Showing posts with label ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Show all posts
Showing posts with label ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Show all posts

21.10.15

ΠΕΖΟΣ ΛΟΓΟΣ


            ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

  Ο πεζός λόγος διαφέρει απ' τον ποιητικό , τον έμμετρο . Δεν έχει μέτρο , ούτε ομοιοκαταληξία . Δεν έχει μια συγκεκριμένη μορφή , γεννιέται απ' τη γνώση , την παρατηρητικότητα , απ' το μυαλό . Βασικό στοιχείο έχει τη λογική , τις ιδέες χωρίς να αρνιέται τη φαντασία και το αίσθημα . Έχει δικά του εσωτερικά και εξωτερικά γνωρίσματα . Δεν είναι σαν την ποίηση έμφυτη , που δεν διδάσκεται στον άνθρωπο , που χρησιμοποιεί την έμπνευση , τη φαντασία , την καρδιά , το αίσθημα . Ο πεζός λόγος είναι η διατύπωση της ακρίβειας , της λογικότητας για τούτο και γράφονται μ' αυτόν η φιλοσοφία , η ιστορία και τα επιστημονικά έργα .

   Το πεζογράφημα είναι η αποτυπωμένη προφορική μας ομιλία , όμως κι ένας τεχνικός λόγος καλλιτεχνικής έκφρασης . Τα πρώτα έργα του πεζού λόγου φανερώθηκαν μετά την ποίηση και κατά τον 6ο π.Χ. αιώνα , και τούτο γιατί η απομνημόνευσή τους δεν είναι τόσο εύκολη όσο στα ποιητικά κείμενα . Σ' αυτούς τους χρόνους καλύτερος πεζογράφος είναι ο Εκαταίος ο Μιλήσιος , ακολούθησαν ο Δημόκριτος , ο Ιπποκράτης , ο Ηρόδοτος , και αργότερα ο Θουκυδίδης , ο Πλάτωνας , ο Ξενοφώντας , ο Λυσίας , ο Αριστοτέλης κ.α . που ανέβασαν τότε την πεζογραφία στην ψηλότερη βαθμίδα .

    Κατά την Αναγέννηση , ο Γαλλικός πεζός λόγος μας έδωσε αληθινά έντεχνα έργα και η Ελληνική πεζογραφία από τα 1830 καθώς πέρασε από διάφορα στάδια με την επίδραση του αττικισμού , έφτασε ως τα σήμερα με την επικράτηση της ζωντανής , της αληθινής , δημοτικής γλώσσας του λαού μας . Με την καθαρεύουσα εκφράζεται η επιστήμη , με τη δημοτική η λογοτεχνία .

   Ένα πεζογράφημα για να λέγεται και να είναι καλό , πρέπει να έχει σωστή φραστική διάρθρωση , λογική συνέπεια , τεχνική επεξεργασία . Να χρησιμοποιούνται λέξεις ωραίες , σχήματα λόγου , εικόνες , προσωποποιήσεις , παρομοιώσεις , μεταφορές , σύνθετες λέξεις , αντίθετες , κοσμητικά επίθετα , ερωτήσεις , περιγραφές , χαρακτηρισμοί , όλα τα καλολογικά στοιχεία και να μην αποφεύγεται , όπου χρειάζεται , ο διάλογος .

    Το προσωπικό ύφος του πεζογράφου και το περιεχόμενο του πεζογραφήματος διαμορφώνουν την πεζογραφία , την ξεχωρίζουν , την καταξιώνουν . Κάθε σημαντικός πεζογράφος έχει το δικό του ύφος , το σφραγισμένο με τον προσωπικό του τόνο , την ξεχωριστή έκφραση , το ρυθμό και τη γλώσσα . Το ύφος , όπως είπε ο Μπουφόν , είναι ο άνθρωπος .

   Και το ύφος στους μεγάλους συγγραφείς είναι διαφορετικό και αλλάζει ακόμα από εποχή σε εποχή , δύσκολο είναι να κατατάξουμε απόλυτα σε κατηγορίες το ύφος . Μπορούμε όμως κάλλιστα να του δώσουμε τις ονομασίες : καλό , αφελές , αδρό , μέσο , γλαφυρό , υψηλό , μικτό , Ελληνικό , Γαλλικό κλπ, και ανάλογα με το θέμα η το είδος να το πούμε : αφηγηματικό , λυρικό , τραγικό , ρητορικό , ιστορικό , ελεγειακό .

   Η δημιουργία του ύφους για τον καθένα είναι μια κατάκτηση του εκφραστικού τρόπου , καλλιεργείται και πετυχαίνεται , ο Ντε Αμίτσις λέει σχετικά : μη γυρεύεις ένα ύφος ! σκέψου , μελέτα , δούλεψε , αγάπα , ζήσε ..και τότε θα το βρεις ...

    ΤΑ ΕΙΔΗ ΤΟΥ ΠΕΖΟΥ ΛΟΓΟΥ

   Ο πεζός λόγος , ανάλογα με το περιεχόμενο και τη μορφή του , χωρίζεται βασικά σε τρία είδη : στο διήγημα , στο μυθιστόρημα και στη νουβέλα .

1. ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ

   Το διήγημα είναι η έντεχνη απόδοση κάποιας αληθινής η φανταστικής ιστορίας . Διακρίνεται για τη μικρή του έκταση , την πλοκή , το ύφος , την περιγραφή , και την ολοκληρωμένη του μορφή . Σκοπός του είναι να δώσει το χρήσιμο και το ωφέλιμο . Να δημιουργήσει αισθητικές εντυπώσεις , αλλά και μια ψυχική ευχαρίστηση .

   Το διήγημα παίρνει την αρχή του από το μύθο με τη διαφορά ότι είναι μεγαλύτερη η έκτασή του από αυτόν και η υπόθεσή του φαίνεται σαν αληθινή . Στο διήγημα περιγράφονται πρόσωπα και καταστάσεις , γίνεται διήγηση για μια περιπέτεια η για ένα επεισόδιο και χρησιμοποιούνται κύρια και δευτερεύοντα πρόσωπα μαζί με τον διάλογο . Το διήγημα έχει πολλές απαιτήσεις , δεν είναι και τόσο εύκολο και η επίδρασή του είναι μεγάλη . Ανάλογα με το θέμα του , με το σκοπό που γυρεύεται , το χρόνο και τον τόπο , διακρίνεται σε ιστορικό , φιλοσοφικό , ηθογραφικό , ψυχαναλυτικό , αστυνομικό , κοινωνικό , ερωτικό , πολεμικό , θαλασσινό , νησιώτικο , αγροτικό , σατιρικό κλπ.

   Στους νεώτερους χρόνους , κύριοι εκπρόσωποι του διηγήματος απ' τους ξένους συγγραφείς είναι οι : Μπαλζάκ , Γκωτιέ , Βολταίρος , Φλωμπέρ , ( Γάλλοι ) , Γκαίτε , Τσβάιχ , Χόφμαν , ( Γερμανοί ) , Ντίκενς , Ουάιλδ , Κίπλιγκ , ( Άγγλοι ) , Ντε Αμίτσις , Ντ' Ανούτσιο , ( Ιταλοί ) , Πόε , Τουέν , ( Αμερικανοί ) , Γκόρκυ , Τσέχωφ , Αντρέγιεφ , Γκόγκολ , ( Ρώσοι ) κ.α .

   Από τους Έλληνες : Παπαδιαμάντης , Καρκαβίτσας , Βουτυράς , Νιρβάνας , Εφταλιώτης , Ξενόπουλος , Χριστοβασίλης , Μυριβήλης , Βενέζης , Αιμιλία Δάφνη , Αρσινόη Παπαδοπούλου κ.α .

2 . ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

   Το μυθιστόρημα είναι λογοτεχνικό έργο μεγαλύτερο στην έκτασή του απ' το διήγημα . Για θέματά του έχει φανταστικές περιπέτειες κι ακόμα ιστορικά γεγονότα που όλα κινούνται γύρω απ' τους ήρωες του κειμένου . Το μυθιστόρημα ξεκινάει από τη διήγηση και με την κατάλληλη πλοκή του μύθου , παρουσιάζει τη δράση των ηρώων που πρέπει να είναι ζωντανή για να κρατηθεί το ενδιαφέρον του αναγνώστη .

   Και το μυθιστόρημα μπορούμε να το κατατάξουμε σε διάφορα είδη ανάλογα με το περιεχόμενό του και με την σημασία του , όπως : κοινωνικό , ιστορικό , θρησκευτικό , παιδαγωγικό , αστυνομικό , περιπετειών κλπ.

   Μυθιστόρημα Ελληνικό στους αρχαίους χρόνους δεν υπήρχε , στις Ευρωπαϊκές χώρες το όνομά του ήταν ρ ο μ ά ν τ ζ ο με λατινική καταγωγή . Ρομάντζο λέμε το μυθιστόρημα που έχει συναισθηματικό περιεχόμενο , τη λέξη μυθιστόρημα , μας την έδωσε πρώτος ο Κοραής , και από τότε αυτή χρησιμοποιείται .

   Μ υ θ ι σ τ ο ρ ι ο γ ρ ά φ ο ς λέγεται εκείνος που γράφει το μυθιστόρημα . Κάθε μυθιστόρημα παρουσιάζει κι' ένα δράμα , γι' αυτό μπορεί εύκολα να γίνει καιν θεατρικό έργο .

   Η νεοελληνική λογοτεχνία έχει να παρουσιάσει αρκετά καλά μυθιστορήματα και αξιόλογους συγγραφείς , τους : Εμμανουήλ Ροίδη , Γρηγόριο Ξενόπουλο , Παύλο Νιρβάνα , Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη , Ι. Κονδυλάκη κ.α.

3 . Η ΝΟΥΒΕΛΑ

   Η νουβέλα είναι ένα πεζό λογοτεχνικό είδος που βρίσκεται ανάμεσα στο διήγημα και το μυθιστόρημα , είναι μεγαλύτερη απ' το διήγημα και μικρότερη απ' το μυθιστόρημα . Το όνομά της είναι Γαλλικό από τη λέξη νουβέλε που θα πει διήγημα . Και στη νουβέλα υπάρχει πλοκή μεγαλύτερη από αυτή που έχει το διήγημα και κάθε στοιχείο λογοτεχνικό που μπορεί να ευχαριστήσει και να διδάξει . Έλληνες που έγραψαν νουβέλες είναι ο Βιζυηνός , ο Κονδυλάκης , ο Δροσίνης , ο Παπαδιαμάντης , ο Νιρβάνας , ο Χατζόπουλος , ο Ξενόπουλος κ.α .

ΑΛΛΑ ΕΙΔΗ ΠΕΖΟΥ ΛΟΓΟΥ

Η   ε π ι φ υ λ λ ί δ α , είδος που χρησιμοποιείται στη δημοσιογραφία και πρωτοφάνηκε στη Γαλλία στα 1799 . Δημοσιεύεται σε περιοδικό η εφημερίδα στο κάτω μέρος της σελίδας , και χωρίζεται από μια  γραμμή οριζόντια ολοσέλιδη ή μικρότερη . Μπορεί να είναι φιλολογικό άρθρο , επιστημονικό , πολιτικό , ακόμα και μυθιστόρημα σε πολλές συνέχειες . Σαν επιφυλλίδα δημοσιεύτηκαν διηγήματα του Παπαδιαμάντη πρώτα στην " Εφημερίδα " του Κορομηλά και αργότερα διάφορα κείμενα στην " Πρωία ".

Σήμερα επιφυλλίδες βρίσκουμε σχεδόν σε όλες τις εφημερίδες .

Η  ε π ι σ τ ο λ ο γ ρ α φ ί α είναι ένα ξεχωριστό λογοτεχνικό είδος και ασχολείται με την τέχνη του γραψίματος της επιστολής . Το περιεχόμενό της μπορεί να είναι αισθηματικό , κοινωνικό , θρησκευτικό , φιλολογικό , περιγραφικό κ.α.

Οι επιστολές στην αρχή γράφτηκαν για να εξυπηρετήσουν την ανθρώπινη επαφή που δυσκόλευε η απόσταση . Αργότερα όμως αναπτύχθηκε η πολιτική επιστολογραφία και με τον καιρό έφτασε να δώσει έργα τέχνης . Η επιστολή χρειάζεται σαφήνεια , φραστική ομορφιά , γλωσσική επεξεργασία , υποβολή . Διακριθέντες επιστολογράφοι είναι : Ο Αριστοτέλης , ο Πλάτωνας , ο Δημοσθένης , ο Κοραής , ο Νεόφυτος Δούκας , ο Απόστολος Παύλος .

Τ α   θ ε α τ ρ ι κ ά έ ρ γ α   παίρνουν ξεχωριστή ονομασία από την υπόθεσή τους . Έτσι έχομε το δράμα , την τραγωδία , την κωμωδία , το μελόδραμα κ.α.

Στην αρχαία Ελλάδα το θεατρικό έργο γραφόταν έμμετρα , ποιητικά , σήμερα όμως γράφεται με τον πεζό λόγο . Ανάλογα με τις πράξεις που έχει λέγεται μονόπρακτο , δίπρακτο , τρίπρακτο . Τα θεατρικά έργα είναι γνήσια λογοτεχνικά, έχουν πλοκή , διδάσκουν και μορφώνουν . Το θέατρο είναι κι αυτό ένα σχολείο , παρουσιάζει τη ζωή , δίνει την κάθε αλήθεια , καλλιεργεί την ψυχή , ανυψώνει το πνεύμα . Για τη μεγάλη επίδρασή του το κάθε κράτος έχει το Εθνικό του θέατρο .

Ο ι β ι ο γ ρ α φ ί ε ς εξετάζουν τη ζωή των ανθρώπων που διακρίθηκαν σε κάποιο τομέα με τις αρετές τους και βοήθησαν στην άνοδο του πολιτισμού , η με τις κακές τους αποφάσεις έγιναν αιτία καταστροφών .Η βιογραφία χρειάζεται έρευνα , λεπτομέρειες , ιστορική επεξεργασία , κριτική διάθεση , γνώση της δημόσιας και ιδιωτικής ζωής του παρουσιαζόμενου , λογοτεχνικό ύφος .Πρέπει να αποφεύγονται οι υπερβολές , καθώς και εκτιμήσεις που δεν είναι αληθινές . Οι βιογραφίες είναι διδακτικές , καλλιεργήθηκαν απ' τους αρχαίους Έλληνες , τους Ρωμαίους , τους Βυζαντινούς και κυκλοφόρησαν πολλά βιβλία μ' αυτές . Από τον Α.Γούδα εκδόθηκαν 8 τόμοι μετά την απελευθέρωση του 21 με τον τίτλο " Βίοι παράλληλοι των επί της Αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών ", από τον Φωτάκο " Βίοι Πελοποννησίων ", από το Σπύρο Μελά " Ο Γέρος του Μοριά "και πολλές άλλες , όπως και πολλές βιογραφίες για παιδιά .

Η   κ ρ ι τ ι κ ή     είναι προσωπικό , υποκειμενικό πεζογραφικό είδος , για τούτο και οι γνώμες διαφέρουν και αλληλοσυγκρούονται πάνω στο ίδιο κείμενο . Γίνεται από τις στήλες των περιοδικών και των εφημερίδων και την ενδιαφέρουν βιβλία , ζωγραφική , γλυπτική , μουσική , θεατρικά έργα και γενικά κάθε έργο τέχνης . Τα κριτήρια για τον κριτικό δεν μπαίνουν σε καλούπια , διαφορετικά θα κρίνουν , ίσως , δυο κριτικοί το ίδιο κείμενο , γι' αυτό χρειάζεται συνείδηση , γνώση , αίσθημα , πλούσια εμπειρία και διάθεση .

Οι πραγματείες , οι μονογραφίες , οι διατριβές και οι μελέτες , δύσκολα μπορούν να χαρακτηρισθούν λογοτεχνήματα .

www.lidoriki.com

3.10.15

EMMETΡΟΣ ΛΟΓΟΣ - ΠΟΙΗΜΑ


ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

IMG0017

ΓΡΑΨΤΕ  ΚΑΙ  ΣΕΙΣ  ΕΝΑ  ΠΟΙΗΜΑ , ΜΠΟΡΕΊΤΕ ….

Το ποίημα ξεχωρίζει απ' τον πεζό λόγο . Βασικά στοιχεία έχει το στίχο , το ρυθμό , και το μέτρο .
Σ τ ί χ ο ς  :  είναι μια σειρά από συλλαβές που έχουν ένα ρυθμό . Κάθε ποίημα έχει δικό του αριθμό στίχων .
Μ έ τ ρ ο   :  είναι το ταίριασμα των τονισμένων και άτονων συλλαβών για ένα ρυθμικό αποτέλεσμα .
Τ ό ν ο ς  : είναι το δυνάμωμα της φωνής στις ανάλογες συλλαβές , έτσι που να μη χάνεται η αρμονία του στίχου . Χωρίς τόνο δεν έχουμε ρυθμό . Ο ρυθμός δεν μένει πάντα ο ίδιος αλλά αλλάζει .
Μ Ε Τ Ρ Α : Τα μέτρα είναι πέντε : ι α μ β ι κ ό , τ ρ ο χ α ϊ κ ό , α ν α π α ι σ τ ι  κ ό , δ α κ τ υ λ ι κ ό και μ ε σ ο τ ο ν ι κ ό . Χωρίζονται σε δισύλλαβα και τρισύλλαβα . Δισύλλαβα είναι το ιαμβικό και το τροχαϊκό μέτρο . Τρισύλλαβα το αναπαιστικό , το δακτυλικό , και το μεσοτονικό μέτρο .
Το    ι α μ β ι κ ό  :  μέτρο γίνεται από δύο συλλαβές με τονισμένη τη δεύτερη . Η τονισμένη συλλαβή σημειώνεται με τη γραμμή ( -) και λογαριάζεται μακρά , η άτονη με τη γραμμή σχεδόν ημικυκλίου , σαν το καπελάκι που βάζαμε πάνω απ' τα κλάσματα όταν τα κάναμε ομώνυμα , ο Η/Υ όμως δεν έχει κάτι παρόμοιο , γι΄αυτό θα βάζουμε το υ , κάπως έτσι ( υ ) και λογαριάζεται βραχεία .
Ιαμβικό μέτρο : καλός , καιρός , μικρό , παιδί .
Σημειώνεται έτσι : κα λός , και ρός , μι κ ρό , παι δί .
υ - υ - υ - υ -
Το    Τ ρ ο χ α ι κ ό  : μέτρο γίνεται από δύο συλλαβές με τονισμένη την πρώτη . Π.χ . ξέ ρω
έ λα , τώ ρα , πά λι , - υ
- υ - υ - υ
Το    α ν α π α ι σ τ ι κ ό  : μέτρο γίνεται από τρεις συλλαβές με τονισμένη την τελευταία συλλαβή . Π.χ. τραγουδώ , γελαστός , φωτεινός , ουρανός . Σημειώνεται έτσι :
τρα γου δώ , γε λα στός , φω τει νός , ου ρα νός .
υ υ - υ υ - υ υ - υ υ -
Το    δ α κ τ υ λ ι κ ό  : μέτρο γίνεται από τρεις συλλαβές με τονισμένη την πρώτη .
Π.χ : φώ να ξε , δά κρυ σε , σή με ρα , πή γα με
- υ υ - υ υ - υ υ - υ υ
Το   μ ε σ ο τ ο ν ι κ ό : μέτρο γίνεται από τρεις συλλαβές με τονισμένη τη μεσαία .
Π.χ. τριγύρω , κοιτούσα , λουλούδι , κρατούσα .
Σημειώνεται έτσι : τρι γύ ρω , κοι τού σα , λου λού δι , κρα τού σα .
υ - υ υ - υ υ - υ υ - υ
Ιαμβικό μέτρο : υ - . Άτονη συλλαβή , τονισμένη .
Τροχαϊκό μέτρο : - υ . Τονισμένη συλλαβή , άτονη .
Αναπαιστικό μέτρο : υ υ - . Δύο άτονες , μία τονισμένη .
Δακτυλικό μέτρο : - υ υ . Τονισμένη , δύο άτονες .
Μεσοτονικό μέτρο : υ - υ . Άτονη , τονισμένη , άτονη .

