ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΣΚΛΑΒΙΑΣ..
Η σημερινή Δωρίδα , ορεινή περιοχή στην καρδιά της Ρούμελης ( Στερεάς Ελλάδας ) , που έχει όμως και μικρές πεδιάδες , κοντά στο ποτάμι του Μόρνου , βρίσκεται ανάμεσα στην Παρνασσίδα και την Αιτωλία και δεν έχει σχέση με την αρχαία Δωρίδα , που βρισκόταν κοντά στη Γραβιά . Περιοχή γνωστή απ’ την αρχαιότητα και με πολύ πλούσια συμμετοχή στην ιστορική πορεία των Ελλήνων , έχει πρωτεύουσα το Λιδορίκι .
Τα πανύψηλα βουνά , κεφαλοχώρια και μικρά χωριά , κονάκια τσοπάνηδων , λιγοστά χωράφια , τοπίο άγριο που όσο κατεβαίνει προς τους γιαλούς ημερεύει , συγκροτούν μια εντυπωσιακή περιοχή με σημαντική συμβολή στη διατήρηση της δίψας και της φλόγας του Γένους στα χρόνια της τούρκικης σκλαβιάς .
Εμείς θα μιλήσουμε για την περίοδο αυτή ξεκινώντας από μερικά σχετικά κείμενα περιηγητών που πέρασαν η έζησαν χρόνια στην πατρίδα μας .
Ο William Martin Leake ( 1777-1860 ) , Άγγλος στρατιωτικός ( Συνταγματάρχης ) , νομικός και περιηγητής , πραγματοποίησε –με εντολή του λόρδου Χάρροουμπυ – αποστολή σε ευρωπαϊκές επαρχίες της Τουρκίας από το 1804 έως το 1810 , και περιγράφει το πέρασμά του απ’ τη Δωρίδα , πηγαίνοντας από τα Σάλωνα στον Έπαχτο , τον Φεβρουάριο του 1806 . Ας παρακολουθήσουμε το οδοιπορικό του μέσα απ’ την περιγραφή του :
« Φεβρουαρίου 12 ( 1806 ) . Από τα Σάλωνα στο Λιδορίκι . Ξεκινάμε στις 8.15΄ και αμέσως ανηφορίζουμε το απότομο βουνό , στο πίσω μέρος της πόλης , από ελικοειδή πετρώδη δρόμο . Στις 9.50΄ μπαίνουμε στην περιοχή των ελατιών και του χιονιού και στις 10.25΄ στην κορυφή της οροσειράς , όπου ο δρόμος περνά από ένα βαθούλωμα , ανάμεσα σε δυο από τις ψηλότερες κορφές , η θέα από δω περιλαμβάνει όλα τα υψώματα της Αιτωλίας , την αλυσίδα των κορυφών της Λοκρίδας και της Δωρίδας που ένας απ’ τους κρίκους της σχηματίζει αυτή τη ράχη , τον Παρνασσό , που τη χωρίζει απ’ αυτή το μονοπάτι του Κυτίνιου και δεξιά του Παρνασσού τον Ελικώνα και τη Μεγαρίδα.
