Όπως θα καταλάβατε φίλοι μου όλα θα στηρίζονται σε πραγματικά γεγονότα , γελαδοεπιδρομές μέσα στο χωριό , καθώς και βόλτες γιδοπροβάτων , το θέαμα θα είναι υπέροχο...
Λίγη υπομονή και θα..διασκεδάσετε πολύ
www.lidoriki.com
«Αρμάτωνε» το όργανο βάζοντας τις χορδές, κατασκευάζοντας τα μπάσσα, καρφώνοντας τον καβαλλάρη, τοποθετώντας σημεία στήριξης και καβίλλιες.
Η αστείρευτη επιθυμία του κόσμου να ακούσει μουσική με μαζικό τρόπο, φθηνά και εύκολα χωρίς περιορισμούς οδήγησε από πολύ παλιά (14ο αιώνα και ίσως και νωρίτερα) στην κατασκευή των περίφημων αυτομάτων μουσικών οργάνων κομμάτι των οποίων είναι και η γνωστή μας λατέρνα.
Πολύπλοκες κατασκευές γεμάτες φαντασία, εφευρετικότητα και πρωτότυπες ιδέες σηματοδότησαν μια περίοδο που ξεκίνησε στην Αναγέννηση αρχίζοντας με το απλό μουσικό ρολόι και φθάνοντας
στο αποκορύφωμά τους στη βιομηχανική επανάσταση. Μια εποχή που δυστυχώς προσπεράσαμε εδώ στην Ελλάδα και δε ζήσαμε τους «αγώνες αυτομάτων» ανάμεσα στους χιλιάδες κατασκευαστές που παρήγαγαν μουσική με κινούμενους χορευτές επάνω στα ρολόγια, με μηχανικά πουλιά που κελαηδούσαν και κύπελλα που τραγουδούσαν όταν τα σήκωνες από το τραπέζι, με ρομπότ- ανθρώπινες φιγούρες που με μηχανικά δάχτυλα έπαιζαν πραγματικά τσέμπαλλα, γυρνούσαν τη σελίδα και στο τέλος έσβηναν το αναμμένο κερί…
Η εγκυκλοπαίδεια αυτομάτων οργάνων είναι μεγάλη όσο ένας τηλεφωνικός κατάλογος και περιγράφει το ζενίθ αυτής της απίστευτης ιστορίας γύρω στις αρχές του 20ου αιώνα με τα «συμφώνια, δηλαδή αυτόματες ορχήστρες σε περίτεχνες θήκες σε μέγεθος δωματίου όπου τα βιολιά με τα μηχανικά δάχτυλα και τα περιστρεφόμενα δοξάρια συνοδεύονταν από μπάντες πνευστών
και πλήθος κρουστών και βιμπραφώνων. Και το πιο απίστευτο είναι ότι ο κόσμος τα αγόραζε: μια πιανόλα κόστιζε σε σημερινά λεφτά από περίπου 20.000 € και ένα συμφώνιο έφτανε τα 400.000 € Ένα από αυτά σώθηκε ως εκ θαύματος και βρίσκεται σήμερα στο Μουσείο του Bruchsal: σώθηκε γιατί άργησε να παραδοθεί κατά μια εβδομάδα. Πελάτης ήταν ο Τιτανικός!
Και ενώ το έτος 1907 κατασκευάστηκαν 150.000 πιανόλες (το 85 % στις ΗΠΑ), πολύ σύντομα όλα έσβησαν με την επικράτηση του γραμμοφώνου και του ραδιοφώνου.
Σήμερα υπάρχει μια ορατή αναβίωση μέσα από την συντήρηση των παλιών οργάνων, από την αυξανόμενη ζήτηση και από τη δραστηριότητα των τουλάχιστον 15 συλλόγων και αντίστοιχων μουσείων αυτομάτων οργάνων διεθνώς.
Η λατέρνα που για παραγωγή ήχου είχε αυλούς με παροχή αέρα. Περίοδος 1600-1900
Παράφραση του «κλαβιέ»: είναι το σύστημα στη λατέρνα που ενεργοποιείται από τα καρφιά του κυλίνδρου και χτυπάει τις χορδές με σφυριά. Μηχανισμός πολύπλοκος και μεγάλης μηχανουργικής ακρίβειας.
Κατασκευαστής της «μηχανής» στη λατέρνα, του γραβιέ (παράφραση του κλαβιέ) που είναι μια πολύπλοκη κατασκευή από τουλάχιστον 400 εξαρτήματα που κινούνται με απόλυτη ακρίβεια. Περιέχει τα «πλήκτρα» δηλαδή τους μοχλούς που ενεργοποιούνταν από ένα δόντι με τα καρφιά του κυλίνδρου και χτυπούσαν τις χορδές με το «σφυρί» τους.
Τα παλιά γρανάζια των κυλίνδρων
ήταν λιμαρισμένα ξύλα οξιάς και κόβονταν στο χέρι με απαράμιλλη τέχνη. Ο μηχανουργός ή «σαλιγκαρτζής» έφτιαχνε το γρανάζι, τον ατέρμονα, τη γλυσιέρα, το μαχαίρι, τον σύρτη, τα κουζινέτα και τον άξονα του κυλίνδρου.
Καθορίζεται από την περίμετρο του κυλίνδρου και από την πυκνότητα των καρφιών. Υπάρχει ένα όριο στο πόσο πυκνά μπορούν να καρφωθούν τα καρφιά για να μπορέσει να λειτουργήσει το όργανο. Στο μέγιστο, ένα αργό τραγούδι διαρκεί μέχρι 40-50΄΄ και ένα γρήγορο 25-30΄΄. Αυτό βέβαια είναι πολύ λίγο για τα σημερινά μέτρα αλλά αυτό που πραγματικά κατάφερνε ο σταμπαδόρος ήταν να ενώσει με τέτοιο τρόπο την εισαγωγή, το κουπλέ και το ρεφραίν ώστε στη δεύτερη περιστροφή του κυλίνδρου να μην ακούγεται η ένωση.
Παράλληλα μιλάμε για μια λιτή, αφαιρετική μουσική με ευδιάκριτη μελωδική γραμμή που χωρούσε στην περίμετρο του κυλίνδρου και με πολλές επαναλήψεις που γίνονταν με πολλές περιστροφές- το ίδιο και στον στίχο. Αυτή έδενε τόσο καλά με το χορό και τελικά μετέφερε ακριβώς το μεγαλύτερο κομμάτι της μουσικής μας κληρονομιάς. Σημερινά τραγούδια χρειάζονται ουσιαστικά μεγαλύτερους κυλίνδρους ή τον χώρο περισσότερων τραγουδιών μέσα στον κύλινδρο, για να μπορέσουν να ακουστούν.
