Showing posts with label ΚΩΣΤΑΚΗΣ ΑΛΕΚΟΣ. Show all posts
Showing posts with label ΚΩΣΤΑΚΗΣ ΑΛΕΚΟΣ. Show all posts

17.12.16

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΜΕ..ΧΟΙΡΙΝΟ ΚΑΙ ΚΟΡΩΝΑ..ΓΡΑΜΜΑΤΑ


ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ...
    Δεκαετία  του '60 ο αξεχαστος  Αλέκος , τριτος  από  αριστερά , σε  μια ωραία  φωτογραφία , από  κάποιο  βράδυ  γλεντιού με  τον " κουμπάρο " Παναγιώτη Δημητρακόπουλο , , τον  Νίκο Χρ.Πέτρου  αριστερά  και  τον  Αλέκο Λαλαγιάννη  
Πλησιάζουν τα Χριστούγεννα  φίλοι μου , ας γυρίσουμε λοιπόν λίγο στα παλιά και  ας δούμε πως ήταν η παλιά  Λιδορικιώτικη ζωή ,  άγνωστη  για πολλούς , και  φυσικά  για τους  νεότερους , αλλά και  πως   ..ένοιωθε , τέτοιες μέρες , ο αξέχαστος Λιδορικιώτης , και αγαπημένος φίλος , Αλέκος Κωστάκης , ο ...Καφτανιαλέκος μας ...το κομμάτι δημοσιεύτηκε στο " ΛΙΔΩΡΙΚΙ " του Γιώργου Καψάλη , αριθ.φύλλου 12 , το Νοέμβριο 1982 .
   Πρέπει ακόμα  να πούμε , χωρίς  υπερβολή , πως  ο  αξέχαστος Αλέκος , είναι  αυτός  που  με  το μεγάλο  του  έργο και  δυσικά με  την παθιασμένη αγάπη του για το  χωριό  μας , μας  αφησε  ένα  πραγματικό  θησαυρό , ειδικά για  το  προπολεμικό Λιδορίκι , και  θα  πρέπει να  παραδεχτούμε , πως , δυστυχώς , το  χωριό  μας  , άγνωστο  για  ποιους  λόγους , ΔΕΝ  ΤΙΜΗΣΕ  ΤΟΝ  ΕΚΛΕΚΤΟ  ΑΥΤΟ  ΛΙΔΟΡΙΚΙΩΤΗ  ΛΟΓΟΤΕΧΝΗ  ΑΛΛΑ  ΚΑΙ  ΠΑΘΙΑΣΜΕΝΟ  ΛΙΔΟΡΙΚΙΩΤΗ ..
   Προσωπικά  φίλοι  μου , είχα  τη μεγάλη  χαρά  και τύχη να  γνωρίσω τον  αξέχαστο Αλέκο και  την αγαπημένη  του  σύζυγο , Στέλλα  Αρκάδη , μια  υπέροχη  γυναίκα  που  αγάπησε μάλιστα  πολύ  και  το  χωριό  μας , όπως και την  οικογένεια του  Αλέκου και όλους τους  συγγενείς  του ,  νοιώθω  φίλοι  μου , ΠΩΣ  ΟΙ ΛΙΔΟΡΙΚΙΩΤΕΣ  ΧΡΩΣΤΑΜΕ  ΠΟΛΛΑ , ΠΑΡΑ  ΠΟΛΛΑ ΣΤΟΝ ΜΕΓΆΛΟ  ΧΩΡΙΑΝΌ  ΜΑΣ , ΤΟ  " ΛΙΔΩΡΙΚΙ " ΜΕ  ΤΙΣ  ΛΙΓΕΣ  ΔΥΝΑΜΕΙΣ  ΤΟΥ ΘΑ  ΚΑΝΕΙ  ΤΟ  ΠΑΝ ΓΙΑ  ΝΑ  ΔΟΘΕΊ  ΣΤΟΜ  ΑΛΕΚΟ Η  ΘΕΣΗ ΠΟΥ ΤΟΥ  ΠΡΕΠΕΙ  ΣΤΟ  ΛΙΔΟΡΙΚΙΩΤΙΚΟ  ΠΑΝΘΕΟ ...
 Απλαύστε  φιλοι  μου  το υπέροχο  αυτό ηθολαογραφικό  κείμενο ..ΕΙΝΑΙ  ΠΡΑΓΜΑΤΙ  ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΙΚΟ 

 Ο  αξέχαστος λογοτέχνης  και  ποιητής  Αλέκος Μαργέλλος - Κωστάκης με  την  αγαπημένη  σύντροφό επίσης  ποιήτρια και  ηθοποιό , Στέλλα  Αρκάδη , στην  εκκλησία  της  Ζωοδόχου  Πηγής  στο  Λιδορίκι .
 Σε  μια  πολύ ανθρώπινη  στιγμή , μιλάει  με  το  καναρίνι  του , στην  αυλή  του  σπιτιού  του  στα  Ιλίσια στην  Αθήνα .

                                                                     *******

" Δεν ξέρω αν εμείς οι παλιότεροι Λιδωρικιώτες είμαστε αθεράπευτα ρομαντικοί κι' όλα τα περασμένα , συγκρίνοντάς τα με τα σημερινά , τα βλέπουμε πάντα καλύτερα και ..ποιητικότερα .
Ίσως η " φευγάτη νιότη μας ' , ίσως τ' απόσκια της ζωής , που ήδη γέρνουν στην αυλή μας ( μ' όλα τα σύνδρομά τους , π' ανάθεμά τα ) να μας κάνουν να βλέπουμε με μάτι νοσταλγικό τα περασμένα και ιδιαίτερα ετούτες τις άγιες μέρες της χριστιανοσύνης .
Κι' η έρμη και χιλιοδαρμένη ψυχή βυθίζεται στο πέλαγος των αναμνήσεων και γεμίζει από μιά ανάλαφρη και γλυκόπικρη νοσταλγική θλίψη καθώς αναθυμάται : Τότε που όλοι - μικροί μεγάλοι - περίμεναν με πραγματική λαχτάρα κι' ένταση ψυχής τα Χριστούγεννα . Όχι τυπικά κι' από συνήθεια , όπως γίνεται σήμερα , που οι περισσότεροι τα βλέπουν σαν διακοπές και τίποτε περισσότερο . Δεν υπάρχει πλέον εκείνη η ..μυστηριακή οικογενειακή ατμόσφαιρα , που συγκέντρωνε στο τραπ'εζι της " φαμελιάς " - όπως λέει κι' ο Παλαμάς - όλους , ακόμα κι' εκείνους που βρίσκονταν στα πέρατα της γης , που πάσχιζαν κι' έκαναν τ' αδύνατα δυνατά να βρεθούν ο ένας κοντά στον άλλο , κάτω απ' το βλέμμα και τη σκιά των " εφέστιων " θεών .
Τώρα , όλοι σκορπάνε σαν του " λαγού τα παιδιά " , άλλοι ..ρεβεγιονάρουν στη ρόδο , άλλοι γιορτάζουν - αν υποθέσουμε πως γιορτάζουν - στας ..Ευρώπας η κάνοντας σκι στις όμορφες χώρες με οργανωμένα ταξίδια κι' έτσι το " μάγο της Βηθλεέμ αστέρι " με το μυστηριακό του φως , έχει αντικατασταθεί με τα εκτυφλωτικά φώτα των κοσμοπολίτικων κέντρων , εσωτερικού και εξωτερικού .
Από τ' Άη Φιλίππου και δώθε , άρχιζε η νηστεία , κι' όσο ζύγωναν οι μέρες ως τα Χριστούγεννα , τα πάντα βρόσκονταν σ' εγρήγορση , Οι ξενητεμένοι έστελναν τα τσέκια τους και τις επιταγές τους η όριζαν πότε θα 'ρχονταν στο χωριό . Οι νοικοκυράδες ασπρίζανε και συγυρίζανε τα σπίτια , οι άντρες έκαναν κουμάντο γιά τα " χρειαζούμενα " και τα παιδιά κλείνανε την παρέα τους γιά τα κάλαντα κι ετοίμαζαν τις χάλκινες " στριφτάρες " τους γιά το στριφτό . (Ήταν χάλκινα νομίσματα , Ελληνικά , του Όθωνα , του Γεωργίου του Α' , Ουγγαρέζικα , Ιταλικά ( ..μούσες , απ' το μούσι του Βίκτωρα Εμμανουήλ ) και.." αργεντινούσες " . Τις λιμάριζαν γιά να ..φέρνουν πάντα κορώνα , κι όχι " τσέλι " , δηλαδή γραμματσέλι , που έχανες αν έφερνες .


                         Το  " στριφτό " στήθηκε  στην..πλατεία 

Χαράματα της παραμονής , τα παιδιά δυό-δυό , η και περισσότερα , ξεχύνονταν από πόρτα σε πόρτα , γιά τα΄κάλαντα . Τα 'λεγαν " καλήμερα " , από ένα βιβλιαράκι της δραχμής , που τ' αγόραζαν από τον Μπήλιο κι είχε μέσα τα κάλαντα απ' όλη την Ελλάδα . Δεν έλεγαν τα γνωστά " καλήν εσπέραν άρχοντες κλπ " , αλλά τα ποιμενικά , τα τσοπάνικα " Χριστούγεννα - πρωτούγεννα " .


Κι αυτά , βέβαια , φάλτσα , ξερά , χωρίς τη συνοδεία μουσικών οργάνων , καραβιών κλπ , και στα γρήγορα , γιά να προλάβουν όλα τα σπίτια , ιδίως τα " πλουσιόσπιτα ". Και τα πενηνταράκια έπεφταν και που και που και κάνα..φραγκοδίφραγκο .
Γιά την ιστορία , ο πρώτος που χρησιμοποίησε έγχρωμο καραβάκι ήταν ο Γ.Καραχάλιος ( Φιλόσοφος ) , κι' ένας ψαράς , ο μπάρμπα Γιάννης , ο ξυπόλυτος , που όταν φώναζε ακουγόταν ως την Πενταγιού , και που κανένας ποτέ δεν έμαθε την καταγωγή του , ούτε και ποιό ..καράβι τον άδειασε στο Λιδορίκι . Κι' όπως 'ηρθε , το ίδιο κι' έφυγε , " μονάτος " και μυστηριώδης ψαράς , ομπρελάς , καρεκλάς , κλουβάς , πολυτεχνίτης κι' ερμοσπίτης , που λένε .
Κάποτε δυό χωριανοί μας - πολύ παλιότεροι από μένα -ήταν φαίνεται κουμπούρες στα γράμματα και , θέλοντας να πρωτοτυπήσουν , αποφάσισαν να πουν τα συριανά απ' το βιβλιαράκι . Κι ενώ εμείς , σύμφωνα με τα δικά μας κάλαντα , ζητούσαμε γιά πληρωμή μας " ένα ζευγάρι κότες " , αυτοί -κατά το βιβλίο - ζητούσαν " ισπανικά και γαλλικά , βενέτικα ..φλωρία ! ". Αλλά αντί να διαβάζουν σωστά , διάβαζαν " σπανίκα λαι..γαλίκα ", μ' αποτέλεσμα να μείνει η γαλλίκα ( μεγάλο κοφίνι ) σαν παρατσούκλη του ενός .
Το προιόν των καλάντων , 5-10 δραχμές - θησαυρός γιά τα παιδιά εκείνης της εποχής - ξοδευόταν σε κοκοτάκια από το Ζήσιμο , σε καραμούζες , μπαλόνια , γλυκά , κόλλες αεροστάτου και στο στριφτό στ' αλώνια . Κι' άκουγες φωνές : " Τσέλι κι άλλοοοοο ", " ρίξτες φρούζες ρε , αλλοιώς κομμένες " , " κορόνα κι' άλλη ". Και τα πενηνταράκια άλλαζαν , ως το βράδυ , συνέχεια χέρια , και ο Ψαλάς , τ' Αρπάλη , του Κανδρή και του Ζώη τ' αλώνια γνώριζαν δόξες από το παιδομάνι .
Την παραμονή ακόμα , όλοι - όσοι είχαν - έσφαζαν το γουρούνι ( του...γρούν' τ'ς ) . Τα περισσότερα σπίτια έτρεφαν από ένα , που τ' αγόραζαν μικρά π' τους Πενταορίτες , το Μάρτη συνήθως . Ήταν τα λεγόμενα .." σγατζογούρουνα " , που δε σήκωναν βάρος , όπως τα μπουλντόγκ , και σπάνια ξεπερνούσαν τις 100 οκάδες , τα τάιζαν μ' ό,τι περίσσευε - αν υποτεθεί ότι περίσσευε - απ' το τραπέζι , με πίτουρα , λιοκόκι , σαπιοκαλάμποκο , βελάγκι , σαπιοκολόκυθα , κ.α .τέτοια , μα η καλύτερη τροφή τους ήταν το αίμα .
Τότες , όλοι οι χασάπηδες , είχαν το..σφαγείο τους έξω απ' το...μαγαζί τους . Δεν υπήρχε τουρισμός και ..τέτοια , σφάζανε το ζώο εκεί μπροστά , να βλέπει ο κόσμος , κι' είχαν μιά σκαφούλα να μαζεύει το αίμα . Το αίμα αυτό , πάγωνε , έπηζε κι΄' ήταν σα συκώτι . Πετούσαν μέσα σ' αυτό και τ' άχρηστο..κωλάντερο - λιχουδιά γιά το θρεφτάρι γουρούνι - κι οι διάφοροι .. " χοιροτρόφοι " το 'παιρναν με ντενεκέδες , ακι τάιζαν τα γουρούνια τους .
Κατά τις 9 με 10 το πρωί , άρχιζε η ομαδική σφαγή των χοίρων και γινόταν ..χαλασμός , απ' τα γουίσματά τους . Ειδικοί σφάχτες γύριζαν , από σπίτι σε σπίτι , γιά τη σφαγή , που δεν ήταν και εύκολη δουλειά . Γινόταν ως επί το πλείστον , με μακριά ξιφολόγχη - καλύτερη γι' αυτή τη δουλειά ήταν η Βουλγάρικη - γιατί , λόγω του λίπους το συνηθισμένο μαχαίρι , δεν έφτανε εύκολα ως την καρδιά του ζώου . Μετά τη σφαγή του ζώου , η νοικοκυρά έβαζε στο στόμα του σφαγμένου ζώου , ένα λεμόνι και δίπλα έκαιγαν , πάνω σ' ένα κεραμίδι με κάρβουνα λίγο λιβάνι . Αυτό , πιστεύω , ότι κρατάει κατευθείαν απ' την ειδολολατρική αρχαιότητα και δείχνει την αδιάσπαστη ενότητα της φυλής μας .