Κάτω από μας φαίνεται η πεδιάδα της Άμφισσας κι’ ένα μέρος από τον κόλπο του Χρισσού , Το μονοπάτι οδηγεί μέσα σε μια στενή κοιλάδα , ανάμεσα σε ελατοσκέπαστες κορυφές , το ακολουθούμε και με καθυστέρηση ενός τετάρτου , ο δρόμος μας προχωρεί και κατεβαίνει από ένα δύσβατο μονοπάτι στο μικρό χωριό Καρούτες , όπου φτάνουμε ακριβώς το μεσημέρι . Εδώ αντικρίζουμε μια βαθιά κοιλάδα ποτισμένη από ένα ποτάμι που έχει την πηγή του από την κορυφή Μαυρολιθάρι και ενώνεται με τη θάλασσα κοντά στα ανατολικά του Έπαχτου και όπου παίρνει τ’ όνομα Μόρνος . Πέρα απ’ την κοιλάδα φαίνονται άλλα ψηλά βουνά , με κατεύθυνση σχεδόν παράλληλη και που περιλαμβάνονται στην περιοχή των Κραβάρων . Οι Καρούτες , τοποθετημένες σ’ ένα πολυσύχναστο δερβένι ( πέρασμα ) που παίρνει τ’ όνομά του απ’ την ίδια του τη θέση , υποφέρουν πολύ από τους Αλβανούς στρατιώτες : Το όνομα του Αλή πασά αρχίζει πάλι ν’ αναφέρεται με τρόμο και μίσος και το καταπιεστικό του σύστημα αναγκάζει πολυάριθμες οικογένειες να εγκαταλείψουν τα μέρη αυτά και να τραβήξουν για το Μοριά . Στην εκκλησία υπάρχει ένα κομμάτι από μία επιγραφή όπου διακρίνονται μονάχα τα εξής γράμματα : ΦΟΙΔΙ Α ΦΟΝ ΕΠΟΙΗΣΑΝ...ΚΑΙ....Από τις Καρούτες ξεκινάνε δυο δρόμοι για το Λιδορίκι : ο ένας κατεβαίνει ένα ρέμα κάτω απ’ το χωριό και κάνει το γύρο του πάνω μέρους της κοιλάδας , που μέσα της3 κυλάει ένας χείμαρρος , ρέει προς το Λιδορίκι και από κει στο Μόρνο , ο άλλος περνάει πάνω από μιά ράχη των βουνών και κατεβαίνει κατευθείαν πάνω στην πόλη που την περιβάλλουν σφιχτά ψηλοί λόφοι , σκεπασμένοι με δέντρα . Παίρνουμε τον δεύτερο δρόμο , αφήνοντας τις Καρούτες στις 12.15΄, φτάνοντας στην κορυφή της ράχης στις 1.30΄και στο Λιδορίκι στις 2.45΄.
Το κατέβασμα ακολουθεί ένα απότομο μονοπάτι μέσα από έλατα και μετά πάνω από καλλιεργημένες πλαγιές , το ίδιο απότομες .
Στο Λιδορίκι καταλύω στο σπίτι του Βοϊβόντα Φεράτ Αγά που είναι γιός του Ντιβάν Εφέντη του Αλή πασά και έχει στην υπηρεσία του 30 η 40 βρώμικους κακοντυμένους Αλβανούς , που είναι μάλλον ενοχλητικοί , με την ανακριτική τους περιέργεια , αν και όχι απολίτιστοι . Το σπίτι του Αγά είναι κατά την αληθινή αλβανική συνήθεια βρώμικο και χωρίς ανέσεις , αλλά μου παραχωρεί φιλόξενα το μοναδικό υποφερτό διαμέρισμά του όπου με συναντά κατά το δείπνο που μου παραθέτει . Μου εξηγεί ότι υπάρχουν όχι παραπάνω από 120 σπίτια στην πόλη , όλα τούρκικα , εκτός από 15-20 και πάνω από 40 χωριά στην περιοχή , όλα Ελληνικά . Μια ώρα από δω , προς τη Μαλαντρίνα , μου περιγράφει μερικά ερείπια ενός ελληνικού κάστρου στο χωριό Παραδείσια και ένα άλλο σε μια τοποθεσία , την Πολυπόρτα , στη θαλάσσια ακτή , μισή ώρα κάτω απ’ την Πετρινίτσα η Βετρονίτσα , που είναι 4 ώρες μακριά απ’ το Λιδορίκι . Στα Τριζόνια , ένα νησί έξω από την ακτή , υπάρχουν μερικά απομεινάρια , σαν κι' αυτά που βρέθηκαν στα νησιά στην είσοδο του κόλπου Άσπρα Σπίτια , πιθανόν Χριστιανικά η μοναστικά .
