Showing posts with label ΡΙΖΕΣ ΤΩΝ ΔΩΡΙΚΩΝ ΕΠΩΝΥΜΩΝ. Show all posts
Showing posts with label ΡΙΖΕΣ ΤΩΝ ΔΩΡΙΚΩΝ ΕΠΩΝΥΜΩΝ. Show all posts

13.9.13

OI ΡΙΖΕΣ ΤΩΝ ΕΠΩΝΥΜΩΝ ΣΤΗ ΔΩΡΙΔΑ

 

Άγνωστες είναι  οι  ρίζες  των περισσότερων  απ’ τα  επώνυμα  των Δωριέων και  φυσικά δύσκολο  να  βρεθεί σήμερα  η  καταγωγή  τους .

   Μια  πρώτη  προσπάθεια  έγινε  απ’ τον  χωριανό μας  Γιώργο  Καψάλη , στο βιβλίο  του “ Στη  Φωκίδα  του 1851 “ , σκαι  από  εκεί  θα αναδημοσιεύσουμε σε  συνέχειες τα  Επώνυμα  των  συμπατριωτών  μας , φυσικά  με αλφαβητική  σειρά :

Αλιζώτης , ίσως απ’ το  αρχαίο  αλίζωος = αυτός  που  ζει  στη  θάλασσα .

Άλούπης ,  Λούπης , Λούπος , στο  Βυζάντιο , Λούπος ή  Λούπης  ονομαζόταν είδος  γερακιού , που  το  χρησιμοποιούσαν στο  κυνήγι ( περδικογέρακο ) . Στα  λατινικά LUPUS  είναι  ο  λύκος . Πάντα , το  παράνομα δίνεται στον  αρπακτικό , τον  επιθετικό , τον  ορμητικό .

Ανατζίτος , Μπορεί  απ’ το  αναζέω – θυμώνω , φουσκώνω .

Αντιπάτης , ίσως  απ’ το  αντιπαταγώ = πνίγω  ένα  κρότο  με  άλλο  κρότο , με  πάταγο ή  απ’ το  αντιπατώ : από  περηφάνια δεν  πατάω  σε ξένα  χνάρια , ούτε  δεύτερη  φορά  στα  δικά  μου .

Ασίκης , απ’ το  Αραβοτούρικο  ASIK = ωραίος , λεβέντης

Βελέντζας , απ’ το  γνωστό  χωριάτικο ΄σκέπασμα .

Βλάμης , οι  Αρβανίτες  με  το VLLAM , εννοούν  κυρίως εκείνον  που  συνδέεται με  άλλον  φιλικά , σε  ειδική θρησκευτική  τελετή , στην οποία  ορκίζεται βάζοντας  το  χέρι  πάνω  στο  Ευαγγέλιο . Η λέξη  χρησιμοποιήθηκε  και  στην Φιλική Εταιρεία και  Βλάμης  ήταν  ο  κατώτατος βαθμός  της . Πιο  πλατεία , Βλάμης  ΄λέγεται  ο  φίλος κι’ ο  συνομήλικος , ειρωνικά  δε εκείνος  που  αγαπάει τους  τσακωμούς ή  κάνει  τον  καμπόσο .

Γαζής , είναι και  τίτλος  στρατηγού , το  παίρνει  όμως κι’ ο  νικητής , ο  θριαμβευτής .

Γαϊτάνης , Γαϊτανάς , και  ποιός δεν  το  γνωρίζει ! είναι  ένα  λεπτοπλεγμένο – από  μετάξι ή  από  μπαμπάκι ή  μαλλί – σειρήτι , με  το  οποίο  στολίζουν  τις  άκρες  των  ρούχων . Αυτός που  το  φτιάχνει , ή το  πουλάει ή  το  ράβει , λέγεται  Γαϊτανάς κι’ ο  ‘ομορφος , εκείνος  που  έχει “ γραμμές “ λεπτές , χρωματιστές  στο πρόσωπο – φρύδια   , εξ ου και  το..” Γαϊτανοφρύδα “ , για  κοπέλες . Η λέξη  συγγενεύει με το  λατινικό GAITANUS .