Απ' το γουρούνι δεν πετούσαν τίποτα . Το κρέας , γινόταν " σύγλινο " και λουκάνικα μυρωδάτα , το λίπος , ίσα με δυό τενεκέδες , τρωγόταν όλο το χρόνο ( ακόμα και τα κατάλοιπά του ) , οι " τσιγαρήθρες " τρώγονταν ωμές η έμπαιναν στον τραχανά , τα εντόσθιά του , γίνονταν πεντανόστιμες " ματιές " στη γάστρα , και το δέρμα του , " γουρνοτσάρουχα ". Ακόμα κι΄η " κατουρήθρα " του , γινόταν καπνοσακούλα η μπάλα γιά τα παιδιά ! Πόσα λοιπόν δεν έδινε το φουκαριάρικο το γουρούνι τότε στη φτώχεια ! Και πόσες τρύπες δεν βούλωνε...
Ανήμερα , όλοι , με την πρώτη καμπάνα , μέσα στα βαθιά μεσάνυχτα , τραβούσαν γιά την εκκλησία , άκουγαν μ' αληθινή κατάνυξη τη θεία λειτουργία , και γυρίζοντας στα σπίτια , στρώνονταν στο φαγοπότι , πλούσιοι και φτωχοί . Όσοι είχαν γουρούνι έδιναν λίγο κρέας και στους φτωχούς που δεν είχαν . Κι' αυτό το γράφω υπεύθυνα : ποτέ δεν άφησαν οι " έχοντες " Λιδορικιώτες τους φτωχούς του χωριού χωρίς κρέας . Ναι , υπήρχε αλληλεγγύη . Θυμάμαι , το 1940 , που η νεολαία του χωριού μας , μάζεψε 2 μεγάλα κοφίνια κρέας , χριστόψωμα , τυριά , αυγά και τσιγάρα γιά 100 Ιταλούς αιχμαλώτους , που τους είχαν φέρει στο σχολείο , να μη τους αφήσουμε - χρονιάρα μέρα - έστω κι' αν ήταν εχθροί μας .
Και το " Χριστουγεννιάτικο της φαμελιάς τραπέζι " στρωνόταν πλούσιο . Όλη η φαμελιά συγκεντρωμένη , περίμενε τον γεροντότερο να κάνει την αρχή . Έπαιρνε εκείνος το Χριστόψωμο , που 'χε πάνω του κεντημένο ένα σταυρό και γύρω-γύρω στρογγυλά εξογκώματα , τα λεγόμενα " αρνάκια " , γύριζε προς τα εικονίσματα , έκανε το σταυρό του , έβαζε το ψωμί πάνω στο κεφάλι του και το πίεζε να κοπεί στα δύο . Αν η δεξιά μεριά κοβόταν μεγαλύτερη , σήμαινε πως θα 'χουμε πολύ στάρι , αν η αριστερή , θα 'χαμε καλαμπόκι . Ύστερα μ' ευχές και..γλυκοκουβεντιάσματα το 'ριχναν όλοι στο φαγητό , αγαπημένοι , αδελφωμένοι και μονοιασμένοι ...
Τ' απόγευμα , βούιζαν όλα τα σπίτια κι' όλα τα σοκάκια από φωνές και τραγούδια . Τραγουδούσε τότε ο κόσμος . Στις 12 ταβέρνες του χωριού , με στιφτόκρασο , έστω , το.." γαργάριζαν " , ο Κλωσσοκώστας , ο Τάλτας , ο Διονονίκος , ο Θανάσος , ο Φουσκονίκος και χόρευε ο Κοντορός την ιτιά στα χοντρά και πήδαγαν ο Καναβούλας με τον Ελλάδα " κι' όξω...φτώχεια.." Κι' ο Λουτζιρούμης (...Μουτζουρούμ'ς ) Ιωάν. Κοκκαλιάς με το Λύτρα - λαούτο και κλαρίνο - τράβαγαν τις φάλτσες νότες τους στις ταβέρνες κι' αναγάλλιαζε το χωριό .
Ένοιωθες τη γιορτή , ένοιωθες χαρά , ένοιωθες ευφροσύνη..Έφευγαν , αποδιωγμένες μακρυά , οι σκοτούρες κι' η φτώχεια η μαγκούφα . Και τα παιδιά χαίρονταν , παρόλο που δεν ξέρανε τι θα πει δώρο , κι' ούτε ποτέ το 'χαν δει ποτέ στη ζωή τους . ( Ένα ζευγάρι κάλτσες , καινούργιες , ήταν το ..ετήσιο δώρο μου , απ' το μαγαζί μας , και το χαιρόμουνα , λες και μου χάριζαν τον ουρανό με τ' άστρα . Κι' εγώ ήμουν - ας πούμε - κάπως..πλουσιόπαιδο , αν συγκρινόμουν με πολλά άλλα παιδιά του χωριού ).

Διάχυτη και.." περιρρέουσα " ήταν η γιορταστική αίσθηση σ' όλο το χωριό , έστω και χωρίς Χριστουγεννιάτικα δέντρα , γκυ και ου , γαλλοπούλες , χαλκομανίες , και πολύχρωμες χάρτινες ευρωπαικο..αμερικάνικες ψευτοκουρελαρίες ..Και τ' απογεύματα , που συναντιόνταν οι ξενητεμένοι στα καφενεία και τα 'λεγαν όλοι μαζί , ένοιωθες να μεγαλώνουν το συγγενικό αίσθημα , η φιλία , η αγάπη , η αδελφότητα .
Ένοιωθες πως κάτι όμορφο , κάτι υψηλό και κάτι βαθύ έδενε τις μέρες αυτές όλους τους χωριανούς , και τους έκανε πιό ωραίους , πιό καλούς , πιό ήμερους . Η αίσθηση του θεσμού της " φαμελιάς " γινόταν πιό έντονη , έριχνε ρίζες βαθιές , μέσα στην ψυχή και την έδενε μυστηριακά , σφιχτά και άλυτα με την παράδοση , την παλιά Λιδορικιώτικη παράδοση , που , ευτυχώς , και παρ' όλες τις.." καινές δοξασίες " , κρατάει ακόμα , στο πείσμα του μοντερνισμού , τη δύναμή της και κάνει το χωριό μας να ξεχωρίζει ανάμεσα στ' άλλα...
Και τι δε..θα 'δινα να ξαναζούσα εκείνες τις στιγμές !
Αυτή ήταν η Χριστουγεννιάτικη ...ανάμνηση του αλησμόνητου χωριανού και φίλου Αλέκου Κωστάκη , που δημοσιεύτηκε στο " ΛΙΔΩΡΙΚΙ " φύλλο 12 , Νοεμβρίου 1982 , πραγματική...αξονική τομογραφία , της παλιάς , ονειρεμένης και...νοσταλγικής Λιδορικιώτικης ζωής , της οποίας ο αξέχαστος ..Καφτανιαλέκος , ήταν..αρρωστημένα παθιασμένος..νοσταλγός...

Καλό  σας  Σαββατοκύριακο  και  ΚΑΛΕΣ  ΓΙΟΡΤΕΣ ..

    www.lidoriki.com 

16.9.15

ZHΣΙΜΟΣ ΚΑΙ ΜΑΛΑΜΟΣ : ΟΙ ΝΤΕΛΑΛΗΔΕΣ ΤΟΥ ΠΑΛΙΟΥ ΛΙΔΟΡΙΚΙΟΥ


  ΠΑΛΙΑ  ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΗ  ΛΙΔΟΡΙΚΙΩΤΙΚΗ  ΖΩΗ

Αρχή δεκαετίας του ‘60 , μπροστά στην ταβέρνα του Καπποθανάση.... “ ξεροσφυρίζουν  “ , Γιάννης Φωτόπουλος - Μπακόγιαννος , Γιάννης Κούστας - Καρατζιάν , ο περί ου ο ..λόγος , Γιώργος Καραμήτσος - Μαλάμος , Θύμιος Κάππος - Σύρμω και Δημ. Κούστας - Αρματάκης , με επίσημον , φυσικά...ένδυμα , όσο από...παρατσούκλια , να φάνε κι οι...κότες.... .

   Δυο απ' τους χαρακτηριστικότερους τύπους του προπολεμικού , και  όχι  μόνον , Λιδορικιού ήταν κι' οι ντελάληδές του - γνωστοί σ' όλη την Επαρχία : Οι μακαρίτες Ζήσιμος Καραγιώργος κι' ο Γιώργος Καραμήτσος , κατά κόσμον Μαλάμος . Έντιμοι φαμελιάρηδες , άκακοι , καλόκαρδοι , κατάφεραν να ζήσουν χωρίς να κάνουν ουτ' ένα εχθρό κι' άφησαν πεντακάθαρο όνομα στα παιδιά τους και μια αγαθή ανάμνηση στους Λιδορικιώτες .
   Ο Μαλάμος ήταν Σαλωνίτης , σώγαμπρος στο Λιδορίκι κι' ο Ζήσιμος απ' την Κωστάριτσα . Κι' οι δυο τους όμως ζυμώθηκαν και δέθηκαν τόσο πολύ με το Λιδορίκι , που είναι αδύνατο να τους πεις ξένους . Και ο Μαλάμος και ο Ζήσιμος είχαν συντρόφισσές τους πανάξιες και ξεχωριστές σε εξυπνάδα , προκοπή  και  νοικοκυροσύνη  . Και τους συμπαραστάθηκαν ως τη στερνή τους πνοή , με πίστη κι' αφοσίωση υποδειγματική .
   Η θεια Θυμιούλα - η Μαλαμαινα - έριχνε τα χαρτιά . Συνέχιζε την παράδοση της ΄" πάλαι ποτέ ανά το πανελλήνιον διαλαμψάσης " περιβόητης Μαλαχαβιούς , απ' τη Γρανίτσα , κι' απ' το σπίτι της περνούσαν όλες οι ερωτοχτυπημένες κι' " αμποδεμένες " χωριατοπούλες των απάνω χωριών, ζητώντας π' αυτήν να τους ρίξει τα χαρτιά ή να τους " λύσει τα μάγια ". Και της έφερναν για πληρωμή δυο τουλούπες ξασμένο μαλλί ή ένα μαύρο κόκορα !
   Κάποτε δυο Μουσουνιτσιώτισσες ρωτούσαν τον ίδιο το Μαλάμο - χωρίς να ξέρουν ποιός ήταν - μπροστά στην ταβέρνα του του Καππο- Θανάση , να τους πει ποιό ήταν το σπίτι της Μαλάμως . Ο Μαλάμος τους έδειξε του Καραβάνα το γεφύρι και τους είπε πως να βρουν το σπίτι της . Σαν έφυγαν οι γυναίκες ρώτησε ο Λιάγκουρας τι θέλανε οι γυναίκες ρε  Γιώργο ;  Κι' ο Μαλάμος απάντησε : " Τίποτε ! αλλά θα ‘χουμε ..κόκορα  το μεσημέρι " , εννοώντας τον κόκορα που θάφερναν οι γυναίκες σαν  πληρωμή , για το ρίξιμο των χαρτιών .
   Η Γαριφαλιά του Ζήσιμου όμως ήταν άλλος τύπος . Κρατούσε από νησί και στα νιάτα της αγάπησε τον λεβέντη της ανακτορικής φρουράς Ζήσιμο και τον ακολούθησε στο Λιδορίκι , πιστή σ' αυτόν , αλλ' αναφομοίωτη στο τραχύ και βαρύ Δωρικό περιβάλλον . Αράδιασε πάνω από 10 παιδιά , έζησε στο χωριό πάνω από 70 χρόνια κι' όμως τη νησιώτικη προφορά της , ποτέ δεν την άλλαξε .
   Αυτή έζησε και μεγάλωσε τα παιδιά της , έφτιασε τριώροφο σπίτι , με τα χρυσά της χέρια . Και τι δεν έκανε , μέχρι και την… οδοντογιάτρισσα  . Κάπου είχε βρει μια πραγματική δοντάγρα και μ' αυτή - τότε που ακόμα δεν υπήρχαν επιστήμονες οδοντογιατροί - ξερίζωνε τα πονεμένα δόντια των χωριανών , ιδίως αυτά της νεογιλούς οδοντοφυίας των παιδιών . Κι'η πληρωμή της ένα πιάτο καθαρισμένη φακή ή τραχανά .
   Δοκίμασα κι' εγώ την τανάλια της , γιατί δεν ήθελα να πάω στον Δημητράκη το Μαργέλλο . Και σας διαβεβαιώνω πως δεν αισθάνθηκα τον παραμικρό πόνο . Ίσως γιατί πριν πα' την εξαγωγή , βλέποντάς την να'ρχεται με τη φοβερή της τανάλια , κατάπια όλο το ούζο , που μούχε δώσει να γεμίσω το στόμα μου , για να μουδιάσει το " αναθεματισμένο ".
   Μου τόβγαλε ακαριαία και μου τόδωσε λέγοντας με την ιδιάζουσα νησιώτικη προσφορά της : " Πάρ' το βρε , και πέτα το στα κεραμίδια σου και να πεις τρεις φορές : Πάρε κουρούνα κόκκαλο και φέρ'το μου ασημένιο " . Η βασική της όμως ασχολία ήταν η αποκλειστική παραγωγή και εκμετάλλευση των πασίγνωστων ζαχαρωτών της . Τα περίφημα " κοκοτάκια " της , που τα λαχτάρησε και τα γεύτηκε όλη η κάτω των 70 ετών Δωρίδα .
   Η παρασκευή τους ήταν το " μυστικό " της οικογένειας Καραγιώργου και φυλάχτηκε καλύτερα κι απ' το μυστικό της ..βόμβας υδρογόνου . Κι όμως εγώ σκαλίζοντας μια Χημεία του Γυμνασίου , τ' ανακάλυψα . Το σιρόπι πήζει όταν ρίξεις μέσα μια χημική ουσία που λέγεται " κρεμόριουμ ". Το 'πα στον μπάρπα Ζήσιμο κι' εκείνος σαστισμένος μου είπε :
- Παιδί μου , Αλέκο , μ' αυτό το μαραφέτι έζησα και ζω τη φαμελιά μου . Εσένα ο πατέρας σου και χωράφια και μαγαζί έχει . Εγώ μ' αυτό ζω . Μην το πεις πουθενά .
   Πραγματικά δεν το 'πα . Κι η θεια Γαρουφαλιά κι ο μπάρμπα Ζήσιμος γύριζαν με τη γλυκιά τους πραμάτεια , πρώτοι και καλύτεροι , σ' όλα τα πανηγύρια της άνω Δωρίδας . Δεν γινόταν πανηγύρι χωρίς αυτούς , ιδίως στα φτωχοχώρια και στα φτωχοπανήγυρα , γιατί στ'άλλα έρχονταν κι άλλοι με πλουσιότερο εμπόρευμα . Με κοκοτάκια , καλαθάκια και βραχιολάκια ( ωραία τριανταφυλλόχρωμα γλειφιτζούρια και τα τρία αυτά ) και με καραμέλες γάλακτος " φλόκα " ο γερο Ζήσιμος γύριζε και φώναζε " ο πενήντας " ( γιατί ό,τι έπαιρνες είχε 50 λεπτά ) στα πανηγύρια , στο χωριό , στα διαλείμματα των σχολείων κι έβγαζε το ψωμάκι του .
   Το καλοκαίρι έκανε και το μανάβη μόνος του η συνεργαζόμενος με τον Παναγιώτη Μπήλιο ή τον Βασίλη Καραμήτσο και συναγωνιζόταν επαγγελματικά τον πατέρα μου , χωρίς όμως να μπορούν να τον φτάσουν , γιατί ο μακαρίτης ο πατέρας μου ήταν " έμπορος " γεννημένος με φαντασία κι έμφυτο εμπορικό δαιμόνιο .

