΙΤΑΡΙΟΥ : “ ΤΑ ΑΛΕΣΜΑΤΑ “

      ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

“ Στή  σμίξη    των  δυο  ψωμιών “

   Σιτάρι  ανάλεστο – επίσης  και  καλαμπόκι – και  μάλιστα  άψητο , ποτέ δεν  τρώνε  στη  Ρούμελη . Εξαίρεση είναι που  τρώνε βραστό  σιτάρι , για  λόγους  θρησκευτικούς , όπως π.χ .όταν φτιάνουν κόλλυβα για  τους  πεθαμένους ή  σπερνά στα γιορτάσια . Τότε το τρώνε βρασμένο βέβαια , αλλά  όχι και  μονάτο ( δηλαδή κατά  μόνας  σιτάρι  βραστό ),πρέπει  να’χει μέσα  κουφέτα , σταφίδες , ζάχαρη , ρόϊδου σπειριά κι’ αλεσμένα  κανελλογαρύφαλα για  να  το  φάνε .

   Ώστε για  να  φαγωθεί το  σιτάρι πρέπει να  γίνει  αλεύρι , να  ζυμωθεί κι έπειτα να  ψηθεί στο φούρνο ή όπου  αλλού .

   Το  αλεύρι το  βάζουν σε  κανλενα  αμπάρι μέσα ή και σε  σακί , που  λένε  σακάλευρο .

   Όταν  το  σακάλευρο αδειάσει , είναι για να το  πάει  κενένας στο  μύλο  για ν’ αλέσει σιτάρι , ώστε  να  μη  λείπει απ’ το  σπίτι το  αλεύρι . Μόλις  λείψει το  ψωμί , πρέπει  η  νοικοκυρά να  πιαστεί απ’ το  σακάλευρο, δε  γίνεται  διαφορετικά .

   Στα  χωριά δεν  έχει  φούρνους , όπως  στις  πολιτείες για να  βρίσκει  κανείς  το  καρβέλι  του , όποτε  το  θέλει . Ούτε  και πωλούν  τα  μαγαζιά αλεύρι να  πηγαίνει  να  το  αγοράζει τη  στιγμή  που  θα  το  χρειαστεί . Πρέπει λοιπόν να  βρίσκεται  στο  σπίτι  το  αλεύρι . Γι’ αυτό και  αποθηκεύουν όσο  σιτάρι ή  καλαμπόκι θα  τους  χρειαστεί για  να  περάσουν  όλο  το  χρόνο , και τ’ αποθηκεύουν από  δικό  τους .

   Μα  κι’ αν το  φέρει η  κακή  τύχη  ν’ ανοχέψουν τα  σοδέματα τα  δικά  τους , και  πάλι  δε  θα  σκεφτούν ν’ αγοράσουν κι αποθηκέψουν  αλεύρι οι  γεωργοί . Θ’ αγοράσουν σιτάρι , το  πιο  πολύ  καλαμπόκι για  να  βγάλουν  το  χρόνο  πέρα .

   Είτε  από  δικό  τους τέλος , είτε  από  αγοραστό αν  θ’ αποθηκέψουν , έρχεται  η  εποχή που  τους  λείπει . Αυτό  είναι σχεδόν  γενικός  κανόνας , να λείπει  το  ψωμί απ’ το  χωριάτη  το  γεωργό , μόλο  που  είχε  μαζέψει όλο  το  ψωμί  της  χρονιάς του , όπως  αυτός  φανταζόταν .

   Και το πιο συνηθισμένο είναι  να παρουσιάζεται αυτή  η  έλλειψη , πότε νομίζεις ! Όταν  σμίγουν τα  δυο  ψωμά . Σμίξιμο  ψωμιών οι  χωριάτες  γεωργοί λένε εκεί  κοντά που  βγαίνει  ο  θεριστής ( Ιούνιος ) και  μπαίνει  ο  Αλωνάρης ( Ιούλιος ) . Για  να  είσαι  μέσα , πες  από  15 Ιουνίου ως  15 Ιουλίου . Ένας  μήνας  πάνω  κάτω είναι αυτός που  τον  φοβούνται  οι  χωριάτες . Και  γιατί  λες ;

   Το  σιτάρι  και  το  καλαμπόκι , που  είχαν στο κοφίνι ( έτσι  λένε  για  το  αποθηκευμένο ) , είτε για τον  ένα είτε  για  τον  άλλο  λόγο , το  φέρνει η  περίσταση και  σώνεται , τότε δηλαδή ακριβώς που  περιμένεται να  βγει το  καινούριο το  σιτάρι απ’ το  χωράφι , σώνεται  και το  παλιό . Λίγο  πριν γίνει  ο  θέρος , το παλιό  σιτάρι θα  είναι  στη  σώση  του .

   Στη  σμίξη  των  δυο  ψωμιών – παλαιού  και  νέου – είναι φόβος πολλές  φορές  να  μείνουν δίχως  αλεύρι  οι  γεωργοί , γιατί δεν  είναι  μονάχα η  εποχή  που  σώνεται , το  κοφινιασμένο το  σιταροκαλάμποκο , αλλά κι η  εποχή αμιά  δυσκολία .που  στο  γεωργό δεν βρίσκονται και  χρήματα . Είναι πανί  με  πανί , όπως  το  λένε  παροιμιακά – δηλαδή η πάνινη  η  σακούλα που  έβαζαν τα λεπτά  μέσα οι  χωριάτες , δεν  έχει ούτε  πεντάρα , κι έτσι  σμίγουν το πανί με  το  πανί , απ’ αυτού  η  παροιμία .