Γαλάνης , ο  γαλανομάτης .

Γιαλακίδης , πιθανόν  απ’ το  γιάλα – γιάλα = μόλις  , λιγάκι . Μπορεί να  δόθηκε και  σε  κάποιον  αργό .

Δάρας , ίσως απ’ το Ντάρα ( Δάρα ) = απόβαρο .

Δελής , ( Ντελής ) , Τούρκικο  που  σημαίνει αυτόν που  δεν  έχει  τα  λογικά  του , τον  τρελό , τον..αλαφροϊσκιωτο αλλά και καμιά  φορά και  τον  τολμηρό , που  αψηφάει  τον  κίνδυνο .

Δεμερτζής , απ’ το  Τούρκικο DEMIRCI = τεχνίτης σιδεράς , ο “ γύφτος “ .

Δρομάζος , μπορεί απ’ το  δρομάς = γκαμήλα με  μία  καμπούρα . Αυτός  δηλαδή  που  έχει γκαμήλες  ή  είναι  καμπούρης .

Καδάς , αυτός  που φτιάχνει τις  κάδες , τα  μεγάλα ξύλινα  δοχεία που  βάζουν  κρασί , μούστο , νερό ή  πήζουν  τυρί .

Κάζος , ίσως  απ’ το “ κάζο “ = άσχημο περιστατικό .

Καϊμάκης , απ’ το  καϊμάκι = ανθόγαλα , κρέμα .

Καλιακούδας , απ’ το  πουλί καλιακούδα ( κάργια ) .

Καλίγας , Καλίγιον – καλίγιν , λέγαν  οι βυζαντινοί είδος  ψηλών παπουτσιών που – στην  αρχή – τα  φόραγαν  μονάχα  οι  στρατιώτες . Καλιγάς ήταν  αυτός  που  τα  έφτιαχνε . Σιγά – σιγά , καλιγάς  βαφτίστηκε κι εκείνος  που  καλιγώνει  ( πεταλώνει ) τα  άλογα .

Καπαρός , απ’ το  αρχαίο Καπυρός = ξεροψημένος , το  δίνουν  συνήθως  σε  όσους  έχουν  χρώμα  κόκκινο .

Καπερώνης , αυτός  που  φτιάχνει ή  πουλάει ή  φοράει καπερώνια ή  καπερώνες . Καπερούνι , το  μεσαίωνα λέγαν  ένα  είδος καπέλου που  χρησιμοποιούσαν  οι  Φράγκοι κυρίως , άλλοτε  απλό  και  άλλοτε  μεγαλόπρεπο – ζωηρό  κόκκινο – συνήθως . Σήμερα είναι τσοπάνικη  σκούφια .

Καπλάνης , άπ’ το  Τούρκικο KAPLAN = τίγρης . Το  παίρνουν   γενναίοι  πολεμιστές .

Κάπος , απ’ το  Ιταλικό CAPO = αρχηγός . Στα  χρόνια της  σκλαβιάς , μερικοί  προύχοντες – με  άδεια  του  Βοεβόδα – είχαν , για την ασφάλειά  τους , μικρή  προσωπική  φρουρά από 10 – 15 αρματωμένους χριστιανούς . Κάπος ήταν  ο  επικεφαλής  τους .

Καπράλος , Καπουράλος , κι’αυτό απ΄ το Ιταλικό CAPORALE ( Γαλλικό CAPARAL ) = δεκανέας .

Καραγουλιάμος , ίσως , απ’ το  Καρά ( μαύρος ) και γούλια ( ούλα  δοντιών ) , αυτός  που  έχει  μαύρα  ούλα , επίσης απ’ ό,τι  μας  είπε Γαλαξιδιώτης που  τον  παππού  του  τον  έλεγαν έτσι , γιατί  ήταν  πολύ..δυνατός ή  κάτι  παρόμοιο .