Μισή ώρα μακριά απ΄τα Παραδείσια , φαίνονται μερικά ερείπια και υπάρχουν κι' άλλα σ' ένα χάνι και μια εκκλησιά έξω από την πόλη Μαλαντρίνα . Και τα δυο αυτά φαίνεται , σύμφωνα με την περιγραφή του Φεράτ Αγά , να είναι Ελληνικά . Το ποτάμι κοντά στον Έπαχτο , που έχει το όνομα Μόρνος , εδώ συνηθίζεται να λέγεται Μέγας , πηγάζει από τη νότια μεριά της ψηλότερης κορυφής της Οίτης , κυλάει κατά μήκος της ανατολικής πλευράς του βουνού Βαρδούσι σε μια βαθιά κοιλάδα που βρίσκεται ανάμεσα σ' αυτή την κορυφή και τις ονομαζόμενες Συκιά και Γκιώνα , που σχηματίζουν την αλυσίδα που απλώνεται προς τα βόρεια , από τα Σάλωνα και το Λιδορίκι και χωρίζεται από τον Παρνασσό με το μονοπάτι του Κυτίνιου . Αφού δεχθεί άλλους δυο χειμάρρους κοντά στο Λιδορίκι , ο Μέγας περνά μέσα από ένα στενό ισθμό και από εκεί διασχίζει μια περιοχή που αν και είναι εντελώς ορεινή δεν είναι ακαλλιέργητη ,μετά απ' αυτή περνά πάλι από ένα στενό άνοιγμα μέσα στα βουνά , πολύ μακρύτερο από το προηγούμενο και πλαισιωμένο από ψηλούς γκρεμούς και τότε , αφού διασχίσει μια στενή θαλάσσια πεδιάδα , ενώνεται με τη θάλασσα σε μια απόσταση μιας ώρας προς τ' ανατολικά του Έπαχτου . Από τη δυτική πλευρά του βουνού Βαρδούσι πηγάζει ο Φείδαρις ή Έβενος , που η πορεία του προς τα δυτικά χωρίζει την περιοχή του Καρπενησιού από την περιοχή των Κραβάρων . Νοτιοδυτικά χωρίζει το Απόκουρο από τα Κράβαρα . Κατά μήκος , βγαίνει μέσα από τα βουνά , περνά από την κοιλάδα του Μποχώρι , στο Κουρταγκά , τοποθεσίας της Καλυδώνας , όπου χωρίζει το Κάρλελι από το Βενέτικο . Από το Κράβαρι , ο Έβενος , δέχεται πολλούς χειμάρρους , αλλά η πιο μακρινή πηγή , σαν αυτή του Μόρνου , είναι στις ψηλότερες κορυφές της Οίτης .
Φεβρουαρίου 13 ( 1806 ) . Αφήνοντας το Λιδορίκι , πρωί στις 8.00΄ ακολουθούμε ένα χείμαρρο που κυλάει ανάμεσα στην πόλη και , ενισχυμένος από ένα άλλον από τις χαράδρες στα νότια του Λιδορικιού , ενώνεται με το Μέγα , μισή ώρα κάτω απ’ την πόλη.
Αυτό το ποτάμι περνάει μέσα απ’ το στενό που προαναφέραμε και που είναι μια στενή βραχώδης κοιλάδα σχηματισμένη από τις προεξοχές των δύο βουνών και στο σημείο όπου στο ποτάμι υπάρχει ένα γεφύρι με αψίδα ( ημικυκλικό ) θεμελιωμένο στις δυο όχθες του , πάνω σε βράχους . Έστειλα το άλογο με τις αποσκευές μου από τον ίσιο δρόμο , από το γεφύρι , και γύρισα δεξιά για να εξετάσω ένα Παλαιόκαστρο που βρίσκεται πάνω στη δεξιά όχθη του Στενού . Στις 8.45΄, περάσαμε από ρηχή διάβαση το Μέγα , που κατά το Λιδορικιώτη οδηγό μου πηγάζει , εν μέρει , από το βουνό Τρέμιτζα , ενώνεται με το ποτάμι της Καταβόθρας , αλλά έχει τις πηγές του κοντά στο Μαυρολιθάρι .
Στους πρόποδες του λόφου του Παλαιόκαστρου , διασχίζουμε το ποτάμι Βελούχι πάνω από τη γέφυρα . Αυτός ο χείμαρρος που ενώνεται με το Μέγα λίγο πιο κάτω από το σημείο που τον περάσαμε , κατεβαίνει από το βουνό σε λιγότερο από ένα μίλι πάνω απ’ το Παλαιόκαστρο και είναι τόσο πλούσιος σε καιρό βροχής , που μαζί με το Μέγα , πλημμυρίζει ολόκληρη την κοιλάδα . Σ’ αυτή την περίπτωση το Βελούχι φαίνεται να είναι το ξεκίνημα μιας καταβόθρας . Η αρχαία πολιτεία , σημαντική σε έκταση , κατελάμβανε ολόκληρη τη βορειοανατολική πλευρά του λόφου , βλέποντας προς την κοιλάδα του Μέγα . Τα τείχη της – τα οποία είναι τρίτης τάξης – είναι χαραγμένα σε ολόκληρη την περιφέρεια και παραμένουν σε σημαντικό ύψος , στο χαμηλότερο τμήμα της τοποθεσίας : στην κορυφή του λόφου είναι τα ερείπια ενός σύγχρονου κάστρου .
