Ο αξέχαστος Αλέκος μς τη σύζυγό του Στλελλα Αρκάδη..
ΜΙΑ ΓΛΥΚΙΑ ΑΝΑΜΝΗΣΗ ΤΟΥ ΑΛΕΚΟΥ ΚΩΣΤΑΚΗ –
ΜΑΡΓΕΛΛΟΥ , ΤΟΥ ΚΑΦΤΑΝΙΑΛΕΚΟΥ ΌΠΩΣ ΤΟΝ ΞΕΡΑΜΕ ΚΑΙ ΤΟΝ ΛΕΓΑΜΕ .
Ο αξέχαστος κι’ αγαπημένος χωριανός και
φίλος Αλέκος , κάπου στην Πεντέλη . Πολλά του χρωστάει το χωριό μας , γιατί
έχει αφήσει ένα πολύτιμο θησαυρό με τις αφηγήσεις του , ιδιαίτερα τις
προπολεμικές , κι’ όμως κανένας ..” επίσημος “ , Δήμος , Δωρική Αδελφότητα και
Λιδορικιώτικοι Σύλλογοι , δεν ένιωσαν ποτέ την ανάγκη να τιμήσουν αυτόν τον
μεγάλο λογοτέχνη αλλά κυρίως “ μεγάλο Λιδορικιιώτη “.
* *
Όταν ήμουνα μικρός αρρώσταινα συχνά , “
για ψύλλου πήδημα “ που λένε . Φαίνεται πως ο μακαρίτης ο νουνός μου , ο
Καδούλας , όταν μ’ έβγαζε απ’ την κολυμπήθρα δεν με σκούπισε καλά κι’ άρπαξα ,
έτσι το πρώτο κρύωμα ! ..που ‘χε ισόβιες επιπτώσεις στην κατοπινή μου υγεία !
Κι’ η κακομοίρα η μάνα μου , δεν είχε
αφήσει άγιο και ξωκλήσι , που να μη με “ τάξει “ στη χάρη τους . Έτσι , όταν
στα δέκα μου χρόνια αρρώστησα βαριά , η Κυρά Τασούλα – άγιο το χώμα που τι
σκεπάζει – έχοντας εξαντλήσει όλους τους τοπικούς αγίους κι εκκλησίες , μ’
έταξε στην Παναγιά της Αρσαλής , πάνω στη Συκιά , που γιορτάζει την Παρασκευή
της Λαμπρής . Κι’ εκείνο το παιδικό μου προσκύνημα δεν θα το ξεχάσω ποτέ .
Ήταν στα προπολεμικά τα χρόνια , ‘Ανοιξη ,
Μάης , χαρά Θεού . Ένα τσούρμο από Λιδορικιώτισσες , γριές , μεσόκοπες ,
κορίτσια και καμιά δεκαριά παιδόπουλα , ξεκινήσαμε με τα ζώα , βαθιά μεσάνυχτα
για τη Συκιά .
Οι ηλικιωμένοι , κάθονταν πάνω στα ζώα ,
που τα σαμάρια τους τα ‘ χαν στολίσει με σεντόνια και πολύχρωμες καραμελωτές .
Τα μικρά παιδιά , μισοκοιμισμένα ακόμα , κρέμονταν στα καπούλια και
προσπαθούσαν να κρατηθούν γερά απ’ το σαμάρι . Τα μεγαλύτερα , κορίτσια κι’
αγόρια , ακολουθούσαν με τα πόδια .
Για μένα ήταν το πρώτο νυχτερινό ταξίδι ,
κι οι αισθήσεις μου βρίσκονταν όλες σε υπερδιέγερση . Το σκοτάδι , πήχτρα και
το καραβάνι τραβούσε χαρούμενο το δρόμο του . Καθισμένος κι’ εγώ στα καπούλια
του Πουλαρή μας , ενός πανέξυπνου κι απίθανου γαϊδάρου – τύφλα να ‘ χε μπροστά
του και μουλάρι – δε χόρταινα τη βαθιά και μυστηριακή μαγεία της μαγιάτικης
εκείνης νύχτας , καθώς περνούσαμε ανάμεσα στις ανθισμένες “ λελογγιές “ της
ποταμιάς , του Κόστεβου και της Φτελιάς .