Είναι εντυπωσιακό να δει κανείς πως το μεγαλύτερο μέρος από το «πρώιμο» ρεμπέτικο δένει ακριβώς στη φόρμα της λατέρνας, σαν να πήρε στοιχεία από αυτήν, όπως επίσης μεταγενέστερα ο Χατζιδάκις που επίσης «δανείστηκε» από τη λατέρνα.
Ο γράφων θεωρεί ότι αξίζει τον κόπο να μείνει κανείς στη παλιά φόρμα και διαστάσεις της λατέρνας και να καταφέρει, έστω και με λιγότερες επαναλήψεις ή «φλυαρίες» να μεταγράψει καινούργια μουσική για το όργανο.
Έκανε το βασικό κουτί επάνω στο οποίο συνεργάζονταν όλα τα μέρη του οργάνου: η πλάτη (το πιάνο), ο γραβιές, ο κύλινδρος. Ειδική κατασκευή με πάμπολλα εξαρτήματα, μοχλούς και εφαρμογές.
Η πρώτη καταγεγραμμένη λατέρνα (που ήταν αυτόματο πνευματικό όργανο με κύλινδρο με καρφιά) είναι τοποθετημένη ψηλά στο κάστρο του Salzburg, κατασκευάστηκε το 1502 και πρόσφατα αναπαλαιώθηκε. Σύμφωνα με την παράδοση, αυτή η λατέρνα σηματοδοτούσε το άνοιγμα της πύλης του κάστρου στην ανατολή και το κλείσιμο στη δύση του ήλιου για να θυμίζει στους αγρότες πολίτες της κλειστής πόλης πότε θα κάνουν τις αγροτικές τους εργασίες έξω από τα τείχη.
Ερευνητές υποψιάζονται ότι η τεχνολογία των αυτόματων μουσικών οργάνων υπήρξε πολύ παλαιότερα, με μερικούς να ερευνούν δώρα που χαρίστηκαν σε Χαλίφηδες της Μέσης Ανατολής τουλάχιστον 1000 χρόνια προγενέστερα.
το διάφραγμα επάνω στο οποίο ακουμπούν οι χορδές και ενισχύονται. Αλλιώς λέγεται ταβλαρμόνικα ή αρμονική τράπεζα ή καπάκι. Παραδοσιακά γίνεται από εκλεκτές πυκνόριγες φέτες ερυθρελάτης μεγάλης ηλικίας και από μεγάλο υψόμετρο σε βορεινά πλάτη και βορεινές πλαγιές που στραγγίζουν καλά.
Πολύπλοκη κατασκευή επάνω στο ηχείο που μεταφέρει τη δόνηση της χορδής.
Τα καρφιά που καρφώνονται στο μπαλκόνι και έχουν περασμένες επάνω τους τις χορδές από μια τρύπα και μια θηλειά. Μέσω αυτών γίνεται το κούρδισμα.
Η σπονδυλική στήλη του ηχείου: Στηρίγματα στο πίσω του μέρος σε στρατηγικά σημεία για καλύτερη δόνηση.
Έπαιρνε σημαδεμένο τον κύλινδρο από τον σταμπαδόρο και κάρφωνε 3 είδη καρφιών ανάλογα με το ύψος, το πάχος, τη μύτη και τη γωνία: τους πόντους, τα τέρτσα και τις τρίλλιες.
Δούλευε συχνά με βοηθό που έπαιρνε σύρμα σε καρούλι, το επεξεργαζόταν σε κυλινδρική πρέσσα, το έκοβε, πατούσε τις μύτες κλπ
τα καρφιά της καβίλιας
Το πρώτο «πλήκτρο» στη λατέρνα χτυπάει στο κουδούνι σύμφωνα με τις εντολές του κυλίνδρου και έτσι δίνει τον κρουστό ήχο. Εκτός από όλες τις άλλες απίστευτες ικανότητες που είχαν οι παλιοί τεχνίτες ήξεραν και πώς να σφυρηλατούν ένα κομμάτι ατσάλι, όχι μόνο να το φτιάχνουν κουδούνι αλλά ακόμη και να το «κουρδίζουν» στη νότα που ήθελαν. Στις μεταγενέστερες λατέρνες τα κουδούνια τα έπαιρναν από το επάνω μισό από κουδούνι ποδηλάτου.
Δούλευε και ανεξάρτητα από το εργαστήριο. Είναι γνωστές αναφορές παλιών πλανόδιων για τις ουρές από λατέρνες που μαζεύονταν στις «πιάτσες» κάθε Σάββατο πρωί που περίμεναν να κουρδιστούν. Γνωστή πιάτσα έξω από τα τείχη της πόλης κοντά στο παλάτι, στη γέφυρα του Γαλατά, στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης κ.α. Συντόνιζε τις φωνές τραβώντας τις χορδές και ταίριαζε τα «ρέγουλα» του οργάνου.
Η μεγάλη κατηγορία των λατερνών που χρησιμοποιούσαν κύλινδρο με καρφιά για μουσική και παρήγαγαν τον ήχο με αυλούς, χορδές ή μεταλλικές χτένες.
Ή αλλιώς βαρέλι, είναι η ξύλινη κατασκευή που μεταφέρει τη μουσική. Είναι το cd ή η κασσέτα της εποχής.
Οι παλιοί έκοβαν φέτες φλαμουριού, τις κολλούσαν σε δύο μεγάλες ροδέλες πολυγωνικές και τις τορνάριζαν ώστε να γίνει κύλινδρος. Επάνω εκεί καρφώνονταν τα καρφιά (οι νότες). Στις άκρες είχε άξονες με οδηγούς και ένα γρανάζι. Συνολικά μια δύσκολη κατασκευή, χρονοβόρα και μεγάλης ακριβείας, με συνολικά περίπου 7000 καρφιά για 9 τραγούδια.
Αυτόματο μουσικό όργανο. Ονομάστηκε σύμφωνα με 3 εκδοχές:
1) από το LA TORNO: αυτό που γυρίζει, σύμφωνα με την κίνηση της μανιβέλας
2) από το LANTERN: το φανάρι: προφανώς έλαμπε υποσυνείδητα στα μάτια των θαυμαστών της
3) από τον αγγλικό μηχανουργικό όρο LANTERN DRIVE για τον ατέρμονα στο γρανάζι σύμφωνα με τους πρώτους κατασκευαστές που ήταν Εγγλέζοι. Η πρώτη λατέρνα που παρήγαγε τον ήχο με χορδές κατασκευάστηκε στο Bristol της Αγγλίας το 1808 από έναν κατασκευαστή πιάνων που έβγαλε τα πλήκτρα από ένα παλιό πιάνο και τα αντικατέστησε με έναν κύλινδρο με καρφιά.