   Το μεσοτονικό μέτρο λέγεται και μεσότονο ή στίχος αμφίβραχυς . Το κάθε ποίημα έχει το δικό του μέτρο και γίνεται από ορισμένους στίχους . Ο στίχος είναι μια σειρά με ορισμένα μέτρα , γίνεται από συλλαβές που μπορούν να φτάσουν τις δεκαπέντε .
   Δύο η περισσότεροι στίχοι , μας κάνουν μια σ τ ρ ο φ ή , έτσι έχουμε στροφές με δίστιχα , με τρίστιχα , τετράστιχα κλπ . Συνηθισμένες στροφές είναι τα τετράστιχα .
Στροφή με δύο στίχους , δίστιχο .
Ξανά μας ήρθαν τα πουλιά
μες στην παλιά τους τη φωλιά .
Στροφή με τέσσερις στίχους , τετράστιχο .
Η βρύση πέρα
που μουρμουρίζει
μέρα και νύχτα
μας νανουρίζει .
   Το παραπάνω δίστιχο και τετράστιχο , έχουν ιαμβικό μέτρο γιατί τονίζεται κάθε δεύτερη συλλαβή τους . Το δίστιχο έχει ιαμβικό μέτρο , είναι οχτασύλλαβο , γιατί κάθε στίχος έχει οχτώ συλλαβές και οξύτονο γιατί τονίζεται στην τελευταία συλλαβή . Το τετράστιχο έχει ιαμβικό μέτρο , είναι πεντασύλλαβο , γιατί κάθε στίχος έχει πέντε συλλαβές και παροξύτονο γιατί τονίζεται η παραλήγουσα . Για τον τονισμό κοιτάμε την τελευταία λέξη του στίχου .
Παράδειγμα . 1 . Ιαμβικό μέτρο . υ - . Κοπά/δι θα/πετά/ξουν χε/λιδό/νια .
   Ο στίχος έχει έξι μέτρα , πέντε ολόκληρα και το τελευταίο λειψό . Κάθε μέτρο έχει δύο συλλαβές και το τελευταίο λειψό . Κάθε μέτρο έχει δύο συλλαβές και τονίζεται δυνατά η δεύτερη συλλαβή , ανεξάρτητα αν έχει τόνο ή όχι .
Κο πά - πρώτο μέτρο
δι θά - δεύτερο μέτρο
πε τά - τρίτο μέτρο
ξουν χε - τέταρτο μέτρο
λι δό - πέμτο μέτρο
νια - έκτο μέτρο λειψό .
2 - Τροχαϊκό μέτρο . - υ . Παράδειγμα : Τώρα / σβήνουν / τ' άστρα / πέρα .
   Ο στίχος έχει τέσσερα μέτρα ολόκληρα και είναι οχτασύλλαβος , παροξύτονος . Το κάθε μέτρο έχει δυο συλλαβές και τονίζεται η πρώτη . Τροχαϊκό μέτρο :
τώρα - πρώτο μέτρο
σβήνουν - δεύτερο μέτρο
τάστρα - τρίτο μέτρο
πέρα - τέταρτο μέτρο
3 - Αναπαιστικό μέτρο . υ υ - . Παράδειγμα : Της τιμής / η πατρί / δα τρανή
   Ο στίχος έχει τρία μέτρα ολόκληρα . Κάθε μέτρο έχει τρεις συλλαβές και τονίζεται η τρίτη . Είναι εννεασύλλαβος οξύτονος . Αναπαιστικό μέτρο :
Της τι μής - πρώτο μέτρο
η πα τρί - δεύτερο μέτρο
δα τρα νή - τρίτο μέτρο .

4 . ΔΑΚΤΥΛΙΚΟ ΜΕΤΡΟ . - υ υ . Παράδειγμα : Γύρω μας /κλαίγανε / άμοιρες / μάνες .
Ο στίχος έχει τέσσερα μέτρα . Τα τρία είναι ολόκληρα , το τέταρτο λειψό . Κάθε μέτρο έχει τρεις συλλαβές και τονίζεται η πρώτη . Είναι εντεκασύλλαβος στίχος παροξύτονος . Δακτυλικό μέτρο :
Γύ ρω μας - πρώτο μέτρο
κλαί γα νε - δεύτερο μέτρο
ά μοίρες - τρίτο μέτρο
μά νες - τέταρτο μέτρο λειψό .
5 .ΜΕΣΟΤΟΝΙΚΟ ΜΕΤΡΟ . υ - υ .
Παράδειγμα : Τραγούδι / δεν είπες / απόψε / παιδί μου /
Ο στίχος έχει τέσσερα μέτρα ολόκληρα . Το κάθε μέτρο έχει τρεις συλλαβές και τονίζεται η μεσαία . Είναι δωδεκασύλλαβος παροξύτονος . Μεσοτονικό μέτρο :
Τρα γού δι - πρώτο μέτρο
δεν εί πες - δεύτερο μέτρο
α πό ψε - τρίτο μέτρο
παι δί μου - τέταρτο μέτρο .
Ο στίχος ανάλογα με τις συλλαβές που έχει , παίρνει και τ' όνομά του . Πεντασύλλαβος , οχτασύλλαβος , εντεκασύλλαβος , δεκαπεντασύλλαβος , δεκαεφτασύλλαβος ...
Στο μεγάλο στίχο έχομε και την τ ο μ ή που γίνεται μετά την έβδομη ή την όγδοη συλλαβή , γίνεται σα να λέμε ένα χώρισμα εκεί .
Τα περισσότερα ποιήματα γράφονται σε στίχο , εφτασύλλαβο , οχτασύλλαβο , εντεκασύλλαβο , δεκατρισύλλαβο και δεκαπεντασύλλαβο .
Όταν τονίζεται η λήγουσα της τελευταίας λέξης του στίχου , τότε ο στίχος λέγεται   ο ξ ύ τ ο ν ο ς . Όταν τονίζεται η παραλήγουσα λέγεται π α ρ ο ξ ύ τ ο ν ο ς , κι' όταν τονίζεται η προπαραλήγουσα λέγεται π ρ ο π α ρ ο ξ ύ τ ο ν ο ς .
Στην αρχαία ποίηση , το μέτρο το κανόνιζαν οι μακρές και βραχείες συλλαβές , γι' αυτό η ποίηση λεγόταν προσωδιακή . Στη νεοελληνική ποίηση , το μέτρο εξαρτάται απ' τον τονισμό των λέξεων γι' αυτό και λέγεται τονική ποίηση .
ΟΜΟΙΟΚΑΤΑΛΗΞΙΑ ΤΟΥ ΣΤΙΧΟΥ .
Δύο η περισσότεροι στίχοι στο ίδιο ποίημα μπορεί να έχουν ομοιότητα στις καταλήξεις τους . Αυτό το λέμε ομοιοκαταληξία .
Παράδειγμα 1ο .
Τα κουδούνια κι' η φλογέρα α
συνεπαίρνουν τον αγέρα α
και σαν έρχεται το βράδυ β
κλει στη στρούγκα το κοπάδι . β
Ο πρώτος στίχος με το δεύτερο έχουν την ίδια κατάληξη και ο τρίτος με τον τέταρτο . Όταν δύο στίχοι ο ένας κοντά στον άλλον έχουν την ίδια κατάληξη , τότε λέμε την ομοιοκαταληξία αυτή ζ ε υ γ α ρ ω τ ή . Δηλαδή ο πρώτος με το δεύτερο , ο τρίτος με τον τέταρτο , ο πέμπτος με τον έκτο και έτσι στο ίδιο ποίημα να πηγαίνουν όλοι οι στίχοι .


Παράδειγμα 2ο .
Ολόξανθο παιδάκι α
κοιμάται σιωπηλά β
το βλέπει τ' αγγελάκι α
και του χαμογελά β


Ο πρώτος στίχος και ο τρίτος έχουν την ίδια κατάληξη καθώς και ο δεύτερος με τον τέταρτο . Η ομοιοκαταληξία αυτή λέγεται π λ ε χ τ ή .


Παράδειγμα 3ο
Θα κλαίνε , θα κυλάνε , θα σωπαίνουν α
τα σύννεφα βαριά στον ουρανό β
και θάναι το ταξίδι μακρινό β
και κάπου 'κει στο δρόμο θα πεθαίνουν α
Ο πρώτος στίχος και ο τέταρτος , έχουν την ίδια κατάληξη , καθώς και ο δεύτερος με τον τρίτο . Η ομοιοκαταληξία αυτή λέγεται σ τ α υ ρ ω τ ή .


Παράδειγμα 4ο
Πνεύμα θα πει α
η προκοπή α
π' απλώνει την ειρήνη . β
Μια φυλακή γ
ανοίγει εκεί γ
ένα σχολειό που κλείνει . β
Ο πρώτος στίχος και ο δεύτερος έχουν την ίδια κατάληξη . Την ίδια κατάληξη έχουν και οι στίχοι ο τρίτος με τον έκτο και ο τέταρτος με τον πέμπτο . Η ομοιοκαταληξία αυτή   λέγεται ζ  ε υ γ α ρ ο π λ ε χ τ ή .


Παράδειγμα 5ο
Τα σύννεφα θα γίνουνε κοπάδια α
θα τρέχουν στο σχολειό τους τα παιδιά β
θλιμένα θ' αργοπέφτουνε τα βράδια α
κι ο πόνος θα βαραίνει την καρδιά . β
Θαρθούν τα πρωτοβρόχια με τις μπόρες γ
κι' η λύπη θα διπλώνει κάποιες ώρες . γ
Το ποίημα αυτό έχει ομοιοκαταληξία σταυρωτή και ζευγαρωτή . Η ομοιοκαταληξία αυτή λέμε πως είναι             μ ι κ τ ή .
Στο επόμενο θ' αναφερθούμε στα ε ί δ η του σ τ ί χ ο υ , τα ε ί δ η σ τ ρ ο φ ώ ν και θα μπούμε στο σημαντικότερο κομμάτι του ποιήματος , την τ ε χ ν ι κ ή του σ τ ί χ ο υ , βέβαια το σημαντικότερο στοιχείο του ποιήματος είναι το..ένστικτο , ο..σπόρος που υπάρχει μέσα στον καθένα μας , αλλά η τέχνη χωρίς την τεχνική είναι διαμάντι..ακατέργαστο....


ΤΑ ΕΙΔΗ ΤΟΥ ΣΤΙΧΟΥ.
Δ Ι Σ Τ Ι Χ Ο : Είναι ποίημα που γίνεται από δυο στίχους.Έχει σωστό και πλατύ νόημα και είναι πολύ δύσκολο είδος , γιατί ο ποιητής είναι υποχρεωμένος μέσα σ'αυτούς τους δυο στίχους να παρουσιάσει ένα τέλειο ποίημα,με όλα τα καλά στοιχεία και ομοιοκατάληκτο.Οι λέξεις διαλέγονται έτσι, που καμιά να μην χρειάζεται αντικατάσταση.Είναι τεχνικό,με ζωντανές εικόνες και τα καλύτερα δίστιχα είναι τα Δημοτικά.
Ε Π Ι Γ Ρ Α Μ Μ Α :Είναι κι'αυτό σύντομο στιχουργικό είδος,μοιάζει με το δίστιχο και μπορεί να γίνει με δυο στίχους η το περισσότερο τέσσερες.Έχει δυνατό και παραστατικό λόγο.
Χρησιμοποιείται στα ηρώα,στις επιτύμβιες πλάκες, στις αναμνηστικές στήλες και γενικά όπου θέλουν να διατηρήσουν τη μνήμη εκείνων που έδωσαν το καλύτερο για τον άνθρωπο.
Ω Δ Η :Είδος στιχουργικό που γίνεται από τρεις στροφές,τρία κομμάτια και που αληθινά βρίσκεται μόνο στα χορικά των αρχαίων δραμάτων.
Χωρίζεται σε τρία μέρη: στη στροφή,στην αντιστροφή και στην επωδό.Το μέτρο της στροφής διαφέρει από το μέτρο της αντιστροφής.Χρησιμοποιείται για θέματαθρησκευτικά,εθνικά,δραματικά,με φιλοσοφημένο λόγο.
Σ Ο Ν Ε Τ Τ Ο :Γίνεται από δεκατέσσερες στίχους και έχει τέσσερες στροφές που οι δυο τελευταίες είναι τρίστιχα.Το Σονέττο είναι από τα καλύτερα είδη στιχουργίας, με πολύ λυρισμό,ωραίο περιεχόμενο,με βάθος και κομψότητα.Μέτρο είναι κυρίως το ιαμβικό και στίχος εντεκασύλλαβος.Η ομοιοκαταληξία του έχει πολλές μορφές .
Ένα σονέτο :

Π Α Τ Ρ Ι Δ Α

Πατρίδα που στων τέκνων σου το νου ριζώνεις,
και βγαίνεις και μοσχοβολάς στα πρόσωπά τους.
Που κι'αν ζητούν να σ'αρνηθούν τους φανερώνεις
μ'ένα τους λόγο μοναχό,με μια ματιά τους.

Που αστροπελέκι γίνεσαι γοργό και μπαίνεις
στα ναρκωμένα στήθια τους όταν πλανιούνται,
και σκεπασμένο κρύβεσαι και περιμένεις
την ώρα που κι'οι τύραννοι γλυκοκοιμούνται.
Και τότε άξαφνα ξυπνάει τ'αστροπελέκι,
και το παιδί σου από αρνί με μιας θεριεύει,
και με φωτιά και με σπαθί σε διαφεντεύει.
και σαν λιοντάρι αδάμαστο μπροστά σου στέκει.
Εσύ, και το θάνατο γλυκό μας κάνεις,
Πατρίδα!ξύπνησέ μας πριν εσύ πεθάνεις !

Αργύρης Εφταλιώτης .

Μ Π Α Λ Λ Α Ν Τ Α :Έχει τέσσερες στροφές.Οι τρεις πρώτες γίνονται συνήθως από οχτώ στίχους η κάθε μία,με ισοσύλλαβους στίχους όμοιους σε όλες τις στροφές.Η τέταρτη,τελευταία στροφή που ακολουθεί,είναι μικρότερη από τις άλλες με τέσσερες στίχους που λέγεται αποστολή.Ο όγδοος στίχος και των τριών πρώτων στροφών,πρέπει να έχει τα ίδια λόγια με τον τέταρτο στίχο της αποστολής.Ο τελευταίος στίχος όλων των στροφών που επαναλαμβάνεται λέγεται γύρισμα.
Η μπαλάντα έχει πολύ λυρισμό.

Τ Ρ Ι Ο Λ Ε Τ Ο :Γίνεται από οχτώ χαριτωμένους στίχους που ο πρώτος επαναλαμβάνεται κι'άλλες δυό φορές,δηλαδή λέγεται τρεις φορές,για τούτο και τ'όνομά του τριολέτο.Για πρώτη φορά το χρησιμοποίησαν οι Γάλλοι.

Α Λ Φ Α Β Η Τ Α Ρ Ι Ο :Ο πρώτος στίχος αρχίζει από το γράμμα Α και ακολουθούν οι άλλοι στίχοι έχοντας αρχικά με τα άλλα γράμματα ως το Ω.

Α Κ Ρ Ο Σ Τ Ι Χ Ι Δ Α :Είναι ελαφρό ποιητικό είδος χωρίς και να είναι εύκολο.Στην αρχή του κάθε στίχου μπαίνει ένα γράμμα έτσι που με το αρχικό των άλλων στίχων να σχηματίζεται μια λέξη που φανερώνει ένα όνομα η κάτι άλλο που να θέλει να ξεχωρίσει ο στιχουργός.

Ρ Ο Ν Τ Ε Λ Ο ή Κ Υ Κ Λ Ω Τ Ο :Έχει δεκατρείς στίχους που ορισμένοι από αυτούς επαναλαμβάνονται,κάνουν ένα κύκλο κι'έτσι δίνουν τ'όνομα κυκλωτό.Ο πρώτος στίχος είναι και έβδομος και δέκατος τρίτος.Ο δεύτερος είναι και όγδοος.

Β Ι Λ Λ Α Ν Ε Λ Λ Α :Έχει τέσσερες στροφές που η πρώτη είναι τετράστιχη και οι άλλες τρεις τρίστιχες,η οι τρεις πρώτες μπορεί να είναι τρίστιχες και η τελευταία τετράστιχη.Υπάρχουν στίχοι που επαναλαμβάνονται.
Δ Ε Κ Α Σ Τ Ι Χ Ο:Γίνεται από δέκα στίχους, έχει ομοιοκαταληξία και λυρισμό.

Ε Ι Δ Η    Σ Τ Ρ Ο Φ Ω Ν
Οι στροφές δεν έχουν όλες την ίδια μορφή.Οι στίχοι που τις αποτελούν είναι διάφοροι.Γι'αυτό και κάθε στροφή έχει δικό της όνομα.
Δ ί σ τ ι χ ε ς  είναι εκείνες που έχουν δύο στίχους και όσο μικρό ή μεγάλο κι'αν είναι το ποίημα που γίνεται από δίστιχες στροφές,κάθε δύο στίχοι είναι ομοιοκατάληκτοι.
Τ ρ ί σ τ ι χ ε ς   ή   τ ε ρ τ σ ί ν ε ς .Οι στροφές αυτές διαφέρουν από τις δίστιχες και είναι τεχνικές.Τρίστιχες στροφές έχουμε στα δημοτικά μας τραγούδια και οι τρεις στίχοι έχουν την ίδια ομοιοκαταληξία.
Τ ε τ ρ ά σ τ ι χ ε ς . Γίνονται από τέσσερες στίχους και είναι οι πιο συνηθισμένες και γνωστές.Έχομε  π ε ν τ ά σ τ ι χ ε ς, ε ξ ά σ τ ι χ ε ς , ε φ τ ά σ τ ι χ ε ς , ο χ τ ά σ τ ι χ ε ς ,και με περισσότερους στίχους που σ'αυτές και η ομοιοκαταληξία είναι ποικίλη.

