16.10.12

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΛΛΙΑΣ

 

Γ.Βελλίας στο  424  Στρατιωτικό  Νοσοκομείο  στη  Θεσσαλονίκη

Ο  Γιώργος στο  424  Στρατιωτικό  νοσοκομείο Θεσσαλονίκης .

 

  Έτσι και  βρεις  την  άκρη , λένε , το  κουβάρι  ξετυλίγεται  αμέσως..

   Κάπως  έτσι , γίνεται  λοιπόν  και  τώρα , μετά  τις  αναφορές μας  στους  αλησμόνητους Βασίλη Τσινταβή  και  Γιώργο  Βελλία , οι  οποίοι , όπως  αποδεικνύεται , είχαν  γνωριστεί  πολύ  πριν  προσληφθεί  ο  αείμνηστος  Γιώργος οδηγός  στο  λεωφορείο  του  Ράντου .

   Ο αγαπητός  μας Ευθ.Τσινταβής , τα  θυμάται  όλα  αυτά πολύ – πολύ  καλά , και με το  χάρισμα  που έχει  στην ..αφήγηση  , μας  τα  μεταφέρει ολοζώντανα , δίνοντας  έτσι  συνέχεια στα  όσα ο  γιός  του  Γιώργου  Νίκος , μας  έγραψε , με  πολλές  και  ενδιαφέρουσες  λεπτομέρειες ,  απολαύστε …

 

Αράχωβα, τέλος  δεκ.40, Βασι. Τσινταβής , Θ.Τσιώτας , πίσω  δεξιά Κ Χαρδαλούπας , χτενίζεται. Ταβέρνα  Καραθανάση

Τέλος  δεκαετίας  του ‘40 , Ο Βασίλης  Τσινταβής με  το  Θόδωρο Τσιώτα , που  αλλού ; στην  ταβέρνα  του  Καραθανάση  στην  Αράχωβα , ενώ πίσω  δεξιά  τρέχει κι΄ο Κώστας  Χαρδαλούπας , να ..μπει  στη  φωτογραφία , γι΄αυτό και..καλοχτενίζεται , Πλεσσιώτης ων …

 

   “ Όταν ο Γιώργος Βελλίας τραυματίστηκε (ακριβώς με τις
συνθήκες, που αναφέρει ο γιός του)τον βρήκε πράγματι ο
τακτικός στρατός και άρχισε να τον μεταφέρει προς τα
μετόπισθεν,προκειμένου να νοσηλευθεί τελικά σε νοσοκομείο.
   Ο πατέρας μου, εκείνη την εποχή,υπηρετεί,σαν ασυρματιστής
διαβιβάσεων του ελληνικού στρατού, κάπου σ' εκείνα τα
μέρη.Κάποια μέρα,λοιπόν του δίνουν διαταγή να ειδοποιήσει
επειγόντως,μέσω του ασυρμάτου του,για κάποιο τραυματία
χωροφύλακα, ο οποίος λόγω του σοβαρού τραυματισμού του
πρέπει να μεταφερθεί σε νοσοκομείο στη Θεσ/νίκη.  Ρωτώντας, ο πατέρας μου μαθαίνει, ότι ο τραυματίας κατάγεται από
κάποιο χωριό της Φωκίδας!. Τι ποιό φυσιολογικό,λοιπόν
εκείνη τη δύσκολη εποχή,να πάει να δει τον πατριώτη του,
εκεί στα μακρινά ψηλά βουνά της Μακεδονίας. "Τότε
γνωρίζονται λοιπόν".
   Στη συνέχεια ο Βελλίας μεταφέρεται στο νοσοκομείο
της Θεσ/νίκης, όπου αρχές Ιανουαρίου 1947,έχει γίνει
πλέον καλά και πρόκειται να φύγει με αναρρωτική άδεια.
Ο πατέρας μου έχει πάρει άδεια, για να πάει στην Αθήνα
και περνώντας από Θεσ/νίκη, πάει να δει τον πατριώτη του στο
νοσοκομείο, όπου του λέει, ότι φεύγει και εκείνος για Αθήνα ή μάλλον
Πειραιά.Συμφωνούν να φύγουν μαζί με το καράβι ΧΙΜΑΡΑ.
   Την τελευταία στιγμή και πριν επιβιβασθούν στο καράβι,
ειδοποιείται ο πατέρας μου, να μη φύγει,γιατί κάποιο
πρόβλημα παρουσιάστηκε και πρέπει να παρουσιαστεί σε
μονάδα της Θεσ/νίκης. Έτσι φεύγει το καράβι μόνον με
τον Βελλία,χωρίς τον πατέρα μου.., και στη συνέχεια
τυχαίνει το ναυάγιο, όπου πολλοί άνθρωποι χάνουν τη
ζωή τους.
   Ο πατέρας μου έλεγε πάντοτε,ότι τότε ήταν η
δεύτερη φορά,που τον έσωσε η Παναγία.
Το γιατί το καταλαβαίνετε ασφαλώς. "Δεν ήταν μόνον
ο Βελλίας, που δεν ήξερε κολύμπι,...γιατί μήπως
ήξερα εγώ; βλαχάκι αυτός,βλαχάκι κι εγώ απ' το
χωριό μου", έλεγε πάντοτε,αυτοσαρκαζόμενος, ο
πατέρας μου.
   Τα χρόνια πέρασαν.Βρισκόμαστε πλέον στην
αλλαγή εκείνης της φοβερής δεκαετίας του '40.
Η ζωή ξαναρχίζει χαρούμενη, όπως πρώτα...,
που λέει και το παλιό τραγούδι. Ο πατέρας μου
εργάζεται πλέον στη συγκοινωνία του νομού Φωκίδας,
σαν υπάλληλος. Από το μυαλό του, όμως δεν φεύγει
το πατριωτάκι και οι συνθήκες, που μεσολάβησαν
και χάθηκαν.Ο πατέρας μου δεν έχει μάθει τίποτα
για τον Βελλία, που τον θεωρεί πνιγμένο.
Και ω του θαύματος!.
   Μια μέρα στο πρακτορείο, όπου εργαζόταν
ο πατέρας μου,έρχεται το πατριωτάκι,για να βγάλει
εισιτήριο για το χωριό του. Καταλαβαίνει κανείς
το τι έγινε τότε.Αγκαλιές, φιλιά.Ούτε ο Βελλίας
ήξερε,ότι ο πατέρας μου εργαζόταν στο πρακτορείο.
Ήταν τότε, που όπως λέει και ο γιός του
Βελλία,είχε απολυθεί από τη χωροφυλακή και έψαχνε
για δουλειά. Τότε ο Βελλίας ζήτησε από τον παλιό
γνώριμό του (τον πατέρα μου),αν μπορούσε να τον
βοηθήσει να βρει καμιά δουλειά,στη συγκοινωνία.
   Ξέροντας ο πατέρας μου,ότι ο Βελλίας ήξερε οδήγηση,
αποτάνθηκε στον μπατζανάκη του (και νονό μου) τον
Γιάννη Ράντο,που μαζί με τον Δημήτρη Σιώκο
(κουμπάρος μας κι αυτός), είχαν την εκμετάλλευση
της συγκοινωνίας. Τότε προσέλαβαν τον Βελλία,
σαν οδηγό.
   Στο σημείο αυτό θέλω να παρατηρήσω, ότι,
τότε, ο Βελλίας προσλήφθηκε σαν οδηγός σε λεωφορείο
του Ράντου και όχι του Σιώκου (μικρολεπτομέρεια),
με τον οποίο, απ' ό,τι θυμάμαι δημιουργήθηκε και
κουμπαριά.Νομίζω, ότι τον Βελλία "τον πάντρεψε"
ο Ράντος;... Ο γιός του Βελλία θα ξέρει καλύτερα
ίσως!.
   Για τον χαρακτήρα αυτού του ανθρώπου, δεν
έχω λόγια να πω. Εκτός όσων αναφέρει ο γιός του,
για τα οποία συμφωνώ απόλυτα (και συγχαρητήρια),
μόνον να προσθέσω, ότι αυτός ο άνθρωπος ήταν από
εκείνους, που τελείωσαν...πλέον. ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ: Απ'
ό,τι δε θυμάμαι και η σύζυγός του ήταν (συγγνώμην
και είναι;) ένας ευγενικός και καλότροπος
άνθρωπος, όπου είχα τύχει, κάποιο καλοκαίρι, κι
εγώ της φιλοξενίας της,στο Μαλανδρίνο,τω καιρώ
εκείνω...
   Μετά απ' όλα αυτά, δημιουργήθηκε φιλία
πραγματική με τον πατέρα μου, ο οποίος (πατέρας
μου), μέχρι τα τελευταία του, διηγείτο την πιο
πάνω ιστορία, με "θαυμασμό" για το θάρρος, που
είχε επιδείξει ο παλιός πατριώτης φίλος του.
   Τελείωνε δε πάντοτε, με τη ρήση "όποιου του
μέλλει να πνιγεί,ποτέ του δεν πεθαίνει",
υπονοώντας, όπως έλεγε, "ποιός να πίστευε ότι
το βλαχάκι απ' τη Μαλαντρίν θα σωζόταν τη
στιγμή, που άλλοι άνθρωποι που ήξεραν κολύμπι
πνίγηκαν". Στο τέλος έλεγε: Κοίτα πως είναι
η ζωή...γλύτωσε δυο φορές από βέβαιο θάνατο,
μία, όταν τον πυροβόλησαν και επέζησε τελικά
και δεύτερη,όταν ναυάγησε το καράβι και σώθηκε
μαζί με τον ...σουγιά του.
ΑΣ ΕΙΝΑΙ ΑΙΩΝΙΑ Η ΜΝΗΜΗ ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΥΟ ΑΥΤΩΝ ΦΙΛΩΝ. “


Ευθύμιος Β. Τσινταβής

No comments: