Showing posts with label ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ. Show all posts
Showing posts with label ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ. Show all posts

29.1.14

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ “ ΔΕΝ ΞΑΝΑΚΑΝΩ ΦΥΛΑΚΗ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗ “

 

Δεν ξανακάνω φυλακή με τον Καπετανάκη

που ‘χει ντούγκλα το μουστάκι τα μιλήσαμε, τα συμφωνήσαμε

Τη δόλια τη μανούλα μου την πότισες φαρμάκι

αχ εσύ Καπετανάκη, τα μελιτζανιά να μη τα βάλεις πια.....

Ξυπνώ και βλέπω σίδερα στη γη στερεωμένα

τα παιδάκια τα καημένα τα μιλήσαμε, τα συμφωνήσαμε

Στίχοι: Πάνος Μιχαλόπουλος, Μουσική: Λεονάρδος Μπουρνέλλης, Πρώτη εκτέλεση: Πάνος Μιχαλόπουλος

Λίγες φορές ένα τραγούδι με τρεις μικρές στροφές (48 λέξεις) μπορεί να σε ταξιδέψει στην ιστορία και να σε φέρει κοντά με την καθημερινότητα άλλων εποχών. Στιχουργός, επίσημα, φέρεται, ο Πάνος Μιχαλόπουλος, αν και όπως θα δούμε ορισμένοι από τους στίχους απαντώνται συχνά στη δημοτική μας ποίηση ή είναι “αδέσποτοι” στίχοι της Φυλακής. Το τραγούδι είναι από τα ελάχιστα που δεν ηχογραφήθηκαν προπολεμικά και στην πρώτη ηχογράφηση, δεκαετία του 1950, αποδίδεται στον Πάνο Μιχαλόπουλο.

Οι στίχοι κουβαλούν άρωμα από την Ελλάδα των τελευταίων αιώνων (πρόκειται για συρραφή αδέσποτων στίχων από τη Δημοτική Παράδοση και τη ρεμπέτικη στιχουργία). Ιδιαίτερα ο στίχος “Ξυπνώ και βλέπω σίδερα στη γη στερεωμένα” έχει όλη τη δύναμη, την απλότητα και την καθαρότητα των αρχαίων Λυρικών ποιητών (πάντα φανταζόμουν ότι ο  Μίμνερμος, ο Αρχίλοχος, ο Βαμβακάρης και ο Μπαγιαντέρας είναι κωπηλάτες στην ίδια γαλέρα)

Ας τα πάρουμε τα πράγματα από την αρχή

Ποιος είναι ο Καπετανάκης;

Πρόκειται, μάλλον, για ιστορικό πρόσωπο, διευθυντής των φυλακών της Παλαιάς Στρατώνας, στο Μοναστηράκι. Ιστορικά, αναφέρεται κάποιος Καπετανάκης με το βαθμό Λοχαγού (υπασπιστής στη Μαχη του Δορυλαίου, Οκτώβριος 1921). Μετά την κατάρρευση του Μετώπου, ο Καπετανάκης θα διατελέσει ακόλουθος του Ελ. Βενιζέλου και στη δεκαετία του 1930 ήταν διευθυντής των Φυλακών (ο φερόμενος ως στιχουργός Πάνος Μιχαλόπουλος γεννήθηκε 24/3/1924 και πρωτοεμφανίστηκε στην δισκογραφία το 1951. Συνεπώς δεν μπορεί να έχει βιωματική σχέση με τον στίχο). Η πρώτη στροφή ανήκει στα αδέσποτα στιχάκια της φυλακής και μάλλον υπαινίσσεται κάποια συμφωνία που είχε ο κρατούμενος με τον Καπετανάκη. Στη δεύτερη στροφή, πάντως, φαίνεται να μην είναι σύμφωνοι αλλά αντίπαλοι (πράγμα που ενισχύει την άποψη για συρραφή διαφορετικών αδέσποτων στίχων)

Τι σημαίνει η φράση: “ έχει ντούγκλα το μουστάκι”

Το “ντούγκλα” δεν είναι τίποτα άλλο από το όνομα του ηθοποιού Douglas Fairbanks, Sr. (1883 –1939), δες φωτο, ο οποίος μεσουρανούσε την εποχή που φτιάχτηκε το στιχάκι. Είχε παρουσιάσει για πρώτη φορά στον κόσμο ταινίες όπως ο Ζορό (1920), ο κλέφτης της Βαγδάτης (1924), ο Ρομπέν των Δασών (1922). Όπως ήταν φυσικό, ήταν αναμφισβήτητα το παγκόσμιο λαϊκό είδωλο της εποχής και πάρα πολλοί αντέγραφαν την εμφάνιση του και, βέβαια, το μουστάκι του. Ένας από αυτούς ήταν και ο Καπετανάκης

