Φωτογραφία απ’ τον..αποχωρισμό της ..Ζεκοκούλας , που έφυγε για την..Αργεντίνα , στις αρχές της δεκαετίας του ‘50 , φωτογραφία…αγκάθι , στην παιδική μου , τότε , ψυχή , αφού ήμουνα ..αυτόπτης μάρτυρας , της ..βουβής σκηνής του αποχωρισμού , που μάλλον με σκηνή ..αρχαίας τραγωδίας ..έμοιαζε.. Δεύτερη από αριστερά η ..Παπαϊαννομήτραινα , μάνα της Γιαννίτσας Ζέκιου , η θεια Κατερίνη , μάνα της Ζεκοκούλας , , η Κούλα με τη Μαρία Μπήλιου μπροστά της , κρατάνε το χέρι τους , Γιαννίτσα Ζέκιου , Γ. Ζέκιος , Θαν. Μπήλιος και Αγγελική Καψάλη , μπροστά στο ηρώον..
*
*
Δεν ξέρω γιατί φίλι μου , αλλα από καιρού εις..καιρόν , έρχονται στο μυαλό μου χίλιες δυο , εικόνες απ' την εοχή που καθημερινά φεύγαν τα Λιδορικιωτόπουλα για την Αμερική
τα βλαστάρια μας για τους ..'αγνωστους παράδεισους " που μάζευαν τα ..δολάρια στους δρόμους "...
Δεν ξέρω γιατί φίλι μου , αλλα από καιρού εις..καιρόν , έρχονται στο μυαλό μου χίλιες δυο , εικόνες απ' την εοχή που καθημερινά φεύγαν τα Λιδορικιωτόπουλα για την Αμερική
τα βλαστάρια μας για τους ..'αγνωστους παράδεισους " που μάζευαν τα ..δολάρια στους δρόμους "...
Μέσα στο παρακάτω αφιέρωμα , υπάρχει και μια συγκλονιστική ..κυριολεκτικά ,
αφήγηση , του αξέχαστου Καφτανιαλέκου , ένα λογοτεχνικό ..διαμάντι , αξίζει ,
χίλιες φορές , να το..ξαναθυμηθούμε , όπως το ‘χουμε δημοσιεύσει παλιότερα …
Ο ΖΩΝΤΑΝΟΣ Ο ΧΩΡΙΣΜΟΣ..
Έφαγε η ανελέητη Αμερική , εκείνα τα χρόνια ( 1900 - 1930 ) , την αφρόκρεμα και
τον αθέρα της Δωρικής νεολαίας , τότε που η μαύρη φτώχεια έδιωχνε απ' τον τόπο
μας ότι καλύτερο είχε και τo 'στελνε πεσκέσι στον αχόρταγο Μινώταυρο της
Βορειοαμερικάνικης γης , για να μείνουν εκεί και να χαθούν - οι πιο πολλοί -
για πάντα , μακριά απ' τον τόπο τους , που τους είχε όμως πολύ ανάγκη εκείνη
την εποχή .
Ό,τι περίσσεψε απ' την άλλη καταβόθρα του Λαυρίου με τις ανθρωποκτόνες γαλαρίες της πήγε τώρα εκεί που το δολάριο το..." φκυάριζαν στους δρόμους " κατά πως μολογούσαν οι εφημερίδες , σκληρή πραγματικότητα ...έστελνε η Πατρίδα τον αφρό , για να κλείσουν εδώ , πολλές τρύπες ανοιχτές , να ξεχρεωθούν σπίτια , να βγουν αμπελοχώραφα από ..τοκογλυφικές υποθήκες , να πληρωθούν ομόλογα σ γιατρούς και φαρμακεία , να σπουδάσουν τα μικρότερα αδέρφια , που τα'παιρναν τα γράμματα , να προικιστούν οι αδερφάδες , να δει το έρμο το σπίτι καλύτερες μέρες ...
Η φτώχεια , δεν κεφαλωνόταν εκείνα τα χρόνια , με τίποτα . Μικρός και στέρφος ο τόπος μας , και κάτι το πρωτόκολλο του αγροφύλακα , κάτι το ένταλμα του κλητήρα και του χωροφύλακα , κάτι τα διπλο-τριπλογραμμένα βερεσέδια του μπακάλη , ο λίβας , το τσιάφι , η αναβροχιά , τα ζλάπια , όλα , Θεοί και δαίμονες μαζί , έπνιγαν τον φουκαρά , τον έρμο τον Δωριέα , που αγωνιζόταν με νύχια και με δόντια να τα βγάλει πέρα .
