3.11.13

ENA AΞΕΧΑΣΤΟ ΚΥΝΗΓΙ..ΛΥΚΟΥ ..


 
ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ   ΧΩΡΙΑΝΩΝ  ΜΑΣ
1937
Το  Λιδορίκι όπως  ήταν  την  εποχή  της ιστοριούλας  μας , το  1937..
   Ήταν Ιούλιος του 1937 και παραθέριζα στις Κορομηλιές ( Κορομπλιές ) στη στρούγκα του Ασημακόγιαννου του φίλου μου . Πιο πάνω αριστερά - στην Τρουπ και στη στρούγκα του Θανάση Μάρκου < Κωλέττη > και του κολίγα του Σαψαρόγιαννου - παραθέριζαν οι Γιάννης Σκούτας και Μήτσος Μαργέλλος , φοιτητές τότε και οι δυο .    Μελέτες και διαβάσματα δεν είχαν λόγω διακοπών και όπως ήταν ανήσυχα πνεύματα και οι δυο και κυρίως ο Γιάννης ,- κι'ας με διαψεύσει - < έβαζαν τα σκυλιά σ'αγγάρεια > , όπως λέει και η παροιμία , αναστατώνοντας τους αθώους και απονήρευτους τσοπάνηδες .  
   Τα απογεύματα με το πέσιμο του ήλιου , έπαιρναν τη βόλτα τους μέχρι τις Κορομπλιές , που έπεφταν πολλές στρούγκες και κάθε βραδάκι γινόταν σωστό...πανηγύρι με τα κοπάδια που άπλωναν και βόσκαγαν στην καταπράσινη λάκκα και τα κουδουνίσματα , ψιλά και χοντρά , με τους κύπρους των γκεσεμιών αποτελούσαν μια πραγματική συναυλία .
   Οι τσοπάνηδες , άλλοι ξαπλωμένοι χάμω στη μαραβίτσα , και άλλοι όρθιοι ακουμπισμένοι με τα δυο τους χέρια πάνω στις αγκλίτσες τους , κουβέντιαζαν για τα προβλήματά τους : αν στέρεψαν οι γκαστρωμένες προβατίνες , αν βγήκαν καλές οι ζ’γούρες , αν γύρισαν πίσω..οι προβατίνες και κυρίως αν φάνηκε ζ’λαπ ( λύκος ) το περασμένο βράδυ και σε ποιανού το κοπάδι βάρεσε . Δυστυχώς , για τους τσοπάνηδες , εκείνο το καλοκαίρι είχε φανεί λύκος που έχοντας σαν καταφύγιο τα δρέματα του Κακόνι και τις απόκρημνες σπηλιές του < Γκιούλου > , τα βράδια έκανε εφόδους και όπου μπορούσε έτρωγε όσα μπορούσε και κυρίως βολευόταν καλά στα γεμάτα κοπάδια Λιδορικιώτικα λιβάδια .



   Η συζήτηση εκείνο το απόγευμα γύριζε σε μια προβατίνα του Κωλέττη που κατασπάραξε ο λύκος το περασμένο βράδυ , κάπου εκεί προς του < Σκιαδά το Λάκκο > .
   Ακούγαμε τη συζήτηση και μεις οι φιλοξενούμενοι στις στρούγκες και αμέσως με τα βλέμματα βγάλαμε συμπέρασμα πως μας δίνεται η ευκαιρία να δράσουμε κι'εμείς και δεν έπρεπε να την αφήσουμε .Με αρχηγό το Γιάννη πήραμε γρήγορα -γρήγορα την απόφαση να σκοτώσουμε το λύκο στο καρτέρι και μάλιστα τη νύχτα , γιατί σύμφωνα με τις εμπειρίες και τις γνώσεις των τσοπάνηδων , ο ίδιος ο λύκος θα έβγαινε πάλι το άλλο βράδυ για τροφή στα ίδια κατατόπια που είχε γλυκαθεί , και να πιεί και νερό , που αλλού; στη λούστρα της Τρουπ’ς . Με την ευκαιρία , θέλω να σας πω λίγες συνήθειες που έχω ακούσει για το λύκο : είναι αιμοβόρο σαρκοφάγο , αρπακτικό με εξαιρετική πονηριά και δολιότητα . Βγαίνει να βρει τροφή και νερό συνήθως νύχτα και βαδίζει πάντοτε αντίθετα προς την πνοή του αέρα , για να μπερδεύει τα σκυλιά , να μην αντιλαμβάνονται την ύπαρξή του . Μπορεί το ίδιο βράδυ να βαδίσει μέχρι εβδομήντα χιλιόμετρα , όταν πέσει σε κοπάδι , πνίγει όσα ζωντανά προλάβει και ρουφάει το αίμα τους απ'το λαιμό . Στα εκατό αφήνει ένα , λένε οι τσοπάνηδες , και όπως καταλαβαίνετε φέρνει πανωλεθρία άμα βρει ευκαιρία και αδέσποτο κοπάδι .
