Το ΡΙΑΛΤΟ επί των οδών Αγίου Μελετίου και Κυψέλης λειτούργησε από το 1936 – 1991 και ήταν ιδιοκτησία του Δ. Βογιατζή (το 1936 σύμφωνα με τον Κινημ. Αστέρα).
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
Θερινός από το 1936 ως το 1964.
Ο Κινηματογραφικός Αστήρ (9/6/1935) γράφει: «Το «Ριάλτο» είναι ένα πραγματικόν θέατρον θαύμα, με φωτέιγ αναπαυτικότατα , με δυο σειράς θεωρείων εξ εκάστης πλευράς, κεμαρτούς κήπους, φωτισμόν άπλετον, ωραίον εξώστην κλπ» (Αναφορά στο βιβλίο «Κινηματογράφοι της Αθήνας ( 1896-2006) του Χαρίλαου Πατέρα)
Το Φεβρουάριο του 1965, το θερινό θέατρο «Ριάλτο» μετατρέπεται σε μια πολυτελή κινηματογραφική αίθουσα πρώτης προβολής με 900 καθίσματα.
Τα εγκαίνια του χειμερινού «Ριάλτο» έγιναν με πανηγυρικό τρόπο από τον γνωστό κονφερανσιέ Γιώργο Οικονομίδη. Κι η «Ελευθερία» (17/2/1965), σε εκτεταμένο ρεπορτάζ από την «πρώτη» του νέου κινηματογράφου, σημειώνει: «Η Ο.Ε «Αφοί Κουρουνιώτη και Σια», ο πολιτικός μηχανικός Ε.Μ.Π. κ. Β. Βαλάτσος και ο Δημ. Φιλανδριανός, στον οποίον οφείλεται η εσωτερική αρχιτεκτονική και διακόσμησις, επέτυχαν να προσφέρουν σε κεντρική περιοχή των Αθηνών ένα χειμερινό σινεμά άξιο της «φίρμας» του καθενός…»
Το 1991 έγινε θέατρο.
ΑΝΑΦΟΡΕΣ
«Και στον κινηματογράφο «Ριάλτο» την ώρα που ήταν φίσκα από Γερμανούς, πετάχτηκαν τα χαρτιά μέσα, με σφεντόνες!» γράφει η Μέλπω Αξιώτη στο χρονικό της «Αθήνα 1941-1945» αποκαλύπτοντας τον πρωτότυπο τρόπο που σκαρφίστηκαν τα μέλη του ΕΑΜ για να μοιράσουν τις προκηρύξεις τους.
https://www.facebook.com
4.10.15
Ο ΘΕΡΙΝΟΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ “ ΡΙΑΛΤΟ “
3.9.15
ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΙ–ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΘΕΡΙΝΑ
(Σύντομο χρονικό των κινηματογράφων στην Ελλάδα)
Οι πρώτοι χώροι στους οποίους παρουσιάζεται αμιγές κινηματογραφικό θέαμα είναι οι αθηναϊκές πλατείες. Αυτοί είναι φορητοί κινηματογράφοι που στήνονται στις πλατείες μόνο τους καλοκαιρινούς μήνες και συνήθως για περιορισμένες προβολές αφού κινούνται από την Αθήνα στην επαρχία.
Σαν οι πρώτοι σταθεροί θερινοί κινηματογράφοι στην Αθήνα μπορούν να θεωρηθούν αυτοί που στήθηκαν στα καφενεία της πλατείας Συντάγματος και του Ζαππείου και λειτούργησαν για πάνω από δέκα χρόνια. Το 1904 βασικά ξεκίνησαν οι συστηματικές προβολές και στα δύο αυτά σημεία που συγκέντρωναν έτσι κι αλλιώς τον περισσότερο κόσμο της πρωτεύουσας.
Όπως αναφέρει το Εμπρός (11 Μαΐου) τριάντα κινηματογράφοι ετοιμάζονται να στηθούν το καλοκαίρι του 1907 σε διάφορες συνοικίες των Αθηνών. Και φυσικά τα θερινά θέατρα συνεχίζουν κι αυτά να περιλαμβάνουν κινηματογράφο σαν μια ξεχωριστή ατραξιόν.
ΟΙ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΙ ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΖΟΝΤΑΙ
Το 1910 είναι μια σημαντική χρονιά για τον κινηματογράφο της πρωτεύουσας. Η μεγάλη ζήτηση που έχει ο κινηματογράφος σπρώχνει επιχειρηματίες να κάνουν σοβαρές επενδύσεις στη νέα τέχνη.
Το 1913 χτίστηκε το πρώτο χτίριο ειδικά για κινηματογράφο από τον μικρασιάτη επιχειρηματία και πρωτοπόρο κινηματογραφικό επιχειρηματία Ε Μαυροδημάκη. « Ήταν το «Παλλάς» που κατόπιν εγκρεμίσθη και εκτίσθη στο ίδιο οικόπεδο το μέγαρον Εφεσίου».
Το 1913 άνοιξε το «Νέον», Πατησίων 8, όπου το κατάστημα του Μαρούση.
Το 1913, ανοίγει το ΡΟΖΙΚΛΑΙΡ στην οδό Πατησίων 12 από τον Π. Φλεγκενάιμερ. Του έδωσε αυτό το όνομα κάνοντας μια σύνθεση από τα ονόματα που είχαν δυο κόρες του: Ρόζα και Κλαίρη.
Το 1920, σύμφωνα με τον «Οδηγό της Ελλάδος» λειτουργούν οι παρακάτω κινηματογράφοι:
Χειμερινοί:Απόλλων (Σταδίου 20) Διευθ. Γ Αναστασιάδης, «Αττικόν» (Σταδίου 25) Διευθ. Κ. Εμπέογλου, «Παλλάς» (Σταδίου 24) Διευθ. Κ. Εμπέογλου, «Σπλέντιτ» (Σταδίου 22) Διευθ. Κ. Εμπέογλου, «Πάνθεον» (Πανεπιστημίου) Διευθ. Τ. Μάντακας, «Ροζικλαίρ» (Πατησίων) Διευθ. Κ. Καράς. Θερινοί: Ζαππείου, Καφεθυστιατόριο με ορχήστρα, δύο στην Πλατεία Συντάγματος-Καφενείο Ζαχαράτου και Καφενείο Περιπτέρου, «Μουλέν Ρούζ» Αλυσσίδα-τέρμα Πατησίων με ορχήστρα και εστιατόριο.
Στην μόδα του κινηματογράφου υποτάσσεται το θέατρο Κοτοπούλη στην πλατεία Ομονοίας.
Το 1928 οι 5 κινηματογράφοι του 1913 έγιναν 16 χειμερινοί και 12 θερινοί. Το 1938 οι χειμερινοί στην Αθήνα είναι 26 και οι θερινοί πάνω από 60.
Τη δεκαετία 1930-40 δημιουργούνται οι μεγαλύτεροι και πολυτελέστεροι κινηματογράφοι της χώρας. Είναι η εποχή που χτίζονται το Παλλάς και το Ρεξ στην Αθήνα. Ποτέ άλλοτε δεν φτιάχτηκαν όμοιά τους. Την μεταπολεμική περίοδο, απλώς πολλαπλασιάζονται χωρίς ποτέ να φτάσουν την μεγαλοπρέπεια των προγενέστερων.
Παραμονές του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, τον Σεπτέμβρη του 1939 συγκεκριμένα, λειτουργούν στην Ελλάδα 280 κινηματογράφοι, αριθμός σχεδόν διπλάσιος από αυτόν του 1935 (150 αίθουσες). Το ένα τρίτο από αυτούς βρίσκεται στην πρωτεύουσα. Η Αθήνα διαθέτει εννέα κινηματογράφους πρώτης προβολής, εικοσιπέντε δεύτερης ή συνοικιακούς και 65 θερινούς.
ΟΙ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΙ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ
Αμέσως μετά την κήρυξη του πολέμου, το πιο ενδιαφέρον κινηματογραφικό θέαμα για τους ανθρώπους στις πόλεις, γίνονται τα πολεμικά επίκαιρα. Στην Αθήνα είναι δυο οι αίθουσες που προβάλουν αποκλειστικά πολεμικά επίκαιρα, ελληνικά και αγγλικά, το Σινεάκ και το Άστυ.
Αλλά έρχεται η στιγμή που το μέτωπο καταρρέει. Στις 9 Απριλίου 1940 οι Γερμανοί μπαίνουν στη Θεσσαλονίκη. Μία από τις πρώτες διαταγές που εξέδωσαν ήταν να ανοίξουν οι κινηματογράφοι για να δείξουν ότι η ζωή συνεχίζεται ειρηνικά κάτω από τη δική τους υψηλή προστασία. Την προηγούμενη περίοδο λόγω του φόβου των συναγερμών οι κινηματογράφοι υπολειτουργούσαν, ανοίγοντας σε ακατάστατες ώρες.
Η διαφορά που υπάρχει τώρα με την προηγούμενη περίοδο είναι ότι επιτάσσονται ορισμένοι κινηματογράφοι και διατίθενται για τη ψυχαγωγία των στρατιωτών τους. Στη Θεσσαλονίκη, τα Διονύσια μετατρέπονται σε Soldaten Kino, το Πατέ σε Germania Kino και το Παλλάςσε Frontbuhne. Τα Ηλύσια «παραχωρούνται» στους Ιταλούς. Στην Αθήνα, το Αττικόν μετατρέπεται σε Soldaten Kino Victoria, το Απόλλων σε Kino Apollo, ενώ οι άλλοι κινηματογράφοι υποχρεώνονται να αναγράφουν τους τίτλους των έργων εκτός από ελληνικά, στα γερμανικά και ιταλικά. Το μέτρο αυτό επεκτείνεται σε όλη την Ελλάδα.
Με την είσοδο των Γερμανών δεν σημειώνεται καμία άλλη αλλαγή στη λειτουργία των κινηματογράφων πέρα από την απαγόρευση ταινιών που προέρχονται από εχθρικές προς τον Άξονα ταινίες, την υποχρεωτική προβολή γερμανικών προπαγανδιστικών επικαίρων και τις ώρες προβολής που προσαρμόζονται στις απαγορεύσεις της κυκλοφορίας και τις ανάγκες εξοικονόμησης ηλεκτρικής ενέργειας.
Στην Κατερίνη, οι Γερμανοί, κουβαλούσαν τη δική τους μηχανή προβολής όταν έκαναν κατά διαστήματα προβολές για τους στρατιώτες τους μια και αυτή που είχε ο κινηματογράφος είχε χαλασμένο το σύστημα του ήχου και έπαιζε όλες τις ταινίες βωβές, πράγμα που φαίνεται δεν ενοχλούσε τους ντόπιους!
Η ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΑΝΘΗΣΗ
Με τη λήξη της γερμανικής κατοχής δημιουργείται το πρωτοφανές φαινόμενο της μαζικής προσέλευσης στους κινηματογράφους της πρωτεύουσας. Αλλά αυτό δεν είναι ένα ευκαιριακό φαινόμενο, η αντίδραση ίσως στην στερημένη ζωή της κατοχής, αλλά έχει διάρκεια. Και το 1966 το περιοδικό Εικόνες χαρακτηρίζει την Αθήνα σαν την «πιο ιδιότυπη κινηματογραφόπληκτη πρωτεύουσα της υφηλίου» με τις «50 αίθουσες πρώτης προβολής και το τακτικό επταήμερο των 12 καινούργιων ταινιών»
ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ ’90
(από μια έρευνα του ΕΚΚΕ για την Κατάσταση του συστήματος διανομής στην Ελλάδα
«Η συνολική εικόνα, πάντως, για την κατανομή των κινηματογραφικών αιθουσών στην Ελλάδα έχει ως εξής: Ο αριθμός των αιθουσών / οθονών ανέρχεται σε 443. Αυτές ανήκουν σε 382 κινηματογραφικές μονάδες / επιχειρήσεις. Από τις 443 αίθουσες, οι 203 είναι χειμερινές, οι 53 ετήσιας λειτουργίας και οι 186 θερινές. Αν και στο λεκανοπέδιο συγκεντρώνεται περίπου το 35% το συνολικού πληθυσμού της χώρας, το αντίστοιχο ποσοστό των κινηματογραφικών αιθουσών / οθονών ξεπερνά το 52%. Οι τρεις περιφέρειες με το μικρότερο αριθμό αιθουσών είναι η Δυτική Μακεδονία με 0,7%, τα Ιόνια Νησιά με 1,1% και το Βόρειο Αιγαίο με 1,3%, ενώ υπάρχει ένας νομός εντός των ορίων του οποίου δεν υφίσταται κινηματογραφική αίθουσα: πρόκειται για τον νομό Φλωρίνης.»
47 διατηρητέοι θερινοί κινηματογράφοι
Το 1997 ο τότε υπουργός ΠΕΧΩΔΕ, Κώστας Λαλιώτης, με απόφασή του χαρακτήρισε διατηρητέα τη χρήση 47 θερινών κινηματογράφων που βρίσκονται εντός του λεκανοπεδίου Αττικής:
ΑΙΓΛΗ (Ζάππειο) ΒΟΞ (Εξάρχεια) ΘΗΣΕΙΟ ΠΑΛΛΑΣ (Παγκράτι) ΣΙΝΕ ΠΑΡΙ (Πλάκα) ΑΝΕΣΙΣ (Αμπελόκηποι) ΑΕΛΛΩ (Κυψέλη) ΕΛΛΗΝΙΣ (Αμπελόκηποι) ΕΚΡΑΝ (Εξάρχεια) ΛΙΛΑ (Πατήσια) ΜΠΡΟΝΤΓΟΥΕΪ (Κυψέλη) ΡΙΒΙΕΡΑ (Εξάρχεια) ΗΛΕΚΤΡΑ (Πατήσια) ΑΘΗΝΑΙΑ (Κολωνάκι) ΑΜΟΡΕ (Πολύγωνο) ΜΕΤΡΟΠΟΛ (Αθήνα) ΤΡΙΑΝΟΝ (Κυψέλη) ΝΑΝΑ (Δάφνη) ΝΕΑ ΠΑΝΑΘΗΝΑΙΑ (Αθήνα) ΜΙΤΣΙ (Κουκάκι) ΑΤΗΕΝΕ (Κυψέλη) ΔΙΑΝΑ (Κυψέλη) ΣΤΕΛΛΑ (Κυψέλη) ΡΑΝΙΑ (Πατήσια) ΜΟΝ ΡΕΠΟ (Αγ. Νικόλαος Αχαρνών) ΔΕΞΑΜΕΝΗ (Κολωνάκι) ΛΑΟΥΡΑ (Παγκράτι) ΜΠΟΜΠΟΝΙΕΡΑ (Κηφισιά) ΧΛΟΗ (Κηφισιά) ΦΙΛΟΘΕΗ, ΦΑΝΤΑΖΙΟ (Πειραιάς) ΑΜΥΝΤΑΣ (Υμηττός) ΔΙΑΝΑ (Παλ. Φάληρο) ΑΜΑΡΥΛΛΙΣ (Αγ. Παρασκευή) ΚΑΡΜΕΝ (Αθήνα) ΤΙΤΑΝ (Αιγάλεω) ΦΛΕΡΥ (Καλλιθέα) ΠΟΛΕΝΑ (Ανω Πατήσια) ΑΚΤΗ (Βουλιαγμένη) ΨΥΧΙΚΟ ΜΕΛΙΝΑ ΜΕΡΚΟΥΡΗ (Ηλιούπολη) ΚΑΤΕΡΙΝΑ (Χαϊδάρι) ΑΣΤΡΟΝ (Μάνδρα) ΑΜΙΚΟ (Χαλάνδρι) ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ (Χαλάνδρι) ΑΘΗΝΑ (Χαλάνδρι) ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ (Χαλάνδρι)
20.6.15
ΛΙΛΑ : ΕΝΑ ΣΙΝΕΜΑ ΜΕ ΧΡΩΜΑ ΠΟΥ ΚΑΝΕΙ ΤΗ ΔΙΑΦΟΡΑ
Ο χώρος ανακαινίστηκε, η προβολή γίνεται ψηφιακά ενώ οι θεατές έχουν στη διάθεσή τους και δωρεάν WiFi

Το «Λιλά» παραμένει ο μοναδικός θερινός κινηματογράφος στην ευρύτερη περιοχή της Κυψέλης και των Πατησίων θυμίζοντας κάτι από τις παλιές καλές εποχές της περιοχής
- «Αχ, τι ωραία που είναι εδώ, έχουν και βασιλικούς στα τραπεζάκια».
- «Πόσον καιρό έχεις να έρθεις στο "Λιλά";».
- «Μια φορά έχω έρθει, όταν πρωτοάνοιξε».
- «Α, εμείς ερχόμαστε συνέχεια. Πώς και πώς περιμένουμε να ανοίξει».
Απόγευμα Παρασκευής και παρά την ψύχρα, οι πρώτες παρέες μπαίνουν στο «Λιλά». Τον θερινό κινηματογράφο που σε πείσμα των καιρών παραμένει στην οδό Νάξου 115. Σε μια γειτονιά πολύπαθη και υποβαθμισμένη τα τελευταία χρόνια. Χώρος διπλά διατηρητέος από τα υπουργεία Πολιτισμού και Περιβάλλοντος, άρχισε να λειτουργεί για πρώτη φορά το 1969, εποχή μεγάλης ακμής ακόμη των θερινών κινηματογράφων. Το γεγονός όμως ότι σήμερα, εποχή που ο κινηματογραφικός χώρος διανύει μεγάλη κρίση, το «Λιλά» εξακολουθεί και λειτουργεί ανελλιπώς οφείλεται κατά κύριο λόγο στο μεράκι και στην αγάπη που δείχνει η οικογένεια Λυμπεροπούλου στη δουλειά της. Μιας και παραμένει ο μοναδικός θερινός κινηματογράφος στην ευρύτερη περιοχή της Κυψέλης και των Πατησίων, ανάμεσα στις ψηλές πολυκατοικίες της γειτονιάς, θυμίζοντας κάτι από τις παλιές, καλές εποχές της περιοχής.Ηδη από τη χειρόγραφη, φωτισμένη ταμπέλα - τα τρία από τα τέσσερα γράμματά της είναι χρώματος λιλά, από όπου άλλωστε προέρχεται και το όνομα - νομίζει κανείς ότι βρίσκεται σε έναν κινηματογράφο της δεκαετίας του '70. Η είσοδος στα ενδότερα επιβεβαιώνει την αρχική εντύπωση. Μια όαση μέσα στην τσιμεντούπολη. Παντού υπάρχει πράσινο και τα τραπέζια ενδιάμεσα στα καθίσματα κοσμούν γλαστράκια με βασιλικό.
«Ο θερινός κινηματογράφος είναι η παράδοση του Ελληνα, έχει μεγαλώσει και ψυχαγωγηθεί με αυτόν. Νομίζω είναι το όνειρό του. Το καλοκαίρι δεν προτιμά τον κλειστό κινηματογράφο. Στο θερινό βλέπεις φεγγάρι, βλέπεις πρασινάδα, βλέπεις χαλικάκι. Νιώθεις καλοκαίρι, νιώθεις παράδεισο» σχολιάζει ο κ. Κώστας Λυμπερόπουλος, ο οποίος τα τελευταία 18 χρόνια έχει αναλάβει τη διαχείριση του χώρου.
«Μεγαλύτερες ηλικίες πάνε σε θερινό»
Στο κέντρο της Αθήνας οι κινηματογράφοι συνήθως λειτουργούν από τα τέλη Μαΐου ως και τις αρχές Σεπτεμβρίου με τον καιρό να παίζει σημαντικό ρόλο στον προγραμματισμό. «Εμείς ανοίξαμε 21 Μαΐου. Για τέσσερις ημέρες έβρεχε και σήμερα ο καιρός είναι ψυχρός. Φτάνει 20 Ιουνίου και ο κόσμος μάς ρωτάει αν ανοίξαμε. Περνάει ένας μήνας και δεν ξέρουν ότι έχουμε ανοίξει, ακόμη και άνθρωποι από τη γειτονιά» λέει ο κ. Δημήτρης Λυμπερόπουλος με τον κ. Κώστα να εξηγεί πως «δεν ενδιαφέρουν το κοινό αυτές οι βραδιές. Αν δεν πιάσουν οι μεγάλες ζέστες, να μην μπορεί να κάτσει μέσα στο σπίτι και να βγει μια βόλτα δεν θα ζητήσει να πάει κινηματογράφο. Είναι αλυσίδα».
Πάντως η γενικότερη κατάσταση που βιώνει η χώρα έχει επηρεάσει και το «όνειρο του Ελληνα». Το Σάββατο φαίνεται να είναι η καλύτερα εισπρακτική ημέρα, όπως και οι ημέρες που υπάρχουν προσφορές, καθώς όπως λέει ο κ. Δ. Λυμπερόπουλος «ο κόσμος ψάχνει την προσφορά, υπήρχαν περιπτώσεις πέρυσι που την Τετάρτη (σ.σ.: ημέρα προσφοράς) είχαμε σχεδόν τα ίδια εισιτήρια με το Σάββατο».
«Η κίνηση έχει κόψει, όπως σε όλα τα επαγγέλματα. Περνάμε, ξέρετε, μια κρίση. Γιατί να μην την περνάει και ο κινηματογράφος; Ειδικά η ψυχαγωγία, το θέαμα γενικά, για να το απολαύσεις πρέπει να είσαι ήρεμος, να έχεις διάθεση. Σήμερα ο κόσμος έχει τα προβλήματά του και το θέαμα το έχει αφήσει» σχολιάζει ο κ. Κώστας σχετικά με την πτωτική κίνηση των θερινών κινηματογράφων.
Το κοινό του θερινού κινηματογράφου μοιάζει να έχει αλλάξει, όσοι έχουν παραμείνει πιστοί στον κινηματογράφο είναι άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας, μιας και οι νεότεροι είτε προτιμούν τους πολυκινηματογράφους είτε βλέπουν ταινίες διαδικτυακά. «Εχουν αλλάξει οι τάσεις και αυτοί που έχουν μείνει πιστοί στον θερινό κινηματογράφο είναι οι μεγαλύτερες ηλικίες, αυτοί που έρχονταν για πολλά χρόνια και κάποιοι από τη γειτονιά που χαίρονται όταν ανοίγει το "Λιλά"» αναφέρει ο κ. Δ. Λυμπερόπουλος αναφερόμενος ταυτόχρονα και στη ζωντάνια που προσφέρει το «Λιλά» στη γειτονιά. «Είμαστε σε μια περιοχή που είναι δύσκολη, πολύ δύσκολα ο άλλος θα βγει να κυκλοφορήσει - κυρίως τον χειμώνα - αργά το βράδυ, φοβούνται. Οπότε το να ανοίξει ο θερινός κινηματογράφος στη γειτονιά τους, το να ανοίξουν τα φώτα του, το να δώσει ζωή στη γειτονιά τους έχει μεγάλη σημασία. Για αυτό βλέπουμε από τις αρχές Μαΐου να περνάει κόσμος και να μας λέει "άντε, πότε θα ανοίξετε", με την έννοια ότι θα ζωντανέψει και πάλι η γειτονιά τους».
Πιστοί στο πρόγραμμα
Η οικογένεια Λυμπεροπούλου, πιστή στο μέχρι τώρα πρόγραμμα του κινηματογράφου, συνεχίζει και εφέτος την παράδοση με ταινίες τέχνης, για αυτό και στην είσοδο της αίθουσας υπάρχει ακόμη η ταμπέλα με την επιγραφή «Ο κινηματογράφος είναι πολιτισμός». «Οταν επιλέγεις μια ταινία το πρώτο πράγμα που κοιτάς είναι "σε ποιο κοινό απευθύνεσαι". Γνωρίζοντας λοιπόν την ανθρωπογεωγραφία των θεατών που στην προκειμένη περίπτωση είναι μεγαλύτερης ηλικίας, επιλέγεις πιο σινεφίλ ταινίες, που απευθύνονται σε συγκεκριμένο κόσμο. Και ως γνωστόν, οι άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας της Κυψέλης και των Πατησίων ξέρουν από κινηματογράφο - πολύ σπάνια αυτός ο κόσμος θα επιλέξει μια αμερικανική περιπέτεια, μια πιο εμπορική ταινία. Οπότε αναγκαστικά» σχολιάζει ο κ. Δημήτρης Λυμπερόπουλος «δεν μπορείς να μπλέξεις τα πράγματα, ενώ προσπαθούμε κάθε χρόνο να εντάξουμε στο πρόγραμμα 1-2 φορές τέτοιες ταινίες, στο τέλος απογοητευόμαστε. Προσπαθούμε να μείνουμε πιστοί όσο το δυνατόν περισσότερο και όσο μας επιτρέπουν οι καταστάσεις». Ηδη έχουν προβληθεί οι ταινίες «Ταπείνωση», «Μανταρίνια» και «η συνταγή της Πολέτ» ενώ ως την Τετάρτη θα προβληθεί η κωμωδία «Μην ενοχλείτε, παρακαλώ».
Εφέτος ο χώρος ανακαινίστηκε. Εναρμονίστηκε με την τεχνολογία καθώς η προβολή γίνεται ψηφιακά ενώ οι θεατές θα έχουν στη διάθεσή τους και δωρεάν WiFi. Μπορεί βέβαια κανείς να αναρωτηθεί σε τι αποσκοπεί μια τέτοια κίνηση σε έναν κινηματογράφο, την απάντηση όμως δίνει ο κ. Δημήτρης Λυμπερόπουλος. «Καθημερινά ξοδεύω πάρα πολύ χρόνο στα social media και ο κινηματογράφος είναι μέσα στα social media, τα χρησιμοποιεί γιατί είναι ένα φθηνό μέσο διαφήμισης. Ο κόσμος ολοένα και έχει πρόσβαση στο Internet, το θεωρεί δεδομένο και μας το ζητάνε. Αυτός που ήρθε να δει ταινία θα τη δει. Στο διάλειμμα όμως ή πριν από την έναρξη θα χρησιμοποιήσει το Internet. Είναι μια φθηνή πολυτέλεια για εμάς.
Ο θερινός κινηματογράφος, αν θέλει να επιβιώσει, πρέπει και να εναρμονιστεί με τον καιρό, γιατί καλό είναι το φεγγάρι, το αγιόκλημα και το γιασεμί αλλά πρέπει να κάνει κάποια βήματα μπροστά».
ΤΟ ΒΗΜΑ
Πίσω στα παλιά
27.3.15
Ο ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ “ ΑΣΤΟΡ “ ΞΑΝΑ ΚΟΝΤΑ ΜΑΣ
Η ιστορική αίθουσα της Σταδίου δοκιμάζεται και πάλι παρά την οικονομική κρίση

Η κινηματογραφική αίθουσα «Αστορ», ένα από τα παλαιότερα σινε στέκια στην Αθήνα, η οποία μετά από πολλά χρόνια λειτουργίας είχε κλείσει και ανεπιτυχώς ξανανοίξει από το 2010 ως το 2012, δοκιμάζει ξανά τις δυνάμεις της. Ανακαινισμένο και πάλι, το «Αστορ» θα αρχίσει και πάλι να λειτουργεί από αύριο, 25 Μαρτίου, υπό τη νέα διεύθυνση της εταιρείας διανομής Weird Wave. Με 220 αναπαυτικά καθίσματα, σύγχρονες εγκαταστάσεις και τελευταίας τεχνολογίας συστήματα ήχου, το «Αστορ» υπόσχεται πρόγραμμα υψηλού επιπέδου, κυρίως από τον κατάλογο της Weird Wave αλλά όχι μόνο.
Το «Αστορ» βρίσκεται στο νούμερο 28 της οδού Σταδίου (είσοδος από τη στοά Κοραή), σε ένα κτίριο με μακρά ιστορία, συνδεδεμένο με την 7η τέχνη, καθώς το σινεμά λειτουργεί από το 1947, ενώ στο ίδιο σημείο στεγάζονταν κινηματογραφικές αίθουσες ήδη από το 1908. Η ονομασία «Αστορ» προέρχεται από τον Τζον Τζέικομπ Άστορ (1763- 1848), που ήταν ο πρώτος πολυεκατομμυριούχος και ο δημιουργός του πρώτου τραστ στις ΗΠΑ. Η λέξη ήταν τότε συνώνυμη της χλιδής.
Οπως αναφέρει η μελέτη του Δημήτρη Φύσσα, «Τα Σινεμά της Αθήνας 1896-2013 - Ιστορίες του Αστικού Τοπίου» (Αθήνα, 2013), το σινεμά Αστορ άνοιξε τις πόρτες του στις 24 Οκτωβρίου του 1947, με το αριστούργημα του Ντέιβιντ Λιν στις «Μεγάλες Προσδοκίες» τουΚαρόλου Ντίκενς. Λειτούργησε για περίπου 60 χρόνια (1947 - 2005), με μια διακοπή το διάστημα 1986-1990 (κατά το οποίο λειτούργησε ως θέατρο), έκλεισε για πέντε χρόνια και ξανάνοιξε για δύο σεζόν το 2010 -12, με διαφορετική διαρρύθμιση.
Στην ίδια θέση είχαν προϋπάρξει αρχικά οι κινηματογράφοι «Παλλας» (1908-1920, πιθανότατα η πρώτη αίθουσα που χτίστηκε στην πόλη μας αποκλειστικά για σινεμά) και αργότερα το «Σινε Νιουμς» (1940-1947), ενώ ενδιαμέσως ο χώρος λειτούργησε και ως σταθμός αυτοκινήτων (1921), ιταλικός στρατιωτικός κινηματογράφος και στρατιωτική αποθήκη (1942-1943).
ΤΟ ΒΗΜΑ
26.8.14
ΔEKAETIA ‘50
Τη δεκαετία του ‘50 γυρίζονταν τρεις ταινίες κατά μέσο όρο το χρόνο. Συγκεκριμένα, μέχρι και το 1959 γυρίστηκαν 25 ταινίες, μέσα από τις οποίες η Φίνος Φιλμ καθιερώθηκε ως η σημαντικότερη επιχείρηση κινηματογράφικης παραγωγής στην Ελλάδα. Αυτές οι ταινίες, που συνδύαζαν ποιότητα και εμπορικότητα, συνοψίζονται σε 15 κωμωδίες και 10 δράματα, ανάμεσα τους και πολλές ηθογραφίες. Η Φίνος Φιλμ στεγάστηκε από την αρχή της ίδρυσης της, το 1943, στην οδό Στουρνάρα 27. Τα πρώτα της στούντιο ήταν στις Τρεις Γέφυρες και αργότερα στους Αγίους Αναργύρους. Το 1954 η επιχείρηση μεταφέρθηκε στο ιστορικό κτίριο της Χίου 53, στον Άγιο Παύλο.
Το 1951, η ταινία «Νεκρή Πολιτεία» του Φρίξου Ηλιάδη με πρωταγωνίστρια την Ειρήνη Παππά, αν και δεν κάνει εμπορική επιτυχία, «ταξιδεύει» στις Κάννες την επόμενη χρονιά και επιδοκιμάζεται από τους κριτικούς για την καλλιτεχνική και ενδοσκοπική της φωτογραφία. Διευθυντής φωτογραφίας ο Αριστείδης Καρύδης-Φουκς, ενώ την καλλιτεχνική διεύθυνση είχε ο ίδιος ο Φίνος. Είναι η πρώτη από μία σειρά ταινιών της Φίνος Φιλμ που γράφει μουσική ο Μάνος Χατζιδάκης.