Καράμπελας , Καράμπελας , απ’ το  KARA – BELA = μαύρος  μπελάς . Ταιριάζει  σε  πολύ – πολύ  ενοχλητικούς ανθρώπους , αυτούς  που  γίνονται…” τσιμπούρι “ για  κάτι , μπελάδες  δηλαδή .

Καράς , απ΄το  Τούρκικο  KARA = μαύρος . Πρώτα – πρώτα φανερώνει  όνομα  αλόγου . Στους  ανθρώπους , δεν  σημαίνει  μονάχα  τον  μελαψό ( μαύρο ) , αλλά  και  τον  δυνατό , τον παλικαρά , τον  σπουδαίο

Καρδαράς , κυρίως  αυτός  που  φτιάχνει ή  πουλάει  καρδάρες – ξύλινα  δοχεία  των  τσοπάνηδων  για  να  αρμέγουν ή  να  μετράνε  το  γάλα . Ειρωνικά λένε και το κεφάλι καρδάρα , κι ‘ έτσι το  όνομα ξεκίνησε από  παρατσούκλι κάποιου  χοντροκέφαλου , ανόητου ή  μεγαλόσωμου , μια  και  πιστεύεται πως  οι  τελευταίοι είναι και  χοντροκέφαλοι .

Καρδάσης , απ’ το Τούρκικο ΚARDAS αδελφός , αγαπητός .

Κατσαμάκης ,  απ’ το νόστιμο  φαγητό της  φτωχολογιάς Κατσαμάκι , που γίνεται  με  αλεύρι και  λίπος  χοιρινό .

Κατσούλης , από την  κατσούλα , την κουκούλα που  είναι  ραμμένη  απάνω στο βαρύ  εξωτερικό  ρούχο .

Καφούρος , κάφουρα ή  κάφυρα είναι  τα  ρουθούνια . Σχετίζεται κι αυτό με  το  αρχαιοελληνικό καπυρός και  δίνεται – σήμερα – σ’ όποιον  έχει  μεγάλα  ρουθούνια .

Κελεπούρης , απ’ το  Τούρκικο KELEPIR  - εκείνο  που  αγοράζεται  σε  τιμή  ευκαιρίας .

Κιούπης , απ’ το κιούπι , πιθάρι .

Κοτσάμπασης , λέξη  με  μεγάλη  χρήση  στην  Τουρκοκρατία , απ’ το  ανατολίτικο KOCABASΙ = πρόκριτος , δημογέροντας

Κούτουλας , Κούτλας , από  την εξυπηρετική γανωμένη  χαλκωματένια  κατσαρόλα , στην  οποία  μαγειρεύουν , βράζουν  γάλα κλπ .

Κουτρούμπας , Κουτρουμπής , απ’ το  Βυζαντινό κουτρούβι , που  ήταν ένα  στρογγυλό πήλινο  δοχείο , έτσι  φκιαγμένο ώστε  να βγάζει  ξεχωριστό  ήχο όταν  χυνόταν το  υγρό που είχε  μέσα , το  κουτρούπι . Με το  Κουτρούμπα , βαφτυίζουν τον  παχύ  άνθρωπο , αυτόν  που έχει  στρογγυλό  σώμα .

Κουτσούμπας , από το Κουτσούμπι = κομμάτι  κορμού  δέντρου , που  δεν  έχει  μυτερές  άκρες .

Κρανιάς , από  το  δέντρο  Κρανιά .

Λαλαγιάννης , ίσως  απ’ το “ λαλαγώ “ ( φλυαρώ ) που  κόλλησε  σε  κάποιο  Γιάννη .

