Showing posts with label ΠΑΛΙΕΣ ΤΑΒΕΡΝΕΣ ΑΘΗΝΑΣ. Show all posts
Showing posts with label ΠΑΛΙΕΣ ΤΑΒΕΡΝΕΣ ΑΘΗΝΑΣ. Show all posts

5.7.16

ΤΑΒΕΡΝΑ ΤΑ ΠΡΑΣΙΝΑ ΑΛΟΓΑ

Ταβέρνα «Τα Πράσινα Άλογα»: Περιποίησις και φθήνια


Χαρά και κέφι στα «Πράσινα Άλογα» και τα βαρέλια δεν σταματούν ν’ανοίγουν το ένα μετά το άλλο.
http://paliaathina.com/gr
 Πίσω στα παλιά

15.10.14

TABEΡΝΑ ΚΟΥΒΕΛΟΥ

 

Πολλές ταβέρνες θα ήθελαν να διεκδικήσουν τον τίτλο της πιο παλιάς. Αν πιστέψουμε όμως το ρεπορτάζ που δημοσιεύτηκε το 1935 στην εφημερίδα «Ακρόπολις», ο… νικητής είναι μάλλον ξεκάθαρη υπόθεση.
«Πόσες είνε οι ταβέρνες εις τας Αθήνας; Άπειρες. Ασφαλώς όμως από τους φίλους του καλού κρασιού και του καλού φαγητού, ελάχιστοι θα γνωρίζουν ποια είνε η παλαιότερη. Ελάχιστοι θα ξέρουν ότι η ταβέρνα του Κανάκη αντίκρυ εις την Αγία Σωτήρα είνε ένα αιωνόβιον πραγματικά μνημείον.
Σ’ αυτήν εγλέντισαν οι επιζήσαντες ήρωες του 21, σ’ αυτήν διεσκέδασαν γενεές Ελλήνων, σ’ αυτήν ελατρεύθη ο Βάκχος και εξέσπασαν τα μεράκια των παλληκαριών της Πλάκας.
Όσοι καταγίνονται με την ιστορίαν των Παλαιών Αθηνών, άκουσαν ή και εδιάβασαν αρκετά για το όνομα του γέρου Κούβελου. Τι ήταν αυτός;
Ένας Αθηναίος από τους πρώτους που ξαναγύρισαν εις την ερημωμένην πόλιν όταν κατέστη δυνατόν , μετά την κατάληψίν της από τους Τούρκους. Και έχτισε τότε το ωραίο σπιτάκι που σώζεται ακέραιο και σήμερον πλάϊ σχεδόν εις το αστυνομικόν τμήμα.
Μα ο Κούβελος που η παράδοσις τον θέλει με βράκες ήταν καλός νοικοκύρης μαζύ όμως και άνθρωπος εργατικός. Δεν ημπορούσε να μένη άεργος και στο κάτω πάτωμα του σπιτιού του άνοιξε μια ταβέρνα. Αυτή ήτο η πρώτη ταβέρνα της Αθήνας. Έτος ιδρύσεως της θα ημπορούσαμε να ορίσουμε το 1835. Έκτοτε, αν άλλαξε διευθυντάς η ταβέρνα δεν άλλαξε και προορισμό. Μένει ταβέρνα πάντοτε και σ’ αυτήν βρίσκουν οι φίλοι του κρασιού και οι πονεμένοι την πρόσκαιρον ανακούφισιν.
Χρόνια πολλά διατηρούσε ο γέρο Κούβελος την ταβέρνα, ως την εποχήν που την παρεχώρησε στον Τζούτζουρη. Σ’ αυτό το κατάστημα ελειτούργησεν η πρώτη γνήσια ταβέρνα του Τζούτζουρη. Ήτον τότε περίφημη και ξεκινούσαν από όλη την Αθήνα για να πιούν κρασί εκεί. Εκεί εμαζεύοντο και οι Αθηναίοι νοικοκυραίοι, εκεί άναβε το γλέντι κάθε βραδάκι. Ήτον η ίδια κι’ απαράλλακτη όπως σήμερα. Στην ίδια πάντοτε γωνιά ο πέτρινος νιπτήρ και εικόνες εις τους τοίχους σαν και τώρα.
Είκοσι ολόκληρα χρόνια την είχεν ο Τζούτζουρης πρίν την πάρη ο Κανάκης πού την έχει σήμερα σαράντα τόσα χρόνια. Όπως τα παλαιότερα χρόνια μαζεύονται και τώρα οι γέροι της γειτονιάς και ξαναθυμούνται τα νειάτα τους εις την καλή παληά εποχή. Μέσα σ’ αυτούς και ο γέρο-Ζόμπας, ένας καθαρόαιμος Αθηναίος, θαλερώτατος παρ’ όλα τα εβδομήντα του χρόνια. Στην παρέα του ξεχνά κανείς τα σημερινά και γυρνά στην εποχή εκείνη πού σε κάθε στιγμή άστραφτε κι’ εβροντολαλούσεν η κουμπούρα.
Τότε, μας έλεγε πριν λίγες ημέρες ο γέρο-Ζόμπας, το κρασί είχε μια πεντάρα. Όταν έφθανε την δεκάρα ήτον πανάκριβο. Μεζές άλλος δεν υπήρχε από εληά, ψωμί πού δεν τα πληρώναμε. Αυτά στην εποχή του Τζούτζουρη που την θυμάμαι πολύ καλά γιατί τότε ξεπετάριζα κι’ εγώ… Λέγοντας αυτά ο γέρο-Ζόμπας στρίβει το κάτασπρο μουστάκι και μένει βουβός λίγες στιγμές.
Ποιος ξεύρει τι εικόνες να εχαράσσοντο εμπρός εις τα μάτια του. Ποιος ξεύρει σε τι περασμένα να εβυθίσθη ή μνήμη του. Μά ύστερα από την ολιγόστιγμον αυτήν σιγήν συνέχισε και πάλιν την αναδίφησιν των περασμένων.
-Στην εποχή του Τζούτζουρη, εξηκολούθησε, έρχόντουσαν εδώ οι καλύτεροι τραγουδισταί. Θαρρείς πώς βλέπω μπροστά μου και ακούω τον Πασσαλήν, τον Καβαλλάρην, τον Στρουμπούλην, πού ήτον αγώνας κάθε βράδυ ποια παρέα να τους εξασφαλίση. Τι ήταν εκείνες οι φωνές. Σαν ξεσπούσαν στην καντάδα δεν έμενε ψυχή πού να μη λιγωθή και παράθυρο στη γειτονιά πού να μην ανοίξη.
Ο γέρο-Ζόμπας, λέγοντας αυτά στρίβει το μουστάκι του και χαμογελά. Τι να θυμάται άραγε; Να βλέπη και τον εαυτό του ανάμεσα στους τραγουδιστάς;
-Τότε, προσθέτει, εφορούσαν οι περισσότεροι φουστανέλλες. Όταν ετελείωνε εδώ το γλέντι ξεκινούσαμε για μια άλλη ταβερνούλα εδώ στη γειτονιά πού για να μπούμε έπρεπε να συρθούμε με την κοιλιά. Τόσο χαμηλή ήτον η είσοδος. Κι’ εκεί βρίσκαμε καλό κρασί.
Μά εδώ στην ταβέρνα του Τζούτζουρη και αργότερα στου Κανάκη, εμαζευόντουσαν πολλοί νοικοκυραίοι. Σαν να βλέπω τον Τσίπη, τον Ρουμπέση, τον Τρικαλιώτη και τόσους άλλους. Έπιναν το κρασάκι τους το βράδυ και ετραβούσαν κατόπιν για τα σπίτια τους. Έ, παιδιά μου, ποτέ δεν ημπορείτε να φαντασθήτε τι γλέντια έχουν γίνει εδώ μέσα. Χορός και τραγούδι δεν έλειπε κανένα βράδυ.
Κι’ ο γέρο-Ζόμπας εξηκολούθησε ν’ ανασταίνη τα περασμένα και να ξεσπά σ’ ενθουσιασμούς όσο θυμότανε τα νειάτα του.
Αυτή είνε η πιο παληά ταβέρνα της Αθήνας κι’ αυτή είνε η ιστορία της μέσα στα εκατό χρόνια πού επέρασαν. Μια ιστορία γλεντιού και χαράς. Μέσα στη στενόμακρη ταβέρνα με το χαμηλό και την παλαιική εμφάνισι, χιλιάδες άνθρωποι ελησμόνησαν τα φαρμάκια τους και τις συμφορές τους. Χιλιάδες εζήτησαν τη λησμονιά, μα και σήμερα, που η ζωή είνε πολύ σκληρότερη και τα φαρμάκια πολλά περισσότερα, χιλιάδες πάλι ζητούν τη λησμονιά. Κι’ ανάμεσα σ’ αυτούς και πολλοί γέροι, που πιάνουν την γωνιά στο βάθος και βυθίζονται στα περασμένα». 