   Με τα τσοπανόσκυλα βρίσκεται σε διαρκή και ανελέητο πόλεμο και δεν είναι λίγες οι φορές που ακούμε πως λύκος επιτέθηκε εναντίον σκύλων και ανθρώπων και έχουμε και θύματα . Έχει τη δύναμη και τη συνήθεια να φορτώνεται στη ράχη ένα μικρό ζώο και να το κουβαλάει στη λυκοφωλιά , για να ταϊσει τα λυκόπουλα .Παρ' όλες τις προφυλάξεις του , το πέρασμά του γίνεται συνήθως αντιληπτό απ' τα λυκόσκυλα που χαλάνε τον κόσμο , κυρίως τις νύχτες , σε ένα ακατάπαυστο συναγερμό μέχρι ν'απομακρυνθεί απ' τα κοπάδια . Παρ' όλη όμως την αιμοβορία του και την αγριότητά του δεν είναι και τολμηρός , γι'αυτό βγαίνει τη νύχτα να φάει και να πιεί νερό , και σχεδόν πάντα βαδίζει σε πυκνά δάση και ποτέ σε ξέλακκο , εκτός αν βρεθεί σε ανάγκη . Είχαμε ακούσει λίγο πολύ γι'αυτές τις συνήθειες του λύκου και χωρίς να έχουμε ιδιαίτερες γνώσεις για το κυνήγι του - αν ήταν όμως για λαγό ...ε Γιάννη ; - και το σπουδαιότερο , δεν είχαμε και τον κατάλληλο οπλισμό για να μπορέσουμε να φέρουμε ένα καλό αποτέλεσμα .
   Είχαμε όμως τον ενθουσιασμό , την ψυχραιμία , την αποφασιστικότητα και κυρίως την επιθυμία να κάνουμε κι' εμείς κάτι για νακούφιση των τσοπάνηδων .Δεν είχαμε όμως επίγνωση , ούτε που το σκεφτήκαμε καν , του κινδύνου που μπορούσαμε να διατρέξουμε. Είχαμε δε και κυνηγετικό σύμβουλο τον Αντρέα Κάγκαλο ( Λουταντρέα ) , ο οποίος μάλιστα ύστερα από χρόνια σκότωσε και λύκο στο μαντρί του , ίσως ο μοναδικός , αν δεν κάνω λάθος , τσοπάνης η κυνηγός μέσα στο Λιδορίκι και τα γύρω χωριά .
Μας διαβεβαίωσαν λοιπόν ο Αντρέας ( Λουταντρέας ) και οι άλλοι τσοπάνηδες , πως το βράδυ θα ερχόταν οπωσδήποτε το < ζ’λαπ > να πιεί νερό στη Λούστρα και να πνίξει και κανένα .
   Δεν έπρεπε να χάνουμε καιρό .
   Ο Γιάννης ( Σκούτας ) με το Μήτσο ( Μαργέλλο ) είχαν μαζί τους τα όπλα τους και ήταν έτοιμοι για την επιχείρηση . Εγώ δεν είχα ντουφέκι μαζί μου, αλλά είχε ο Αντρέας μια μπροστογεμή καραμπίνα που δούλευε με καψούλι και αβζότ , αλλά ήταν γεμισμένη με μπόλικο μαύρο μπαρούτι και σκάγια χοντρά ανακατεμένα με σφαιρίδια ειδικά για λύκο .