Τι ήταν τα μελιτζανιά;

Αρχικά, είχα διαβάσει, έκπληκτος, ότι το τραγούδι αναφέρεται στα μελιτζανιά, επειδή ήταν το χρώμα των εσωρούχων, που φόραγαν οι πόρνες. Η εξήγηση που έδινε αυτή η ανυπόστατη ερμηνεία ήταν ότι, δήθεν, οι πόρνες, στις πρώτες δεκαετίες του 1900 χρησιμοποιούσαν ως αντισηπτικό (αντίστοιχο με το σημερινό Betadine) ένα διάλυμα υπερμαγγανικού Καλίου (το οποίο, όντως κατά τη βεβαίωση φαρμακοποιού, έχει χρώμα μελιτζανί).Έτσι, οι πόρνες, κατά τον μύθο του διαδικτύου και των εύκολων αναλύσεων, λέρωναν ή εμπότιζαν τα εσώρουχα τους με το μελιτζανί χρώμα. Αυτή η άποψη κυκλοφορεί ευρέως, κυρίως στο διαδίκτυο, αλλά προσωπικά δεν με έπειθε, γιατί κάτι τέτοιες εκφράσεις και υπαινιγμοί στα εσώρουχα των γυναικών, πόσο μάλλον της μητέρας, δεν ταιριάζουν με την αισθητική των ρεμπέτηδων.

Αυτό τον προβληματισμό μου μετέφερα στο φίλο Πάνο Σαββόπουλο. Αυτός μου υπέδειξε να ανατρέξω στη Δημοτική μας ποίηση.  Εκεί , πράγματι, βρήκα ότι ο αδέσποτος στίχος “τα μελιτζανιά να μην τα βάλεις πια” χρησιμοποιείτε στη νησιώτικη και στη στεριανή παράδοση πολύ πριν τους ρεμπέτες, ίσως και αιώνες νωρίτερα (είναι γνωστό η ρεμπέτικη ποίηση διαφύλαξε τη λαϊκή ποίηση αιώνων), και βέβαια δε χρησιμοποιείται για να δηλώσει τις πόρνες αλλά το πένθος.Το μελιτζανί, το μοβ (η λέξη μοβ απαντάται μετά το το 1856 και σχηματίστηκε από τον Χημικό Sir William Henry Perkin),  είναι το χρώμα του πένθους, του σάβανου και της χηρείας.

Με άλλη λόγια είναι μια διαχρονική ευχή να πάψει κάποια γυναίκα τη χηρεία και να ξαναφτιάξει τη ζωή της (…”όταν θα με φιλήσεις τα μελιτζανιά να μην τα βάλεις πια”

/ http://skalistiri-humanity.blogspot.gr

πηγή

πίσω στα παλιά

19.1.13

“ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΥΠΟΜΟΝΗΣ “ : ΑΠ’ ΤΟ…ΞΥΛΟ ΣΤΗΝ ΑΘΑΝΑΣΙΑ

 

Οι πρώτοι μήνες μετά την πτώση της δικτατορίας είναι γεμάτοι από πολιτικά έως «επαναστατικά» τραγούδια, με το λαό να γιορτάζει την επαναφορά της δημοκρατίας έπειτα από επτά χρόνια «στο γύψο». Οι περισσότεροι συνθέτες και στιχουργοί -παλαιοί και νεότεροι- προσαρμοσμένοι στο κλίμα της εποχής επιδίδονται ασυστόλως στη γραφή τέτοιων δημιουργιών, οι οποίες υποστηρίζονται και από τις δισκογραφικές εταιρείες που βλέπουν ότι το εν λόγω είδος πουλάει και φέρνει δεκάδες εκατομμυρίων στα ταμεία τους…
Από τις λίγες εξαιρέσεις στον κανόνα των «φυσεκλικιών» (όπως χαρακτήρισε χρόνια αργότερα αυτή την υπερπληθώρα πολιτικών τραγουδιών της εποχής εκείνης ο Δημήτρης Μητροπάνος ), ήταν ο Σταύρος Κουγιουμτζής . Όχι ότι ο ίδιος αδιαφορούσε για την κοινωνικοπολιτική κατάσταση της Ελλάδας, αλλά είχε ένα δικό του τρόπο να περνά τα μηνύματα που ήθελε. Στις αρχές του 1975 λοιπόν, ξεκινά την προετοιμασία ακόμη μιας δισκογραφικής δουλειάς με βασικό ερμηνευτή τον Γιώργο Νταλάρα , η οποία θα κυκλοφορήσει τον Απρίλιο εκείνης της χρονιάς με τίτλο « Στα ψηλά τα παραθύρια ».
Πέραν των στίχων που γράφει ο ίδιος, ζητά για πρώτη φορά τη συνδρομή του Λευτέρη Παπαδόπουλου , δίνει την ευκαιρία στον Μιχάλη Μπουρμπούλη να μπει στη δισκογραφία και παράλληλα συνεργάζεται ξανά με τον Μάνο Ελευθερίου , όπως και στις «Μικρές πολιτείες» ένα χρόνο νωρίτερα…
Κάποια μέρα λοιπόν, ο συνθέτης ψάχνοντας στα χαρτιά με τους στίχους που είχε στο σπίτι του ο στιχουργός, ανακαλύπτει τρία ξεχωριστά χειρόγραφα από τα οποία όμως κανένα δεν του ταιριάζει για να το μελοποιήσει ολόκληρο. Έτσι λοιπόν, επιλέγει να πάρει ένα κομμάτι από το καθένα και συνθέτοντάς τα να φτιάξει ένα ενιαίο τραγούδι. Βασικός άξονας, ένα δίστιχο ρεφρέν: «Στα χρόνια της υπομονής δε μας θυμήθηκε κανείς»…
Ο Ελευθερίου αντέδρασε όταν ο Κουγιουμτζής του είπε το σχέδιό του, λέγοντάς του χαρακτηριστικά: «Τρελάθηκες; Θα γράψεις ένα τραγούδι χρησιμοποιώντας στίχους από τρία διαφορετικά κομμάτια; Να το ξέρεις, θα φάμε ξύλο». Ο συνθέτης τον καθησύχασε και τον βεβαίωσε ότι κάτι τέτοιο δεν επρόκειτο να συμβεί…
Η ιστορία απέδειξε ότι είχε απόλυτο δίκιο. Το τραγούδι με τίτλο «Στα χρόνια της υπομονής» ηχογραφήθηκε από την Άννα Βίσση (δεύτερες φωνές ο Γιώργος Νταλάρας), περιλήφθηκε στο άλμπουμ «Στα ψηλά τα παραθύρια» κι αμέσως έγινε πολύ μεγάλη επιτυχία, κάνοντας ευρύτερα γνωστή την τραγουδίστρια από την Κύπρο. Εξακολουθεί δε να παραμένει ανθεκτικό στο χρόνο μέχρι και σήμερα και ν’ ακούγεται πολύ συχνά σε μουσικές σκηνές, δικαιώνοντας τον Κουγιουμτζή για την απόφασή του να φτιάξει ένα κομμάτι «τρία σε ένα»…
πηγή

http://pisostapalia.blogspot.gr/

23.12.12

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ : “ ΣΥΝΝΕΦΙΑΣΜΕΝΗ ΚΥΡΙΑΚΗ “

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ: "ΣΥΝΝΕΦΙΑΣΜΕΝΗ ΚΥΡΙΑΚΗ"

 

Για τη «Συννεφιασμένη Κυριακή» και για το ποιοι διεκδικούν την πατρότητα των στίχων της έχουν γραφτεί πολλά. Ας δούμε τα σοβαρότερα.
α. Πρώτα ας δούμε τι λέει ο δημιουργός της Βασίλης Τσιτσάνης στον Χατζηδουλή, 1979: «Κατά την περίοδο της κατοχής στη Θεσσαλονίκη εμπνεύστηκα και τη «Συννεφιασμένη Κυριακή». Και μου έδωσε την αφορμή ένα από τα τραγικά περιστατικά που συνέβαιναν τότε στον τόπο μας, με την πείνα, τη δυστυχία, το φόβο, την καταπίεση, τις συλλήψεις, τις εκτελέσεις. Το κλίμα που μου ενέπνευσε τους στίχους, μού ενέπνευσε και τη μελωδία. Βγήκε μέσα από τη «συννεφιά» της κατοχής και την απελπισία που μας έδερνε όλους. Παρόμοια λέει και στον Λιάνη: «ήταν εκείνα τα καταραμένα Χριστούγεννα της κατοχής…[προφανώς του 1943]. Γύριζα από την ταβέρνα χαράματα [κι όμως, επί κατοχής, απαγορεύονταν τις νύχτες η κυκλοφορία] και πάνω στο παγωμένο χιόνι ήταν ακόμη ζεστό το παγωμένο αίμα κάποιου σκοτωμένου παλικαριού έξω από το σπίτι μου». Αν λοιπόν η «Συννεφιασμένη Κυριακή» άρχισε να γράφεται στη Θεσσαλονίκη τα Χριστούγεννα του 1943, το τέλος της άργησε πολύ. Αποπερατώθηκε στην Αθήνα περί τα τέλη τού 1948. Δηλαδή μεσολάβησαν πέντε χρόνια γιατί, φαίνεται, το τραγούδι δεν του «έβγαινε». Ο ίδιος λέει (Χατζηδουλής,1979): «βασανίστηκα περίπου ένα χρόνο (κυρίως ως προς τη μελωδία τού τρίτου στίχου).» Στο θέμα της δυστοκίας ο Τσιτσάνης επανέρχεται και στη συνέντευξή του προς τον Gauntlett: «Την πιο μεγάλη κούραση και στενοχώρια μού έδωσε η «Συννεφιασμένη Κυριακή». Δεν μπορούσα να βρω μια επαναληπτική λέξη τρισύλλαβο. Τελικά η λέξη βγήκε από το ίδιο το κείμενο: «που έχει πάντα συννεφιά – συννεφιά».