Η θέση του , είναι το ακραίο σημείο της οροσειράς του Βαρδουσιού , ανάμεσα στο οποίο υπάρχει κι’ ένα άλλο παράλληλο αλλά χαμηλότερο βουνό , το Βλαχοβούνι , όπου κυλάει ο Κόκκινος , ένα ποτάμι τόσο εκτεταμένο όσο και ο Μέγας , με το οποίο ενώνεται αμέσως κάτω απ’ το Στενό . Έτσι , η πολιτεία ήταν προφυλαγμένη από δυο μεγάλα ποτά- μια ανατολικά , ένα τρίτο δυτικά και ένα τέταρτο να κυλάει ανάμεσα από ένα βραχώδες άνοιγμα στα νότια .
Στην όχθη του ποταμιού του Βελουχιού βρίσκονται ένα χάνι και μερικοί μύλοι , η τοποθεσία λέγεται Βελούχοβο – ονόματα βουλγαρικής καταγωγής που προέρχονται από μια λέξη που σημαίνει άσπρο . Το όρος Τυμφρηστός αναμφίβολα ονομάστηκε Βελούχι από τα χιόνια που το σκεπάζουν πάντα , ο ποταμός ( Κόκκινος ) από το χρώμα των νερών του σε καιρό βροχής – και τα ερείπια Ξουριάς ( το κάστρο , όνομα κοινό στην Ελλάδα για αρχαία ερείπια ) . Οι γιοι του Αλή πασά έρχονται μερικές φορές εδώ το καλοκαίρι για να κάμουν κέφι , δηλαδή να γλεντήσουν και να χαρούν , χαρά και για τα γύρω χωριά , αρκεί να μην τους ζητηθεί να συνεισφέρουν κάτι παραπάνω από τρόφιμα και μόνο .
Από το Παλαιόκαστρο προχωρώ να συναντήσω πάλι τις αποσκευές μου στο τέλος του Στενού .Διασχίζοντας κατόπιν τον Κόκκινο , στις 9.50΄, κατεβαίνω μια στενή κοιλάδα σπαρμένη με καλαμπόκι και στις 10.25΄μπαίνω σ’ ένα φαράγγι , ανάμεσα σε δασωμένους λόφους , όπου ο Μόρνος , πλατύ ποτάμι με τη συμβολή του Κόκκινου , ρέει με μεγάλη ταχύτητα κατά μήκος της κοίτης του .Αφού περνάμε στις 11.20΄, συνεχίζουμε το δρόμο μας στην αριστερή όχθη , μέσα από δάσος με βελανιδιές και πουρνάρια , όπου συναντάμε πολλούς χειμάρρους που ορμάνε από τα βουνά , στ’αριστερά ,για να ενωθούν με το κύριο ποτάμι . Στις 12 φτάνουμε σ’ένα βουνό με πανύψηλες κορφές πάνω απ’ αυτούς τους παραπόταμους , τρία μίλια προς τ’αριστερά , στην άλλη πλευρά του βρίσκεται η πόλη της Μαλαντρίνας . Τώρα ο δρόμος απομακρύνεται από το ποτάμι , ανεβαίνει στους λόφους , που είναι απότομοι , ακαλλιέργητοι και σκεπασμένοι με μικρές αδύναμες βελανιδιές και γίνεται τόσο δύσβατος , που τα κακόμοιρα τα άλογα του Λιδορικιού είναι ανήμπορα ν’ακολουθήσουν το βάδισμα του Αλβανού συνοδού , που ο Βοϊβόντας επέμενε να πάρω μαζί μου , αν και δεν θα επέτρεπε σε κανένα ληστή να κάνει την εμφάνισή του στην περιοχή του . Στις 1.50΄, ύστερα από μια πολύ κοπιαστική ανάβαση φτάνουμε στο Χάνι Παλαιοξάρι , που πήρε τ’όνομά του από το χωριό που βρίσκεται πιο κάτω , κοντά του και που τα καλλιεργημένα εδάφη του κατεβαίνουν κλιμακωτά στην όχθη του Μόρνου . Μιά παρόμοια πλαγιά υψώνεται και στην αντικρινή όχθη του ποταμιού , σ’ένα μεγαλόπρεπο ύψωμα , στην περιοχή του Κράβαρι , το οποίο ενώνει το Βλαχοβούνι με τις κορυφές που καταλήγουν στη θάλασσα απέναντι από την Πάτρα .
Η γενική κατεύθυνση του δρόμου μας από το Λιδορίκι είναι προς το μεγάλο άνοιγμα – που αναφέραμε πριν – μέσα από το οποίο περνάει ο Μόρνος προς τη θαλάσσια ακτή και χωρίζει το τέρμα των βουνών ποτ ακολουθούμε από την άκρη ενός άλλου βουνού που λέγεται Μακρύβορο . Η κορυφή του βουνού Κακή – Σκάλα , απέναντι από την Πάτρα ,φαίνεται από το άνοιγμα αυτό . Το μόνο ορατό χωριό είναι η Βετολίστα , όχι μακριά από την αριστερή όχθη μιας φαρδιάς διακλάδωσης του Μόρνου , ενός παραπόταμου που , κατεβαίνοντας από το βουνό Μακρύβορο σε μια κατεύθυνση πρώτα ανατολική και μετά νότια , σχηματίζει το τέλος της διαδρομής του , που είναι και το σύνορο του Κράβαρι και του Λιδορικιού . Ο ίδιος ο Μόρνος είναι και το σύνορο των δύο περιοχών.....
Αφήνοντας το χάνι , στις 2.40΄, συνεχίζουμε να περνάμε μέσα από δάση με βελανιδιές και μονοπάτια ανώμαλα και λασπωμένα , ως τις 3.30΄οπότε φτάνουμε σ’ένα ύψωμα απ’όπου ο δρόμος αρχίζει να κατεβαίνει προς τη θάλασσα και απ’όπου προσφέρεται μια ενδιαφέρουσα θέα της εισόδου στον κόλπο της Κορίνθου , με τα δύο φρούρια και της ακτής του Μοριά ως το Χλεμούτσι .Στο κατέβασμα και σε απόσταση μιάμιση ώρας από την παραθαλάσσια πεδιάδα , η μέρα προχωρεί τόσο που χρειάζεται κανένας να ενδιαφερθεί για το που θα σταθμεύσει τη νύχτα , μια και ο Έπαχτος απέχει πολύ και δεν υπάρχει στη διαδρομή , εκτός από ένα ξεροχάνι , όπου δεν μπορεί άνθρωπος να εξυπηρετηθεί και – ακόμα πιο σημαντικό – δεν βρίσκονται τρόφιμα για τα ζωντανά .
Ύστερα από 20΄ λεπτών συζήτηση αποφασίσαμε να πάμε στο μοναστήρι της Βαρνάκοβας , που βρίσκεται στην κορυφή μιας απότομης ράχης , ανάμεσα στα δάση με τις βελανιδιές , προς τα δεξιά . Ένας Τούρκος , που τα πιο πολλά άλογα που είχαμε μαζί μας ήταν δικά του, συμφώνησε με πολλή απροθυμία γι’αυτή τη μετακίνηση , που μεγάλωνε την απόστασή μας . Παρ’όλα αυτά οι Αλβανοί στρατιώτες τον αγνόησαν κι αφού περάσαμε το δάσος , περνώντας ανάμεσα από απόκρημνους λόφους κι’ένα ζευγολάτι ( αγρόκτημα ) του μοναστηριού φτάσαμε στην Βαρνάκοβα , στις 6.15΄, οι αποσκευές μου , μετά από μισή ώρα .
Μας απαγορεύουν ( οι καλόγεροι ) την είσοδο με τη δικαιολογία ότι δόθηκαν διαταγές από τον ίδιο τον Βοϊβόντα να μην ανοίγουν τις πόρτες μετά τη δύση του ηλίου..