Λεβέντης , οι Ιταλοί LEVENTI , αποκαλούσαν τους  πειρατές της  ανατολής ( LEVANTI ) , ενώ οι Τούρκοι – πριν την Άλωση  - λέγαν λεβέντες  τους  στρατιωτικούς που  υπηρετούσαν στα  πλοία  τους . Σιγά σιγά , το  όνομα έμεινε στους  ναύτες τους τολμηρούς , τους  άγριους , τους  απείθαρχους και  τώρα δίνεται στους  ανδρείους , τους  νέους , τους  ψηλούς  ,  τους  ωραίους .

Μαλάς , έτσι  λένε  το  μυστρί , από  εκεί το  επώνυμο : ο χτίστης , αυτός  που  χρησιμοποιεί – στη  δουλειά  του – το  μυστρί .

Μάνταλος , από  το  μάνταλο – ραβδί που  μπαίνει  πίσω  από  τις  πόρτες για να  σφαλίζουν  από  μέσα .

Μεϊντάνης , MEYDAN , Τούρκικα είναι  η  πλατεία , το  μέρος  το  ανοιχτό . Μεϊντάνης – στην  αρχή – λεγόταν  ο  ληστής , ο  αντίθετος στο  νόμο . Αργότερα οι Βενετοί δώσαν μεγάλη  σημασία στη  λέξη και  τοποθετούσαν – στα  μέρη  που  κατείχαν – Μεϊντάνηδες , υπεύθυνους για  την  τάξη – σαν  τους  αρματολούς που  βάζαν  οι Τούρκοι στην  υπόλοιπη  Ελλάδα .

Μπαϊρακτάρης , από  το  Τούρκικο  BAYRAK =σημαία . BAYRAKTAR , είναι  ο  σημαιοφόρος , εκείνος  που κρατάει  το  φλάμπουρο , ο  φλαμπουριάρης . Στον  αγώνα , τη  θέση αυτή  την  κέρδιζε το πιο  γενναίο  παλληκάρι .

Μπομπότας , απ’ την  μπομπότα , το  ψωμί  που γίνεται  από  καλαμποκάλευρο .

Ντερτιλής , από  το  Τούρκικο DERTILI  = εκείνος που  πονάει , ο  αρρωστιάρης . ( DERT  = βάσανο , λύπη ) .

Οικονόμου , απ’ το  εκκλησιαστικό  αξίωμα Οικονόμος , που  παίρνουν  οι  παπάδες .

Πλουμάκης , αυτός που  φτιάχνει ή  πουλάει , πλουμιστά υφάσματα .( Πλουμί ή  πλουμπί = κέντημα  , στολίδι  ) .

Πολυζώης , δίνεται  σαν βαφτιστικός , κυρίως  σε  παιδιά που  γεννήθηκαν σε  οικογένειες που τους  πέθαιναν , ως  τότε , όλα  τα  νεογέννητα . Είναι η  ευχή να  ζήσει πολλή  ζωή , πολλά  χρόνια .

Πολύμερος , το  ίδιο με  το παραπάνω , πολλές  μέρες .

Πολυχρόνης , δίνεται σαν  βαφτιστικό , κυρίως στα  παιδιά  που γεννήθηκαν σε οικογένειες που  τους  πέθαναν – ως  τότε  όλα  τα  νεογέννητα . Είναι η  ευχή να  ζήσει  πολλά  χρόνια .

Πρίμας , απ’ το  ναυτικό  κυρίως , πρίμα = καλά , πετυχημένα , όπως  τα  θέλουμε .

Ράμμος , απ’ το  ράμμα = ραφή .

Σαίνης , απ’ το  Τούρκικο SAHN = γεράκι . Χαρακτηρίζει ορμητικούς , επιθετικούς , άφοβους .

Σακελλάριος , εκκλησιαστικό αξίωμα , που  δίνεται σ’ αυτόν  που  εποπτεύει τη  διαχείριση της επισκοπικής περιουσίας . Η λέξη  βγαίνει απ’ το  Σακέλλα – σακέλλιον = βαλάντιο .