http://www.paliaathina.com/gr

 πίσω στα παλιά

24.2.14

OI TABEΡΝΕΣ ΣΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΑΘΗΝΑ

 

Οι ταβέρνες εξακολουθούν και σε αυτή την περίοδο να αποτελούν τη βασική διασκέδαση των λαϊκότερων στρωμάτων.Η σχέση  με τον ταβερνιάρη εξακολουθεί να είναι απόλυτα προσωπική. Οι επιγραφές στην πρόσοψη –για τις οποίες έχουμε να πούμε αργότερα πάρα πολλά– υπονοούν την ύπαρξη αυτών των  σχέσεων, αφού ονομάζονται είτε με το επώνυμο του ταβερνιάρη, π.χ. του Βασιλακάκη, είτε με το παρατσούκλι του, π.χ.του Παναγή του Αράπη. Ακόμη κι αυτή η «πίστωση» του πελάτη που  γράφεται με τεμπεσίρι επάνω στα βαρέλια, ζει και βασιλεύει και σε αυτή την κατά τα άλλα  «Ωραία εποχή» (Belle Époque).

Αυτό που σίγουρα άλλαξε είναι ο αριθμός των παρασκευαζομένων φαγητών, που όχι μόνο  μεγάλωσε αισθητά, αλλά περιλαμβάνει πλέον και πιο μπελαλίδικα φαγητά, όπως κοκορέτσι,  ψητό γουρουνόπουλο, συκωτάκια και το γιουβέτσι, που στέλνεται θριαμβευτικά για ψήσιμο  στον κοντινότερο φούρνο! Από ψαρικά δεν λείπουν οι μαρίδες και ο μπακαλιάρος.

Για καθαριότητα, βέβαια, καλύτερα να μη μιλάμε, αφού διαβάζουμε ότι ακόμη και αυτοί  οι «αστυΐατροι», που είχαν ταράξει στους ελέγχους τα εστιατόρια και τα ξενοδοχεία, απέφευγαν

όπως ο διάβολος το λιβάνι να ελέγξουν και τις ταβέρνες. Κάθε λίγο και λιγάκι, οι εστιάτορες  έστελναν τις διαμαρτυρίες τους στις εφημερίδες, αγανακτισμένοι, επειδή προφανώς

«τα τόσα μικρομαγειρεία και τηγανεία μπακαλάου, συκωτακίων και μαρίδας τηγανίζουν  δι’ ελαίου χείρονος ή της κανδήλας».Είναι σαφές ότι με τέτοιες εξελίξεις, ταβέρνα και μαγειρείο έρχονται όλο και πιο κοντά, ενώ τα προσωνύμιά τους ολοένα κι αυξάνονται: καπηλειό, μαγέρικο, κρασοπουλειό, διαλέγετε και παίρνετε!
Κάποιες ταβέρνες έχουν πιο «ανεβασμένη» πελατεία. Είναι όλες αυτές που, μετά τη νυχτερινή διασκέδαση στα καφωδεία, τις μπιραρίες ή το θέατρο, προσφέρουν στους πελάτες τους αχνιστό  πατσά. Αυτές οι ταβέρνες-πατσατζίδικα ανοίγουν τα μεσάνυχτα και κλείνουν το πρωί,ενώ  οι κανονικές ταβέρνες κλείνουν με αστυνομική διαταγή στις 10 μ.μ.! Ο διάκοσμος, ο εξοπλισμός  και η επίπλωση της ταβέρνας χαρακτηρίζονται από λιτότητα και λειτουργικότητα.Ξύλινες καρέκλες  και πάγκοι· τραπέζια χωρίς τραπεζομάντιλα, για να αποφεύγονται οι λεκέδες! Πιάτα συχνά  δεν υπάρχουν. Το φαγητό έρχεται στη λαδόκολλα!Κάποιες πιο προχωρημένες ταβέρνες  διασκεδάζουν τους πελάτες τους με ανατολίτικου τύπου μουσική, παιγμένη από λαϊκούς οργανοπαίκτες.Ορητινίτης οίνος, σε εμάς γνωστόςως ρετσίνα, κοστίζει στην αρχή της  περιόδου 46 λ. η οκά, ενώ στο τέλος της έχει πάει στα 62 λ.! Πριν προχωρήσουμε  σε άλλα κέντρα κοινωνικής συνάθροισης, ας επισκεφθούμε το οινομαγειρείον «Η Οικονομία»  του Χαράλαμπου Τασούλα. Είναι το πιο περίεργο και το πιο μικρό μαγειρειό της Αθήνας  και βρίσκεται σε μία από τις τρύπες που έχει στο ισόγειό της το αιωνόβιο τζαμί στο Μοναστηράκι.

Οδός Άρεως, αριθμός 1. Αριστερά του είναι ένα τσαρουχάδικο και δεξιά του ένα μπακάλικο,  το μικρότερο της Αθήνας.

Για να διαβάσετε την επιγραφή του, πρέπει να τύχετε ή πολύ πρωί ή μετά το μεσημέρι.

Όλες τις άλλες ώρες τη σκεπάζει, όπως και την είσοδο του καταστήματος, ένα πυκνό σύννεφο  από τους καπνούς του τηγανιού, άλλοτε με μαρίδες, άλλοτε με μπακαλιαράκια, άλλοτε με  τζιεράκια και καμιά φορά –ως είδος πολυτελείας– με τους κεφτέδες. Το τσιτσίρισμα του τηγανιού συνοδεύεται συχνά και από το σιγανό τραγούδι του Χαράλαμπου, πάντα με ένα πιρούνι στο χέρι.

Η κουζίνα του καταστήματος αποτελείται από μια φουφού που δουλεύει από το πρωί ως  το βράδυ με το τηγάνι. Διακοπές του τηγανιού γίνονται μονάχα λίγες ώρες το πρωί και νωρίς  το απόγευμα, όταν βράζει στο τσουκάλι η ημερήσια φασολάδα με μπόλικες πιπεριές  και κρεμμύδι.
Το εσωτερικό του καταστήματος έχει εμβαδόν, πάνω κάτω, ενός τετραγωνικού μέτρου και ύψος  δύο, και είναι πιασμένο από ράφια γεμάτα χαρτοσακούλες με όσπρια, με αλεύρι για  το τηγάνισμα και διάφορα μπαχαρικά. Στα μπροστινά ράφια βρίσκονται μπουκάλες με κρασί,  γιατί ο μικρός χώρος δεν επιτρέπει την τοποθέτηση βαρελιού. Η «τραπεζαρία» είναι απέξω,  κάτω από την επιγραφή στο χαγιάτι.Την προστατεύουν από τους τέσσερις ανέμους μερικά  σανιδένια φράγματα, θωρακισμένα με γκαζοντενεκέδες.Οι πελάτες στέκονται όρθιοι και τρώνε  μπρος στο τηγάνι ή το τσουκάλι που αχνίζει στη φουφού. Αν θέλουν να φάνε πιο «άνετα»,  κάθονται στην άκρη σε ένα ξύλινο πεζούλι, που είναι δεξιά κι αριστερά από την πόρτα του  μαγαζιού.Παίρνουν στα χέρια το πιάτο με τη φασολάδα ή τον πατσά και...φασκελώνουν τις  πολυτέλειες του «Αβέρωφ» και του «Διεθνούς». Σε περίπτωση συνωστισμού, κάθε πελάτης  περιφρουρεί αυστηρά το πιάτο του,γιατί πολλοί επιτήδειοι παίρνουν κουταλιές και από τα  πλαϊνά πιάτα! Αν είναι κάποιος τυχερός, μπορεί να ακούσει και μουσική από καμιά περαστική  λατέρνα που σταμάτησε για να ξεκουραστεί ο ιδιοκτήτης της. Ενώ ο «μαέστρος» τρώει τη  φασολάδα του, κάποιο αργόσχολο χαμίνι γυρίζει το «καβουρντιστήρι» των μουσικών κομματιών, διασκεδάζοντας έτσι τον καταστηματάρχη και την πελατεία του. Απίστευτα γραφικές εικόνες  από τα τελευταία «λείψανα» που απέμειναν στα παλιά «τζιερτζίδικα», στο Μοναστηράκι.

(Βασισμένο σε ρεπορτάζ του περιοδικού Μπουκέτο - Η παλιά  Αθήνα ζεί, γλεντά, γεύεται - 1834 - 1938)

πηγή

 πίσω στα παλιά

30.12.13

EN AΘΗΝΑΙΣ ..ΤΟ ΤΑΒΕΡΝΑΚΙ ΤΟΥ ΜΑΓΚΑ

 

«Κάθε βράδυ έπεφταν πιστολιές και μαχαιριές -χώρια τα άλλα» διηγείται ένας από τους υπαλλήλους της ταβέρνας του Σαραντόπουλου.
«Ολοι οι σερβιτόροι και ο Σαραντόπουλος οπλοφορούσαμε, ενώ ήλθε καιρός που μέσα στο μαγαζί υπήρχανε πάνω από 15 πιστόλια.
Αν, χωρίς να το θέλεις, γύριζες το κεφάλι και κοίταζες κάποιον, μπορούσε να γίνει σε δυο λεπτά φονικό άγριο».