Στην Ευρώπη μεσουράνησε την περίοδο 1815-1880 οπότε και αντικαταστάθηκε από πολύπλοκα και μεγαλύτερης πιστότητας όργανα όπως η πιανόλα και άλλα.
Υπεύθυνοι για την εξάπλωσή της σε όλο το Δυτικό κόσμο ήταν κυρίως Ιταλοί τεχνίτες. Γνωρίζουμε μερικούς από τις σφραγίδες τους σε Πολίτικες λατέρνες: Τουρκόνι, Καρμέλλο, Μπρίντιζι και πολλοί Έλληνες που εκπαιδεύτηκαν από αυτούς.
Μνημονεύουμε μερικούς από αυτούς: Αρμάο, Φωτίου, Παπανδρέου, Πολύκαρπος, Τριπολιτσιώτης, Τσώνης, Ντικράν, Πετρόπουλος, Μπαλούρδος, Αλή Μπέη, και πολλοί άλλοι,
Είναι ένα πιάνο που αντί για πλήκτρα έχει ένα κύλινδρο με καρφιά.
Για να δοθεί μια κλίμακα του μεγέθους της «πιάτσας» της λατέρνας, στη Θεσσαλονίκη γύρω στο 1913, τότε που είχε πληθυσμό περίπου 120.000 κατοίκους, υπήρχαν 40
λατερνεργάτες καταχωρημένοι στο πρώτο εργατικό συνδικάτο που ιδρύθηκε στην Ελλάδα εκείνη τη χρονιά. Στη Θεσσαλονίκη υπήρχαν 6 εργαστήρια λατερνών, τα 5 από αυτά συγκεντρωμένα γωνία Αισώπου και Ταντάλου, πίσω από τον σιδηροδρομικό σταθμό. Το καθένα απασχολούσε 5-10 εργάτες. Ειδικότητες πολλές για να βγει ολοκληρωμένο όργανο, όπως ο Μαέστρος, ο σταμπαδόρος, ο καρφωτής, ο αρματωτής, ο σαλιγκαρτζής, ο τορναδόρος, ο ξεχονδριστής, ο μαραγκός, ο γραβιετζής. Χαρισματικοί άνθρωποι αν σκεφτεί κανείς ότι μεγαλούργησαν σε ένα αυταρχικό καθεστώς εργασίας χωρίς πληροφόρηση, χωρίς δικαιώματα και χωρίς μέσα και εργαλεία. Ακόμη και τις βίδες τους συχνά τις έφτιαχναν λιμάροντας καρφιά, και όλα αυτά ανάμεσα σε πολύ και κακό ανταγωνισμό.
Συμβούλευε τον «σταμπαδόρο» για το μελωδικό μέρος της μουσικής, την ενορχήστρωση και τη
μεταγραφή. Στην πραγματικότητα οι καλοί μαέστροι γνώριζαν ότι τα καλά όργανα χωρίζονταν σε ζώνες διαφορετικού ηχοχρώματος και έγραφαν τη μουσική τους σε αντίστοιχες ζώνες έτσι που τελικά η λατέρνα ακουγόταν σαν μια μικρή ορχήστρα.
Οι παλιοί κατασκευαστές έβαζαν την «υπογραφή» τους στη μανιβέλλα σκαλίζοντας το μπρούτζινο μπράτσο και τοποθετώντας ψεύτικα ή και αληθινά κοσμήματα. Στα ακριβά όργανα το χερούλι ήταν κεχριμπαρένιο.
Κυρίως από τις Ελβετικές Άλπεις όπου τα απομονωμένα από το χιόνι χωριά παρήγαγαν σε οικοτεχνίες τα περίφημα κουτιά με τις μεταλλικές χτένες και τους μικροσκοπικούς κυλίνδρους στη διάρκεια του χειμώνα.![]()
Πολύ σημαντικός για την πλάτη του οργάνου: κατασκεύαζε ένα ολόκληρο πιάνο με τη βοήθεια του μαραγκού φτιάχνοντας τον σκελετό, το ηχείο, τον καβαλλάρη, τις γέφυρες και κλείνοντας όλα αυτά με τα μπαλκόνια που θα υποδέχονταν την καβίλλια.
Το σύστημα στη λατέρνα που κρατάει τις χορδές τεντωμένες επάνω στα κλειδιά τους. Ειδικά επεξεργασμένο ξύλο σε φέτες και σε πολύπλοκους συνδυασμούς για να αντέχει μόνιμες πιέσεις πολλών χιλιάδων κιλών.
Το εστιακό σημείο του οργάνου και αυτό που χαρακτηρίζει την αισθητική τους. Σε ένα κατά τα άλλα μουντό έπιπλο και με δύσκολους όγκους, το μπούστο πραγματικά μεταμόρφωνε τη λατέρνα και άφηνε μια ανεξίτηλη μνήμη.
Στο κέντρο μια μεγάλη οβάλ κορνίζα που περιείχε μια γκραβούρα
της εποχής. Υπήρξαν γκραβούρες κομψοτεχνήματα και τυπωμένες με τεχνικές που της δίνουν συλλεκτική αξία. Συνήθως απεικόνιζαν το «μπούστο» μιας νέας καλλονής με ντεκολτέ και μακρύ άσπρο λαιμό, αποκαλυπτικό για την εποχή…έτσι για να τέρπει και τους οφθαλμούς των ακροατών, τότε που έβλεπαν μόνο τις σκιές των γυναικών πίσω από τα παράθυρα. Τέλος, απαραίτητο αξεσουάρ τα μεταξωτά λουλούδια που κατέκλυζαν την κορνίζα και, στα καλά όργανα, ένα περιμετρικό διάτρητο ξυλόγλυπτο με το κλασσικό μοτίβο της λατέρνας, ο αγκαθωτός φράγκικος κισσός.
Το κρατούσε ο «βοηθός» ο οποίος εκτός από τον ρυθμό που κρατούσε με το ντέφι εμπλούτιζε το μικρό σχήμα της λατέρνας: έκανε ταχυδακτυλουργικά νούμερα με το
ντέφι (σβούρες, περιστροφές, πετάγματα), χόρευε, τραγουδούσε, κουβαλούσε το ποδαρικό της λατέρνας, ακόμη και τη μανιβέλλα γύριζε όταν την είχε φορτωμένη ο Λατερνατζής στη πλάτη.