 

IMAG0240

  Η  θεια Θυμιούλα  η  Μαλαμαινα κι’ ο  μπάρμπα  Γιώργος  ο  Μαλάμος

    Mαλάμος δούλευε κυρίως αχθοφόρος στα φορτηγά , που και που έβγαζε και καμιά ρίζα από 'να χωράφι , πούχε κοντά στου Σερεντέλου το καμίνι . Ακόμα ήταν ο καλύτερος πρακτικός κτηνίατρος και μοναδικός να " διαλέγει " τα ζώα - αυτά που είχαν βγάλει στα μάτια - μεταχειριζόμενος νισαντήρι ή..  σουπιοκόκκαλο .

  Ζήσιμος - αντίθετα - δεν είχε δουλέψει ποτέ στη γη ούτε είχε καμιά σχέση μαζί της . Ούτε χωράφια ούτε αμπέλια . Μόνος του έπινε το κρασάκι του , δεν ήθελε υποχρεώσεις . Πήγαινε στην ταβέρνα , μόνος του κερνούσε τον εαυτό του , τσουγκρίζοντας το ποτήρι με το κατοστάρι κι' έλεγε :

     - Στην υγειά σου , Ζήσιμε !

     - Εβίβα , Καραγιώργο !

   Ήταν δηλαδή άνθρωπος κάπως μονόχνωτος , δεν ήθελε νταραβέρια με τους άλλους . Πολύ δε περισσότερο δεν ήθελε χρέη . Γι' αυτό , την ώρα που έφευγε από τούτο τον κόσμο , έδινε εντολή στην πιστή του Γαριφαλιά να στείλει τη Νίτσα την κόρη του να δώσει μια (1) δραχμή στον Καραμήτσο , που του χρωστούσε από'να κουτί σπίρτα . Να μη φύγει και λένε πίσω του πως " άφησε χρέη ! "

   Ο Μαλάμος όμως ήταν άλλος τύπος . Εύχαρης , καλαμπουρτζής , κοινωνικός , χρυσή καρδιά , ανεπίληπτος σε ήθος . Αγαπούσε τα παιδιά και το συνηθισμένο του αστείο ήταν να τους κάνει το χαχαμίκο , τραγουδώντας το πασίγνωστο " βίζο λε βίζο , όσπερε λε μοζά ", του Καραγκιόζη .

IMG_0001

Το  περίφημο  “ σωματείο  φορτοεκφορτωτών “ Λιδορικίου ..εποχούμενο  !!! Οδηγοί , Π.Αποστολόπουλος  - Σκράπας  και  Σπ. Καψάλης , και  καθιστοί , Θυμ. Κάππος – Σύρμω και  Γ.Καραμήτσος – Μαλάμος

    *******

   Τώρα το ντελάλισμα κι' οι δυο τους το 'χαν σαν επικουρικό , θα λέγαμε , επάγγελμα η μάλλον απασχόληση . Δεν ζούσαν απ' αυτό , αλλά όλο και κάτι έβγαζαν ιδίως με τα " κηρύκεια τέλη " των δημοπρασιών , που γίνονταν κάτω απ' τον πλάτανο της Βαθειάς κάθε Κυριακή . Χαρτιά , μελάνια , στυπόχαρτα πάνω σ'ένα τραπέζι και δίπλα ο δημόσιος υπάλληλος η ο πρόεδρος  - αν ήταν κοινοτική δημοπρασία - και απαραίτητος ο " δημόσιος κήρυξ " ( Ζήσιμος η Μαλάμος ) να φωνάζει :

   -Άρχεται η δημοπρασία ...οι ενδιαφερόμενοι να ...κυρ-κοπιάσουνε . (Αυτό το ..κυρ-κοπιάσουνε είχε την έννοια ότι όποιος κύριος είχε την ευγενή καλοσύνη μπορούσε να έλθει κι' ο εκφωνητής το'λεγε με Λιδωρικιώτικο τακτ , τέτοιο που ούτε ο σπήκερ του οίκου Σοθμπυ στο Λονδίνο δεν έχει ).

   - Έχει άλλος κύριος ...ένα..δύο ...Η ώρα πλησιάζει ...έχει άλλος ; Η δημοπρασία θα κατακυρωθείειειειειε...

   Κι' όταν τέλειωνε η δημοπρασία οι κήρυκες έπαιρναν τα νόμιμα κηρύκεια τέλη , αλλά κι ο τελευταίος πλειοδότης όλο και κάτι τους άφηνε . Κι ήταν τα κηρύκεια καλό..χαρτζιλίκι , μόνο που δεν ήταν συχνά .

   Ακόμα είχαν και το εμπορικό , το ιδιωτικό , το συγκοινωνιακό ντελάλη και σπάνια και το καλλιτεχνικό .

   Αν κάποιος έμπορος άνοιγε ένα κουτί σαρδέλες , κανένα βαρέλι τυρί , μπακαλιάρο η γενικά κάτι που λόγω της έλλειψης ψυγείων , εκείνη την εποχή , δεν κρατούσε κι έπρεπε να καταναλωθεί σύντομα , έβγαιναν οι ντελάληδες και διαλαλούσαν το εμπόρευμα .

   Αν ένα αυτοκίνητο άλλαζε δρομολόγιο η έφευγε κάποιο γι\α την Αθήνα , πάλι στο ντελάλη κατέφευγαν να το μάθουν οι ενδεχόμενοι επιβάτες .

   Στο καλοκαίρι ξέπεφτε και κανένα μπουλούκι ηθοποιών . Πάλι οι ντελάληδες θα 'διναν το χαμπέρι . Στα παλιότερα χρόνια , 30-35 , ερχόταν ο περίφημος καραγκιοζοπαίχτης Βασίλαρος κι είχε μόνιμο στέκι στο καφενείο του Ανδρίτσου . Αυτός έβαζε και τους δυο να εκφωνούν την παράσταση .

   Ο τρόπος της εκφώνησης του κηρύγματος ήταν ο ίδιος και για τους δύο . Άλλαζε όμως στην κατακλείδα , την επωδό . Ο Ζήσιμος τέλειωνε πάντα με τη φράση : " χούμα , ίσκα , πριόβολος " και τα πιτσιρίκια του απαντούσαν " εν χορώ " " μπαρούτττττ " . Ο Μαλάμος τέλειωνε με τη λέξη " ίσιουμααααα " και οι πιτσιρικάδες του απαντούσαν " γκρεμοός , σάρραααα " . ....

Αι Νικόλας 10ετία 50

Ο ..πρωτοντελάλης του Λιδορικιού , ο μπάρμπα Ζήσιμος Καραγιώργος , καθιστός με το κοφίνι με τα περίφημα..κοκοτάκια του , σε κάποιο πανηγύρι στον Άι Νικόλα τον Καλό , αυτή είναι , νομίζουμε και η μοναδική φωτογραφία του που περισώθηκε...

   Τώρα γιατί τα 'λεγαν αυτά , κανένας ποτέ δεν τό 'μαθε . Εκείνο όμως που πρέπει να ειπωθεί είναι ότι κι οι δυό τους έκαναν ευσυνείδητα τη δουλειά τους . Γύριζαν από την μιάν άκρη του χωριού ως την άλλη διαλαλώντας το νέο ώστε να τ' ακούσουν όλοι . Κι επειδή στέγνωνε το λαρύγγι τους απ' την εκφώνηση έκαναν κι ορισμένες λογικές στάσεις στις 13 ταβέρνες , που υπήρχαν τότε , να το βρέξουν .

   Κι οι δυό τους όμως διαφέρανε ριζικά από το συνάδελφό τους της Αγγλικής Βουλής η τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας μας η τον Πρωθυπουργό μας στις εκφωνήσεις τους . Ποτέ τους δεν προτάξανε τις γυναίκες στη σειρά των ανδρών . Αυτοί δεν ξέρανε από ισότητες των φύλων , φεμινισμούς και τέτοια . Δεν είπαν ποτέ λαίηντυς εντ ντζέντλεμεν η Ελληνίδες - Έλληνες . ( Άκου πράματα , να βάζουν τις γυναίκες μπροστά ..τις γυναίκες !" Πάντοτε φώναζαν :

     - Ακούσατε κύριοι και κυρίες !!

   Καμιά φορά φώναζαν και σκέτα " ακούσατε κύριοι ". Στις κυρίες δεν έπεφτε δα και λόγος !

   Φυσικά τις εκφωνήσεις τους τις διανθίζανε με ωραία κοσμητικά επίθετα , υπερβολικό θαυμασμό , ποιητικές εκφράσεις λαϊκής μορφής κλπ. Το τυρί , λόγου χάρη , που άνοιξε ο τάδε έμπορος , ήταν να τρώει η μάνα , και του παιδιού της να μη δίνει " ή ήταν μοσχοβολιστό  , ολόπαχο κλπ ή  η παράσταση του Βασίλαρου στου Ανδρίτσου ήταν πατριωτική , λεβέντικη , εθνωφελής κ.λ.π. Κι έτσι περνούσε ο καιρός ώσπου έρχονταν οι εκλογές . Η χρυσή γι αυτούς περίοδος ήταν η προεκλογική με τον αδυσώπητον αγώνα μεταξύ Βενιζελικών και Λαϊκών . Φανατισμός τρομερός και τα πάθη εξημμένα σ' απίστευτο βαθμό .

   Το χωριό μας δεν το χώριζε στα δύο μόνο το σκατόρεμα , αλλά κι η πολιτική . Ο Ζήσιμος ήταν κι έμεινε αχρωμάτιστος ως το τέλος της ζωής του . Η Γαριφαλιά του όμως , έκανε ομοίωμα του Βενιζέλου με τη Μπαζομαρία και το 'δωσε στα παιδιά να το κάψουν . Γι αυτό , όμως , είμαι σίγουρος πως ο Ζήσιμος είχε άγνοια . Ήταν κι έμεινε απολιτικός πάντα και κανένας δεν έμαθε τα φρονήματά του .

   Ο Μαλάμος ήταν κρυφοβασιλικός , φανερά δεν ήταν με κανένα . Το 35 όμως , όταν φάνηκε πως θα γύριζε ο Βασιλιάς , αποκαλύφθηκε και μας μάθαινε το πολυχρόνιο και τα βασιλικά κάλαντα , που μίλαγαν για την Αγιά Σοφιά , το μαρμαρωμένο βασιλιά , τους Τούρκους κλπ .

   Κι οι δυο τους στην προεκλογική περίοδο οργίαζαν φωνητικά , αλλά πολιτικά μετατοπίζονταν " άπαξ της εβδομάδος " απ' το 'να κόμμα στο άλλο , και να πως :

   Οι διάφοροι κομματικοί παράγοντες του χωριού τους έδιναν κάνα σακί αλεύρι η κάνα πεντακοσάρικο και αυτοί γύριζαν ολημερίς φωνάζοντας στο δρόμο " Ζήτω ο Χλωρός  , η Ζήτω ο Παπαϊωάννου " , ανάλογα με το από που είχαν πληρωθεί . Αυτό βέβαια ίσχυε για μια βδομάδα κι οι ντελάληδες το εφάρμοζαν πιστά . Περνούσαν μάλιστα κι απ' όλες τις ταβέρνες κι οι ομόφρονές τους τους κερνούσαν . Τζάμπα λοιπόν κρασί και μεζέ και άγιος ο Θεός .

   Την άλλη βδομάδα όμως μεταπηδούσαν στ' άλλο κόμμα . Τους επευφημούσαν οι νέοι ομόφρονες ενώ οι τέως - και ιδιαίτερα η κομματικοποιημένη μαρίδα του χωριού - τους έβριζε , απογοητευμένη κι οργισμένη από την αλλαξοπιστία τους !!

   Αυτοί βέβαια παρακαλούσαν να τραβήξει όσο περισσότερο γινόταν η προεκλογική περίοδος , να φωνάζουν στο δρόμο , ν' ακούνε τα γύρω χωριά , που κατέβαιναν στο Λιδωρίκι , και να νομίζουν πως ο τόπος βράζει για τον Παπαϊωάννου ή τον Χλωρό και να περνάνε κι οι δυο τους όμορφα κι ωραία . Όσο για τους πολιτικούς ; δεκάρα δεν δίνανε . Μόλις τελείωναν οι εκλογές ο Μαλάμος θα συνέχιζε να ξεφορτώνει αυτοκίνητα κι ο Ζήσιμος να φτιάχνει και να πουλάει κοκοτάκια , και να βγαίνει και στη γωνία του Χάρτα να σφυρίζει και να φωνάζει στη Γαριφαλιά του να στείλει τη Νίτσα στο Σφέτσο το χασάπη να πάρει τα πατσιοπόδαρα κι έτσι να μάθει όλο το χωριό πως το μεσημέρι η πολυμελέστατη φαμελιά Ζήσιμου Καραγιώργου θα 'χει πατσά και ποδαράκια !