"... οι ταβέρνες ήταν χώρος όπου οι μάγκες έπαιρναν το βάπτισμα του πυρός. 
Ο ίδιος ήταν 16 ετών όταν «βαπτίσθηκε» σε ένα τέτοιο κουτουκάκι: 
«Εγινα φίλος του κρασιού και της ιδιαίτερης ατμόσφαιρας της ταβέρνας.
Ενιωθα ότι εκεί ο άνθρωπος διαστέλλεται και μοιράζεται πράγματα με άλλους».

Ταυτόχρονα έμαθε και τους άρρητους κώδικες συμπεριφοράς:
«Μια φορά άρχισα να φωτογραφίζω σε ένα λαϊκό καπηλειό, 
χωρίς να έχω φροντίσει να γνωρίσω πρώτα τον ταβερνιάρη. 
Ξαφνικά, σηκώνεται ένας μάγκας και μου λέει:
"Παλληκαράκι, ακούμπησε το καρουλάκι, ατάκα και επί τόπου!
Κι αν έχω πει στη γυναίκα μου ότι έχω πάει μετανάστης στη Γερμανία;"...
Από τότε πριν μπω σε κάθε ταβέρνα ρωτούσα σχολαστικά αν ενοχλώ».
Γράφει ο Γ.Πίτττας στο βιβλίο του για την ιστορία της ταβέρνας.....
Ήταν μαγκιά τότε το κουμπούρι στην ζώνη στο πίσω μέρος....
μετά τον εμφύλιο τα βρίσκανε  και ξεχασμένα ή πεταμένα
σε καμιά αποθήκη....μπαούλο...πλυσταριό της αυλής αλλά και στο Γιουσουρούμ για λίγες δραχμές.
Ειδικά οι Ιταλοί όταν έφυγαν άφηναν τα περίστροφά τους σαν σουβενίρ στους Έλληνες που χάριν σε αυτούς σώσανε τα τομάρια τους από τους συμμάχους τους Γερμαναράδες.
Τους οπλοφόρους βαρύμαγκες τους γνώριζαν εκεί που πήγαιναν για να πιούν κανένα κρασί και προκειμένου να μην κάνουν φασαρία και τρομάξουν τους άλλους πελάτες δεν τους έπαιρναν λεφτά.
Συνήθως τα κουμπούρια και οι κάμες έβγαιναν για τα μάτια καμιάς κοπελιάς  που θα συνόδευε με καμάρι κάποιος και από το απέναντι τραπέζι άλλος θα της έριχνε κανένα  χαμόγελο ή θα της έκλεινε το μάτι.
Τότε κρατάτε Τούρκοι τ'άρματα...
Τούμπα τα τραπέζια στην καλύτερη και αίματα στην χειρότερη.
Τα ταβερνάκια με την "ειδική" αυτή πελατεία ήταν γνωστά οπότε οι περισσότεροι γνώριζαν ποιά σκαλιά κατεβαίνουν καθ'ότι υπόγες (υπόγεια) όπως τα έλεγαν... ήταν τα περισσότερα.


πίσω στα παλιά

5.10.13

ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΤΑΒΕΡΝΑ

Ταβέρνες καπηλειά κουτούκια

 

Χώρος επικοινωνίας, έκφρασης του λαϊκού κεφιού, διασκέδασης και γέλιου. Χώρος καλαμπουριού, ξεδόματος, ονειροπώλησης, χαλάρωσης και απόλαυσης. Χώρος εξομολογήσεων, αρσενικών αλληλοεκμυστηρεύσεων, πονεμένων ερωτικών ιστοριών και αθεράπευτων ερώτων. Χώρος λησμονιάς – βοηθούσης της οινοποσίας – φευγιού απο τα ντέρτια και τους καημούς της ζωής.

Χώρος δημιουργίας, διαφύλαξης και ανανέωσης του μοναδικού πολιτιστικού μας αγαθού που είναι οι τοπικές μας κουζίνες. Χώρος ομαδικής ψυχοθεραπείας με θεράποντα τον ταβερνιάρη. Πρώτες συναντήσεις, ερωτικές εξομολογήσεις, αλλά και πολιτικές αναλύσεις και συνωμοτικές μαζώξεις. Χώρος κοινωνικών συναθροίσεων, οικογενειακών γιορτών όπου επιβεβαιώνεται η κοινωνική συνοχή, χαράς σπουδαίων γεγονότων, όπως γάμοι, βαφτίσια κλπ.

Χώρος υπέρβασης της ζοφερής πραγματικότητας, διέξοδος και διαφυγή απο τη μοναξιά. Χώρος όπου ικανοποιείται η πείνα και η δίψα, αλλά όπου το φαγητό και το πιοτό δεν είναι παρά η αφορμή για να ενωθεί η μια ψυχή με την άλλη, να βρεί την άκρη του νήματος, να αποκαλύψει την ατομική αλήθεια και να ενωθεί με το πανανθρώπινο. Τέλος, χώρος ιστορικής μνήμης, συζητήσεων και σχολιασμού της καθημερινότητας, διαμόρφωσης της κοινωνικής συνείδησης.

Η Ταβέρνα, σε μια ιστορική πορεία, έθρεψε και ανέπτυξε τα πιο χαρακτηριστικά πολιτιστικά αγαθά του Ελληνισμού. Εδώ άνθησε η καντάδα, ανδρώθηκε το ρεμπέτικο, τραγουδήθηκαν τα αντάρτικα. Στην ταβέρνα πρωτογλέντησαν οι ξεσπιτωμένοι Μικρασιάτες, βρήκαν καταφύγιο οι απόκληροι και οι περιθωριακοί, χάρηκαν οι παλαιοί Αθηναίοι τις Απόκριες και τον Καρνάβαλο, σφυρηλατήθηκε η αντιδικτατορική συνείδηση των νέων την περίοδο της χούντας, τραγουδήθηκαν τα τραγούδια του Θεοδωράκη, έμαθαν οι νεολαίοι του 1980 να τραγουδούν τα αθάνατα ρεμπέτικα.