Το νυχτερινό αγέρι , που κατέβαζε η Γκιώνα
, περνώντας ανάμεσά τους , λουζόταν στο λεπτό τους άρωμα και ανακατεύοντάς το
μ’ άλλες μοσχοβολιές από χιλιάδες αγριολούλουδα , το ‘φερνε στα ρουθούνια μας
και γιόμιζε το στήθος μας από χαρά και άνοιξη .
Λίγα μέτρα πιο κει , κατέβαζε ο Μόρνος τα
κρυστάλλινα , απ’ το λιώσιμο των χιονιών , νερά του κι άκουγες τον υπόκωφο
παφλασμό τους , καθώς κυλούσαν στο “ χαλιά “ της κοίτης .
Απέναντι τα Βαρδούσια – και δώθε η Γκιώνα
– μόλις που αχνομαντεύονταν . Αν όμως δεν έβλεπες τον όγκο τους , έβλεπες
παντού τσοπάνικες φωτιές να τρεμολαμπυρίζουν στο σκοτάδι κι’ άκουγες χιλιάδες
κουδούνια να σκορπάνε τον αξέχαστο γλυκό τους αχό . Κι επειδή δεν έβλεπες τα
βουνά , γιατ’ ήταν νύχτα ακόμα , νόμιζες πως οι φωτιές είναι μετέωρες ,
στέκονταν στον αέρα κι’ έμοιαζαν με φώτα , καταπληκτικό φαινόμενο . Είναι απάτη
; Δεν ξέρω , εκείνο όμως που ξέρω είναι ότι γίνεται έστω κι αν προκαλείται απ’
την συμπύκνωση των αιωρούμενων υδρατμών απ΄τη θερμότητα των κεριών και των καντηλιών
όπως με διαβεβαίωνε φίλος μου φυσικομαθηματικός .
Το ταπεινό εκκλησάκι της Αρσαλής . όπως
είναι σήμερα , μετά από…διάφορες “ καλλιτεχνικές “ παρεμβάσεις …
* *
Ο κοσμάκης όμως , ο απλοϊκός , ο πτωχός τω
πνεύματι , με τη βαθιά και αγνή του πίστη , πιστεύει πως γίνεται θαύμα κι’ αυτό
του αρκεί . Δεν εμβαθύνει σε επιστημονικές απόψεις , που φέρνουν άγχος ,
στεγνώνουν την ψυχή και σπάνε τα νεύρα .
Το εκκλησίασμα τ’ αποτελούσαν κόσμος απ’
τα γύρω χωριά και κατά 80 % γυναίκες . Ίσως γιατί αυτές , σαν πιο αδύναμες ,
νιώθουν πιο πολύ την ανάγκη της Παναγιάς . Εκείνο όμως που μου ‘ κανε τρομερή
εντύπωση ήταν , πως αν εξαιρέσουμε τις “ Πρωτευουσιάνες “ Λιδορικιώτισσες , οι
οποίες είχαν μικτό ντύσιμο ( μισό ντόπιο – μισό Ευρωπαϊκό , ΟΛΕΣ ΟΙ ΑΛΛΕΣ –
εκτός από μία , προφανώς Αθηναία – φορούσαν ντόπιες μακριές , του αργαλειού
φορεσιές κι’ήταν όλες , ιδίως οι Μουσουνιτσιώτισσες καταπληκτικής ομορφιάς ,
ψηλές με ροδοκόκκινα μάγουλα και οι περισσότερες ξανθές .
Σαν τέλειωσε την κατανυκτική του
λειτουργία ο αξέχαστος παπα Συκιάς , ο αγαθός και ασκητικός εκείνος λευίτης της
Συκιάς , ξεχύθηκε ο κόσμος και τράβηξε πέρα σ’ ένα πλάτωμα , που ‘ ταν
χοροστάσι . Περιττό να πούμε πως εκεί – πρώτος και καλύτερος – ήταν ο Ζήσιμος
με τη Γαρουφαλιά του , με τα προκλητικά “ κοκοτάκια “ τους , τα “ πιπιρίνια “
τους και τις καραμούζες , που έκαναν τα σκιαγμένα ματάκια των παιδιών από τα
γύρω θεόφτωχα χωριά να τρεμοπαίζουν , βλέποντας εκείνα τα άγνωστα και
προκλητικά ζαχαρωτά και τα παιχνίδια στο πανέρι τους .
* *
Στο χοροστάσι όμως , κατάγναντα στην
ορθοπλαγιά της Γκιώνας και πάνω ανατολικά της Συκιάς , σ’ ένα πανοραμικό
καταπράσινο πλάτωμα , είχε στηθεί τρίζυγος χορός . Θέαμα και ακρόαμα ασύλληπτης
ομορφιάς . Η εποχή , το τοπίο , τα όργανα , οι χορευτές , όλα δημιουργούσαν ένα
σύνολο ειδυλλιακό , “κρυσταλλικό “ , βουκολικό . Χόρευαν οι Μουσουνιτσιώτισσες
, οι Στρωμήτισσες , οι Μαυρολιθαρίτισσες κι΄οι Κονιακίτισσες με τις υφαντές
μακριές και ποικιλόχρωμες φορεσιές τους και όπως στριφογύριζαν και μπλέκονταν
τα χρώματα , δημιουργώντας ένα αιθέριο κι’ εξώκοσμο ζωγραφικό πίνακα , ένιωθες
να την ψυχή σου να πετάει ανάλαφρη , να περιδινίζεται στα στριφογυρίσματα του
χορού και να γλεντάει κι’ αυτή μέσα στην τόση αγνότητα την τόσο ειδυλλιακή και
βουκολική ατμόσφαιρα .
Η ξώπορτα της εκκλησίας , πάνω στα βράχια
.
* *
“ Χορεύουν οι λεβεντονιοί κι’ η γης
αλαφροσειέται …”θα γράψω σ’ένα μου ποίημα , μεγάλος πια έχοντας στη μνήμη μου
την εικόνα εκείνου του χορού , που ξέφευγε απ’ όσα ήξερα ως τότε , απ’ τους
χορούς και τα κλαρίνα του χωριού μας . Γιατί και τα κλαρίνα της Αρσαλής δεν
είχαν καμιά σχέση μ’όσα άκουγα στο Λιδορίκι .
Τούτο δω , τα Μαυρολιθαρίτικα και τα
Στρωμήτικα ήταν το κάτι άλλο . Δεν ήταν το “ γιάλα – γιάλα “ και το “ αμάν –
αμάν “ του Κατράπα , του Φαλιαμπάρα , του Λύτρα και των Κακοπουλαίων , που ήταν
επηρεασμένα από σκοπούς της Ανατολής και των καφωδείων της προσφυγικής Αθήνας .
Είχαν άλλον ..” ηχό “ .
Το εσωτερικό της Αρσαλής , όπως είναι
σήμερα .
* *
Το λάλημά τους ήταν βουνίσιο , βαρύ “
δωρικό “ , ανεπιτήδευτο . Θαρρείς πως άκουγες το ρόγχο των νερών του Μόρνου σε
κατεβασιά και το χειμωνιάτικο ξεροβόρι να βογγάει και να βροντολογάει στο
Λαζόρεμα και να ξυπνάει στοιχειά και νεράιδες στο Πελέσι . Είχαν άλλο άκουσμα ,
πρωτόγνωρο , ποιμενικό , αυθεντικό “ βλάχικο “ , κάτι σαν του Τάσου Χαλκιά
σήμερα , αλλά σκάλες ανώτερο .
Θα τα θυμάμαι πάντα εκείνα τα όργανα ,
εκείνο το χορό κι’ εκείνο το παιδικό μου προσκύνημα στην Αρσαλή .
Υστερόγραφο :
Ύστερα από 40 χρόνια , μια φίλη μου
Αθηναία , που σπούδαζε χρόνια σε Κολλέγια της Ελβετίας , έχοντας βαρεθεί την
Ευρώπη , με παρακάλεσε να την πάω σε ένα γνήσιο χωριάτικο πανηγύρι , “ να νιώσει
- επί τέλους – λίγη Ελλάδα αμόλυντη κι’ ανόθευτη , που δεν την είχε νιώσει ποτέ
της .
Την πήγα στη Συκιά , γιατί θυμήθηκα το
προπολεμικό της πανηγύρι . Μ’ αλίμονο ! Τι τραγική διάψευση ! Απ’ τις 200 τόσες
γυναίκες , ΜΟΝΟ ΜΙΑ μεσόκοπη είδαμε με ρούχα τ’ αργαλειού , το χοροστάσι άδειο
. Τώρα ο χορός γινόταν κάτω στα μαγαζιά του χωριού , όπου υπήρχαν δυο εξέδρες
στημένες και κόρνες , που σου τρύπαγαν τα αυτιά , καθώς τα μαγαζιά
συναγωνίζονταν για πελατεία .
Τραγούδια ; Ούτε ίχνος γνήσιου Δημοτικού ,
αλλά ψευτοδημοτικά και μπασταρδολαϊκά . Και μια φρικιαστική κι ακαθόριστης
ηλικίας ντιζέζα , πασαλειμμένη με πούδρες και κραγιόνια , μ’ ένα ντέφι στο χέρι
να τσιρίζει σαν τη γάτα που της πατάς την ουρά και να ακκίζεται πάνω στην
εξέδρα , σκορπώντας χαμόγελα υποσχέσεων στα ξελιγωμένα κι’ ερωτικά υποσιτισμένα
τσοπανόπουλα της ομήγυρης , που την έβλεπαν σαν ..ξερολούκουμο .
Θέλησα με τον Κώστα τον Καψάλη να τη
φωτογραφίσουμε , μας κατάλαβε όμως κι΄έβαλε μπροστά της το ντέφι..Καλύτερα .
Ντράπηκα κι’ έφυγα αμέσως , ενώ η φίλη μου
, όταν με βρίσκει καμιά φορά μου πετάει ειρωνικά : “ Για θυμήσου μωρέ Αλέκο την
..Αρσαλή “…..
Ο αξέχαστος φίλος , με την αγαπημένη του
σύντροφο Στέλλα Αρκάδη .
Ο Αλέκος σε πολύ ανθρώπινη στιγμή ..
Το υπέροχο αυτό κείμενο του αξέχαστου Αλέκου
, δημοσιεύτηκε στη Λιδορικιώτικη εφημερίδα “ Λιδωρίκι “ του Γιώργου Καψάλη τον
Απρίλιο του 1983 , αρ.φυλ 17 .
ΣΗΜ : Για τους μη γνωρίζοντες που σίγουρα
θα αναρωτηθούν τις ακριβώς σημαίνει το όνομα “ Αρσαλή “ : Αρσαλή , είναι
ο..ρουμελιώτικος συντετμημένος …τύπος του “ Αγία Ιερουσαλήμ “ , που
προφανώς..για λόγους συντομίας έγινε…Αϊρσουσαλήμ …Αρσαλήμ …Αρσαλή ..πολύ απλά
πράγματα …
Καλή σας μέρα να περνάτε καλά
Απ’ το “ Λιδωρίκι “ με αγάπη ….Κ.Κ.-



No comments:
Post a Comment