Αλλά το πιο σημαντικό από όλα, είναι ότι το ντέφι ήταν εργαλείο συλλογής χρημάτων: Ήξερε ο βοηθός πως θα κινηθεί γύρω από τη Λατέρνα με ταχύτητα και σκέρτσο, από πού θα ζητήσει και πώς θα οργανώσει το street show.
Ο μηχανουργός των ξύλινων εξαρτημάτων και αυτός που σκάλιζε το μπούστο. Ήταν και ο μαραγκός της παρέας.
Πολλά ακούστηκαν για τα ξύλα, αυτό όμως που είναι πραγματικά η καρδιά του οργάνου και αυτό που μπορεί να πνίξει ή να κάνει εξαιρετικό ένα όργανο είναι η αρμονική τράπεζα (ή ηχείο ή καπάκι ή ταβλαρμόνικα).
Κατά παράδοση από κωνοφόρα πυκνόριγα και καθαρά από ρόζους. Στη σύγχρονη οργανοποιεία από ερυθρελάτη από τον Αρκτικό κύκλο από δέντρα μεγάλης ηλικίας (800-900 χρόνων και πάνω), από ορεινές πλαγιές που στραγγίζουν καλά και πυκνή ποικιλόμορφη βλάστηση.
Για το έπιπλο οι παλιοί χρησιμοποιούσαν τσάμι.
Ο απόγονος της λατέρνας στο δυτικό κόσμο όπου ο κύλινδρος αντικαταστάθηκε με διάτρητες χάρτινες κορδέλες. Θεωρήθηκε ό,τι πιο πολύπλοκο και ευφυές κατασκεύασε ποτέ ο άνθρωπος μέχρι το 1953, οπότε πήρε τη 2η θέση μετά το computer.
Το πίσω μέρος του οργάνου. Είναι ένα κανονικό πιάνο μόνο που έχει λιγότερες οκτάβες. Όπως ακριβώς και στο πιάνο, αποτελείται από τον σκελετό που κρατάει τις χορδές τεντωμένες και από το ηχείο (αρμονική τράπεζα/ ταβλαρμόνικα/ καπάκι) που δίνει την ένταση στο όργανο. Οι χορδές στερεώνονται στο πάνω και κάτω μπαλκόνι και σε όλα αυτά υπάρχει μια τεράστια πίεση 7000 κιλών από το τέντωμα των χορδών.![]()
Αυτή ακριβώς η πίεση έκανε τα όργανα να συνθλίβονται κάτω από το βάρος, να στραβώνουν οι πλάτες, να «σκάνε» τα μπαλκόνια, να «στομώνουν» οι καβίλιες: εξ ου και το γνωστό ρητό «ακούγεται σαν λατέρνα» που σημαίνει ότι ήταν μονίμως ξεκούρδιστες και κακόηχες κάτω από αυτή τη μόνιμη παραμόρφωση.
Υπήρχαν λατέρνες με 33, 35, 37, 39, 41 και 44 πλήκτρα: οι πιο δημοφιλείς ήταν οι 33αρες που ήταν ελαφριές για τους πλανόδιους και οι 37άρες και 39άρες που είχαν πλούσιο ήχο και αρκετές νότες για ένα καλογραμμένο τραγούδι.
Πόδια λατέρνας ή ποδαρικό ή τρίποδο ή καρεκλάκι, γινόταν κατά παράδοση τορναριστό, με μια σχάρα που ένωνε το κάτω μέρος των ποδιών. Η ξυλοτορνευτική τέχνη στην Ελλάδα έχει βαθιές ρίζες στο χρόνο, κι έτσι εμφανίζονται καθαρά ελληνικά στοιχεία στα πόδια, που τα συναντάμε και αλλού, όπως σε κορνίζες, κρεβάτια κ.λπ. Μερικές φορές εμφανίζονται καθρεφτάκια στις σχάρες των ποδιών, χυτά μπρούτζινα μετάλλια ή και ψεύτικες χάντρες. Ο γράφων κατασκευάζει πόδια σε ένα χαρμάνι από ελληνικά και αραβικά μοτίβα, ενισχύει τα πόδια με ένα λεπτό συρματόσχοινο και χρησιμοποιεί χοντρή βακέτα για τα ζωνάρια του. Συχνά ζωγραφίζει τις σχάρες με βικτωριανά αγριολούλουδα τα οποία συνοδεύουν κάποιο αντίστοιχο μοτίβο στη λατέρνα, και δίνει ένα φινίρισμα με τεχνητή παλαίωση. Τέλος, συνηθιζόταν το ένα ζευγάρι ποδιών να μπαίνει μέσα στο άλλο και να μην είναι συμμετρικά.
Πόντοι, τρίλλιες και τέρτσα ήταν τα τρία είδη καρφιών με διαφορετικές διαστάσεις και ύψος που χρησιμοποιούσε ο καρφωτής στο κάρφωμα του κυλίνδρου. Για κάθε καρφί, δεξιά- αριστερά η νότα, πάνω-κάτω ο χρόνος, μέσα-έξω η ένταση και ίσια-λοξά η γωνία για χρονισμό και όλα αυτά με ανοχή ακρίβειας 1/10 του χιλιοστού και επί 7000 καρφιά- πραγματικά επίπονο και τεράστιο έργο η κατασκευή του κυλίνδρου.
Το περίφημο «μυστικό όπλο» των σταμπαδόρων. Ήταν ένα στρόγγυλο χαρτόνι με αριθμημένα τόξα του κύκλου σύμφωνα με τα συνολικά μέτρα του κομματιού και τα δόντια στο γρανάζι του κυλίνδρου. Έμπαινε μπροστά στη μανιβέλλα και σύμφωνα με αυτό ο σταμπαδόρος έβρισκε τις χρονικές αξίες (οριζόντιες γραμμές) στον κύλινδρο για το σταμπάρισμα.
Ήταν ο πρώτος «ευρωπαϊκός» τύπος λατέρνας, από τον οποίο εξελίχθηκε αυτή που γνωρίσαμε εμείς. Η ρομβία πή
ρε το όνομά της από παράφραση του ονόματος «POMBIA» (Πομπηία) της Ιταλικής εταιρίας που την κατασκεύαζε και που οι Έλληνες διάβαζαν το Π σαν Ρ. Είχε μεταλλικό σκελετό όπως και το πιάνο και γι’ αυτό μεταφερόταν κατά παράδοση σε ένα μικρό διακοσμημένο κάρρο με ρόδες. Για να γίνει λοιπόν φορητή, οι Έλληνες τεχνίτες αφαίρεσαν τον μεταλλικό σκελετό που ζύγιζε τα 80 από τα 150 κιλά του οργάνου, γύρισαν την πλάτη ανάποδα, έβαλαν ζωνάρια και έγινε η λατέρνα μας… Με όλα τα φυσικά επακόλουθα της παραμόρφωσης του σκελετού και του αιώνιου ξεκουρδίσματος…
Κατασκεύαζε τον σαλίγκαρο (ατέρμονα) και το γρανάζι που έδιναν κίνηση στον κύλινδρο όπως και κουζινέτα, άξονες, ελατήρια κλπ. Έχουν βρεθεί υπογραφές σε εξαρτήματα όπως στη γλυσιέρα και το μαχαίρι.
Ίσως η σπουδαιότερη ειδικότητα από όλες στην κατασκευή. Πολλές φορές συνδύαζε και τις ειδικότητες του μαέστρου και του καρφωτή και ήταν ο κυρίαρχος τεχνίτης στην κατασκευή του κυλίνδρου. Έβαζε τα σημάδια με τη βοήθεια του ρολογιού για να ακολουθήσει το κάρφωμα και ήταν υπεύθυνος για την ακρίβεια, τη μουσικότητα και τον χαρακτήρα του τραγουδιού. Οι σταμπαδόροι έχαιραν του σεβασμού και της εκτίμησης–μέχρι και λατρείας-του κόσμου της εποχής, όπως οι σημερινοί μεγάλοι συνθέτες που άφησαν πίσω τους μεγάλη εθνική κληρονομιά.
Είναι εξαρτήματα του γραβιέ. Παίρνουν εντολή από το καρφί του κυλίνδρου και χτυπούν τις χορδές. Έχουν χρησιμοποιηθεί σφυριά από σκέτο ξύλο ή ντυμένα με τσόχα όπως στο πιάνο. Τα κάλυπταν με διάφορα είδη δέρματος: και εδώ καθοριστικό το ταλέντο του τεχνίτη που έδινε το «ηχόχρωμα» που ήθελε, ανάλογα με την τεχνική του στα σφυριά.
Στην Ελλάδα και στους Έλληνες της τότε διασποράς η λατέρνα μεσουράνησε από τα μισά του 19ου μέχρι σχεδόν τα μισά του 20ουαιώνα: δούλεψε, έζησε και αγαπήθηκε περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο μέρος του κόσμου- κάτι που το μαρτυρούν τα πλήθη των οργάνων που κυκλοφόρησαν και η ανεπανάληπτη μουσική κληρονομιά που άφησαν.
Πέθανε όταν αντικαταστάθηκε από το γραμμόφωνο και το ραδιόφωνο. Αρχές του 1900 πλανόδιοι γυρνούσαν στα καφενεία και στους δρόμους με ένα φορητό γραμμόφωνο και μια τσάντα δίσκους και είχαν περισσότερη, πιο πλούσια και φθηνότερη μουσική για τον κόσμο.
Η χαριστική βολή δόθηκε από το ραδιόφωνο γύρω στο 1930 και σύντομα από την αστυνομία του δικτάτορα Μεταξά που μαζί με τα κουτσαβάκια, τα μουστάκια και τα μανίκια ο πέλεκυς πήρε και τη λατέρνα- όπως εξάλλου όλα τα εξ Ανατολών προερχόμενα…
Τελευταίες λατέρνες κατασκευάστηκαν γύρω στο 1935 από τα εργαστήρια του Πολύκαρπου και του Φωτίου στη Θεσσαλονίκη. Λίγοι σταμπαδόροι συνέχισαν μεταπολεμικά να παράγουν κυλίνδρους και μουσική, όπως ο περίφημος Αρμάο που συνεργάστηκε και με τον Χατζιδάκη και με τελευταίο τον Τσώνη στις Σέρρες μέχρι το τέλος του 20ου αιώνα.
Όσες λατέρνες επέζησαν μετά τον πόλεμο κακοποιήθηκαν από παλαιοπώλες και ζητιάνους δίνοντας κακό στίγμα φτώχειας και μιζέριας στο όργανο, μέχρι που ως εκ θαύματος γυρίστηκαν 2-3 έργα από τον αξέχαστο Ελληνικό κινηματογράφο δεκαετία του 1960, με κορυφαίο το «Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο» που μάλλον πρέπει να είναι το πιο πολύπαιγμένο έργο στην Ελληνική τηλεόραση μέχρι και στις μέρες μας- καλό για τη λατέρνα που φώλιασε μόνιμα σε ένα πολύ ζεστό κομμάτι της καρδιάς μας.
Αφορά τον ξυλότορνο που έφτιαχνε τον κύλινδρο από φλαμούρι, τους άξονες, τα κουζινέτα και ακόμη το ποδαρικό στη λατέρνα.
9 τραγούδια στον κύλινδρο. Ήταν ζώνες 9 καρφιών ανάμεσα στα διαδοχικά «πλήκτρα» που με μια μικρή μετατόπιση του κυλίνδρου κατά το πάχος ενός καρφιού δεξιά/ αριστερά άλλαζε η σειρά των καρφιών για κάθε πλήκτρο και επομένως άλλαζε τραγούδι.
Κατά παράδοση σε κάθε κύλινδρο υπήρχε μια συγκεκριμένη σειρά, ένα ποτ-πουρί που κάλυπτε κυρίως όλους τους γνωστούς βασικούς χορούς, π.χ. άρχιζε με ένα ευρωπαϊκό βαλς ή ένα «μαρς» συνέχιζε με ένα ταγκό κανταδόρικο και μετά έπιανε τους χορούς με τη σειρά: απλό ή βαρύ χασάπικο, σέρβικο, συρτό, καλαματιανό, μπάλλο, καρσιλαμά, τσιφτετέλι, καροτσέρη, απλό ή απτάλικο ζειμπέκικο σε διάφορους συνδυασμούς.![]()
Οι λίγοι κύλινδροι που γράφτηκαν μεταπολεμικά μετά τον «θάνατο του οργάνου» είχαν και δείγματα λίγων ρεμπέτικων, λαϊκών και σύγχρονων τραγουδιών όπως του Χατζιδάκι και του Θεοδωράκη, κυρίως από τον Αρμάο.
Στα παλιά καλά όργανα η λατέρνα συνοδευόταν και με δεύτερο κύλινδρο με Ευρωπαικά τραγούδια: βαλς, πόλκες, μαζούρκες, ταγκό… που χόρευαν οι κυρίες τα Σαββατοκύριακα στα περίτεχνα κιόσκια στις πλατείες.
Είναι εντυπωσιακό πώς εκείνη η παράδοση του 19ου αιώνα επηρέασε την εξέλιξη του Πολίτικου τραγουδιού που είναι ένα καταπληκτικό είδος από μόνο του και που έχει πολλά «κλασσικά» στοιχεία.
Αντίστοιχη σχέση με το όργανο βλέπουμε στη μουσική του Χατζιδάκη που δούλεψε πολύ πάνω στα στοιχεία της λατέρνας. Η μουσική του θυμίζει αυτόματο όργανο και μεταγράφεται πολύ εύκολα στη λατέρνα.
Ο γράφων πιστεύει ότι ακόμη και το ρεμπέτικο επηρεάστηκε από τα ακούσματα του οργάνου γιατί ήταν το μόνο μέσο μαζικής μουσικής τότε. Βλέπουμε χαρακτηριστικά στοιχεία σαν μπαγλαμαδάκι, στην ενορχήστρωση της μπάσσας ρεμπέτικης κιθάρας και στην εναλλαγή των μελωδιών σε τρίλλιες, οκτάβες κλπ. Δυστυχώς το ρεμπέτικο δεν πρόλαβε να κυκλοφορήσει στη λατέρνα, κάτι για το οποίο γίνεται σήμερα μια προσπάθεια.
Οι μερακλήδες έντυναν το όργανο με βελούδινες φορεσιές με χρυσό σιρίτι και κρόσι. ‘Έχουν βρεθεί κεντήματα με ολόκληρες παραστάσεις με χορευτές κλπ. Με τερζίδικες και συρμακέσικες τεχνικές. Άλλοι πάλι έβαζαν δαντέλλα με βελονάκι και τις έντυναν σαν νύφες…Έτσι υπήρχε σημείο στήριξης και με παραμάνες κρεμούσαν χίλια δυο στολίδια, από Χριστουγεννιάτικες κορδέλλες, καθρεφτάκια, φωτογραφίες, κομπολόγια και χαρτονομίσματα.
Σε μια περίπτωση βρέθηκε μια κεντημένη παράσταση από πανηγύρι που έγραφε «ΖΗΤΩ ΤΟ ΈΘΝΟΣ» που από κάτω με ξεβαμμένο χρώμα και τρύπες στο πανί μπορούσε κανείς να διακρίνει το παλιό ξηλωμένο κέντημα «ΖΗΤΩ Ο ΒΑΣΙΛΕΥΣ».
Η λατέρνα είναι καθαρά χορευτικό όργανο. Το καρφί και το σφυράκι της δίνουν έναν έντονο ρυθμικό χαρακτήρα που αποδίδει πολύ καλά τη μουσική μας παράδοση. Οι διάσπαρτοι Έλληνες στα κέντρα και τα παράλια της Μικράς Ασίας την δούλεψαν τόσο πολύ πού οι αριθμοί τους ήταν εντυπωσιακοί σε σχέση με τον πληθυσμό.
Οι χρήσεις πολλές: Σε εστιατόρια και καφενεία, σε γάμους και πανηγύρια, στο δρόμο, ακόμη και για καντάδες .Οι κλασσικές ημερομηνίες της λατέρνας ήταν η καθαρά Δευτέρα, το Πάσχα και η Πρωτομαγιά.
Πάντα δεμένη με τον χορό στα δημοτικά και με το τραγούδι στα κανταδόρικα. Το πιο δυνατό της όμως σημείο ήταν πάντα το Πολίτικο: ένα είδος από μόνο του με μια απίστευτη κληρονομιά κυρίως από χασάπικα, ζεϊμπέκικα, καρσιλαμάδες και συρτά/ καλαματιανά.
Γράφει o Βασίλης Μαλισιόβας
Η λατέρνα εμφανίστηκε τον 18ο αι. στην Δ. Ευρώπη και αργότερα (το πρώτο τέταρτο του 19ου αι.) στην Ρωσία. Ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής στους πλανόδιους μουσικούς. Λόγω της σχετικά εύκολης μεταφοράς της, περιφερόταν στους δρόμους των πόλεων, αλλά και των χωριών (βλ. «Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο»), γεγονός που την έκανε ιδιαίτερα αγαπητή στον λαό. Ως προς την εισαγωγή και καθιέρωση της λατέρνας ως τρόπου διασκέδασης, θα πρέπει βέβαια να εξετάσουμε και ορισμένες πλευρές της καθημερινής ζωής της εποχής. Στις αρχές του ταραγμένου 20ού αιώνα στην Ελλάδα, στα πραγματικά πολύ κρίσιμα χρόνια για την επιβίωση του πληθυσμού, λόγω των πολέμων, αλλά και των εσωτερικών πολιτικών κρίσεων, σημειώνονται αλλαγές στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Η πόλη, εν προκειμένω η Αθήνα, αλλάζει και νέες συνήθειες εισβάλλουν στην ζωή των ανθρώπων. Νέοι χώροι δημιουργούνται, κέντρα διασκέδασης, κινηματογράφοι, καφέ και τεϊοποτεία, που θα γίνουν πιο ελκυστικά μετά την ηλεκτροδότηση του κέντρου. Σημαντική θέση στην ζωή της πόλης κατέχουν πάντα τα καφενεία, σε συνέχεια μιάς σταθερής αθηναϊκής παράδοσης από παλαιότερα χρόνια. Ανδροκρατούμενοι χώροι ανταλλαγής απόψεων (κυρίως πολιτικών), σχολιασμού της επικαιρότητας, καυγάδων, ειδικά τα χρόνια όξυνσης των πολιτικών παθών, αλλά και συναντήσεων των ανθρώπων των γραμμάτων και της τέχνης, που συνδιαλέγονται μαζί τους. Γύρω στα 1900 στους δρόμους της Αθήνας κάνει την εμφάνισή της η ρομβία, ενθουσιάζοντας με τα μουσικά μοτίβα από την «Τραβιάτα» και το «Ριγκολέτο» τους Αθηναίους, οι οποίοι πρόθυμα ρίχνουν πενταροδεκάρες. Σύντομα οι ρομβίες έπαιζαν και ελληνικά τραγούδια, επιτυχίες της εποχής. Θα την παραμερίσει όμως η εμφάνιση του φωνόγραφου έως την τελική επικράτησή του. Την ρομβία ακολούθησε η λατέρνα στους αθηναϊκούς δρόμους και κυρίως στις ταβέρνες τα βράδια, ενώ δεν έλειπαν οι βραδινές καντάδες, συνήθης τρόπος εκδήλωσης ερωτικών αισθημάτων. Στα Ουκρανικά και τα Πολωνικά ονομάζεται «κατερίνκα», ενώ στα Αγγλικά «street organ». Η λατέρνα όμως λέγεται και «ρομβία», από την ιταλική φίρμα που ήταν γραμμένη πάνω στις λατέρνες. Το όνομα της εταιρείας ήταν βέβαια «ΡΟΜΒΙΑ», δηλαδή Pombia, Πομπία, αλλά διαβάζοντας τα κεφαλαία λατινικά γράμματα στην ελληνική, καθιερώθηκε σαν Ρομβία!