Γιατί όμως η ταβέρνα κι όχι ο άλλος κατ’ εξοχήν χώρος που περνάει ο Έλληνας τον ελεύθερο χρόνο του, το καφενείο; 
Το καφενείο είναι ο χώρος έκφρασης του συνειδητού. Στο καφενείο μαθαίνονται τα νέα (απο τα πιο σημαντικά, πόλεμοι, σεισμοί, καταστροφές, ως τα πιο ασήμαντα, ποδόσφαιρο, προξενιά, χωρισμοί), σχολιάζεται η επικαιρότητα, υπερασπίζονται οι πολιτικές πεποιθήσεις. Αναπτύσσονται οι κομματικές έρριδες, φορτίζεται το κλίμα, δημιουργούνται οι μικρές «Βουλές» της χώρας. Ο ένας προσπαθεί να πείσει τον άλλο, κυριαρχεί η λογική της αντιπαλότητας και η αντιπαράθεση των ιδεών. Η ώρα του καφέ, του ούζου με το μεζέ, η «καφενοκουβέντα» της πολιτικής.

Σύγκρουση προσωπικών απόψεων, έκφραση έλλογης σκέψης. Εδώ «σκοτώνεται» η ώρα, παίζονται τυχερά παιχνίδια αλλά και συνάπτονται οικονομικές συμφωνίες, κλείνονται δουλειές, κυριαρχεί η άμιλλα. Το καφενείο στεγάζεται συνήθως σε χώρους ευάερους και ευήλιους, κοντά σε πλατείες, εκεί όπου υπάρχει κόσμος, πέρασμα, «αγορά». Δεν κλείνεται ποτέ σε υπόγεια ή απόμερα μέρη. Το καφενείο είναι ο χώρος που κυριαρχείται απο τον Λόγο και τη Συνείδηση. 
Η Ταβέρνα, απ’ την άλλη, είναι ο χώρος έκφρασης του ασυνείδητου. Εδώ οι άνθρωποι μιλούν με τη γλώσσα της ψυχής και όχι της λογικής. Πίνουν, μιλούν, τραγουδούν, γλεντούν, αδελφώνονται, αγαπούν, πονούν, υποφέρουν θυμούνται, λυτρώνονται. Το γλέντι, ο νταλκάς, το τσακίρ κέφι, το ζεϊμπέκικο, είναι μοναχικοί δρόμοι αναζήτησης και έκφρασης της αλήθειας, που ενωμένοι στον κοινό τόπο της ταβέρνας προσπαθούν να νικήσουν τον ανθρώπινο πόνο. Επι – κοινωνία.

Η ταβέρνα είναι χώρος υπέρβασης. Ο χώρος που κυριαρχείται απο το συναίσθημα. Γι’ αυτό σπάνια βρίσκεται κοντά σε χώρους «αγοράς». Προτιμά το απόμερο, το ανήλιο. Στεγάζεται σε υπόγεια, εκεί που κατοικεί το ασυνείδητο.

Η ταβέρνα λειτούργησε σαν ο πυκνωτής της έλληνικής λαϊκής αστικής διασκέδασης. Συνδέθηκε όπως προαναφέρθηκε με πολλές εκφάνσεις του ελληνικού λαικού πολιτισμού και για αυτο το λόγο έπρεπε να βρεθούν οι τομές και οι διασυνδέσεις.

Ο Γιώργος Πίττας αποτυπώνει σε ένα νέο λεύκωμα τα αθηναϊκά κουτούκια που έγραψαν ιστορία
«Μες στην υπόγεια την ταβέρνα/ μες σε καπνούς και σε βρισές/ απάνω στρίγγλιζε η λατέρνα/ όλη η παρέα πίναμε εψές...». Λογοτέχνες όπως ο Κώστας Βάρναλης, που έγραψε αυτούς τους στίχους, αλλά και εργάτες, ρεμπέτες, φοιτητές, πολιτικοί, έχουν κάνει σπονδή στην παραδοσιακή ταβέρνα με κεχριμπαρένια ρετσίνα, νόστιμο μεζέ και τραγούδι. (Φωτο:Βάρναλης, Τσίρκας, Παπαϊωάννου)Κατεβαίνεις μερικά σκαλοπάτια ή περνάς την ξύλινη πόρτα και βρίσκεσαι σε έναν κόσμο διαφορετικό. «Εδώ οι άνθρωποι μιλούν με τη γλώσσα της ψυχής και όχι της λογικής. Πίνουν, μιλούν, τραγουδούν, γλεντούν, αδελφώνονται, αγαπούν, πονούν, υποφέρουν, θυμούνται, λυτρώνονται» σημειώνει ο Γιώργος Πίττας στο βιβλίο του «Η αθηναϊκή ταβέρνα», καρπό πολύχρονης έρευνας, που θα κυκλοφορήσει σε λίγες ημέρες από τις εκδόσεις «Ινδικτος»...
Ο συγγραφέας ξεκίνησε με ρομαντική διάθεση να αποτυπώσει με λόγο και με εικόνες χώρους που χάνονται. Με αμείωτο ενθουσιασμό -«έγραφα επί τόπου, πάνω στα χασαπόχαρτα των τραπεζιών» λέει χαρακτηριστικά- επέκτεινε την καταγραφή του σε όλες τις παλιές γειτονιές: από την Πλάκα, τη Νεάπολη, το Μεταξουργείο, ως το Παγκράτι, την Κυψέλη, την Καισαριανή, το Χαλάνδρι αλλά και τον Πειραιά.

Κι ακόμα, μας παρασύρει σε ένα ταξίδι δύο αιώνων, καθώς αφηγείται την ιστορία της αθηναϊκής ταβέρνας, παράλληλα με τη ανάπτυξη της πρωτεύουσας:
«Πώς δηλαδή η ταβέρνα από ένα υγρό, στενόχωρο υπόγειο κτίσμα, με ξύλινα βαρέλια στο χωμάτινο δάπεδο, όπου πουλιόταν κρασί χύμα, εξελίχθηκε στο πέρασμα των δεκαετιών στη μήτρα της λαϊκής διασκέδασης, ειδικά τη δεκαετία '50-'60, και πώς τη δεκαετία της χούντας, αλλά και μετά, η διασκέδαση αυτή μετατράπηκε σε μια ξέφρενη επίδειξη πλούτου και κακού γούστου».
.
* Η ιστορία της αθηναϊκής ταβέρνας ξεκινάει με την ανακήρυξη της Αθήνας σε πρωτεύουσα της Ελλάδας, το 1834. Ενώ η βαυαρική αυλή πίνει μπίρα, η ταπεινή ρετσίνα ρέει στα λαϊκά στρώματα. Αρχικά οι ταβέρνες είναι χώροι όπου πουλιέται κρασί. Ο χώρος παρασκευής των εδεσμάτων δεν ξεχωρίζει από τον χώρο κατανάλωσης, ενώ η προετοιμασία και το μαγείρεμα γίνεται εμπρός στα μάτια των θαμώνων, μέσα σε ατμόσφαιρα πνιγμένη από την «κνίσα του ψησίματος», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο γάλλος περιηγητής J. Ν. Abbot.
.
* Την εποχή εκείνη, παραμονή εκλογών πολλές ταβέρνες γίνονται κέντρα προεκλογικών συγκεντρώσεων: «Σε τέτοιες "σκηνογραφικές" ταβέρνες συναντάμε υποψηφίους δημάρχους, βουλευτές που χρησιμοποιούν με το αζημίωτο τραμπούκους (από την ονομασία μάρκας πούρων "Trabukos", που ελάμβαναν ως φιλοδώρημα οι πληρωμένοι οπαδοί για τη συμμετοχή τους στις προεκλογικές εκδηλώσεις) από τις περιοχές του Ψυρρή, της Πλάκας, του Μεταξουργείου και της Βάθη».
.
* Μέχρι το 1922 στις περισσότερες ταβέρνες της Αθήνας οι μουσικοί παίζουν δημοτικά τραγούδια, όμως οι Μικρασιάτες φέρνουν έναν άλλο τρόπο διασκέδασης και η ορχήστρα, στημένη στο κέντρο του καταστήματος, παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο. Το άρωμα της ανατολής δίνει τη σκυτάλη στους μπουζουκομπαγλαμάδες όταν αρχίζει να αναδύεται το ρεμπέτικο τραγούδι. «Μάγκες, νταήδες, λαθρέμποροι, χασικλήδες, μαχαιροβγάλτες» κυριεύουν τις ταβέρνες.

«Κάθε βράδυ έπεφταν πιστολιές και μαχαιριές -χώρια τα αλλα» διηγείται ένας από τους υπαλλήλους της ταβέρνας του Σαραντόπουλου. «Ολοι οι σερβιτόροι και ο Σαραντόπουλος οπλοφορούσαμε, ενώ ήλθε καιρός που μέσα στο μαγαζί υπήρχανε πάνω από 15 πιστόλια.

Αν, χωρίς να το θέλεις, γύριζες το κεφάλι και κοίταζες κάποιον, μπορούσε να γίνει σε δυο λεπτά φονικό άγριο».
...
* Οπως υπογραμμίζει ο Γ. Πίττας για πολλά χρόνια οι ταβέρνες ήταν χώρος όπου οι μάγκες έπαιρναν το βάπτισμα του πυρός. Ο ίδιος ήταν 16 ετών όταν «βαπτίσθηκε» σε ένα τέτοιο κουτουκάκι: «Εγινα φίλος του κρασιού και της ιδιαίτερης ατμόσφαιρας της ταβέρνας. Ενιωθα ότι εκεί ο άνθρωπος διαστέλλεται και μοιράζεται πράγματα με άλλους», μας λέει. Ταυτόχρονα έμαθε και τους άρρητους κώδικες συμπεριφοράς: «Μια φορά άρχισα να φωτογραφίζω σε ένα λαϊκό καπηλειό, χωρίς να έχω φροντίσει να γνωρίσω πρώτα τον ταβερνιάρη. Ξαφνικά, σηκώνεται ένας μάγκας και μου λέει: "Παλληκαράκι, ακούμπησε το καρουλάκι, ατάκα και επί τόπου! Κι αν έχω πει στη γυναίκα μου ότι έχω πάει μετανάστης στη Γερμανία;"... Από τότε πριν μπω σε κάθε ταβέρνα ρωτούσα σχολαστικά αν ενοχλώ».

* Ο συγγραφέας τρυπώνει σε στέκια της Αθήνας και του Πειραιά που έχουν αφήσει εποχή. Ξεχωριστά, καταγράφει την ιστορία από 30 ταβέρνες, σαν σενάριο για κινηματογραφική ταινία. Ορισμένες ανήκουν πλέον στην ιστορία. Οπως ο «Απότσος», που έθρεψε γενιές αλλά και τον βασιλιά Κωνσταντίνο, όταν το 1920 επέστρεψε από την εξορία. «Η ταβέρνα του Θεόφιλου» στην Πλάκα με το πιο αριστοκρατικό ζευγάρι για ιδιοκτήτες: ο Θεόφιλος, όμοιος με εγγλέζο τζέντλεμαν, και η γυναίκα του, Ιώ, που άφησε τη σκηνή του Αττίκ για να σερβίρει φασολάδα.
.
Τραγουδώντας ρεμπέτικα και αντάρτικαΥπάρχουν, όμως, και πολλά άλλα στέκια που συνεχίζουν, τη δράση τους. Το «Ειδικόν», στα Ταμπούρια, που κοσμεί το εξώφυλλο της έκδοσης, έχει περίτεχνα ράφια μπακάλικου και τρία μεγάλα παλιά ψυγεία. Κι ακόμα, το «Στέκι του Αρτέμη», στον Πειραιά, συγκεντρώνει τους μερακλήδες της περιοχής, ενώ προς το μεσημέρι προστίθεται ένα μπουζούκι.

«Η ταβέρνα, σε μια ιστορική πορεία έθρεψε και ανέπτυξε τα πιο χαρακτηριστικά πολιτιστικά αγαθά του ελληνισμού» σημειώνει ο Γ. Πίττας. «Εδώ άνθισε η καντάδα, ανδρώθηκε το ρεμπέτικο, τραγουδήθηκαν τα αντάρτικα. Στην ταβέρνα πρωτογλέντησαν οι ξεσπιτωμένοι Μικρασιάτες, βρήκαν καταφύγιο οι απόκληροι, χάρηκαν οι παλαιοί Αθηναίοι τις Απόκριες και τον Καρνάβαλο, σφυρηλατήθηκε η αντιδικτατορική συνείδηση των νέων στην περίοδο της χούντας, ακούστηκαν τα τραγούδια του Θεοδωράκη, έμαθαν οι νεολαίοι του 1980 να τραγουδούν τα αθάνατα ρεμπέτικα».

Δύο παραρτήματα διανθίζουν την έκδοση. Το πρώτο με θέμα «Η ταβέρνα στον Ελληνικό Κινηματογράφο» και το δεύτερο «Εγραψαν για την ταβέρνα», με αφηγήσεις των Γιώργου Ζαμπέτα, Σωτηρίας Μπέλλου, Μέντη Μποσταντζόγλου κ.ά.

Πού να’ ναι εκείνος ο μπεκρής…
Ένα μικρό αφιέρωμα, για τους γραφικούς μπεκρήδες, που η παρουσία τους στα καπηλειά και τις ταβέρνες έδινε μια άλλη διάσταση στην ανθρωπιά, που σήμερα όλοι ψάχνουμε να βρούμε!..
Πολλά τα παλιά καπηλειά… Κι ακόμη περισσότερες οι ταβέρνες!.. Όσοι πήγαιναν παλιά στην Πλάκα τα θυμούνται ακόμη!.. Η ομορφιά και ο ρομαντισμός πήγαιναν μαζί… Ακόμη περισσότερο όταν τσίκνιζε λιγάκι ο μεζές και η ρετσίνα ριχνόταν στα μπουκάλια με τις οκάδες!

Εμείς οι πιο φτωχοί μαζευόμασταν συχνά στα καπηλειά και τις ταβέρνες των συνοικιών.

Όπου ταβέρνα και γαζία, όπου καπηλειό και νυχτολούλουδο!.. Και οι γαρδένιες;

Παντού μεθούσαν με το άρωμά τους τον περίγυρω, από τον ασβεστωμένο τοίχο με τους τσιμεντόλιθους μέχρι ...

τα μαλλιά των κοριτσιών, που ήταν στολισμένα ειδικά για τ' αγόρια, που έριχναν κρυφά τις ματιές τους ή -τάχα μου- σφυρίζοντας αδιάφορα!

Ακόμη περισσότερο όταν οι καλοκαιρινοί μήνες γιόμιζαν από τραγούδια ευθυμίας και τα γκαρσόνια δεν προλάβαιναν να παίρνουν τις παραγγελίες για καλό μεζέ και καλή μυρωδάτη ρετσίνα!..
Εκείνο, όμως, που δεν θα λησμονήσουμε ποτέ είναι οι γραφικές φιγούρες των μπεκρήδων που πήγαιναν στα καπηλειά και τις ταβέρνες!.. Ήσαν όπως ακριβώς τους απεικονίζουν οι καλλιτέχνες στις ζωγραφιές τους ή τους περιγράφουν οι χρονογράφοι στα κείμενά τους: Κατακόκκινα μάγουλα, στο ίδιο χρώμα και η (συνήθως) χοντρή ή πλακουδερή μύτη τους, με λίγα μαλλιά ανακατεμένα και το ένα μανίκι συνεχώς ριγμένο στον ώμο!... Συνήθως άδολοι και βαθιά ανθρώπινοι τύποι!...

Δεν μιλάμε, ασφαλώς, για την περπατησιά τους. Όποιος έχει δει ταινίες με τον Ορέστη Μακρή, όπως για παράδειγμα, «Ο Μεθύστακας», ασφαλώς και έχει την εικόνα στο μυαλό του.

Η ανθρωπιά σε όλο της το μεγαλείο!..

doxato-athina

 πίσω στα παλιά

8.6.13

ΟΙ ΤΑΒΕΡΝΕΣ ΣΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΑΘΗΝΑ

 

Οι ταβέρνες εξακολουθούν και σε αυτή την περίοδο να αποτελούν τη βασική διασκέδαση των λαϊκότερων στρωμάτων.Η σχέση με τον ταβερνιάρη εξακολουθεί να είναι απόλυτα προσωπική. Οι επιγραφές στην πρόσοψη –για τις οποίες  έχουμε να πούμε αργότερα πάρα πολλά– υπονοούν την ύπαρξη αυτών των σχέσεων, αφού ονομάζονται είτε με το επώνυμο του ταβερνιάρη, π.χ. του Βασιλακάκη, είτε με το παρατσούκλι του, π.χ.του Παναγή του Αράπη.

Ακόμη κι αυτή η «πίστωση» του πελάτη που γράφεται με τεμπεσίρι επάνω  στα βαρέλια, ζει και βασιλεύει και σε αυτή την κατά τα άλλα «Ωραία εποχή»

(Belle Époque).
Αυτό που σίγουρα άλλαξε είναι ο αριθμός των παρασκευαζομένων φαγητών,  που όχι μόνο μεγάλωσε αισθητά, αλλά περιλαμβάνει πλέον και πιο μπελαλίδικα φαγητά, όπως κοκορέτσι, ψητό γουρουνόπουλο, συκωτάκια και το γιουβέτσι, που στέλνεται θριαμβευτικά για ψήσιμο στον κοντινότερο φούρνο!

Από ψαρικά δεν λείπουν οι μαρίδες και ο μπακαλιάρος. Για καθαριότητα, βέβαια, καλύτερα να μη μιλάμε, αφού διαβάζουμε ότι ακόμη και αυτοί οι «αστυΐατροι», που είχαν ταράξει στους ελέγχους τα εστιατόρια και τα ξενοδοχεία, απέφευγαν όπως ο διάβολος το λιβάνι να ελέγξουν και τις ταβέρνες. Κάθε λίγο και λιγάκι, οι εστιάτορες έστελναν τις διαμαρτυρίες τους στις εφημερίδες, αγανακτισμένοι, επειδή προφανώς «τα τόσα μικρομαγειρεία και τηγανεία μπακαλάου, συκωτακίων και μαρίδας τηγανίζουν δι’ ελαίου χείρονος ή της κανδήλας».Είναι σαφές ότι με τέτοιες εξελίξεις, ταβέρνα και μαγειρείο έρχονται όλο και πιο κοντά, ενώ τα προσωνύμιά τους ολοένα κι αυξάνονται: καπηλειό, μαγέρικο, κρασοπουλειό, διαλέγετε και παίρνετε!
Κάποιες ταβέρνες έχουν πιο «ανεβασμένη» πελατεία. Είναι όλες αυτές που, μετά τη νυχτερινή διασκέδαση στα καφωδεία, τις μπιραρίες ή το θέατρο, προσφέρουν στους πελάτες τους αχνιστό πατσά.

Αυτές οι ταβέρνες-πατσατζίδικα ανοίγουν τα μεσάνυχτα και κλείνουν το πρωί,ενώ οι κανονικές ταβέρνες κλείνουν με αστυνομική διαταγή στις 10 μ.μ.!

Ο διάκοσμος, ο εξοπλισμός και η επίπλωση της ταβέρνας χαρακτηρίζονται από λιτότητα και λειτουργικότητα.Ξύλινες καρέκλες και πάγκοι· τραπέζια χωρίς τραπεζομάντιλα, για να αποφεύγονται οι λεκέδες! Πιάτα συχνά δενυπάρχουν. Το φαγητό έρχεται στη λαδόκολλα! Κάποιες πιο προχωρημένες ταβέρνες διασκεδάζουν τους πελάτες τους με ανατολίτικου τύπου μουσική,  παιγμένη από λαϊκούς οργανοπαίκτες.Ο ρητινίτης οίνος, σε εμάς γνωστός ως  ρετσίνα, κοστίζει στην αρχή της περιόδου 46 λ. η οκά, ενώ στο τέλος της έχει πάει στα 62 λ.! Πριν προχωρήσουμε σε άλλα κέντρα κοινωνικής συνάθροισης, ας επισκεφθούμε το οινομαγειρείον «Η Οικονομία» του Χαράλαμπου Τασούλα. Είναι το πιο περίεργο και το πιο μικρό μαγειρειό της Αθήνας και βρίσκεται σε μία από τις τρύπες που έχει στο ισόγειό τηςτο αιωνόβιο τζαμί στο Μοναστηράκι. Οδός Άρεως, αριθμός 1.

Αριστερά του είναι ένα τσαρουχάδικο και δεξιά του ένα μπακάλικο, το μικρότερο της Αθήνας.
Για να διαβάσετε την επιγραφή του, πρέπει να τύχετε ή πολύ πρωί ή μετά το μεσημέρι.Όλες τις άλλες ώρες τη σκεπάζει, όπως και την είσοδο του καταστήματος, ένα πυκνό σύννεφο από τους καπνούς του τηγανιού, άλλοτε με μαρίδες, άλλοτε με μπακαλιαράκια, άλλοτε με τζιεράκια και καμιά φορά –ως είδος πολυτελείας– με τους κεφτέδες. Το τσιτσίρισμα του τηγανιού συνοδεύεται συχνά και από το σιγανό τραγούδι του Χαράλαμπου, πάντα με ένα πιρούνι στο χέρι.Η κουζίνα του καταστήματος αποτελείται από μια φουφού που δουλεύει από το πρωί ως το βράδυ με το τηγάνι.

Διακοπές του τηγανιού γίνονται μονάχα λίγες ώρες το πρωί και νωρίς το απόγευμα, όταν βράζει στο τσουκάλι η ημερήσια φασολάδα με μπόλικες πιπεριές και κρεμμύδι.
Το εσωτερικό του καταστήματος έχει εμβαδόν, πάνω κάτω, ενός τετραγωνικού μέτρου και ύψος δύο, και είναι πιασμένο από ράφια γεμάτα χαρτοσακούλες με όσπρια, με αλεύρι για το τηγάνισμα και διάφορα μπαχαρικά.

Στα μπροστινά ράφια βρίσκονται μπουκάλες με κρασί, γιατί ο μικρός χώρος δεν επιτρέπει την τοποθέτηση βαρελιού. Η «τραπεζαρία» είναι απέξω, κάτω από την επιγραφή στο χαγιάτι.Την προστατεύουν από τους τέσσερις ανέμους μερικά σανιδένια φράγματα, θωρακισμένα με γκαζοντενεκέδες.

Οι πελάτες στέκονται όρθιοι και τρώνε μπρος στο τηγάνι ή το τσουκάλι που αχνίζει στη φουφού. Αν θέλουν να φάνε πιο «άνετα», κάθονται στην άκρη σε ένα ξύλινο πεζούλι, που είναι δεξιά κι αριστερά από την πόρτα του μαγαζιού.Παίρνουν στα χέρια το πιάτο με τη φασολάδα ή τον πατσά και...φασκελώνουν τις πολυτέλειες του «Αβέρωφ» και του «Διεθνούς».

Σε περίπτωση συνωστισμού, κάθε πελάτης περιφρουρεί αυστηρά το πιάτο του, γιατί πολλοί επιτήδειοι παίρνουν κουταλιές και από τα πλαϊνά πιάτα! Αν είναι κάποιος τυχερός, μπορεί να ακούσει και μουσική από καμιά περαστική λατέρνα που σταμάτησε για να ξεκουραστεί ο ιδιοκτήτης της.

Ενώ ο «μαέστρος» τρώει τη φασολάδα του, κάποιο αργόσχολο χαμίνι γυρίζει το «καβουρντιστήρι» των μουσικών κομματιών, διασκεδάζοντας έτσι τον καταστηματάρχη και την πελατεία του. Απίστευτα γραφικές εικόνες από τα τελευταία «λείψανα» που απέμειναν στα παλιά «τζιερτζίδικα», στο Μοναστηράκι.

(Βασισμένο σε ρεπορτάζ του περιοδικού Μπουκέτο - Η παλιά  Αθήνα ζεί, γλεντά, γεύεται - 1834 - 1938)

ΣΤΙΓΜΕΣ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ

http://pisostapalia.blogspot.gr/