   Κρεμάσαμε λοιπόν τα όπλα μας στην πλάτη μας και τραβήξαμε για τη Λούστρα .
   Ο ήλιος είχε βυθισθεί κάτω στον Πατραϊκό κόλπο και μόνο οι κορυφές της Γκιώνας φωτίζονταν απ' τις τελευταίες ακτίνες του . Συνεπώς έπρεπε έγκαιρα να πιάσουμε θέσεις επίκαιρες γύρω στη Λούστρα και με το σούρουπο , ο κάθε ένας από μας έπρεπε να ελέγχει και ένα μονοπάτι που οδηγούσε σ'αυτή .
   Όπως η πλαγιά είναι αμφιθεατρική , θυμάμαι , εγώ έπιασα μια θέση κοντά στο νερό γιατί ήμουνα βαριά...οπλισμένος με την καραμπίνα με τα σφαιρίδια και ίσως έφερνα καλύτερο αποτέλεσμα στην επίσκεψη του Λύκου .
   Ανάλογες και διαλεγμένες θέσεις < καρτέρια > έπιασαν ο Γιάννης με το Μήτσο . Έσκασε και το φεγγάρι απ' τον Γεροντόβραχο , ολοστρόγγυλο , και με μεγαλοπρέπεια ανέβηκε και φώτισε όλο το γούπατο και τη Λούστρα .Έτσι όλα ήταν ευνοϊκά και εμείς πανέτοιμοι ούτε τσιγάρο , ούτε κουβέντα , ούτε ανάσα να μη μας πάρει χαμπάρι ο λύκος . Πέρασαν έτσι αρκετές ώρες με τα όπλα στα χέρια , ακίνητοι και τις κάνες στραμμένες προς το νερό που γυάλιζε από το φως του φεγγαριού που έπεφτε επάνω του . Είχαν περάσει τα μεσάνυχτα και εγώ όπως ήμουν και κουρασμένος φαίνεται πως με πήρε ο ύπνος , λαγοκοιμόμουν μάλλον . Σ' αυτή την κατάσταση βρισκόμουνα και ακούω μια τουφεκιά και αμέσως δεύτερη . 'Ηρθε το < ζλαπ > για νερό και ο Γιάννης άγρυπνος και πιστός στο ...καθήκον τον αντελήφθη και μόλις έσκυψε να πιεί  νερό < του την άναψε > που λέμε .


   Δεν μπορώ να σας περιγράψω τι έγινε εκείνη τη στιγμή και τι συγκίνηση και αναστάτωση επεκράτησε μεταξύ μας , με τη διαβεβαίωση μάλιστα του Γιάννη πως τον ντουφέκισε καλά , όπως λέμε εμείς οι κυνηγοί στη γλώσσα μας , κορυφώθηκε η αγωνία μας ! < Τον βάρεσα , τον πλήγωσα > επέμενε ο Γιάννης και τραυματισμένος όπως ήταν θα έπρεπε να πέσει σε κάποια κοντινή απόσταση . Ακούσαμε ,όμως το ποδοβολητό του να φεύγει , τραυματισμένος μέσα στα κέθρα και στη σιγαλιά της νύχτας , πέρα προς τις ράχες της μουρίτσας και του Κακόνι .
   Με σπίρτα και αναπτήρες ελέγξαμε τις πατημασιές του στη λάσπη , κοντά στο νερό , και μεγάλες όπως ήταν και με το ένα νύχι πίσω , δεν μας έμενε καμιά αμφιβολία , πως ήταν σίγουρα λύκος . Μάλιστα , περιφράξαμε τα πατήματά του με κλαριά και πέτρες να μην μπερδευτούν με των γιδοπροβάτων και την άλλη μέρα τα είδαν οι ηλικιωμένοι και έμπειροι τσοπάνηδες που κι'αυτοί έλεγαν πως ήταν σίγουρα του λύκου .Ο Γιάννης , πάντως , επέμενε : < Τον χτύπησα , τον τραυμάτισα , τον σκότωσα , πρέπει να πέσει κάπου , δεν θ' αντέξει πολύ στα τραύματά του > .