   Αυτοί ήταν λοιπόν οι ντελάληδες του χωριού μας , προπολεμικά , αλλά και για αρκετά μεταπολεμικά χρόνια , τα... ΜΜΕ της εποχής , δυο ωραίοι χωριανοί και άνθρωποι  , που όσοι τους γνώρισαν τους θυμούνται με πολλή αγάπη , ας είναι αναπαυμένοι .........Κ..Κ.-

Το  κείμενο  έχει  βασιστεί σε  μια  ανάμνηση  του  αξέχαστου  χωριανού  και  φίλοι Λογοτέχνη  Αλέκου Κωστάκη – Μαργέλλου , του  γνωστού  Καφτανιαλέκου , στον  οποίο  χρωστάμε  πολλά  ..Κ.

 www.lidoriki.com

9.8.15

“ TA ΞΕΝΑ ΠΑΙΝΕΥΕ ΤΑ ΚΑΙ ΜΗ ΤΑ ΠΕΡΠΑΤΑΣ …”

 
   Συνεχίζοντας  αγαπημένοι  μου  φίλοι το  νοσταλγικό  μας  αφιέρωμα στην  ξενιτιά και τους  ξενιτεμένους  μας ,  αναδημοσιεύουμε  ένα  παλιότερο  δημοσίευμά  μας , το  υπέροχο  διήγημα 
“ Ο ΘΕΙΟΣ ΠΗΤ “ …

    Δ Ι Η Γ Η Μ Α

Του αξέχαστου Λιδορικιώτη λογοτέχνη

  Αλέκου Κωστάκη – Μαργέλλου , Καφτανιαλέκου όπως  τον  ξέραμε

Kostakis04

Ο  Αλέκος με  την  αγαπημένη  σύντροφο  της  ζωής  του , γνωστή  ποιήτρια και  ηθοποιό  Στέλλα  Αρκάδη .

ΜΙΑ  ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΟΥ ΜΟΙΑΖΕΙ  ΜΕ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ..

  “  Το καλοκαίρι του 1947 παραθέριζα στην Πεντέλη , στην οποία , τότε , έτρεχαν ακόμα άφθονα τα θαυμάσια νερά της και τα πεύκα της δεν τα 'χαν φάει οι ..λογής - λογής εμπρηστές και οικοπεδοφάγοι . Εξαιτίας του εμφύλιου , ο οποίος βρισκόταν στο φόρτε του , όλη η ορεινή Ρούμελη κι' ο Μωριάς ήταν χώροι απλησίαστοι για ξεκαλοκαίριασμα κι' ο κοσμάκης της Αθήνας και του Πειραιά , που 'χε ανάγκη από λίγο καθαρό αέρα  για τα ταλαιπωρημένα του πλεμόνια , τα μαυρισμένα απ' την πείνα και τις κακοπάθειες της τετράχρονης κατοχής , έβρισκε καταφύγιο και ψευτοβολευόταν στα πεύκα της Πεντέλης , η Πάρνηθα έπεφτε βλέπεις μακριά , ούτε συγκοινωνία είχε , αλλά ήταν κι' επικίνδυνη .

Kostakis10

Ο αξέχαστος  Αλέκος σε  μια  επίσκεψή  του  στην  ακρόπολη

   Στην Πεντέλη λοιπόν , που οι καλόγεροι της Μονής την είχαν χωρίσει σε " ζώνες " και " κατηγορίες " , το προλεταριάτο  έστηνε κάτω απ' τα πεύκα τα τσαντίρια του , πληρώνοντας στο μοναστήρι , ή στην κοινότητα , ένα μικροποσόν " για την καθαριότητα και το νερό ". Οι πρώτες ζώνες , όσες δηλαδή βρίσκονταν κοντά στο δρόμο και στις βρύσες , πλήρωναν κάμποσες δραχμές , οι παραμέσα λιγότερα κι οι απόμακρες κάτι λίγα η σχεδόν τίποτα , εφόσον είχες μάλιστα και χαρτί ..απορίας .

   Οι κάπως εύποροι , έμεναν σε διάφορα ενοικιαζόμενα σπίτια , που ο Θεός να τα 'κανε σπίτια , τέσσερα ξερά ντουβάρια κι άγριο "γδάρσιμο " , λες και νοίκιαζες σουίτα στο..Χίλτον . Έχοντας κι εγώ το μεγάλο μου γιο κάπως αδύνατον κι επειδή η ιδιαιτέρα μου πατρίδα ήταν στο κέντρο των μαχών , αναγκάστηκα να καταφύγω στην Πεντέλη , όπου , κάτω απ' το λόφο του Αστεροσκοπείου , βρήκα και νοίκιασα τον κάτω όροφο ενός μεγάλου διώροφου . Στον πάνω έμενε ένας τμηματάρχης της Αγροτικής με τη γυναίκα του , με τους οποίους σύντομα γίναμε φίλοι .

   Στον τμηματάρχη κάποτε μίλησα για το " φιλάσθενο " του γιού μου κι εξέφρασα τους φόβους μου για την υγεία του . Δικαιολογημένα βέβαια , γιατί τότε θέριζε όλη την Ελλάδα η φυματίωση , η οποία δεν χαριζόταν σε κανένα . Αυτός όταν του εξέφρασα τους φόβους μου για το παιδί μου , χαμογέλασε και μου είπε :

   - Αύριο θα 'ρθει ένας θείος μου Αμερικάνος , 80 χρονών , να μείνει μαζί μας . Ήρθε από τη Ν.Υόρκη με το " Βασίλισσα Φρειδερίκη " πριν από δυο μήνες , κουβαλώντας και μια " κάντιλακ " 12 μέτρων . Πήγε πρώτα στο χωριό , να δει τον τόπο , όπου γεννήθηκε κι αύριο τον περιμένω εδώ .

   Πραγματικά , την άλλη μέρα ..κατέπλευσε ο " Θείος " με μια κουρσάρα 12 μέτρων . Ήταν ένας λεβεντόγερος που δεν τον έκανες ούτε μισό..μήνα παραπάνω από 70, ψηλός - κυπαρίσσι σωστό - κόκκινος ..κόκκινος , γελαστός και πρόσχαρος , ένας Τριπολιτσιώτης , ίδιος ο γέρος του..Μωριά , με τη διαφορά πως ο θείος Πητ , έτσι τον λέγανε , τον.." φύσαγε τον  παρά ".

   Μας σύστησε ο ανιψιός του και πιάσαμε κουβέντα για την πολιτική , τον πόλεμο , για όλα . Γίναμε φίλοι κι όταν έμαθε για την κατάσταση του γιού μου , έδειξε τρομερό ενδιαφέρον γι' αυτόν και μια ιδιαίτερη αγάπη , η οποία για πολύ καιρό , μου φαινόταν ανεξήγητη , ώσπου ο Τμηματάρχης , ο ανιψιός του μίστερ Πητ , μ' έβγαλε απ' την απορία μου .

   Στα 1890 λοιπόν , ο Παναγιώτης Μακρόπουλος , ο " θείος " μας δηλαδή , τελείωσε με άριστα το Σχολαρχείο στα Λαγκάδια της Γορτυνίας κι έπλαθε χίλια όνειρα για το μέλλον . Η μοίρα όμως του φέρθηκε σκληρά . Κάπου " κρύωσε " , δεν πρόσεξε , έκανε πυρετό κι έπεσε στο κρεβάτι . Ήρθε ο γιατρός , που διέγνωσε τη φοβερότερη αρρώστια εκείνης της εποχής : τη φυματίωση , τη φθίση , το...χτικιό..

   Εκείνα τα χρόνια , ( κι' αυτά τα λέω για τους νεότερους ) η αρρώστια αυτή προκαλούσε τρόμο . Ο άτυχος , που αρρώσταινε από φυματίωση , ήταν καταδικασμένος διπλά : σωματικά - το λιγότερο -και ψυχικά , το χειρότερο απ' όλα . Ένας στους εκατό να γλίτωνε ( κάποιος που είχε θείο το Θεό η την είχε πάρει.." ξώφαλτσα " κι' είχε άφθονο χρήμα να πάει στο Νταβός της Ελβετίας . Εδώ , μόλις το 1902 η Σοφία Σλήμαν έχτισε το πρώτο Ελληνικό σανατόριο , σε μια έκταση 500 στρεμμάτων , που την παραχώρησε η Μονή Πετράκη , την πασίγνωστη " Σωτηρία " , όπου στο μοναδικό της κτίριο , βρήκαν καταφύγιο δώδεκα ..ασθενείς . Οι υπόλοιποι , αν δεν πήγαιναν από τη λεγόμενη .." καλπάζουσα " σε λίγες μέρες , είχαν τέτοια μεταχείριση , που σήμερα τουλάχιστον , προκαλεί φρίκη .

   Ο άρρωστος , απομονωνόταν απ' όλους . Πολλούς μάλιστα τους έβγαζαν έξω απ' τα χωριά κι' οι δυστυχείς αυτοί έμεναν σε σπηλιές , μαντριά και ταράτσες . Τους απαγορευόταν να πλησιάζουν στο χωριό . Τους πήγαιναν φαγητό μ' ένα κατσαρολάκι και τ' άφηναν 10-15 μέτρα μακριά . Το 'παιρνε ο φουκαράς , έτρωγε το λιγοστό φαγάκι του και κατόπιν τράβαγε για το καλύβι του . Η κουβέντα με τους δικούς του γινόταν από μακριά , λίγοι είχαν την τόλμη να πλησιάζουν κι ελάχιστοι εκείνοι , που δεν φοβόνταν κι έδειχναν κάποια συμπόνια για τον άρρωστο συγγενή τους .

   Το ίδιο συνέβη και με τον μίστερ Πητ . Μόλις μαθεύτηκε το τρομερό νέο , το οικογενειακό συμβούλιο πήρε μια τρομερή απόφαση , που την έβαλαν σ' ενέργεια από την άλλη μέρα κι' όλας . Η μόνη που αντέδρασε , με πάθος , ήταν η μικρότερη αδερφή του , η οποία έβαλε τις φωνές , τα κλάματα , παρακάλεσε , αλλά τίποτα , η απόφαση είχε παρθεί .

   Η υπόθεση κράτησε ένα καλοκαίρι . Ο Παναγιώτης έμενε σ' ένα χαμόσπιτο , κάτω σ' ένα ρέμα ολομόναχος . Ευτυχώς είχε μαζί του τα βιβλία του και μια φορά την ημέρα ερχόταν κι η μικρότερη αδελφή του , που του 'φερνε λίγο φαγάκι και του 'πλενε τα ρούχα του στο ..ρέμα .

   Κάποια μέρα όμως συνέβη κάτι , που είχε τρομερές συνέπειες στη ζωή του . Η αδελφή του , μαζί με το φαγητό , του' φερε , τυλιγμένο σε κάποια πράγματα , κι' ένα απόκομμα εφημερίδας , στο οποίο γινόταν λόγος για τη μετανάστευση στην Αμερική . Το διάβασε , το ξαναδιάβασε και πήρε την απόφασή του : Θα 'φευγε ! Έτσι κι' έτσι καταδικασμένος ήταν ! Τι εδώ, τι ..εκεί ! Και καλύτερα που δε σε ξέρουν κι' όλας !

   Την άλλη μέρα , το συζήτησε με την αδελφή του και της είπε να μιλήσει σ'όλους τους δικούς , να του δώσουν - αφού δεν τον θέλουν - τα χρήματα για να φύγει , κι' έτσι κι' αυτοί να γλιτώσουν απ' αυτόν κι' αυτός ίσως να 'βρισκε γιατρειά στους ξένους γιατρούς .

   Να μη τα πολυλογούμε , οι δικοί του προθυμότατα ό,τι τους ζήτησε και το 1882 , ο Παναγιώτης Μακρόπουλος , απόφοιτος του Σχολαρχείου Λαγκαδίων Γορτυνίας , έφευγε μ' ένα Ιταλικό καράβι από την Πάτρα για την Αμερική , η οποία δεχόταν τότε όλο τον κόσμο , χωρίς διαβατήρια και ταυτότητες και άλλα τέτοια , που ζητάνε σήμερα . Αρκούσε , τότε , να 'χεις τα ναύλα να πας , για τ' άλλα ούτε που γινόταν κουβέντα .

   Όταν ο νεαρός Γορτύνιος έφτασε στη χώρα του Κολόμβου , ξαναγεννήθηκε . Θες η αλλαγή του κλίματος , θες η αδιαφορία των..πλησίον για την υγεία του , ίσως κι η προσβολή των πνευμόνων του να 'ταν ελάχιστη η ακόμα ο γιατρός , με τα υποτυπώδη μέσα της εποχής , να 'κανε λάθος , όλα αυτά είχαν σαν αποτέλεσμα την αναγέννηση του Παναγιώτη , που ένιωθε περίφημα . Ούτε βήχα , ούτε καν απλό πονοκέφαλο . Και τότε ξύπνησε μέσα του το μωραίτικο δαιμόνιο και μάλιστα το...Τριπολιτσιώτικο .

   Γυρνώντας ένα βράδυ στα σφαγεία του Ρότσεστερ , μιας πόλης κοντά στα Αμερικανο-Καναδικά σύνορα , είδε να πετάνε τα κεφαλάκια και τα ..πατσοπόδαρα των αρνιών . Βρόμαγε τότε το κρέας στην Αμερική και οι Αγγλοσάξονες δεν πολυκαταδέχονταν το πρόβειο κρέας , πόσο μάλλον τα..εντόσθια και τα κεφάλια .

Kostakis01

O Aλέκος σ'ένα του προσκύνημα στον ποιητή μας Κώστα Κρυστάλλη .

   Πιο πέρα όμως , στην ερημιά , χιλιάδες φτωχομετανάστες , Έλληνες και Σλάβοι , δούλευαν στη σιδηροδρομική  " κομπανία " στρώνοντας μέρα - νύχτα , μίλια και μίλια γραμμές για το τρένο . Η " κομπανία " , τους χορηγούσε συσσίτιο , αλλά ...αγγλοσαξωνικού γούστου , που δεν πήγαινε κάτω στα Ελληνικά και τα Σλάβικα στομάχια . Ο Πητ τότε σκέφτηκε πως αν άνοιγε μια " τρυπούλα " να μαγειρεύει ό,τι πέταγαν σαν άχρηστο τα σφαγεία της πόλης , θα έρχονταν πολλοί εργάτες να τρώνε . Και " αμ' έπος , αμ..έργον ".

   Με σανίδες έστησε την " τρυπούλα " του κι έβαλε δυο μεγάλες κατσαρόλες : Τη μια για τον πατσά και την άλλη για τα κεφαλάκια . Αποτέλεσμα : ...Χαλασμός , και τα " σέντσια " βροχή στον " μπεζαχτά " του . Αλλά οι γραμμές προχωρούσαν κι οι εργάτες ξεμάκραιναν . Δεν τους βόλευε πια να 'ρχονται για φαγητό , τότε ο Πητ πήρε μια σούστα και πήγαινε κοντά τους , κουβαλώντας τ' ανατολίτικα φαγητά του .

   Με τον καιρό απόχτησε και πείρα . Είδε τις αδυναμίες της δουλειάς του και φρόντισε να την οργανώσει καλύτερα . Πήρε κι'έναν Αλβανό βοηθό , λάδωνε και τους Αϊρίστες ( Ιρλανδούς ) πόλισμεν  (λόγω των γραμματικών γνώσεών του έμαθε πολύ γρήγορα τη γλώσσα κι έτσι τους " έφερνε καπάκι " όταν πήγαιναν να του γκρεμίσουν το " κατάστημα " ) κι όλα του ρχονταν βολικά . Δεν είχαν περάσει 2-3 χρόνια κι η παράγκα έγινε " ρέστοραν " , μέσα στην πόλη του Ρότσεστερ .

   Στο μεταξύ , όμως , η μετανάστευση από την Ευρώπη έπαιρνε γιγαντιαίες διαστάσεις . Κατά κύματα έρχονταν οι Γραικοί , που έπιαναν τις μεγάλες πόλεις , Σικάγο και Ν.Υόρκη . Το Ρότσεστερ δεν χωρούσε πια τον Πητ . Φεύγει κι εγκαθίσταται στο Σικάγο , όπου και τα μεγαλύτερα σφαγεία του κόσμου , κι η δουλειά από τα κεφαλάκια και τα πατσοπόδαρα , έφτασε ως τ΄αρνιά . Το Πάσχα οι Ορθόδοξοι ήθελαν αρνάκια για ψήσιμο , είδε ο Πητ τη ζήτηση και φρόντισε γι' αυτό . Άφηνε τον Αλβανό στο μαγαζί κι αυτός έφτανε ως τη Μοντάνα κι ως το Κολοράντο να φέρει τ΄αρνιά , από τσοπάνηδες Ερυθρόδερμους η Μεξικάνους .

   Η δουλειά είχε πολύ ψωμί κι όλο μεγάλωνε . Γιγαντωνόταν από χρόνο σε χρόνο . Η αγορά ήταν σχεδόν παρθένα και  εκμεταλλευόταν μεθοδικά κάθε ευκαιρία . Τώρα , με την πείρα που είχε αποκτήσει , δεν καθόταν να ζυγίσει ένα-ένα τ' αρνιά και να .." κλέψει " στο ζύγι το " γιό του Τσακαλιού " , τον Ερυθρόδερμο η τον ..Γκονζάλες τον Μεξικάνο τσοπάνη . Αγόραζε με το μάτι , , έμπαινε στο κοπάδι , διάλεγε 100 , 200 , κομμάτια κι έλεγε τόσο βάρος θα πιάσουν . Ο τσοπάνης , Ερυθρόδερμος η Μεξικάνος , συμφωνούσε , γιατί αν τα ζύγιζαν δεν θα έπεφταν και πολύ έξω . Έπειτα το πρόσωπο του Πητ ενέπνεε εμπιστοσύνη κι όλοι τον αγαπούσαν . Ποτέ του δεν ερχόταν με άδεια χέρια , πάντοτε θα 'φερνε και 2-3 μπουκάλια ποτό για το γιο του..Τσακαλιού , η καμιά μεταξωτή μαντίγια για την " σενιόρα Ιζαμπέλα ".

Kostakis12

Ο  αξέχαστος Αλέκος σε μια τρυφερή...ανθρώπινη στιγμή .

Με τον τρόπο αυτόν έγινε πασίγνωστος στη ΒΔ περιοχή των Η.Π.Α . και η φήμη του σαν έμπορα , και κυρίως σαν εκτιμητή , έφτασε ως τ' αυτιά της γνωστής πολυεθνικής φίρμας CARNATION ,  η οποία του πρότεινε να τον προσλάβει σαν " εκτιμητή " στις αγορές ζώων , αφού πρώτα τον δοκιμάσει . Δέχτηκε , πέρασε μ' επιτυχία τη δοκιμασία και σε λίγο έγινε " βοηθός " αγορών ζωντανών ζώων της CARNATION . Με το μάτι εκτιμούσε κι αγόραζε ολόκληρα κοπάδια αρνιών κι αργότερα βοδιών και , ύστερα από τον Α' παγκόσμιο πόλεμο , έγινε " πρώτος εκτιμητής " με κολοσσιαίο , για κείνα τα χρόνια , μισθό .

   Το μαγαζί στο Σικάγο τ' άφησε στον Αλβανό , τον βοηθό του , κι' ο ίδιος ρίχτηκε με τα..μούτρα στη δουλειά . Σε λίγα χρόνια κατάφερε να γίνει " γενικός διευθυντής αγορών " της εταιρείας , και όταν πήγε 70 χρονών , έφυγε με 3.000 δολάρια το μήνα σύνταξη .

   Εδώ , πίσω στα Λαγκάδια , με το μόνο άνθρωπο που είχε επαφή , ήταν η μικρότερη αδελφή του . Τους άλλους , όσο ζούσαν ακόμα , ούτε να τους ακούει ούτε να τους βλέπει . Την αδελφή του αυτή , τη βοήθησε όσο πιο πολύ μπορούσε , της έφτιαξε σπίτι , της σπούδασε όλα τα παιδιά και κάνα δυο ανιψίδια του , που δεν ήθελαν " τα γράμματα " , τους άνοιξε υπερπολυτελή ζαχαροπλαστεία στην Αθήνα . ( Ένα απ' τα ανίψια του ήταν ο Τμηματάρχης με τον οποίο συνοικούσα ) .

   Αυτή , λοιπόν ήταν η ιστορία του θείου Πητ , που ξεκίνησε αποδιοπομπαίος τον περασμένο αιώνα απ' την Ελλάδα και γύρισε πετυχημένος ύστερα από 60 χρόνια , για ν' αποδείξει πως το μωραίτικο δαιμόνιο - και ιδίως το Τριπολιτσιώτικο - θαυματουργεί πάντα , όπου κι αν βρεθεί και κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες κι αντιξοότητες .-

   Το διήγημα αυτό του Αλέκου Κωστάκη , μαζί με πολλά άλλα έργα του , περιλαμβάνεται στο βιβλίο του " ΑΝΘΗ  ΤΟΥ ΚΑΚΤΟΥ " που κυκλοφόρησε το 1995 , απ' το " ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ  ΤΕΧΝΗΣ  ΚΑΙ  ΛΟΓΟΥ ".

       Καλό  σας  απόγευμα  , να  περνάτε  καλά ….Κ.Κ.-

21.6.14

AΛΟΓΑ Μ’ΟΧΤΩ ΠΟΔΑΡΙΑ , ΤΡΟΧΑΙΑ ΚΑΙ ΦΙΓΚΑΡΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ …

 

ΛΙΔΟΡΙΚΙΩΤΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΞΕΧΑΣΤΟΥ ΑΛΕΚΟΥ ΚΩΣΤΑΚΗ

δ.20 - Καρλονακέικο .



   Στη  ζωή μας , και  ιδιαίτερα  στις μικρές κοινωνίες , οι  άνθρωποι , ανάλογα  με  την προσφορά  και  την  αγάπη  τους , αφήνουν το  στίγμα  τους , αφήνουν  τα  σημάδια  τους , άλλος βαθιά  και..ανεξίτηλα , άλλος πιο..ξέθωρα , όλοι  όμως  αφήνουμε  τ’ αποτυπώματά  μας..
   Στο  χωριό  μας , πέρασαν  κάποιοι  άνθρωποι , δυστυχώς  λίγοι ,  που  με  την  αγάπη  και  την  προσφορά τους  , χάραξαν  βαθιά τη  Λιδορικιώτικη  ζωή , αφήνοντας  πίσω  τους πραγματικούς  θησαυρούς , πολύτιμη  κληρονομιά  στους  νεότερους .
   Ένας  από  αυτούς , είναι  και ο Αλέκος Κωστάκης , Καφτανιαλέκος , όπως  όλοι τον  λέγαμε , που  αγάπησε  με  πάθος  το  χωριό μας , κι’ από  πολύ  νέος , καταξιώθηκε  στο  λογοτεχνικό  κόσμο και  κυρίως  στις  καρδιές των  χωριανών μας , αφού  το  κέντρο  της  σκέψης  και  της ζωής  του  ήταν  το  χωριό μας .
   Πέρα  απ’ το  λογοτεχνικό του  έργο , που  είναι  πραγματικά  αξιόλογο , ο Αλέκος  μας  άφησε κληρονομιά τις “ χρυσές “ αναμνήσεις  του , απ’ την ονειρεμένη ζωή  του  προπολεμικού  Λιδορικιού , που  με  την ζωντάνια , τη  δροσιά  και  την ..” ακτινογραφική “  , κάτι  σαν ..πραγματική  αξονική  τομογραφία  υψηλής..” ευκρίνειας “ )   και  αξιόπιστη  περιγραφή τους , έχουμε  υπέροχες , κυριολεκτικά , εικόνες  της  Λιδορικιώτικης  κοινωνικοπολιτιστικής , αλλά  και  της  εν  γένει  ζωής  του  χωριού  μας , καλύπτοντας  έτσι , με  τις  ολοζώντανες , υπέροχες  και  ολόδροσες  αφηγήσεις  του  , κάθε  πτυχή  της ζωής  του  χωριού μας , με  απόλυτη  ιστορική  συνέπεια .
   Με ολοφάνερη , σε  κάθε  λέξη και  κάθε…συλλαβή , την  παθιασμένη  αγάπη  του για  το  χωριό  μας , μας  δίνει  απλά , ζωντανά και με  τις  γεμάτες , εικόνες , αρώματα και ζωντάνια , όλα  όσα  γίνονταν  στον τόπο  μας  εκείνη  την  εποχή .
   Επειδή θεωρούμε τα κείμενά του πολύτιμα , και φυσικά ιδιαιτέρως χρήσιμα , για τους νεότερους , προσπαθούμε , σιγά- σιγά , να τα συγκεντρώσουμε , μιλάμε πάντα για τις συνεργασίες του στην εφημερίδα “ Λιδωρίκι “ , του Γιώργου Καψάλη , και με την άδεια , πάντα , της αγαπημένης μας φίλης  Στέλλας Αρκάδη , συντρόφου του Αλέκου , να τα παρουσιάσουμε στα “ Λιδορικιώτικα “ , που ελπίζουμε , πρώτα ο Θεός , να επανακυκλοφορήσουν σύντομα , βέβαια , ευχής έργον θα ήταν , να τα ψηφιοποιήσει ο  Δήμος  ,  απ’ όσο γνωρίζουμε υπάρχει τέτοια δυνατότητα , και να είναι στη διάθεση όλων των Λιδορικιωτών , και όχι μόνον , συμπληρώνοντας , παρ’ ότι , το θεωρούμε ..αντιδεοντολογικό , πως το ίδιο θα πρέπει να γίνει και με τα ιστορικά βιβλία , και είναι αρκετά , του Γιώργου Καψάλη , που έχουν ιδιαιτέρως σημαντική αξία , όχι μόνο για τους απλούς Λιδορικιώτες , αλλά και για τους ιστορικούς ερευνητές .
   Με την ευκαιρία , θα θέλαμε να σας ενημερώσουμε , πως  ψηφιοποίηση , δυο βιβλίων του Γ.Καψάλη , “ Λησμονημένες σελίδες “ και “ Δωρίδα στο 1851 “ , έχει κάνει , η Παπαστράτειος Βιβλιοθήκη Ναυπάκτου , αναγνωρίζοντας την μεγάλη τους αξία .
   Χαρείτε λοιπόν  αυτό το υπέροχο ….” ντοκυμαντέρ “ του Αλέκου , που είναι πραγματικά απολαυστικό.. “ Λιδωρίκι “ αρ.φυλ.24 , Νοέμβριος 1983 .


   “ Ο  Τάκης ( αναφέρεται στον Τάκη Καλαπτσή ) σαν μαθητής , ναι μεν δεν ήταν από τους άριστους , αλλά σαν τεχνίτης και σχεδιαστής δεν πιανόταν . Μαζί με τον παλιόφιλό μου τον Νίκο τον Ανέστο ( Ζορμπά ) ήταν οι καλύτεροι “ αυτοκινητοκατασκευαστές “ του χωριού μας . Μπροστά τους τύφλα να ΄χε ο Έντσο Φεράρι ! Έχοντας δε σαν “ μαστοράντζα “ τ’ αδέρφια τους Γιάννη και Πίπη Καλαπτσή και Χρήστο Ανέστο ( ο Γιάννης ήταν μωρό ακόμα ) , παιδεύονταν ολημερίς με τα καροτσάκια τους να βελτιώσουν και να βρούνε καλύτερους τρόπους κατασκευής κι οδήγησής τους .
   Τα καροτσάκια αυτά τα ‘φκιαχναν μόνοι τους , οι δρόμοι και τα ρέματα τότε ήταν γεμάτα από εγκαταλειμμένα στρατιωτικά σαραβαλάκια κι’ έβρισκαν σ’ αυτά ό,τι ήθελαν για τη δουλειά τους , όπως Γαλλικά κλειδιά , κατσαβίδια , τροχούς , σούστες , κι’ ό,τι άλλο φαντασθεί κανείς . Είχαν λοιπόν στη διάθεσή τους τα πάντα .
   Έβγαζαν λοιπόν , απ’τις στραριωτικές Μερσεντές κάτι άξονες ρυμούλκας , με δυο μικρούς τροχούς με συμπαγή λάστιχα και πάνω στους άξονες αυτούς προσάρμοζαν ξύλινη καρότσα και τ’ αυτοκίνητο ήταν έτοιμο για ..κυκλοφορία ! Μέγεθος , είχε όσο ένα κάρο περίπου , αλλά το μόνο που δυσκόλευε ήταν η οδήγησή του . Γινόταν βέβαια , με πραγματικό τιμόνι αυτοκινήτου , αλλά για να πάρει το όχημα στροφή , έπρεπε να γυρίσει όλος ο άξονας . Οι τροχοί , δεν έστριβαν αυτοτελώς κι’ αυτό ήταν κάτι που δεν μπόρεσαν ποτέ να καταφέρουν οι σχεδιαστές μας , κι’ έτσι , όταν το όχημα έτρεχε με ταχύτητα , η μανούβρα για στρίψιμο έπρεπε να γίνει έγκαιρα και με πολύ ζόρι , γιατί , διαφορετικά , το όχημα θα ‘πιανε..ρέμα , απ’ τη φυγόκεντρο..
   Για κινητήρια δύναμη χρησιμοποιούσαν , τι άλλο ; το σπρώξιμο . Στον ανήφορο , ή το ίσιωμα , έσπρωχναν το όχημα καμιά δεκαριά πιτσιρικάδες ,κι’ οδηγούσε ο Τάκης ή ο Νίκος . Μόλις όμως έπαιρνε την κατηφόρα , τότε χαρές και γέλια , πηδούσαν όλοι επάνω κι όποιον έπαιρνε ο ..χάρος . Όλοι , αγνοώντας τον κίνδυνο , πάσχιζαν να χορτάσουν..καβάλα , αδιαφορώντας αν ύστερα θα έσπρωχναν στον καρα..ανήφορο , και θα τους έβγαινε ..ξινό..