Πίστεψαν στο όνειρο της Αμερικής , την αρχή την έκαναν οι γείτονές μας οι Κραβαρίτες , απ' αυτούς , περνώντας το Λιμνιστόρεμα , ήρθαν τα χαμπέρια στο Κουπάκι , Ζωριάνο , Αλποχώρι κλπ . και βούιξε όλη η Δωρίδα για τα πλούτια της γης του Κολόμβου . Κι' έτρεξαν όλοι , ως κι' ο γέρο - Λούτος ακόμα , να καζαντίσουν , έβγαλαν τα τσαρούχια και τη φουστανέλα , φόραγαν τα " φράγκικα " κι έφευγαν , ένας κοντά τον άλλον...
Τότε δε χρειάζονταν ταυτότητες και...διαβατήρια , μόνο τα εισιτήρια και γεια να ‘χεις , όλα τ' άλλα περίσσευαν . Κατέβαιναν στο χάνι του Κολατζή ( Ερατεινή ) , έπαιρναν το βαπόρι της γραμμής κι έπιαναν Πάτρα , απ' όπου έφευγαν όλα τα πλοία του εξωτερικού , όπως τα " Θεμιστοκλής " και " Πατρίς " ,στην αρχή και τα Ιταλικά " Σατούρνια " και " Βαλκάνια " , αργότερα , τα πιο πολλά , σωστοί...σκυλοπνίχτες , έκαιγαν κάρβουνο και πνίγοντας τον κόσμο με τον καπνό τους , έκαναν το ταξίδι τους , που κράταγε κοντά ένα μήνα , αφού έπιαναν σ' όλα τα λιμάνια ...
Ό,τι περίσσεψε απ' την άλλη καταβόθρα του Λαυρίου με τις ανθρωποκτόνες γαλαρίες της πήγε τώρα εκεί που το δολάριο το..." φκυάριζαν στους δρόμους " κατά πως μολογούσαν οι εφημερίδες , σκληρή πραγματικότητα ...έστελνε η Πατρίδα τον αφρό , για να κλείσουν εδώ , πολλές τρύπες ανοιχτές , να ξεχρεωθούν σπίτια , να βγουν αμπελοχώραφα από ..τοκογλυφικές υποθήκες , να πληρωθούν ομόλογα σ γιατρούς και φαρμακεία , να σπουδάσουν τα μικρότερα αδέρφια , που τα'παιρναν τα γράμματα , να προικιστούν οι αδερφάδες , να δει το έρμο το σπίτι καλύτερες μέρες ...
Η φτώχεια , δεν κεφαλωνόταν εκείνα τα χρόνια , με τίποτα . Μικρός και στέρφος ο τόπος μας , και κάτι το πρωτόκολλο του αγροφύλακα , κάτι το ένταλμα του κλητήρα και του χωροφύλακα , κάτι τα διπλο-τριπλογραμμένα βερεσέδια του μπακάλη , ο λίβας , το τσιάφι , η αναβροχιά , τα ζλάπια , όλα , Θεοί και δαίμονες μαζί , έπνιγαν τον φουκαρά , τον έρμο τον Δωριέα , που αγωνιζόταν με νύχια και με δόντια να τα βγάλει πέρα .
Πίστεψαν στο όνειρο της Αμερικής , την αρχή την έκαναν οι γείτονές μας οι Κραβαρίτες , απ' αυτούς , περνώντας το Λιμνιστόρεμα , ήρθαν τα χαμπέρια στο Κουπάκι , Ζωριάνο , Αλποχώρι κλπ . και βούιξε όλη η Δωρίδα για τα πλούτια της γης του Κολόμβου . Κι' έτρεξαν όλοι , ως κι' ο γέρο - Λούτος ακόμα , να καζαντίσουν , έβγαλαν τα τσαρούχια και τη φουστανέλα , φόραγαν τα " φράγκικα " κι έφευγαν , ένας κοντά τον άλλον...
Τότε δε χρειάζονταν ταυτότητες και...διαβατήρια , μόνο τα εισιτήρια και γεια να ‘χεις , όλα τ' άλλα περίσσευαν . Κατέβαιναν στο χάνι του Κολατζή ( Ερατεινή ) , έπαιρναν το βαπόρι της γραμμής κι έπιαναν Πάτρα , απ' όπου έφευγαν όλα τα πλοία του εξωτερικού , όπως τα " Θεμιστοκλής " και " Πατρίς " ,στην αρχή και τα Ιταλικά " Σατούρνια " και " Βαλκάνια " , αργότερα , τα πιο πολλά , σωστοί...σκυλοπνίχτες , έκαιγαν κάρβουνο και πνίγοντας τον κόσμο με τον καπνό τους , έκαναν το ταξίδι τους , που κράταγε κοντά ένα μήνα , αφού έπιαναν σ' όλα τα λιμάνια ...
"
Όποιος πάει στην Αμερική
να κάτσει να συλλογιστεί ,
σαράντα μέρες θάλασσα ,
καπνό κι αναστενάματα... "
να κάτσει να συλλογιστεί ,
σαράντα μέρες θάλασσα ,
καπνό κι αναστενάματα... "
Έτσι έλεγε το τραγούδι , σαράντα μέρες θαλασσοπνίγονταν κυριολεκτικά ,
στοιβαγμένοι ο ένας πάνω στον άλλο , μέσα στην κάπνα και στη βρώμα , με
φασολάδα - μακαρονάδα κάθε μέρα , με τρικυμίες και τραντάγματα , άνθρωποι
βουνίσιοι , που όλοι σχεδόν , έβλεπαν για πρώτη φορά θάλασσα κι έμπαιναν
σε βαπόρι , κι' όταν έφταναν στη Ν.Υόρκη , στο.."καστιγκάρι "
ένοιωθαν σαν ζαλισμένα κοτόπουλα...
Ξένοι , ολόξενοι , στην απεραντοσύνη της μοναξιάς τους , χωρίς γνώση της
γλώσσας , σ'ένα εχθρικό περιβάλλον , πάλαιψαν , χτυπήθηκαν , ισοπεδώθηκαν , μα
τα κατάφεραν , νίκησαν , στάθηκαν στα πόδια τους και πολλές φορές μεγαλούργησαν
. Τη νίκη τους αυτή όμως , την πλήρωσαν ακριβά , πολλοί χάθηκαν αγνοημένοι ,
περιφρονημένοι , σακατεμένοι , αβοήθητοι , με το παράπονο της τύχης και τη
λαχτάρα της επιστροφής .
Πολλοί χωριανοί μας , έφυγαν απ' την πατρίδα , με το κρυφό όνειρο της καλύτερης
ζωής , με τη λαχτάρα να δουλέψουν σκληρά και να βοηθήσουν τις οικογένειές τους
, να παντρέψουν αδερφές , να σπουδάσουν αδέρφια , να κάνουν καλύτερη τη , μαύρη
, ζωή των γονιών τους που πέθαιναν καθημερνά παλεύοντας με νύχια και με δόντια
, στις ξελάστρες , να θρέψουν τη φαμελιά τους , κάποιοι τα κατάφεραν , άλλοι
περισσότερο κι άλλοι λιγότερο , άλλοι πάλι κατάφεραν μόνο να ψευτοζήσουν , κι'
από ντροπή δεν γύρισαν ποτέ στον τόπο τους και θάφτηκαν στην ξένη γη , ανώνυμοι
, ξεχασμένοι , μαζί με τ' όνειρό τους , κι ήταν πολλοί....
Τύχη η ατυχία , δεν ξέρω , με 'φερε να δω σκηνές αποχωρισμών , εκεί στ'
Αλωνάκι , τη δεκαετία του 50 , μικρό παιδί ακόμα κι ένοιωσα σαν σε σκηνή
αρχαίας τραγωδίας , μια μάνα χαρακωμένη απ' τον πόνο , στερεμένα τα δάκρυα ,
σφιγμένα τα χείλια , για να μη βγει η κραυγή που 'πνιγε τα σωθικά της ,
Λιδορικιώτισσα μάνα , Ελληνίδα μάνα , μάνα..του κόσμου που της παίρναν το παιδί
, το' χανε , το ‘ξερε και το ‘βλεπε , πως μπορεί
να μη το ξανάβλεπε ποτέ , μα τι μπορούσε κα κάνει ;
ανάθεμα στη..φτώχεια , την ανέχεια...βουβά ακόμα πρόσωπα της τραγωδίας αυτής ,
ο πατέρας , τραγική φιγούρα κι' αυτός , μικρά αδέρφια , συγγενείς , φίλοι ,
γειτόνοι , χωριανοί , όλοι σφιγμένοι , τσιτωμένοι , πονεμένοι....
Αξίζει , εδώ , να δούμε πως θυμάται την όλη διαδικασία του ξενιτεμού , στο
προπολεμικό Λιδορίκι , ο αγαπημένος κι' αξέχαστος , φίλος Αλέκος Κωστάκης , ο
Καφτανιαλέκος , όπως τα 'γραφε στο " ΛΙΔΩΡΙΚΙ " το Μάιο του 1984 ,
αρ.φυλ. 30 :
" Ήταν στα 1929 , φθινόπωρο . Είχα κλείσει τα 4 και πήγαινα στα πέντε , ο
Θεός μπορεί να μ' αδίκησε στο θέμα της υγείας μου , αλλά στη μνήμη στάθηκε πολύ
γενναιόδωρος απέναντί μου και Τον ευχαριστώ γι' αυτό . Θυμάμαι , λοιπόν , σα
να' ταν χθες , τη μουντή και θλιμμένη εκείνη φθινοπωριάτικη εσπέρα , που
έφευγαν για την Αμερική η θεια μου Καλλιόπη με τον αξέχαστο θείο μου Αλέκο
Ταμβάκη , πριν από 55 ολόκληρα χρόνια δηλαδή .
Νέοι , ωραίοι , αγαπημένο αντρόγυνο , γλυκύτατοι κι οι δυό τους άνθρωποι ,
αναγκάζονταν απ' τη φτώχεια , όπως έκαναν και τόσοι άλλοι , άλλωστε , πριν απ'
αυτούς , να πάρουν το δρόμο της ξενιτειάς .
Από νωρίς , είχαν μαζευτεί στο Λαλαγιανναίικο όλες οι φιλενάδες της θειας μου
και της συμπαραστέκονταν . Η Θυμία η Παπαβασίλη , η Ελένη του Καντζιού , η
ΣνικοΑργυρή , η Ντίνα του Κοτλιά και άλλες που δεν τις θυμάμαι . Η ατμόσφαιρα
ήταν βαριά και μάταια η ξαδέρφη της Μπαζομαρία έλεγε διάφορα αστεία και
παιδευόταν να σπάσει τον πάγο και τη καταθλιπτική ατμόσφαιρα . Τ' απογευματάκι
ήρθε να τους αποχαιρετίσει και να τους κατευοδώσει όλο σχεδόν το χωριό , σαν
πέρασε κάμποση ώρα , ο κόσμος σηκώθηκε , σχημάτισε πομπή , μ' επικεφαλής το
νιόπαντρο ζευγάρι , και πήρε το δρόμο προς τον " Αντώνη " ,
τραγουδώντας τραγούδια της ξενιτιάς όπως το " Αφήνω γεια στις
έμορφες " , " Μια Παρασκευή κι ένα Σαββάτο βράδυ " κι' ακόμα το
" Μάνα μου , τα λουλούδια μου συχνά να τα ποτίζεις ", που το 'λεγε η
θεια μου η ίδια , βουρκωμένη , με ραγισμένη τη φωνή...
Αργά , τελετουργικά , θα 'λεγα , η συνοδεία έπαιρνε " συννεφιασμένη
" το δρόμο προς τον Αντώνη , απαλύνοντας τον πόνο και την απόγνωση με το
τραγούδι , ένα τραγούδι χωρισμού , ένα μοιρολόι , " ξόδι " ζωντανό ,
ξέσπασμα , κατάρα κι ανάθεμα στην ξενιτιά και την ανάγκη , που ξερίζωνε δυο
πανέμορφα νέα παιδιά απ' τον τόπο τους και τα 'στελνε " πεσκέσι "
στις χιονισμένες ερημιές του Καναδά να κάνουν - δίπλα στου τραίνου τις
γραμμές - παρέα στις αρκούδες και τα κογιότ .
Ο κόσμος , λες και μάντευε την τύχη αυτών που ξεριζώνονταν , προσπαθούσε να
..καθυστερήσει το χωρισμό , μα ο ήλιος είχε πια χαθεί πίσω απ' την Πλέσιβα κι ο
Ζησιμόγιαννος μ' αναμμένη τη μηχανή της " Μάρμον " του , βιαζόταν για
να προλάβουν το βαπόρι στην Ερατεινή . Το αυτοκίνητο περίμενε εκεί όπου σήμερα
είναι η αποθηκούλα με τις βενζίνες του Ρέλλου , πάνω ακριβώς απ' τη στροφή του
Αντώνη .
Ολοζώντανη ,
ολόφρεσκη , παρά την ηλικία της , η παραπάνω αφήγηση του αξέχαστου Λιδορικιώτη
και φίλου του Αλέκου Κωστάκη-Μαργέλλου , του αγαπημένου φίλου όλων των χωριανών
, του Καφτανιαλέκου , και ..συγκλονιστικά..αληθινή , ένας απ’ τους ..θησαυρούς
που μας άφησε , ας είναι αναπαυμένος , τον θυμόμαστε όλοι και τον αγαπάμε …
Καλό σας μεσημέρι , να περνάτε καλά
www.lidoriki.com
Καλό σας μεσημέρι , να περνάτε καλά
www.lidoriki.com