Τελικά , μερικοί από τη συνοδεία έτυχε να γνωρίζουν την αλβανική φρουρά κι’έτσι άνοιξαν οι πόρτες ύστερα από μιάμιση ώρας καθυστέρηση και αφού είχα στρώσει το στρώμα μου στο έδαφος , έτοιμος να περάσω τη νύχτα στο ύπαιθρο .
Το οίκημα είναι γεμάτο από καλογέρους και Αλβανούς στρατιώτες . Στους τελευταίους ( το μοναστήρι ) προσφέρει καλό κατάλυμα κι’ένα άνετο φυλάκιο για τις επιχειρήσεις τους κατά των κλεφτών , οι οποίοι έτσι στερούνται εντελώς τη βοήθεια των καλογήρων , που ήταν παλιότερα γι’αυτούς ένας από τους καλύτερους πόρους τους .
Το μοναστηριακό ίδρυμα απαριθμεί τριάντα άτομα , από τα οποία τα περισσότερα είναι κοσμικοί . Στην άγρια και βρώμικη εμφάνισή τους συναγωνίζονται την αλβανική φρουρά αν και θα φαινόταν ότι τα οικονομικά του μοναστηριού δεν είναι σε κακή κατάσταση , αφού απασχολούνται τώρα με το χτίσιμο μιας καινούριας εκκλησίας .
Φεβρουαρίου 14 ( 1806 ) .Η Βαρνάκοβα στέκεται μέσα σ’ένα δάσος με μικρές βελανιδιές , σε μια υποβλητική τοποθεσία . Τα καλλιεργημένα χωράφια της , τα βοσκοτόπια και οι δασικές περιοχές καταλαμβάνουν , τις πλαγιές του βουνού ως το Μόρνο , πέρα από τον οποίο υπάρχει ένα μεγάλο μετόχι , το ίδιο περιτριγυρισμένο .
Αυτά , μαζί με τα αλώνια και τις αποθήκες ανάμεσα στα χωράφια , σχηματίζουν ευχάριστο σκηνικό και δείχνουν ότι οι καλόγεροι έχουν καταφέρει , ως τώρα , να καλλιεργούν τη γη τους , μολονότι οι ληστές λυμαίνονται αυτά τα βουνά . Όμως ο Αλή πασάς και οι πράκτορές του είναι πολύ πιο μεγάλοι εχθροί μιας τέτοιας ιδιοκτησίας απ’ότι οι καλόγεροι. Οι καλόγεροι ισχυρίζονται ότι ο Φεράτ Αγάς τους λήστεψε τελευταία τρία τσιφλίκια και εννιά βαλάντια ( πουγκιά ) με χρήματα . Σου δείχνουν με έμφαση την τοποθεσία ενός Ελληνικού ερειπίου , λίγο πιο κάτω από τη συμβολή του ποταμιού που κατεβαίνει από το βουνό Μακρύβορο και περνάει κοντά στη Βετολίτσα . Ανάμεσα στο σημείο αυτό και το Παλαιοξάρι είναι το Λυκοχώρι , που είναι ιδιοκτησία του Φεράτ Αγά .
Επιστρέφοντας στο ζευγολάτι , προχωρούμε από κει , μέσα από ένα ψηλό δρόμο σε μια τοποθεσία , μισή ώρα από τη θέση που αφήσαμε χθες το βράδυ . Εδώ στις 8.45΄, στην κορυφή του υψώματος προς τα δεξιά και ακριβώς απέναντι στο Ζευγολάτι , βρίσκονται τ’ απομεινάρια ενός ελληνικού οχυρού . Προς τη θάλασσα ο λόφος παρουσιάζει έναν απότομο γκρεμό , όμως στην αντίθετη κατεύθυνση , προς το Ζευγολάτι , κατεβαίνει απαλά σ’ένα μικρό χείμαρρο . Η πλαγιά είναι εντελώς σκεπασμένη με τα συντρίμμια κτιρίων , ανάμεσα στα οποία είναι μερικές κατεργασμένες πέτρες και η κορυφή του υψώματος διατηρεί σημαντικά ίχνη μιας ακρόπολης . Η λιθοδομία έχει εκείνον τον τραχύ χαρακτήρα που συχνά βρίσκεται στις ορεινές περιοχές και στις μικρές πόλεις της Ελλάδας , οι πέτρες μικρότερες , στενότερες και λιγότερο φροντισμένα επεξεργασμένες απ’ότι συνηθιζόταν σε καλύτερες μορφές ελληνικής οικοδομικής . Κατεβαίνοντας απ’αυτή τη ράχη προς τη θάλασσα , ξεχωρίζει αριστερά μας το βουνό Τρίκορφο : το μονοπάτι μας απότομο και τραχύ, περνά μέσα από μια δασωμένη ακαλλιέργητη έκταση.