Βαθειά δ.30 - Ανδριτσέικο


Το όχημα έτρεχε σαν βολίδα , όταν μάλιστα ήταν φρεσκο..γρασαρισμένο , πετούσε κυριολεκτικά και γινόταν επικίνδυνο , ιδίως στις στροφές , λόγω επιτάχυνσης . Υπήρχε βέβαια ένας ..φρεναδόρος στο πίσω μέρος , μ’ ένα χοντρό πουρναρίσιο στυλιάρι , που κρατούσε κόντρα , χώνοντάς το  ανάμεσα στην καρότσα και το χώμα του δρόμου και μετρίαζε κάπως την ταχύτητα , περιορίζοντας τη φυγόκεντρο στις στροφές , αλλά αυτό δεν είχε πάντα επιτυχία . Μερικές φορές μάλιστα , το στυλιάρι , λόγω της τρομερής τριβής ..άναβε και..κάπνιζε !
   Η μεγαλύτερή μας απόλαυση ήταν όταν παίρναμε τον κατήφορο προς τις “ Λάκκες “ ως τη “ Φιρμάναινα “ , “ χορταίναμε  καβάλα “ !, άλλο αν την πληρώναμε έπειτα σπρώχνοντας τον ανήφορο , που γινόταν σωστό μαρτύριο , γιατί οι περισσότεροι την ..κοπάναγαν ή προσπαθούσαν ν’ αποφύγουν το σπρώξιμο .
   Τέτοιο καρότσι , έφκιαξε αργότερα κι’ ο ξάδερφός μου ο Αλέκος ο Ντζιούρας , το εγκατέλειψε όμως σύντομα , ύστερα από ένα ..τροχαίο ατύχημα που είχε . Τουμπάρησε το αμάξι του ακριβώς πάνω απ το σπίτι του , στο γεφυράκι , εκεί που τρέχουν τα νερά της δεξαμενής και τραυμάτισε την Παγώνα , την κόρη της δασκάλας Φακίτσα – Γλυμετζή και τον Χαράλαμπο Π. Μποβιάτση .
   Ο Αλέκος , για να επιτρέψει στον Μπάμπη να κάνει μια μικρή διαδρομή με το κάρο , απ’ τον Αντώνη ως το σπίτι του , έπρεπε να σπρώξει το καρότσι από του Κορδοπλή ως του Λούη . Σκέτη εκμετάλλευση δηλαδή , του ταλαίπωρου του Βλάμη , απ’ τον ξάδερφό του .
   Τροχαία όμως ατυχήματα είχαν και οι Καλαπτσήδες με τους Ζορμπάδες , και μάλιστα πολύ πιο σοβαρά μόνο που φύλαξε ο Θεός και δεν είχαμε τραγικά αποτελέσματα . Αυτοί , με βαρύτατο φορτίο , έτρεχαν ιλιγγιωδώς προς τη δραγατσιά . Το όχημα έτρεχε ..σφαίρα , τα φρένα δεν κράτησαν και στου Σερεντέλου το καμίνι , εξ’ αιτίας της φυγοκέντρου , πετάχτηκαν όλοι έξω κι’ η καρότσα τους ήρθε..καπάκι . Την πλήρωσαν τότε πολλοί , μα περισσότερο ο συμμαθητής μου κι νυν τραπεζικός , Θύμιος Καράντζαλος , ο οποίος παραλίγο , να ‘μενε στον τόπο .
   Αυτά για την τεχνική ευφυία του Τάκη , που συναγωνιζόταν εκείνη του Γιώργου Κ . Καραχάλιου ( φιλόσοφου ) και του Πέτρου Αθ . Ρέλλου . Ας δούμε όμως και την καλλιτεχνική , ενώ ταυτόχρονα , θ’ αναφέρω κι’ ένα χαριτωμένο περιστατικό , που συνδέεται άμεσα μ’ αυτή .
   Καταρχήν , χαίρομαι ιδιαίτερα που ένας καθαυτό Λιδορικιώτης ασχολήθηκε με τη ζωγραφική . Πιστεύω πως είναι ο πρώτος κι ο μοναδικός , απ’ όσο εγώ τουλάχιστον ξέρω . Η γούρνα μας , στον τομέα αυτό , υστέρησε απελπιστικά και δεν έβγαλε άξιους τεχνίτες του..χρωστήρα . Οι μοναδικές εξαιρέσεις είναι της προπολεμικής , αλλά αξιόλογης και πανελλήνιας φήμης Ερασμίας Μπερτσιά – Δανιηλίδου , που καταγόταν απ’ το Κάλλιο , του Λευτέρη Παναγιωτόπουλου , αγιογράφου κυρίως , του οποίου όμως , το λογικό ήταν λίγο σαλεμένο , και τέλος του Χαρ. Στέφου , απ’ τον Κόκκινο , προσφορά βέβαια μικρή , σ’ ένα τομέα τόσο σημαντικό , όπως η τέχνη της ζωγραφικής .
   Ο Λευτέρης , είχε ζωγραφίσει , σαν άλλος ..”Θεόφιλος “ , σπίτια πολλών φιλοπρόοδων Λιδορικιωτών , δεχόμενος για πληρωμή λίγο φαγητό και δυο πακέτα ..άσσο . Κανένας όμως δεν τον εκμεταλλεύτηκε , και όλοι τον αγαπούσαν . Καλύτερη δουλειά έκανε στα σπίτια του Δ.Καντζιού και του πατέρα του Διευθυντού μας , Ευθ. Γ. Καψάλη .
   Ο Τάκης , απ’ το Δημοτικό ακόμα , σχεδίαζε όμορφα . Τω καιρώ εκείνω , στο Σχολείο είχαμε και έντυπα ιχνογραφίας και καλλιγραφίας , τα οποία βοηθούσαν – τρομάρα τους – να σχεδιάζουμε και να μαθαίνουμε καλλιγραφία . Είχαν στην άκρη αριστερά μια στήλη με γράμμα ή σκίτσο και δίπλα αρκετό χώρο κενό , να επαναλάβουμε κι εμείς το υπόδειγμα και να γίνουμε έτσι καινούριοι Ιακωβίδηδες , Γύζηδες και..Τσαρούχηδες  !
1928-29
Ο  “ Δασκαλάκης “ ( Ιωαν. Σφέτσος ) , ο άγιος εκείνος διδάχος , μας είπε μια φορά , όταν πρόκειται να κάνουμε διαγώνισμα  Ιχνογραφίας , πως θα μας έβαζε για θέμα ένα άλογο , που το ‘χε μέσα η ιχνογραφία μας και μας συμβούλεψε να εξασκηθούμε πάνω σ’ αυτό , ώστε να πάρουμε καλό βαθμό .
   Εκείνο τον καιρό , τις κόλλες του διαγωνισμού δεν τις σφράγιζαν κι ο καθένας έφερνε την κόλλα του απ’ το σπίτι . Μόλις λοιπόν μας είπε αυτό ο Δασκαλάκης , αμέσως όλοι αρχίσαμε την κατεργαριά της “ αόρατης μεταγραφής “ του αλόγου πάνω στην κόλλα , πιστεύοντας πως ο δάσκαλός μας ..έτρωγε χόρτο και δεν θα καταλάβαινε την αντιγραφή .
   Με το νύχι , ή μ’ένα μόλις ελάχιστα διακρινόμενο μολύβισμα , φτιάξαμε από το σπίτι τ’ άλογο και στο σχολείο περάσαμε από πάνω του το χοντρό μολύβι , βέβαιοι όντες ότι η κατεργαριά μας δεν θ’ αποκαλυπτόταν . Την επομένη όμως , βγήκαν τα ..χαμπέρια μας . Οι περισσότεροι ήμασταν καθαροί αντιγραφείς . Λίγοι τα κουτσο..κατάφεραν , και δύο μόνο ξεχώρισαν : Ο ένας φυσικά ήταν ο Τάκης , που δεν αντέγραψε αλλά δημιούργησε , ο άλλος , ήταν ο “ αιωνόβιος “ μαθητής , Γάκης Κ . , που ..τερατούργησε , παρουσιάζοντας ένα φρικιαστικό σκαρίφημα .
   ( Ο Γάκης Κ. θα ‘ταν δεκάξι χρονών κι ήταν ακόμα στο Δημοτικό ! Ο φουκαράς , είχε πάθει μικρός , έγκαυμα στο κεφάλι , κι’ από κει ξεκινούσε μια μειωμένη διανοητική αντίληψη . Στο σχολείο τον έστελνε ο πατέρας του , έτσι για να απασχολείται και να περνάει η ώρα του . Κατά τα άλλα ήταν απολύτως φυσιολογικό παιδί και καλός χαρακτήρας .
   Λόγω ύψους , ήταν ο μόνιμος σημαιοφόρος του Δημοτικού , και λόγω ηλικίας , ο μόνιμος κυρίαρχος της “ Βασιλείας “ του τοίχου . Λέγαμε τότε “ Βασιλεία “ . μια εσοχή που σχηματίζει ο τοίχος της εξώθυρας του σχολείου , στην ένωσή του με τον άλλο τοίχο του κτιρίου . Το πιάσιμο εκείνης της γωνίας , κατά τα διαλείμματα , ήταν ένα απ’ τα πιο αγαπημένα μας παιχνίδια , κι εκεί φαινόταν ποιός είναι ο πιο δυνατός . ΄Ολοι προσπαθούσαν να ..εκθρονίσουν τον Βασιλέα , αλλ’ αυτό έπρεπε να γίνει μόνο με τον αγκώνα ‘η το γόνατο , και ποτέ με το χέρι . Μόνιμοι κάτοχοι αυτής της θέσης , ήταν , στον καιρό μας ο Γάκης , ο μακαρίτης ξαδερφός μου Αρπαλόγιαννος και παλιότερα ο Ματέρος , ο Πλαστήρας ( Γ.Ε, Κλώσσας ) κι ο Γ.Κλώσσας , του Κωστή ).
   Όταν λοιπόν μπήκε το θέμα της Ιχνογραφίας , ο Γάκης δεν κάθισε να πολυσκεφτεί, τραβάει και ζωγραφίζει ένα στρογγυλό πράγμα , κάτι σαν μπαρδάκα , του βάζει αποκάτω άφθονες γραμμές για πόδια ( ούτε ..σαρανταποδαρούσα να ήταν..) και το παρουσίασε για..άλογο !
   Σαν το ‘δε ο Δασκαλάκης ..έφριξε , και τον ρώτησε γελώντας :
  - Για πες μου , βρε Γάκη , πόσα ποδάρια έχει τ’ άλογο ;
   Τα ‘χασε ο Γάκης και..σάστισε . “ Πόσα ποδάρια να’ χει ; “ σκέφτηκε , αλλά κάποιος πίσω του , ( γνωστό πειραχτήρι ) δεν τον άφησε να πολυσκεφτεί , και του ..σφύριξε : “ οχτώ..οχτώ ! “.
   - Οχτώ , κύριε ! εκσφενδόνισε θριαμβευτικά ο Γάκης και κάθισε , ενώ η Ε’ και η Στ’ τάξη , είχε λυθεί στα ..γέλια .
   ( Ο ..υποβολέας , ήταν ο Δημητράκης ο Πρίνος , αξιωματικός ε.α τώρα , που ήταν και  ο..αρχι..κουρέας του Σχολείου μας , μιας κι΄ο μπάρμπας του Σπύρος Βελαώρας , είχε κουρείο κι είχε πάρει από εκεί μαθήματα της τέχνης του Φίγκαρο .
   Τότε , απαγορεύονταν τα μαλλιά στο Σχολείο , γενικά σ’ όλη την Ελλάδα , και για λόγους πειθαρχίας αλλά και καθαριότητας . Επειδή όμως υπήρχαν πολλά παιδιά , που οι γονείς τους δεν μπορούσαν να πληρώσουν κουρέα , το σχολείο είχε 2-3 μηχανές για τα παιδιά αυτά , που τις χειρίζονταν ορισμένοι μεγάλοι μαθητές .
   Αυτές όμως οι μηχανές , , απ’ την κακομεταχείριση και την αδεξιότητα των ερασιτεχνών “ Φίγκαρο “ , προκαλούσαν τον τρόμο των χειρομένων , που παρέλυαν από το φόβο τους όταν τις έβλεπαν . Ο Δημήτρης όμως , ήταν καλός κουρέας , άλλο αν μια φορά , στη ..φούρια του απάνω κούρεψε και τα φρύδια του αξέχαστου ξαδέρφου μου Τζίμη , που τον έκανε αγνώριστο , κι’ απαντούσε , σ’ όποιον τον ρωτούσε , ότι τον κούρεψε ο..Πυρίνος , γιατί δεν μπορούσε να πει : ο  Πρίνος  ).
   Όταν , λοιπόν , συνήλθε η τάξη , λέει ο Δασκαλάκης στον Γάκη : Πήγαινε , Γάκη , έξω , κοίταξε ένα άλογο , δες πόσα πόδια έχει και έλα να μας πεις ..
   Πήγε , πράγματι , ο Γάκης , είδε , και γύρισε ..ντροπιασμένος : Τέσσερα  κύριε..”
Γιαν.Σφέτσος   1925-26
  Ο αξέχαστος Δάσκαλος Ιωαν. Σφέτσος , Δασκαλάκης , όπως τον λέγανε οι Λιδορικιώτες , με τα παιδιά της σειράς του Αλέκου Κωστάκη .

   Αυτά λοιπόν , θυμόταν ο αξέχαστος Αλέκος , απ’ τα όμορφα Λιδορικιώτικα χρόνια , της παιδικής του ..αθωότητας , και μας τα μετέφερε με τόση ..ζωντάνια , φρεσκάδα και..λεπτομέρεια , που άθελά μας , τα…ζήσαμε και μεις …

Καλό  σας απόγευμα , να  είστε  όλοι  καλά…..Κ.Κ.-

20.4.14

ΛΙΔΟΡΙΚΙΩΤΙΚΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΜΕ ΑΡΝΙΑ ΚΑΙ..ΠΥΡΟΜΑΧΙΚΑ ..