Η ΤΕΧΝΙΚΗ ΤΟΥ ΣΤΙΧΟΥ .

Τα ποιήματα δεν έχουν ούτε τις ίδιες στροφές , ούτε τους ίδιους στίχους . Διαφέρουν μεταξύ τους και κάθε ένα έχει δική του μορφή , αλλά και πολλά μοιάζουν μεταξύ τους , αυτό θεωρείται μάλλον ..φυσικό , γιατί οι ποιητές , σε γενικές γραμμές , ασχολούνται με τα ίδια , πάνω-κάτω , θέματα .

Η ομοιοκαταληξία των στίχων για να είναι τεχνική , πρέπει οι λέξεις που κάνουν την ομοιοκαταληξία να είναι διαφορετικές , να μην είναι και οι δυο ουσιαστικά , ρήματα , επίθετα , όμοια δηλαδή μέρη του λόγου . Αν η μια λέξη είναι ουσιαστικό , η άλλη να είναι επίθετο , η επίρρημα , η αντωνυμία , η ρήμα .

Ο στίχος για να είναι άρτιος , σωστός , χρειάζεται προσοχή . Δεν πρέπει να υπάρχουν λάθη που οπωσδήποτε τον ζημιώνουν . Σημαντική αδυναμία στο στίχο είναι η

χ α σ μ ω δ ί α .

Πολλές φορές , υπάρχουν δύο η τρία φωνήεντα το ένα κοντά στο άλλο που μπορεί να είναι σε μια λέξη η σε δυο λέξεις , στο τέλος της μιας και στην αρχή της άλλης . Τότε με την προφορά , δημιουργείται μια άσχημα ακουστική εντύπωση , αλλά και στη γλώσσα είναι δυσάρεστο . Περισσότερο κακόηχη γίνεται η προφορά , όταν το τελευταίο φωνήεν που υπάρχει στη λέξη είναι το ίδιο με το αρχικό της άλλης .

Π.χ. χαρά ακόμα σε ζητώ . Χασμωδία . Το α με το α ζημιώνουν το στίχο , τον κάνουν άσχημο .

Ο ποιητής για να πετύχει ωραίο στίχο και ν' αποφύγει τα λάθη χρησιμοποιεί τα πάθη των φθόγγων : έκθλιψη , συναίρεση , συνίζηση , κράση , αφαίρεση , η βάζοντας ένα ν η ένα γ . Μ' αυτά χάνεται η χασμωδία .

Έ κ θ λ ι ψ η είναι όταν από μια λέξη διώχνεται ένα φωνήεν . Σε δυο λέξεις που η μια τελειώνει σε φωνήεν και η άλλη αρχίζει από φωνήεν φεύγει το ένα . Το άχαρο = τάχαρο , το όνειρο = τόνειρο , από όλα = απόλα ..

Σ υ ν ί ζ η σ η  είναι όταν δυο συλλαβές προφέρονται μία είτε στη ίδια λέξη είναι , είτε σε δύο λέξεις . Π.χ : ζεστή η στοργή της μάνας . τραβάει το χέρι τ' άσαρκο.

Στον πρώτο στίχο το ζεστή η , είναι ένα μέτρο και οι τρεις συλλαβές προφέρονται . Το ίδιο και στο δεύτερο στίχο η λέξη τραβάει ( τρα - βάει ) .

Κ ρ ά σ η  είναι όταν δύο λέξεις γίνονται μία .

Π.χ. μου έλεγε = μούλεγε

του έβαλα = τούβαλα , του έφτιαξα = τούφτιαξα , σου έδωσα = σούδωσα .

Σ υ ν α ί ρ ε σ η   είναι όταν μικραίνουμε κατά μια συλλαβή μια λέξη γιατί έτσι εξυπηρετείται

ο στίχος ως προς το μέτρο .

Π.χ. μιλάω = μιλώ , τραβάω = τραβώ , πολεμάει = πολεμά ...

Α φ α ί ρ ε σ η   είναι το κόψιμο το κόψιμο μιας συλλαβής από τη λέξη για να αποφεύγεται η  χασμωδία . Π.χ. πήγε κει , αντί επήγε εκεί , ήρθε δω , αντί ήρθε εδώ ...

Π α ρ ε μ β ο λ ή γράμματος είναι , όταν ανάμεσα σε δύο φωνήεντα βάζομε κυρίως το ν η το

γ για την κατάργηση της χασμωδίας .

Π.χ. άκουγεν εκείνος , αντί άκουγε εκείνος , από την πόλην έρχομαι , αντί

από την πόλη έρχομαι , καινούργιο αντί καινούριο , αγέρας αντί αέρας ...

Κι ακόμα ο ποιητής μπορεί ν' αντικαταστήσει λέξεις , με άλλες συνώνυμες και ισοδύναμες για την εξυπηρέτηση του στίχου . Όμως , έξω από τα μέσα που χρησιμοποιούνται για την αποφυγή του λάθους , υπάρχουν κι' εκείνα που δίνουν ζωή στη σκάψεις και παραστατικότητα στην έκφραση . Αυτά είναι τα καλολογικά στοιχεία , οι εικόνες , τα κοσμητικά επίθετα , οι παρομοιώσεις , οι μεταφορές , οι προσωποποιήσεις , οι αλληγορίες , ο πλεονασμός , η περίφραση και άλλα .

Ο στίχος για να είναι καλός δεν πρέπει να έχει χασμωδίες , πρέπει να έχει ένα ολοκληρωμένο νόημα , να μην έχει χωρισμένες συλλαβές , να μην υπάρχει παραμόρφωση στις λέξεις , όπως π.χ : ακλούθησε , αντί ακολούθησε , το βράδ' αντί το βράδυ , το ματ' αντί το μάτι ...

Δεν πρέπει να γίνεται χρήση δημοτικής γλώσσας και καθαρεύουσας . Και η παρήχηση δεν είναι πάντοτε καλή . Όταν δεν πετυχαίνεται η αρμονία στο στίχο , η κακοφωνία είναι πολύ άσχημη , αποκρουστική . Μας απομακρύνει από την ποίηση , μας απογοητεύει , όσο κι' αν μας εξυπηρετεί στο τεχνικό μέρος , ζημειώνει το αποτάλεσμα . Επίσης , και η μετατόπιση στη λέξη και αυτή μπορεί να μας εξυπηρετεί , δεν πρέπει όμως να γίνεται . Το διασκέλισμα είναι επικίνδυνο , όπως επίσης άσχημο είναι και η επανάληψη των ίδιων λέξεων .

Ε Λ Ε Υ Θ Ε Ρ Ο Σ ...ΣΤΙΧΟΣ .

Μιλήσαμε παραπάνω για τον έμμετρο λόγο , την παραδοσιακή ποίηση . Όμως έξω από αυτή έχομε και τον ελεύθερο στίχο . Ο ελεύθερος στίχος διαφέρει από τον παραδοσιακό στίχο . Δεν έχει ομοιοκαταληξίες , δεν είναι ισοσύλλαβος . Μπορεί ο ένας στίχος να έχει λίγες συλλαβές κι ο άλλος περισσότερες , μπορεί η ποίηση αυτή να φαίνεται εύκολη , είναι όμως πολύ δύσκολη . Έχει αρμονία λεπτή , τόνους ρυθμικούς , έχει βάθος , έμπνευση , λυρισμό . Είναι η ποίηση που παίρνει μιαν αξιόλογη θέση στη σύγχρονη λογοτεχνική ζωή .

Ο ελεύθερος στίχος δεν έχει τη σταθερότητα της μορφής και δεν φυλακίζεται στον περιορισμένο χώρο του έμμετρου λόγου για να μπορεί έτσι να έχει να απλώνει την έκφρασή του , ο ποιητής μπορεί έτσι να κινηθεί χωρίς περιορισμούς στην έκταση του στίχου του , χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ασυδοσία , πεζολογία και κατάχρηση της ελευθερίας που του δίνεται για τη δημιουργία .

Στον ελεύθερο στίχο , οι λέξεις διαλέγονται προσεχτικά , τα νοήματα πρέπει να είναι δεμένα , οι εικόνες ολοζώντανες , καθαρές και να υπάρχει ρεαλισμός , βάθος και μουσικότητα . Αν και λείπουν , η ομοιοκαταληξία , οι κανονικές στροφές η κι' αν δεν έχει καθόλου στροφές , είναι πάντα τεχνικός , δουλεμένος με έμπνευση , αγάπη , πίστη , λυρισμό και ομορφιά . Αποφεύγει τις χασμωδίες , την πολυλογία , το περιττό . Π.χ.

TO  TEΛΕΙΩΜΑ  ΤΗΣ  ΜΕΡΑΣ..

Το ηλιοβασίλεμα με γεμίζει θλίψη ,

καθώς οι λιγοστές αχτίδες του ήλιου ,

γέρνουν και χάνονται , στης φλογισμένης λίμνης τα νερά...

χαράζοντας ένα ασημόχρυσο παραμυθένιο μονοπάτι...

άραγε ποιός να ξέρει που τάχα..οδηγεί !! .......Κ.-

                     *         *           *

   Ονειρεμένο φίλοι μου το ταξίδι μας αυτό στον παραμυθένιο κόσμο της ποίησης , έστω και ..ερήμην της...

   Στο  επόμενο θα ξεκινήσουμε  απ' την αρχαία Ελληνική ποίηση , τη..γεννήτρα της ποίησης , θα περάσουμε  βιαστικά το χρόνο , θα  σταθούμε  για λίγο , σε σημαντικούς σταθμούς του Ελληνικού έθνους , θα  τραγουδήσουμε  το δημοτικό μας τραγούδι , θα  νοιώσουμε  το ανέσπερο φως των μεγάλων μας ποιητών , του Βαλαωρίτη , του Κάλβου , του Σολωμού , του Παλαμά , του Γρυπάρη , του Παπαντωνίου , του Καβάφη , Του Καββαδία , του ..του..που μας έδωσαν την ομορφιά της ψυχής τους με τους υπέροχους στίχους τους , κάνοντας έτσι αθάνατη την ποίηση , άφθαρτη ομορφιά της ζωής της ..καθημερινότητάς μας ..

  Χρέος μας τώρα απομένει , αυτή την ποίηση , να την κάνουμε κομμάτι της ζωής μας , της ίδιας μας της ψυχής , να την αγαπήσουμε και να την κάνουμε τραγούδι μας , τραγούδι του λαού μας , και να την παραδώσουμε στις γενιές που έρχονται , που θάρχονται πάντα , και θα κάνουν το όμορφο , το ονειρεμένο αυτό ταξίδι , που θα τους οδηγεί σε ένα καλύτερο κόσμο...

...το παράθυρο του ονείρου ας μένει πάντα ανοιχτό , τα παιδιά μας πρέπει να μάθουν να ονειρεύονται , η ποίηση είναι το πανέμορφο κατάλευκο άτι , που μπορεί να μας πετάει και πάνω απ' τα σύννεφα....

     Καλή  Κυριακή , να  είστε  όλοι  πάντα  καλά ….Κ.Κ.-

  www.lidoriki.com

17.2.15

AΠΟΚΡΙΑΤΙΚΗ ΝΥΧΤΙΑ

Το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη «Αποκριάτικη Νυχτιά» πρωτοδημοσιεύτηκε στις 17 Φεβρουαρίου του 1892 στην εφημερίδα «Εφημερίς» των Αθηνών. Είναι έργο αθηναϊκό, ηθογραφικό, σατιρικό και αυτοψυχογραφικό, γιατί ο Σπύρος Βεργουδής είναι ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης, στα πρώτα δραματικά του χρόνια στην Αθήνα.

      Εάν δεν ήτο επιμελής σπουδαστής ο Σπύρος ο Βεργουδής, και δεν είχε τυχόν πως να περνά τας ώρας του, κατά τας πολυημέρους διακοπάς των εορτών και της Απόκρεω, ηδύνατο να εύρη δουλειά καθήμενος εις το παράθυρον και θεώμενος και ακούων τα τελούμενα. Δεν ήτο δρόμος, ήτο αυλή, παμπάλαιος, ευρεία, ακανόνιστος, με τους τοίχους υψηλούς αλλ' ανίσου ύψους, περιβάλλουσα μίαν των παλαιοτέρων οικιών παρά την ανέρπουσαν εσχατιάν της αρχαίας πόλεως, προς την Ακρόπολιν, υψηλά, παρά το Αγιοταφίτικον. Αι τρείς ενοικάρισσαι του ισογείου, η κυρα Κατίγκω η Χρίσταινα, μετά της αγάμου αδελφής της Φρόσως, και η γριά Βαγγελή η Λεμονού, μετά της κόρης της ,της Γεώργαινας, και η Σταματούλα η Γεμενίτσα μετά της ψυχοκόρης της τής Μαρούσας, εμάλωναν διά το κάθε τι, συχνότατα, σχεδόν τρις της εβδομάδος. Συνήθως, η κατέχουσα το μεσαίον οίκημα, η Λεμονού, πότε εκ της παραμικράς αφορμής, πότε άνευ αφορμής ωρισμένης, τα έβαζε σήμερον με την μίαν, αύριον με την άλλην των δύο γειτονισσών της. Και τας μεν εορτάς, αντί να ευρίσκωσιν ύλην όπως κακολογώσιν άλλας έξω της αυλής διερχομένας ή ησύχως εις τας οικίας των καθημένας γυναίκας, προχειρότερον εύρισκον να τα χαλούν μεταξύ των. Εάν τυχόν η μία των τριών, η αδελφή της μιας ή η κόρη της άλλης εστολίζετο, η άλλη έμενε πεισματωδώς με τα καθημερινά της, δια να έχει αφορμήν να κακολογή την στολισμένην, ότι «δεν ξέρει να φορέση το φουστάνι της», κι έλεγε· «Κοίταξέ τηνε! μου στολίστηκε σα νύφη· το χάλι της δεν το βλέπει!». Τας δε καθημερινάς, άλλοτε αι δύο, άλλοτε και αι τρείς, είχαν μπουγάδα, και όλον το πλυσταρίον, και όλος ο χώρος της αυλής, δεν τας ήρκει δια ν’ απλώσωσι τα μοσχοπλυμένα των. Συχνά η γρια-Βαγγελή η Λεμονού, αφού ωνείδιζε την εκ δεξιών και την εξ αριστερών πάροικον της, ως απρόκοφτην, ως άπραχτην, ως απασσάλωτην, αυτή πρώτη θέτουσα το «πρόσφωλο», αίφνης ειρήνευεν, εμειδία, κι'έλεγεν ότι αυτή έχει δουλειά να κάμη, ότι δεν «χαλά τη ζαχαρένια της», και ότι δεν τας συνερίζεται ν' απαντά εις τας μομφάς των. Αλλοτε πάλιν η Σταματούλα η Γεμενίτσα έπαιρνε λόγια από τη μίαν κι έβαζε μαναφούκια εις την άλλην, και είτα εν ανέσει ενετρύφα εις τον καυγάν, ισταμένη παράμερα. Εμάλωναν διά κάθε πράγμα, δια μίαν σκάφην αναποδογυρισμένην ολίγον λοξά εις το πλυσταρείον, δι' ολίγες σταλαματιές θερμού χυθείσας κατά γης, δι' ολίγας δράκας στάκτης περισσότερον ή ολιγώτερον ριφθείσας εις την κόφαν. Μιά των ημερών, η γραία Βαγγελή εθύμωσεν εναντίον της Κατίγκως της Χρίσταινας, διότι αύτη εκαυχήθη ότι πληρώνεται προς είκοσι λεπτά τα υποκάμισα της κόλλας, και την ωνόμασε «τριγυρισμένην» και «πομπιωμένην», άλλοτε πάλιν η Κατίγκω εσήκωσε χείρα εναντίον της Μαρούσας, της ψυχοκόρης της Σταματούλας, καλέσασα αυτήν, δεκατετραετή μόλις, «μωρή μπασταρδού!» διότι την είδε νίπτουσαν τας χείρας πλησίον εις την κόφαν της μπουγάδας με τα ρούχα. Με αυτά επερνούσαν τας ημέρας των εις την ευρείαν αυλήν της παμπαλαίου οικίας αι τρεις αύται πτωχαί γυναίκες.
      Την εσπέραν πάλιν, ο Σπύρος ο Βεργουδής θα εύρισκε δουλειάν, αν ήθελε, με σβηστήν την λάμπαν, να μένη εις το ανώγειων δωμάτιόν του και να ίσταται όπισθεν του ανατολικού παραθύρου, κατασκοπεύων τους εισερχομένους, ή να κολλά το ούς εις την κλειδότρυπαν, ακροώμενος λόγους και κρότους και ψιθυρισμούς. Αύτη ήτο η κυρία είσοδος της οικίας, δι' ης εισήρχετο και αυτός εις το πενιχρόν δωμάτιόν του, είσοδος επίσημος, δια της οποίας έμβαιναν όλοι οι συγγενείς, φίλοι και γνώριμοι της οικίας, κατά εκατοντάδας αριθμούμενοι. Και αν ήθελε να μεταβή προς στιγμήν εις το άλλο παράθυρον του δωματίου του, προς μεσημβρίαν βλέπον, απ’ εκεί θ' αντίκρυζε την άλλην, την μικράν είσοδον, συνεχομένην με το μαγειρείον, όπου διημέρευε συνήθως η κυρία Ζαχαρού, η μήτηρ της οικογενείας, καπνίζουσα ανέτως τα σιγαρέττα της. Ήτο οικία όπου ηδύνατό τις να παίξη εν ανέσει το κρυφτάκι, και άλλας παιδιάς. Δύο άνθρωποι, ο πρώτος κυνηγούμενος υπό του δευτέρου, ή αδιακρίτως κυνηγούντες αλλήλους, χωρίς να φαίνεται τις ο διώκων και τις ο φεύγων, ηδύναντο να εισέρχονται και να εξέρχονται αλλεπαλλήλως δια των δύο θυρών, επί ημέρας και νύκτας, χωρίς ο είς να φθάση ποτέ ή ν' αντικρύση τον έτερον.
      Και αν επέστρεφε πάλιν προς το παράθυρον το ανατολικόν, ή προς την μικράν του θύραν, και επεσκόπει την κυρίαν είσοδον, εκεί ήκουεν, άμα ενύκτωνε, κάθε πέντε κάθε δέκα λεπτά, να κρούεται η θύρα, και εισήρχοντο οι επισκέπται, και τότε ήκουε καλησπέρες και χαιρετισμούς και προσρήσεις, κι ενίοτε φιλήματα... μεταξύ γυναικών, οία συνηθίζουσι φορτικώς ν' ανταλλάσωσιν αι απόγονοι της Εύας, κατά τα εξιππασμένα και φραγκοποτισμένα ήθη μας. Σπεύδω να είπω, προς καθησύχασιν του αναγνώστου, ότι τα ήθη της οικογενείας, περί ης ο λόγος, ανειμένα κατά το φαινόμενον, πράγματι ήσαν αυστηρά. Αλλ' η οικία έπλεεν εις το μεταίχμιον το αόριστον και αβέβαιον, εις το λυκόφως εκείνο, μεταξύ παραδόσεως και νεωτερισμού, όπερ ως λυκόφως δεν δύναται να διαρκέση, αλλ' αναγκαίως θα υποχωρήση εις τον ζόφον και θα γίνη νύξ. Ήσαν ομολογουμένως άνθρωποι αισθηματίαι, φιλόφρονες, ανοικτόκαρδοι. Γνωρίμους είχαν το ήμισυ της πόλεως και αν ημέρα παρήρχετο χωρίς ν' αυξήσωσι κατά μίαν τουλάχιστον τας γνωριμίας των, αι δύο κόραι θα εθεώρουν ως χαμένην την ημέραν εκείνην.
      Επειτα, ήσαν αι ημέραι της Απόκρεω, και ο κόσμος έξω διεσκέδαζε. Μόλις ενύκτωνε, και ο νέος, ο μονάζων εν τω δωματίω του, ήκουε φωνάς, άσματα, κιθαρισμούς, έξω της αυλής. Και αν επ’ ολίγα λεπτά έμενεν έρημος εισερχομένων επισκεπτών ο μικρός πρόδρομος, και ο άγριος νέος ετόλμα να εξέλθη έως τον εξώστην με την παλαιάν λιθίνην κλίμακα, τον ζευγνύοντα την οικίαν με τον τοίχον της αυλής, και προέκυπτε την κεφαλήν δια της αυλείου θυρίδος, της φραγμένης με σίδηρα, ως θυρίδος ειρκτής, δια να κοιτάξη εις την οδόν, θα έβλεπε, κατά ζεύγη, κατά τετρακτύας, κατά εξάδας, ισταμένους τους κιθαρωδούς της νυκτός κάτωθεν της θυρίδος, επί του όχθου της ανωφερούς οδού, εξαγγέλοντας εν χορδαίς και οργάνω τα αιώνια παράπονά των κατά της σκληρότητος των δύο νεανίδων. Διότι όλοι οι νέοι της γειτονιάς, και όχι ολίγοι από άλλας συνοικίας ήσαν ερωτευμένοι με τας δύο αδελφάς. Τούτων τινές ηγάπων μάλλον την Μέλπω, άλλοι μάλλον την Κούλαν· οι δε πλείστοι τας ηγάπων και τας δύο. Πολλοί αυτών ήσαν εκ των γνωρίμων της οικίας, αλλ’ εάν ήσαν προς καιρόν, εκ μικράς παρεξηγήσεως, εις δυσμένειαν, ή εάν εκ του πλήθους των επισκεπτών, δεν υπήρχε δι' αυτούς χώρος εν τη συναναστροφή μιας εσπέρας, έπαιρναν την κιθάραν των, τα μανδολίνα των, τες φυσαρμόνικες των, και με τους φθόγγους της μουσικής εζήτουν ν' αποκοιμίσωσι τον πόνον της καρδίας.

      Την ημέραν εκείνην, μεσοβδόμαδα της Τυρινής, είχον αυξήσει, ως πάντοτε, κατά μονάδας τινάς, αι γνωριμίαι της οικίας. Μεταξύ άλλων είχεν έλθει ανθυπασπιστής νεαρός, ξανθός, με αγκιστροειδή μύστακα, όν είχε εισαγάγει είς των τριτεξάδελφων της οικογενείας. Δυστυχώς αι δύο νεαραί κόραι έλειπαν. Είχον εξέλθει συνοδευόμεναι υπό δύο ανεψιάδων της μητρός των δια να κάμωσιν οψώνια εις την οδόν Ερμού. Εις την οικίαν ευρίσκετο μόνη η γραία, ήτις εκάπνιζεν το σιγαρέττον της εις το μαγειρείον, η υπηρέτρια, ήτις εσκούπιζε τας δύο κλίμακας, και το μέρος της αυλής, το έξω της δικαιοδοσίας των τριών πλυντριών, και ο κυρ Ζαχαρίας, ο οικοδεσπότης, ιδιότροπος γέρων, ζων από τα ολίγα εισοδήματα των δύο οικιών και τριών μαγαζιών του, τον οποίον, αν ήκουε τις, αιωνίως μεμψιμοιρούντα, φωνάζοντα, επιπλήττοντα, θα έλεγε, «Να αυστηρός πατέρας!», και όμως, τα της οικίας εκυβέρνων η γραία και αι δύο κόραι, όλαι δ' αι φωναί του γέροντος ήσαν μόνον ήχος και πάταγος δια ν' ακούεται. Οι τέσσαρες νέοι δεν εμαζεύοντο ποτέ εις την οικίαν. Ο τριτότοκος είχε νυμφευθή ήδη, δεκαοκταετής, άνευ της αδείας των γονέων του, ο δε υστερότοκος είχε σχέσεις με μίαν οικογένειαν, όπου διημέρευε, προτιμών να φοιτά εκεί μάλλον παρά εις την β' του γυμνασίου· ο πρωτότοκος ήτο υπάλληλος μιας των Τραπεζών, τρεφόμενος από την οικίαν και δαπανών αλλού τους μισθούς του, ο δευτερότοκος ήτο λοχίας του πεζικού. Ως και ο κουμπάρος, ο μόνος, όστις είχεν εγκαθιδρυθή εις την οικίαν, ως εις οικίαν του, επί τη προφάσει ότι δεν είχεν οικογένειαν ιδικήν του, ενώ είχε τρία νόθα τέκνα έκ τινος απατηθείσης πτωχής, ο ασυνείδητος, δεν ευρέθη παρών, ήτο εις τας εργασίας του, κατά την ώρα της επισκέψεως του ανθυπασπιστού. Με πολλήν του δυσαρέσκειαν, ο κυρ Ζαχαρίας, ηναγκάσθη να δεχθεί αυτός την επίσκεψιν του τριτεξάδελφου, του οδηγούντος τον νεαρόν στρατιωτικόν.
      Ο ξανθός σπαθοφόρος είχεν ιδεί εις εμπορικόν τας δύο αδελφάς, όπου εις των φίλων του τού τας έδειξε, λέγων περί αυτών πολλούς αμφιβόλους επαίνους. Αι δύο νεάνιδες του ήρεσαν. Είτα πάλιν τας επανείδεν εις τον περίπατον, ότε ο μετ' αυτού συμπεριπατών τας εχαιρέτισεν, εξηγήσας αυτώ ότι ήσαν εξαδέλφαι του. Ο ανθυπασπιστής του είπεν: «Έμαθα ότι είναι πολύ κοινωνικές, ότι έχουν ανοικτό σπίτι». «Θέλεις να σε συστήσω; του είπεν ο εξάδελφος· όρεξη νάχης, θα ευχαριστηθούν πολύ, γιατί έχουν κι’ αυτές έναν αδελφό λοχίαν». Και την επαύριον τον ωδήγησεν εις την οικίαν.
      Ο ανθυπασπιστής, περιμένων να ιδή ενώπιον του τας δύο ανθηράς μορφάς και ευρεθείς αίφνης ενώπιον της σκυθρωπής όψεως και της λευκής γενειάδος του κυρ Ζαχαρία, περιήλθεν εις αμηχανίαν και δεν ήξευρε πως ν’ αρχίσει την ομιλίαν. Εν τούτοις ο γέρων, οφείλων κάτι να είπη, έδειξε διά του παραθύρου την ευρείαν έκτασιν μέρους της πόλεως και του ελαιώνος, λέγων·
      - Έχουμε από δω κύριε ανθυπασπιστά, ωραίαν θ έ α ν.
      - Μάλιστα, είπεν ο ανθυπασπιστής, και μέσα του εμορμύρισεν: «έχετε, μάλιστα, δύο θ ε ά ς».
      Είτα επ' ολίγα λεπτά, όλοι εσιώπησαν.
      - Έμαθα ότι έχετε κι ένα υιόν εις τον στρατόν, είπεν ο ανθυπασπιστής.
      - Ναι, είπεν ο κυρ Ζαχαρίας, όστις ηπόρησε πώς δεν εσυλλογίσθη να το αναφέρη πρώτος. Αυτός δεν ηθέλησε να πάη κατά το έ ν θ ι μ ο ν, και άμα έληξε η θητεία του, έμεινεν εις τον στρατόν. Να περιμένη τώρα προβιβασμόν! αν έχη τύχη, όπως τον εκατήντησαν τον στρατόν με τα κόμματά τους! Αυτοί οι πολιτικοί, αυτοί οι  β ο υ λ ε π τ α ί, εκατάστρεψαν το έθνος, ανάθεμα τους! Κάψιμο θέλουν όλοι τους! Εγώ γίνομαι μπόγιας εις αυτουνούς. Εγνώρισα εγώ, στα χρόνια μου, 
λ ο χ ί ο υ ς και δ ε κ α ν ε ί ς, οπού είναι, έως αυτής της η μ ε ρ ό ς, 
σ υ ν τα γ μ α τα ρ χ α ί ο ι και τ α γ μ α τ α ρ χ α ί ο ι! Πόσο εμετάγνοιωσα που δεν επήγα στον στρατό, στα χρόνια του Οθωνος! Θα ήμουν τώρα συνταγματάρχης!
      - Και βλέπω ότι έχεις τουλάχιστον εν προσόν, θείε, είπεν ο τριτεξάδελφος αινιττόμενος τας μεταμφιέσεις των λέξεων του γέροντος.
      - Όλοι αυτό λέγουν, κύριε, είπε μειδιών ο ανθυπασπιστής. Βέβαια, όλοι οι εξηντάρηδες θα ήσαν από τότε, συνταγματάρχαι, και όλοι οι εβδομηντάρηδες θα ήσαν αντιστράτηγοι. Μόνον, ποιος θα εδούλευε για να πληρώνη φόρους, δια να βγαίνουν οι μισθοί... Βέβαια, ο στρατός, εξηκολούθησεν ο ανθυπασπιστής, είχε, και έχει ακόμα τα καλά του, δεν σας λέγω. Μόνον τα καλά του αυτά, προσέθηκε φιλοσοφικώς, είναι όσα φαίνονται κακά, κι εκείνα ίσα-ίσα τα οποία ο Ρωμιός δύσκολα συνηθίζει, και δι’ αυτό βλέπουμε όλους να φεύγουν τον στρατόν, και να νομίζουν ως ημέραν εορτής την ημέραν που θα πάρουν την άφεσίν των. Και δια τούτο τόσον ολίγοι είναι οι έχοντες την υπομονήν και την θέλησιν ν' ακολουθήσουν το στρατιωτικόν στάδιον.
      - Και ποία είναι αυτά τα καλά, ημπορούμεν να σας ερωτήσωμεν; είπεν ο κυρ- Ζαχαρίας.
      - Αυτά τα καλά είναι η τακτική ζωή, η πειθαρχία, η σκληραγωγία, τα γυμνάσια, αι αγγαρείαι, η στρατιωτική τραχύτης εν γένει, η σκαιότης... από καμμιά φορά πέφτει και κανένας φούσκος... οι ά γ ρ α φ ο ι  κ α ν ο ν ι σ μ ο ί, οι οποίοι ισχύουν περισσότερον από τους γραπτούς.
      - Και οι ά γ ρ α φ τ οι κανονισμοί ποίοι είναι; ηρώτησεν ο οικοδεσπότης.
      - Άγραφος κανονισμός είναι, όταν, παραδείγματος χάριν, συλλάβουν κανέναν λιποτάκτην... να τον σπάζουν στο ξύλο...
      - Α! έτσι; είπεν ο κυρ Ζαχαρίας... αγκαλά και το μέσον μ ο υ φ α ί ν ε τ α ι βάρβαρον, δεν είμαι όμως και πολύ ε ν ά ν τ  ι ο ς. «Το ξύλο βγήκε απ' την Παράδεισο».
      Και λέγων εστέναξεν, ενθυμηθείς ίσως τους τέσσαρας υιούς του.
      - Έπειτα είναι, εξηκολούθησεν ο ανθυπασπιστής, και άλλα βασανιστήρια... Τα ελληνικά ζωύφια, το νοσοκομείον, η  β ε λ ό ν α, τ ο  μ ά ρ μ α ρ ο... Το πειθαρχείον, οι οχτάρες, οι δεκαπεντάρες, οι μηναρέδες...
      - Οι μηναρέδες!... όχι να μην είναι χοτζάδες! είπεν ο οικοδεσπότης.
      - Οι μ η ν α ρ έ δ ε ς, ναι... σας φαίνεται παράξενο, κυρ Ζαχαρία;
      - Θείε, είπε γελών ο τριτεξάδελφος, μ η ν α ρ έ εις τον στρατόν ονομάζουν την μηνιαίαν φυλάκισιν.
      - Α! έκαμεν ο κυρ Ζαχαρίας. Τότε ε ν δ ι α φ έ ρ ε ι.
      Την στιγμήν εκείνην ηκούσθησαν βήματα εις τον πρόδρομον. Ήσαν αι δύο νέαι, επιστρέψασαι από της οδού Ερμού, συνοδευόμεναι υπό των δύο ανεψιάδων. Εισήλθον ελαφραί, χαρίεσσαι, μετ' ιδιορρύθμου κομψότητος ενδεδυμέναι, με αλλόκοτους το σχήμα πίλους και με κόκκινα πτερά, η Μελπομένη καστανή, κοντούλα, ευτραφής, χλωμή, αισθηματική, ρωμαντική, η Κυριακούλα, στακτερόξανθος, υψηλή, λιγνή, ισχνή, με ζωηροτάτους ηδυπαθείς οφθαλμούς, οίτινες ήσαν απροσδιορίστου χρώματος κι εφαίνοντο διηγούμενοι μυρίας ιστορίας. Πονηρά, άστατος, είρων, γοητεύουσα με τον τρόπον και απογοητεύουσα με τον λόγον, θωπεύουσα με το βλέμμα και σχίζουσαν με την γλώσσαν, είχε πολλάς δωδεκάδας εργολάβων, εις όλους έδιδεν ελπίδας, και όλους τους επερίπαιζε. Τοιαύτη ήτο η χαϊδεμένη Κούλα.
      Έγινεν η παρουσίασις. Ο ανθυπασπιστής εμαγεύθη από τας δύο νεάνιδας και δεν ήξευρε ποίαν να πρωτοαγαπήσει. Απήλθεν μετά ημίσειαν ώραν, αιχμαλωτισμένος, λαβών πρόσκλησιν να έλθη μίαν των νυκτών τούτων της τελευταίας εβδομάδος της Απόκρεω, ότε κατά πάσαν εσπέραν εγίνετο συναναστροφή και χορός.

      Την τελευταίαν εσπέραν της Τυρινής του έτους 1889  εχόρευσαν τόσον εις του κυρ- Ζαχαρία, ώστε ήτο φόβος μη πέσει το σαθρόν σκωληκόβρωτον πάτωμα της παμπαλαίου οικίας επί των κεφαλών της κυρα-Κατίγκως της Χρίσταινας, της γραίας Βασιλικής της Λεμονούς και της Σταματούλας της Γεμενίτσας, το μόνο μέσον δι' ου αι τρεις αύται θα έπαυον διά πάντοτε τους καθημερινούς καυγάδες των.
      Η ανατολική θύρα της οικίας δεν επρόφθανε ν' ανοίγη και να κλείη. Εισήρχοντο κατά ζεύγη, κατά ομάδας, άνδρες, γυναίκες, μετημφιεσμένοι και άλλοι, προσωπίδες και πρόσωπα. Έτριζεν η θύρα με τους στροφείς, εστέναζε το πάτωμα, αντήχει ο διάδρομος, εβόμβει η αίθουσα από το πλήθος των προσκεκλημένων. Αι δύο νεάνιδες δεν επρολάμβανον να τρέχωσιν ανά παν δεύτερον ή τρίτον λεπτόν εις την θύραν, προϋπαντώσαι τους ερχομένους, ή προπέμπουσαι τους τυχόν απερχομένους, να επιστρέφωσιν εις την αίθουσαν, περιποιούμεναι τους μένοντας, να μεταβαίνωσιν εις τα δωμάτια, ανταλάσσουσαι ομιλίας με τους οικειοτέρους. Και ο χορός έπαυε και ανενεούτο κάθε δέκα λεπτά. Η Κούλα εχόρευεν ως να είχε πτερά εις τους πόδας, εκλέγουσα αυτή δια νεύματος τους συγχορευτάς της, επιτρέπουσα ως βασίλισσα να την παρακαλέσωσι να χορεύση. Η Μέλπω εδέχετο πάσαν πρόσκλησιν, συμπονετική, μη θέλουσα ν' απορρίψη κανενός την παράκλησιν. Και η αυλή και η κλίμαξ εφεγγοβόλει, και από όλα τα παράθυρα εξήρχοντο ήχοι μουσικής, ως να ήτο η οικία όλη γιγαντιαίον κύμβαλον εναρμονίως ηχούν εκεί εις το ανασηκωμένον κράσπεδον της παλαιάς πόλεως. Και όταν επί μίαν στιγμήν έπαυον τυχόν οι τόνοι της μουσικής, τότε, έξωθεν της αυλής ηκούετο μελαγχολική καντάδα των κιθαρωδών της γειτονιάς, όσοι διά τινα αφορμήν δεν ήσαν δεκτοί ν’ ανέλθωσιν εις την πολυθόρυβον και φιλόκοσμον οικίαν. Τότε η Κούλα ύψωνε αορίστως το υγρόν όμμα εις το κενόν, ενώ η Μέλπω ηκούετο ψιθυρίζουσα με τους οδόντας της: «Οι καημένοι!»
      Ερρέμβαζεν εξηπλωμένος επί της κλίνης του, ο Σπύρος ο Βεργουδής, πτωχός σπουδαστής, πρωτοετής της φιλοσοφικής σχολής, όστις και αν ήθελε να εισέλθη εις τον κόσμον δεν είχε τα μέσα.
      Είναι αληθές, ότι αι δύο κόραι τον είχον προσκαλέσει να μετάσχη της εσπερινής διασκεδάσεως, αλλά πώς να υπάγη αυτός, δειλός, άπειρος του κόσμου, κακοφορεμένος, εν μέσω τόσων αγνώστων; Έπειτα προς την μίαν αυτών, την Κούλαν, έτρεφε αβρόν συναίσθημα ερωτικόν, και ήτο ζηλιάρης· δεν θα ηνείχετο να την βλέπη να χορεύη με τόσους και τόσους... και αυτός να μην ηξεύρη ευρωπαϊκόν χορόν! Είχε δειπνήσει την εβδόμην ώραν κι επειδή την εσπέραν εκείνην ενωρίς τα καφενεία έκλεισαν, ησθάνετο δε και ελαφρόν πόνον εις τους οδόντας, απεσύρθη από της ογδόης εις το δωμάτιόν του με το παράπονον εκείνο, οίον ο ξένος έχει μέσα του εις τοιαύτας ημέρας. Αλλ' άμα έφθασεν εις το δωμάτιον, η λύπη του διεσκεδάσθη, και τώρα εξηπλωμένος επί της κλίνης του  ερρέμβαζε κι επαρηγορείτο, σκεπτόμενος ότι αυτός ήτο αναμφιβόλως ο ευδαιμονέστερος, διότι χωρίς να παρευρίσκεται εις καμμίαν διασκέδασιν, μετείχε τριών η τεσσάρων συγχρόνως. Ήκουε τον απερίγραπτον θόρυβον της οικίας, όστις μόνος του ήξιζε δια τρεις ή τέσσαρας εορτάς, κι εχόρευε μετά της κλίνης του ακουσίως νανουριζόμενος από τα άσματα, την μουσικήν και τας ορχήσεις. Είτα κατά το διάλειμμα του χορού, ήκουσε το μελαγχολικόν άσμα και την κιθάρα εις την οδόν, και λησμονήσας εαυτόν, ηρώτα μέσα του· «Δεν έχουν τάχα πού ν' αποκρέψουν, οι δυστυχισμένοι;» Είτα πάλιν εσκέφθη: «Αναμφιβόλως θα έχουν πού ν' αποκρέψουν, αλλά προτιμούν να βλέπουν τα φωτισμένα παράθυρα». Έπειτα ήκουε και άσμα και χορόν  εντόπιον εις δύο γειτονικάς οικίας. Ιδού, όλων αυτών των διασκεδάσεων μετείχε, χωρίς να είναι παρών. Έλεγε δε καθ' εαυτόν· «Χωρίς άλλο, διά να εκτιμήση τις μουσικήν και χορόν, πρέπει να είναι ακροατής μακρόθεν. Από σιμά ο γινόμενος θόρυβος εκκωφαίνει τα ώτα και εκπτοεί την κρίσιν». Αίφνης ησθάνθη παραδόξως εις τους αλγούντας οδόντας του κάτι ως αιμωδίασιν, και ενθυμηθείς τον μύθον εψιθύρισεν: «Όμφακές εισί».
      Αλλ' ιδού ακούει κάτω από τας πόδας το και άλλον θόρυβον και άλλην διασκέδασιν. Εχόρευον τον συρτόν ή τον καλαματιανόν, κι ετραγουδούσαν το «Μαύρο γεμενί» και το «Μύλο της θειας μου της Κοντύλως».
      Υπό τους πόδας του ακριβώς, κατώκει εις το ισόγειον η Σταματούλα η Γεμενίτσα μετά της ψυχοκόρης της, της Μαρουσώς. Φαίνεται ότι την εσπέραν εκείνην είχαν κάμει αγάπην και αι τρεις, με την Λεμονού και την Χρίσταιναν, μετά της Φρόσως και της Γεώργαινας και του συζύγου της, και είχαν αποφασίσει «ν' αποκρέψουν» ομού. Τώρα δε, αφού έφαγαν, είχαν στήσει και αυταί τον χορόν, είς ανήρ και πέντε γυναίκες, με τρία μικρά παιδία. Ενωρίς ακόμη, όταν ο Σπύρος είχεν έλθει από το μαγειρείον, όπου έφαγε, μόλις ανέβη εις το δωμάτιον του, και ήναψε την λάμπαν, ακούει ελαφρόν κτύπον εις την θύραν του. Ο πρόδρομος ήτο ακόμη γαλήνιος, διότι δεν είχαν αρχίσει να επέρχονται τα κύματα των προσκεκλημένων. Ο Σπύρος ενόμισεν, ότι θα ήτο η κυρία Ζαχαρού, και ότι θα ήλθε δια να επαναλάβη προς αυτόν την πρόσκλησιν, ήν του είχαν κάμει ήδη αι κόραι της. Εσπευσε ν’ ανοίξη. Ηπατάτο, δεν ήτο η γραία. Ήτο η Μαρούσα, η ψυχοκόρη της Σταματούλας, δεκατεσσάρων ετών κορασίς, μελαχροινή, νόστιμη, με μαύρα όμματα, με λευκόν μανδήλιον περί την κεφαλήν, την οποίαν προ δύο ετών, όταν ήτο μαθητής του γυμνασίου και κατώκει εις γειτονικόν δωμάτιον, ενθυμείτο μικράν άσχημην παιδίσκην, μαύρην, ζαρωμένην, αληθές «γυφτοκόνισμα», και ήτις τώρα είχε «ξετρίψει» κι εγίνετο ωραία. Ήτο δευτέρα ή τρίτη φορά καθ' ην η μικρά ανέβαινεν εις το δωμάτιόν του. Είχεν έλθει άλλας δύο φοράς δια να λάβη τα προς πλύσιν ενδύματα του, ή δια να φέρη πλυμένα δια των χειρών της θετής μητρός της. Και την φοράν ταύτην, ο Σπύρος ενόμισεν ότι ήλθε να του ζητήση ρούχα, και ήτο έτοιμος να την ερωτήση· «Θα πλύνη αύριο η μάννα σου, Καθαρή Δευτέρα;» Αλλ' η κορασίς, προλαβούσα, του λέγει·
      - Κύριε Σπύρο, είπ' η μητέρα μου, δεν κοπιάζεις κάτω, ν' αποκρέψουμε, αν αγαπάς;...
      Ο Σπύρος δεν επερίμενε την πρόσκλησιν ταύτην, και, χωρίς να σκεφθή απήντησεν·
      - Ευχαριστώ, κορίτσι μου, έφαγα εγώ, απόκρεψα, να μου την χαιρετάς.
      Η παιδίσκη επανέλαβε·
      - Κι αν έφαγες είπ' η μητέρα μου, να κοπιάσεις ύστερα, που θα χορέψουμε...
      - Μπράβο, έχω ευχαρίστησιν, είπε μειδιών ο νέος· ποιοι και ποιοι θα είσθε;
      - Θάμαστε η μητέρα μου κι εγώ κι η κυρα Χρίσταινα κι η Φρόσω κι η κυρα Βαγγελή κι η κυρα Γιώργαινα με τον κυρ - Γιώργη, κι ο Νίκος κι ο Τάσος κι ο Αντωνάκης της κυρα-Γιώργαινας.
      - Κάτι πολλοί! είπε μετά θαυμασμού ο Σπύρος. Και τα έχετε καλά τώρα με την κυρα Χρίσταινα και με την κυρα Βαγγελή;
      - Δεν έχουμε τίποτα...
      - Τόσο καλύτερα... Χαιρέτα μου τη μητέρα σου, θα είχα μεγάλη ευχαρίστηση... μα έχω πονόδοντο και θα κοιμηθώ νωρίς.
      Ήθελε να είπη ναι, και έλεγεν όχι. Δεν του εφαίνετο αξιοπρεπές να υπάγη «ν' αποκρέψη» με την πλύστραν του, άλλως δε θα τον έτυπτεν η συνείδησις, διότι ο μετά τόσων γυναικών, ων τινες ήσαν νέαι, συγχρωτισμός δεν θα ήτο ακίνδυνος δι' αυτόν, και η πρόθεσίς του, αν εδέχετο την πρόσκλησιν, αδύνατον να ήτο αθώα. Μάλλον θα επροτίμα να φιλήση εκεί εις τα κρυφά την μικράν κορασίδα, την οποίαν απερισκέπτως έστελλε προς αυτόν η ψυχομάννα της, αλλά δεν ήτο τολμηρός, ούτε απολύτως διεφθαρμένος.
      Απέπεμψε την παιδίσκην αλώβητον, και αυτός εξηπλώθη φιλοσοφικώς επί της σκληράς μαθητικής στρωμνής του. 
      Ευχαριστήθη, διότι ενίκησε τον πειρασμόν, ήτο ήσυχος τώρα, σχεδόν ευτυχής. Ιδού λοιπόν ότι τα τρία εμπόλεμα μέρη του ισογείου είχαν ειρηνεύσει, και συνήλθον ομού να εορτάσωσι την τελευταίαν νύκτα της Τυρινής. Καλά που το επήραν πονηρά, εσκέπτετο ο Σπύρος, κι εξέλεξαν ως τόπον της διασκεδάσεώς των το οίκημα της Σταματούλας, ακριβώς υπό το δωμάτιον το ιδικόν του, διότι αν κατέρρεεν αίφνης το πάτωμα του ανωγείου υπό το βάρος των χορευτών, εκεί ήτο ελπίς να γλυτώσουν, εκτός αν έπιπταν και οι τοίχοι, και τότε ψυχή δεν θα εσώζετο. «Τι ωραία, τι αφελή έθιμα έχει ο ελληνικός λαός, διενοείτο ο Σπύρος. Ιδού ότι τρεις οιονεί οικογένειαι, ενώ όλον τον χρόνον ήσαν εις διάστασιν, απεφάσιζαν την τελευταίαν ημέραν της Απόκρεω να φιλιωθώσι, δια να εορτάσωσι ομού την νύκτα της τυροφαγίας. Δια τους μεν (τι το θέλετε;) ο βίος αυτός είναι διηνεκής Απόκρεως, δια τους δε είναι μακρά και θλιβερά σαρακοστή. Ευτυχώς λαμβάνει πέρας! Ως όασις εν τη ερήμω ας είναι τουλάχιστον διά τους δευτέρους η νύξ αύτη της Απόκρεω!» Και αυτός οδοιπόρος ήτο εις την ματαιότητα του κόσμου. Και δι' αυτόν η ζωή ήτο ανήφορος ατελείωτος, και οδός τραχεία και μακρά τεσσαρακοστή. Πότε θα έφθανεν εις το τέρμα; Ισως να εδειματούτο από μορμολύκεια της φαντασίας του, αλλ' εμαντεύετο δυσοίωνα περί του μέλλοντός του• το μόνον καλόν ήτο ότι εφιλοσόφει εκ προκαταβολής δια πάν το αποβησόμενον ως προς αυτόν.
      Εκ των ρεμβασμών του τον απέσπασε τραχεία φωνή γέροντος, αναμειχθείσα εις τον χορόν τον υποκάτω των ποδών του, εις το οίκημα της Σταματούλας.
      Η φωνή βραχνή και μετά ιδιαζούσης προφοράς ,έψαλλε·

      Πως το τρίβουν το πιπέρι,
      του διαβόλου οι καλογέροι!

      Την φωνήν ταύτην ανεγνώρισε πάραυτα ο Σπύρος. Ήτο του μπάρμπ’ - Αντώνη, του συζύγου της γραίας Βαγγελής, τον οποίον αύτη είχε προ πολλού διωγμένον. «Α! ήρθε λοιπόν ο μπάρμπ'- Αντώνης πίσω;» εσκέφθη ο νεαρός σπουδαστής. Ενθυμείτο ότι, προ τινων μηνών, όταν ο γέρων ήτο άρρωστος, η γρια-Βαγγελή παραπονούμενη περί αυτού έλεγε·
      - Τι-σου-κάμει δα κι αυτός ο καμέναρος! Έχει και το σύναχό του... έχασε και τις παπούτσες του... θέλει και τον τσίγαρο!... 
      Αλλ' όταν ανέρρωσεν ολίγον, και δεν ήθελε να δουλεύη, η γραία τού έδωκε τα δικά της τα πασουμάκια να φορέση, και τον απέπεμψε λέγουσα: «Ας πα ναύρη τσωμί να φα!». Αλλ' ιδού ότι ο γέρων, αφού εκυλίσθη επί τόσους μήνας, τις οίδε πού εργαζόμενος δια να ζη, ενεθυμήθη κατά την Απόκρεων να έλθη προς την γραίαν του, όπως κάμη αγάπην μετ' αυτής... ίσως μάλιστα να της έφερε και ολίγα κερμάτια.
      Το αποκριάτικον δίστιχον του μπάρμπ'- Αντώνη, το επανέλαβεν ευθύς ύστερον δροσερά γλυκεία φωνή νεάνιδος, την οποίαν ο Σπύρος ανεγνώρισε επίσης. Ήτο η φωνή της Φρόσως, της αδελφής της κυρα-Χρίσταινας. Την είχε ερωτευθή πρό τινος χρόνου την χλωμήν, λεπτοφυή κόρην, την πτωχήν κι εργατικήν, την είχεν ερωτευθή ως ηρωτεύετο σήμερον την Κούλαν, με πλατωνικόν έρωτα. Τόσον ολίγον μάλιστα την επλησίασεν, ώστε κατ' αρχάς ηγνόει και τ' όνομά της. Ήκουεν εις το ακρινόν διαχώρισμα του ισογείου δύο ονόματα γυναικών, Φρόσω και Κατίναν, Κατίναν και Φρόσω. Αυτός Φρόσω ενόμιζε την κυρα-Χρίσταινα και Κατίναν ενόμιζε την αδελφήν της. «Επήρε την Φρόσω για Κατίγκω», ως έλεγεν αργότερα ο ίδιος. Και εις τους στίχους τους οποίους έγραψε δι' αυτήν (διότι έγραφε, φεύ! και στίχους, τους οποίους ευτυχώς δεν εδημοσίευε) την ωνόμαζε, καλή τη πίστει, Κατίναν.

      Ειπέ μου, τι τους έκαμες, Κατίνα ρημασμένη!
      Πώς κάθε όμμα βάσκανον εσένα μόνο βλέπει,
      και κάθε γλώσσα διά σε λαλεί φαρμακωμένη;
      Α! όχι τούτο διά σε, Κατίνα μου, δεν πρέπει...

      Αν υπανδρεύθης, έκαμες κακόν; Θεός φυλάξοι!
      Ομοίως υπανδρεύονται όλοι οι φτωχοί, Κατίνα,
      κι οι μαύρες σου γειτόνισσες, η τύχη σαν αλλάξη,
      που λέγουν τόσα διά σε, κι εβόιξ' η Αθήνα.

      Την συμφορά που πέρασες και την ζωή που ζούσες
      την μέτρησες με βάσανα, την πλήρωσες με μίση
      σκυμμένη πάντα προς την γην, ως να παρακαλούσες
      την Μοίραν να σε σπλαχνισθεί και να σε βοηθήση.

      Στον δρόμον χθες της μάμμης μου, μ' αντάμωσεν η φίλη,
      μία καλή νοικοκυρά, κι ετάνυσε το στόμα,
      και δια σέν' αγλύκαντα και διαστρεμμένα ωμίλει.
      Χαίρε, Κατίνα! κι οι γριές σ' εζήλεψαν ακόμα...

      Εις το τρίτον τετράστιχον υπηνίσσετο το επάγγελμα της κόρης, βοηθούσης εις την πλύσιν την αδελφήν της. Εις το τελευταίον απόσπασμα η γραία, περί ης γίνεται λόγος, ήτο ίσως αυτή η Βαγγελή η Λεμονού. Σημειωτέον ότι η κόρη δεν είχε υπανδρευθή, αλλ' είχεν αρραβωνισθή πρό τινος χρόνου μικροκάπηλον τινα, όστις πληροφορηθείς ότι δεν είχε μετρητά, την παρήτησεν, αφού δωρεάν την εξέθεσεν εις τας κακολογίας των φιλοψόγων γυναίων. Αλλ' ο Σπύρος, όστις εθεώρησε κατ' αρχάς τον γάμον βέβαιον κι έγραφεν εις τους στίχους του ότι η κόρη «υπανδρεύθη», ελυπήθη διά την διάλυσιν του συνοικεσίου όσον εθλίβη κατ' αρχάς διά τον αρραβώνα, διότι, εν τω μεταξύ, έπαυσε πλέον να την αγαπά, και ηρωτεύθη αντ' αυτής την Κούλαν, ήτις άδηλον αν ηγάπα τινά, αλλ' αυτόν βεβαίως όχι... Και όμως, την νύκτα ταύτην, η φωνή της νεάνιδος, με όλον το σατιρικόν του άσματος, τον συνεκίνησε... Και έπλαττε κατά φαντασίαν ολόκληρον ειδύλλιον, ουδέποτε μελλούσης να πραγματοποιηθή συμβιώσεως μετά της νεαράς πλυντρίας, ήτις δεν εφαίνετο άμοιρος αισθημάτων τρυφερών.

      Εκ της οπτασίας ταύτης τον εξήγειραν αποτόμως άγριαι φωναί, ακουσθείσαι εν μέσω βόμβου ψιθυρισμών, και διακοπέντος αίφνης του άσματος και του χορού, εν τη αιθούση του κυρ - Ζαχαρία. Ήκουσεν ευκρινώς δύο λέξεις, αίτινες με αγανάκτησιν και με πάθος βροντοφωνηθείσαι, επεκράτησαν όλου του θορύβου, και εγέννησαν μακράν σιωπήν· τας λέξεις: «ανάγωγε» και «αφιλότιμε».
      Έτεινε το ους. Αλλά δεν ήκουε πλέον τίποτε. Μετά τινά δευτερόλεπτα μόνον ήκουσεν εσπευσμένα βήματα δύο ή τριών ανθρώπων, κατερχομένων την κλίμακα την μεσημβρινήν, της μικράς εισόδου. Ανεπήδησε διά μιάς και έτρεξεν εις το παράθυρον. Αλλ' οι κατελθόντες την κλίμακα είχαν κάμψει την γωνίαν του νοτίου τοίχου και μετ' ολίγας στιγμάς ήκουσε μόνον τον κρότον της ανοιχθείσης και κλεισθείσης αυλείας θύρας, δι' ης εξήλθον οι φεύγοντες.
      Εντός της αιθούσης ήκουε μόνον ομιλίας, εξ ων ουδεμίαν λέξιν διέκρινεν. Επανήλθεν εις την κλίνην του και εξηπλώθη. Τι να συνέβαινε άρα γε; Δεν ήτο και πολύ περίεργος, και δεν τον έμελεν. Εν τούτοις έκαμε ποικίλας εικασίας περί της αιτίας του γενομένου θορύβου, και με τας εικασίας απεκοιμήθη, διότι αρκετά είχε βαυκαλισθεί ήδη από τα άσματα και τους χορούς. Ούτε η μήτηρ του δεν τον είχε ναναρίσει ποτέ τόσον ηδυπαθώς, ότε ήτο παιδίον, όσο τον ενανάρισαν την εσπέραν εκείνην αι κραυγαί και αι διαχύσεις της γειτονιάς.
      Μόνον μετά πολλάς ημέρας συνέβη να μάθη από την Σταματούλαν, την πλύστραν του, ήτις τα ήξευρε όλα, ότι «εκείνος ο αξιωματικός, ο ξανθομούστακος, είχε θυμώσει, στο χορό απάνου, με έναν που φορούσε προσωπίδα... που είχε πειράξει μιά κόρη... ξαδέρφη των κοριτσιών, καλέ!... ανιψιά της κυρα-Ζαχαρούς! ... που είχε ρθη στον μπάλο μαζί με τ' αδέρφι της... και μ' έναν άλλον κύριον, που λεν πως θα την πάρη... Παντρεύουνται ο κόσμος, να σου πω, δεν είναι σαν εμάς... Πώς θα γεννοβολήσουν, να πληθύν' η πλάση;».
      Σημειωτέον ότι, όσον αφορά την Σταματούλαν, ήτο μυστήριον διατί είχε χωρίσει τον άνδρα της. Αλλ' αυτή ηγάπα πάντοτε να ισχυρίζεται ότι ποτέ δεν είχεν υπανδρευθή. Ήτο τριανταπέντε ετών, υψηλή, ισχνή, οστεώδης. Αλλά δεν ωμολόγει ποτέ ότι ήτο παραπάνω από εικοσιπέντε ετών. Η Σταματούλα εξηκολούθησε·
      «Κι ένας άλλος, που δεν θέλησε να βγάλη την προσωπίδα του, την είχε πειράξει, φαίνεται στο χορό απάνου... και τότες ο αξιωματικός, ο ξανθομούστακος, εξεσπάθωσε, και ήθελε να τον κόψη, και τον είπε αφιλότιμο... κι εκείνος που δεν ήθελε να βγάλη την προσωπίδα, τα πήρε πλυμένα κι άπλυτα... και το 'στριψε μαζύ με άλλους δύο φίλους του, που είχαν έρθει μαζί... μα η διαγωγή του αξιωματικού του ξανθομούστακου έκαμε μία εντύπωση... κι' έδωκε εις όλους νάμι... κι οι δυο κόρες της σπιτονοικοκυράς τον αγαπήσανε... κι εκείνος δεν ξέρει ποια να πάρη ποια ν' αφήση... Μα να σου πω, ως τη Λαμπρή θαρρώ πως θα έχουμε γάμους της Κούλας με τον αξιωματικό τον ξανθομούστακο... Παντρεύουνται ο κόσμος, να σου πω!...».