Πολλά χρόνια αργότερα ήρθαν τα τζουκ-μποξ. Στα βιβλία με τους εφευρέτες δεν αναφέρεται το όνομα εκείνου που πρώτος ανακάλυψε τα ηλεκτρόφωνα (τζούκ-μπόξ). Ως αρχή μπορούμε να θεωρήσουμε το έτος 1906, την χρονιά που η εταιρεία John Gabel παράγει τον «Αυτόματο Διασκεδαστή». Αργότερα, το 1927, ανοίγει η εταιρεία ΑΜΙ, με μηχανήματα αυτόματης επιλογής 30 τραγουδιών, το 1928 η Seeburg με 8 επιλογές, το 1933 η Wurlitzer με τα μοντέλα Ρ10 και Ρ12 και το 1935 η Rock Ola με το μοντέλο Night Club με 12 επιλογές. Έτσι ξεκίνησε η εποχή του σουίνγκ και του τσά-τσά. Ήταν η «χρυσή εποχή των τζούκ-μπόξ» που μαγνήτιζαν με τον ρυθμό και τα πολύχρωμα φώτα τους στα μισοσκόταδα των μπάρ. Στο τέλος όμως της δεκαετίας του 1940, στο εξωτερικό τα τζούκ-μπόξ σταδιακά εξαφανίζονται. Αντίθετα, στην Ελλάδα τότε αρχίζουν να γίνονται γνωστά, όταν δηλαδή «έξω» ήταν μία ξεπερασμένη μόδα. Ιδιαίτερα στην δεκαετία του 1950 άρχισαν στα ελληνικά κλάμπ, στις ταβέρνες, στα καφενεία να κάνουν αισθητή την εμφάνισή τους τα πρώτα ηλεκτρόφωνα με ελληνικό και ξένο ρεπερτόριο. Τα τζούκ-μπόξ στην Ελλάδα είναι σπάνια, η δε τιμή τους εξαρτάται από την κατάσταση στην οποία βρίσκονται. Οι ειδικοί των τζούκ-μπόξ υποστηρίζουν ότι τα Wurlitzer είναι τα πιο σπάνια στον κόσμο, αλλά μπορεί να δημιουργήσουν στον αγοραστή προβλήματα γιατί είναι εξαιρετικά δύσκολο να βρεθούν ανταλλακτικά. Στην Αμερική τα πιο δημοφιλή είναι τα Wurlitzer 1015 του ’47 ή του ’48. Το πιο σπάνιο είναι το Wurlitzer 850. Σήμερα η Wurlitzer παράγει το Wurlitzer One More Time CD, το οποίο λειτουργεί με CD και βεβαίως η τιμή του είναι αρκετά… αρμυρή.
www.musicpaper.gr
H ιστορία της λατέρνας (la torno = αυτό που γυρίζει) χάνεται στο χρόνο. Λέγεται ότι η πρώτη λατέρνα κατασκευάστηκε το 1808 από έναν κατασκευαστή πιάνων στο Bristol της Αγγλίας, ο οποίος έβγαλε τα πλήκτρα και τα αντικατέστησε με έναν κύλινδρο με καρφιά.... Κυκλοφόρησε στο Βέλγιο, στη Γαλλία, Βόρεια Ιταλία και στις…..Ανατολικές Πολιτείες της Αμερικής.
Είχε μια εκρηκτική εξάπλωση, ειδικά στις Ελληνικές παροικίες της Ευρώπης και της Ανατολής.Κυρίως στη Κωνσταντινούπολη, Αθήνα, Πειραιά, Θεσσαλονίκη, Κάιρο, Αλεξάνδρεια, Σμύρνη, Βουκουρέστι κλπ, με τεχνίτες Έλληνες και αρκετούς Αρμένιους, που έγραψαν Ελληνική και Ευρωπαϊκή μουσική.
Η πρώτη ελληνική λατέρνα δημιουργήθηκε γύρω στα 1880. Τότε η συνεργασία του Έλληνα Ιωσήφ Αρμάου και του Ιταλού Jugepe Turconi απέφερε την λατέρνα.
Οι δυο τους πολύ καλοί φίλοι με έντονες μουσικές και κατασκευαστικές δεξιότητες έφτιαξαν στην Κωνσταντινούπολη την πρώτη λατέρνα. Είχαν δημιουργήσει ένα συνεταιρισμό όπου είχαν διαχωρίσει τη δουλειά σε δύο κομμάτια. Ο Turconi ασχολιόταν με το κατασκευαστικό κομμάτι ενώ ο Αρμάος με την καταγραφή, δηλαδή το «σταμάτημα» των τραγουδιών. Είχε το σχήμα μεγάλου κιβωτίου που μπορούσε να κουβαληθεί στις πλάτες του και συνήθως ήταν αρκετά μεγάλος ώστε να χωράει εννέα τραγούδια.
Στην Κωνσταντινούπολη ήταν «αρχόντισσα και κυρά» σύμφωνα με τη Ζάννα Αρμάου. Βασίλευε στα πολυτελή εστιατόρια του Βοσπόρου, τότε που ο ελληνισμός της Πόλης ζούσε τη «χρυσή του εποχή». Όλα τα μεγάλα κέντρα και τα πλουσιόσπιτα της Πόλης και της Μικράς Ασίας, είχαν τις δικές τους λατέρνες. Δεν γινόταν γάμος ή χορός ή άλλη γιορτή χωρίς λατέρνα που να παίζει μέχρι το πρωί. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις αρχές του 20ου αιώνα υπήρχαν γύρω στις 5.000 λατέρνες στην Κωνσταντινούπολη, Αθήνα και Πειραιά, ένας αριθμός εντυπωσιακός, γατί σε σχέση με τον τότε πληθυσμό είχε την ίδια πυκνότητα ανά κάτοικο που έχουν σήμερα τα πιάνα.
Η λατέρνα μεσουράνησε σε μια εποχή που δεν υπήρχε γραμμόφωνο, ραδιόφωνο, στερεοφωνικό, τηλεόραση….κυριολεκτικά τίποτα. Ο κόσμος με τη λατέρνα ψυχαγωγήθηκε, χόρεψε, τραγούδησε….Γράφτηκαν σ αυτήν τραγούδια Σμυρναίικα, δημοτικά, ρεμπέτικα, κανταδόρικα. Εθνικά εμβατήρια , ακόμη και πόλκες, μαζούρκες, βαλσάκια και ταγκό. Δεν είναι υπερβολικό να πούμε ότι ένα σοβαρό κομμάτι από τη μουσική μας κληρονομιά είναι επηρεασμένο από τα ακούσματα και τις τεχνικές δυνατότητες αυτού του οργάνου.