Η υπογραμμισμένη λέξη είναι η ζητούμενη. Κάθε άλλη αντ’ αυτής ήταν αρνητική μουσικώς».
β. Το 1975 εμφανίζεται ως στιχουργός τής «Συννεφιασμένης Κυριακής» ο Λαρισινός στιχουργός και συνεργάτης τού Τσιτσάνη Αλέκος Γκούβερης. Δυο χρόνια αργότερα θέτει το θέμα αναλυτικά ο Σχορέλης, που δεν έτρεφε καλά αισθήματα για τον Τσιτσάνη, στο γνωστό βιβλίο του «Ρεμπέτικη Ανθολογία». Γράφει: «Τους στίχους έγραψε το 1947 ο Αλέκος Γκούβερης. Κάποια Κυριακή έχασε στο ποδόσφαιρο η Α.Ε. Λαρίσης κι ο Γκούβερης, φανατικός οπαδός της, έγραψε τους στίχους. Ο Τσιτσάνης έκανε μια διόρθωση στον τρίτο στίχο του πρώτου τετράστιχου. Ούτε κατοχές, ούτε σκοτωμένα παλικάρια». Ο Τσιτσάνης δεν απάντησε, ίσως για να μη θίξει τον παλιό του φίλο. Αργότερα, σε μια συνέντευξη του στον Γεραμάνη, παραδέχτηκε ότι οι στίχοι έγιναν σε συνεργασία με το φίλο του Αλέκο Γκούβερη από τη Λάρισα. Τέλος, πολύ αργότερα, στο αφιέρωμα του «Ταχυδρόμου» για τα εικοσάχρονα από το θάνατο του Τσιτσάνη, ο Χατζηδουλής δημοσίευσε μία σημαντική και διαφωτιστική «δήλωση» του Γκούβερη, γραμμένη στην Αθήνα στις 17.9.1947, σύμφωνα με την οποία ο Γκούβερης λέει: «συνέβαλα στην αποπεράτωση των στίχων με την προσθήκη ενός και μόνο κουπλέ», δήλωση που ανατρέπει και διαψεύδει τον Σχορέλη. Στο ίδιο τεύχος ο Χατζηδουλής προσθέτει και ένα νέο στοιχείο, ότι η ποδοσφαιρική ομάδα Α.Ε. Λαρίσης είχε δημιουργηθεί αρκετά χρόνια μετά το γράψιμο της «Συννεφιασμένη Κυριακής».
Πρώτη γραμμοφώνηση: 1948 με τον Πρόδρομο Τσαουσάκη και τη Σωτηρία Μπέλλου.

Ο Τσαουσάκης, από λάθος, αντί να πει «πλακώνεις», όπως ήταν η αρχική γραφή, είπε «ματώνεις», που άρεσε στον Τσιτσάνη και το χρησιμοποίησε.
Το 1959 η «Συννεφιασμένη Κυριακή» έγινε και ταινία από τον Γιώργο Ζερβουλάκο, με τον τίτλο «Για το ψωμί και τον έρωτα», με τη Δάφνη Σκούρα και τον Μιχάλη Νικολινάκο.

Ο Τσιτσάνης έγραψε για την ταινία δύο τραγούδια που τα τραγουδάει η Λάουρα.
Τον τίτλο της «Συννεφιασμένης Κυριακής» ο Τσιτσάνης τον εμπνεύστηκε από τον τίτλο ενός μουσικού κομματιού κάποιου Ούγγρου συνθέτη, που ήταν «θλιμμένη Κυριακή» [JF σημ. «Gloomy Sunday», Rezső Seress,1933].

Κατά τον ίδιο τον Τσιτσάνη, ο αρχικός τίτλος, ήδη από την περίοδο της γερμανικής κατοχής,  ήταν «Ματωμένη Κυριακή».
Η ιστορία της "Συννεφιασμένης Κυριακής" έτσι όπως την καταγράφει ο Ντίνος Χριστιανόπουλος στο βιβλίο του "Ανθολογία τραγουδιών τού Βασίλη Τσιτσάνη",

εκδόσεις Ιανός.

http://pisostapalia.blogspot.gr/