      Την αυτήν εσπέραν, καθ' ην η Σταματούλα διηγείτο ταύτα εις τον Σπύρον, ο νέος ωνειρεύθη, ότι του έπεσεν είς των οδόντων του, εκείνος όστις προ πολλού του επόνει. Και έως το Πάσχα, ότε ετελούντο οι γάμοι της Κούλας μετά του νεαρού αξιωματικού, έπαυσαν οριστικώς να του πονούν οι οδόντες.

ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/anthology/367#ixzz3S04vn3Dk

18.9.14

Η ΩΡΑΙΟΤΕΡΗ ΛΕΞΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ !!

 

ρωμηος

Κωστής Παλαμάς, Γρηγόριος Ξενόπουλος, Κωνσταντίνος Παρθένης, Ζαχαρίας Παπαντωνίου, Παντελής Χορν και Σπύρος Μελάς.

του Ελευθερίου Γ. Σκιαδά.

«Ποία είναι η ωραιοτέρα λέξις της ελληνικής γλώσσης;» αναρωτιόταν ο Πέτρος Χάρης (Ιωάννης Μαρμαριάδης 1902-1998) πριν από περίπου 80 χρόνια και ξεκινούσε ένα όμορφο δημοσιογραφικό παιχνίδι, δημοσιεύοντας τις απόψεις των σπουδαιότερων λογοτεχνών, δημοσιογράφων αλλά και πολιτικών της εποχής· μιας εποχής κατά την οποία κυρίως ο κόσμος των Τεχνών και των Γραμμάτων ερωτοτροπούσε με τη γλώσσα μας, επηρεασμένος σαφώς από την εθνική πολιτική και τον αστικό εκσυγχρονισμό της σχολικής γνώσης που διαμόρφωνε τη νέα ελληνική γλώσσα.

Νομοσχέδια και γλωσσο-εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις από το 1913 και εντεύθεν, καθώς και το νεοφιλελληνικό γλωσσικό κίνημα που αναπτύχθηκε στο εξωτερικό –κυρίως στη Γαλλία με αιχμή την ίδρυση του Ινστιτούτου της Σορβόνης (1920) από τον Hubert Pernot (1870-1946)– έδιναν νέες διαστάσεις στην ευρεία κατανόηση και διάδοση του ελληνικού πνεύματος τόσο στο εσωτερικό όσο και στην Ευρώπη.

Την ώρα που το παιχνίδι αυτό παιζόταν στον Τύπο της Γαλλίας, στην Ελλάδα ο Π. Χάρης, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι στον τόπο μας ακόμη και η καθημερινή γλώσσα χώριζε τους ανθρώπους σε στρατόπεδα, καλούσε τους διανοούμενους να απαντήσουν. Έτσι, ο Κωστής Παλαμάς απάντησε ότι η ωραιότερη λέξη είναι ο «δημοτικισμός», ο Γρηγόρης Ξενόπουλος έβρισκε γοητεία στη λέξη «αισιοδοξία», ο Σπύρος Μελάς χωρίς δισταγμό έβρισκε πιο ελκυστική τη λέξη «ελευθερία» και ο στιλίστας Ζαχαρίας Παπαντωνίου εξήρε την ομορφιά της λέξης «μοναξιά». Ο ζωγράφος και καθηγητής της Σχολής Καλών Τεχνών Ουμβέρτος Αργυρός επέλεγε τη λέξη «χάρμα» διότι, όπως υποστήριζε, δεν υπάρχει σε καμία άλλη γλώσσα και στα πέντε γράμματά της κλείνει ό,τι χίλιες άλλες λέξεις μαζί.

Ο Σωτήρης Σκίπης ανέσυρε τη λέξη «απέθαντος» από τα βυζαντινά κείμενα, διαχωρίζοντάς την από τη λέξη «αθάνατος», και ο Παντελής Χορν δήλωσε παντοτινή προτίμηση στη λέξη «νειάτα». Ο αλησμόνητος Αθηναιογράφος Δημήτριος Γρ. Καμπούρογλους, παρά τα χρόνια του, προτιμούσε τη λέξη «ιμερτή», δηλαδή την αγαπητή, την ποθητή. Ο θεατράνθρωπος Νικόλαος Λάσκαρις τη «ζάχαρη», ο ιστορικός Διονύσιος Κόκκινος τη λέξη «χίμαιρα», ο ζωγράφος Παύλος Μαθιόπουλος το «φως» και ο γλύπτης Μιχαήλ Τόμπρος τη λέξη «ουσία». Ο Παύλος Νιρβάνας (Πέτρος Κ. Αποστολίδης), προφανώς επηρεασμένος από τον τόπο του (Σκόπελο), αγαπούσε τη λέξη «θάλασσα». Οι ζωγράφοι αποκάλυπταν τις ευαισθησίες τους: Ο Δημήτριος Γερανιώτης ήθελε την «αρμονία», ο Κωνσταντίνος Παρθένης την «καλημέρα» και ο Δημήτριος Μπισκίνης το «όνειρο».

Ως προς τις γυναίκες που κυριαρχούσαν στην πνευματική ζωή η λαογράφος Αγγελική Χατζημιχάλη ήθελε «πίστη», ενώ η 25χρονη ηθοποιός Ελένη Παπαδάκη, η οποία έμελλε να δολοφονηθεί άδικα στα Δεκεμβριανά του 1944, δήλωνε πως «η λέξις που περικλείει τα περισσότερα πράγματα, τα πάντα θα έλεγα, είναι η λέξις «ΖΩΗ»»! Η ιατρός και συγγραφέας Άννα Κατσίγρα ήθελε «χαρά» και η καθηγήτρια του Ελληνικού Ωδείου Αύρα Θεοδωροπούλου αναζητούσε την «καλοσύνη». Ενδιαφέρουσες όμως ήταν και οι απαντήσεις των πολιτικών του 1933: Ο στρατιωτικός και Πρόεδρος της Γερουσίας Στυλιανός Γονατάς προτιμούσε το «εμπρός», ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου τη λέξη «μάννα» και ο πρόεδρος της Βουλής Θεμιστοκλής Σοφούλης τη λέξη «φιλότιμο» διότι εκφράζει έναν ολόκληρο ηθικό κόσμο και δεν υπάρχει σε άλλη γλώσσα του κόσμου. Ο αρχηγός του Αγροτικού Κόμματος Ελλάδος Ιωάννης Σοφιανόπουλος πρότασσε την «ανατολή» και ο ιδρυτής του ίδιου κόμματος Αλέξανδρος Μυλωνάς τη λέξη «πόνος».

Αισιοδοξία, ελευθερία, μοναξιά, νειάτα, ιμερτή, θάλασσα, αρμονία, καλημέρα, όνειρο, πίστη και ζωή είναι λέξεις με τις οποίες πορευόταν η Ελλάδα πριν από ογδόντα χρόνια. Ατένιζε την έξοδο από την οικονομική κρίση, έπαιζε με τη ζωντανή ελληνική γλώσσα και επέτρεπε στην παγκόσμια κοινότητα να βαφτίζεται στα νάματά της.

http://mikros-romios.gr/4759/glossa/

17.2.14

ΑΠΟΚΡΙΑΤΙΚΗ ΝΥΧΤΙΑ

 

 

Το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη «Αποκριάτικη Νυχτιά» πρωτοδημοσιεύτηκε στις 17 Φεβρουαρίου του 1892 στην εφημερίδα «Εφημερίς» των Αθηνών. Είναι έργο αθηναϊκό, ηθογραφικό, σατιρικό και αυτοψυχογραφικό, γιατί ο Σπύρος Βεργουδής είναι ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης, στα πρώτα δραματικά του χρόνια στην Αθήνα.

      Εάν δεν ήτο επιμελής σπουδαστής ο Σπύρος ο Βεργουδής, και δεν είχε τυχόν πως να περνά τας ώρας του, κατά τας πολυημέρους διακοπάς των εορτών και της Απόκρεω, ηδύνατο να εύρη δουλειά καθήμενος εις το παράθυρον και θεώμενος και ακούων τα τελούμενα. Δεν ήτο δρόμος, ήτο αυλή, παμπάλαιος, ευρεία, ακανόνιστος, με τους τοίχους υψηλούς αλλ' ανίσου ύψους, περιβάλλουσα μίαν των παλαιοτέρων οικιών παρά την ανέρπουσαν εσχατιάν της αρχαίας πόλεως, προς την Ακρόπολιν, υψηλά, παρά το Αγιοταφίτικον. Αι τρείς ενοικάρισσαι του ισογείου, η κυρα Κατίγκω η Χρίσταινα, μετά της αγάμου αδελφής της Φρόσως, και η γριά Βαγγελή η Λεμονού, μετά της κόρης της ,της Γεώργαινας, και η Σταματούλα η Γεμενίτσα μετά της ψυχοκόρης της τής Μαρούσας, εμάλωναν διά το κάθε τι, συχνότατα, σχεδόν τρις της εβδομάδος. Συνήθως, η κατέχουσα το μεσαίον οίκημα, η Λεμονού, πότε εκ της παραμικράς αφορμής, πότε άνευ αφορμής ωρισμένης, τα έβαζε σήμερον με την μίαν, αύριον με την άλλην των δύο γειτονισσών της. Και τας μεν εορτάς, αντί να ευρίσκωσιν ύλην όπως κακολογώσιν άλλας έξω της αυλής διερχομένας ή ησύχως εις τας οικίας των καθημένας γυναίκας, προχειρότερον εύρισκον να τα χαλούν μεταξύ των. Εάν τυχόν η μία των τριών, η αδελφή της μιας ή η κόρη της άλλης εστολίζετο, η άλλη έμενε πεισματωδώς με τα καθημερινά της, δια να έχει αφορμήν να κακολογή την στολισμένην, ότι «δεν ξέρει να φορέση το φουστάνι της», κι έλεγε· «Κοίταξέ τηνε! μου στολίστηκε σα νύφη· το χάλι της δεν το βλέπει!». Τας δε καθημερινάς, άλλοτε αι δύο, άλλοτε και αι τρείς, είχαν μπουγάδα, και όλον το πλυσταρίον, και όλος ο χώρος της αυλής, δεν τας ήρκει δια ν’ απλώσωσι τα μοσχοπλυμένα των. Συχνά η γρια-Βαγγελή η Λεμονού, αφού ωνείδιζε την εκ δεξιών και την εξ αριστερών πάροικον της, ως απρόκοφτην, ως άπραχτην, ως απασσάλωτην, αυτή πρώτη θέτουσα το «πρόσφωλο», αίφνης ειρήνευεν, εμειδία, κι'έλεγεν ότι αυτή έχει δουλειά να κάμη, ότι δεν «χαλά τη ζαχαρένια της», και ότι δεν τας συνερίζεται ν' απαντά εις τας μομφάς των. Αλλοτε πάλιν η Σταματούλα η Γεμενίτσα έπαιρνε λόγια από τη μίαν κι έβαζε μαναφούκια εις την άλλην, και είτα εν ανέσει ενετρύφα εις τον καυγάν, ισταμένη παράμερα. Εμάλωναν διά κάθε πράγμα, δια μίαν σκάφην αναποδογυρισμένην ολίγον λοξά εις το πλυσταρείον, δι' ολίγες σταλαματιές θερμού χυθείσας κατά γης, δι' ολίγας δράκας στάκτης περισσότερον ή ολιγώτερον ριφθείσας εις την κόφαν. Μιά των ημερών, η γραία Βαγγελή εθύμωσεν εναντίον της Κατίγκως της Χρίσταινας, διότι αύτη εκαυχήθη ότι πληρώνεται προς είκοσι λεπτά τα υποκάμισα της κόλλας, και την ωνόμασε «τριγυρισμένην» και «πομπιωμένην», άλλοτε πάλιν η Κατίγκω εσήκωσε χείρα εναντίον της Μαρούσας, της ψυχοκόρης της Σταματούλας, καλέσασα αυτήν, δεκατετραετή μόλις, «μωρή μπασταρδού!» διότι την είδε νίπτουσαν τας χείρας πλησίον εις την κόφαν της μπουγάδας με τα ρούχα. Με αυτά επερνούσαν τας ημέρας των εις την ευρείαν αυλήν της παμπαλαίου οικίας αι τρεις αύται πτωχαί γυναίκες.
      Την εσπέραν πάλιν, ο Σπύρος ο Βεργουδής θα εύρισκε δουλειάν, αν ήθελε, με σβηστήν την λάμπαν, να μένη εις το ανώγειων δωμάτιόν του και να ίσταται όπισθεν του ανατολικού παραθύρου, κατασκοπεύων τους εισερχομένους, ή να κολλά το ούς εις την κλειδότρυπαν, ακροώμενος λόγους και κρότους και ψιθυρισμούς. Αύτη ήτο η κυρία είσοδος της οικίας, δι' ης εισήρχετο και αυτός εις το πενιχρόν δωμάτιόν του, είσοδος επίσημος, δια της οποίας έμβαιναν όλοι οι συγγενείς, φίλοι και γνώριμοι της οικίας, κατά εκατοντάδας αριθμούμενοι. Και αν ήθελε να μεταβή προς στιγμήν εις το άλλο παράθυρον του δωματίου του, προς μεσημβρίαν βλέπον, απ’ εκεί θ' αντίκρυζε την άλλην, την μικράν είσοδον, συνεχομένην με το μαγειρείον, όπου διημέρευε συνήθως η κυρία Ζαχαρού, η μήτηρ της οικογενείας, καπνίζουσα ανέτως τα σιγαρέττα της. Ήτο οικία όπου ηδύνατό τις να παίξη εν ανέσει το κρυφτάκι, και άλλας παιδιάς. Δύο άνθρωποι, ο πρώτος κυνηγούμενος υπό του δευτέρου, ή αδιακρίτως κυνηγούντες αλλήλους, χωρίς να φαίνεται τις ο διώκων και τις ο φεύγων, ηδύναντο να εισέρχονται και να εξέρχονται αλλεπαλλήλως δια των δύο θυρών, επί ημέρας και νύκτας, χωρίς ο είς να φθάση ποτέ ή ν' αντικρύση τον έτερον.
      Και αν επέστρεφε πάλιν προς το παράθυρον το ανατολικόν, ή προς την μικράν του θύραν, και επεσκόπει την κυρίαν είσοδον, εκεί ήκουεν, άμα ενύκτωνε, κάθε πέντε κάθε δέκα λεπτά, να κρούεται η θύρα, και εισήρχοντο οι επισκέπται, και τότε ήκουε καλησπέρες και χαιρετισμούς και προσρήσεις, κι ενίοτε φιλήματα... μεταξύ γυναικών, οία συνηθίζουσι φορτικώς ν' ανταλλάσωσιν αι απόγονοι της Εύας, κατά τα εξιππασμένα και φραγκοποτισμένα ήθη μας. Σπεύδω να είπω, προς καθησύχασιν του αναγνώστου, ότι τα ήθη της οικογενείας, περί ης ο λόγος, ανειμένα κατά το φαινόμενον, πράγματι ήσαν αυστηρά. Αλλ' η οικία έπλεεν εις το μεταίχμιον το αόριστον και αβέβαιον, εις το λυκόφως εκείνο, μεταξύ παραδόσεως και νεωτερισμού, όπερ ως λυκόφως δεν δύναται να διαρκέση, αλλ' αναγκαίως θα υποχωρήση εις τον ζόφον και θα γίνη νύξ. Ήσαν ομολογουμένως άνθρωποι αισθηματίαι, φιλόφρονες, ανοικτόκαρδοι. Γνωρίμους είχαν το ήμισυ της πόλεως και αν ημέρα παρήρχετο χωρίς ν' αυξήσωσι κατά μίαν τουλάχιστον τας γνωριμίας των, αι δύο κόραι θα εθεώρουν ως χαμένην την ημέραν εκείνην.
      Επειτα, ήσαν αι ημέραι της Απόκρεω, και ο κόσμος έξω διεσκέδαζε. Μόλις ενύκτωνε, και ο νέος, ο μονάζων εν τω δωματίω του, ήκουε φωνάς, άσματα, κιθαρισμούς, έξω της αυλής. Και αν επ’ ολίγα λεπτά έμενεν έρημος εισερχομένων επισκεπτών ο μικρός πρόδρομος, και ο άγριος νέος ετόλμα να εξέλθη έως τον εξώστην με την παλαιάν λιθίνην κλίμακα, τον ζευγνύοντα την οικίαν με τον τοίχον της αυλής, και προέκυπτε την κεφαλήν δια της αυλείου θυρίδος, της φραγμένης με σίδηρα, ως θυρίδος ειρκτής, δια να κοιτάξη εις την οδόν, θα έβλεπε, κατά ζεύγη, κατά τετρακτύας, κατά εξάδας, ισταμένους τους κιθαρωδούς της νυκτός κάτωθεν της θυρίδος, επί του όχθου της ανωφερούς οδού, εξαγγέλοντας εν χορδαίς και οργάνω τα αιώνια παράπονά των κατά της σκληρότητος των δύο νεανίδων. Διότι όλοι οι νέοι της γειτονιάς, και όχι ολίγοι από άλλας συνοικίας ήσαν ερωτευμένοι με τας δύο αδελφάς. Τούτων τινές ηγάπων μάλλον την Μέλπω, άλλοι μάλλον την Κούλαν· οι δε πλείστοι τας ηγάπων και τας δύο. Πολλοί αυτών ήσαν εκ των γνωρίμων της οικίας, αλλ’ εάν ήσαν προς καιρόν, εκ μικράς παρεξηγήσεως, εις δυσμένειαν, ή εάν εκ του πλήθους των επισκεπτών, δεν υπήρχε δι' αυτούς χώρος εν τη συναναστροφή μιας εσπέρας, έπαιρναν την κιθάραν των, τα μανδολίνα των, τες φυσαρμόνικες των, και με τους φθόγγους της μουσικής εζήτουν ν' αποκοιμίσωσι τον πόνον της καρδίας.

      Την ημέραν εκείνην, μεσοβδόμαδα της Τυρινής, είχον αυξήσει, ως πάντοτε, κατά μονάδας τινάς, αι γνωριμίαι της οικίας. Μεταξύ άλλων είχεν έλθει ανθυπασπιστής νεαρός, ξανθός, με αγκιστροειδή μύστακα, όν είχε εισαγάγει είς των τριτεξάδελφων της οικογενείας. Δυστυχώς αι δύο νεαραί κόραι έλειπαν. Είχον εξέλθει συνοδευόμεναι υπό δύο ανεψιάδων της μητρός των δια να κάμωσιν οψώνια εις την οδόν Ερμού. Εις την οικίαν ευρίσκετο μόνη η γραία, ήτις εκάπνιζεν το σιγαρέττον της εις το μαγειρείον, η υπηρέτρια, ήτις εσκούπιζε τας δύο κλίμακας, και το μέρος της αυλής, το έξω της δικαιοδοσίας των τριών πλυντριών, και ο κυρ Ζαχαρίας, ο οικοδεσπότης, ιδιότροπος γέρων, ζων από τα ολίγα εισοδήματα των δύο οικιών και τριών μαγαζιών του, τον οποίον, αν ήκουε τις, αιωνίως μεμψιμοιρούντα, φωνάζοντα, επιπλήττοντα, θα έλεγε, «Να αυστηρός πατέρας!», και όμως, τα της οικίας εκυβέρνων η γραία και αι δύο κόραι, όλαι δ' αι φωναί του γέροντος ήσαν μόνον ήχος και πάταγος δια ν' ακούεται. Οι τέσσαρες νέοι δεν εμαζεύοντο ποτέ εις την οικίαν. Ο τριτότοκος είχε νυμφευθή ήδη, δεκαοκταετής, άνευ της αδείας των γονέων του, ο δε υστερότοκος είχε σχέσεις με μίαν οικογένειαν, όπου διημέρευε, προτιμών να φοιτά εκεί μάλλον παρά εις την β' του γυμνασίου· ο πρωτότοκος ήτο υπάλληλος μιας των Τραπεζών, τρεφόμενος από την οικίαν και δαπανών αλλού τους μισθούς του, ο δευτερότοκος ήτο λοχίας του πεζικού. Ως και ο κουμπάρος, ο μόνος, όστις είχεν εγκαθιδρυθή εις την οικίαν, ως εις οικίαν του, επί τη προφάσει ότι δεν είχεν οικογένειαν ιδικήν του, ενώ είχε τρία νόθα τέκνα έκ τινος απατηθείσης πτωχής, ο ασυνείδητος, δεν ευρέθη παρών, ήτο εις τας εργασίας του, κατά την ώρα της επισκέψεως του ανθυπασπιστού. Με πολλήν του δυσαρέσκειαν, ο κυρ Ζαχαρίας, ηναγκάσθη να δεχθεί αυτός την επίσκεψιν του τριτεξάδελφου, του οδηγούντος τον νεαρόν στρατιωτικόν.
      Ο ξανθός σπαθοφόρος είχεν ιδεί εις εμπορικόν τας δύο αδελφάς, όπου εις των φίλων του τού τας έδειξε, λέγων περί αυτών πολλούς αμφιβόλους επαίνους. Αι δύο νεάνιδες του ήρεσαν. Είτα πάλιν τας επανείδεν εις τον περίπατον, ότε ο μετ' αυτού συμπεριπατών τας εχαιρέτισεν, εξηγήσας αυτώ ότι ήσαν εξαδέλφαι του. Ο ανθυπασπιστής του είπεν: «Έμαθα ότι είναι πολύ κοινωνικές, ότι έχουν ανοικτό σπίτι». «Θέλεις να σε συστήσω; του είπεν ο εξάδελφος· όρεξη νάχης, θα ευχαριστηθούν πολύ, γιατί έχουν κι’ αυτές έναν αδελφό λοχίαν». Και την επαύριον τον ωδήγησεν εις την οικίαν.
      Ο ανθυπασπιστής, περιμένων να ιδή ενώπιον του τας δύο ανθηράς μορφάς και ευρεθείς αίφνης ενώπιον της σκυθρωπής όψεως και της λευκής γενειάδος του κυρ Ζαχαρία, περιήλθεν εις αμηχανίαν και δεν ήξευρε πως ν’ αρχίσει την ομιλίαν. Εν τούτοις ο γέρων, οφείλων κάτι να είπη, έδειξε διά του παραθύρου την ευρείαν έκτασιν μέρους της πόλεως και του ελαιώνος, λέγων·
      - Έχουμε από δω κύριε ανθυπασπιστά, ωραίαν θ έ α ν.
      - Μάλιστα, είπεν ο ανθυπασπιστής, και μέσα του εμορμύρισεν: «έχετε, μάλιστα, δύο θ ε ά ς».
      Είτα επ' ολίγα λεπτά, όλοι εσιώπησαν.
      - Έμαθα ότι έχετε κι ένα υιόν εις τον στρατόν, είπεν ο ανθυπασπιστής.
      - Ναι, είπεν ο κυρ Ζαχαρίας, όστις ηπόρησε πώς δεν εσυλλογίσθη να το αναφέρη πρώτος. Αυτός δεν ηθέλησε να πάη κατά το έ ν θ ι μ ο ν, και άμα έληξε η θητεία του, έμεινεν εις τον στρατόν. Να περιμένη τώρα προβιβασμόν! αν έχη τύχη, όπως τον εκατήντησαν τον στρατόν με τα κόμματά τους! Αυτοί οι πολιτικοί, αυτοί οι  β ο υ λ ε π τ α ί, εκατάστρεψαν το έθνος, ανάθεμα τους! Κάψιμο θέλουν όλοι τους! Εγώ γίνομαι μπόγιας εις αυτουνούς. Εγνώρισα εγώ, στα χρόνια μου, 
λ ο χ ί ο υ ς και δ ε κ α ν ε ί ς, οπού είναι, έως αυτής της η μ ε ρ ό ς, 
σ υ ν τα γ μ α τα ρ χ α ί ο ι και τ α γ μ α τ α ρ χ α ί ο ι! Πόσο εμετάγνοιωσα που δεν επήγα στον στρατό, στα χρόνια του Οθωνος! Θα ήμουν τώρα συνταγματάρχης!
      - Και βλέπω ότι έχεις τουλάχιστον εν προσόν, θείε, είπεν ο τριτεξάδελφος αινιττόμενος τας μεταμφιέσεις των λέξεων του γέροντος.
      - Όλοι αυτό λέγουν, κύριε, είπε μειδιών ο ανθυπασπιστής. Βέβαια, όλοι οι εξηντάρηδες θα ήσαν από τότε, συνταγματάρχαι, και όλοι οι εβδομηντάρηδες θα ήσαν αντιστράτηγοι. Μόνον, ποιος θα εδούλευε για να πληρώνη φόρους, δια να βγαίνουν οι μισθοί... Βέβαια, ο στρατός, εξηκολούθησεν ο ανθυπασπιστής, είχε, και έχει ακόμα τα καλά του, δεν σας λέγω. Μόνον τα καλά του αυτά, προσέθηκε φιλοσοφικώς, είναι όσα φαίνονται κακά, κι εκείνα ίσα-ίσα τα οποία ο Ρωμιός δύσκολα συνηθίζει, και δι’ αυτό βλέπουμε όλους να φεύγουν τον στρατόν, και να νομίζουν ως ημέραν εορτής την ημέραν που θα πάρουν την άφεσίν των. Και δια τούτο τόσον ολίγοι είναι οι έχοντες την υπομονήν και την θέλησιν ν' ακολουθήσουν το στρατιωτικόν στάδιον.
      - Και ποία είναι αυτά τα καλά, ημπορούμεν να σας ερωτήσωμεν; είπεν ο κυρ- Ζαχαρίας.
      - Αυτά τα καλά είναι η τακτική ζωή, η πειθαρχία, η σκληραγωγία, τα γυμνάσια, αι αγγαρείαι, η στρατιωτική τραχύτης εν γένει, η σκαιότης... από καμμιά φορά πέφτει και κανένας φούσκος... οι ά γ ρ α φ ο ι  κ α ν ο ν ι σ μ ο ί, οι οποίοι ισχύουν περισσότερον από τους γραπτούς.
      - Και οι ά γ ρ α φ τ οι κανονισμοί ποίοι είναι; ηρώτησεν ο οικοδεσπότης.
      - Άγραφος κανονισμός είναι, όταν, παραδείγματος χάριν, συλλάβουν κανέναν λιποτάκτην... να τον σπάζουν στο ξύλο...
      - Α! έτσι; είπεν ο κυρ Ζαχαρίας... αγκαλά και το μέσον μ ο υ φ α ί ν ε τ α ι βάρβαρον, δεν είμαι όμως και πολύ ε ν ά ν τ  ι ο ς. «Το ξύλο βγήκε απ' την Παράδεισο».
      Και λέγων εστέναξεν, ενθυμηθείς ίσως τους τέσσαρας υιούς του.
      - Έπειτα είναι, εξηκολούθησεν ο ανθυπασπιστής, και άλλα βασανιστήρια... Τα ελληνικά ζωύφια, το νοσοκομείον, η  β ε λ ό ν α, τ ο  μ ά ρ μ α ρ ο... Το πειθαρχείον, οι οχτάρες, οι δεκαπεντάρες, οι μηναρέδες...
      - Οι μηναρέδες!... όχι να μην είναι χοτζάδες! είπεν ο οικοδεσπότης.
      - Οι μ η ν α ρ έ δ ε ς, ναι... σας φαίνεται παράξενο, κυρ Ζαχαρία;
      - Θείε, είπε γελών ο τριτεξάδελφος, μ η ν α ρ έ εις τον στρατόν ονομάζουν την μηνιαίαν φυλάκισιν.
      - Α! έκαμεν ο κυρ Ζαχαρίας. Τότε ε ν δ ι α φ έ ρ ε ι.
      Την στιγμήν εκείνην ηκούσθησαν βήματα εις τον πρόδρομον. Ήσαν αι δύο νέαι, επιστρέψασαι από της οδού Ερμού, συνοδευόμεναι υπό των δύο ανεψιάδων. Εισήλθον ελαφραί, χαρίεσσαι, μετ' ιδιορρύθμου κομψότητος ενδεδυμέναι, με αλλόκοτους το σχήμα πίλους και με κόκκινα πτερά, η Μελπομένη καστανή, κοντούλα, ευτραφής, χλωμή, αισθηματική, ρωμαντική, η Κυριακούλα, στακτερόξανθος, υψηλή, λιγνή, ισχνή, με ζωηροτάτους ηδυπαθείς οφθαλμούς, οίτινες ήσαν απροσδιορίστου χρώματος κι εφαίνοντο διηγούμενοι μυρίας ιστορίας. Πονηρά, άστατος, είρων, γοητεύουσα με τον τρόπον και απογοητεύουσα με τον λόγον, θωπεύουσα με το βλέμμα και σχίζουσαν με την γλώσσαν, είχε πολλάς δωδεκάδας εργολάβων, εις όλους έδιδεν ελπίδας, και όλους τους επερίπαιζε. Τοιαύτη ήτο η χαϊδεμένη Κούλα.
      Έγινεν η παρουσίασις. Ο ανθυπασπιστής εμαγεύθη από τας δύο νεάνιδας και δεν ήξευρε ποίαν να πρωτοαγαπήσει. Απήλθεν μετά ημίσειαν ώραν, αιχμαλωτισμένος, λαβών πρόσκλησιν να έλθη μίαν των νυκτών τούτων της τελευταίας εβδομάδος της Απόκρεω, ότε κατά πάσαν εσπέραν εγίνετο συναναστροφή και χορός.

      Την τελευταίαν εσπέραν της Τυρινής του έτους 1889  εχόρευσαν τόσον εις του κυρ- Ζαχαρία, ώστε ήτο φόβος μη πέσει το σαθρόν σκωληκόβρωτον πάτωμα της παμπαλαίου οικίας επί των κεφαλών της κυρα-Κατίγκως της Χρίσταινας, της γραίας Βασιλικής της Λεμονούς και της Σταματούλας της Γεμενίτσας, το μόνο μέσον δι' ου αι τρεις αύται θα έπαυον διά πάντοτε τους καθημερινούς καυγάδες των.
      Η ανατολική θύρα της οικίας δεν επρόφθανε ν' ανοίγη και να κλείη. Εισήρχοντο κατά ζεύγη, κατά ομάδας, άνδρες, γυναίκες, μετημφιεσμένοι και άλλοι, προσωπίδες και πρόσωπα. Έτριζεν η θύρα με τους στροφείς, εστέναζε το πάτωμα, αντήχει ο διάδρομος, εβόμβει η αίθουσα από το πλήθος των προσκεκλημένων. Αι δύο νεάνιδες δεν επρολάμβανον να τρέχωσιν ανά παν δεύτερον ή τρίτον λεπτόν εις την θύραν, προϋπαντώσαι τους ερχομένους, ή προπέμπουσαι τους τυχόν απερχομένους, να επιστρέφωσιν εις την αίθουσαν, περιποιούμεναι τους μένοντας, να μεταβαίνωσιν εις τα δωμάτια, ανταλάσσουσαι ομιλίας με τους οικειοτέρους. Και ο χορός έπαυε και ανενεούτο κάθε δέκα λεπτά. Η Κούλα εχόρευεν ως να είχε πτερά εις τους πόδας, εκλέγουσα αυτή δια νεύματος τους συγχορευτάς της, επιτρέπουσα ως βασίλισσα να την παρακαλέσωσι να χορεύση. Η Μέλπω εδέχετο πάσαν πρόσκλησιν, συμπονετική, μη θέλουσα ν' απορρίψη κανενός την παράκλησιν. Και η αυλή και η κλίμαξ εφεγγοβόλει, και από όλα τα παράθυρα εξήρχοντο ήχοι μουσικής, ως να ήτο η οικία όλη γιγαντιαίον κύμβαλον εναρμονίως ηχούν εκεί εις το ανασηκωμένον κράσπεδον της παλαιάς πόλεως. Και όταν επί μίαν στιγμήν έπαυον τυχόν οι τόνοι της μουσικής, τότε, έξωθεν της αυλής ηκούετο μελαγχολική καντάδα των κιθαρωδών της γειτονιάς, όσοι διά τινα αφορμήν δεν ήσαν δεκτοί ν’ ανέλθωσιν εις την πολυθόρυβον και φιλόκοσμον οικίαν. Τότε η Κούλα ύψωνε αορίστως το υγρόν όμμα εις το κενόν, ενώ η Μέλπω ηκούετο ψιθυρίζουσα με τους οδόντας της: «Οι καημένοι!»
      Ερρέμβαζεν εξηπλωμένος επί της κλίνης του, ο Σπύρος ο Βεργουδής, πτωχός σπουδαστής, πρωτοετής της φιλοσοφικής σχολής, όστις και αν ήθελε να εισέλθη εις τον κόσμον δεν είχε τα μέσα.
      Είναι αληθές, ότι αι δύο κόραι τον είχον προσκαλέσει να μετάσχη της εσπερινής διασκεδάσεως, αλλά πώς να υπάγη αυτός, δειλός, άπειρος του κόσμου, κακοφορεμένος, εν μέσω τόσων αγνώστων; Έπειτα προς την μίαν αυτών, την Κούλαν, έτρεφε αβρόν συναίσθημα ερωτικόν, και ήτο ζηλιάρης· δεν θα ηνείχετο να την βλέπη να χορεύη με τόσους και τόσους... και αυτός να μην ηξεύρη ευρωπαϊκόν χορόν! Είχε δειπνήσει την εβδόμην ώραν κι επειδή την εσπέραν εκείνην ενωρίς τα καφενεία έκλεισαν, ησθάνετο δε και ελαφρόν πόνον εις τους οδόντας, απεσύρθη από της ογδόης εις το δωμάτιόν του με το παράπονον εκείνο, οίον ο ξένος έχει μέσα του εις τοιαύτας ημέρας. Αλλ' άμα έφθασεν εις το δωμάτιον, η λύπη του διεσκεδάσθη, και τώρα εξηπλωμένος επί της κλίνης του  ερρέμβαζε κι επαρηγορείτο, σκεπτόμενος ότι αυτός ήτο αναμφιβόλως ο ευδαιμονέστερος, διότι χωρίς να παρευρίσκεται εις καμμίαν διασκέδασιν, μετείχε τριών η τεσσάρων συγχρόνως. Ήκουε τον απερίγραπτον θόρυβον της οικίας, όστις μόνος του ήξιζε δια τρεις ή τέσσαρας εορτάς, κι εχόρευε μετά της κλίνης του ακουσίως νανουριζόμενος από τα άσματα, την μουσικήν και τας ορχήσεις. Είτα κατά το διάλειμμα του χορού, ήκουσε το μελαγχολικόν άσμα και την κιθάρα εις την οδόν, και λησμονήσας εαυτόν, ηρώτα μέσα του· «Δεν έχουν τάχα πού ν' αποκρέψουν, οι δυστυχισμένοι;» Είτα πάλιν εσκέφθη: «Αναμφιβόλως θα έχουν πού ν' αποκρέψουν, αλλά προτιμούν να βλέπουν τα φωτισμένα παράθυρα». Έπειτα ήκουε και άσμα και χορόν  εντόπιον εις δύο γειτονικάς οικίας. Ιδού, όλων αυτών των διασκεδάσεων μετείχε, χωρίς να είναι παρών. Έλεγε δε καθ' εαυτόν· «Χωρίς άλλο, διά να εκτιμήση τις μουσικήν και χορόν, πρέπει να είναι ακροατής μακρόθεν. Από σιμά ο γινόμενος θόρυβος εκκωφαίνει τα ώτα και εκπτοεί την κρίσιν». Αίφνης ησθάνθη παραδόξως εις τους αλγούντας οδόντας του κάτι ως αιμωδίασιν, και ενθυμηθείς τον μύθον εψιθύρισεν: «Όμφακές εισί».
      Αλλ' ιδού ακούει κάτω από τας πόδας το και άλλον θόρυβον και άλλην διασκέδασιν. Εχόρευον τον συρτόν ή τον καλαματιανόν, κι ετραγουδούσαν το «Μαύρο γεμενί» και το «Μύλο της θειας μου της Κοντύλως».
      Υπό τους πόδας του ακριβώς, κατώκει εις το ισόγειον η Σταματούλα η Γεμενίτσα μετά της ψυχοκόρης της, της Μαρουσώς. Φαίνεται ότι την εσπέραν εκείνην είχαν κάμει αγάπην και αι τρεις, με την Λεμονού και την Χρίσταιναν, μετά της Φρόσως και της Γεώργαινας και του συζύγου της, και είχαν αποφασίσει «ν' αποκρέψουν» ομού. Τώρα δε, αφού έφαγαν, είχαν στήσει και αυταί τον χορόν, είς ανήρ και πέντε γυναίκες, με τρία μικρά παιδία. Ενωρίς ακόμη, όταν ο Σπύρος είχεν έλθει από το μαγειρείον, όπου έφαγε, μόλις ανέβη εις το δωμάτιον του, και ήναψε την λάμπαν, ακούει ελαφρόν κτύπον εις την θύραν του. Ο πρόδρομος ήτο ακόμη γαλήνιος, διότι δεν είχαν αρχίσει να επέρχονται τα κύματα των προσκεκλημένων. Ο Σπύρος ενόμισεν, ότι θα ήτο η κυρία Ζαχαρού, και ότι θα ήλθε δια να επαναλάβη προς αυτόν την πρόσκλησιν, ήν του είχαν κάμει ήδη αι κόραι της. Εσπευσε ν’ ανοίξη. Ηπατάτο, δεν ήτο η γραία. Ήτο η Μαρούσα, η ψυχοκόρη της Σταματούλας, δεκατεσσάρων ετών κορασίς, μελαχροινή, νόστιμη, με μαύρα όμματα, με λευκόν μανδήλιον περί την κεφαλήν, την οποίαν προ δύο ετών, όταν ήτο μαθητής του γυμνασίου και κατώκει εις γειτονικόν δωμάτιον, ενθυμείτο μικράν άσχημην παιδίσκην, μαύρην, ζαρωμένην, αληθές «γυφτοκόνισμα», και ήτις τώρα είχε «ξετρίψει» κι εγίνετο ωραία. Ήτο δευτέρα ή τρίτη φορά καθ' ην η μικρά ανέβαινεν εις το δωμάτιόν του. Είχεν έλθει άλλας δύο φοράς δια να λάβη τα προς πλύσιν ενδύματα του, ή δια να φέρη πλυμένα δια των χειρών της θετής μητρός της. Και την φοράν ταύτην, ο Σπύρος ενόμισεν ότι ήλθε να του ζητήση ρούχα, και ήτο έτοιμος να την ερωτήση· «Θα πλύνη αύριο η μάννα σου, Καθαρή Δευτέρα;» Αλλ' η κορασίς, προλαβούσα, του λέγει·
      - Κύριε Σπύρο, είπ' η μητέρα μου, δεν κοπιάζεις κάτω, ν' αποκρέψουμε, αν αγαπάς;...
      Ο Σπύρος δεν επερίμενε την πρόσκλησιν ταύτην, και, χωρίς να σκεφθή απήντησεν·
      - Ευχαριστώ, κορίτσι μου, έφαγα εγώ, απόκρεψα, να μου την χαιρετάς.
      Η παιδίσκη επανέλαβε·
      - Κι αν έφαγες είπ' η μητέρα μου, να κοπιάσεις ύστερα, που θα χορέψουμε...
      - Μπράβο, έχω ευχαρίστησιν, είπε μειδιών ο νέος· ποιοι και ποιοι θα είσθε;
      - Θάμαστε η μητέρα μου κι εγώ κι η κυρα Χρίσταινα κι η Φρόσω κι η κυρα Βαγγελή κι η κυρα Γιώργαινα με τον κυρ - Γιώργη, κι ο Νίκος κι ο Τάσος κι ο Αντωνάκης της κυρα-Γιώργαινας.
      - Κάτι πολλοί! είπε μετά θαυμασμού ο Σπύρος. Και τα έχετε καλά τώρα με την κυρα Χρίσταινα και με την κυρα Βαγγελή;
      - Δεν έχουμε τίποτα...
      - Τόσο καλύτερα... Χαιρέτα μου τη μητέρα σου, θα είχα μεγάλη ευχαρίστηση... μα έχω πονόδοντο και θα κοιμηθώ νωρίς.
      Ήθελε να είπη ναι, και έλεγεν όχι. Δεν του εφαίνετο αξιοπρεπές να υπάγη «ν' αποκρέψη» με την πλύστραν του, άλλως δε θα τον έτυπτεν η συνείδησις, διότι ο μετά τόσων γυναικών, ων τινες ήσαν νέαι, συγχρωτισμός δεν θα ήτο ακίνδυνος δι' αυτόν, και η πρόθεσίς του, αν εδέχετο την πρόσκλησιν, αδύνατον να ήτο αθώα. Μάλλον θα επροτίμα να φιλήση εκεί εις τα κρυφά την μικράν κορασίδα, την οποίαν απερισκέπτως έστελλε προς αυτόν η ψυχομάννα της, αλλά δεν ήτο τολμηρός, ούτε απολύτως διεφθαρμένος.
      Απέπεμψε την παιδίσκην αλώβητον, και αυτός εξηπλώθη φιλοσοφικώς επί της σκληράς μαθητικής στρωμνής του. 
      Ευχαριστήθη, διότι ενίκησε τον πειρασμόν, ήτο ήσυχος τώρα, σχεδόν ευτυχής. Ιδού λοιπόν ότι τα τρία εμπόλεμα μέρη του ισογείου είχαν ειρηνεύσει, και συνήλθον ομού να εορτάσωσι την τελευταίαν νύκτα της Τυρινής. Καλά που το επήραν πονηρά, εσκέπτετο ο Σπύρος, κι εξέλεξαν ως τόπον της διασκεδάσεώς των το οίκημα της Σταματούλας, ακριβώς υπό το δωμάτιον το ιδικόν του, διότι αν κατέρρεεν αίφνης το πάτωμα του ανωγείου υπό το βάρος των χορευτών, εκεί ήτο ελπίς να γλυτώσουν, εκτός αν έπιπταν και οι τοίχοι, και τότε ψυχή δεν θα εσώζετο. «Τι ωραία, τι αφελή έθιμα έχει ο ελληνικός λαός, διενοείτο ο Σπύρος. Ιδού ότι τρεις οιονεί οικογένειαι, ενώ όλον τον χρόνον ήσαν εις διάστασιν, απεφάσιζαν την τελευταίαν ημέραν της Απόκρεω να φιλιωθώσι, δια να εορτάσωσι ομού την νύκτα της τυροφαγίας. Δια τους μεν (τι το θέλετε;) ο βίος αυτός είναι διηνεκής Απόκρεως, δια τους δε είναι μακρά και θλιβερά σαρακοστή. Ευτυχώς λαμβάνει πέρας! Ως όασις εν τη ερήμω ας είναι τουλάχιστον διά τους δευτέρους η νύξ αύτη της Απόκρεω!» Και αυτός οδοιπόρος ήτο εις την ματαιότητα του κόσμου. Και δι' αυτόν η ζωή ήτο ανήφορος ατελείωτος, και οδός τραχεία και μακρά τεσσαρακοστή. Πότε θα έφθανεν εις το τέρμα; Ισως να εδειματούτο από μορμολύκεια της φαντασίας του, αλλ' εμαντεύετο δυσοίωνα περί του μέλλοντός του• το μόνον καλόν ήτο ότι εφιλοσόφει εκ προκαταβολής δια πάν το αποβησόμενον ως προς αυτόν.
      Εκ των ρεμβασμών του τον απέσπασε τραχεία φωνή γέροντος, αναμειχθείσα εις τον χορόν τον υποκάτω των ποδών του, εις το οίκημα της Σταματούλας.
      Η φωνή βραχνή και μετά ιδιαζούσης προφοράς ,έψαλλε·

      Πως το τρίβουν το πιπέρι,
      του διαβόλου οι καλογέροι!

      Την φωνήν ταύτην ανεγνώρισε πάραυτα ο Σπύρος. Ήτο του μπάρμπ’ - Αντώνη, του συζύγου της γραίας Βαγγελής, τον οποίον αύτη είχε προ πολλού διωγμένον. «Α! ήρθε λοιπόν ο μπάρμπ'- Αντώνης πίσω;» εσκέφθη ο νεαρός σπουδαστής. Ενθυμείτο ότι, προ τινων μηνών, όταν ο γέρων ήτο άρρωστος, η γρια-Βαγγελή παραπονούμενη περί αυτού έλεγε·
      - Τι-σου-κάμει δα κι αυτός ο καμέναρος! Έχει και το σύναχό του... έχασε και τις παπούτσες του... θέλει και τον τσίγαρο!... 
      Αλλ' όταν ανέρρωσεν ολίγον, και δεν ήθελε να δουλεύη, η γραία τού έδωκε τα δικά της τα πασουμάκια να φορέση, και τον απέπεμψε λέγουσα: «Ας πα ναύρη τσωμί να φα!». Αλλ' ιδού ότι ο γέρων, αφού εκυλίσθη επί τόσους μήνας, τις οίδε πού εργαζόμενος δια να ζη, ενεθυμήθη κατά την Απόκρεων να έλθη προς την γραίαν του, όπως κάμη αγάπην μετ' αυτής... ίσως μάλιστα να της έφερε και ολίγα κερμάτια.
      Το αποκριάτικον δίστιχον του μπάρμπ'- Αντώνη, το επανέλαβεν ευθύς ύστερον δροσερά γλυκεία φωνή νεάνιδος, την οποίαν ο Σπύρος ανεγνώρισε επίσης. Ήτο η φωνή της Φρόσως, της αδελφής της κυρα-Χρίσταινας. Την είχε ερωτευθή πρό τινος χρόνου την χλωμήν, λεπτοφυή κόρην, την πτωχήν κι εργατικήν, την είχεν ερωτευθή ως ηρωτεύετο σήμερον την Κούλαν, με πλατωνικόν έρωτα. Τόσον ολίγον μάλιστα την επλησίασεν, ώστε κατ' αρχάς ηγνόει και τ' όνομά της. Ήκουεν εις το ακρινόν διαχώρισμα του ισογείου δύο ονόματα γυναικών, Φρόσω και Κατίναν, Κατίναν και Φρόσω. Αυτός Φρόσω ενόμιζε την κυρα-Χρίσταινα και Κατίναν ενόμιζε την αδελφήν της. «Επήρε την Φρόσω για Κατίγκω», ως έλεγεν αργότερα ο ίδιος. Και εις τους στίχους τους οποίους έγραψε δι' αυτήν (διότι έγραφε, φεύ! και στίχους, τους οποίους ευτυχώς δεν εδημοσίευε) την ωνόμαζε, καλή τη πίστει, Κατίναν.

      Ειπέ μου, τι τους έκαμες, Κατίνα ρημασμένη!
      Πώς κάθε όμμα βάσκανον εσένα μόνο βλέπει,
      και κάθε γλώσσα διά σε λαλεί φαρμακωμένη;
      Α! όχι τούτο διά σε, Κατίνα μου, δεν πρέπει...

      Αν υπανδρεύθης, έκαμες κακόν; Θεός φυλάξοι!
      Ομοίως υπανδρεύονται όλοι οι φτωχοί, Κατίνα,
      κι οι μαύρες σου γειτόνισσες, η τύχη σαν αλλάξη,
      που λέγουν τόσα διά σε, κι εβόιξ' η Αθήνα.

      Την συμφορά που πέρασες και την ζωή που ζούσες
      την μέτρησες με βάσανα, την πλήρωσες με μίση
      σκυμμένη πάντα προς την γην, ως να παρακαλούσες
      την Μοίραν να σε σπλαχνισθεί και να σε βοηθήση.

      Στον δρόμον χθες της μάμμης μου, μ' αντάμωσεν η φίλη,
      μία καλή νοικοκυρά, κι ετάνυσε το στόμα,
      και δια σέν' αγλύκαντα και διαστρεμμένα ωμίλει.
      Χαίρε, Κατίνα! κι οι γριές σ' εζήλεψαν ακόμα...

      Εις το τρίτον τετράστιχον υπηνίσσετο το επάγγελμα της κόρης, βοηθούσης εις την πλύσιν την αδελφήν της. Εις το τελευταίον απόσπασμα η γραία, περί ης γίνεται λόγος, ήτο ίσως αυτή η Βαγγελή η Λεμονού. Σημειωτέον ότι η κόρη δεν είχε υπανδρευθή, αλλ' είχεν αρραβωνισθή πρό τινος χρόνου μικροκάπηλον τινα, όστις πληροφορηθείς ότι δεν είχε μετρητά, την παρήτησεν, αφού δωρεάν την εξέθεσεν εις τας κακολογίας των φιλοψόγων γυναίων. Αλλ' ο Σπύρος, όστις εθεώρησε κατ' αρχάς τον γάμον βέβαιον κι έγραφεν εις τους στίχους του ότι η κόρη «υπανδρεύθη», ελυπήθη διά την διάλυσιν του συνοικεσίου όσον εθλίβη κατ' αρχάς διά τον αρραβώνα, διότι, εν τω μεταξύ, έπαυσε πλέον να την αγαπά, και ηρωτεύθη αντ' αυτής την Κούλαν, ήτις άδηλον αν ηγάπα τινά, αλλ' αυτόν βεβαίως όχι... Και όμως, την νύκτα ταύτην, η φωνή της νεάνιδος, με όλον το σατιρικόν του άσματος, τον συνεκίνησε... Και έπλαττε κατά φαντασίαν ολόκληρον ειδύλλιον, ουδέποτε μελλούσης να πραγματοποιηθή συμβιώσεως μετά της νεαράς πλυντρίας, ήτις δεν εφαίνετο άμοιρος αισθημάτων τρυφερών.

      Εκ της οπτασίας ταύτης τον εξήγειραν αποτόμως άγριαι φωναί, ακουσθείσαι εν μέσω βόμβου ψιθυρισμών, και διακοπέντος αίφνης του άσματος και του χορού, εν τη αιθούση του κυρ - Ζαχαρία. Ήκουσεν ευκρινώς δύο λέξεις, αίτινες με αγανάκτησιν και με πάθος βροντοφωνηθείσαι, επεκράτησαν όλου του θορύβου, και εγέννησαν μακράν σιωπήν· τας λέξεις: «ανάγωγε» και «αφιλότιμε».
      Έτεινε το ους. Αλλά δεν ήκουε πλέον τίποτε. Μετά τινά δευτερόλεπτα μόνον ήκουσεν εσπευσμένα βήματα δύο ή τριών ανθρώπων, κατερχομένων την κλίμακα την μεσημβρινήν, της μικράς εισόδου. Ανεπήδησε διά μιάς και έτρεξεν εις το παράθυρον. Αλλ' οι κατελθόντες την κλίμακα είχαν κάμψει την γωνίαν του νοτίου τοίχου και μετ' ολίγας στιγμάς ήκουσε μόνον τον κρότον της ανοιχθείσης και κλεισθείσης αυλείας θύρας, δι' ης εξήλθον οι φεύγοντες.
      Εντός της αιθούσης ήκουε μόνον ομιλίας, εξ ων ουδεμίαν λέξιν διέκρινεν. Επανήλθεν εις την κλίνην του και εξηπλώθη. Τι να συνέβαινε άρα γε; Δεν ήτο και πολύ περίεργος, και δεν τον έμελεν. Εν τούτοις έκαμε ποικίλας εικασίας περί της αιτίας του γενομένου θορύβου, και με τας εικασίας απεκοιμήθη, διότι αρκετά είχε βαυκαλισθεί ήδη από τα άσματα και τους χορούς. Ούτε η μήτηρ του δεν τον είχε ναναρίσει ποτέ τόσον ηδυπαθώς, ότε ήτο παιδίον, όσο τον ενανάρισαν την εσπέραν εκείνην αι κραυγαί και αι διαχύσεις της γειτονιάς.
      Μόνον μετά πολλάς ημέρας συνέβη να μάθη από την Σταματούλαν, την πλύστραν του, ήτις τα ήξευρε όλα, ότι «εκείνος ο αξιωματικός, ο ξανθομούστακος, είχε θυμώσει, στο χορό απάνου, με έναν που φορούσε προσωπίδα... που είχε πειράξει μιά κόρη... ξαδέρφη των κοριτσιών, καλέ!... ανιψιά της κυρα-Ζαχαρούς! ... που είχε ρθη στον μπάλο μαζί με τ' αδέρφι της... και μ' έναν άλλον κύριον, που λεν πως θα την πάρη... Παντρεύουνται ο κόσμος, να σου πω, δεν είναι σαν εμάς... Πώς θα γεννοβολήσουν, να πληθύν' η πλάση;».
      Σημειωτέον ότι, όσον αφορά την Σταματούλαν, ήτο μυστήριον διατί είχε χωρίσει τον άνδρα της. Αλλ' αυτή ηγάπα πάντοτε να ισχυρίζεται ότι ποτέ δεν είχεν υπανδρευθή. Ήτο τριανταπέντε ετών, υψηλή, ισχνή, οστεώδης. Αλλά δεν ωμολόγει ποτέ ότι ήτο παραπάνω από εικοσιπέντε ετών. Η Σταματούλα εξηκολούθησε·
      «Κι ένας άλλος, που δεν θέλησε να βγάλη την προσωπίδα του, την είχε πειράξει, φαίνεται στο χορό απάνου... και τότες ο αξιωματικός, ο ξανθομούστακος, εξεσπάθωσε, και ήθελε να τον κόψη, και τον είπε αφιλότιμο... κι εκείνος που δεν ήθελε να βγάλη την προσωπίδα, τα πήρε πλυμένα κι άπλυτα... και το 'στριψε μαζύ με άλλους δύο φίλους του, που είχαν έρθει μαζί... μα η διαγωγή του αξιωματικού του ξανθομούστακου έκαμε μία εντύπωση... κι' έδωκε εις όλους νάμι... κι οι δυο κόρες της σπιτονοικοκυράς τον αγαπήσανε... κι εκείνος δεν ξέρει ποια να πάρη ποια ν' αφήση... Μα να σου πω, ως τη Λαμπρή θαρρώ πως θα έχουμε γάμους της Κούλας με τον αξιωματικό τον ξανθομούστακο... Παντρεύουνται ο κόσμος, να σου πω!...».

      Την αυτήν εσπέραν, καθ' ην η Σταματούλα διηγείτο ταύτα εις τον Σπύρον, ο νέος ωνειρεύθη, ότι του έπεσεν είς των οδόντων του, εκείνος όστις προ πολλού του επόνει. Και έως το Πάσχα, ότε ετελούντο οι γάμοι της Κούλας μετά του νεαρού αξιωματικού, έπαυσαν οριστικώς να του πονούν οι οδόντες.

ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/