   Ο Μήτσος ο Μαργέλλος έκανε την πρόταση να ερευνήσουμε προς την κατεύθυνση που τον είδαμε να φεύγει , συμφώνησα κι' εγώ κι'ο Λουταντρέας που ήταν ο πλέον ειδικός .
   Το φεγγάρι είχε φωτίσει όλα τα γούπατα και τις τρουπόραχες καλά καλά κι'απ' όλες τις πλευρές , ο αυγερινός και η πούλια έσκασαν και σε καμιά ώρα θα ξημέρωνε . Ανυπόμονοι από ενθουσιασμό και αγωνία μαζί , χοροπατούσαμε όλοι και δεν μας κράταγε τίποτα, θέλαμε να ιδούμε τι έγινε τελικά το < ζ’λαπ > .
   Ξεκινήσαμε ακροβολισμένοι προς την κατεύθυνση της Μουρίτσας , προς τα εκεί έφυγε ο λύκος , μη τυχόν πέσουμε επάνω του να τον αποτελειώσουμε . Περπατήσαμε αρκετά με το φεγγάρι , αλλά πέσαμε σε αποσκιά αγνάντια προς τα Σπιθάρια και το Κακόνι , δεν μπορούσαμε πλέον να ερευνάμε τον τόπο και έτσι σταματήσαμε και περιμέναμε να ξημερώσει να συνεχίσουμε .
Συγκεντρωθήκαμε όλοι μαζί να ξεκουραστούμε , στρίψαμε και από ένα τσιγάρο από ψιλοκομμένο καπνό , λαθραίο , και καταστρώναμε σχέδια , πως θα δράσουμε μόλις ξημερώσει . Δεν είχαμε , τώρα , το φόβο μήπως μας ακούσει ο λύκος , γιατί δεν τον περιμέναμε πλέον στο καρτέρι , αλλά θα εφαρμόζαμε το σύστημα της < παγάνας > με φωνές και θορύβους μη τυχόν τον προγκάγαμε , να τον αποτελειώσουμε !!
   Δυστυχώς , τα πράγματα δεν μας ήρθαν όπως τα υπολογίζαμε . Δεν είχε ακόμα φωτίσει η μέρα και είχαμε πιάσει ένα ανάζερβο και υπήνεμο μέρος να ξεϊδρώσουμε και να ξεκουραστούμε , οπότε αντιληφθήκαμε κάτι να κινείται ανάμεσα στα κοντοκλαδάκια και τις τζατζοκεθρίτσες . Αμέσως , στο μυαλό όλων μας πέρασε πως μπορεί να είναι ο χτυπημένος λύκος και να σύρθηκε μέχρις εδώ . Έπρεπε , λοιπόν , να δράσουμε γρήγορα , γιατί δεν υπήρχαν χρονικά περιθώρια . < Τουφέκα τον εσύ Θανάση > μου λένε οι άλλοι , γιατί εγώ είχα την μπροστογεμισμένη καραμπίνα με τα χοντρά σκάγια και πολύ μπαρούτι .
   Χωρίς να χάσω καιρό , αμέσως , μέσα στο σκοτάδι , σημαδεύω προς τον κινούμενο στόχο και πατάω τη σκανδάλη ! Με το μπαμ , που έκανε η καραμπίνα , ακούσαμε ένα < γαυ > ξερό και τίποτα άλλο . Άλλες συγκινήσεις και άλλες λαχτάρες ! Τι να ήταν ; Τραβηχτήκαμε στον τόπο του γαυγίσματος , αλλά δεν βρήκαμε τίποτα . Πάλι σε ενέργεια σπίρτα και τσακμάκια και ψάχναμε καταγής μήπως και ανακαλύψουμε ...ίχνη...
   Πράγματι , επισημάναμε σταγόνες αίματος φρέσκου και τίποτε άλλο . Ήταν αρκετό !