Ο Γιώργος Τζαβέλλας καινοτομεί ξανά με τη βοήθεια του Φίνου, κάνοντας ντουμπλάζ στην ταινία «Η Αγνή του Λιμανιού» (1952), με την Ελένη Χατζηαργύρη να εμφανίζεται στην ίδια σκηνή σε δύο ρόλους. Στην ταινία πρωτοεμφανίζεται σε ταινία της FF ο Αλέκος Αλεξανδράκης. Ο Τζαβέλλας είναι ο σκηνοθέτης και των δύο επόμενων ταινιών της Φίνος Φιλμ, τη σεζόν 1952-53. Ο «Γρουσούζης» και το «Σωφεράκι» είναι δύο ηθογραφίες που θα πιστοποιήσουν την ποιότητα που φέρουν οι ταινίες με την υπογραφή τόσο της Φίνος Φιλμ, όσο και του σπουδαίου σκηνοθέτη.
To 1954, στην «Ωραία των Αθηνών» του Νίκου Τσιφόρου, η Γεωργία Βασιλειάδου δίνει ρεσιτάλ ηθοποιίας και μαζί με τον Αυλωνίτη, τον Φωτόπουλο και τον Σταυρίδη χαρίζουν γέλιο στο ελληνικό κοινό.
Ο Ντίνος Δημόπουλος σκηνοθετεί το πρώτο ελληνικό μιούζικαλ «Χαρούμενο Ξεκίνημα» (1954) σε μουσική των: Κώστα Καπνίση και Λυκούργου Μαρκέα. Ο Δημήτρης Γούναρης κλέβει την παράσταση με τα τραγούδια του και το ελληνικό κοινό υποδέχεται με ενθουσιασμό αυτό το νέο είδος ταινίας. Η κωμωδία «Ούτε Γάτα ούτε Ζημιά» (1955) του Σακελλάριου, είναι η δεύτερη και η τελευταία παρουσία του μεγάλου κωμικού μας Βασίλη Λογοθετίδη, σε ταινία της Φίνος Φιλμ.
Στο τέλος του 1955, οι Έλληνες είδαν μία ταινία με πρωταγωνίστρια... μία λατέρνα. Ο Αλέκος Σακελλάριος παρουσίασε την κωμωδία «Λατέρνα, Φτώχεια και Φιλότιμο», στην οποία κατέγραψε με πολύ ανθρώπινη προσέγγιση και τρυφερότητα, ένα υπαρκτό θέμα της εποχής, τη δύση της λατέρνας. Δύο χρόνια αργότερα, θα βγει η συνέχεια της ταινίας με τίτλο «Λατέρνα, Φτώχεια και Γαρύφαλλο». Είναι η πρώτη φορά στο ελληνικό σινεμά που γυρίστηκε «σίκουελ» μιας ταινίας.
Πρωταγωνιστές ο Βασίλης Αυλωνίτης και ο Μίμης Φωτόπουλος, που ενσαρκώνουν άψογα δύο καλόκαρδους και γνήσιους μάγκες λατερνατζήδες. Δίπλα τους η νεαρή τότε Τζένη Καρέζη, η οποία εντυπωσιάζει στην πρώτη της κινηματογραφική εμφάνιση. Τη μουσική και των δύο ταινιών υπογράφει ο Μάνος Χατζιδάκις και σημειώνει τεράστια επιτυχία. Το τραγούδι «Γαρύφαλλο στ’ Αυτί» το ερμηνεύει μία ομάδα από αυθεντικές τσιγγάνες και κάνει θραύση μέχρι...σήμερα.
Το 1957, ο Ντίνος Δημόπουλος γυρίζει ένα επίκαιρο κοινωνικό δράμα που έχει να κάνει με την έκλειψη του επαγγέλματος των αμαξάδων, μιας και τα τροχοφόρα έχουν μπει για τα καλά στη ζωή των Ελλήνων. Η ταινία «Το Αμαξάκι» με το ευαίσθητο σενάριο του Ιάκωβου Καμπανέλλη και την εξαιρετική απόδοσή του στη μεγάλη οθόνη, αγγίζουν το κοινό και η ταινία έρχεται πρώτη σε εισιτήρια. Το 1957 καταφθάνει η ανατρεπτική «Θεία από το Σικάγο», φέρνοντας νέα ήθη και έθιμα. Η Γεωργία Βασιλειάδου ενσαρκώνει τη θεία με μοναδικό τρόπο και παρά την... αντίσταση του συντηρητικού «αδελφού» της Ορέστη Μακρή, φέρνει τα πάνω κάτω. Με αυτή την ταινία ο Σακελλάριος δίνει το στίγμα της «αμερικανοποίησης» στον τρόπο ζωής των Ελλήνων αστών, και δημιουργεί πανικό στα ταμεία, καταλαμβάνοντας με διαφορά την πρώτη θέση στα εισιτήρια.
Πρώτη φορά στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου, ευρωπαίοι κριτικοί χαρακτηρίζουν ελληνική παραγωγή με τον όρο «αριστούργημα» και αναφέρονται στην ταινία «Το Τελευταίο Ψέμμα» (1958) του Μιχάλη Κακκογιάννη με πρωταγωνιστές την Έλλη Λαμπέτη και τον Γιώργο Παππά. Η ταινία έλαβε μέρος σε διεθνή Φεστιβάλ Κινηματογράφου, όπως της Μελβούρνης, του Σαν Φρανσίσκο και των Καννών, ενώ ο Μ. Κακκογιάννης παραλληλίστηκε με τον Bergman, τον Fellini και τον Barden.
Το 1958, ο Φίνος φέρνει τη μεγάλη ντίβα του Ιταλικού σινεμά, Υβόν Σανσόν, να παίξει μαζί με τον Δημήτρη Χορν στην κωμωδία του Τζαβέλλα «Μια Ζωή την Έχουμε», η οποία ήταν και η τελευταία σκηνοθεσία του πρωτοπόρου αυτού σκηνοθέτη σε ταινία της Φίνος Φιλμ.
Την ίδια χρονιά, γυρίζεται η ξεκαρδιστική κωμωδία «Ο Ηλίας του 16ου» σε χρόνο-ρεκόρ 14 ημερών! Ο “Ηλίας” αποτελεί έναν από τους πιο χαρακτηριστικούς ρόλος του Κώστα Χατζηχρήστου, ο οποίος δίνει στον Θανάση Βέγγο το πιο διάσημο – αληθινό – χαστούκι του ελληνικού κινηματογράφου.
Το 1959, η Αλίκη Βουγιουκλάκη, η οποία είχε ήδη κερδίσει κοινό και κριτικούς, πρωταγωνίστησε στην κωμωδία του Σακελλάριου «Το Ξύλο βγήκε απ’ τον Παράδεισο». Ήταν η δεύτερη ταινία της με τον Φίνο. Είχε προηγηθεί η «Αστέρω» ένα βουκολικό δράμα του Ντίνου Δημόπουλου, όπου μαζί με τον μέλλοντα σύζυγό της, Δημήτρη Παπαμιχαήλ, σύνέθεσαν ένα δίδυμο που «έγραψε» και στις δύο ταινίες και θα το βλέπαμε πλέον αρκετά συχνά. Αμφότερες οι ταινίες πρώτευσαν στα εισιτήρια.
Μετά την πρεμιέρα του «Ξύλου», η μεγάλη κυρία της δημοσιογραφίας Ελένη Βλάχου απέδωσε στην Αλίκη τον τίτλο «Εθνική Σταρ» που τη συνοδεύει μέχρι σήμερα.
Η ερμηνεία της ως σκανδαλιάρας και σκερτσόζας μαθήτριας σε κολλέγιο θηλέων, αφήνει εποχή και δημιουργεί πρότυπο ερμηνείας σε ανάλογους ρόλους. Η ταινία, στην οποία συμμετέχει η αφρόκρεμα των κωμικών μας, σπάει τα ταμεία και αποτελεί σήμερα «μνημείο» ελληνικής κωμωδίας.
21.6.14
ΠΡΩΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Οι πρώτες κινηματογραφικές προβολές στην Ελλάδα έγιναν το 1896. Το πληροφορούμαστε από την ακόλουθη γνωστοποίηση – διαφήμιση που δημοσιεύτηκε στις εφημερίδες ΑΣΤΥ και ΕΜΠΡΟΣ (φύλλα της 29ης Νοεμβρίου 1896): «Σήμερον την 9η ώρα π. μ. άρχεται η λειτουργία του κινηματοφωτογράφου, διά του οποίου ως γνωστόν παριστώνται αι φωτογραφίαι εν κινήσει. Αι παραστάσεις θα γίνωνται καθ’ εκάστην ημίσειαν ώραν από της 9ης πρωινής ώρας μέχρι της 12ης και από της 2ας μ. μ. μέχρι της 7ης , εις το κατάστημα (του ισογείου) της οικίας κυρίας Συγγρού, οδός Κολοκοτρώνη όπισθεν της Βουλής παρά την οδόν Σταδίου. Είσοδος δραχμαί 2,20, διά δε τα παιδία κάτωθεν των 7 ετών δραχμαί 1,10». Στην πρόσοψη του καταστήματος, που λειτουργούσε ως κινηματογραφική αίθουσα, υπήρχε η επιγραφή “CinematofotographeEdison”. Σ’ αυτό ήταν εγκατεστημένο ένα μηχάνημα, με το οποίο προβάλλονταν δέκα ταινιούλες διάρκειας 30 δευτερολέπτων περίπου η καθεμιά. Η ιστορία διέσωσε τα ονόματα των επιχειρηματιών Ψυχούλη και των αδελφών Κασσέλα.
Με τον καιρό τα μηχανήματα προβολής ταινιών βελτιώθηκαν και μεγάλωσε η διάρκεια των προβαλλόμενων έργων. Εκτός από τις κινηματογραφικές αίθουσες που άνοιξαν στην αρχή της δεύτερης δεκαετίας του 20ου αιώνα (π. χ. ΑΤΤΙΚΟΝ, ΠΑΛΛΑΣ, κ.ά.) άρχισαν να λειτουργούν και οι πρώτοι υπαίθριοι θερινοί κινηματογράφοι. Έγραφε δημοσιογράφος της εφημερίδας ΣΚΡΙΠ (φύλλο της 23ης Αυγούστου 1915): «Προχθές οι Αθηναίοι εξεστράτευσαν κυριολεκτικώς εις την πλατείαν του Συντάγματος. Διά ποίον λόγον; Μετέβαινον διά να παρακολουθήσουν ένα νέον έργον εις τον κινηματογράφον του κιοσκίου του κ. Αντωνιάδου».
Το 1921 «οι εν Αθήναις κινηματογράφοι φθάνουν τους δέκα» (εφημερίδα ΣΚΡΙΠ, φύλλο της 24ης Οκτωβρίου 1921). Όλοι τους όμως ήταν «βουβοί». Η «πρώτη» του ομιλούντος κινηματογράφου δόθηκε την 23η Οκτωβρίου 1929. Σύμφωνα με δημοσίευμα του ΕΜΠΡΟΣ (φύλλο της 24ης Οκτωβρίου 1929) «το ΑΤΤΙΚΟΝ υπέστη χθες το βράδυ ειρηνικήν πολιορκίαν εκ μέρους του αθηναϊκού κόσμου. Εκτός εκείνων οι οποίοι ηγόρασαν εισιτήρια, είχον κληθεί δι’ ιδιαιτέρων προσκλήσεων τα μέλη της κυβερνήσεως, οι ξένοι διπλωμάται και οι αντιπρόσωποι του ελληνικού και ξένου τύπου. Ουδέποτε θεαταί κινηματογράφου ευρέθησαν ενωρίτερον εις τας θέσεις των όσον χθες το εσπέρας. Η αίθουσα, τα θεωρεία και το υπερώον υπερεπληρώθησαν ασφυκτικώς ενωρίτατα. Εφ’ όσον παρήρχετο η ώρα επί τοσούτον η αγωνία του κόσμου ηύξανε. Τέλος περί την δεκάτην και τέταρτον εδόθη το σημείον της ενάρξεως διά του σβησίματος των φώτων. Συγκίνησις και ταραχή εις το ακροατήριον. Αιφνιδίως ο φωτισμός επλημμύρισεν και πάλιν την αίθουσαν και από του μεγαφώνου η διεύθυνσις του «Αττικού» ευχαρίστησε τα μέλη της κυβερνήσεως, τους ξένους διπλωμάτας, τους αντιπροσώπους του τύπου και το «σεβαστόν» κοινόν διά το θερμόν ενδιαφέρον του υπέρ του ομιλούντος κινηματογράφου και παρείχε διαφόρους εξηγήσεις σχετικώς με την νέαν πρόοδον, καθώς και την βεβαίωσιν ότι το κοινόν δεν θ’ αργήση ν’ ακούση και την ελληνικήν γλώσσαν. Μετά το πέρας του λόγου ήρχισε η παράστασις». Αρχικά προβλήθηκαν διάφορα «ομιλούντα» επίκαιρα και ακούστηκε η 6η ουγγρική ραψωδία του Λιστ. «Κατά την προβολή των επικαίρων γεγονότων ενεφανίσθη και ένα λιοντάρι, του οποίου οι βρυχηθμοί μετεδίδοντο μετά τόσης τελειότητος, ώστε … φόβος και τρόμος επεκράτησε εις την αίθουσαν». Το έργο που προβλήθηκε μετά τα επίκαιρα ήταν η επιθεώρηση «Φοξ Φόλις», η οποία συνδύαζε μουσική, θέαμα και διαλόγους. Οι διάλογοι ακούστηκαν στην αγγλική γλώσσα με σύντομες ελληνικές επεξηγήσεις. Η παράσταση ολοκληρώθηκε γύρω στη μία μετά τα μεσάνυκτα. Οι θεατές αποχώρησαν από το «ΑΤΤΙΚΟΝ» ενθουσιασμένοι από την πρόοδο που είχε συντελεστεί στην κινηματογραφική τέχνη.
Υπήρχαν όμως και λιγοστές αντιδράσεις για την εισαγωγή στη χώρα μας του ομιλούντος κινηματογράφου. Σε άρθρο με τίτλο «Αντίο, ποίησις» ένας αρθρογράφος της εφημερίδας ΣΚΡΙΠ (φύλλο της 24ης Οκτωβρίου 1929) έγραφε: « Επιτρέψατέ μου να σας είπω, κύριοι επιχειρηματίαι, σεις που εφέρατε εις τας Αθήνας τον ομιλούντα κινηματογράφον, ότι διεπράξατε μίαν ασυγχώρητον γκάφαν. Αν το κινηματοθέατρον είχεν επιτυχίας εν Αθήναις και αν κατήντησε διά τους Αθηναίους ένα είδος πρώτης ανάγκης, τούτο οφείλεται εις την άκραν σιωπήν και το βαθύ σκότος, το οποίον επεκράτει εις τας αιθούσας. Αρκετάς ομιλίας ακούομεν εις το σπίτι μας, εις τον δρόμον, εις την Βουλήν, εις το θέατρον, εις κάθε μας βήμα, εις κάθε στάσιν μας. Ας έλειπον τουλάχιστον από τον κινηματογράφον, το μοναδικόν καταφύγιον των εκνευρισμένων Αθηναίων […]. Θα παρατηρήσετε ότι τον ομιλούντα κινηματογράφον επιβάλλει η εξέλιξις, ο πολιτισμός. Τέτοιαν εξέλιξιν να την βράσωμεν. Καταστρέφει όλην την μυστικοπάθειαν, την οποίαν εμπνέει η οθόνη, όλον το ωραίον μυστήριον της σιγής […]. Η ανακουφιστική σιωπή του κινηματογράφου μαζί με όλην την μυστικοπάθειαν και την ποίησίν του πηγαίνουν περίπατον. Ας όψονται οι αίτιοι».
Παρά τις μεμψιμοιρίες αυτές ο κινηματογράφος στην Ελλάδα αναπτύχτηκε και αποτέλεσε για δεκαετίες τη βασική μορφή διασκέδασης των λαϊκών στρωμάτων.