Υπήρχαν δύο ομάδες ειδικοτήτων: οι πρώτοι οι «Οργανοποιοί» – κατασκεύαζαν το όργανο και οι δεύτεροι – οι «Σταμπαδόροι» – ή «καρφωτές» έκαναν τα τραγούδια. Κάθε νέο τραγούδι γινόταν επιτυχία μετά το «σταμπάρισμά» του στον κύλινδρο. Γνωστά ονόματα: Τουρκόνι, Αρμάο, Γεωργίου, Καρμέλλο, Μπρίντιζι, Τριπολιτσιώτης, Πολύκαρπος, Παπανδρέου, Ντικράν, Αλή Μπέη, Ευθυμίου, Φωτίου,….άνθρωποι που γνώρισαν τεράστια δόξα στο χώρο αυτό. Διασημότερος καρφωτής υπήρξε ο Νίκος Αρμάος.
Ενα ξεχωριστό χαρακτηριστικό της λατέρνας ήταν και το στόλισμά της. Υπήρχαν καταστήματα που πουλούσαν αποκλειστικά στολίδια και άλλα είδη γι αυτήν. Είχαν σκεπάσματα από δέρμα σε διάφορα χρώματα, με κεντίδια σκαλισμένα διάτρητα. Αυτές ήταν οι φορεσιές. Υπήρχαν βελούδινα σκεπάσματα με ρέλι, χρυσοκεντήματα με παραστάσεις (πχ 2 κοπέλες να κρατούν την ελληνική σημαία, ή παραστάσεις από μάχες του 1821. Κύριο βάρος στο στολισμό της λατέρνας είχαν οι χάντρες, τα κομπολόγια και οι εικόνες. Η εικόνα που είχαν στη μέση, ήταν σχεδόν πάντοτε της Μαρίας της Πενταγιώτισσας ή της Ρόζας Εσκενάζυ.
Τέλος, τα πόδια που στηριζόταν η λατέρνα ήταν ξυλόγλυπτα. Το τέλος αυτής της ιστορίας άρχισε να έρχεται με την εμφάνιση του γραμμόφωνου και του ραδιοφώνου. Αρχίζει τότε να παραγκωνίζεται σαν μέσο διασκέδασης του κοινού. Η εμφάνιση του ομιλούντος κινηματογράφου της αφαιρεί έναν ακόμη ρόλο.
Τέλος η στενή επαφή της με το ρεμπέτικο τραγούδι και η είσοδος της σε καταγώγια τη φέρνουν σε σύγκρουση με το κατεστημένο και την περιθωριοποιούν.
Η δικτατορία του Μεταξά απαγορεύει το ρεμπέτικο και μαζί μ αυτό θέτει «εκτός νόμου» και τη λατέρνα. Τα όργανα μαζεύονται από το δρόμο, και αποσύρονται στις αποθήκες. Το φιλί της ζωής για τη Λατέρνα που ξεψυχάει θα το δώσει ο κινηματογράφος, που την είχε υποστηρίξει και στο παρελθόν, δια χειρός Φιλοποίμενος Φίνου αυτή τη φορά. Γυρίζει δύο ταινίες όπου πρωταγωνιστεί η Λατέρνα: το «Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο» το 1955 και το «Λατέρνα, φτώχεια και γαρύφαλλο» το 1957, σε σενάριο και σκηνοθεσία του Αλέκου Σακελάριου με τους Αυλωνίτη, Φωτόπουλο, Καρέζη, Αλεξανδράκη.
Η υπέροχη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι τυπωμένη στον κύλινδρο από τον Νίκο Αρμάο ενθουσιάζει τον κόσμο. Η λατέρνα γίνεται μόδα. Όσοι μπορούν να πληρώσουν παίρνουν ένα όργανο στο σπίτι. Όλοι σχεδόν οι μεγάλοι συνθέτες όπως ο Θεοδωράκης, ο Ξαρχάκος, ο Μαρκόπουλος, ο Πλέσσας χρησιμοποιούν τον ήχο της για να ντύσουν τα τραγούδια τους.
Η λατέρνα μπαίνει στο soundrack κι άλλων ταινιών, όπως το «Ποτέ την Κυριακή», «Τα κόκκινα φανάρια». ακόμα και ξένων παραγωγών όπως το «Απόδραση στην Αθήνα». Όμως οι μέρες της μεγάλης δόξας έχουν περάσει ανεπιστρεπτί. Με τη χούντα μάλιστα έρχονται και νέες περιπέτειες για τους περιπλανώμενους οργανοπαίκτες που οδηγούνται στα κρατητήρια με την κατηγορία της επαιτείας. Σήμερα στην περιοχή της Αττικής υπάρχουν λιγότερα από 10 περιπλανώμενα όργανα και ίσως να υπάρχουν και άλλα τόσα στην υπόλοιπη Ελλάδα.
Οι λατέρνες πλέον αποτελούν συλλεκτικά κομμάτια. Κάποιες κοσμούν ιδιωτικές συλλογές στην Ευρώπη και την Αμερική. Μαζί με τα όργανα χάθηκαν σιγά – σιγά και οι τεχνίτες της λατέρνας. Το 1978 ο Νίκος Αρμάος έλεγε: «Εγώ την αγαπάω σαν παιδί μου, σα να τη γέννησα εγώ, αλλά δεν τη βλέπω να έχει πιότερη ζωή από τη δική μου». Στις 14 Μαΐου 1979 ο Νίκος Αρμάος πεθαίνει. Τη σκυτάλη παίρνει ο 65χρονος τότε, γιος του Τζούλιος και συνεχίζει μέχρι το δικό του θάνατο το Φεβρουάριο του 1995.
Μετά το θάνατο του Αρμάου, συνεχιστής του έργου του έγινε ο Αντώνης Νασιόπουλος, που πολύ βοήθησε και επηρεάστηκε από τον προηγούμενο. Άλλος επίσης άξιος συνεχιστής είναι ο Πάνος Ιωαννίδης από τη Θεσσαλονίκη, που έκανε μεγάλη προσπάθεια για την αναβίωση και την κατασκευή της λατέρνας. Το βιβλίο του μάλιστα «Λατέρνα η αρχόντισσα του δρόμου» είναι το μοναδικό που κυκλοφορεί για τη λατρεία αυτή τη στιγμή.
Y.Γ. To κείμενο υπογράφει ο κ. Λιναρδάτος