   Και  στη  δύσκολη όμως  αυτή περίσταση χαμένος  δεν  πάει  ο  γεωργός . Έρχεται στο  χωράφι του και  θερίζει κάμποσο  σιτάρι , ας  είναι  ακόμα  και  μελίχλωρο , το λιάζει , και  σαν  ξεραθεί , το  στουμπάει και  βγάζει ως  ένα  φόρτωμα , ή κι ‘ένα σακί στο  κάτω – κάτω  της  γραφής , και  το  φέρνει στο  μύλο και τ’ αλέθει για εξοικονόμηση .

     “ Όταν το  αμπάρι  είναι  γεμάτο “

   Ας αφήσουμε τη  σμίξη  των  ψωμιών κι ας  έρθουμε στην  εποχή που έχει  γεμάτα  τα  αμπάρια του  ο  γεωργός .

   Όταν  το  σιτάρι είναι πλυμένο και  συμμαζεμένο στο  κασόνι ή στην  κοφίνα , το  άλεσμα δεν  έχει καμιά δυσκολία .

   Τραβούν σόδεμα , όσο είναι  αρκετό για  να  γίνει  το  φόρτωμα – ανοίγουν δηλαδή την  τρύπα  του  κασονιού ή  της  κοφίνας , βάζουν αποκάτω το  σακί , και  το  σιτάρι  πέφτει μόνο  του  μέσα .  Άμα  γεμίσει το  ένα  σακί , το αποσύρουν  και  βάζουν και τ’ άλλο ώσπου να  γεμίσει  και  κείνο . Αυτό είναι το : τραβούν  σόδεμα , που  λένε αυτοί – ή  ανοίγουν το  κασόνι , από  πάνω , μπάζουν κανένα  σαγάνι ή  άλλο  τίποτα , το  γεμίζουν  σιτάρι , τ’ αδειάζουν στα  σακιά , το  ξαναμπάζουν , το  ξαναδειάζουν , κι έτσι  σιγά- σιγά τα  γεμίζουν .

   Τράβηξε τέλος , είτε  έτσι  είτε  αλλιώς , κανείς  και  γέμισε τα  σακιά  του , λέει πως  έφτιασε το  άλεσμα έτοιμο  για  το  μύλο .

   Σαν τύχει να  είναι  άπλυτο το  σιτάρι το  κοφινιασμένο , πριν  το  πάνε για  άλεσμα στο  μύλο , πρέπει να  το  φτιάσει  η  νοικοκυρά . Φτιάσιμο λένε αυτοί το  ξεκαθάρισμα απ’ τις  ζουριές , σα  να πεις απ’ τις  πετρίτσες , απ’ τα  χώματα , κι απ’ όλα  τ’ άλλα όσα έχει  μέσα . Αυτά  βγαίνουν με  το  ρεμόνι , ή  με τον αρέλεγο – αρέλεγος είναι  κι αυτό  ρεμόνι , αλλά με  πάτο  από συρματόπλεγμα καμωμένο ) . Καθαρίδια τα λένε  όσα  βότσαλα απομένουν ύστερα  α\π’ το  ξεκαθάρισμα του σιταριού . Αυτά ρίχνονται στις  κότες  και  τα  γουρούνια .

   Το  καθαρό  το  σιτάρι σακιάζεται συνληθως σε  δυο  σακιά για  να  φορτώνει το  ένα  από  δω και τ ‘άλλο  από  εκεί ο γεωργός  στο  μουλάρι  του . Οι  μεριές αυτά . Ανάμεσα  στις  μεριές καταποπάνω στο  σαμάρι φορτώνει κι ένα  άλλο σακί  μικρό , το πανωγόμι , όπως  το  λένε , που  συνήθως δε  λείπει από  κανένα φορτί , που  το  πάνε  για  άλεσμα . Από  τούτη  την  αιτία βγήκε κι η  παροιμία : έχω  και  πανωγόμι , που  θα πει : εξόν από τα  άλλα  βάρη έχω  και  κάτι  επιπλέον . Επίσης : δε μας  λείπει  το  πανωγόμι = δεν  μας  απολείπει επιπρόσθετη  ενόχληση , σα  να  μην  έφτανα  οι  τόσες  άλλες . Η παροιμία  έγινε , γιάτί  σχεδόν κατά  κανόνα το  πανωγόμι  που  φορτώνει ο  γεωργός στο  ζώο  του , δεν  περιέχει δικό  του  σιτάρι , αλλά το  άλεσμα  κανενός  γείτονα , που  μη  έχοντας δικό  του  φορτιάρικο , παρακαλεί να  του  το  φέρει  τούτος μαζί με  το  δικό  του . Είναι  λοιπόν ένα επί  πλέον  φόρτωμα έξω  από  κείνο που  υπολόγιζε κανείς , μια  ενόχληση .

  Σ υ ν ε χ ί ζ ε τ α ι ………