Σεϊμένης , απ’ το  Τούρκικο  SEIMEN = φύλακας , σωματοφύλακας , στρατιώτης .

Σεφέρης , Σεφερλής , απ’ το  Τούρκικο  SEFER = εκστρατεία . SEFERLI , αυτός  που  παίρνει  μέρος  σε  εκστρατεία .

Σκαρλάτος , απ’ το  Βυζαντινό Σκαρλάτο = είδος  κόκκινης  βαφής ή  ύφασμα βαμμένο μ’ αυτήν . Το  όνομα  δινόταν  στους  τεχνίτες της , αλλά  σιγά – σιγά και  στους  κόκκινους .

Σκουτέρης , Σκουτάρης , Σκουτεράκος , απ’ το Βυζαντινό  Σκουτέριος ή Σκουτάριος , που  αρχικά  σήμαινε αυτόν  που  έφτιαχνε Σκουτάρια ( λατιν. SKUTUM = ασπίδα ). Λέγανε  ακόμα  Σκουτάριο και  τον  στρατιωτικό που πήγαινε  μπροστά  απ’ τον  Αυτοκράτορα και  κράταγε  την  ασπίδα του. Σιγά – σιγά , Σκουτέρης ονομάστηκε  ο  υπασπιστής , ο ιπποκόμος . Σήμερα , λένε  Σκουτέρη κι’ αυτόν που  έχει  πολλά  πρόβατα , τον  μεγαλοτσέλιγκα .

Σπαής , Σπαχής , ήταν ο Τούρκος  στρατιώτης , ο  έφιππος που – σαν  ανταμοιβή για  τις  υπηρεσίες  του – έπαιρνε  χωράφια που  είχε  το  δικαίωμα  να  τα  νεμεται σ’ όλη  του  τη  ζωή . Ήταν  δηλαδή  ένας  φεουδαρχικός τίτλος όπως ο Τιμαριούχος  στη  Δύση .

Σταμάτης , όπως και  τα  Πολυζώης , Πολυχρόνης , δίνεται  σε αρσενικό  νεογέννητο , όταν όσα  γεννήθηκαν πριν  από  αυτό έχουν  πεθάνει , για  να  σταματήσει  το  κακό . Το  θηλυκό ( Σταμάτα ) το  δίνουν σε  νεογέννητο  κορίτσι , πάλι  για  τον  ίδιο  λόγο . Απ’ το  Σταμάτης  βγήκε και  το  Σταματόπουλος κλπ .

Στέφος , μπορεί απ’ τον  Στέφανο ή  από το  Στέφος = στέμμα , στεφάνι , που  μεταφορικά σημαίνει  δόξα . Ο δοξασμένος .

Στράγγας , απ’ το  στραγγίζω = πίνω μέχρι  τελευταία  σταγόνα . Το  όνομα  το  κερδίζουν – συνήθως – αυτοί  που  αγαπάνε  το κρασί.

Σωκαράς , Σουκαράς , Σωκάρι είναι  ένα  είδος σκοινιού για  όλες  τις  δουλειές . Σωκαράς ή Σουκαράς , λέγεται  αυτός  που  το  πλέκει .

Ταμπάκης , αυτός που  κατεργάζεται  τα τομάρια  των  ζώων , ο  βυρσοδέψης .

Τζαμάρας , από το Τζαμάρα = μεγάλη  φλογέρα με 8  τρύπες μπροστά  και  μία  πίσω .

Τσάμης , αυτός  που  κατάγεται  απ’ την  Τσαμουργιά .

Τσαούσης , απ’ το  Τούρκικο CAVUS = Λοχίας .

Τσεργάς , από  την  τσέργα , το  χοντρό  μάλλινο κρεβατοσκέπασμα .

Ψιμάδας , απ’ το  ψιμάδι ή  ψιμάρι ή  ψιμάρνι = το  όψιμο  αρνί .

Ψιμάρας , το  ίδιο .

                           Τ  Ε  Λ  Ο  Σ