Όπως σας είπα , δεν είχε ακόμα ξημερώσει , αλλά τα ασπροκόλια άρχισαν το πρωινό τους κελάηδημα και οι πέρδικες το λέγαν απέναντι στην απόκρημνη πλαγιά του Γκιούλου . Σε λιγάκι έφεξε και μπορούσαμε πλέον να δουλέψουμε άνετα και αποτελεσματικά .
Παίρνουμε από κοντά τις σταγόνες του αίματος στη γιδόστρατα που βγαίνει στα Σπιθάρια . Δεν προχωρήσαμε περισσότερο από εκατό μέτρα και πέφτουμε απάνω στο..θήραμα ! Που δεν ήταν τίποτ' άλλο απ\ τη < Μούρκα > , τη σκύλα του μακαρίτη του Κωλεττάκη του μπάρμπα μου ! Ξαπλωμένη φαρδιά - πλατιά στη ρίζα μιας κεθρίτσας , ψυχορραγούσε τραυματισμένη βαριά στην κοιλιά . Δεν μπόρεσε η καημένη άλλο και έπεσε . Ο ενθουσιασμός όλων μας μετατράπηκε σε φόβο και τύψεις για το κακό που κάναμε στον ιδιοκτήτη τσοπάνη , αλλά και στους άλλους τσοπάνηδες , γιατί η Μούρκα ήταν καλός φύλακας για όλη την περιοχή και , μάλιστα , σε εποχή που οι επιδρομές των λύκων ήταν τακτικές και επικίνδυνες . Τι γίνεται τώρα παιδιά ; Τήραγε ο ένας τον άλλον με στενοχώρια και απόγνωση .< Έχουμε και ποινικές ευθύνες > , πετάχτηκε ο Γιάννης Σκούτας που σπούδαζε νομικά !! Αυτό μας έλειπε....
   Αποφασίσαμε να μην πούμε σε κανένα τίποτε για τον τραυματισμό της σκύλας και δώσαμε το λόγο της τιμής μας πως θα κρατήσουμε το μυστικό δικό μας και η ευθύνη θα έπεφτε σε όλους .
   Ο Σαψαρογιώργος ανέλαβε και μετέφερε τη σκύλα φορτωμένος σε μια σπηλιά εκεί κοντά, μήπως και ξεπέρναγε τον κίνδυνο του θανάτου και γλύτωνε . Της κουβαλούσε νερό ψωμί , αλλά δυστυχώς δεν άντεξε στα βαριά τραύματά της και σε τρεις μέρες ψόφησε . Στους τσοπάνηδες διαδόθηκε και έγινε πιστευτό πως κάποιο ..αερικό τη χτύπησε και ψόφησε .
   Όταν ο μπαρμπα- Κωλέττης έμαθε , ύστερα από ένα-δυο χρόνια , τον άδικο χαμό της σκύλας του - τόσο κράτησε το μυστικό - στενοχωρήθηκε ακόμα περισσότερο , αλλά τι να έκανε; Το κακό δεν διορθωνόταν . Μου είπε μόνο , κάποτε που συναντηθήκαμε στο Λιδορίκι , < ωρέ ανιψιόκα , πολύ με στενοχώρησε ο χαμός της σκύλας εκείνη την εποχή , εποχή που είχε φανεί ζλαπ και μας κυνηγούσε τόσο πολύ . Δεν ξέρω πως θα σας φερόμουνα αν το μάθαινα τότε > .
Έτσι άδοξα , με μια σκύλα νεκρή , έληξε το αξέχαστο εκείνο κυνήγι λύκου ,το καλοκαίρι του 1937 , στα Λιδορικιώτικα βουνά .
   Η πιο πάνω όμορφη ιστορία οφείλεται σε μια νεανική αφήγηση του αξέχαστου , αγνού Λιδορικιώτη και υπέροχου ανθρώπου , Αθαν . Κοκκαλιά και είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα " ΛΙΔΩΡΙΚΙ " τον Μάρτιο του 1982 , στο 4ο φύλλο , πριν από 31 χρόνια....
   Καλό σας  βράδυ , να είστε όλοι  καλά ….Κ.Κ.-

No comments: