Showing posts with label ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΠΑΙΔΙΚΕΣ. Show all posts
Showing posts with label ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΠΑΙΔΙΚΕΣ. Show all posts

3.3.14

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΕΝΟΣ 14ΧΡΟΝΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ ….

   Πενήντα  εφτά  χρόνια  συμπληρώθηκαν  σήμερα , αγαπημένοι  μου  φίλοι  , απ’ το  χαμό του  ήρωα  του  Κυπριακού  αγώνα , του  Γργηγόρη  Αυξεντίου .
Μέρα θλιβερή  η  σημερινή ,  είναι  μέρα  πένθους και  ιερής  μνήμης , αλλά  και  μέρα  δύναμης  και πίστης  στους  συνεχείς  αγώνες  που  δίνει  καθημερινά  η “ μικροκόρη “ της  Ελλάδας  η  Κύπρος …μέρα  αξέχαστου  ηρωισμού μα  και  “ ευγνωμοσύνης “ σ’ όλα  τα  παλικάρια  μας που  ‘έδωσαν  ό.τι  πολυτιμότερο είχαν  στον αγώνα  για  την  πατρίδα  τους ..ήταν  το  1957…
   Εκείνη  την  εποχή λοιπόν , ή  μάλλον 2-3  χρόνια πριν , που  ξεκίνησε  ο  ηρωικός αγώνας  των Κυπρίων αδελφών  μας , εναντίον  της  Αγγλικής  κατοχής ,  τα  Ελληνόπουλα αλλά και  τα  Κυπριωτόπουλα , συναισθηματικά  φορτισμένα , απ’ τα  πάθια  του  Κυπριακού  λαού , αλλά  και  μέσω  των  τότε  κυκλοφορούντων  παιδικών  περιοδικών , Ελληνόπουλο κλπ , είχαν αναπτύξει …. αλληλογραφικές   φιλίες  και  όχι  μόνον , π.χ. προσωπικά  επειδή  είχα  τη  μανία της  συλλογής  γραμματοσήμων ( ..την  έχω  ακόμα ..) , είχα  δημιουργήσει δίαυλο  επικοινωνίας , ταχυδρομικής , με  ένα  συνομήλικο παιδί  απ’ τα  Βαρώσια  της  Αμμοχώστου , με  το οποίο ανταλάσσαμε  πύρινα γράμματα , με  εμφανέστατο  τον  νεανικό , παιδικό  μάλλον , συναισθηματισμό , αλλά και  γραμματόσημα μιας και ο κύριος  σκοπός  της  επικοινωνίας  μας  ήταν  αυτός .
    Περισσότερα όμως  για  εκείνη  την  όμορφη  φιλία διαβάστε  σε  παλιότερο  δημοσίευμα  μας , όταν μετά  από  επίσκεψη  στην  Κύπρο  ανταμώσαμε  ΓΙΑ  ΠΡΩΤΗ  ΦΟΡΑ με  το  φίλο  μου  το  Γιώργο Σταυρινό και ήπιαμε  παρέα  καφεδάκι  στη  Λευκωσία ..

  

15.6.11


ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ ..          
Πενήντα  πέντε χρόνων κρυφός …καημός , και μυστικό μου τάμα , ήταν το ταξίδι μου στην Κύπρο . Βέβαια τα χρόνια περνούσαν και δεν γινόταν αυτό το ταξίδι , αλλά η ζωή ξέρει από μόνη της να τα ..” βολεύει “ όλα  , τα’φερε λοιπόν έτσι , που η Κύπρος είναι πια καθημερινή μου σκέψη και ..λαχτάρα , αφού η κόρη μας η Αγγελική με το σύζυγό της Φίλιππο , μένουν μόνιμα στη Λευκωσία και όχι μόνο αυτό , αλλά πριν από 20 ημέρες μας χάρισαν και μια υπέροχη εγγονούλα , τη Φοίβη …
   Βέβαια , υπάρχει και μια παλιά ιστορία που με συνέδεε με την Κύπρο , μια ιστορία που ξεκίνησε κάπου στα μέσα της δεκαετίας του 1950 , όταν είχαν αρχίσει οι σκληρές δοκιμασίες των αδελφών μας της Κύπρου .
Κύπρος 060
Εκείνη λοιπόν την εποχή , αλληλογραφούσα με ένα συνομηλικό μου Κυπριωτόπουλο , απ’ το Βαρώσι Κύπρου , την Αμμόχωστο δηλαδή , που δυστυχώς είναι υπό τουρκική κατοχή . Η αλληλογραφία μας ξεκίνησε από κάποιο παιδικό περιοδικό της εποχής , ίσως το “ Ελληνόπουλο “ ή  τη “ Ζωή του παιδιού “ , με σκοπό την ανταλλαγή γραμματοσήμων , μιας και ήμουνα φανατικός συλλέκτης τους , όπως φυσικά και ο φίλος μου απ’ την Κύπρο , ο Γιώργος Σταυρινός .
  Βέβαια εκτός απ’ τα γραμματόσημα η αλληλογραφία μας περιλάμβανε και..πύρινα ..γράμματα , γεμάτα νεανικό πατριωτικό πάθος , αφού ήμασταν δεν ήμασταν 13-15 χρόνων . Η αλληλογραφία μας ήταν πολύ πυκνή και τακτική , και πέρα απ’ όλα τα άλλα , τα Εθνικού περιεχομένου , γράφαμε ο καθένας στον άλλον , ποιά γραμματόσημα του  λείπουν απ’ τις διάφορες σειρές και έτσι με τις ανταλλαγές μας καλύπταμε τις ανάγκες μας .
   Ο φίλος μου δε ο Γιώργος , ήταν η αιτία να μάθω το χρώμα “ λιλά “ , χρώμα που ομολογώ δεν το γνώριζα , πως ; πολύ απλά σε ένα  γράμμα του μου ζητούσε αν μπορώ να του στείλω ένα συγκεκριμένο γραμματόσημο κάποιας σειράς και  χρονολογίας  , που μου περιέγραφε την εικόνα του γραμματοσήμου και την αξία του , και συμπλήρωνε : χρώματος  λιλά ..
   Εγώ φυσικά το χρώμα “ λιλά “ δεν το γνώριζα , γιατί ήταν κάτι που στο Λιδορίκι δεν το ξέραμε και παρότι ρώτησα μικρούς και μεγάλους κανένας δεν μπόρεσε να με βοηθήσει . Η μόνη μου ελπίδα τελικά ήταν ο Λεωνίδας ( αν θυμάμαι καλά ) Δημόπουλος , διευθυντής του Ταμείου , και μανιώδης συλλέκτης γραμματοσήμων , αυτός δε ήταν που με έβαλε και μένα στο..λούκι της συλλογής ..
   Έμενε στο σπίτι του Ηλία Κάγκαλου , του Βζωνολιά , όπως τον λέγαμε , δίπλα απ’ την εκκλησία και ήταν μάλιστα και ταχτικός πελάτης στο ζαχαροπλαστείο μας , κάποια στιγμή λοιπόν που ήρθε , τον ρώτησα για το συγκεκριμένο γραμματόσημο και μου είπε κάποια στιγμή απόγευμα , να πάω στο σπίτι να βρούμε αυτό το γραμματόσημο , έτσι κι’ έγινε , το άλλο απόγευμα ξεκίνησα και πήγα , και..ξετρελάθηκα με τα γραμματόσημα που είχε ο αείμνηστος Δημόπουλος , ταξινομημένα σε άλμπουμ , σε Ηπείρους και χώρες , και βέβαια σε ξεχωριστό άλμπουμ τα Ελληνικά , που ήταν και πάρα  πολλά .
    Αφού λοιπόν φυλλομέτρησε ένα άλμπουμ έφτασε σε μια σειρά γραμματοσήμων , που είχαν παραστάσεις Ελληνικών πολεμικών πλοίων , αν θυμάμαι  καλά , και σταμάτησε σε ένα γραμματόσημο που είχε όλα τα άλλα στοιχεία αλλά το χρώμα του ήταν..μωβ , έτσι τουλάχιστον το λέγαμε  εμείς , και μάλιστα ένα περίεργο μωβ . Το έβγαλε προσεχτικά απ’ τη θήκη , με την τσιμπίδα και μου είπε : Ορίστε κύριε  Κώστα; , αυτό είναι το περίφημο γραμματόσημο του φίλου σου , και όταν του είπα πως αυτό έχει χρώμα  μωβ , μου εξήγησε πως στη Κύπρο αυτό το χρώμα το λένε  λιλά .
   Η αλληλογραφία μας με το Γιώργο πρέπει να κράτησε αρκετά χρόνια , και δεν μπορώ να καταλάβω πως , πότε και γιατί διακόπηκε , πάντως  πιστεύω , πως διακόπηκε μάλλον όταν τελειώσαμε το Γυμνάσιο , και σχεδόν αυτή η παλιά δι’ αλληλογραφίας φιλία , είχε μισο..ξεθωριάσει , αφού δεν έτυχε όλα τα χρόνια να γνωριστούμε προσωπικά , εγώ είχα μια φωτογραφία του Γιώργου και κάποια γράμματα , που όμως χάθηκαν με το χρόνο , στις τόσες  μετακομίσεις μας ..
   Πριν από 3-4 χρόνια όμως βρήκα εντελώς τυχαία τη φωτογραφία του φίλου μου του Γιώργου , με  το μαθητικό πηλήκιο , σε κάποια εξοχή στα Βαρώσια , αλλά χωρίς καμία άλλη πληροφορία , πλην μιας υπογραφής , δυσανάγνωστης . Εν τω μεταξύ η κόρη μας Αγγελική ζούσε ήδη στην Κύπρο , και σκεφτόμουνα να της δώσω τη φωτογραφία , μήπως και κάποιος απ’ τους γνωστούς γνώριζε  κάτι , γιατί και η οικογένεια του Φίλιππου , του γαμπρού μας , ήταν απ’ το Βαρώσι και μάλιστα  συνομήλικός μου . Παρ’αλληλα όμως της έστειλα και στη Νικολούλη , που τη δημοσίευσε αρκετές φορές αλλά χωρίς αποτέλεσμα , αλλά στάθηκα πολύ τυχερός , γιατί με το που είδε τη φωτογραφία , που έδωσα στην Αγγελική , ο πατέρας του Φίλιππου , τον αναγνώρισε αμέσως , αφού ήταν  χωριανοί , συνομήλικοι  και συμμαθητές  και έτσι λοιπόν μετά από 55 περίπου χρόνια βρήκα τον φίλο μου το Γιώργο Σταυρινό , δείτε και την περιβόητη  φωτογραφία .
218
Επικοινωνήσαμε τηλεφωνικά αρκετές φορές ανταλάσσοντας ευχές στις γιορτές κλπ , και τώρα που γεννήθηκε η εγγονούλα μας και κατεβήκαμε  στην Λευκωσία , όπου μένει και ο Γιώργος , ανταμώσαμε , ήπιαμε παρέα καφεδάκι και είπαμε ό καθένας μας ό,τι θυμόταν , βγάλαμε και την σχετική αναμνηστική φωτογραφία , βεβαίως..βεβαίως..
Κύπρος 147
Ο Γιώργος αριστερά και η ..αφεντιά μου δεξιά …
   Βέβαια , στην Κύπρο επισκέφθηκα και διάφορα υπέροχα μέρη , απ’ όπου έχω πολλές  φωτογραφίες , που θα τις δούμε όμως μια άλλη μέρα , ένα άλλο απόγευμα , αφού το προσκύνημα στη πανέμορφη Κύπρο θα ..συνεχισθεί …

                 Καλό  σας  βράδυ , να περνάτε  καλά
           Απ’ το  “ Λιδωρίκι “ με  αγάπη …….Κ.Κ.-

   Πέρασαν  λοιπόν  τα  χρόνια, χαθήκαμε  με  το  φίλο  μου , που  δεν  θυμόμουνα  ούτε  το  όνομά  του , μα  πάντα  έμενε  καρφωμένο στο  νου  βαθιά το  όνομα  Βαρώσια  Κύπρου , που  ήταν  η  διεύθυνσή  του .
   Υπήρχαν  ακόμα  μέσα  μου “ ποστιασμένες “ κάπου  στο  βάθος  του  μυαλού , όλα  όσα  λέγαμε  και  γράφαμε ΄, παιδιά  ακόμα , με το  Γιώργο , για  την  Κύπρο , για  την ΕΟΚΑ και  τους  Κύπριους  αγωνιστές , αλλά  πάντα είχα  νωπές  τις  αναμνήσεις απ’ τους  απαγχονισμούς  και τους  θανάτους  των  Κυπρίων ηρώων  που  με..” βασάνιζαν “ συναισθηματικά , γιατί  δεν  είχα  κάνει  ποτέ  και  τίποτα  γι’αυτούς , λες..και  μπορούσα , κι’ όμως  μπορούσα , όπως  και   ο καθένας  μας με  τον  τρόπο του μπορεί  να  τιμήσει όσους  το  αξίζουν .
   Κάποιο καλοκαιρινό  λοιπόν  βράδυ , δεν  ξέρω γιατί , αλλά ξαναήρθαν  στο  νου  μου  όλα  αυτά , εν τω  μεταξύ είχε  μεσολαβήσει  και  ο  γάμος της  κόρης  μας  με  τον  Φίλιππο , που  γεννήθηκε  στα Βαρώσια , πέντε  μέρες  πριν τον  Αττίλα , και  έκτοτε δεν  ξαναπήγαν  στην  Αμμόχωστο και  με  “ φόρτωσαν “ ακόμα  περισσότερο ,  έτσι  πάνω  στη..φόρτιση , στο  ψυχικό  στρίμωγμα , ήρθε  η..εκτόνωση , η  απελευθέρωση , με  το  παρακάτω ποίημα ..
   Ξαλάφρωσα  νοιώθοντας πως  κάτι , έστω και  τόσο ταπεινό  , πρόσφερα  στη  μνήμη  των  αδελφών  μας  Κυπρίων  ηρώων …η  σημερινή  δε  αναφορά στους  Κύπριους αγωνιστές , είναι  κάτι  σαν...μνημόσυνο  στη  συμπλήρωση     57  χρόνων  απ' τον  ηρωικό  θάνατο του  Γρηγόρη  Αυξεντίου ..
   Γι’ αυτό , όταν  ακούτε  πως  κάθε  τραγούδι  και  κάθε  ποίημα  έχει  την..” ιστορία  “ του , πιστέψτε  το , είναι  αλήθεια
 
ΩΔΗ ΣΤΑ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΜΑΣ...

 
Η μάνα κλαίει…κι’ οδύρεται , κάθε που…αναθυμιέται ,
της…γλυκοκόρης τους καημούς , τα βάσανα , τους πόνους ,
μεσ’ το ταξίδι που κρατάει τριάντα..τόσους..χρόνους ,
κι’ είν η πληγή …ολάνοιχτη κι’ ο πόνος δεν…περνιέται…

                          *************
Μετράει στις ..ράχες , στα.. βουνά..κορμιά ..παλικαρίσια ,
στο υπέρτατο καθήκον τους που πέσαν…ανδρειωμένα…
με μια σημαία Ελληνική στα χέρια τα…σφιγμένα..
τους πρέπει να φυτέψουμε της…δόξας …κυπαρίσσια…

                           *************
Σφίξτε αδέρφια τη…,γροθιά , όσοι κι’ αν ‘ρθουν χειμώνες ,
Όσες ζωές κι’ αν …ξοδευτούν στης λευτεριάς το…πάθος…
Κανένας δεν θα ξεχαστεί , κανείς νεκρός..μονάχος…
Όλοι τους θα ‘ ναι..ΑΘΑΝΑΤΟΙ , για πάντα , στους…ΑΙΩΝΕΣ…

Λιδορίκι 22 07 07 ……….Κ.Κ.-

5.1.13

ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ

 

  Θα ήθελα να κλείσω τον κύκλο των αναμνήσεων γύρω από την Παιδική Χαρά του Αγ. Κωνσταντίνου, με κάποιες προσωπικές σκέψεις και απόψεις, παγιωμένες μέσα μου από εκείνα,  τα  πρώτα  διδάγματα  που  πήρα  απ’  αυτήν  και  τα οποία  με  σημάδεψαν  καίρια  και γαλβάνισαν ένα κομμάτι, το μεγαλύτερο, του χαρακτήρα και της ψυχής μου.

   Κατ’ αρχήν μου εμπέδωσε την έμφυτη ροπή για την άθληση και τον αθλητισμό,  στην οποία έδωσε βήμα και ερεθίσματα για μετατροπή τους από έρωτα σε πραγματική αγάπη, προσφέροντάς μου το πρώτο πεδίον άσκησης και «εξαργύρωσης» αυτής της αγάπης. Και μάλιστα με πλήρη αποσύνδεση από κάθε έννοια υλικού συμφέροντος ή κάποιου άλλου ανταλλάγματος, πλην αυτής-καθαυτής της γεύσης της νίκης. Αγώνας για… τη νίκη και μόνο! Αυτό, δηλαδή, που αποτελεί την πεμπτουσία του όρου «άμιλλα». Με έκανε να συνδέσω τα σπορ, ακριβώς με την πλατειά ερμηνεία του όρου αυτού. Δηλαδή το… σπορ! Σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που ό,τι καταπιάστηκα, στην συνέχεια, στη ζωή μου εκυριαρχείτο απ’ αυτή την άποψη και πάντα το αντιμετώπιζα έτσι! Ίσως γιατί αγάπησα πολύ ό,τι έκανα!

   Τιμώ απεριόριστα τον όρο χόμπι και θεωρώ τους χομπίστες καλύτερους κι αποτελεσματικότερους σ’ αυτό που ασχολούνται, από τους λεγόμενους επαγγελματίες και πιστεύω ακράδαντα πως τα δημιουργήματα της χομπίστικης απασχόλησης είναι πολύ καλύτερα από εκείνα της λεγόμενης «επαγγελματικής». Εννοείται μέσα στα όρια και τις δυνατότητες ενός εκάστου. Κι αυτό γιατί το χόμπι προϋποθέτει αγάπη στην γνώση, επιμονή στην έρευνα και μεράκι κι υπομονή στην εκτέλεση, ενώ ο επαγγελματισμός εμπεριέχει την καταπίεση, την ανάγκη της παραγωγής, την αναγκαιότητα του χαμηλότερου κόστους και, τέλος, την σκοπιμότητα του βιοπορισμού.

   Ακόμη, μου έμαθε να τιμώ τα σύμβολα και τις ιδέες. Δεν με συγκαταλέγω, επ’ ουδενί, μεταξύ αυτών που οι λούμπεν κουλτουριαρέοι προοδευτικάριοι αποκαλούν σκωπτικά «ελληναράδες», (με κατ’ ευθείαν λογική επαγωγή κι αντιστοιχία στο «τουρκαράδες», «αμερικαναράδες», «ιταλαράδες», ή «ανγκολαράδες»(!), κ.ο.κ.). Τα πολλά ταξίδια, που για ειδικούς λόγους έκανα ανά την υφήλιο, και η επαφή μου με κάθε καρυδιάς καρύδι και κάθε λογής ράτσα, «πετσί» και νοοτροπία, ξέπλυναν όλα τα ίχνη σωβινισμού, που ενδεχομένως να υπήρχαν ανεξιχνίαστα και καταπλακωμένα στο DNA μου. Και παντού έγινα αποδεκτός σαν «εγώ», σαν άτομο κι όχι σαν εθνικότητα, σαν Έλληνας.

   Όμως, όταν το σούρουπο το σφύριγμα της κυρίας Τζούλιας σήμαινε το κλείσιμο του Κέντρου, η ακολουθούμενη διαδικασία με χάραξε βαθιά και ανεξίτηλα.

   Όλοι, ανεξαιρέτως όλοι, μικροί-μεγάλοι, άντρες-γυναίκες-παιδιά, μαζευόμαστε με σπουδή γύρω από τον ψηλό ιστό της ελληνικής σημαίας που κυμάτιζε ψηλά όλη την ημέρα στην πάνω άκρη του Κέντρου. Αμίλητοι, ακίνητοι και σε στάση προσοχής όλοι, ακούγαμε το αργό και μελαγχολικό σάλπισμα, (συνήθως το έκανε ο Αχιλλέας Νταϊδήμος, μακαρίτης τώρα), που συνόδευε την υποστολής της σημαίας. Σε όλη τη διάρκεια της διαδικασίας δεν έβγαινε άχνα από κανένα και δεν ακουγόταν κιχ ! Εκτός κι αν κάποιο θορυβώδες τραμ, της γραμμής 11, έσπαγε βέβηλα την κατάνυξη της στιγμής με το κροτάλισμά του. Και όταν η σημαία, κατεβασμένη και καλοδιπλωμένη, πήγαινε γι’ ανάπαυση στο γραφείο, τότε μόνο όλος ο κόσμος τράβαγε γι την έξοδο και το σπίτι.

   Δεν ξέρω πώς και γιατί, (η ηλικία τότε δεν επέτρεπε λογικούς συνειρμούς παρά μόνο ενστικτώδεις αντιδράσεις και παρορμήσεις), αλλά η εικόνα της σημαίας, συνδεδεμένη με τη μελαγχολία της σάλπιγγας με διακατείχε και με περιέβαλλε, σαν αόρατο δίχτυ, για αρκετή ώρα μετά.

   Τελικά, αυτές οι στιγμές διαμόρφωσαν μέσα μου ένα μεγάλο κομμάτι από το συστατικό της εθνικής και ατομικής μου ταυτότητος. Αυτοτελές, αυθύπαρκτο και εντελώς απαλλαγμένο από περηφάνιες ή καταφρόνιες, συμπλέγματα ή καπηλείες. Χωρίς κομπορρημοσύνες και φανφάρες περί των «αρχαίων ημών προγόνων» αλλά και χωρίς ενοχές κακών σύγχρονων πολιτικών, (και με η και με οι). Υπεύθυνος μόνο για τις δικές μου σκέψεις και πράξεις. Είμαι αυτός, καλώς ή κακώς, και είμαι διαμορφωμένος έτσι.

   Βασικά αυτοπροσδιορίζομαι ως πολίτης της Γης, αλλά επειδή γεννήθηκα σ’ αυτήν την ευλογημένη γωνιά της που λέγεται Ελλάδα, πολιτογραφούμαι Έλληνας και έχω αυτό το εθνικό σύμβολο. Τόσο απλά!

   Τα όποια «πιστοποιητικά» και το ειδικό μου βάρος τα δημιουργώ μόνος, με τη συμπεριφορά, τις ικανότητες και το δικό μου «αποτύπωμα».  Δεν τα κλέβω, ούτε τα δανείζομαι απ’ το όποιο παρελθόν και τους όποιους προγόνους. Και αυτό εκεί το κομμάτι πανί, που ανεμίζει σ’ ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο, ανεμίζει και στην ψυχή μου. Είναι η σημαία μου, (προσωπικά θα την προτιμούσα στην παλιά της μορφή, την λεγόμενη «της ξηράς»), που με εκφράζει, με συμβολίζει, με χαρακτηρίζει, με τιμά και την τιμώ! Και τη σέβομαι απεριόριστα, ευλαβούμενος αυτούς που θυσίασαν και θυσιάστηκαν γι’ αυτήν!

   Είδατε τι μπορεί να «χτίσει» ένα Κέντρο Νεότητος, σε μια δύσκολη αλλά πραγματικά καλή, παλιά εποχή;

ORPHEAS

4.1.13

ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ

 

  Εξαιρουμένης της κατοχικής περιόδου, όπου  δεν μπορώ να πω τίποτε, αφού κάπου μέσα στη διάρκειά της ήρθα στο φως, τα τελευταία, κυρίως, χρόνια του Εμφυλίου, τα θυμάμαι πολύ καλά. Πέραν των διαφόρων οικογενειακών εμπλοκών σ’ αυτόν, οι οποίες τότε πέρναγαν μάλλον ξώφαλτσα από τα παιδικά μου μάτια, εκείνο που με σημάδεψε έντονα ήταν η διάχυτη μεγάλη φτώχεια και ανέχεια. Μια κατάσταση της οποίας το μέγεθος έγινε αντιληπτό όταν η χώρα άρχισε να σουλουπώνεται κάπως και η σύγκριση με το πρόσφατο παρελθόν έφερνε στην επιφάνεια θαυμασμό και απορία. Θαυμασμό για την συντελεσθείσα πρόοδο κι απορία για το πρότερο χάλι. (Κάτι που θα νοιώσουν κι οι γενιές του μέλλοντος, αφού είναι γνωστό πως οι καιροί αναπλάθουν αλλήλους).

   - Βρε, πώς ζούσαμε αλήθεια, τότε! Πώς μπορέσαμε;

   Σ’ αυτό το ρητορικό και φιλοσοφικό ερώτημα την απάντηση την έδωσε η ίδια η ζωή και η πραγματικότητα. Σ’ εμάς τα παιδιά όμως, όλα τα προβλήματα της εποχής, κυρίως αυτό της επιβίωσης, δεν μας άγγιζαν. Κουτσά-στραβά κάτι μασουλάγαμε και η μόνη έννοια μας ήταν το… παιχνίδι.

   Αρκετά παιχνίδια δεν απαιτούσαν κανένα απολύτως υλικό, πέρα από τα φυσικά, (χώμα, νερό, ξύλα, φωτιά), και βέβαια τη δική μας όρεξη, διάθεση και ζωντάνια. Όλα ουσιώδη και σε υπερεπάρκεια. Μεταξύ άλλων, κυνηγητό, κρυφτό, κλέφτες κι αστυνόμοι κι εκείνο το κρύο «περνάει, περνάει η μέλισσα», που μου αναποδογύριζε τ’ άντερα αφού το θεωρούσα εντελώς… κοριτσίστικο, και διάφορα τέτοια. Μετά βγήκαν …στη πιάτσα οι βώλοι και οι γκαζές. Οι βώλοι ήσαν χωμάτινα σφαιρίδια, μονόχρωμα και εντελώς κακότεχνα κατασκευασμένα, αφού ήσαν χειροποίητοι και φτιαγμένοι ένας-ένας. Μεγάλα τους μειονεκτήματα ότι έσπαγαν εύκολα στο παιχνίδι, ξέβαφαν και έλιωναν στο νερό. Οι γκαζές ήσαν γυάλινες, ολοστρόγγυλες πολύχρωμες, παρδαλές και σε διάφορα μεγέθη. Θαύμα ιδέσθαι! Πού και πού, έσκαγαν μύτη και κάτι μεγάλες άσπρες πέτρινες μπίλιες που τις λέγαμε «γαλατάδες».

   Στην αρχή, μέχρι η αυξανόμενη οικονομική …ευμάρεια να βγάλει εντελώς από την παιδική… αγορά τους βώλους, αυτοί είχαν και διαπραγματευτική αξία στο παιδικό ..χρηματιστήριο παιχνιδιών. Μία γκαζά ίσον με 10,15,20 βώλους, αναλόγως την προσφορά και τη ζήτηση! Τα παιχνίδια με βώλους και γκαζές είχαν πάντοτε διεκδικητικό χαρακτήρα. Αυτοί που κέρδιζαν έπαιρναν τους βώλους των χαμένων.

   Τα παιχνίδια που είχαν αναπτυχθεί ήσαν πολλά. Κυνηγητό, όπου ο ένας προσπαθούσε να χτυπήσει τη γκαζά του άλλου, οπότε την έπαιρνε, ρίξιμο της μπίλιας προς ένα τοίχο, οπότε όποιου έφτανε πλησιέστερα κέρδιζε και μάζευε τις υπόλοιπες. Εκεί συνηθέστατα γινόταν χαμός με αμφισβητήσεις, κλεψίματα, μετρήματα και μπόλικη κακοπιστία με φωνές, καυγάδες, σφαλιάρες και στο τέλος… κλάματα!

   Το πιο διαδεδομένο παιχνίδι με τα γκαζάκια ήταν το τρίγωνο. Χαράζαμε στο χώμα, με μια μεγάλη πρόκα ένα τρίγωνο και μέσα κάθε παίκτης έβαζε από 1,2,3, ανάλογα, γκαζές. Μετά, αρχίζοντας από κάποια απόσταση και με κάπως κληρωμένη σειρά, προσπαθούσαμε με μιά μπίλια, χαρακτηριστική του κάθε παίκτη, να σημαδέψουμε και χτυπήσουμε τις εντός του τριγώνου. Όποια ή όποιες έβγαιναν απ’ αυτό τις κέρδιζε ο αντίστοιχος παίχτης. Οι … εκτοξεύσεις της γκαζάς εγένοντο με ειδική τεχνική στη σκόπευση κι εκτέλεση. Τα χέρι κλειστό σε χαλαρή γροθιά ακουμπισμένο στο έδαφος, η γκαζά μέσα, σημάδι και τίναγμα της μπίλιας προς το στόχο με το νύχι του μεγάλου δακτύλου! Το παιχνίδι αυτό, που χαρακτήρισε ολόκληρη εποχή είχε αναδείξει φίρμες και φίρμες που τις έτρεμαν οι συνοικίες. Κάτι αντίστοιχο με τους πιστολέρος των σπαγέτι-γουέστερν και των διαφόρων «Νικ Ντάντολος» των καζίνων! Κάποιοι μάλιστα έπρεπε να φτάσουν μέχρι Θησείο μεριά για να μπορέσουν να παίξουν, αφού στις εγγύς γειτονιές δεν τους έπαιζαν! Μέχρι να τους πάρουν χαμπάρι τι τζιμάνια είναι και τους βγάλουν, κι εκεί, «απαγορευτικό».

   Την γκαζά με την οποία σημαδεύαμε, θες από πρόληψη, γούρι και τέτοια, θες από συνήθεια την φυλάγαμε ως κόρην οφθαλμού και παίζαμε πάντα κι αποκλειστικά μ’ αυτήν! Όπως οι καουμπόηδες είχαν το πιστόλι τους, οι καλουπατζήδες το σκεπάρνι τους κι οι χτίστες το μυστρί τους, είχαμε κι εμείς την γκαζά μας, ως σήμα κατατεθέν!


   Άλλο χαρακτηριστικό και άνευ κόστους παιχνίδι ήταν το ξυλίκι. Ένα, κατά βάση κοντό αλλά χοντρούτσικο παραλληλεπίπεδο κομμάτι ξύλο του οποίου τα άκρα τα πελεκούσαμε, γύρω-γύρω, ομοιόμορφα, έτσι ώστε όταν βρισκόταν στη γη, αυτά να μην την αγγίζουν. Αυτό ήταν το «ξυλίκι». Έτσι, λοιπόν, όταν χτύπαγες δυνατά και κάθετα το ξυλίκι, με κάποια φαρδιά σανίδα, αυτό χοροπήδαγε μέχρι εκεί πάνω. Όπως ακριβώς αντιδρούσε κάποιος που τον πάταγε, αιφνιδίως και κατά λάθος, μια κυρία με μυτερό τακούνι, μέσα στο τραμ σε ώρα συνωστισμού. Ή σαν εκείνον που διάβαζε εμβριθώς και προσηλωμένος την εφημερίδα του στο παγκάκι της πλατείας και συ πήγαινες, σιγά-σιγά κι αθόρυβα, πίσω του και του έκανες «μπουουου»!

   (Σημ. Το τελευταίο ήταν από τις πλέον αγαπημένες μου ασχολίες, αφού το λεπτεπίλεπτο και καλογυμνασμένο κορμί μου και οι επιδόσεις του στους δρόμους ταχύτητος το επέτρεπαν. Εξ άλλου αποτελούσε έναν θαυμάσιο και πρωτότυπο τρόπο…προπόνησης, ιδίως όταν οι συνθήκες, π.χ. Κυριακές, αργίες, κ.λπ., κρατούσαν την Παιδική Χαρά κλειστή και αποσυντόνιζαν την συνήθη καθημερινή αθλητική μας διαδικασία).

   Καθώς λοιπόν, επανερχόμενος στο παιχνίδι, το ξυλίκι χοροπηδούσε στον αέρα, ώσπερ να το τσίμπησε «τζόρτζινας», του έριχνες μια γερή με τη σανίδα κι αυτό πετιόταν όσο μακριά επέτρεπαν τα «ποντίκια» του μπράτσου σου και το επιτυχημένο σημάδεμα! Ένα θαυμάσιο κι ελληνοπρεπές παιχνίδι, η ελληνική απάντηση στο κρυόμπλαστρο αμερικανικό μπέιζ μπωλ, που ποτέ μου δεν αξιώθηκα να μάθω τους κανόνες και το νόημά του!


   Με το πέρασμα του χρόνου μπήκαν στη ζωή μας οι σβούρες, με το πέταλο στην άκρη ή το καρφί, για τους πιο προχωρημένους και πιο «τσίφτες» του … σπορ, αφού οι δεύτερες απαιτούσαν μεγαλύτερη μαεστρία και δύναμη στο τίναγμα του χεριού. Είχαν όμως πολύ εντυπωσιακότερο στριφογύρισμα, αφού έκαναν πολύ ωραία τσαλίμια καρφωμένες στο έδαφος, (απαραιτήτως σκληρό δάπεδο, όχι χώμα), σαν Ινδές χορεύτριες του Μπόλυγουντ!

   Συγχρόνως έκαναν την εμφάνισή τους και τα πατίνια! Ω΄, Θεέ μου, τι θαύμα ήταν αυτό! Οποία ωραιότης στην εμφάνιση, τι πλούτος στην διακόσμηση και τι φαντασία στην ποικιλία! Ο βασιλιάς των παιχνιδιών, ο απόλυτος άρχοντας, ο κυρίαρχος της ευθύγραμμης οδού Κίμωνος! Το πατίνι! (Άλλωστε, αφού η ζωή μας όλη, τότε, ήταν ένα μεγάλο και συνεχές πατίνι, τι το πιο φυσικό!).

   Δυστυχώς η έμφυτη δειλία της μάνας δεν μου επέτρεψε ν’ ασχοληθώ επισταμένως μ’ αυτό το εξαίσιο και πολύ ενδιαφέρον, προμηχανοκίνητο άθλημα, στο οποίο δεν είχα καμία αμφιβολία πώς θα διέπρεπα. Κάτι ψιλοκατάγματα, κάτι γύψοι και κάτι επίδεσμοι μερικών αληταρέων φίλων μου την έκαναν να ασκεί ένα συνεχές και μονότονο βέτο σε κάθε δική μου απόπειρα κατασκευής ή απόκτησης πατινιού.

   -Μα, καλέ μαμά…

   -Σκασμός και καλάμια! Δεν θέλω μα και ξεμά!

   -Μα θα προσέχω πολύ…

   -Ναι, το ίδιο έλεγε στη κυρ Ασπασία, απέναντι, ο Χριστάκης της και τον βλέπεις τώρα με τις πατερίτσες; Πατίνι, τέρμα! Ξέχνα το. Άλλωστε αν κτυπήσεις, πώς θα παίζεις μπάλα; Μπορεί και να μην ξαναπαίξεις ποτέ σου, έτσι και χτυπήσεις σοβαρά.

   Το τελευταίο, αμάχητο επιχείρημα με έπεισε εντελώς και με κατέταξε, οριστικά, σ’ αυτούς που, όρθιοι στα πεζοδρόμια, έβλεπαν …. «τα πατίνια να περνούν»! Κατέβαιναν, σίφουνες πραγματικοί, από τον Αϊ Γιώργη προς το Τέρμα του Μαυρομάτη, στην πίστα της Κίμωνος με τα ρουλεμάν-ρόδες να κάνουν δαιμονισμένο θόρυβο, ίδιο με τις σημερινές Λότους και Μακ Λάρεν, στους καθημερινούς τους αγώνες και να προκαλούν ρίγη συγκινήσεως και κραυγές ενθουσιασμού, καθώς περνούσαν αστραπιαία από μπροστά μας!

   Ανάμεσα στους έκθαμβους θεατές, (εμάς τους χέστες, δηλαδή), περιλαμβανόταν κι ένας σημερινός μεγαλοεπιχειρηματίας, ζάπλουτος, τον οποίο θυμάμαι με κοντά παντελονάκια κι ένα δίχτυ στο χέρι -για τα ψώνια της μάνας του- να παρακολουθεί κι αυτός, σοβαρός-σοβαρός, τις πατινοδρομίες, από το πεζοδρόμιο στη στάση του Κρίθαρη! Όνομα δεν αναφέρω για προφανείς λόγους, όμως η επιχειρηματική του δραστηριότητα καλύπτει ευρύτατο φάσμα. Από τράπεζες, ασφάλειες, μέχρι αθλητισμό!

   Αρκετά αργότερα, μια ψευδαίσθηση της συγκίνησης του πατινιού μου έδωσε ένα ξενέρωτο κατασκεύασμα του εμπορίου, μεταλλικό και με λαστιχένιες ρόδες. Αηδίες και ξεράσματα. Γοητεία, αίσθημα και σασπένς, μηδέν! Σύντομα το βαρέθηκα και το πέταξα.


   Μπαίνοντας για τα καλά στην δεκαετία του ’50, άρχισα να βλέπω να κυκλοφορούν και πραγματικά παιχνίδια. Ωραία μεταλλικά παιχνίδια που δεν είχαν καμία ποιοτική σχέση με τη σημερινή πλαστικαδούρα της ευτελείας της χυδαιότητας και της κακογουστιάς. Ο Τσοκάς, στην οδό Αιόλου, υπήρξε ο πρύτανης του αθηναϊκού παιχνιδιού, λόγω μεγέθους καταστήματος, πλήθους, είδους και ποιότητος του εμπορεύματος, αλλά και κάμποσα μικρομάγαζα, που φύτρωσαν διάσπαρτα εδώ κι εκεί, κέντριζαν το ενδιαφέρον και τη φαντασία των μικρών, προκαλώντας τη δυσφορία και το σιχτίρισμα των μεγάλων, αφού το ενοχλητικό κλαψούρισμα κι η γκρίνια των νεαρών βλαστών απειλούσε με καταστρεπτικές συνέπειες τις γλίσχρες αποδοχές, τον αναιμικό οικογενειακό προϋπολογισμό και τις μισοάδειες τσέπες τους.

   - Μην τα βλέπετε αυτά, είναι…. κακά πράματα! Η συνήθης προτροπή και η μάταιη προσπάθεια αποτροπής των παιδικών βλεμμάτων και της ανικανοποίητης λαχτάρας.


   Ο δικός μου ονειρικός παράδεισος βρισκόταν σ’ ένα μικρό ημιυπόγειο, στην αρχή της Ιπποκράτους, ανεβαίνοντας δεξιά, και γωνία με την Ακαδημίας. Εκεί, στο μέγαρο Βερναρδάκη, όπου τα υπόγειά του είχαν μετατραπεί σε ημιυπόγεια καταστήματα με ανεξάρτητη είσοδο το καθένα, στη γωνία ήταν το παπουτσίδικο του Ροζάνη, ενός κλασσικού και αυθεντικού βαρύμαγκα της εποχής, που έπαιρνε στο κυνήγι με μια χοντρή μαγκούρα όποιον εφοριακό τολμούσε να κατέβει τα σκαλιά του μαγαζιού του.

   - Τι θες εδώ μωρή… μπαλαρίνα; Όξω π…τη απ’ το μαγαζί μου! Και τον έτρεχε με συνοδευτικά γαμωσταυρίδια μέχρι κάτω, την πλατεία Κάνιγγος, σκορπώντας ιλαρότητα κι επιδοκιμασίες σε όλο το κέντρο της Αθήνας.

   Δίπλα, επί της Ακαδημίας, ήταν το βιβλιοπωλείο του πατέρα και μετά το βενζινάδικο του Τάσου Αναστασόπουλου, ενός παμπόνηρου γυναικά, (μεταξύ μας, όλοι εκεί στην παρέα της Ιπποκράτους ήταν γυναικάδες), από τον οποίο θυμάμαι πάμπολλες ευτράπελες ιστορίες. Η πιο χαρακτηριστική όμως αφορούσε τον αδελφό του τον Μιχάλη. Έναν ταξιτζή, αδικοχαμένο σε μια ηρωική πράξη, (έσωσε από πνιγμό κάποιον -άντρα, γυναίκα ή παιδί, δεν θυμάμαι ακριβώς- αλλά πνίγηκε ο ίδιος), για την οποία τιμήθηκε μετά θάνατον από την Ακαδημία Αθηνών.

   Από αυτόν τον Μιχάλη, κλασσικό ταξιτζή της εποχής, μουστακάκι, μαγκιά, πλάκα κι έξω καρδιά, θυμάμαι μια ιστορία που διηγιόταν κάποτε σε όλη την ομήγυρη της Ιπποκράτους, καθώς του έβαζε βενζίνη ο αδελφός του.

   -Πήρα, που λέτε τις προάλλες κούρσα, μπροστά από το «Ακροπόλ», τη Σπεράντζα Βρανά. Κάπου στο δρόμο με έκλεισε ένας φλώρος και ψιλοαρπαχτήκαμε. Κάτι μου είπε και μου την έδωσε. Ίσα ρε, του λέω, μη σου ντρεσάρω κυδώνι στη μάπα και κατεβάσεις δυο βάζα γλυκό!

   -Αχ΄, τρέλα! πετάχτηκε από το πίσω κάθισμα η Σπεράντζα. Σωφέρ σταμάτα γρήγορα! Μολύβι και χαρτί. Αυτό θα το γράψω για το θέατρο!

   Αν αυτή η ατάκα «παίχτηκε» ποτέ σε κάποια επιθεώρηση δεν το γνωρίζω. Τότε, μόνο απ’ έξω περνούσα από τα θέατρα.


   Επί της Ιπποκράτους, τώρα, υπήρχε η κεντρική είσοδος του επιβλητικού νεοκλασσικού των Βερναρδάκηδων, που στέγαζε εκτός από μια πολύ ενδιαφέρουσα βιβλιοθήκη, πανάκριβες αντίκες, βαριές κουρτίνες και αρκετούς σπάνιους πίνακες, μεταξύ των οποίων και μερικοί εκπληκτικοί Βολονάκηδες. Μαζί με όλα αυτά στέγαζε και πολλή σκοτεινιά, πολύ κλεισούρα, πολύ μούχλα κι ένα τσούρμο γερούνδια με επικεφαλής τον κάποτε σπουδαίο λόγιο Βερναρδάκη, αλλά όπως τον θυμάμαι εγώ, έναν εντελώς «γκαγκά» γεράκο, σε κατάσταση πλήρους αποσύνθεσης. Περιστοιχιζόταν από μερικές αδελφές, επίσης υπερήλικες και όλες γεροντοκόρες.

   Το πρώτο και μεγαλύτερο από τα λάθη της ζωής μου ήταν η άρνησή, σε σχετική κι επίμονη πρόταση της μικρότερης, της Μέλπως, να με… υιοθετήσει! Έχοντας χάσει πρόσφατα τους γονείς μου και κρατώντας το μαγαζί σχεδόν μόνος, σπουδάζοντας παράλληλα στο Βαρβάκειο, της προκαλούσα τον οίκτο και τη συμπόνια και κάθε φορά που της ανέβαζα το νοίκι μου το ζήταγε φορτικά.

   - Έλα βρε παιδάκι μου να σε υιοθετήσω!

   Αυτό τον οίκτο και την βλακώδη περηφάνια της ανώριμης ηλικίας την πλήρωσα πολύ ακριβά. Στο τέλος βαρέθηκε και υιοθέτησε έναν παμπόνηρο υδραυλικό στον οποίο νοίκιαζε το κάτω μέρος της σκάλας για να στεγάζει τους κάβουρες, τα καυτήρια και τους κουρμπαδώρους του και ο οποίος, από τη μια μέρα στην άλλη, όταν πέθανε η Μέλπω κι όλες οι άλλες, βρέθηκε από λιγούρης, άρχοντας! Βεβαίως, για την απόφαση εκείνη, το ανόητο εκείνο προσωπικό μου «…il gran rifiuto», πολλά βράδια έκλαψα μετανοιωμένος. Πλην όμως, «ουκ έστι μετάνοια εν Άδη».


   Δίπλα στην είσοδο του σπιτιού, προς τα επάνω, υπήρχε ένα πολύ μικρό μαγαζάκι που για μένα φάνταζε σαν την μαγική κρυψώνα του Αλή Μπαμπά! Ένας σωρός παιχνίδια, μικρά μεγάλα, πολύχρωμα, κουρντιστά, τόπια κι ό,τι ποθούσε η ψυχή ενός μικρού και στερημένου παιδιού ήταν αραδιασμένα, δίπλα-δίπλα, στον μικρό χώρο.

Κάθε φορά που βρισκόμουν στο βιβλιοπωλείο, όλο κι εύρισκα πρόφαση να στρίψω στη γωνία, να κατέβω τη μικρή σκάλα και να βουτήξω στο... όνειρο. Ένα όνειρο που δεν πρόλαβε ποτέ να πραγματοποιηθεί, μένοντας πάντα άπιαστο. Όπως άλλωστε κι όλα μας τα όνειρα... πλην σπανίων περιπτώσεων των λίγων τυχερών. Και όλοι ήξεραν που να μ' αναζητήσουν και που θα με βρουν.


Αρκετά για σήμερα. Όμως μου άνοιξε η όρεξη και η…μνήμη και μάλλον θα συνεχίσω στο ίδιο βιολί.

ORPHEAS

http://pisostapalia.blogspot.gr/

2.1.13

ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ

 

  

Καλή χρονιά και υπομονή!



Παιδικές αναμνήσεις

   Όταν το παρόν σου προβάλλεται ιδιαίτερα μαύρο και απεχθές, τότε η προσφυγή στο παρελθόν, στα χρόνια της νιότης και της ανεμελιάς, αποτελεί το πιό ασφαλές και σίγουρο καταφύγιο. Ανάσα ζωής και δροσερή πηγή ανανέωσης κι αισιοδοξίας.

   Το σύγχρονο καθολικό μπάχαλο με στέλνει αναπόφευκτα σ’ εκείνες τις παλιές εποχές όπου όλα ήσαν πιό απλά, πιό φτωχά, αλλά πιό ανέμελα και πιό αντιμετωπίσιμα. Χωρίς ηλεκτρικά πλυντήρια και Ajax, αλλά με πλυσταριό στην ταράτσα, πράσινο σαπούνι και αλισίβα. Και με μιά μικροκαμωμένη και αεικίνητη πλύστρα, την κυρα-Σπυριδούλα, που ερχόταν κάθε εβδομάδα από τα Τουρκοβούνια στο Βούθουλα γιά να μας βγάλει τη γλίτσα από τα ρούχα κι εμείς, τέσσερις διαβόλοι, της βγάζαμε το λάδι στο πείραγμα, ώσπου μπαϊλντισμένη από το τρίψε-τρίψε στον τρίφτη της σκάφης και το κυνήγι αυτού που της τράβαγε την κοτσίδα η οποία της  έφτανε κάτω απ’ τη μέση της, τσίριζε απ’ την ταράτσα:

   - Κυρά Κούλα, έλ’ να πάρ’ς το π’ δί σ..!

   Το μικρό πέτρινο σπίτι με την υποτυπώδη αυλή και τη μικρή ταράτσα, ήταν αδύνατον να στεγάσει την ξεχειλίζουσα ζωντάνια τεσσάρων αεικίνητων δαιμόνων. Έτσι την πλήρωνε όποιος είχε την ατυχία, και γιά οιονδήποτε λόγο να βρίσκεται, μαζί τους, μέσα σ’ αυτό.

   Μέγα πρόβλημα της μάνας η αναποτελεσματικότητα του πιό πρόχειρου αμυντικού, κατά του σπασίματος των νεύρων της, όπλου, της θρυλικής ξύλινης κουτάλας, η οποία λειτουργούσε καθημερινώς ακατάπαυστα μετρώντας παΐδια, μέχρι που κι αυτή αποκαμωμένη από τη χρήση, έπεφτε ηρωικά, επιπίπτουσα σε κάποια νεαρή πλάτη και γενόμενη δύο κομμάτια, άρα ακίνδυνη! Τι να σου κάνει και το καημένο το υλικό, έφθανε, κάποτε, στα όρια της αντοχής του! Βεβαίως το πρόβλημα γιά μας δεν λυνόταν κι η ανακούφιση ήταν πρόχειρη. Ίσαμε να βγεί η νέα κουτάλα από τον κρυψώνα της και ν' αναλάβει υπηρεσία και να συνεχίσει έτσι ο ατέρμων κύκλος της... χαρούμενης ζωής μας! 

   Κάποια στιγμή, μέσα στην απελπισία της μητέρας

   - Τι θα κάνω μ’ αυτούς τους τριβόλους. Θα μου στρίψει!, η θεία η Ρίρα, η ψηλομύτα Γερμαναρού, έριξε την ιδέα της γκουβερνάντας. Αυτό, είπε, θα ήταν, η δέουσα ….λύση!

Και έτσι μας προέκυψε η…. Μαντάμ!

   Μιλάμε τώρα γιά εποχές υψίστης φτώχειας, στα όρια της εξαθλίωσης, όπου το κρέας σπάνιζε και το ψωμί πουλιόταν με το δελτίο! Μάλιστα, με το δελτίο! Θυμάμαι ακόμη, πεντακάθαρα, κάτι στενόμακρα πράσινα βιβλιάρια, όπου στη πίσω μεριά του εξώφυλλου υπήρχε το ονοματεπώνυμο του κατόχου, διάφορα στοιχεία και… η φωτογραφία του! Τα εσωτερικά φύλλα, καθένα αντιστοιχούσε σ’ ένα μήνα, είχαν αριθμημένα κουπόνια ανάλογα με το πλήθος των ημερών. Ο Ιανουάριος 31, Φεβρουάριος 28, κ.ο.κ.

   Μ’ έστελνε λοιπόν η μάνα, σαν μεγαλύτερο, στον απέναντι φούρνο του Αναγνώστου, του Ηπειρώτη, που είχε μιά κεφάλα να! Μεγάλη και πλακέ, (βέρος Ηπειρώτης, γαρ), σαν το άκρο της ξύλινης … σάρισας με την οποία φούρνιζε και ξεφούρνιζε στα άδυτα του φούρνου ψωμιά και ταψιά, με αυστηρές οδηγίες:

   -Το νου σου κακομοίρη μου, στο κομματάκι. Τα μάτια σου δεκατέσσερα κι όλα στη ζυγαριά! Αλλιώς χάθηκες φουκαρά μου!

   Η διαδικασία είχε ως εξής. Κάθε οικογένεια εδικαιούτο, κατ’ άτομο, ορισμένα δράμια ψωμιού ημερησίως, εννοείται αγορασμένα κι όχι τζάμπα, γεγονός που  επιστοποιείτο με την προσκόμιση στο φούρνο των σχετικών βιβλιαρίων διανομής. Ο φούρναρης έκοβε τα σχετικά κουπόνια, (ημέρα και μήνας), και ζύγιζε την ανάλογη ποσότητα. Δυστυχώς δεν θυμάμαι τώρα πόση ήταν τότε, ακριβώς, η επιτρεπόμενη κατ’ άτομο. Πάντως σίγουρα και σαφώς κάτω από οκά! (1 οκά = 400 δράμια και γιά τους νεώτερους 1 κιλό = 312,5 δράμια).

   Τω καιρώ εκείνω, δεν υπήρχαν πολυτέλειες στο ψωμί, ποικιλίες, φρου-φρού και τέτοιες αηδίες. Καρβέλι και μόνο καρβέλι, μαύρο και πεντανόστιμο, που επειδή, λόγω φύρας στο ψήσιμο, είχε διάφορα βάρη το καθένα τους, στο ζύγισμα ο φούρναρης πρόσθετε, ή αφαιρούσε, κομμάτι ή κομματάκι αναλόγως, με τη χατζάρα του. Χραπ!

   Σ’ εμάς, λόγω οικογενειακού μεγέθους, 6 στόματα εκ των οποίων τα 4 μίζερα και κακόφαγα, αναλογούσαν κάτι καρβέλια συν… ένα μικρό κομματάκι, που η μάνα, μέσω εμού, το διεκδικούσε μετά μανίας. Κι αν δεν…. αλίμονό μου! Κουτάλα!

   Η δική μας οικογένεια, λόγω του πατρικού βιβλιοπωλείου, έχαιρε φήμης «μπρούκληδων» στη φτωχογειτονιά της Ακαδ. Πλάτωνος, σε τέτοιο «αριστοκρατικό» βαθμό, όχι μόνο επειδή έτρωγε κρέας δυό φορές την εβδομάδα, (μπούτι αρνάκι στο φούρνο με πατάτες, την Κυριακή και κιμά μεσοβδόμαδα. Είτε γιά κεφτέδες, είτε γιά να γαρνιριστούν τα μακαρόνια), αλλά επειδή απολάμβανε και της υψίστης τιμής του… βερεσέ από τον χασάπη! Ένα προνόμιο που προκαλούσε ζήλια και φθόνο στους άλλους μπόμπιρες που ψώνιζαν μαζί μου στο χασάπικο του Γκιόκα, όταν άκουγαν τη φράση:

   - Κυρ Αποστόλη, μου είπε η μαμά μου, 300 δράμια κιμά χωρίς πάχος και… γράφτα!

   Μιά ζήλια που εξαργύρωνα με πολλές κλωτσιές στο καλάμι, επίτηδες, κατά το ατέλειωτο σουράβλι-ποδόσφαιρο που παίζαμε στις αλάνες της γειτονιάς, με την παραγεμισμένη με κουρέλια, τάχα, μπάλα!

   Άλλη μία ρετσινιά που τρόμαξα ν’ αποτινάξω, ήταν αυτή του «βουτυρόπαιδου»! Κι όχι γιατί ήμουνα κανένας «μπούας», ίσα-ίσα, αλλά επειδή, κυριολεκτικά, είχα την πολυτέλεια η απογευματινή φέτα ψωμιού που μου «φούσκωνε» η μάνα, αντί να είναι απλώς βρεγμένη γιά να κολλάει η επιτιθέμενη ζάχαρη, είχε ως «συγκολλητική» ύλη, μεταξύ ψωμιού και ζάχαρης, μιά ψιλή στρώση φρέσκο βούτυρο Κερκύρας! Εκείνο στο πλακέ χάρτινο κουτί με την βοσκοπούλα απ’ έξω.

   Ακόμη θυμάμαι την παλιοπαρέα να με τριγυρίζει, με τρεχούμενα σάλια, όπως οι σκύλοι τα κρεμασμένα λουκάνικα, στην πόρτα του κυρ Αποστόλη, το Πάσχα.

   -Δώσ΄ μου ρε, λίγο. Να, ίσα να δοκιμάσω. Μιά ακρούλα μόνο!

  -Κοίτα, ρε κωλόπαιδο, μη δαγκώσεις πολύ, γιατί βούτυρο θα ξαναφάς, όταν πας φαντάρος! Ξηγημένοι;

   Άραγε, υπάρχει κάποιος, τέως μπόμπιρας και νυν γεροξεκούτης, που να διαβάζει τώρα τούτες τις γραμμές και να θυμηθεί εκείνες τις αξέχαστες στιγμές της Θείας Μετάληψης με τη αλειμμένη με βούτυρο φέτα, στην οποία προσέρχονταν ευλαβικά 6-7 πιτσιρίκοι κάθε απόγευμα;

   Αλλά ας γυρίσουμε στην … Μαντάμ! Θεός σχωρέστην! Απίθανη φιγούρα. Μιά ταλαίπωρη ηλικιωμένη Αιγυπτιώτισσα, χοντρή, ασούμπαλη κι αιώνια πεινασμένη! Σαν τον Σπίθα, το "αιώνια πεινασμένο παιδί" και πιστό φίλο του Γιώργου Θαλάσση, του "Μικρού ήρωα", στο ομώνυμο παιδικό ανάγνωσμα της εποχής, που μαζί με τον "Υπεράνθρωπο" και τον  "Ταρζάν - Γκαούρ", αποτελούσαν τα μπεστ-σέλερς της γενιάς μας. Γιά τα καλά, όμως, παιδιά! Τα... βρωμόπαιδα διάβαζαν "Μάσκα" και αργότερα "Χτυποκάρδι", πριν εισέλθουν, ολοκληρωμένα πλέον, γιά ανώτερες σπουδές στη μελέτη του λάθρα κυκλοφορούντος  - ινδικής προέλευσης-  πανεπιστημιακού επιπέδου συγγράματος, του θρυλικού και αειθαλούς "Κάμα Σούτρα"!

   Τώρα που την μελετάω, ξεκαρδίζομαι ενθυμούμενος το  πώς, τάχατες, «δοκίμαζε» το φαΐ! Όταν είχαμε φασολάδα ή φακές  -συνηθέστατα και καλύτερή της-  και η μητέρα έκανε δουλειές εκτός κουζίνας, άρπαζε βιαστικά και στη ζούλα την κουτάλα σερβιρίσματος, ένα βαθύ πιάτο η χωρητικότης της, και, δήθεν, γιά να τσεκάρει αν… έβρασαν, κατέβαζε δυό γεμάτες κουταλιές, στα σβέλτα, μιά φυσώντας και μιά ρουφώντας γιά να μην καεί, αφ' ενός, αλλά και γιά να προλάβει, αφ' ετέρου, την ξαφνική εμφάνιση της μητέρας. Και πλαταγίζοντας, πάντα, την γλώσσα μ’ ευδαιμονία, αποφαινόταν μονίμως!

   -Μμμμμ, θαύμα είναι! Μόνο που θέλουν λίγο βράσιμο ακόμη! Μου άνοιξαν την όρεξη!

   Αυτή, λοιπόν, η αξιοθρήνητη και πειναλέα Μαντάμ, που ποτέ δεν έμαθα το όνομά της, ή και αν το είχα ακούσει κάποτε θα πέρασε εντελώς φευγαλέα από το νου μου, μένοντας σκέτο το .. «Μαντάμ», ανέλαβε, μαζί με το … πλεκτό και τη βουλιμία της να συνοδεύει τους «Μικρούς Σατανάδες», εμάς, καθημερινά το απόγευμα στην Παιδική Χαρά, όπως λεγόταν απλοποιημένα, το 1ο Κέντρο Νεότητος του Δήμου Αθηναίων. Μιά μεγάλη περιφραγμένη έκταση που έπιανε ολόκληρο τετράγωνο, μεταξύ των οδών Λένορμαν και Άστρους, από τη μία και Αλεξανδρείας και Μύλων, από την άλλη. Εννοείται, πως ταυτόχρονα θα μας μάθαινε και... γαλλικά!

   -Αλεξάντρ, βιενζ ισί!, η Μαντάμ.

   -Η μύτη σου τουρσί!, εγώ!

   Γιά λόγους οικονομίας του χρόνου και υπομονής του αναγνώστη, διακόπτω εδώ με τη ρητή υπόσχεση συνέχισης των αναμνήσεων, που περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τον Κυρ Αντώνη τον φύλακα, τον γνωστό και ως «Μπαρμπα-Δεινόσαυρο», γιά προφανείς λόγους, τον μουσικό, τον Κυρ Σπύρο, ή αλλιώς «Πιρουράμ-παμ-πάμ» και άλλα ευτράπελα!

ORPHEAS

http://pisostapalia.blogspot.gr/