Συνοπτικά οι κυριότεροι σταθμοί του κινηματογράφου στην Ελλάδα ήταν οι ακόλουθοι:
•Η πρώτη προβολή κινηματογραφικών εικόνων έγινε στην Αθήνα το Νοέμβριο του 1896.
•Οι πρώτοι κινηματογραφιστές στα τουρκοκρατούμενα (κατά τις αρχές του 20ου αιώνα) Βαλκάνια ήταν οι αδελφοί Γιαννάκης και Μίλτος Μανάκια. Η γνωστότερη σωζόμενη ταινία τους αντλούσε το θέμα της από το χωριό καταγωγής τους (την Αβδέλλα Γρεβενών) και είχε τον τίτλο «οι Υφάντρες».
•Ο Γάλλος κινηματογραφιστής Λεόνς το 1906 γύρισε τα πρώτα επίκαιρα από τους μεσο – Ολυμπιακούς αγώνες της Αθήνας.
•Το 1907 άνοιξε η πρώτη κινηματογραφική αίθουσα στην πρωτεύουσα.
•Η πρώτη ελληνική ταινία μεγάλου μήκους (είχε διάρκεια περίπου μιας ώρας και δέκα λεπτών) ήταν το κωμειδύλλιο η «Γκόλφω».
•Οι πρώτες κινηματογραφικές εταιρείες στην Ελλάδα ήταν η «Αθηνά φιλμ», η «Άστυ φιλμ» και η «Νταγκ φιλμ».
•Η πρώτη κινηματογραφική διαφήμιση στην Ελλάδα έγινε το 1904. Μαρτυρία γι’ αυτό αποτελεί ένα δημοσίευμα της εφημερίδας ΣΚΡΙΠ (φύλλο της 9ης Ιουνίου 1904): «Νέου είδους ρεκλάμα (= διαφήμιση) εισάγεται και παρ’ ημίν, η διά κινηματογράφου ρεκλάμα. Γνωστός επιχειρηματίας, προμηθευθείς τέλειον αμερικανικόν κινηματογράφον, ενοικίασε την ταράτσαν της επί της πλατείας του Συντάγματος και παραπλεύρως του ξενοδοχείου «Αγγλία» (διευκρίνιση: βρισκόταν στη συμβολή της πλατείας Συντάγματος με την οδό Ερμού) οικίας, από της οποίας θα προβάλλη καθ’ εκάστην εσπέραν, καθ’ ην ώραν θα περιπατή εις το Σύνταγμα ο κόσμος, διαφόρους εικόνας ειλημμένας από τον Ρωσοϊαπωνικόν πόλεμον (του 1904), από παρατάξεις στρατευμάτων, από τελετάς και άλλα περίεργα θεάματα, μεταξύ δε της μιας και της άλλης εικόνος θα προβάλλη ρεκλάμας καταστημάτων, μετά των οποίων ήδη συνεβλήθη. Αι προβολαί αρχίζουν από απόψε, πρώτη δε εικών θα προβληθή η μεγάλη προ του Πορτ – Άρθουρ ναυμαχία (διευκρίνιση: από την περιφανή νίκη των Ιαπώνων κατά των Ρώσων). Τας πλάκας του κινηματογράφου επεξεργάζεται ο χημικός φωτογράφος κ. Σπ. Κοκόλης […], ο ίδιος δε θα χειρίζεται και τον κινηματογράφον». Συνεπώς η πρώτη κινηματογραφική διαφήμιση αποτέλεσε πρόδρομο της σύγχρονης υπαίθριας διαφήμισης.
8.6.14
“ ΠΤΙ–ΠΑΛΑΙ “
πηγή: www.metropolispress.gr (αναδημοσίευση)
Κρεμασμένη ακόμη η ταμπέλα «Καλό καλοκαίρι. Ραντεβού τον Σεπτέμβρη» και μπήκε Νοέμβριος. Η είδηση που κανείς μας δεν ήθελε να πιστέψει επιβεβαιώθηκε. Έκλεισε το Πτι-Παλαί. Αδειες οι τζαμένιες βιτρίνες του, που άλλοτε χαζεύαμε ενσταντανέ της ταινίας. Εκεί στη γωνιά της Ριζάρη, κάτω από τη μαρκίζα “Petit Palais”, βούρκωσα. Θυμήθηκα τα κυριακάτικα απογεύματα, που ήθελα να σπάσω τη θλίψη τους και έβγαζα βιαστικά τα παντοφλάκια, για να κατηφορίσω ως τον κινηματογράφο. Δυο βήματα. Μεγάλο προνόμιο. Χανόμουν στη μεγάλη οθόνη.
Και όταν άναβαν τα φώτα μερικές καλησπέρες. Ανθρώπινα πράγματα. Για να μη θυμηθώ χρόνια σχολικά, το βολικό σκοτάδι για συναντήσεις. Τα κορίτσια κουλτουροχτυπημένα, τα αγόρια έρχονταν για χάρη μας… Σημείο αναφοράς μια ζωή και βάλε. «Πίσω από το Πτι-Παλαί», «απέναντι από το Πτι-Παλαί». Δεν σβήνουν έτσι οι αναφορές των ανθρώπων, οι σταθερές της ζωής τους, συμβολικές, αλλά δεμένες με την ιστορία τους, την ιστορία της γειτονιάς, της πόλης.
Αλλά τι λέω; Κάπως έτσι έσβησαν η μία μετά την άλλη τόσες γωνιές, τόσα στέκια, σαν να μη θέλει η πόλη την ιστορία της, σαν να μην αντέχουν οι άνθρωποι τη συνέχειά τους. Κάπως έτσι έκλεισε και το Λητώ, σπουδαίος κινηματογράφος, στο Βρυσάκι, με το που άρχιζε η Φορμίωνος. Η στέγη άνοιγε τα καλοκαίρια με μηχανισμό, γιατί ήταν τσιμεντένια κανονική. Μαγεία στα παιδιάστικα μάτια. Αντιπαροχή. Πολυκατοικία. Και στους κάτω ορόφους σήμερα Εθνική Τράπεζα.
Νομίζαμε όμως ότι το «μικρό παλάτι» της σινεφιλικής γειτονιάς είχε σωθεί. Αντεξε την κατάρρευση των ’80s. Σπασμένα καθίσματα, παγωνιά τον χειμώνα. Αλλά έμεινε εκεί. Μετά ήρθε η ανακαίνιση, ωραία βελούδα, νέες ταινίες. Αλλωστε η γειτονιά ολόκληρη παρέμεινε ζωντανή στα δύσκολα. Δεν την είχαμε εγκαταλείψει τις μέρες της χλιδής. Για αυτό και λίγα τα λουκέτα την ώρα της κρίσης. Σχεδόν αναμενόμενα. Μαγαζάκια της υπερβολής, «ξένα» με τις πραγματικές ανάγκες. Ολα τα υπόλοιπα παρέμειναν. Συμπληρώνονται με μερικά καινούργια.
Και δεν μιλάω για φαγάδικα και τα συναφή που άνοιξαν τελευταία, ίσως μόδα της εποχής που απαιτεί λιγότερο γκλάμουρ και περισσότερη «ζεστασιά». Την έχει το Παγκράτι. Παλιά γειτονιά στέρεα, ανοξείδωτη. Μιλάω για καταστήματα που συμπληρώνουν ανάγκες της καθημερινότητας, όχι υπερβολές. Για το βιβλιοπωλείο-κόσμημα της Σπύρου Μερκούρη, τις Πλειάδες παραδείγματος χάριν και το μικρό καφέ Cue, γρήγορα στέκι και αυτό, δυο βήματα από το απολύτως κλασικό Φάτσιο με την ανθεκτική «μαμαδίστικη» νοστιμιά των παραδοσιακών πιάτων του, που μεγάλωσαν γενιές γειτόνων.
Νομίζεις ότι όλα θα κρατήσουν για πάντα. Δεν θέλω να πω «φταίει ο ανταγωνισμός, ο καπιταλισμός, η τηλεόραση», διάφορες μπούρδες. Φταίει που ξεχνιόμαστε καμιά φορά και δεν υπολογίζουμε τα πιο πολύτιμά μας.
*(Το «Πτι Παλαί» είναι (ήταν;) Ριζάρη 24 και Χείρωνος 12. Το όνομα, που σημαίνει «Μικρό παλάτι», πιθανώς να σχετίζεται με το ομώνυμο κοντινό ανάκτορο του πρίγκηπα Νικολάου στη Βασιλίσσης Σοφίας και Σέκερη, σημερινή ιταλική πρεσβεία. Εξαιρετικά διατηρημένο και συντηρημένο, κυριαρχεί το ξύλο παντού, έχει πολύ καλόγουστα μάρμαρα, αποπνέει άπλα, άνεση, «οικογενειακότητα» και ηρεμία..Είχε ανοίξει το Φλεβάρη του 1963, επομένως πέρασε το μισόν αιώνα ζωής, και ανήκε πάντα στην Α΄ προβολή – τα στοιχεία αυτά προέρχονται από το βιβλίο του Δημήτρη Φύσσα
«Τα σινεμά της Αθήνας 1896 – 2013. Ιστορίες του αστικού τοπίου», που βρίσκεται ανεβασμένο, με δωρεάν πρόσβαση, στην ιστοσελίδα του 9.84)…
“ ΛΙΔΩΡΙΚΙ “
Ιδιοκτήτης του “ ΠΤΙ – ΠΑΛΑΙ “ ήταν ο Γιάννης Κάρλος απ’ το Διακόπι ( Γρανίτσα ) και έκανε κατασκευές πολυκατοικιών στην Αθήνα , κυρίως στην περιοχή Παγκρατίου , για την ιστορία αναφέρω πως είναι ξάδερφος της μάνας μου που ήταν το γένος Κ.Κάρλου .
11.11.13
ΤΑ ΣΙΝΕΜΑ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ 1896–2013 , ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ..ΤΟΠΙΟΥ
Σε ένα από τα παλαιότερα αθηναϊκά καφενεία, γνωστό σκακιστικό στέκι, το “Πανελλήνιον” της οδού Μαυρομιχάλη, τη Δευτέρα το βράδυ, ίσως για πρώτη φορά οι σκακιστές θαμώνες του κατάλαβαν πώς ένα συγγραφικό πόνημα μπορεί να κρατήσει πολύ περισσότερο από μια καλή παρτίδα σκάκι. Ο γνωστός συγγραφέας και δημοσιογράφος Δημήτρης Φύσσας, σκακιστής και αρθρογράφος, παρουσίασε μέσα σε ένα πολύ ενδιαφέρον κοινό, νέους και μεγαλύτερους, το τελευταίο του “διαδικτυακό”, αυτή τη φορά, βιβλίο, με τίτλο “Τα σινεμά της Αθήνας 1896 – 2013. Ιστορίες του αστικού τοπίου”. Της Νόρας Ράλλη
Πρόκειται για ένα πολυσέλιδο (960 σελίδες) αλφαβητικό “λεξικό”, με 3.500 υποσημειώσεις, 600 περίπου λήμματα και – όπως τονίζει και ο ίδιος ο συγγραφέας – με μη ακαδημαϊκό γράψιμο. “Ξεκίνησα γιατί ήθελα να κάνω ένα ρεπορταζ 300 λέξεων για τα “κινηματογραφικά κουφάρια” της Αθήνας – σινεμά που λειτουργούσαν, αλλά πλέον έχει μείνει μόνο το κουφάρι τους... και κατέληξα να κάνω έρευνα για δέκα χρόνια! Και όταν λέμε έρευνα, εννοούμε αυτοψία στο αστικό οικόπεδο του κάθε κινηματογράφου ξεχωριστά, επιτόπια καταγραφή πληροφοριών και ιστοριών από περίοικους, από γιαγιάδες στις λαϊκές της γειτονιάς, από κυρίους στα καφενεία, από κυρίες στα συνοικιακά κομμωτήρια. Συνάντησα ανθρώπους που γνώρισαν τη γυναίκα τους στα σινεμά αυτά, άλλους που είχαν δει άγριους τσακωμούς, ακόμη και φόνο, βρήκα από παλιούς προβολατζήδες μέχρι ταξιθέτριες και καθαρίστριες παλιών σινεμά. Φυσικά, πολύ δουλειά έγινε και με βάση αρχειακό υλικό, ή δικό μου ή μέσω έρευνας. Έψαξα κινηματογραφικές στήλες παλιών εφημερίδων, το περιοδικό “Αστέρας”, παλιά προγράμματα κινηματογράφου, μικροφίλμ, αρχεία από τη βιβλιοθήκη της Βουλής. Ωστόσο, όση δουλειά και να έκανα, αν δεν υπήρχαν άνθρωποι, συγκεκριμένοι και πολύ σημαντικοί, από αναγνώστες, μέχρι φίλους και ανθρώπους του χώρου του σινεμά, όπως ο Τάκης ο Μπαστέας, για παράδειγμα, που μου είπε ποιες παλιές ελληνικές ταινίες δείχνουν κινηματογράφους, θα είχα δυσκολευτεί πολύ περισσότερο! Και φυσικά, πάτησα σε ένα προϋπαρχον στρώμα αθηναιομανίας, κυρίως μέσα από ήδη έτοιμα βιβλία”.
Το δικό του πάντως αν και έτοιμο, δεν θα εκδοθεί. Κάτι οι κρατικοί φορείς που δεν απάντησαν ποτέ στο αίτημα, κάτι τα ιδιωτικά ιδρύματα που του ζητούσαν πρώτα να ιδρύσει εταιρεία, κάτι η αδυναμία αυτοέκδοσης, το βιβλίο κυκλοφορεί αποκλειστικά στο διαδίκτυο, σε συγκεριμένα σάιτς, για ελεύθερη και δωρεάν χρήση και “με μηδενικό κέρδος τόσο για μένα όσο και για τους διαδικτυακούς φιλοξενητές μου”.
Τη μέρα της παρουσίασης, η συζήτηση κινήθηκε σε πολλαπλά επίπεδα. Από νοσταλγικές εξιστορίσεις εμπειριών μέχρι κοινωνιολογικές αναλύσεις. Η αλήθεια είναι πως τα τελευταία χρόνια το ενδιαφέρον για θέματα που αφορούν τη σχέση πόλης και κινηματογράφου έχει αυξηθεί μέσα από επίκαιρες αναζητήσεις αρχιτεκτόνων, κοινωνιολόγων, ιστορικών, σκηνοθετών και θεωρητικών του κινηματογράφου. Επιπρόσθετα, η διερεύνηση του ρόλου του αστικού τοπίου στον κινηματογράφο, μάς δίνει τη δυνατότητα να κατανοήσουμε όχι μόνο το πώς η πόλη συνέβαλε στην εξέλιξη του κινηματογράφου και με ποιο τρόπο ο κινηματογράφος εμπνεύστηκε από την πόλη και την ανακατασκεύασε, αλλά και το πώς οι ποικίλοι και διαρκώς μεταβαλλόμενοι τρόποι θέασης, καταγραφής και αναπαράστασης της πόλης μπορούν να φωτίσουν τους τρόπους κατανόησης και αντίληψης των πολύπλοκων και όλο και μεταβαλλόμενων αστικών μορφωμάτων, μέσα στα οποία ζει πλέον πάνω από το μισό του παγκόσμιου πληθυσμού. Πόσω μάλλον όταν μιλάμε για την Αθήνα, μία πόλη που το αστικό τοπίο και η ανθρώπινη γεωγραφία επαρκούν όχι μόνο για διεπιστημονική έρευνα, αλλά και για ολόκληρη χαρτογράφηση συμπεριφορών και καθημερινών βιωμάτων σε σχέση με τους χώρους και τα μέρη.
Από αυτή τη διαπίστωση ξεκίνησε και ο γνωστός συγγραφέας και δημοσιογράφος, Δημήτρης Φύσσας για να καταλήξει, μετά από δέκα χρόνια έρευνας, στο ίδιο συμπέρασμα: “Περιγράφω κάτι που ενώ σαν τελετουργία είναι μία συλλογική διαδικασία (στον κινηματογράφο συνήθως πάμε με παρέα), ωστόσο η θέαση είναι προσωπική. Και κυρίως, αυτό που διαπίστωσα είναι πως άλλη περιοχή, άλλος κινηματογραφος, άλλη ματιά, άλλη οπτική. Γι αυτό μιλάμε για χαρτογράφιση χαρακτήρων παράλληλα με την αλλαγή του αστικού τοπίου και την καταγραφή των μεταξύ τους αλληλεπιδράσεων”. Μία καταγραφή “αλά Ηλία Πετρόπουλου”, όπως μας είπε, που γίνεται με πλήρη στοιχεία βεβαίως, αλλά όχι ως ανάλυση. “Ας το χρησιμοποιήσουν οι αναλυτές, μελετητές και διδάκτορες του μέλλοντος. Προσωπικά, δεν ήθελα να κάνω ανάλυση δεδομένων. Ήθελα απλώς να κάνω έρευνα και παράθεση των όσων από αυτή εξήγαγα.”.
Μία έρευνα πολύτιμη, συμπληρώνουμε εμείς, τόσο από ακαδημαϊκή άποψη, όσο και από ανάγκη διατήρησης σπάνιου αρχειακού υλικού, που υπό άλλες συνθήκες, πολύ πιθανόν να χάνονταν. Με απλά λόγια, η ιστορική πορεία της κινηματογραφικής αίθουσας ως σημείο συνάντησης της πόλης και του κινηματογράφου.
3.8.13
ΣΙΝΕΜΑ Ο…ΛΙΧΟΥΔΗΣ
Αν είσαι από αυτούς που όταν βλέπεις ταινία σε πιάνει λιγούρα, μάθε πού θα δοκιμάσεις τα καλύτερα
Αθηναία
Έρχεσαι κυρίως για τη διάσημη τυρόπιτα – έχει αλλάξει ο προμηθευτής, παραμένει όμως το ίδιο νόστιμη. Χάρητος 50, Κολωνάκι, 210 7215717
ΑίγληΜπορείς να απολαύσεις ιδιωτική προβολή στην Prive Veranda με δείπνο 4 πιάτων και 1 ποτήρι κρασί με € 25 το άτομο. Η καντίνα σχεδόν δεν έχει σε τίποτα να ζηλέψει την κουζίνα ενός μικρού εστιατορίου. Από σουβλάκι μέχρι πίτσα.
Κήπος Ζαππείου, 210 3369369-300
Cine Paris Ηot dogs (από τα πιο ξακουστά της Αθήνας, παρακαλώ), γρανίτα και πολλά αλκοολούχα ποτά.
Κυδαθηναίων 22 Πλάκα, 210 3222071


ΒοξΠαγωτά Ben & Jerry’s σε υπέροχες γεύσεις. Βαλτετσίου 46, Εξάρχεια, 210 3837716

ΦλοίσβοςΚοτομπουκιές, μπιφτέκια, μπιφτέκια γαλοπούλας. Πάρκο Φλοίσβου Παλαιού Φαλήρου, 210 9821256
ΖέφυροςΗ μπίρα σερβίρεται σε παγωμένο ποτήρι. Τρώων 36, Άνω Πετράλωνα, 210 3462677
Σινέ ΨυρρήΓρανίτα φράουλα.
Σαρρή 40-44, 210 3247234

ΘησείονΣπιτικό γλυκό βύσσινο (με παγωτό καϊμάκι ή σκέτο), παγωμένη βυσσινάδα (καλύτερη κι απ’ της μαμάς) και λικέρ βύσσινο. Τις φτιάχνουν οι κυρίες Παναγιώτα Μανιάκη και Radka Dimitrova.
Απ. Παύλου 7, Θησείo, 210 3420864, 210 3470980
ΦιλοθέηΗot dog και πίτσα.
Πλατεία Δροσοπούλου, Φιλοθέη,
210 6833398
Ριβιέρα
Κεντρική Φωτό: Θησείο
www.athensvoice.gr
22.7.13
ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΣΙΝΕΜΑ 6.0
«Χειμώνας 1947. Σε ένα στούντιο της Φίνος Φιλμ γυρίζεται η ταινία Οι Γερμανοί Ξανάρχονται.Ένας αστυνόμος της περιοχής, ο Παντελής Παλιεράκης, που πραγματοποιεί εκείνες τις ώρες τη βάρδιά του, έρχεται και παρακολουθεί τα γυρίσματα. Γίνεται φίλος με το συνεργείο και σταδιακά μυείται στη μαγεία και στα μυστικά του κινηματογράφου. Μία από αυτές τις συναντήσεις αλλάζει ερήμην του -και για πάντα- τη ζωή του. Όταν όλοι αναρωτιούνται πού θα βρουν περίστροφο για μια σκηνή, κάποιος υποδεικνύει τον Παντελή. Αυτός θα φέρει το απαραίτητο όπλο για το γύρισμα και κάπως έτσι ξεκινά η μακρά πορεία του ως φροντιστή στη Φίνος Φιλμ».
Με αυτά τα λόγια προλογίζει ο παλαιός φροντιστής της Φίνος Φιλμ, το άλμπουμ «Αφίσες από τον Ελληνικό Κινηματογράφο» (Modern Times, 2008). Το όπλο που εκπυρσοκροτεί, λίγο πριν το φινάλε της ταινίας, ήταν ένα υπηρεσιακό περίστροφο που το… δανείστηκε για λίγο ο σκηνοθέτης Αλέκος Σακελλάριος. Δεν θα μπορούσε, άλλωστε, να κάνει αλλιώς. Πέρα από τους κινδύνους που εγκυμονεί η χρήση όπλου στο κινηματογραφικό πλατό, το ασφυκτικό πλαίσιο της μετεμφυλιακής Ελλάδας απαγόρευε ρητά την κατοχή όπλου από οποιονδήποτε, πλην των Σωμάτων Ασφαλείας (και των παρακρατικών, εννοείται).
Ο κανόνας αυτός τηρήθηκε αυστηρά και όσες φορές χρειάστηκε να πέσει πιστολίδι (βλέπε αστυνομικά, πολεμικά, «φουστανέλας» κ.λπ.), γινόταν μόνο με άσφαιρα πυρά. Πλην μιας ταινίας που αποτελεί τη μοναδική εξαίρεση σε αυτή την ιστορία. Ήταν η πολεμική περιπέτεια του Ντίμη Δαδήρα Το Νησί των Γενναίων (1959), με τον Αλέκο Αλεξανδράκη, την Τζένη Καρέζη, την Αλίκη Γεωργούλη κ.ά. να αποτελούν μια ομάδα σαμποτέρ στην Κρήτη. Οι κομπάρσοι που συμμετείχαν στα γυρίσματα ήταν γνήσιοι Κρητικοί. «Στρατολογήθηκαν» από τα γύρω χωριά και ξαναθυμήθηκαν τα ανδραγαθήματά τους, καθώς πολεμούσαν τους -πλαστούς- Γερμανούς στις σκηνές μάχης. Ως γνήσιοι Κρητικοί, ωστόσο, απαίτησαν να εφοδιαστούν με πραγματικές σφαίρες, αδιαφορώντας για τις αστυνομικές εντολές και τους πιθανούς κινδύνους. Το καλλιτεχνικό ρεπορτάζ των εφημερίδων, την περίοδο που διαρκούσαν τα γυρίσματα της ταινίας, κατέγραψε την… κουζουλή εξαίρεση αυτού του κανόνα: «Οπως μας ανεκοινώθη από την παραγωγό εταιρία, Ολύμπια Φιλμ, για πρώτη φορά στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου εδόθη άδεια να καεί ένα ολόκληρο χωριό, το οποίο είχε μισοκαεί κατά την περίοδο της Κατοχής από τους Γερμανούς. Εκτός των άλλων, για πρώτη φορά, επίσης, σκηνές μάχης έγιναν με ένσφαιρα όπλα, γιατί οι Κρήτες κομπάρσοι δεν εδέχθησαν τα όπλα τους να είναι άσφαιρα, απειλούντες με αποχώρησιν».
Protagon
18.6.13
O EΛΛΗΝΙΚΟΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ ΤΑ ΠΡΩΤΑ 50 ΧΡΟΝΙΑ
Οι αθηναίοι πρωτοβλέπουν κινηματογράφο το 1897. Η προβολή της κινούμενης εικόνας προκαλεί ζωηρές αντιδράσεις και το ...
καινούργιο θέαμα γίνεται μόνιμο θέμα συζήτησης και αιτία πολλών δημοσιεύσεων .
Ο ελληνικός αλλά και ο Βαλκανικός κινηματογράφος ξεκινάει το 1906 με τους αδερφούς Γιαννάκη και Μίλτο Μανάκια που αρχίζουν να κινηματογραφούν στην ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας, όταν ακόμα βρίσκεται στην επικράτεια της καταρρέουσας Οθωμανικής αυτοκρατορίας.
Οι Μανάκια δημιουργούν ένα μοναδικής αξίας αρχείο
με πάνω από 60 ταινίες.
Ένας Γάλλος κινηματογραφιστής ο Λεόνς, γυρνά τα πρώτα επίκαιρα από την Μεσο ολυμπιάδα της Αθήνας , την ίδια χρονιά.
Το 1907 ανοίγει ο πρώτος κινηματογράφος στην Αθήνα. Οι αίθουσες προβολών αρχίζουν να πολλαπλασιάζονται. Έκτακτες προβολές οργανώνονται στα θέατρα.
Την χρονική περίοδο μεταξύ 1910-11 γυρίζονται ορισμένες βουβές κωμωδίες μικρού μήκους από τον σκηνοθέτη – Ηθοποιό Σπύρο Δημητρακόπουλο, ο οποίος ερμηνεύει και τους περισσότερους
ρόλους των ταινιών, με το ψευδώνυμο "Σπυρίδιον".
Το 1914 ιδρύεται η κινηματογραφική εταιρία "Αστυ Φιλμ" και αρχίζει η παραγωγή ταινιών μεγάλης διάρκειας. Η Γκόλφω, ένα γνωστό θεατρικό δραματικό ειδύλλιο, δίνει το σενάριο και είναι η πρώτη Ελληνική ταινία μεγάλου μήκους.
Στην διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου η κινηματογραφική παραγωγή δεν αναστέλλεται εντελώς αλλά περιορίζεται στα πολεμικά επίκαιρα. Παρά της αντιξοότητες του πολέμου αναδεικνύονται
σημαντικοί έλληνες σκηνοθέτες (Γεώργιος Προκοπίου, Δημήτρης Γαζιάδης κ.α.) που γυρίζουν με πολύ ψυχή και με λίγα με πρωτόγονα μέσα, σκηνές από το μέτωπο και την Μικρασιατική καταστροφή. Η πρώτη μεγάλη εμπορική επιτυχία έρχεται το 1920 με το φιλμ "Ο Βιλλάρ στα γυναικεία λουτρά του Φαλήρου", στο οποίο είναι σκηνοθέτης, σεναριογράφος και πρωταγωνιστής ο κωμικός
ηθοποιός Βιλλάρ - ψευδώνυμο του κρητικής καταγωγής Νικολάου Σφακιανάκη.
Ο πιο διάσημος κινηματογραφικός αστέρας στα χρόνια του 20 είναι ο Μιχαήλ Μιχαήλ του Μιχαήλ που γνώρισε κι αυτός μια πρόσκαιρη δόξα. Αξιοσημείωτες είναι οι προσπάθειες του Αχιλλέα Μαδρά που γυρίζει τον "Μάγο της Αθήνας" και τη "Μαρία Πενταγιώτισσα".
Την χρονική περίοδο 1928- 1931 μεγαλουργεί η κινηματογραφική επιχείρηση "Νταγκ- Φιλμ" που λειτουργούσε ήδη από το 1918 και ασχολήθηκε με ιστορικές ταινίες και την κινηματογράφηση
λογοτεχνικών έργων. Ξεχωρίζουν οι ταινίες "Δάφνις και Χλόη" (1931 σε σκηνοθεσία Ο. Λάσκου),
"Έρως και κύματα" (1928 σε σκηνοθεσία Δ. Γαζιάδη). Στην ταινία "Δάφνις και Χλόη" εμφανίζεται το πρώτο γυμνό του Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου. Από αυτή την εποχή αρχίζει μια σοβαρότερη προσπάθεια οργάνωσης και συστηματοποίησης της κινηματογραφικής
παραγωγής που όμως θα διακοπεί βίαια από τον πόλεμο.
Το 1932 παίζεται στους κινηματογράφους η πρώτη ομιλούσα ταινία ο Αγαπητικός της Βοσκοπούλας, της "Ολύμπια Φιλμ" σε σκηνοθεσία Δ. Τσακίρη. "Οι Απάχηδες των Αθηνών" που είναι μια μεταφορά της πετυχημένης οπερέτας του Νίκου Χατζηαποστόλου, θεωρείται μια από τις πιο αξιόλογες προσπάθειες του ομιλούντα κινηματογράφου
και η προβολή της συνοδεύεται από τα τραγούδια του έργου και κάποιους ήχους γραμμένους σε ένα γραμμόφωνο που κρύβεται πίσω από την οθόνη.
Ο Φιλοποίμην Φίνος εμφανίζεται στο προσκήνιο της Ελληνικής παραγωγής ιδρύοντας μαζί με συνεταίρους το 1939 στο Καλαμάκι τα "Ελληνικά Κινηματογραφικά Στούντιο" και γυρίζει την πρώτη του ταινία σαν παραγωγός, αλλά και σκηνοθέτης, "Το τραγούδι του χωρισμού", που είναι η πρώτη κι η τελευταία που σκηνοθετεί.
Μέσα στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής που ακολουθεί, ο Φίνος ιδρύει τη "Φίνος Φιλμ" (1942) που έμελλε να σφραγίσει την ιστορία του Ελληνικού κινηματογράφου.
Μέσα στην κατοχή γυρίζονται δύο σημαντικές ταινίες, Η φωνή της καρδιάς (1943, σε σκηνοθεσία Δ. Ιωαννόπουλου) και Χειροκροτήματα (1944, σε σκηνοθεσία Γ. Τζαβέλα).
Και στις δύο εμφανίζεται στην πρώτη του κινηματογραφική εμφάνιση ο νεαρός πρωταγωνιστής του θεάτρου Δημήτρης Χορν προκαλώντας αίσθηση. Στην ουσία αυτές οι δύο ταινίες είναι που εγκαινιάζουν μια νέα πολύ δημιουργική περίοδο για το ελληνικό σινεμά.
Τα "Χειροκροτήματα" αναγγέλλουν το μεγάλο σκηνοθετικό ταλέντο του Τζαβέλα που για την επόμενη εικοσαετία γυρνάει μερικές από τις καλύτερες ταινίες του ελληνικού σινεμά.
Το 1944 η μεγάλη μας τραγωδός Κατίνα Παξινού, τιμάται με το Όσκαρ Β΄ γυναικείου ρόλου για την ερμηνεία της στην ταινία "Για ποιόν χτυπάει η καμπάνα".
cinemainfo.gr
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΑΙΝΙΑ ΤΟΥ 1926 : "ΜΑΡΙΑ ΠΕΝΤΑΓΙΩΤΙΣΣΑ"
Ο Αχιλλέας Μαδράς (1875-1972) είναι ο πιονιέρος του ελληνικού κινηματογράφου.
Χάρη σ' αυτόν γυρίστηκαν οι πρώτες ελληνικές ταινίες, στην εποχή του βωβού κινηματογράφου.
Φύση τυχοδιωκτική, που ακροβατούσε ανάμεσα στο όνειρο και το κιτς, έζησε μια ζωή περιπετειώδη και γνώρισε από κοντά μεγάλες μορφές της τέχνης του εικοστού αιώνα.
Ο Αχιλλέας Μαδράς σπούδασε ηθοποιός στο Κονσερβατουάρ του Παρισίου και δούλεψε λίγο καιρό , ερμηνεύοντας μικρούς ρόλους, δίπλα στη μεγάλη ιέρεια του θεάτρου Σάρα Μπερνάρ.Οι ταινίες "Μαρία Πενταγιώτισσα" (1926) και "Ο μάγος της Αθήνας"
(1930), πρωτόλειες και αφελείς , αν κριθούν με αυστηρά καλλιτεχνικά κριτήρια, αποτελούν όμως τις βάσεις για να χτιστεί το μεταγενέστερο οικοδόμημα του ελληνικού κινηματογράφου.
Δείτε απόσπασμα από ελληνική ταινία το 1926 του Αχιλλέα Μαδρά
Καλό σας βράδυ ….Κ.Κ.-
15.6.13
ΚΥΡΙΕΣ ΚΑΙ ΚΥΡΙΟΙ , Η ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΑΡΧΙΖΕΙ .
ΟΣΑ ΘΥΜΑΜΑΙ
Mερικές όμορφες φωτογραφίες από τη θεατρική..μαθητική δραστηριότητα , των αξέχαστων δεκαετιών 50 και 60 ..
Αξέχαστες , πραγματικά , αγαπημένοι μου φίλοι , οι...θεατρικές Λιδορικιώτικες βραδιές , και για το..θεατρόφιλο κοινό , αλλά και για τους πρωταγωνιστές των παραστάσεων , που λόγω της ..πολύχρονης γνωριμίας με τους Λιδορικιώτες είχαν γίνει..σχεδόν ντόπιοι . Θεατρο..μάνα , το Λιδορίκι , με παράδοση , σύμφωνα με διηγήσεις των..παλιότερων , προπολεμικά γινόταν..χαμός , με τους θιάσους , τα ..μπουλούκια , όπως χαρακτηρίζονταν στη..θεατρική γλώσσα , που έρχονταν και...κατασκήνωναν στο χωριό μας .
Υπάρχουν πολλές και ενδιαφέρουσες αναφορές - αφηγήσεις , χωριανών μας , για τις μεγάλες θεατρικές...επιτυχίες , ειδικά επιθεωρήσεων στο εξοχικό κέντρο του Ζουμά , στις λάκκες , γι' αυτά όμως φίλοι μου θα μιλήσουμε κάποια άλλη φορά , η μάλλον θα σας δώσουμε όσα σχετικά έχουν , κατά καιρούς , γραφτεί από Λιδορικιώτες , και κυρίως απ' τον αξέχαστο παλμογράφο της παλιότερης Λιδορικιώτικης ζωής-εποχής , Αλέκο Κωστάκη ( Καφτανιαλέκο ) , εμείς θ' αναφερθούμε στην μεταπολεμική περίοδο , και μάλιστα μετά το 1950 , βασιζόμενοι στις προσωπικές μας αναμνήσεις και εμπειρίες .
Αναμφισβήτητα το χωριό μας είχε επαφή , ανέκαθεν , με τα θεάματα , οι ίδιοι δε οι καλλιτέχνες , έχουν δηλώσει πως το Λιδορίκι ήταν πολύ καλή..πιάτσα , θέατρο , Καραγκιόζης , κουκλοθέατρο , μπεχλιβάνηδες ( παλαιστές ) , ακροβάτες , κλόουν , ταχυδακτυλουργοί , σχοινοβάτες , “ ρουλέτα “ μάλιστα , ο περίφημος ..” τούρτουλας “ , παρελάσανε κατά καιρούς , αποκομίζοντας και τις καλύτερες ( ...οικονομικές και..ηθικές ) εντυπώσεις .
Ο αλησμόνητος θεατρίνος Ζαννίνο , σ' ένα βιογραφικό του βιβλίο του Χρυσοστομίδη , αναφέρει σε κάποιο σημείο : Λένε σήμερα πως κάνουνε ..τουρνέ σ' όλη την Ελλάδα , αναφέρεται φυσικά στους τωρινούς συναδέλφους του , τι να πούμε εμείς που κατεβαίναμε στο Λιδορίκι και χάλαγε ο κόσμος ...τα ίδια περίπου μου έλεγε κι' ένας παλιός γνώριμος του Λιδορικιώτικου , θεατρόφιλου κοινού , ένας καλός ηθοποιός , β'..εθνικής , ο Μίμης Θειόπουλος , που νεαρούλης ηθοποιός , τότε , ερχόταν τακτικά στο χωριό μας , με διάφορους θιάσους , και το θυμάται το Λιδορίκι με πολλή αγάπη , και συγκίνηση , γιατί ήταν στα πρώτα..καλλιτεχνικά του βήματα , τον συνάντησα τυχαία στο δρόμο και καθίσαμε ήπιαμε ένα καφέ και τα είπαμε , μετά από..50 χρόνια .
Θα πρέπει ακόμα να τονίσουμε , πως όπως και προπολεμικά , έτσι και μεταπολεμικά το χωριό μας ενδιαφερόταν για τα θεάματα , αλλά παράλληλα έκανε και καλές σχολικές παραστάσεις , που θα μπορούσαν να είναι πολύ..καλύτερες , αν τις αναλάμβαναν καταλληλότεροι ...σκηνοθέτες , και το λέω αυτό γιατί ακόμα και τώρα , μετά από 50 χρόνια , δεν μπορώ να καταλάβω γιατί , τις όμορφες αυτές θεατρικές παραστάσεις τις...κουμαντάριζαν εργολαβικά οι Φιλόλογοι , που είχαν διατηρήσει για τον..εαυτό τους την ιδιότητα , του..τεχνοκριτικού , του σκηνοθέτη , σκηνογράφου κλπ..κλπ .μόνο που δεν..έπαιζαν κιόλας ....
Γι΄αυτό οι σχολικές παραστάσεις είχαν , κατά κανόνα , το ίδιο παίξιμο , κύριο προσόν των πρωταγωνιστών δε ήταν , πρώτα-πρώτα , η ...συμπάθεια της ...σκηνοθέτιδος – καθηγήτριας συνήθως ή καθηγητού , μετά να είναι..καλός μαθητής καλό..παιδί και κυρίως να ‘χει..βροντερή φωνή , το πως τα έλεγε ήταν άσχετο , φτάνει να ..φώναζε , να φώναζε δυνατά , αυτός ήταν ο ..διδασκόμενος εκφραστικός τρόπος , χρώμα , τόνος , ευαισθησία , ορθοφωνία ..όλα αυτά ήταν...δευτερεύοντα , η και..ανύπαρκτα , κάτι παρόμοιο γινόταν και στις απαγγελίες ποιημάτων , στις Εθνικές γιορτές συνήθως , ο αρμόδιος καθηγητής , συνήθως γυναίκα , στις πρόβες δεν διόρθωνε τον τρόπο απαγγελίας , αλλά την ένοιαζε ν' ακούγεται ο απαγγέλλων και στα τελευταία καθίσματα της αίθουσας , το αποτέλεσμα ; ...μαγνητοφωνο...παπαγαλία , άχρωμη , άγευστη , αλλά...βροντερή , δηλαδή..τέλεια....
Βέβαια , έγιναν και κάποιες..εξωσχολικές προσπάθειες , ελάχιστες , η μία ήταν στο τέλος της δεκαετίας του ‘40 ή αρχές του ‘50 , με μια επιθεωρησιακή...ηθογραφία του Αλέκου του Κωστάκη , παίχτηκε στο προαύλιο του παλιού Δημοτικού , που τώρα είναι Μουσείο , με..πρωταγωνίστρια !!! τον Σωκράτη Ταμβάκη , και άλλους γνωστούς...καλλιτέχνες ,της εποχής , Θόδωρο Μποβιάτση κ.α , η παράσταση αυτή έκανε πάταγο , ήταν πολύ - πολύ ωραία , και τη φχαριστήθηκαν όλοι , άλλη μια ...ανεξάρτητη..παραγωγή έγινε στη δεκαετία του 60 .
Με προσκοπική πρωτοβουλία , παίχτηκε ένα πατριωτικό , κυριολεκτικά , έργο του Γιώργου Καψάλη , " ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ Ο ΑΗΤΟΣ ΤΗΣ ΡΟΥΜΕΛΗΣ " , με εξαιρετική επιτυχία , τόσο μεγάλη που ..κατ' απαίτησιν των θεατών , ξαναπαίχτηκε και όχι μόνο στο Λιδορίκι , αλλά παίχτηκε και στην Πεντάπολη και το Κροκύλειο , βέβαια εδώ υπήρχαν άλλα κριτήρια επιλογής των..πρωταγωνιστών , όχι..βαθμολογικά , και στα παιδιά , μερικά πολύ ταλαντούχα , δόθηκε η ευκαιρία και η δυνατότητα να αυτενεργήσουν , να..αυτοσχεδιάσουν , δίνοντας άλλη χάρη στην παράσταση .
Η δεκαετία του 60 , ήταν , πιστεύω , η καλύτερη μεταπολεμική περίοδος του χωριού μας , δημιουργήθηκε η Βιβλιοθήκη , έγιναν πολλές , πολιτιστικές εκδηλώσεις , πολιτιστικές..πολιτιστικές δηλαδή , όχι τζερτζελοπανήγυρα , έγιναν πολλές διαλέξεις με ομιλητές διακεκριμένους λογοτέχνες και επιστήμονες , παράλληλα σημαντική ήταν και η συμμετοχή μας στις εκδηλώσεις " Φωκικά " που διοργάνωνε η Νομαρχία , όλα αυτά όμως σιγά-σιγά ξέφτισαν ειδικά όταν άρχισε να γίνεται ..ασφυκτικός ο..κομματισμός , που τελικά τα διάλυσε όλα .
Όμορφα χρόνια εκείνα , ίσως δύσκολα , πιο δύσκολα απ' τα σημερινά , αλλά και πολύ πιο όμορφα , είχαμε λίγα..ελάχιστα , μας έλειπαν ..πολλά , μα τα ‘ χαμε ..όλα...
Τα ευλογημένα λοιπόν αυτά χρόνια , είχαμε και το θέατρό μας και τον κινηματογράφο μας , όχι βέβαια κάθε μέρα , όχι , αλλά είχαμε , κινηματογραφικά...ξεκινήσαμε , με τα επίκαιρα των Τ.Ε.Α , μετά ..μπόλικης προπαγάνδας , που σιγά-σιγά άρχισαν να προβάλουν και Ελληνικές ταινίες , πατριωτικού , κυρίως , περιεχομένου , και ειδικότερα , τα λεγόμενα έργα της ..φουστανέλας , με τα γνωστά παραδοσιακά θέματα .
Σιγά-σιγά όμως , άρχισε να παρουσιάζει ενδιαφέρον το θέμα , κι ' έτσι άρχισαν να εμφανίζονται , επαγγελματίες , πλανόδιοι κινηματογραφιστές , που σε τακτά διαστήματα , όχι πολύ συχνά στην αρχή , έρχονταν στο Λιδορίκι και έκαναν προβολές , κυρίως Ελληνικών έργων , φυσικά παλιών , αλλά που συγκινούσαν τους χωριανούς μας , οι προβολές γίνονταν σε καφενεία , και στην αίθουσα που ήταν κάτω απ' τα ΤΕΑ , τότε , εκεί που είναι η καφετέρια του Σπυρ. Πανάγου , τώρα .
Είναι χρήσιμο , νομίζω , να αναφέρουμε ορισμένα πράγματα και για το..κινηματογραφόφιλο κοινό , τους θεατές . Τον βασικό πυρήνα των θεατών αποτελούσαν οι πολλοί , τότε , Δημόσιοι υπάλληλοι και φυσικά οι οικογένειές τους , και θα πρέπει επίσης να λάβουμε υπόψη πως , σε αντίθεση με το τώρα , τότε οι υπάλληλοι σπάνια μετακινούνταν , γιατί ούτε ι.χ υπήρχαν , αλλά και οι μετακινήσεις δεν ήταν εύκολες όπως σήμερα .
Τώρα το χωριό μας είναι άδειο τα Σαββατοκύριακα και τις γιορτές ή αργίες , ενώ τότε σπάνια έλειπαν οι υπάλληλοι που υπηρετούσαν στο Λιδορίκι , ύστερα οι υπηρεσίες δούλευαν και τα Σάββατα , κι' αν λάβουμε υπόψη μας πως το... ταξίδι Λιδορίκι - Αθήνα , ήταν σχεδόν..ημερήσια εκδρομή , εύκολα καταλαβαίνει κανείς το πόσο δύσκολη ήταν η συχνή μετακίνηση , χώρια που ήταν και πολύ..δαπανηρή .
Πρώτοι-πρώτοι , λοιπόν , πελάτες , οι υπάλληλοι , και οι κυρίες τους , που αποτελούσαν και την...καλή κοινωνία , του χωριού , και φυσικά είχαν και το προνόμιο των πρώτων..θέσεων , μαζί τους και οι οικονομικά εύρωστοι Λιδορικιώτες , οι έμποροι , οι επαγγελματίες που κατά κανόνα έκαναν παρέα με τους υπαλλήλους και τέλος , σε μικρό ποσοστό , οι γεωργοί και κτηνοτρόφοι .
Τα πρώτα χρόνια , η ενημέρωση του κοινού γινόταν με τα...παραδοσιακά μέσα , τους ντελάληδες , τον Ζήσιμο και το Μαλάμο , που με το γραφικό , δικό τους τρόπο ενημέρωναν τη Λιδορικιώτικη κοινωνία , για το έργο που θα παιζόταν , καθώς και το μαγαζί που θα γινόταν η προβολή καθώς και την ώρα έναρξης . Αργότερα , οι πλανόδιοι κινηματογραφιστές , ενημέρωναν τον κόσμο με τα μεγάφωνά τους , περιδιαβαίνοντας τους δρόμους , ενώ παράλληλα έβαζαν και σχετικά διαφημιστικά στ' Αλωνάκι και τη Βαθειά , με μερικές φωτογραφίες , απ' τις ταινίες και κυρίως τους πρωταγωνιστές .
Έτσι λοιπόν στις αρχές της δεκαετίας του 60 , βρέθηκε το χωριό μας να έχει , ειδικά το καλοκαίρι , δυο μόνιμους , σχεδόν , κινηματογράφους , που τους είχαν δυο Σαλωνίτες επιχειρηματίες , ο Ψιμούλης και ο Παν . Σκούρας , και οι δυο είχαν κινηματογράφους και στην Άμφισσα , και με τις ίδιες κόπιες έπαιζαν και στο Λιδορίκι , με κάποια χρονική διαφορά , βέβαια , μόλις τελείωνε η προβολή στην Άμφισσα , έπαιρναν την μπομπίνα και την έφερναν στο Λιδορίκι όπου συνεχιζόταν η προβολή , βέβαια αυτή η διαδικασία είχε και πολλές ..περιπέτειες και πολλά ..παρατράγουδα και ευτράπελα , γι' αυτά όμως θα μιλήσουμε κάποια άλλη φορά .
Ο ένας καλοκαιρινός κινηματογράφος , το " Σινέ Άστρον " λειτουργούσε στο χώρο που υπάρχει ακόμα , κάτω απ' την ταβέρνα των Γιώργηδων στο οικόπεδο του Κουλόπουλου , και ο άλλος ακριβώς λοξά απέναντι , σε οικόπεδο του Βασ. Καραμήτσου , εκεί που τώρα είναι το μπαρ του Λάκη του Παπαθανασίου .
Θα πρέπει εδώ ίσως να αναφέρουμε πως ένας εκ των δύο επιχειρηματιών , ο Παν.Σκούρας , ήταν παλιός γνώριμος του χωριού μας , ήταν αν θυμάμαι καλά , οδοντοτεχνίτης , και σύζυγος της οδοντογιατρού Νίκης Παπανικολάου (;) που ήταν από κάποιο διπλανό χωριό , Πεντάπολη η Σκαλούλα , είχε δε ενοικιάσει και το ...περιβόητο τουριστικό περίπτερο που είχε φτιάξει ο Ε.Ο.Τ στο Στενό , μια άλλη...πονεμένη Λιδορικιώτικη ιστορία , για την οποία έχουμε πολλά να πούμε , σήμερα ο Παναγιώτης έχει μελισσοκομικές επιχειρήσεις στην Αθήνα και πολλές φορές κάνει σχετικές εμφανίσεις και στην τηλεόραση ενώ ένα φεγγάρι πέρασε κι' από τον πολιτικό ..στίβο σαν ..υποψήφιος Βουλευτής .
Οι κινηματογράφοι μας λοιπόν , έκαναν προβολές δυο φορές τη βδομάδα , και λόγω του ..σκληρού ανταγωνισμού , έφερναν καινούριες ταινίες , λόγω..Αμφίσσης φυσικά , πολλές φορές δε Α' προβολής που παίζονταν ταυτόχρονα με την Αθήνα , και συνήθως έσπαγαν τα...ταμεία , γιατί τότε το χωριό μας είχε πολύ κόσμο , ειδικά το καλοκαίρι και τις διακοπές Πάσχα και Χριστουγέννων , αφού όλοι οι εκτός Λιδορικίου Λιδορικιώτες , έκαναν διακοπές στο χωριό , δεν είχε ακόμα , βλέπεις , φουντώσει η μόδα της..θάλασσας . Θυμάμαι τα καλοκαίρια , έρχονταν παιδιά από Αθήνα , Θεσσαλονίκη , Πάτρα , κι' από άλλες πόλεις και πέρναγαν όλο σχεδόν το καλοκαίρι στο Λιδορίκι , με τους παππούδες και τους συγγενείς , κι εμείς που μέναμε μόνιμα στο χωριό , τα περιμέναμε πως και πως , και από τότε , απ' τα χρόνια εκείνα , υπάρχουν ακόμα δυνατές φιλίες που άντεξαν στο χρόνο , ακόμα πρέπει να αναφέρουμε πως διακοπές στο χωριό μας έκαναν και συγγενείς Δημ. Υπαλλήλων που υπηρετούσαν εδώ καθώς και 3-4 οικογένειες , που δεν είχαν καμιά σχέση με το χωριό μας , αλλά τους άρεσε κι' έρχονταν κάθε καλοκαίρι , κι έμεναν στο ξενοδοχείο του Παπαδόπουλου , στ' Αλωνάκι .
Αναφερθήκαμε , στο προηγούμενο σημείωμά μας , στους κινηματογράφους μας , τους ..μόνιμους πλέον , Σινέ Ψιμούλης και ...Σκούρας φιλμς , και για τους θιάσους , τα μπουλούκια , που επισκέπτονταν το χωριό μας , πέρα όμως από αυτά είχαμε και ένα σωρό καλλιτεχνικές επισκέψεις , ακροβάτες , ταχυδακτυλουργοί , μάγοι , μέντιουμ - υπνωτιστές , αθλητές , παλαιστές - μπεχλιβάνηδες , καραγκιοζοπαίχτες , κουκλοθέατρα , μουζικάντηδες , παπατζήδες , απ' όλα είχε ο μπαξές , ότι μπορεί να βάλει ο νους σας .
Πολλοί από αυτούς , ήταν τακτικοί επισκέπτες του χωριού μας , και μάλιστα είχαν και συγκεκριμένες εποχές που έρχονταν , σε σημείο που οι Λιδορικιώτες ήξεραν και τους περίμεναν , όπως π.χ , ο θίασος της οικογένειας Προβελέγγιου , οι καραγκιοζοπαίχτες Μαυρομάτης και Βάγγος , η οικογένεια ακροβατών , Παππά , οι γνωστοί αθλητές , Σαμψών και Τρομάρας , όπως επίσης ένα ζευγάρι ακροβατών που είχε ένα μικρό κοριτσάκι , δεν θυμάμαι τ' όνομά του , αλλά έκανε καταπληκτικά πράγματα , τη βλέπαμε με ανοιχτό το στόμα , αλλά αυτό που έκανε φοβερή εντύπωση ήταν το ότι ο παρτνέρ , ο πατέρας της , ήταν ολίγον ...ευτραφής αλλά ήταν ανάπηρος , μάλιστα , είχε μόνο το ένα του πόδι , κι' όμως έκανε ακροβατικά νούμερα με την κορούλα και τη γυναίκα του .
Επειδή δε , τις παραστάσεις τους τις έδιναν στο μαγαζί μας , στ' Αλωνάκι , όλη σχεδόν τη μέρα ήταν εκεί και παίζαμε με το κοριτσάκι , που ήταν λίγο μικρότερό μου , μού κανε δε μεγάλη εντύπωση , που δεν την άφηναν να φάει γλυκά , για να μην παχύνει και χάσει τη φόρμα , κι'αυτό το καημένο , γκρίνιαζε , σαν παιδάκι , αλλά πλήρωνε τη...δόξα .
Τα τελευταία χρόνια , της όμορφης εποχής , έκανε , θυμάμαι , την εμφάνισή του κι ο...Τούρτουλας , τι ήταν ο Τούρτουλας ; μα φυσικά...ρουλέτα , ναι μια..περίεργη , ιδιοκατασκευή , με ένα εξ' ίσου...περίεργο τύπο , που την είχε , ένας Πειραιώτης , έτσι έλεγε , μάγκας , με την περίεργη τραγιάσκα του , το καλοπεριποιημένο μουστακάκι του , καλογυαλισμένο , στενό , παπούτσι , με μυτερό και λίγο ψηλό τακουνάκι , λαδωμένο μαλλί και φυσικά κουστουμάκι , στη...μέγκλα , έστηνε τον...Τούρτουλα , μπροστά στην ταβέρνα του Κώστα Αναγνωστόπουλου ( Κοτίνου ) εκεί που είναι τώρα το Φαρμακείο του Λάζαρου , κι' άρχιζε το...πανηγύρι , μαζευόταν η μαρίδα , αλλά και οι..μεγαλύτεροι φανατικοί του τζόγου , και άρχιζε το παιχνίδι .
Ο τούρτουλας λοιπόν , ήταν ένα μακρόστενο τραπέζι , που στην κορυφή του είχε ένα κουτί , θα μπορούσαμε να πούμε , απ' όπου κυλούσε ένα περίεργο μεγάλο ζάρι που είχε επάνω νούμερα , ό... γκρουπιέρης άφηνε τον τούρτουλα να πέσει με φόρα φωνάζοντας : έπεσε ο τούρτουλααας ..., το ζάρι κυλούσε πάνω στο τραπέζι που είχε γραμμένα διάφορα νούμερα , κάτι σαν ρουλέτα , μόνο που δεν ήταν στρογγυλή αλλά μακρόστενη , παραλληλόγραμμη , οι παίχτες είχαν ποντάρει πάνω στα νούμερα του τραπεζιού κι' όπου σταματούσε το ζάρι αυτό το νούμερο κέρδιζε , και φυσικά χαμένοι ήταν πάντα οι παίχτες .
Τούρτουλα όμως , είχε φτιάξει και ο σχωρεμένος ο Βαγγέλας , που είχε την ταβέρνα στο ισόγειο του Αντριτσαίϊκου στη Βαθειά , και μ’αυτόν “ ψυχαγωγούσε “ μικρούς και μεγάλους τζογαδόρους , κυρίως στα πανηγύρια , αλλά και στο χωριό μας που και που . Τον φόρτωνε στο αμάξι του και γύρναγε όλα σχεδόν τα πανηγύρια της περιοχής και όχι μόνον..
Ένα άλλο ..ενδιαφέρον θέαμα ήταν το μηχάνημα που έβγαζε το ωροσκόπιο των πελατών , μάλιστα , έλεγε την τύχη των πελατών , μικρών και μεγάλων , που έσπευδαν να μάθουν την τύχη τους , πληρώνοντας φυσικά το κάτι τις τους , προς μεγάλην ικανοποίησιν του ιδιοκτήτη του συστήματος αυτού .
Καλύτεροι πελάτες , φυσικά όλων αυτών των παιχνιδιών ήταν συνήθως οι πιτσιρικάδες , που ξαργύρωναν εκεί το λιγοστό χαρζιλίκι τους , προκαλώντας τις γκρίνιες των γονιών τους , και αναγκάζοντας τους χωροφύλακες να κάνουν περαντζάδες διώχνοντας την πιτσιρικαρία , που απομακρυνόταν προσωρινά , αλλά σε λίγο ήταν πάλι εκεί .
Το σημαντικό όμως γεγονός στη Λιδορικιώτικη ζωή ήταν η άφιξη κάποιου θιάσου , κάποιου ..μπουλουκιού , όπως το λεγαν τότε , κι' αυτό γινόταν συχνά , γιατί όπως ξαναείπαμε , το Λιδορίκι ήταν καλή...πιάτσα , είχε δηλαδή ψωμί . Πολλοί ήταν οι θίασοι που περνούσαν , κατά καιρούς , απ' το χωριό μας, αλλά αυτός που είχε τις καλύτερες..σχέσεις , με τους Λιδορικιώτες , και ο τακτικότερος σε επισκέψεις ήταν ο θίασος της οικογένειας Προβελεγγίου .
Ο κύριος κορμός του θιάσου αποτελούνταν από τον Άγγελο Προβελέγγιο , και τη σύζυγό του την κυρία Καίτη , δυο ηλικιωμένους θεατρίνους , που είχαν φάει τη ζωή τους στο σανίδι , από τα τα δυο τους παιδιά , τον Κώστα και τη Νανά , που ήταν παντρεμένη με ηθοποιό , τον Νίκο Κατέχη , και ο θίασος συμπληρωνόταν από δυο - τρεις ακόμα ηθοποιούς , συνήθως κωμικούς , και βοηθητικών , κυρίως , ρόλων , ένας από αυτούς ήταν πάντα ο Μητσάκιας , ένα λιγόσωμο ηλικιωμένο ανθρωπάκι , που εκτός σκηνής περπατούσε σχεδόν με το...ζόρι , αλλά πάνω στη σκηνή ΄λες και μεταμορφωνόταν σε...δεκαοχτάρη , ο Μητσάκιας είχε μικροσυμμετοχή στο...δράμα , το κυρίως..έργο , αλλά κράταγε πρωταγωνιστικό ρόλο , στο τέλος , στην κωμωδία , προκαλώντας το γέλιο και μόνο με την εμφάνισή του αλλά και με τις τυποποιημένες γκριμάτσες του .
Ο αρχηγός της οικογενείας αλλά και του θιάσου , ο κ.Άγγελος , ήταν ψηλός , με μακριά...καλλιτεχνικά , γκρίζα μαλλιά , και γαλανά μάτια , ήταν καλοσυνάτος και καταδεχτικός , κατέβαινε τα πρωινά και καθόταν στο μαγαζί μας , και κουβέντιαζε με χωριανούς , σε αντίθεση με τη σύζυγό του , που ήταν μάλλον ..απόμακρη , με..τάσεις βεντέτας , ενώ αντίθετα απ' τα παιδιά , ο Κώστας τπαιζε ολίγον ..βεντέτα- γόης , ξανθός , ψηλός , ωραίος ων , ενώ η Νανά ήταν απλή κοπέλα , όπως κι΄ο σύζυγός της .
Μέλος του θιάσου ήταν συνήθως κι' ο Μίμης Θειόπουλος , που ερχόταν τακτικά στο Λιδορίκι και με άλλους θιάσους , επίσης αρκετές φορές είχε έρθει , και με τους Προβελέγγιους αλλά και άλλους θιάσους , κι ο αξέχαστος καλός ηθοποιός , ο πραγματικός θεατρίνος , ο Ζαννίνο , που στο βιβλίο του Χρυσοστομίδη , σχετικά με τη ζωή του , αναφέρεται στο χωριό μας με κολακευτικά λόγια .
Το ρεπερτόριο των θιάσων ήταν το...καθιερωμένο , για την εποχή αλλά και για τον..τόπο , περιείχε ..την Άγνωστο , την ωραία του Πέραν , την...Γκόλφω , τον Αγαπητικό της Βοσκοπούλας , τους Άθλιους , και η σπεσιαλιτέ - παράσταση των Προβελέγγιων , ήταν η Σαλώμη και ο χορός των εφτά ή ...δώδεκα πέπλων , δεν θυμάμαι ακριβώς , αλλά γι' αυτά θα μιλήσουμε κάποια άλλη στιγμή ......
Μιλήσαμε , για ακροβάτες , καραγκιοζοπαίχτες , μπεχλιβάνηδες , για τα ..θρυλικά μπουλούκια , αξίζει όμως να θυμηθούμε και κάποια ..ξεχωριστά περιστατικά απ' την κινηματογραφική..δραστηριότητα της όμορφης εκείνης εποχής .
Σκληρός , πολύ σκληρός ο ανταγωνισμός μεταξύ των κινηματογραφικών κολοσσών , Σκούρας και Ψιμούλης...φιλμς , ξεκίναγε απ' την Άμφισσα , όπου και το κέντρο των...αυτοκρατοριών , και επεκτείνονταν και στο καημένο το Λιδορίκι , ο σκληρός όμως , αυτός , ανταγωνισμός είχε και τα ευεργετικά του αποτελέσματα , βλέπαμε στο χωριό μας ταινίες διαλεχτές , πρώτης προβολής , σχεδόν ταυτόχρονα με την Αθήνα , μάλιστα , οι κινηματογράφοι μας ήταν Α'..προβολής , όχι..παίζουμε...
Κάποια μέρα λοιπόν , η μάλλον κάποιο βράδυ , ο Παναγιώτης ο Σκούρας μας προανήγγειλε , πως λίαν..προσεχώς θα μας έφερνε ένα έργο που παιζόταν στην Αθήνα σε πρώτη προβολή , το " Γυμνοί στον ήλιο " με τον Αλαίν Ντελόν και τη Μαρί Λαφορέ , έργο που έσπαγε τα ταμεία εκείνη την εποχή , παράλληλα όμως μας είχε τάξει κι' ένα πολύ καλό Ελληνικό έργο , με το Θανάση Βέγγο και τον Βασίλη Διαμαντόπουλο , μια υπέροχη πικρή ..κωμωδία , το" Ψηλά τα χέρια...Χίτλερ " που κι'αυτό χάλαγε κόσμο , όπως καταλαβαίνετε πετάξαμε απ' τη χαρά μας , το...κινηματογραφόφιλον..κοινόν , και περιμέναμε πότε θα ‘ρθει εκείνη η μέρα .
Και ήρθε , κάποιο βράδυ στο διάλειμμα , προβλήθηκαν και μερικές...σκηνές απ' το προσεχές έργο που ήταν , το ΓΥΜΝΟΙ ΣΤΟΝ ΗΛΙΟ , χαρές εμείς , καταλαβαίνετε , εδώ θα πρέπει να σας πω , πως τα καινούρια , τα...βαρβάτα έργα , που ήταν και πανάκριβα , οι κινηματογραφιστές μας τά παιζαν και στην Άμφισσα και στο Λιδορίκι ταυτόχρονα , για λόγους οικονομίας φυσικά , πως γινόταν αυτό ; είναι πολύ απλό , πάρα πολύ απλό , ξεκίναγε η προβολή του έργου στην Άμφισσα , και στο διάλειμμα , έπαιρναν το πρώτο μέρος της ταινίας , την μπομπίνα , και την έφερναν στο Λιδορίκι , όπου η προβολή άρχιζε με διαφορά 40-50 λεπτών , κι' όλα πήγαιναν μια χαρά , και ο σκύλος..χορτάτος κι' η πίτα...ακέρια .
Ήρθε λοιπόν η μεγάλη μέρα η μάλλον η μεγάλη…νύχτα , να δούμε τον Αλαίν Ντελόν , είχαμε και τις πρώτες ...λιποθυμίες του...γυναικείου πληθυσμού , πριν ακόμα προβληθεί το έργο , και το βράδυ , έγινε το έλα να...δεις , το σώσε , που να βρεις καρέκλα να κάτσεις , δώσε μου κι' εμένα μπάρμπα...που λένε .
Τίγκα το σινέ Άστρον , καθιστοί , όρθιοι , σκαρφαλωμένοι στις γύρω μάντρες , και οι..εξώστες , οι..ταράτσες των γύρω σπιτιών , γεμάτοι , το αδιαχώρητον...παντού .Ξεκίνησε το έργο , με τη συνηθισμένη ..καθυστέρηση , αλλά ποιός νοιαζόταν για τέτοιες μικρολεπτομέρειες , Αλαίν Ντελόν ήταν αυτός , και όλα πήγαιναν ρολόι , έγινε το διάλειμμα , κάπως ..πλούσιο , περιμέναμε βλέπεις την μπομπίνα απ' την Άμφισσα , κι' όλοι κοιτάγαμε , στην είσοδο να δούμε να μπαίνει το παιδί με την ταινία , ο Παναγιώτης ο Σκούρας , στην είσοδο ..αδημονούσε κι΄αυτός , υπήρχε γενικά ένας εκνευρισμός , ώσπου κατέφθασε ο νεαρός με την μπομπίνα , όλοι ηρεμήσαμε , στρωθήκαμε στις θέσεις μας και αναμέναμε....
Έσβησαν τα φώτα , έπεσαν τα...προσεχώς , την άλλη μέρα είχαμε..Βέγγο , άλλες χαρές , τελειώσανε και τα διαφημιστικά και ξεκίνησε το β' μέρος ....ήταν και το έργο συναρπαστικό , ήταν κι' η ανυπομονησία μας , και ω..του θαύματος , ξεκινώντας το έργο εμφανίζεται ο Βέγγος με το Διαμαντόπουλο να τρέχουν ασταμάτητα , τους κυνηγούσαν οι Γερμανοί βλέπεις...πουθενά όμως ο...Αλαίν Ντελόν....
Το τι επακολούθησε , εύκολα μπορείτε να το φανταστείτε , χαμός...κυριολεκτικά , χαμός στο..ίσιωμα , το χασε κι' ο Σκούρας , τα ‘βαλε , και με το δίκιο του με το παιδί που έφερε την ταινία , πραγματικό ...τουρλουμπούκι...χώρια το καλαμπούρι που γινόταν απ' το..φιλοθεάμον κοινόν που ξεπερνώντας ..Λιδορικιώτικα το στενόχωρο...μέρος , πέρασε στο...Λοιδορικιώτικο , κυριολεκτικά , σαρκάζοντας και αυτοσαρκαζόμενο...
Πάντως αν όλα πήγαιναν καλά τότε , κατ' ευχήν , που λένε , σήμερα τι θα ‘χαμε να λέμε......
Το περίφημο Σινέ " ΑΣΤΡΟΝ " , στη Βαθειά , δίπλα στο καφενείο του Γ.Γεροδήμου , κάτω απ' τους " Γιώργηδες ", όπως είναι σήμερα φυσικά ..
21.4.13
ΣΥΝΤΟΜΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΩΝ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΩΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΙ-ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΘΕΡΙΝΑ
Οι πρώτοι χώροι στους οποίους παρουσιάζεται αμιγές κινηματογραφικό θέαμα είναι οι αθηναϊκές πλατείες. Αυτοί είναι φορητοί κινηματογράφοι που στήνονται στις πλατείες μόνο τους καλοκαιρινούς μήνες και συνήθως για περιορισμένες προβολές αφού κινούνται από την Αθήνα στην επαρχία.
Σαν οι πρώτοι σταθεροί θερινοί κινηματογράφοι στην Αθήνα μπορούν να θεωρηθούν αυτοί που στήθηκαν στα καφενεία της πλατείας Συντάγματος και του Ζαππείου και λειτούργησαν για πάνω από δέκα χρόνια. Το 1904 βασικά ξεκίνησαν οι συστηματικές προβολές και στα δύο αυτά σημεία που συγκέντρωναν έτσι κι αλλιώς τον περισσότερο κόσμο της πρωτεύουσας.
Όπως αναφέρει το Εμπρός (11 Μαΐου) τριάντα κινηματογράφοι ετοιμάζονται να στηθούν το καλοκαίρι του 1907 σε διάφορες συνοικίες των Αθηνών. Και φυσικά τα θερινά θέατρα συνεχίζουν κι αυτά να περιλαμβάνουν κινηματογράφο σαν μια ξεχωριστή ατραξιόν.
ΟΙ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΙ ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΖΟΝΤΑΙ
Το 1910 είναι μια σημαντική χρονιά για τον κινηματογράφο της πρωτεύουσας. Η μεγάλη ζήτηση που έχει ο κινηματογράφος σπρώχνει επιχειρηματίες να κάνουν σοβαρές επενδύσεις στη νέα τέχνη.
Το 1913 χτίστηκε το πρώτο χτίριο ειδικά για κινηματογράφο από τον μικρασιάτη επιχειρηματία και πρωτοπόρο κινηματογραφικό επιχειρηματία Ε Μαυροδημάκη. « Ήταν το «Παλλάς» που κατόπιν εγκρεμίσθη και εκτίσθη στο ίδιο οικόπεδο το μέγαρον Εφεσίου».
Το 1913 άνοιξε το «Νέον», Πατησίων 8, όπου το κατάστημα του Μαρούση.
Το 1913, ανοίγει το ΡΟΖΙΚΛΑΙΡ στην οδό Πατησίων 12 από τον Π. Φλεγκενάιμερ. Του έδωσε αυτό το όνομα κάνοντας μια σύνθεση από τα ονόματα που είχαν δυο κόρες του: Ρόζα και Κλαίρη.
Το 1920, σύμφωνα με τον «Οδηγό της Ελλάδος» λειτουργούν οι παρακάτω κινηματογράφοι:
Χειμερινοί:Απόλλων (Σταδίου 20) Διευθ. Γ Αναστασιάδης, «Αττικόν» (Σταδίου 25) Διευθ. Κ. Εμπέογλου, «Παλλάς» (Σταδίου 24) Διευθ. Κ. Εμπέογλου, «Σπλέντιτ» (Σταδίου 22) Διευθ. Κ. Εμπέογλου, «Πάνθεον» (Πανεπιστημίου) Διευθ. Τ. Μάντακας, «Ροζικλαίρ» (Πατησίων) Διευθ. Κ. Καράς. Θερινοί: Ζαππείου, Καφεθυστιατόριο με ορχήστρα, δύο στην Πλατεία Συντάγματος-Καφενείο Ζαχαράτου και Καφενείο Περιπτέρου, «Μουλέν Ρούζ» Αλυσσίδα-τέρμα Πατησίων με ορχήστρα και εστιατόριο.
Στην μόδα του κινηματογράφου υποτάσσεται το θέατρο Κοτοπούλη στην πλατεία Ομονοίας.
Το 1928 οι 5 κινηματογράφοι του 1913 έγιναν 16 χειμερινοί και 12 θερινοί. Το 1938 οι χειμερινοί στην Αθήνα είναι 26 και οι θερινοί πάνω από 60.
Τη δεκαετία 1930-40 δημιουργούνται οι μεγαλύτεροι και πολυτελέστεροι κινηματογράφοι της χώρας. Είναι η εποχή που χτίζονται το Παλλάς και το Ρεξ στην Αθήνα. Ποτέ άλλοτε δεν φτιάχτηκαν όμοιά τους. Την μεταπολεμική περίοδο, απλώς πολλαπλασιάζονται χωρίς ποτέ να φτάσουν την μεγαλοπρέπεια των προγενέστερων.
Παραμονές του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, τον Σεπτέμβρη του 1939 συγκεκριμένα, λειτουργούν στην Ελλάδα 280 κινηματογράφοι, αριθμός σχεδόν διπλάσιος από αυτόν του 1935 (150 αίθουσες). Το ένα τρίτο από αυτούς βρίσκεται στην πρωτεύουσα. Η Αθήνα διαθέτει εννέα κινηματογράφους πρώτης προβολής, εικοσιπέντε δεύτερης ή συνοικιακούς και 65 θερινούς.
ΟΙ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΙ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ
Αμέσως μετά την κήρυξη του πολέμου, το πιο ενδιαφέρον κινηματογραφικό θέαμα για τους ανθρώπους στις πόλεις, γίνονται τα πολεμικά επίκαιρα. Στην Αθήνα είναι δυο οι αίθουσες που προβάλουν αποκλειστικά πολεμικά επίκαιρα, ελληνικά και αγγλικά, το Σινεάκ και το Άστυ.
Αλλά έρχεται η στιγμή που το μέτωπο καταρρέει. Στις 9 Απριλίου 1940 οι Γερμανοί μπαίνουν στη Θεσσαλονίκη. Μία από τις πρώτες διαταγές που εξέδωσαν ήταν να ανοίξουν οι κινηματογράφοι για να δείξουν ότι η ζωή συνεχίζεται ειρηνικά κάτω από τη δική τους υψηλή προστασία. Την προηγούμενη περίοδο λόγω του φόβου των συναγερμών οι κινηματογράφοι υπολειτουργούσαν, ανοίγοντας σε ακατάστατες ώρες.
Η διαφορά που υπάρχει τώρα με την προηγούμενη περίοδο είναι ότι επιτάσσονται ορισμένοι κινηματογράφοι και διατίθενται για τη ψυχαγωγία των στρατιωτών τους. Στη Θεσσαλονίκη, τα Διονύσια μετατρέπονται σε Soldaten Kino, το Πατέ σε Germania Kino και το Παλλάςσε Frontbuhne. Τα Ηλύσια «παραχωρούνται» στους Ιταλούς. Στην Αθήνα, το Αττικόν μετατρέπεται σε Soldaten Kino Victoria, το Απόλλων σε Kino Apollo, ενώ οι άλλοι κινηματογράφοι υποχρεώνονται να αναγράφουν τους τίτλους των έργων εκτός από ελληνικά, στα γερμανικά και ιταλικά. Το μέτρο αυτό επεκτείνεται σε όλη την Ελλάδα.
Με την είσοδο των Γερμανών δεν σημειώνεται καμία άλλη αλλαγή στη λειτουργία των κινηματογράφων πέρα από την απαγόρευση ταινιών που προέρχονται από εχθρικές προς τον Άξονα ταινίες, την υποχρεωτική προβολή γερμανικών προπαγανδιστικών επικαίρων και τις ώρες προβολής που προσαρμόζονται στις απαγορεύσεις της κυκλοφορίας και τις ανάγκες εξοικονόμησης ηλεκτρικής ενέργειας.
Στην Κατερίνη, οι Γερμανοί, κουβαλούσαν τη δική τους μηχανή προβολής όταν έκαναν κατά διαστήματα προβολές για τους στρατιώτες τους μια και αυτή που είχε ο κινηματογράφος είχε χαλασμένο το σύστημα του ήχου και έπαιζε όλες τις ταινίες βωβές, πράγμα που φαίνεται δεν ενοχλούσε τους ντόπιους!
Η ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΑΝΘΗΣΗ
Με τη λήξη της γερμανικής κατοχής δημιουργείται το πρωτοφανές φαινόμενο της μαζικής προσέλευσης στους κινηματογράφους της πρωτεύουσας. Αλλά αυτό δεν είναι ένα ευκαιριακό φαινόμενο, η αντίδραση ίσως στην στερημένη ζωή της κατοχής, αλλά έχει διάρκεια. Και το 1966 το περιοδικό Εικόνες χαρακτηρίζει την Αθήνα σαν την «πιο ιδιότυπη κινηματογραφόπληκτη πρωτεύουσα της υφηλίου» με τις «50 αίθουσες πρώτης προβολής και το τακτικό επταήμερο των 12 καινούργιων ταινιών»
ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ ’90
(από μια έρευνα του ΕΚΚΕ για την Κατάσταση του συστήματος διανομής στην Ελλάδα
“Η συνολική εικόνα, πάντως, για την κατανομή των κινηματογραφικών αιθουσών στην Ελλάδα έχει ως εξής: Ο αριθμός των αιθουσών / οθονών ανέρχεται σε 443. Αυτές ανήκουν σε 382 κινηματογραφικές μονάδες / επιχειρήσεις. Από τις 443 αίθουσες, οι 203 είναι χειμερινές, οι 53 ετήσιας λειτουργίας και οι 186 θερινές. Αν και στο λεκανοπέδιο συγκεντρώνεται περίπου το 35% το συνολικού πληθυσμού της χώρας, το αντίστοιχο ποσοστό των κινηματογραφικών αιθουσών / οθονών ξεπερνά το 52%. Οι τρεις περιφέρειες με το μικρότερο αριθμό αιθουσών είναι η Δυτική Μακεδονία με 0,7%, τα Ιόνια Νησιά με 1,1% και το Βόρειο Αιγαίο με 1,3%, ενώ υπάρχει ένας νομός εντός των ορίων του οποίου δεν υφίσταται κινηματογραφική αίθουσα: πρόκειται για τον νομό Φλωρίνης.”
47 διατηρητέοι θερινοί κινηματογράφοι
Το 1997 ο τότε υπουργός ΠΕΧΩΔΕ, Κώστας Λαλιώτης, με απόφασή του χαρακτήρισε διατηρητέα τη χρήση 47 θερινών κινηματογράφων που βρίσκονται εντός του λεκανοπεδίου Αττικής:
ΑΙΓΛΗ (Ζάππειο) ΒΟΞ (Εξάρχεια) ΘΗΣΕΙΟ ΠΑΛΛΑΣ (Παγκράτι) ΣΙΝΕ ΠΑΡΙ (Πλάκα) ΑΝΕΣΙΣ (Αμπελόκηποι) ΑΕΛΛΩ (Κυψέλη) ΕΛΛΗΝΙΣ (Αμπελόκηποι) ΕΚΡΑΝ (Εξάρχεια) ΛΙΛΑ (Πατήσια) ΜΠΡΟΝΤΓΟΥΕΪ (Κυψέλη) ΡΙΒΙΕΡΑ (Εξάρχεια) ΗΛΕΚΤΡΑ (Πατήσια) ΑΘΗΝΑΙΑ (Κολωνάκι) ΑΜΟΡΕ (Πολύγωνο) ΜΕΤΡΟΠΟΛ (Αθήνα) ΤΡΙΑΝΟΝ (Κυψέλη) ΝΑΝΑ (Δάφνη) ΝΕΑ ΠΑΝΑΘΗΝΑΙΑ (Αθήνα) ΜΙΤΣΙ (Κουκάκι) ΑΤΗΕΝΕ (Κυψέλη) ΔΙΑΝΑ (Κυψέλη) ΣΤΕΛΛΑ (Κυψέλη) ΡΑΝΙΑ (Πατήσια) ΜΟΝ ΡΕΠΟ (Αγ. Νικόλαος Αχαρνών) ΔΕΞΑΜΕΝΗ (Κολωνάκι) ΛΑΟΥΡΑ (Παγκράτι) ΜΠΟΜΠΟΝΙΕΡΑ (Κηφισιά) ΧΛΟΗ (Κηφισιά) ΦΙΛΟΘΕΗ, ΦΑΝΤΑΖΙΟ (Πειραιάς) ΑΜΥΝΤΑΣ (Υμηττός) ΔΙΑΝΑ (Παλ. Φάληρο) ΑΜΑΡΥΛΛΙΣ (Αγ. Παρασκευή) ΚΑΡΜΕΝ (Αθήνα) ΤΙΤΑΝ (Αιγάλεω) ΦΛΕΡΥ (Καλλιθέα) ΠΟΛΕΝΑ (Ανω Πατήσια) ΑΚΤΗ (Βουλιαγμένη) ΨΥΧΙΚΟ ΜΕΛΙΝΑ ΜΕΡΚΟΥΡΗ (Ηλιούπολη) ΚΑΤΕΡΙΝΑ (Χαϊδάρι) ΑΣΤΡΟΝ (Μάνδρα) ΑΜΙΚΟ (Χαλάνδρι) ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ (Χαλάνδρι) ΑΘΗΝΑ (Χαλάνδρι) ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ (Χαλάνδρι)






