Λαμπριάτικη  αναμνηστική  φωτογραφία του  1961 ή  62 , των  ανθρώπων  μιας  ολόκληρης γειτονιάς ,με  παράδοση  στο  γιορτασμό  αυτής  της  μέρας , ψήστες  Γιάννης Ζόγκζας , Γ,Δούκας , Θυμ. Μαργέλλος , Γ. Αναγνωστόπουλος , Χρ. Γατάκης και  Γιάννης Κανδρής , ενώ γύρω  βρίσκονται μέλη  των  οικογένειών  τους
Αρχείο  Γιάννη  Ζόγκζα

   ****************

Τούτες τις χρονιάρες μέρες , η σκέψη γυρνάει με νοσταλγία στα παλιά , στα παιδικά μας χρόνια .

Τότε , που ναι μεν είχαμε σχεδόν άδεια την κοιλιά μας , αλλ’ είχαμε γεμάτη την ψυχή μας από αγάπη , σεβασμό στην παράδοση , πίστη στην πατρίδα και τη θρησκεία και μεγάλη λατρεία για το χωριό μας . Τότε , που ο μακαρίτης ο παπα Τσονάκας – Θεός να αναπαύει την ψυχή του – την Ανάσταση την άρχιζε στις 3 τη νύχτα και την τελείωνε το πρωί . Κι’ όχι όπως τώρα στις 12 – μην κοτραστούν οι ..χορτάτοι Νεοέλληνες – που προγκάνε όλοι πριν ακούσουν καλά – καλά το « Χριστός Ανέστη » και τρέχουν στα σπίτια τους να φάνε τη μαγειρίτσα τους , λες και δεν θα ξαναδούν ποτέ φαγητό στη ζωή τους !

Ήταν σαν όνειρο να ξεκινάς στις 3 και στις 4 για την Ανάσταση . Μέσα στο βαθύ σκοτάδι , , με τις μεθυστικές μοσχοβολιές των ανθισμένων δέντρων , τα γλυκοκελαηδήματα των αηδονιών , που το’ λεγαν ξάγρυπνα όλη νύχτα στο Ρουμάνι και στον Παλιόραγκο , το πρωινό ανοιξιάτικο μυρωμένο αεράκι να σου τρυπάει τη μύτη . Κι εσύ , παιδί , με τα καλά σου ρούχα , να παίρνεις τα’ ανηφόρι για την εκκλησιά .

Ήθελες δεν ήθελες , ένιωθες στη βαθειά νύχτα το μυστήριο της Ανάστασης , ανακατεμένο στο παιδικό μυαλό σου με την Ανάσταση της Πατρίδας . ( Έτσι τουλάχιστον μας έκαναν να νιώθουμε οι δάσκαλοί μας , οι αείμνηστοι : Κάγκαλος , Σφέτσος , και Μίχος , κι ας μην είχαν βγάλει Πανεπιστημιακές σχολές , ούτε σπούδασαν μοντέρνα ..Παιδαγωγική ) .

Αξέχαστα χρόνια , αλησμόνητοι καιροί , γεμάτοι γλυκές θύμισες !

Τα προεόρτια άρχιζαν απ’ την παραμονή του Λαζάρου , ο μπάρμπα Γιάννης Αναγνωστόπουλος ( Σιουκαράς ) , σχημάτιζε γκρουπ από κοπέλες του Γυφτομαχαλά , και έλεγαν τα Λάζαρα . Ντυμένος φουστανελάς , μ’ ένα ανθοστόλιστο καλάθι , για τα φιλοδωρήματα , γύριζε όλο το χωριό . Επικεφαλής των κοριτσιών ήταν η Ταρανοκατίνα , η οποία με την απίθανη φωνή της , ξεσήκωνε το χωριό , λέγοντας για τον καθένα ξεχωριστά παινέματα . Ήταν ολόκληρο λαογραφικό αρχείο και χαιρόσουν να την ακούς .

Τα παιδιά , εμποτισμένα απ’ το προπολεμικό δυναμικό -πνεύμα , ετοίμαζαν τα πυρομαχικά τους . Αγοράζοντας μπαρούτες , σκαλίζοντας ροζιάρες αγκορτσιές για ξυλοκούμπουρα , ισιώνοντας σωλήνες για χαλκούνια .


Δεκαετία  του  '50  στην  αυλή  του σπιτιού  της  Κρυστάλλως , ψήνουν  τα  Λαμπριάτικα αρνιά  οι  οικογένειες Θαν. Λατσούδη και  Δημ .Κρικέλα .  Από  αριστερά , Νούλα  Λατσούδη , Τασία  Κρικέλα , Βάσω Κρικέλα , Θαν. Λατσούδης , Γ.Λατσούδης , Δ, Κρικέλας , Μαρία  Λατσούδη , Νίνα  Λατσούδη  και  καθιστές Ελένη  Λατσούδη και  Ελένη  Κρικέλα .
Αρχείο  Τασίας Κρικέλα - Γιακουμινάκη

****************

Πρώτοι σ’ αυτά ο Κανναβούλας , ( Γ. Καραγιώργος ) , ο Γιωργάκης της Τραμποβάσως , ο Μαλαμοχρήστος , κι οι μακαρίτες Π. Μαντάς , Ζησιμοθάνος και Σκουτοθανάσης . Καθένας τους και μάστορας στην κατασκευή πυροκροτημάτων , που γκρέμιζαν και σπίτι όταν έπεφταν .

Κι’ όταν ερχόταν η Μ. Παρασκευή , χάλαγε ο κόσμος , γινόταν τέτοιος σαματάς , που κι ο ίδιος ο Χριστός , θέλοντας και μη ανέβαινε στους ουρανούς , μη υποφέροντας τη φασαρία της…λεβεντιάς και της ανδρειοσύνης , των Γυφτομαχαλιωτών και Ψαλιωτών ασίκηδων !

Κι η αστυνομία τι έκανε ; Τίποτα …έκλεινε τ’ αυτιά κι έκανε πως δεν βλέπει , ούτε ..ακούει..Και ποιόν να πρωτοπιάσει ;

Μια ωραία εικόνα ήταν οι νυχτερινές ακολουθίες του Μεγαλοβδόμαδου , δεν υπήρχε ηλεκτρικό και τα παιδιά , για να φωτιζόμαστε στο δρόμο για την εκκλησιά , φτιάχναμε τα λεγόμενα « κυριελεησα » . Παίρναμε ένα άδειο κονσερβοκούτι , του περνούσαμε ένα σύρμα και το κρατούσαμε σαν θυμιατό . Του βάζαμε μέσα ρετσίνι , το ανάβαμε , και το κουνούσαμε πέρα – δώθε , ψέλνοντας όλοι μαζί : « Κύριε ελέησον , Κύριε ελέησον , Κύριε ελέησοοοοον….»

Ανήμερα της  Λαμπρής ( 19 - 4 - 2009 ) στο  σπίτι  του  Ασημάκη  Πλιάνου  στο  Βαρούσι , όλα  είναι  έτοιμα για  το  ψήσιμο  του  αρνιού , αλλά οι  δυο  αγαπημένοι  φίλοι  Βασίλης  Ρέλλος  και  ο οικοδεσπότης  του .." παραδείσου " Ασημάκης Πλιάνος , κάνουν την.." εισαγωγή " στο  θέμα , με  κοκορέτσι και  κρασάκι...Ο νεαρός  δεξιά με τη  φόρμα , είναι  του Α’  Συστήματος ..”Ναυτοπροσκόπων “….Βαρουσίου ..βαθμοφόρος  μάλιστα …
  Αρχείο Κ.Καψάλη

   *****************

Φτάναμε στην εκκλησιά και πιάναμε δίπλα στους ψαλτάδες , Παπαπαναγιώτου και Κολοβό . Όσοι ξέραμε , σιγοψέλναμε κι εμείς ιδίως τα « εγκώμια » . Μερικές φορές , ιδίως τη Μ. Πέμπτη , με τα 12 ευαγγέλια , τα πιο πολλά παιδιά δεν άντεχαν ως το τέλος κι αποκοιμούνταν στα σκαλιά της Ωραίας Πύλης , έχοντας την αθωότητα της παιδικής ψυχής ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους .

Άλλοι όμως έμεναν ξάγρυπνοι και παρακολουθούσαν ψάχνοντας που έλεγε εκείνη την ώρα ο παπάς , μέσα σε κάτι βιβλιαράκια που πουλούσε ο Π. Μπίλιος , στο βιβλιοπωλείο του ένα φράγκο . Ήταν όμως και μερικές…κάλτσες , που περίμεναν τον παπα Τσονάκα να πει σε κάποιο Ευαγγέλιο τη μετοχή του αορίστου « πονηρού » ρήματος … Αλλά εκείνος αποφεύγοντας το..φραστικό σκόπελο , έλεγε « υπανδρευθείς » , προς μεγάλη λύπη των.. καλτσών !

Που να τα θυμηθείς όλα ! Αλλά πως να ξεχάσεις τα εκατοντάδες λαμπριάτικα αρνάκια , που έφερναν για πούλημα οι τσοπάνηδες των γύρω χωριών ; Ποιός να τα πάρει , αφού όλοι σχεδόν οι Λιδορικιώτες , είχαν κατσίκια απ’ τις μανάρες τους ; Ό,τι έπαιρναν οι ξένοι . Τα έφερναν μπροστά στα Σαψαρέϊκα , πίσω απ’ την εκκλησιά , βαμμένα στη ράχη τους , τα σήκωναν ψηλά , να δουν αν είναι παχιά , αντίθετα δηλαδή απ’ ότι γίνεται σήμερα , που όλοι κυνηγούν …φανάρια ..

Λαμπρή 19- 4 - 2009 , το  κοκορέτσι στο  μπαλκονάκι  του  Γυφτομαχαλά ...ψήνεται
Αρχείο  Κ.Καψάλη

**************

Ανήμερα της Λαμπρής , άναβαν οι φωτιές για τα κοκορέτσια και τα αρνιά , αλλά και οι…κουμπούρες ..Προπαντός αυτές . όλο το..αρνίφιλο μένος της Λιδορικιώτικης νεολαίας εκδηλωνόταν στα σοκάκια και στ’ αλώνια με χαλκούνια , τρίγωνα , ξυλοκούμπουρα , αλλά και..δυναμίτες ακόμα .Έπρεπε το αρνί που..ψενόταν να…γιορταστεί …

Ο κόσμος χαιρόταν , ένιωθε Πάσχα , , γιόρταζε ανυπόκριτα , ξεφάντωνε , ξέδινε μ’ όλη του την ψυχή . Όλοι ευφραίνονταν , , πλούσιοι και φτωχοί . Οι τσοπάνηδες έπηζαν καρδάρες και βεδούρες γιαούρτι και μοίραζαν στους φτωχότερους , σ’όσους δεν είχαν… Κάποιος θα ‘δινε κρέας , σε ένα που δεν είχε , μια συκωταριά να φκιάσει τις γαρδούμπες του , υπήρχε αγάπη και..αληλεγγύη ..

   Λαμπρή  19 - 4 - 2009 , το  πρώτο  αρνί  είναι  έτοιμο , από  δεξιά : Θανάσης Γεωργουσλοπουλος , ...Μπατατούδης , η  γυναίκα  του , η  γυναίκα  του Θανάση ο  γιός  του , ο  Θύμιος Γεωργουσόπουλος και  η  κυρά  Κατερίνη  Γεωργουσοπούλου - Ταρανοκατερίνη , σε αναμνηστική  φωτογραφία .
Αρχείο Κ.Καψάλη

**********************

Πέρναγες τα σοκάκια , και στις αυλές και λιγωνόσουν από την τσίκνα του κοκορετσιού και του αρνιού ή της γαρδούμπας .. Μέχρι να ψηθεί το αρνί , θα ήταν έτοιμο το κοκορέτσι για ένα κρασάκι στον επισκέπτη . Μια ..πατσιούλα , ένα γλυκάδι στα κάρβουνα , ένα αυγό , λίγο φρεσκόπηχτο τυρί .

Κι’ όταν ψηνόταν τα’ αρνί , και κρύωνε λίγο να..στραγγίσει , άρχιζε το τουφεκίδι ξανά , που χάλαγε ο κόσμος . Μετά στρωνόταν το τραπέζι κι άρχιζε το φαγοπότι . Όποιος ήξερε , διάβαζε στη ..πλάτη του αρνιού , αν δεν ήξεραν την εξηγούσε ο Αρπάλης , ο Κορδοπλής , ο Κλωσσοθανάσης , ο Πουρναλέξης , κι άλλοι οιωνο..σκόποι του χωριού , που κρατούσαν την παράδοση της οιωνοσκοπίας απ’ τον καιρό των αρματωλών και της κλεφτουριάς .

Πάσχα  17-4-1955 , στην  εκκλησία της Ζωοδόχου  Πηγής , από  αριστερά Μαρία Κλώσσα ,  Μαρία Μπούγαλη , Τέτα Α. Κλώσσα , Ντίνα Μπούγαλη , Τέτα Κ. Κλώσσα , και  Τασία Δούκα
Αρχείο Τασίας  Δούκα

****************

Τ’ απόγευμα , όταν σήμαινε η καμπάνα για την Αγάπη , ανέβαιναν όλοι , συν γυναιξί και..τέκνοις , με τα άσπρα παπούτσια και τα καλά τους ρούχα , στην εκκλησιά . Άκουγαν με κατάνυξη την απογευματινή λειτουργία κι ύστερα το ‘ πιαναν στο χορό , που κράταγε ως το βράδυ .

Λιδορίκι  1967 , Λαμπρή  στο  Ταλταίϊκο  σο  Βαρούσι , Ν.Κ.Πέτρου - Τάλτας , Γιαννούλα  Γ. Πέτρου - Τάλτα , Ν.Ι.Πέτρου , Χαρ. Ι. Πέτρου , Θαν. Κων Πέτρου , Ζωίτσα  Χαρ. Δρόσου , Ευθυμία  Χαρ. Δρόσου και Κ.Χαρ. Δρόσος .
Αρχείο Μαρίας  Πέτρου  Νταλάκα

*********************

Τώρα αυτά – ιδίως στα παιδιά – φαίνονται ..απόκοσμα και παράξενα , άλλαξαν κι’ αυτά . Ποιο παιδί σήμερα θα συγκινηθεί με τη λαμπροκουλούρα της νονάς του , όπως εμείς στον καιρό μας ; Όταν εμείς παίρναμε την κουλούρα μας , που είχε μέσα συνήθως , ένα αυγό ή μια ..κοκόσια ( ..καρύδι ) ή – σπάνια – ένα δίφραγκο , μας φαινόταν πως μας χάριζαν τον ουρανό με τα’ άστρα , τώρα όμως ;

Τώρα είπαμε : Γεμίσαμε την άδεια μας κοιλιά και αδειάσαμε την ..ψυχή μας !!!

