Showing posts with label ΜΠΑΝΙΑ. Show all posts
Showing posts with label ΜΠΑΝΙΑ. Show all posts

22.9.14

“ ΜΗ ΣΤΕΚΕΣΘΕ ΠΟΤΕ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΕΙΣ ΤΟ ΚΥΜΑ “

"Μικραί συμβουλαί δια να παίρνει κανείς θαλάσσιον λουτρόν ωφέλιμον και υγιεινόν"





Εις τον «Θεατή» του 1928 διαβάζουμε τις εξής εμπνευσμένες οδηγίες προς τους λουόμενους: «Δια να παίρνη κανείς ένα θαλάσσιον λουτρόν ωφέλιμον και υγιεινόν, δια να επωφελήται δηλαδή όλων των ευεργετημάτων, τα οποία ημπορεί να προσφέρει εις τον οργανισμόν η θάλασσα, πρέπει να ξεύρη πώς να το παίρνη.
Δεν αρκεί να πέφτη κανείς εις την θάλασσαν όταν του έρχεται η όρεξις και να βγαίνη όταν βαρυνθή. Ιδού μερικαί μικραί συμβουλαί, χρησιμώταται δι’εκείνους που παίρνουν θαλάσσια λουτρά: »Περιμένετε δια να κάμετε μπάνιο, να είναι ο στόμαχός σας κενός. Θεωρητικώς, πρέπει να υπολογίζωνται πέντε ή εξ ώραι μετά το φαγητόν. Πρακτικώς, όμως τρεις ώραι αρκούν. »



Το πρωινό μπάνιο είναι προτιμώτερο από το βραδυνό!
Ο οργανισμός διατελεί εν αναπαύσει, δεν υπέστη ακόμη τον αντίκτυπον των κοπώσεων της ημέρας, επομένως επωφελείται όλων των ευεργετημάτων του θαλασσίου λουτρού. »Μπήτε στο νερό σιγά-σιγά. Ο απότομος τιναγμός που φέρει το ψυχρό νερό, δεν ωφελεί διόλου. Αν σας αρέση να κάμετε βουτιές, κάμετέ τας μετά την πρώτην επαφήν με τη θάλασσαν και ποτέ πριν. »Μη στέκεσθε ποτέ απέναντι εις το κύμα.



Τοποθετείσθε πάντοτε κατά τρόπον, ώστε να το δέχεσθε εις την ράχιν. »Δια να παλαίσητε εναντίον της απωλείας της θερμότητος, η οποία οφείλεται εις την επίδρασιν εκ του ψυχρού νερού, μη μένετε ακίνητοι. Κινείσθε όσον ημπορείτε περισσότερον. Βλέπομεν τακτικούς λουόμενους που κάμνουν ανάσκελα επί ώραν πολλήν. Αυτό είναι μεγάλο λάθος, διότι το σώμα παθαίνει ψύξιν. »Η διάρκεια του μπάνιου είναι κεφαλαιώδους σπουδαιότητος. Μη μένετε ποτέ πολλήν ώραν εις την θάλασσαν, αλλά ούτε πολύ ολίγην.



Είκοσι λεπτά αντιπροσωπεύουν τον ωφέλιμον μέσον όρον.
Μη λησμονείτε ποτέ ότι με ένα μπάνιο σχετικώς βραχύ, εξασφαλίζει κανείς την μεγαλειτέραν τόνωσιν. »Όταν βγήτε από το νερό, μην πάτε αμέσως στην καμπίνα σας. Περιπατήσατε, τρέξατε, κινηθήτε επάνω εις την αμμουδιά. Ολίγη γυμναστική άσκησις είναι πολύ ωφέλιμος».



Αν τώρα πιστεύετε αγαπητοί φίλοι ότι όλα αυτά τα «απαγορευτικά» λειτουργούσαν αποτρεπτικά, μάλλον πλανάστε. Οι καλοί μας πρόγονοι γέμιζαν τις παραλίες και χαιρόντουσαν, όπως και μείς σήμερα, το νερό σε συνδυασμό πάντα με το ανυπέρβλητο θέαμα των λουομένων Ατθίδων …
Πηγή: www.lifo.gr

πίσω στα παλιά

8.7.14

ΤΑ ΜΠΑΝΙΑ ΤΟΥ ΛΑΟΥ ΚΑΡΕ–ΚΑΡΕ ..

 

Η φτώχεια θέλει καλοπέραση και το Ελληνικό σινεμά, παρουσίαζε και τα δυο με τρόπο μοναδικό ! Όπου φτώχεια σκέτη, ετοιμαστείτε για μελόδραμα. Κεντρικός άξονας, η επιπόλαιη και επιφανειακή λογική της πόλης, που εισχωρεί και διαβρώνει την υποτιθέμενη αθωότητα της επαρχίας. Πρωταγωνιστής είναι συνήθως κάποιος πλούσιος, που πηγαίνει διακοπές σ' ένα νησί και εκεί ξελογιάζει φτωχό άβγαλτο κορίτσι, για να το εγκαταλείψει στη συνέχεια. Όπου, τώρα, η φτώχεια συνοδεύεται από καλοπέραση, αναμείνατε κωμωδία ή μιούζικαλ, με πολύ χορό και τραγούδι ! Εδώ, τα φτωχά πλην τίμια κορίτσια, διατηρούν μεν την αθωότητά τους, αλλά για να 'χει κάποιο ενδιαφέρον η κωμωδία, τη διανθίζουν με μπόλικη τρέλα ! Κλασικό εύρημα της περιόδου, οι φτωχοί που προσποιούνται τους πλούσιους (...και τούμπλαλιν) για να πετύχουν το σκοπό τους και βέβαια, οι εξελίξεις ανατρέπουν τη ζωή τους...


Στην ταινία του Ανδρέα Λαμπρινού "Διακοπές στην Αίγινα"(1958), ο πλούσιος που παριστάνει το φτωχό είναι ο Ζαν (Ανδρέας Μπάρκουλης) κι η τουρίστρια που θα πέσει στην αγκαλιά του, είναι η Αλίκη (Βουγιουκλάκη), η οποία καταφθάνει στο νησί με το δημοσιογράφο πατέρα της (Λάμπρο Κωνσταντάρα), έναν πατέρα πολύ μοντέρνο για την εποχή, που δεν κρύβει από την κόρη του τις προθέσεις του για φλερτ και τις ερωτικές περιπέτειές του!


Πολλές ερωτικές περιπέτειες, άθελά του όμως και στον Πόρο αυτή τη φορά, θα έχει κι ο φτωχός ληξίαρχος σε άδεια, Στέφανος Αυγερινός (Θανάσης Βέγγος), στην ταινία "Τύφλα να 'χει ο Μάρλον Μπράντο" (1963) του Ορέστη Λάσκου. Η συνωνυμία του με τον ποιητή (...τον υποδύεται ο Κώστας Κακκαβάς), θα τον κάνει για λίγο, έναν ακαταμάχητο εραστή, που στο άκουσμα και μόνο του ονόματός του, τα κορίτσια τρελαίνονται και σε κάθε του βήμα, σύσσωμος ο γυναικείος πληθυσμός του φημισμένου ξενοδοχείου "Χρυσή Αυγή", είναι έτοιμος να πέσει στα πόδια του!


Το ίδιο δημιουργικό δίδυμο στο σενάριο και στη σκηνοθεσία, θα μας συστήσει την επόμενη χρονιά (...μιλάμε για το 1959) ένα εξίσου θεότρελο"Αγοροκόριτσο", την Αλέκα (Άννα Φόνσου), που παραθερίζει με την ξαδέλφη της στην Αίγινα και νιώθει τα πρώτα της ερωτικά σκιρτήματα για έναν νεαρό φοιτητή της Ιατρικής (Αλέκο Αλεξανδράκη) με τον οποίο, όμως, φλερτάρει η ξαδέλφη της. Η Αλέκα είναι ένα ζωηρό κι ατίθασο πλάσμα, που δεν ξέρει πώς να χειριστεί αυτό που αισθάνεται. Όταν θα συναντηθεί τυχαία στην ακρογιαλιά με το Δημήτρη, θα του ζητήσει να της μάθει να ρίχνει πέτρες με σφεντόνα !! Το όλο πράγμα μοιάζει αταίριαστο, καθώς εκείνον δεν τον συγκινούν τα κακομαθημένα αγοροκόριτσα, αλλά οι ωραίες και σοβαρές γυναίκες κι εκείνη απέχει πολύ απ' αυτό που θα μπορούσε να τον γοητεύσει... ή μήπως όχι ? Το πιο γλυκό "Τρελοκόριτσο" του ελληνικού κινηματογράφου είναι αδιαμφισβήτητα η Τζένη Καρέζη και στην ομότιτλη ταινία του Ντίμη Δαδίρα, το σενάριο Γιάννη Δαλιανίδη την θέλει φτωχή και καταφερτζού, αφού πείθει τον πλούσιο εργοδότη της (Λάμπρο Κωνσταντάρα) να παίξει το ρόλο του πατέρα της, για να κερδίσει την καρδιά του Αλέκου (Κώστα Κακκαβά), που τυγχάνει πλουσιόπαιδο των βορείων προαστίων. Στο πρώτο τους ραντεβού, εκεί που παίζουν ανέμελα στην παραλία της Βουλιαγμένης, θα πέσουν πάνω σ' έναν παλιό γνωστό της (Δήμο Σταρένιο), που την ήθελε... για υπάλληλο, μη νομίζετε...



Στην κατηγορία "τρελοκόριτσα" ανήκει και η Μαριάννα (Νίκη Λινάρδου), η "τρελοκαμπέρω" αδερφή του Σπύρου (Γιάννη Γκιωνάκη) στην ταινία "Η αδερφή μου θέλει ξύλο" (1966) σε σκηνοθεσία Κώστα Λυχναρά και σενάριο των Αλέκου Σακελλάριου και Χρίστου Γιαννακόπουλου. Δεν καταδέχεται το Μανώλη (Χάρη Παναγιώτου), το φτωχό παλικάρι που την αγαπά πραγματικά, αλλά μεγαλοπιάνεται, νομίζοντας πως οι γνωριμίες με πλούσιους κυρίους θα τη βοηθήσουν να γίνει σταρ του κινηματογράφου, με το αζημίωτο. Ένας απ' αυτούς, μάλιστα, είναι και ο εργοδότης του αδερφού της (... τον υποδύεται ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος), ο οποίος έχει τη φήμη μεγάλου γυναικά κι όπως είναι φυσικό, θα κάνει τα πάντα για να την εντυπωσιάσει και να την κατακτήσει. Γι αρχή, θα την προσκαλέσει σε κρουαζιέρα στον Αργοσαρωνικό, όπου η Μαριάννα θα καταπλήξει τους πάντες, χορεύοντας χασάπικο στο κατάστρωμα του πλοιαρίου, λίγο πριν φθάσουν στην Αίγινα...
Κατά την δεκαετία του '60, που πολλοί την θεωρούν ως τη "χρυσή περίοδο" του ελληνικού κινηματογράφου, οι εγχώριες παραγωγές, όπως και οι έμπειροι κολυμβητές, αρχίζουν σταδιακά να ξανοίγονται σε πιο απομακρυσμένες περιοχές του Αιγαίου και του Ιονίου και ν' αφήνουν για λίγο τις παραλίες της Αττικής και τα νησιά του Αργοσαρωνικού. Σε μερικές απ' αυτές, η τοποθεσία μπαίνει και στον τίτλο της ταινίας, μάλλον για τουριστικούς λόγους...


Απ' τους πρώτους που θα επιλέξουν για γυρίσματα το νησί της Ρόδου, είναι ο Γιάννης Δαλιανίδης, με τους πρωταγωνιστές της ταινίας "Κρουαζιέρα στη Ρόδο" (1960) κι ο Ορέστης Λάσκος, με τους  Σμαρούλα Γιούλη, Ντέπη Μαρτίνη, Κώστα Κούρτη, Βαγγέλη Βουλγαρίδη, Ρίτα Μουσούρη, Κώστα Πρέκα, Ζωζώ Σαπουντζάκη και Δημήτρη Νικολαΐδη, για τις "Νύχτες στο Μιραμάρε", το φημισμένο, υπερπολυτελές ξενοδοχείο του νησιού...


Στα "Σκάνδαλα στο νησί του έρωτα" (1963) του Ντίμη Δαδίρα, το εν λόγω νησί, όπου συμβαίνουν οι ερωτικές παρεξηγήσεις, είναι η Κέρκυρα. Εκεί καταφθάνει για διακοπές η πτωχή ξενοδοχοϋπάλληλος Μίνα (Γκιζέλα Ντάλι), προσποιούμενη την κόρη του εφοπλιστή Βεργή (Διονύση Παπαγιαννόπουλου) κι ερωτεύεται τον Τζίμη (Λευτέρη Βουρνά), γόνο εύπορης οικογένειας του νησιού, που όμως της παρουσιάζεται ως πτωχός εργαζόμενος. Στην ταινία περιλαμβάνεται και μία σειρά από εντυπωσιακά πλάνα κρουαζιερόπλοιων. Είναι η περίοδος που αρχίζει η λειτουργία των ναυτιλιακών γραμμών προς την Ιταλία...
Το τέχνασμα της "διπλής ταυτότητας" θα φτάσει στο απόγειο της δόξας του στην ταινία του Ντίμη Δαδήρα"Ραντεβού στην Κέρκυρα" (1960). Εκεί, ο γνωστός καρδιοκατακτητής δικηγόρος, Ανδρέας Λαμπρινός (Αλέκος Αλεξανδράκης) θα συνταξιδέψει με τη Τζένη Καρέζη, που του έχει συστηθεί ως Μίρκα, πτωχή και λίαν ενοχλητική ρεσεψιονίστ στο ξενοδοχείο που διευθύνει η μητέρα του (Ελένη Χαλκούση), ενώ σε κάποια παραλία του νησιού θα τη συναντήσει και ως Ντιάνα, γοητευτική και ολίγον σνομπ, κόρη του ζάμπλουτου ιδιοκτήτη του ξενοδοχείου (...τον υποδύεται ο Λυκούργος Καλλέργης). Το σχέδιο της Ντιάνας, αρχικά τουλάχιστον, φαίνεται πως αποδίδει... ο Ανδρέας "βρίσκει το μάστορά του", που λέμε. Αργά ή γρήγορα, όμως, ανακαλύπτει το παιχνίδι που παίζεται πίσω απ' την πλάτη του κι αποφασίζει να βάλει τους δικούς του κανόνες...
Στην Κέρκυρα θα καταφθάσει κι ο Αγησίλαος Ωνάσης (Κώστας Βουτσάς), που η συνωνυμία του με το διάσημο δισεκατομμυριούχο θα τον βάλει σε περιπέτειες, αφού για τις ανάγκες της ταινίας των Καραγιάννη-Λαζαρίδη, αυτός είναι "Ένας άφραγκος Ωνάσης" (1969). Μια λανθασμένη ιατρική διάγνωση, πως δήθεν πάσχει από μια σοβαρή αρρώστια και πρόκειται σύντομα να πεθάνει, θα τον κάνει να "σηκώσει" όλες του τις οικονομίες, για να περάσει τις τελευταίες μέρες της ζωής του σαν πραγματικός Ωνάσης σ' ένα απ' τα πολυτελέστερα ξενοδοχεία του νησιού, όπου και θα πέσει θύμα της γυναίκας των ονείρων του, την οποία ενσαρκώνει η Μέμα Σταθοπούλου...


Τη Μέμα Σταθοπούλου θα την ξαναδούμε στις ακρογιαλιές της Κέρκυρας, αλλά κι απέναντι, στην πανέμορφη Πάργα, στα τέλη της δεκαετίας του '60, παρέα με τις Ελένη Ανουσάκη, Νίκη Τριανταφυλλίδη και Βίλμα Κύρου και τους Αλέκο Αλεξανδράκη, Γιάννης Φέρτη, Νικηφόρο Νανέρη και Βαγγέλη Βουλγαρίδη, στην ανάλαφρη μουσική κωμωδία του Κώστα Ασημακόπουλου"Το Νυφοπάζαρο". Η ταινία δεν έκανε μεγάλη επιτυχία στις κινηματογραφικές αίθουσες (... ή τουλάχιστον όχι όση έκαναν άλλες, ανάλογου ύφους και θέματος κι οπωσδήποτε όχι αυτήν που θα περίμενε κανείς με τέτοιο καστ), ωστόσο η μουσική και τα τραγούδια του Γιάννη Σπανού ακούστηκαν αρκετά την εποχή της άνθισης του "νέου κύματος", κάποια τραγούδια δε, συμπεριλήφθηκαν σε προσωπικούς δίσκους του συνθέτη κι έγιναν γνωστά μέσ' από επανεκτελέσεις...
Οι νέοι της εποχής ονειρεύονται μια καλύτερη ζωή, απολαμβάνουν την απέραντη θάλασσα κι αναζητούν τις χαρές που απλόχερα προσφέρει η ελληνική ύπαιθρος... Φτώχεια και καλή καρδιά ! Τι κι αν δεν υπάρχει μια, "όσο έχουμε τα νιάτα, μένουμε πάντα παιδιά", όπως διατείνονται χορεύοντας με μπρίο στις πλαζ οι πρωταγωνιστές και στα, πετυχημένα εμπορικά, μιούζικαλ του Γιάννη Δαλιανίδη, όπως τα "Ραντεβού στον αέρα"(1966), "Κορίτσια για Φίλημα" (1965), "Μερικοί το προτιμούν κρύο" (1963), παραφράζοντας το αμερικάνικο μιούζικαλ " Some like it hot", του Μπίλυ Γουάϊλντερ με τη Μέρυλιν Μονρόε, "Κάτι να καίει" (1963) και τόσα άλλα...


Μπορεί ο Φώτης Μεταξόπουλος κι ο Βαγγέλης Σειληνός να μη θύμιζαν σε τίποτα τους συναδέλφους τους Φρεντ Αστέρ και Τζιν Κέλλυ στις κλακέτες και στα σουίνγκ, αλλά τα κατάφερναν μια χαρά στο χασάπικο και στο ζεϊμπέκικο...Ποιος μπορεί να ξεχάσει, το ζεϊμπέκικο του φτωχού ψαρά (Βαγγέλη Σειλινού) που ερωτεύεται την πλούσια επιχειρηματία (Μαίρη Χρονοπούλου), η οποία έρχεται στο νησί του για ν' αγοράσει οικόπεδα, στην ταινία"Γοργόνες και μάγκες"(1968), αλλά και τον δικής του επινόησης χορό "σείλι-σείλι", στο χαρούμενο μουσικό μοτίβο του Κώστα Κλάβα, που η μεγάλη παρέα χόρευε στα γρασίδια, στις προβλήτες, στους δρόμους και στις αμμουδιές και που σύσσωμο το καστ της ταινίας "Μικροί και μεγάλοι εν δράσει" (Μαίρη Αρώνη, Λάμπρος Κωνσταντάρας, Βασίλης Αυλωνίτης, Βιβέτα Τσιούνη, Γιώργος Πάντζας και Ελένη Ανουσάκη) στο φινάλε της ταινίας, θα το χορέψει ως και στην ταράτσα του "Ξενία" στο Λαγονήσι...
Γενικά, η δεκαετία του 60, κύλισε με χορούς και τραγούδια, πάνω στην άμμο και στα βοτσαλάκια και με πανέμορφα, ζουμερά "κορίτσια με ωραία μαγιό" (Ζωή Λάσκαρη, Μάρθα Καραγιάννη, Χλόη Λιάσκου, Ελένη Προκοπίου κ.α.) και ψάθινα καπέλα, που μόλις έβλεπαν θάλασσα, λες και κάτι τις έπιανε κι αρχινούσαν τις γυμναστικές επιδείξεις. Από κοντά και το απολαυστικό τρίο Ρένα Βλαχοπούλου, Ντίνος Ηλιόπουλος και Κώστας Βουτσάς, να δίνουν το κάτι παραπάνω στις κατά τ' άλλα εύπεπτες ταινίες της εποχής...


Η "Κόμησσα της Κέρκυρας" Ρένα Βλαχοπούλου, δεν έκανε γυρίσματα μόνο στο νησί της. Ως καταπληκτικό μέντιουμ Μπιμπίδου στο "Μια Ελληνίδα στο χαρέμι" (1971) θ' ακολουθήσει τ' αδέρφια της (Χρόνη Εξαρχάκο και Βαγγέλη Σειληνό) στη Ρόδο, με σκοπό "να τα οικονομήσουν", ενώ στο "Η θεία μου η χίπισσα" (1970) του Σακελλάριου, με πρόσχημα την αναζήτηση της ανιψιάς της μεταξύ των δεκάδων χίπηδων που ήταν η παρέα της - από τους οποίους ξεχώριζε ο πρόσφατα εκλιπών Βασίλης Τσιβιλίκας - θα περάσει σχεδόν από όλα τα Ελληνικά νησιά, για να καταλήξει στα Μάταλα της Κρήτης, γνωστό θέρετρο των παιδιών των λουλουδιών, αλλά και των γυμνιστών της εποχής...


Ως καλοστεκούμενη χήρα και εργοστασιάρχη, που προσπαθεί απεγνωσμένα να ξαναφτιάξει τη ζωή της κι ενθουσιάζεται με τους λάθος άνδρες, στο "Ζητείται επειγόντως γαμπρός" (1971) του Αλέκου Σακελλάριου, θα τη δούμε να δέχεται τις περιποιήσεις του νεαρού Παύλου Λιάρου, μετά από μια αποτυχημένη προσπάθεια να μάθει θαλάσσιο σκι, σε κάποιο γραφικό λιμανάκι της Αττικής...


Τέλος, ως φτωχή μοδίστρα, Πελαγία από τη Νέα Φιλαδέλφεια, μεταμορφωμένη σε μαντάμ Πελαζί, σχεδιάστρια μόδας εκ Παρισίων, στην ταινία "Η Παριζιάνα" (1969) του Γιάννη Δαλιανίδη, "θα πάει για να θερίσει παρά κι όχι για να παραθερίσει", στο κοσμικό (από τότε) νησί της Μυκόνου...


Εκεί, σε μια από τις πολυσύχναστες πλαζ του νησιού, ο Κώστας Καρράς, θα μας μάθει και τι εστί ... Greek kamaki, πλησιάζοντας τις τουρίστριες, έχοντας στο φορητό μαγνητοφωνάκι του, την επαναλαμβανόμενη, "γκομενοριχτική" φράση "You are beautiful, I love you"...



Το δημοφιλές σπορ, σε διαφορετικές εκδοχές, έχει την τιμητική του στις μεγάλες πισίνες των ξενοδοχειακών συγκροτημάτων και στις παραλίες των Ελληνικών... ταινιών. Από τη Ρόδο ως το Λουτράκι κι από την Κέρκυρα ως την Κω, το καλοκαιρινό φλερτ γνωρίζει πιένες ! 


Άλλοτε ρομαντικό και αφελές, όπως του Ανδρέα (Ντούζου) στην πανέμορφη Τζένη (Ζωή Λάσκαρη), στο"Κορίτσια για Φίλημα" (1965), άλλοτε αδέξιο, αλλά χαριτωμένο, όπως του Θάνου (Φαίδωνα Γεωργίτση) στη γοητευτική Τζένη (Μπέτη Αρβανίτη)... 


Κι άλλοτε άχαρο, αλλά σπαρταριστό κι εν τέλει, επιτυχημένο, όπως του Ιάκωβου (Κώστα Βουτσά) στην Πέπη "...αιώνια δική σου" (Μάρθα Καραγιάννη), υπό το άγρυπνο βλέμμα της Πολίτισσας μητέρας του (της απολαυστικής Μάιρης Μεταξά) στο "Νύχτα Γάμου"(1967)... 
Πρόθυμα το μαθαίνουν και οι ξένοι που επισκέπτονται την Ελλάδα ως τουρίστες. Βέβαια, δεν είναι το ίδιο γρήγοροι, αλλά είναι επίμονοι και εν τέλει, αποτελεσματικοί...


Ο κατάξανθος Γερμανός πρίγκιπας (Τόμας Φρίτς), που βρίσκεται incognito στην Αθήνα ως απλός τουρίστας, κυνηγάει απ' άκρου εις άκρον στην Ελλάδα, την πανέμορφη ξεναγό (Έλενα Ναθαναήλ) που του έκλεψε την καρδιά, καθ'  όλη τη διάρκεια της ταινίας"Επιχείρησις Απόλλων" (1968), του Γιώργου Σκαλενάκη, που μοιάζει με διαφημιστική καμπάνια του ΕΟΤ...

Μια πιο επιτηδευμένη μέθοδο ερωτικής προσέγγισης, θα δοκιμάσει ο Γιώργος Πάντζας στην ταινία "Ερωτικά παιχνίδια", που σκηνοθέτησε το 1960 ο Γιώργος Θεοδοσιάδης, πάνω σε σενάριο του Ναπολέοντος Ελευθερίου. Για τις ανάγκες των πρώτων κιόλας πλάνων της ταινίας, ο Θεοδοσιάδης θα χρησιμοποιήσει τις εγκαταστάσεις του κολυμβητηρίου του Μετς, στο κέντρο της Αθήνας... έτσι μαθαίνουμε και οι νεότεροι, ότι τουλάχιστον από τα τέλη της δεκαετίας του '50, κατά τους θερινούς μήνες, η πισίνα του κολυμβητηρίου παρέμενε ανοιχτή για το θερμόπληκτο κοινό του άστεος!


Εκεί, λοιπόν, ο νεαρός φοιτητής Αλέκος θα μάθει πως η χαριτόβρυτος νεαρά Τζένη (Μίρκα Καλατζοπούλου), που θα τον εντυπωσιάσει άμα τη εμφανίσει της στην πισίνα, βρίσκει τ' αγόρια της ηλικίας της ανώριμα και σαχλά και προτιμά τους σοβαρούς, μεγαλύτερους άνδρες. Έτσι, αποφασίζει ν' αλλάξει παρουσιαστικό, για να την πλησιάσει. Με τη βοήθεια του μακιγιάζ, αποκτά "γκρίζους κροτάφους" κι όπως είναι φυσικό, κατορθώνει να τη συγκινήσει. Τα πράγματα, όμως, σοβαρεύουν, γι αυτό και πρέπει να εξοβελίσει τον ψεύτικο εαυτό που δημιούργησε και να την ξανακερδίσει, ως συνομήλικός της. Τελικά, θα τα καταφέρει κατά τη διάρκεια μιας εκδρομής στην Αίγινα, παρόλο που το ζευγάρι βρίσκεται σε συνεχή παρακολούθηση από τον ταλαίπωρο Θανασάκη (Γιάννη Γκιωνάκη) ...


Το κόρτε παρά θιν' αλός δίνει και παίρνει και στην ταινία του Ορέστη Λάσκου "Τρίτη και 13" (1963), όπου ο προληπτικός εργολάβος Κοσμάς (Νίκος Σταυρίδης) καταφθάνει για Κυριακάτικο μπάνιο, συν γυναιξί και "γουρίου". Ο γουρλής, δεν είναι άλλος από τον πειναλέο παλιό του συμμαθητή, Σωτήρη Μπερκέτη (Γιάννη Γκιωνάκη), που γνωρίζοντας την αδυναμία του Κοσμά, θα εισβάλει κυριολεκτικά στη ζωή του, για να τον εκμεταλλευτεί ποικιλοτρόπως, μιας κι ο Κοσμάς δεν του χαλάει χατίρι κι εκτελεί κάθε του επιθυμία, προκειμένου να τον κρατά κοντά του. Μια εκ των επιθυμιών ήταν και το μπάνιο στο Λαγονήσι, όπου ο αδίστακτος Σωτήρης θα ριχτεί ακόμα και στην Πόπη (Μπεάτα Ασημακοπούλου), τη γυναίκα του ευεργέτη του, χωρίς βέβαια, το αναμενόμενο αποτέλεσμα, αφού η Πόπη τον απεχθάνεται σφόδρα...


Στην προσπάθειά της ν' απαλλαγεί απ' το Σωτήρη, που τον θεωρεί απατεώνα, θα συζητήσει το πρόβλημα με τη φίλη της τη Νανά (Πόπη Λάζου) αποκαλύπτοντάς της, μάλιστα, το μυστικό "χάρισμά" του. Λίαν προληπτική και η ίδια, όμως, θα θελήσει να "δανειστεί" το γούρι, έτσι "το νερό στο μύλο" της παρεξήγησης δε θ' αργήσει να πέσει...

Έναν εναλλακτικό τρόπο προσέγγισης του γυναικείου φύλου, λανσάρισε ο Λάμπρος Κωσταντάρας στα μέσα της δεκαετίας του '60 και στις αρχές της επόμενης. Τη δεκαετία του '70, την τιμητική τους έχουν τα ανά την επικράτεια ξενοδοχειακά συγκροτήματα "Ξενία" και ο Κωνσταντάρας, πότε υποδυόμενος τον εφοπλιστή και πότε τον πάμπλουτο επιχειρηματία [...όπως για παράδειγμα, στις ταινίες του Κώστα Καραγιάννη "Κρίμα το μπόι σου" (1970) και "Ο τρελοπενηντάρης" (1971)] μας ξεναγεί στις μοντέρνες εγκαταστάσεις των "Ξενία" (Λαγονήσι, Ρόδος, Κέρκυρα) και και στις νεόδμητες καμπάνες του "Hydra Beach", εκεί που σήμερα βρίσκεται το "Πόρτο-Ύδρα"...

Στην ταινία "Κάτι κουρασμένα Παλικάρια" (1967), του Ντίνου Δημόπουλου, με το σπαρταριστό σενάριο των Ασημάκη Γιαλαμά και Κώστα Πρετεντέρη, ο "μπον βιβέρ" του Ελληνικού σινεμά, δεν χρειαζόταν ν' ανοίξει καν το στόμα του. Έφτανε μόνο να κάνει μερικές ασκήσεις σουηδικής γυμναστικής ως προθέρμανση, πριν βουτήξει από το βατήρα των δέκα μέτρων, στη μοντέρνα πισίνα ενός, ας το πούμε, προπομπού του Grant Resort στο Λαγονήσι και τα θηλυκά έπεφταν κάτω ξερά... απ' τα γέλια, όπως κι οι θεατές...


Άφθονο γέλιο, χαρίζει κι ο Θανάσης Βέγγος ως Παναής, όταν βρίσκει την πλούσια νύφη που αναζητούσε (..."σαν φάρμακο κατά της αδεκαρίας") στο πρόσωπο της Αθηνάς Μερτήρη, σε κάποια παραλία της Χαλκίδας, στην ταινία του Ορέστη Λάσκου "Μην είδατε τον Παναή ?"(1962)...


αλλά και ως " Θου-Βου, φαλακρός πράκτωρ" (1969), όταν ψάχνει να βρει... κάτι, στην πλαζ της Βάρκιζας, έχοντας σαν μοναδικό στοιχείο, ένα σημείωμα με τη φράση "ΓΥΝΑΙΚΑ - ΜΠΙΚΙΝΙ - ΤΡΑΓΙΚΟ"...  
Γέλιο αβίαστο, μέσα από ευφυείς ατάκες κι αξέχαστες ερμηνείες, μας προσφέρουν κι οι κωμωδίες "Ο Κλέαρχος η Μαρίνα και ο Κοντός" (1960) και "Οι γαμπροί της Ευτυχίας" (1962), με το ίδιο, πάνω-κάτω, επιτελείο πρωταγωνιστών (Γεωργία Βασιλειάδου, Βασίλη Αυλωνίτη, Νίκο Ρίζο, Έλσα Ρίζου, Πόπη Λάζου, Γιώργο Τσιτσόπουλο)...

Εμ, σενάρια του Νίκου Τσιφόρου είναι και τα δυο ! Το πρώτο φέρνει την οικογένεια Ταρνιάτη στην Ύδρα, απ' την οποία η Ευτυχία (Βασιλειάδου), η μεγάλη αδερφή του Βαγγέλη (Αυλωνίτη) έχει πολλές αναμνήσεις, καθώς εκεί γνώρισε τον πρώτο και μοναδικό έρωτα της ζωής της. Από τότε, βέβαια, έχουν περάσει αρκετά χρόνια κι η Ευτυχία είναι ολίγον μεγάλη... "ε, δεν είναι και σαν την Πελοπόννησο"... ελαφρώς σιτεμένη, που λέμε... μια γυναίκα ώριμη, ψημένη... "λίγο καμένη στις άκρες", αλλά δε βαριέσαι. Άλλωστε υπάρχει κληρονομιά στη μέση...Το σενάριο της δεύτερης, θέλει τη Βασιλειάδου και τον Αυλωνίτη ανδρόγυνο και το Νίκο Ρίζο γαμπρό τους. Ο Κλέαρχος, λοιπόν, που είναι ολίγον μπερμπάντης, πείθει το γαμπρό του το Μάχο (Νίκο Ρίζο) να πάνε για ιαματικά λουτρά στα Καμένα Βούρλα, χωρίς τις συζύγους τους (...Βασιλειάδου και Ρίζου αντίστοιχα). Μακριά -όπως νομίζει- απ' την αυταρχική πεθερά του, ο πιστός κι αφοσιωμένος στη γυναίκα του Μάχος, θα το ρίξει στη "ντόλτσε βίτα"... 


Η σκηνή, στην οποία βρίσκεται μεθυσμένος στην παραλία και τα κάνει λίμπα, φωνάζοντας "Εγώ τώρα, σκίζω γάτες... εγώ τώρα, σκίζω Μαρίνες... Φέρτε μου τη Μαρίνα να τη σκίσω !"  και παρουσιάζεται από πίσω του η Βασιλειάδου με τα χέρια στη μέση, είναι χαρακτηριστική...


Στη θάλασσα, οι πρωταγωνιστές του Ελληνικού κινηματογράφου, έχουν κάνει τα πάντα! Η Μάρω Κοντού βρέθηκε λαθρεπιβάτης στο ψυγείο ενός πλοίου, ο Κώστας Βουτσάς απέκτησε κότερο, ο Βαγγέλης Βουλγαρίδης μώλωπες από υποβρύχιες δαγκωνιές, ο Νίκος Κούρκουλος σώθηκε από ναυάγιο, ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος σκηνοθέτησε την υποτιθέμενη αυτοκτονία του... απλά και καθημερινά πράγματα δηλαδή, που όλοι κάνουμε στη θάλασσα !

Είτε με ποδήλατα, είτε με πούλμαν και λεωφορεία της γραμμής, είτε με ανοιχτά αυτοκίνητα, ΤΑ ΜΠΑΝΙΑ ΤΟΥ ΛΑΟΥ, κατέχουν εξέχουσα θέση στο Ελληνικό καλοκαίρι. "Μ' αεροπλάνα και βαπόρια και με τους φίλους..." του παλιού Ελληνικού κινηματογράφου, ο κόσμος ταξιδεύει, το χρήμα κινείται, ο Έλληνας κυκλοφορεί και γίνεται ο ίδιος πρωταγωνιστής στις ανάλαφρες ταινίες, που παρακολουθεί στα θερινά σινεμαδάκια, με τις πικροδάφνες και τα γιασεμιά, τον πασατέμπο, τα pop-corn... και τα μπυράλ ! 


         τέλος

http://sendec.blogspo

25.6.14

ΤΑ ΜΠΑΝΙΑ ΤΟΥ ΛΑΟΥ ΣΤΑ ΜΠΕΝ ΜΙΞ…

 

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΣΙΑΦΚΟΥ

Ηταν μια εποχή που ο γυναίκες έκαναν το μπάνιο τους ντυμένες! Κυριολεκτικά! Μετά ήρθαν τα ολόσωμα μπανιερά (πολύ αργότερα ονομάστηκαν μαγιό) που άφηναν ακάλυπτες μόνο τις γάμπες και τα χέρια, εναρμονιζόμενα με τους περί ηθικής κώδικες μέχρι την εποχή του Μεσοπολέμου (προ αυτού, μην τα ρωτάτε).

Κάποτε έκαναν μπάνιο στη θάλασσα σχεδόν ντυμένοι. Αλλες εποχές, άλλα ήθη. Είτε στο Παλαιό Φάληρο...Κάποτε έκαναν μπάνιο στη θάλασσα σχεδόν ντυμένοι. Αλλες εποχές, άλλα ήθη. Είτε στο Παλαιό Φάληρο...Οι άντρες πάλι από νωρίς είχαν κατακτήσει την πολυτέλεια του ολόσωμου μαγιό, με μανίκι αρχικά, με τιράντα αργότερα.

Την ίδια εποχή στις ευρωπαϊκές χώρες φορούσαν τα ολόσωμα σε καμπίνες. Στην Ελλάδα αντιθέτως ο κόσμος τυλιγόταν με πετσέτες, ενίοτε και με σεντόνια, για να βγάλει το ένα ρούχο (κυριολεκτικά) και να φορέσει το άλλο. Βέβαια η κατάσταση αυτή συνεχίστηκε ώς και τη δεκαετία του '50. Μετά αποκτήσαμε κι εμείς καμπίνες στις οργανωμένες πλαζ, με εξαίρεση το λουτρικό συγκρότημα της Μουνιχίας (Πασαλιμάνι), που λειτουργούσε από το 1840, κι εκείνο του Φαλήρου, που λειτούργησε λίγες δεκαετίες αργότερα.

Είτε στην ΟστάνδηΕίτε στην ΟστάνδηΟι Αθηναίοι έκαναν μπάνιο στον Σκαραμαγκά και από το Νέο Φάληρο ώς τη Βουλιαγμένη. Οι Πειραιώτες στη Φρεαττύδα και στον Παρασκευά. Και όλοι μαζί στη Μουνιχία, ή μάλλον όλοι μαζί αλλά χώρια οι άντρες από τις γυναίκες: σε διαφορετικές καμπίνες και σε διαφορετικές πλαζ. Τα μπεν μιξ ήταν ακόμα όνειρο απατηλό.

Η κατασκευή του σιδηροδρόμου, που ένωνε την Αθήνα με τον Πειραιά, έφερε σαρωτικές αλλαγές και στο θέμα των θαλάσσιων λουτρών. Στη σύμβαση που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 26.10.1868 αναφέρεται πως η κατασκευάστρια εταιρεία μπορούσε να κατασκευάσει θαλάσσια λουτρά στον όρμο του Φαλήρου, ενώ της δινόταν άδεια λειτουργίας ιπποσιδηροδρόμου, ώστε να συνδέεται η παραλία του Νέου Φαλήρου με το σταθμό του Πειραιά.

Ηταν φυσικό ο Δήμος Πειραιά να αντιδράσει, πλην όμως δεν του πέρασε και λόγω... λυμάτων. Με τον πληθυσμό της πόλης να αυξάνεται, στο Πασαλιμάνι, παρά τις προσπάθειες εξωραϊσμού του, οι κολυμβητές και μύριζαν και άγγιζαν. Η οριστική διάλυση του εκεί λουτρικού συγκροτήματος έγινε το 1891.

Προηγουμένως, όμως, οι κάτοικοι των δύο πόλεων είχαν ανακαλύψει τις ανέσεις του Φαλήρου, που σε συνδυασμό με τα ξενοδοχεία που χτίστηκαν εκεί είχε γίνει πόλος έλξης για τα υψηλά εισοδήματα ως τόπος παραθερισμού και για τα χαμηλότερα απλώς για ένα μπανάκι.

Είτε στο ΠρίγκιποΕίτε στο ΠρίγκιποΠαρά ταύτα, αυτό το μπανάκι μη νομίζετε πως ήταν για όλους. Ηταν μάλλον για όσους ζούσαν κοντά στη θάλασσα και για όσους διέθεταν χρήμα, άρα και άμαξες αρχικά και στη συνέχεια αυτοκίνητα. Αλλωστε και πολύ αργότερα, στη δεκαετία του 1950 ας πούμε, οι εικόνες που έχουμε από τον ελληνικό κινηματογράφο δείχνουν τα θαλάσσια μπάνια ως εξόρμηση γειτονιάς (με φορτηγό, στην καλύτερη περίπτωση με λεωφορείο).

Οπως γράψαμε και παραπάνω, ήταν αδιανόητο να κολυμπούν μαζί άντρες και γυναίκες ώς το 1935 περίπου, που το ταμπού έσπασε, ασχέτως αν και ώς το 1950 κάποιοι ιδιαίτερα αυστηροί σύζυγοι ή πατεράδες (Ορέστης Μακρής) πήγαιναν τα θηλυκά της οικογένειας στις ερημιές, να μην τα δει ανδρός μάτι.

Οι εποχές έχουν αλλάξει, το γυμνό μπορεί να κυριαρχεί σήμερα, πλην όμως τότε, πριν από το γύρισμα του 19ου αιώνα, ένας αστράγαλος ήταν ικανός να δαιμονίσει. Επιπλέον, ήταν η εποχή που το λευκό δέρμα θεωρούνταν προσόν για τις γυναίκες και έτσι το απαραίτητο αξεσουάρ στη θάλασσα ήταν η ομπρέλα. Σ' αυτήν προστέθηκε αργότερα και η πλαστική σκούφια για να προστατεύει την κόμμωση. Το γελοίο του θέματος βεβαίως, για ό,τι αφορά τη σεμνοτυφία, ήταν πως τα μαγιό τις εποχές που γράφουμε δεν ήταν συνθετικά, αλλά από ύφασμα. Μόλις βρέχονταν άφηναν το σώμα να διαγράφεται και έτσι τα προσόντα του καθενός ή της καθεμιάς γίνονταν αμέσως ορατά.

Χρειάστηκε να περάσει παραπάνω από ένας αιώνας, στη διάρκεια του οποίου το πλήρες ένδυμα για τις κυρίες να γίνει ολόσωμο μαγιό (με παντελόνι και μανίκια) και να μεταβληθεί στο ολόσωμο που όλοι ξέρουμε σήμερα. Αλλο τόσο χρειάστηκε και για τους άντρες, μέχρι να φορέσουν το γνωστό, έστω και μεγάλου μεγέθους, σλιπ. Τα μικρότερης επιφάνειας μαγιό κατακτήθηκαν πολύ αργότερα. Το μπικίνι από τη δεκαετία του '60 και το τάνγκα σχετικά πρόσφατα.

Εξαίρεση από τον κανόνα μία θεσσαλονικιώτικη παρέα στα χρόνια του ΜεσοπολέμουΕξαίρεση από τον κανόνα μία θεσσαλονικιώτικη παρέα στα χρόνια του ΜεσοπολέμουΒέβαια, ένας προβληματισμός παραμένει στην τόσο πολύ πια ανεκτική κοινωνία μας: είναι ελκυστικότερο ό,τι κρύβεται ή ό,τι προσφέρεται αφειδώς στην όραση; Ηγουν, λειτουργούμε με τη φαντασία ή την όραση; Απορία ψάλτου, βηξ!

http://www.enet.gr

Αναρτήθηκε από πίσω στα παλιά στις 9:22 π.μ. Δεν υπάρχουν σχόλια:

Αποστολή με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου BlogThis!Μοιραστείτε το στο TwitterΜοιραστείτε το στο FacebookΚοινοποίηση στο Pinterest

Γλυφάδα 1932...

φωτο
...τακούνια και τολμηρά μαγιώ με τον αντρικό πληθυσμό...άναυδο!

 πίσω στα παλιά

24.6.13

ΕΙΠΑΜΕ , ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΠΑΝΙΟ , ΟΧΙ ΝΩΡΊΤΕΡΑ ΘΑ ΚΡΥΩΣΕΤΕ

 

"Είπαμε, το πρώτο μπάνιο το κάνουμε του Αγίου Πνεύματος" μας έλεγε η γιαγιά μου η Κασσιανή μόλις πιάνανε οι ζέστες κι αρχίζαμε να καταβρεχόμαστε με τα ποτιστήρια στον κήπο και λυσσάγαμε  πότε θα κατέβουμε στη θάλασσα επιτέλους.

Κι εμείς πια δεν είχαμε άλλο βιολί κάθε μέρα πότε θα έρθει το Αγιο Πνεύμα στο σπίτι μας να πάμε στη θάλασσα κι η γιαγιά μου η Κασσιανή απελπιζότανε που ήμαστε τόσο χαζοί και λέγαμε βλακείες αλλά τι να κάνει;

Να μας πνίξει στη μπανιέρα δε γινότανε γιατί πολύ μας αγαπούσε αλλά άμα δεν ξέραμε κάτι πράματα που ήξερε αυτή σαν αυτό το άγιο πνεύμα τα έβαζε με τη μάνα μου που δεν μας έδινε λέει χριστιανική ανατροφή αλλά μας έκανε όλα τα χατήρια και μας χάλαγε κι αυτή της απαντούσε "τι λέτε μητέρα μικρά παιδιά είναι πού να ξέρουν περί Αγίου Πνεύματος" και δώστου μας χαϊδολογούσε χωρίς να μας εξηγεί περί αυτού του πνεύματος που είχε αγιάσει και ήτανε κάτι σαν περιστέρι αλλά όχι ακριβώς απ' ότι είχα καταλάβει.

Και πάντα μετά από αυτές τις γκρίνιες η γιαγιά μου η Κασσιανή έδινε λεφτά στη μάνα μου να μας ψωνίσει τα μπανιερά μας και ότι άλλο χρειαζόμαστε για να είμαστε πολύ ωραίοι στη θάλασσα και μας έσφιγγε στην αγκαλιά της σα να ήθελε να μας σκάσει αλλά εμείς ποτέ δε σκάσαμε.

Τέλος πάντων κάθε φορά αυτό το Αγιο Πνεύμα ερχόταν Δευτέρα και ο μπαμπάς μου δεν πήγαινε στη δουλειά ποτέ αυτή τη Δευτέρα. Τότε  όμως ερχότανε να μας πάρει οικογενειακώς ο θείος Μπάμπης με την Πόντιακ για να πάμε στη θάλασσα του Φαλήρου όλοι μαζί. Αυτή η Πόντιακ ήτανε μια τεράστια πράσινη αυτοκινητάρα που εμείς με τον αδελφό μου τη λέγαμε "Ποντικάρα" και πολύ γελάγαμε γιατί μάλλον είχε μεγαλώσει τόσο επειδή θα έτρωγε όλες τις γάτες και απελπιζότανε η γιαγιά μου η Κασσιανή επειδή όλο βλακείες λέγαμε και μυαλό δε βάζαμε. Αλλά τότε είχαμε αρχίσει ένα άλλο συνήθειο με τον αδελφό μου να βγάζουμε ανάποδα παραμύθια όπου τα ποντίκια κυνηγούσανε τις γάτες, τα λιοντάρια ήτανε κουτσά, ο καλός λύκος και η κακιά Κοκκινοσκουφίτσα, οι καλές αδελφές της κακιάς Σταχτοπούτας και άλλα τέτοια γιατί τα θέλαμε όλα ανάποδα επειδή κάναμε επανάσταση στα παραμύθια και είχαμε βάλει και σημαιάκι στο μπαλκόνι μας που είχαμε φτιάξει μόνοι μας σαν τους πειρατές. Επειδή τα κάναμε όλα ανάποδα εκείνο τον καιρό η γιαγιά μου η Κασσιανή περίμενε πως και πως να έρθει το Αγιο Πνεύμα να μας φωτίσει και είπε και του παπά - Ηλία που ήτανε φίλος της να έρθει να μας διαβάσει μια ευχή για το αναπόδιασμα. 

Αμα ερχότανε λοιπόν το άγιο πνεύμα στο σπίτι μας το είχαμε σαν έθιμο που έλεγε η γιαγιά μου η Κασσιανή να πάμε για θαλασσινό μπάνιο όλοι μαζί οικογενειακώς στο Φάληρο, δηλαδή στο νέο όχι στο παλιό και εκειπέρα βλέπαμε παλιά και τον βασιλιά με τη βασίλισσα και τον διάδοχο που μετά που πέθανε ο μπαμπάς του έγινε αυτός βασιλιάς και πήγαιναν κι αυτοί για αναψυχή στη θάλασσα αλλά μετά τους διώξανε και δεν τους ξαναείδαμε και ο αδελφός μου στεναχωρήθηκε επειδή ο βασιλιάς τον είχε χαϊδέψει μια φορά αλλά εγώ δεν στεναχωρέθηκα καθόλου γιατί ο μπαμπάς μου έλεγε ότι η  βασίλισσα ήτανε η Φράου Φρίκη.
Οταν ερχότανε ο θείος Μπάμπης λοιπόν να μας πάρει για μπάνιο στο Φάληρο γινόντουσαν διάφορα πράγματα πολύ νευριαστικά μέχρι να φτάσουμε στη θάλασσα. Πρώτα πρώτα έπρεπε να πιούνε καφέ οι μεγάλοι με το θείο Μπάμπη στη βεράντα και να του δώσουνε να δοκιμάσει τα κουλουράκια της μαμάς μου κι εμείς λυσσάγαμε από το κακό μας πότε θα ξεκινήσουμε επιτέλους. Αλλά αυτοί το κάνανε επίτηδες και λέγανε ένα σωρό βλακείες για τον καιρό και τι νέα και τέτοια και πολύ μας νευριάζανε γιατί πηγαίνανε με το πάσο τους κι εμείς βιαζόμαστε. Ασε που μετά τον καφέ και τα κουλουράκια θέλανε και μισή ώρα να φορτώσουνε τα τζαντζαλομάντζαλα που έλεγε η μάνα μου, μαζί με εμάς τους μικρούς που είχαμε γίνει σύσκατοι από το πέρα δώθε, με τη Μαριέττα που την παίρναμε μαζί για να μας προσέχει και τα ποδήλατά μας.

Μετά έλεγε ο θείος Μπάμπης στη γιαγιά μου την Κασσιανή "περάστε μπροστά συμπεθέρα" και άμα το έλεγε αυτό  θρονιαζότανε στο μπροστινό κάθισμα της Ποντικάρας η γιαγιά μου η Κασσιανή σαν το Βούδα με μια απαίσια καπελαδούρα στο κεφάλι και η μάνα μου έκανε νόημα στον πατέρα μου ότι ήτανε σαν τη θεία απ' το Σικάγο και γελάγανε κρυφά κι εμείς νευριάζαμε γιατί δεν είχαμε καμμία θεία στο Σικάγο που λέγανε αυτοί.
Μετά μας στριμώχνανε εμάς τους μικρούς και τη Μαριέττα ανάμεσά τους στο πίσω κάθισμα και ξεκινάγαμε καμμιά φορά αφού πρώτα όλοι οι μεγάλοι κάνανε το σταυρό τους κι εμάς μας αγριοκοίταγε η γιαγιά μου η Κασσιανή που δεν τον κάναμε και τότε της λέγαμε "τι κοιτάς καλέ αφού δεν είμαστε στην εκκλησία να κάνουμε το σταυρό μας" κι αυτή γύρναγε μπροστά της και μουρμούραγε "Ημαρτον Κύριε με δαύτα μην κολαστώ και πάμε και ταξίδι". 

Είχανε μια μανία οι μεγάλοι να τραγουδάνε κάθε φορά που κατεβαίναμε στο Φάληρο κάτι σαχλά τραγούδια "άστα τα μαλλάκια σου ανακατωμένα" και "δυο πράσινα μάτια με μπλε βλεφαρίδες" και τέτοια και η μάνα μου έκανε πάντα πρώτη φωνή γιατί ήτανε υψίφωνος που δεν ήξερα τι θα πει αλλά έτσι λέγανε όλοι και θαυμάζανε και ο μπαμπάς μου καμάρωνε όπως άμα παίρναμε εμείς καλούς βαθμούς. Εμάς όμως εκεί που έλεγε τις μπλε βλεφαρίδες μας έπαιρνε ο ύπνος μέσα στο αυτοκίνητο που κατέβαινε τη λεωφόρο Συγγρού για να πάμε στο Φάληρο γιατί άμα η μαμά μου τραγούδαγε γινότανε κάτι μαγικό και κοιμόμαστε ξεροί και μάλλον γιαυτό τραγούδαγε για να κοιμόμαστε εμείς και να τους αφήνουμε ήσυχους.

Εκειπέρα στο νέο Φάληρο πηγαίναμε γιατί έμενε η θεία Δώρα η αδελφή της μαμάς μου που είχε παντρευτεί το θείο Μπάμπη και αυτός ήτανε ο καλύτερος θείος που είχαμε γιατί μας έκανε όλα μας τα χατήρια και πιο πολύ τα δικά μου φυσικά γιατί εμένα αγαπούσε πιο πολύ και με φώναζε "μπέμπα" και με πέταγε πάρα πάρα πολύ ψηλά. Αμα το έβλεπε αυτό η γιαγιά μου η Κασσιανή φώναζε "μηηηηηηηηηηηη συμπέθερε το παιδί θα το κοψομεσιάσεις" και μετά έπεφτε σε μια πάνινη πολυθρόνα που της βάζανε στην αυλή και έπεφτε ακριβώς πάνω στην πολυθρόνα και όλο σκεφτόμουνα εγώ από μέσα μου "τώρα θα πέσεις να σκάσεις σαν καρπούζι, τώρα θα πέσεις να σκάσεις σαν καρπούζι" αλλά αυτή ποτέ δεν έσκασε σαν καρπούζι αλλά μόνο της δίνανε Καλμόλ να συνέλθει από το φόβο που την έπιανε άμα με πέταγε εμένα ψηλά ο θείος Μπάμπης.

Το σπίτι της θείας μου της Δώρας ήτανε πάρα πολύ ωραίο και στο κήπο είχε δύο πολύ μεγάλους φοίνικες και όλο λουλούδια και δέντρα που ήτανε σαν ζούγκλα και είχανε παπαγάλους και καρδερίνες και γάτες και σκύλο και χελώνες και εμείς λέγαμε ότι αυτό ήτανε το βασίλειο της Λολίτας γιατί έτσι φωνάζαμε τη θεία Δώρα που ήτανε πολύ όμορφη και ψηλή και ξανθιά όπως αυτές οι βασίλισσες στα παραμύθια. Εμείς πολύ την αγαπούσαμε τη Λολίτα μας και δεν μας πείραζε που δεν είχε παιδιά να παίζουμε αλλά έπαιζε αυτή μαζί μας πάντα και ήτανε τόσο ωραία που άμα θύμωνα εγώ με τη μαμά μου της έλεγα  "θα φύγω να πάω στη Λολίτα μου και θα δεις εσύ" και τότε τη μαμά μου την έπιανε τρόμος και μου έκανε όλα μου τα χατήρια και πολύ μου άρεσε αυτό το παιχνίδι.
Τέλος πάντων όλο στο Φάληρο πηγαίναμε όταν ερχότανε το άγιο πνεύμα και κάναμε μπάνιο στην Ταραντέλα γιατί εκεί πολύ της άρεσε της γιαγιάς μου της Κασσιανής και πήγαινε λέει εκειπέρα από τα νιάτα της στα μπαιν μιξ που δεν ήξερα τι είναι αλλά μάλλον ανακατευόντουσαν αρσενικοί και θηλυκοί άθρωποι και είχαμε δει εκατό χιλιάδες φορές τις φωτογραφίες με τη γιαγιά μου την Κασσιανή και τον αδελφό της το δήμαρχο άμα ήτανε νέοι με κάτι περίεργα μπανιερά με ρίγες σαν σωβρακοφανέλες  και άλλη μια φωτογραφία που έλεγε "Ενθύμιον Φαλήρου Πολυτελές Ξενοδοχείον Ακταίον" όπου η γιαγιά μου την Κασσιανή με τον παππού μου που ήτανε νιόπαντροι κάνανε ηλιοθεραπεία με τις ριγέ σωβρακοφανέλλες σε κάτι σαιζ λογκ άσπρες στην αμμουδιά μπροστά στο ξενοδοχείο.

Το νέο Φάληρο στις δόξες του

Το Ακταίον στο νέο Φάληρο

Και μετά πηγαίναμε στις Τζιτζιφιές για μαριδάκια και χταποδάκια που τα τρώγανε μόνο οι μεγάλοι αλλά εμείς οι μικροί κάναμε μπλιαξ και δεν τα τρώγαμε καθόλου. Μόνο τα λυσσακά μας τρώγαμε  στο παιχνίδι και πίναμε πορτοκαλάδες ΕΨΑ όλη την ώρα και μας έπιανε κατούρημα αλλά τρέχαμε στη θάλασσα και δεν το καταλαβαίνανε οι μεγάλοι.

Μία φορά όμως που είχε έρθει πάλι το άγιο πνεύμα στο σπίτι μας πήγαμε οικογενειακώς με την Ποντικάρα στη Χαλκίδα και κάναμε μπάνιο μπροστά σ' ένα ωραίο κόκκινο σπίτι που το είχε ένα κύριος φίλος του παππού μου που είχε πεθάνει και πολύ μας άρεσε. Οχι που είχε πεθάνει ο κύριος με το κόκκινο σπίτι αλλά που πήγαμε εκδρομή στη Χαλκίδα που είχε ωραία ψάρια και κάτι ψαράδες βγάζανε και αχιβάδες. Και είχε και τα νερά που πηγαίνανε πέρα - δώθε στο στενό του Ευρίπου όπως μας εξήγησε η μαμά μας και μέχρι σήμερα έτσι κάνουνε τα νερά αυτά χωρίς να σταματάνε καθόλου και είπε μία λέξη δύσκολη που ήτανε "αενάως" και όταν πήγα στο σχολείο την άλλη μέρα το ξεφούρνισα κι εγώ στη δασκάλα μου αυτό το αενάως κι αυτή μου είπε "εύγε Σόφη" και μετά ήμουνα χαρούμενη όλη μέρα αενάως.

Εκείνη την ημέρα που είχαμε πάει εκδρομή στη Χαλκίδα μας βάρεσε ο ήλιος στο κεφάλι εμένα και τον αδελφό μου γιατί δεν φοράγαμε τα καπέλα μας και κυνηγιόμαστε στην παραλία σαν τα τρελλά γιατί εκεί δεν ήτανε σαν το Φάληρο και δεν είχε κανέναν άλλο κόσμο εκτός από μας και μπορούσαμε να κάνουμε ότι θέλαμε και να παίζουμε τους Ινδιάνους και μόλις κατεβαίναμε από τ' αυτοκίνητο τρέχαμε σαν τα παλαβά πέρα δώσε και πετάγαμε τα ρούχα μας στην άμμο.
"Σταθείτε βρε μην ξεβρακωνόσαστε, βάλτε τα μπανιερά σας σωστά" φώναζε η γιαγιά μου η Κασσιανή και ο θείος Μπάμπης με τον πατέρα μου κατεβάζανε μισή ώρα από τ' αυτοκίνητο όλο το νοικοκυριό της γιαγιάς μου της Κασσιανής που είχαμε φέρει κάτι πολυθρόνες πάνινες, ένα ξύλινο τραπέζι, μια μεγάλη ομπρέλλα και μία μικρή, ένα καλάθι με φαγιά, πετσέτες, κουλούρες, βατραχοπέδιλα, κουβαδάκια, απόχες, το καλάμι του ψαρέματος του θείου Μπάμπη, το κουτί με τα φάρμακα για τις τσούχτρες και τις μέλισσες, το τρανζίστορ και το φουσκωτό στρώμα που μας είχε φέρει δώρο η θεία Δώρα και το είχε πάρει από τον Κατράντζο που ήταν πολύ καλό μαγαζί και είχε όλο τέτοια πράματα. Και μετά κατέβασανε και τα ποδήλατά μας γιατί δεν πηγαίναμε πουθενά χωρίς αυτά αλλά ποτέ δεν κάναμε γιατί η θάλασσα είναι πιο ωραία από το ποδήλατο που κάνεις και στο σπίτι σου.

Εκειπέρα ανακαλύψαμε κι ένα πολύ ωραίο καινούργιο παιχνίδι με τη γιαγιά μου την Κασσιανή που πήγε και χώθηκε μέσα στην άμμο και ήτανε μόνο το κεφάλι της έξω με την καπελαδούρα κι εμείς της ρίχναμε άμμο αποπάνω μέχρι που ήρθε ο πατέρας μου και την έσωσε γιατί μάλλον της ρίξαμε πάρα πολύ και θα την πνίγαμε λέει στο αμμόλουτρο. 

Ομως τότε που είχαμε πάει στη Χαλκίδα ήτανε πάρα πολύ ωραία γιατί μαζέψαμε και αχιβαδίτσες και ψαράκια με τις απόχες μας και μετά κάναμε και κάστρα πάνω στην άμμο με τα καινούργια κουβαδοφτυαράκια μας.
Γενικά, όπως λέγαμε και στην έκθεση που γράφαμε στο σχολείο, στο πρώτο μπάνιο περνούσαμε υπέροχα. Η μάνα μου που ήτανε πολύ άσπρη πασαλειβότανε με Νιβέα και ο πατέρας μου της έβαζε στην πλάτη και της έδωσε κι ένα φιλί και εμείς καθόμαστε σαν τους χαζούς και τους κοιτάγαμε που γελάγανε μεταξύ τους κι εμένα πολύ με νευριάζανε άμα κοιταζόντουσαν έτσι μέσα στα μάτια αλλά τον αδελφό μου δεν τον νοιάζανε αυτά γιατί ήτανε μπούφος.

Και πολύ ζήλευα που κοιταζόντουσαν αυτοί έτσι μέσα στα μάτια κι έλεγα πώς άμα μεγαλώσω θα πάρω κι εγώ έναν άντρα να με κοιτάει μέσα στα μάτια και να τον κοιτάω κι εγώ.

Κι εμείς ήμασταν πολύ άσπροι αλλά επειδή σιχαινόμαστε τις Νιβέες δεν καθόμαστε να μας βάλει η γιαγιά μου η Κασσιανή και όλο τρέχαμε μπρος εμείς και πίσω αυτή να μας χώσει απ' το κεφάλι κάτι άσπρα κασκορσέ που έλεγε αυτή τα φανελάκια να μη μας κάψει ο ήλιος επειδή ήτανε το πρώτο μπάνιο που κάναμε.

Εμείς μόλις κατεβαίναμε απ' το αυτοκίνητο βλέπαμε τη θάλασσα που ήτανε γυαλιστερή σαν τα πολύχρωμα γυαλάκια που φυλάγαμε στο κουτί με τα μαγικά που είχαμε και μας έπιανε μία τρέλλα και θέλαμε να πέσουμε μέσα με τα ρούχα και τα παπούτσια. Τότε όμως η μάνα μου με τη Μαριέτα και την γιαγιά μου την Κασσιανή κάνανε κύκλο μεταξύ τους και μας μαντρώνανε να πάμε στη θάλασσα σιγά σιγά να μην πνιγούμε γιατί ήτανε λέει το πρώτο μπάνιο. Εμένα όμως πολύ με νευριάζανε όλα αυτά γιατί εμείς ξέραμε καλό μπάνιο που μας είχε μάθει ο μπαμπάς μας και κολυμπάγαμε σα δελφίνια και αυτές ήτανε χαζές και φοβιτσιάρες λέγαμε με τον αδελφό μου.

Οταν ήτανε το πρώτο μπάνιο μας βάζανε στη θάλασσα με αυτό το σχέδιο όλες μαζί και μετά είχανε βγάλει ένα πρόγραμμα που έπρεπε να το ακολουθήσουμε κατά γράμμα που έλεγε η γιαγιά μου η Κασσιανή μην αρρωστήσουμε. Αυτό το πρόγραμμα ήτανε να μείνουμε λίγο μέσα στη θάλασσα, μετά να βγούμε γρήγορα και να ξεπλυθούμε με ένα μπετόνι νερό που είχανε κουβαλήσει μαζί τους και μετά να βάλουμε άσπρο φανελάκι και να μην κάτσουμε γδυτοί στον ήλιο αλλά κάτω από την ομπρέλλα πρώτα και μετά να πάρουμε τα κουβαδάκια μας και να παίξουμε αφού ηρεμήσουμε από τη θάλασσα όπως λέγανε αυτές.
Αμα το κάνανε αυτό το πρόγραμμα τις λέγαμε "σιχαμένες βασανίστριες" και τρέχαμε να παραπονεθούμε στο μπαμπά μας που αυτός μας καταλάβαινε πάντα αλλά μόνο στο πρώτο μπάνιο άμα του παραπονιόμαστε για τις βασανίστριες γελούσε και μας έλεγε ότι πρέπει να κάνουμε ότι λέει η μαμά μας για να μην πάθουμε ηλίαση και εμείς λέγαμε μέσα μας "αει να χαθείς κι εσύ" και θυμώναμε και λέγαμε ότι άμα μεγαλώσουμε θα πάρουμε ένα καϊκι με τους φίλους μας να κάνουμε τρέλες μέσα στη θάλασσα και βουτιές και τέτοια και δεν θα φοράμε φανελλάκια ούτε στο πρώτο ούτε σε κανένα άλλο μπάνιο και θα γίνουμε πειρατές να πάμε στη χώρα της αναποδιάς που θα παίρναμε μαζί μας μόνο τη Λολίτα και κανέναν άλλον.

Ομως επειδή κάθε φορά που πηγαίναμε για το πρώτο μπάνιο είχαμε και μεγάλο φόβο μήπως μας χώσουνε πάλι στην Ποντικάρα και γυρίσουμε σπίτι μας άρον άρον καθόμαστε αναγκαστικά Παναγίες φανερωμένες και έλεγε η γιαγιά μου η Κασσιανή "είδες πώς ηρεμήσανε τα χρυσούλια μου στη θάλασσα, εμ βέβαια είναι και του Αγίου Πνεύματος μεγάλη η χάρη του" και μετά πήγαινε να χωθεί με την ησυχία της στην άμμο όπου ο μπαμπάς μου της είχε φτιάξει ένα λάκο και της έλεγε "έτοιμος ο λάκος σας μητέρα" και γελάγανε οι άλλοι κι εμείς δεν καταλαβαίναμε γρυ γιατί γελάγανε  αυτοί.
Τέλος πάντων πολύ ωραία περνάγαμε στο πρώτο μπάνιο και την άλλη μέρα όμως δεν λέγαμε στους φίλους μας ότι καθόμαστε Παναγίες κάτω απ' την ομπρέλλα με τα άσπρα κασκορσέ για να μη μας πούνε βλαμμένα αλλά κάναμε τους σπουδαίους ότι κάναμε βουτιές από ένα ψηλό βράχο και ότι είμαστε πολύ γενναίοι στα κύμματα και τέτοια κι αυτοί μας θαυμάζανε και μας λέγανε ότι είμαστε πολύ τυχεροί γιατί αυτούς δεν τους αφήνουνε οι γονείς τους να κάνουνε τέτοια αλλά τους βάζανε με το ζόρι κάτω από κάτι ομπρέλες και τους παστώνανε με νιβέα στην πλάτη και κολλάγανε και ήτανε μπλιαξ.

Αλλά μήπως τώρα που μεγαλώσαμε βάλαμε μυαλό; Μπαααα.... Μόλις βλέπουμε θάλασσα θέλουμε να πέσουμε μέσα με τα ρούχα. Και καμιά φορά πέφτουμε .......

Άντε καλά μπάνια και φέτος !!!

Η γιαγιά μου η Κασσιανή

 pisostapalia.blogspot.gr