  Καψαλαίϊκο , σε  κάποια  Λαμπρή στις  αρχές  της  δεκαετίας  του  '50 . Τα αρνιά  ψήνουν  ο  Γ.Σπ. Καψάλης  και  η  Αγγελική  Καψάλη , όρθιοι  Κατίνα  Καψάλη , Κ.Καψάλης , Γ. Καψάλης , Λέλα  Κάρλου , Ηλ. Κάρλος  με  την  κορούλα  του Τζένη , και  Σπ.Καψάλης , καθιστός  ο  Θυμιος  Καψάλης
Αρχείο  Κ.Καψάλη

*************

Η ολοζώντανη κι’ ολόδροση αφήγηση της νοσταλγικής « Πασχαλιάτικης » ανάμνησης του αξέχαστου Λιδορικιώτη λογοτέχνη Αλέκου Κωστάκη – Μαργέλλου , του Καφτανιαλέκου , όπως όλοι οι φίλοι και χωριανοί τον λέγαμε , δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα « Λιδωρίκι » του Γιώργου Καψάλη το Μάρτιο του 1982 , αριθ. Φυλ. 4 και είναι πραγματικά μια.. « αξονική τομογραφία » της Λιδορικιώτικης προπολεμικής ζωής , ειπωμένης με τον υπέροχο τρόπο του Αλέκου …

Λιδορίκι , Λαμπρή  1934 ή 35 . Το  ψήσιμο  των  αρνιών  στην  Καλαπτσαίϊκη  αυλή . Εικονίζονται μέλη των οικογενειών των  αδελφών Χρήστου  και  Παναγιώτη Καλαπτσή και του Θαν. Κόκκινου και επισκέπτες γύρω  στο  τραπέζι δεξιά  ο Τάσος  Τάσος Ταμβάκης , Θυμ. Κουλόπουλος , , Κ.Μαργέλλος κ.α . Ψήστης είναι  ο  γέρο Καλαπτσής - Τουρλούμης .
Αρχείο Τάκη  Καλαπτσή

   ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΚΑΙ…ΚΑΛΑ

Απ’ το « Λιδωρίκι » με αγάπη ….Κ.Κ.-

27.10.13

ΧΟΡΟΔΙΔΑΣΚΑΛΕΙΟΝ Ο..” ΑΝΤΩΝΗΣ “..

 

       ΠΑΛΙΑ  ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΗ  ΛΙΔΟΡΙΚΙΩΤΙΚΗ ΖΩΗ..

Αντώνης 1928

Η πέτρινη βρύση του Αντώνη , όπως ήταν την προπολεμική εποχή .

   Όλα τα 'χε το προπολεμικό Λιδορίκι , μπορούσε να λείπει το..χοροδιδασκαλείο ; φυσικά και όχι , αφού η χρυσή νεολαία της εποχής , " ψόφαγε " να μάθει κάθε τι μοντέρνο , που ερχόταν συνήθως απ' την Αθήνα . Καθένας , και καθεμιά που ερχόταν απ΄την πρωτεύουσα και τύχαινε να ξέρει ευρωπαϊκό χορό , καθόταν και μάθαινε και τους άλλους . Κι ήταν τόση η δίψα , τόσο το ενδιαφέρον των νέων μας για τους χορούς αυτούς , ώστε στο τέλος το " ψώνιο " αυτό το εκμεταλλεύτηκαν και διάφοροι " περιοδεύοντες χοροδιδάσκαλοι " , οι οποίοι με τσουχτερή αμοιβή κι εκμεταλλευόμενοι τη δίψα των νέων , δίδασκαν ταγκό , βαλς , φοξ αγγλαί και άλλους " Ευρωπαϊκούς " χορούς .

aγορά Αντώνης 8-81931

Ο πλάτανος του Αντώνη , το 1931 , φαίνεται καθαρά το…πατάρι που είχε φκιάξει ο Φάσας , δίκην…σεπαρέ , πάνω στο δέντρο , προχωρημένα ..πράματα…

   Ένας τέτοιος λοιπόν χοροδιδάσκαλος , που κάθε καλοκαίρι ερχόταν στο Λιδορίκι και δίδασκε χορό , ήταν κι' ο διαβόητος Τσακνιάς από τη Λαμία , ο οποίος έστηνε το χοροδιδασκαλείο του στο επάνω πάτωμα του Φάσσα , όπου σήμερα το σπίτι του Θύμιου του Δούκα , στον Αντώνη . ( Πριν το κάψιμο ήταν μεγαλύτερο κι' η αίθουσα αρκετά μεγάλη ) .
   Ο Τσακνιάς ήταν πανέξυπνος και τρομερός στα ψέματα . Έλεγε πως είχε δίπλωμα διδασκαλίας χορών από την Ακαδημία της...Βιέννης , ήξερε , έλεγε , 209 χορούς (!!!) κι είχε χρηματίσει και χοροδιδάσκαλος στην αυλή του Αιγύπτιου μονάρχη Φουάτ ( πατέρα του Φαρούκ ).
   Μαζί του είχε κι' ένα αγαθό γεροντάκι , που έπαιζε σε μια ξεχαρβαλωμένη πιανόλα τη " Ριρίκα " , την "Κομπαρσίτα " , τα " Κύματα του Δουνάβεως " και κάνα δυο-τρία άλλα τραγουδάκια της εποχής . Το γερόντιο αυτό ο Τσακνιάς το παρουσίαζε σαν πατέρα της πρώτης χορεύτριας του Φουάτ και σαν παλιό αρχιμαέστρο της ανακτορικής μπάντας του Καϊρου .
   Καμιά φορά , αντί για πιανόλα έφερνε μια λατέρνα , στην οποία είχε περασμένα πεντέξι τραγουδάκια του χορού , κι ο τέως αρχιμαέστρος του Καίρου αντί της μπαγκέτας γύριζε τη μανιβέλα , για να χορεύουν οι μαθητευόμενοι .
   Κι' έβλεπες τότε μια απίθανη κι αξέχαστη εικόνα :
Στη μέση ο Τσακνιάς , να καθοδηγεί τους ...άγαρμπους χορευτές του και να προσπαθεί - φιλότιμα ομολογουμένως - να " λύσει " τα πόδια και τα κορμιά των " Βουκολίσκων " και.." αγροτοποιμενοπαίδων ", που έπασχαν από χρόνια αγκύλωση , εξαιτίας της παντελούς έλλειψης κάθε χορευτικής εξάσκησης .
   Στην άκρη ο γερομαέστρος να γυρίζει κουρασμένος τη μανιβέλα της λατέρνας με το 'να χέρι και με τ' άλλο να χτυπάει το ρυθμό με καστανιέτες , και , ένα γύρο , οι χορευτές ( άλλοι επιδεκτικοί μαθήσεως κι άλλοι ..αρκούδες και ..σταφυλοπατητάδες ) να προσπαθούν να σύρουν τα κανιά τους στους ήχους του " Ντεστίνο " και της " Πλεγκάρια " , ενώ ο Φάσσας να μην προλαβαίνει να κουβαλάει γλυκά και ποτά !
   Εικόνα , δηλαδή , για γέλια και για κλάματα , απόρροια μιας ανόητης και άκαιρης τάσης εξευρωπαϊσμού και μιμητικού κοσμοπολιτισμού , που , δυστυχώς , δεν την συναντούσες μονάχα στο χωριό μας , αλλά και στην Ελλάδα ολόκληρη , εκείνο τον καιρό .
   Τα μαθήματα δίνονταν χωριστά για τους άντρες και χωριστά για τις γυναίκες , εκτός κι' αν οι γυναίκες συνοδεύονταν από συγγενείς τους . Φυσικά στο χοροδιδασκαλείο έρχονταν μόνον αυτές των ξένων , των δημοσίων υπαλλήλων , μερικές ντόπιες της " κεντρικής εμπορικής οδού " και ελάχιστες της " ανώτερης τάξης " .
   Από την αργατιά και την τσοπανούρα , τη βαριά κι ανόθευτη , ο Τσακνιάς δεν είχε ουτ' ένα - σερνικό η θηλυκό - μαθητή . Όλοι προέρχονταν από την μοντερνίζουσα νεολαία και την " ανώτερη τάξη " , που την αποτελούσαν ξένοι και ντόπιοι , δημ.υπάλληλοι , συνταξιούχοι , μερικοί νεαροί έμποροι και δυο-τρεις ελληνοαμερικάνοι .
   Οι άλλοι , την αίθουσα αυτή της " βλαχοευρωπαϊκής " Τερψιχόρης , τη θεωρούσαν .." π' ταναριό " και τη συνέδεαν με τις .." Αλτάνες " και τις " Ματζουράνες " του Φάσσα . ( Οι παλιότεροι καταλαβαίνουν τι θέλω να πω , οι νεώτεροι , ας ρωτήσουν να μάθουν γι' αυτές τις ιέρειες της πανδήμου Αφροδίτης , που κρύβονταν κάτω απ' τα λουλοδο...ψευδώνυμα ).
   Λίγα χρόνια πριν από τον πόλεμο , ο Τσακνιάς όμως , θέλοντας να εντυπωσιάσει τους μαθητές του και να τους εισαγάγει στα προκεχωρημένα χορευτικά πράγματα , άρχισε να τους διδάσκει κι ένα καινούριο χορό , ο οποίος έκανε θραύση στην " αποβλαχοποιούμενη " Αθήνα ( που έκρυβε σαν ένοχη , τα τσαρούχια της , τη φουστανέλα η τη νησιώτικη βράκα της και φόραγε φαρδιά , 33 πόντων , παντελόνια , ψαθάκι , γραβάτα και δίχρωμα σκαρπίνια ).
   Ο χορός αυτός λοιπόν , λεγόταν ΛΑΜΠΕΘ ΓΟΥΩΚ κι ήταν τόσο γελοίος που δεν λέγεται . Αλλά και ο στίχος του δεν πήγαινε πίσω σε ασυναρτησία και γελοιότητα .
   Οι χορευτές έμπαιναν στη σειρά κυκλικά , κι ο ένας πίσω απ' τον άλλο , έκαναν μερικά βήματα μπροστά , σταματούσαν απότομα κι' ύστερα σήκωναν ψηλά το χέρι , σαν το μαθητή που ξέρει το μάθημα , ύψωναν τον δείκτη και φώναζαν όλοι μαζί : " όϊ "....
   Αυτό συνεχιζόταν κάμποσες φορές , δηλαδή ..." γύρω - γύρω όλοι , στη μέση ο Μανώλης " , σα να λέμε , κι ο εξευτελισμός κι η γελοιοποίηση των χορευτών δεν περιγράφεται , καθώς - ελλείψει δίσκου - τραγουδούσαν όλοι τους ανόητους στίχους του τραγουδιού , που έλεγε :
" Συνταγή στους χορευτάς
μπρος για λίγο περπατάς
και φωνάζεις όι...κλπ.
   Και καλά οι νεαροί , αλλά και οι ηλικιωμένοι ; Άνθρωποι σοβαροί - κατά τεκμήριο - να στροβιλίζονται ηλίθια και να χορεύουν το αρλουμποειδές αυτό ..κορδάκισμα ;
   Τότε , που έβλεπα αυτά τα πράγματα , λόγω ηλικίας , γελούσα . Δεν καταλάβαινα την κατάπτωση , το σουσουδισμό , την γελοιοποίηση και την αποβλάκωση , που , με χορούς σαν το " Λάμπεθ Γουώκ "και τραγούδια γλυκανάλατα , μ' αφάνταστα αφελή και παιδαριώδη στίχο , μ' εύκολες , και στερεότυπες ομοιοκαταληξίες , που τις συναντούσες τις ίδιες σχεδόν σε κάθε τραγούδι ( έλα, κοπέλα , καραμέλα , φιλιά , αγκαλιά , πουλιά , λουλούδια , τραγούδια , κλπ. κλπ .) αλλοτριωνόταν μια σημαντική μερίδα του λαού μας , ιδίως της ανώτερης τάξης .
   Ο νεαρός Λιδορικιώτης - κι ο κάθε Λιδορικιώτης της αγοράς - του φαινόταν η μάλλον νόμιζε , πως , χορεύοντας Λάμπεθ Γουώκ , εκπολιτιζόταν , γινόταν σπουδαίος , Ευρωπαίος , ξεχώριζε , έμπαινε κι αυτός στην ανώτερη αστική τάξη και δεν καταλάβαινε ο δυστυχής , πως , μ' όλα αυτά τα καραγκιοζηλίκια , γινόταν μια μαϊμού καταγέλαστη που μόνο τον οίκτο προκαλούσε .
   Δυο βήματα παραπέρα , η ιστορική βρύση του Αντώνη , με τον χιλιόχρονο πλάτανο , απέναντι η Πλέσιβα με τα χιλιάδες γίδια της , πιο κει τα Βαρδούσια , από πάνω η περήφανη Γκιώνα , τα κυπροκούδουνα , τα περδικολαλήματα στο Κοτρώνι τ' αηδονοτράγουδα από πάνω στο ρουμάνι , οι φωνές των κατάκοπων χωριανών , που γύριζαν με βαρυφορτωμένα τα ζα τους τον καρα-ανήφορο του Κούστη , απ' τα χωράφια και τ' αμπέλια τους , και στου Φάσσα το καφωδείο από πάνω ο τέως...μαέστρος της μπάντας του...Νείλου να γυρίζει το μαρκούτσι της λατέρνας , ο Τσακνιάς να δίνει οδηγίες κι οι Λιδορικιώτες να φέρνουν γύρω-γύρω , χορεύοντας και τραγουδώντας το Λάμπεθ Γουώκ !! Να κλάψεις , να γελάσεις η ν' ανακράξεις :
" Ο κ...λος μας βρακί δεν έχει ,
κι η...... μας , λουλούδια θέλει ;...."

   Το υπέροχο αυτό κομμάτι , είναι του αξέχαστου φίλου Αλέκου Κωστάκη , Καφτανιαλέκου , και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα " Λιδωρίκι " του Γιώργου Καψάλη , το 1982 , και είναι μια...μαγνητική..τομογραφία της τότε Λιδορικιώτικης ζωής .

IMG

Στον Αντώνη , παραπλεύρως του..χοροδιδασκαλείου και των..αλτανών , έγινε και το πρώτο οργανωμένο Λιδορικιώτικο τυροκομείο , στα 1932η 33 , του Θύμιου Δούκα , πρώτου από αριστερά .