Στις 10.15΄φτάνουμε στη ρίζα του βουνού , σε μια θέση που λέγεται Μαγούλα , όπου υπάρχει μια καλλιεργημένη γη γύρω από ένα χάνι χτισμένο πρόσφατα από τον Βοϊβόντα του Λιδορικιού και έχει πάρει τ’όνομά του , Χάνι του Φεράτ Αγά . Βρίσκεται στην άκρη μιας στε4νής πεδιάδας δύο μιλίων μήκους , που συνορεύει με τα βουνά που κατεβήκαμε προς τα βόρεια και στην αντίθετη πλευρά , σε μια σειρά από χαμηλότερα υψώματα , πέρα απ’τα οποία είναι μια θαλασσινή πεδιάδα που αποτελεί τμήμα του εδάφους του Έπαχτου . Πάνω στον ψηλότερο απ’αυτούς τους λόφους και τελευταίο προς το Μόρνο , υψώνεται ένα ελληνικό κάστρο....Στις 11.48΄φτάνουμε στους πρόποδες του υψώματος που πάνω του βρίσκεται το Παλαιόκαστρο ...Στις 12.15΄μπαίνουμε στην κοιλάδα που λέγεται Πιλάλα και με διαφορετικά ονόματα εκτείνεται από τον Έπαχτο ως τους πρόποδες του βουνού Τρίκορφο .Στις 12.32΄αρχίζουμε να περνάμε το Μόρνο , από ρηχή διάβα- ση στην έξοδό του από το μεγάλο Φαράγγι ( χαράδρα ) » .
Εδώ κλείνει την περιήγησή του στη Δωρίδα ο Leake , προχωρώντας προς τον Έπαχτο , δίνοντάς μας πολύτιμες πληροφορίες αλλά και χρήσιμες ιστορικές μαρτυρίες , για την κηδεμονία και κυριαρχία του Αλή πασά στην περιοχή , για τον αποκλεισμό των κλεφτών απ’τη βοήθεια των μοναστηριών , όπως της Βαρνάκοβας , και για το ρόλο των Αλβανών φρουρών στην ευρύτερη περιοχή . Μας δίνει , ακόμα ο Leake , πληροφορίες για τη γεωργοκτηνοτροφική παραγωγή του τόπου αλλά και για την τακτική του Αλή πασά να προσεταιρίζεται ξένους αξιωματούχους , ιδιαίτερα Άγγλους και Γάλλους .
Εντύπωση δε προκαλεί το γεγονός ότι χαρακτηρίζει την Μαλαντρίνα ( Μαλανδρίνο ) ως πόλη , επειδή και μόνο είναι πρωτεύουσα ομόνυμου καζά ( διοικ. Περιφέρειας ) , ενώ είναι φανερή η έλλειψη κοινωνιολογικών αναφορών στην εν γένει ζωή των κατοίκων , στα ήθη , στα έθιμά τους και κυρίως στο επίπεδο των σχέσεών τους με τους Τούρκους .
Εδώ βέβαια θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι ο Leake ήταν στρατιωτικός και μάλλον ήταν σε...εντεταλμένη υπηρεσία .
Ένας άλλος ξένος που μας έδωσε σημαντικές πληροφορίες για τη Δωρίδα , την ίδια περίπου χρονική περίοδο , είναι o F.C.H.L.Pouqueville - Πουκεβίλ – ( 1770-1838 ), Γάλλος διπλωμάτης και περιηγητής , γενικός Πρόξενος της Γαλλίας κοντά στον Αλή πασά των Ιωαννίνων , συγκέντρωσε πληροφορίες κατά την παραμονή του στην Ελλάδα από το 1805 ως το 1815 , κυρίως αρχαιολογικές και δημογραφικές , αλλά και σε ό,τι αφορούσαν τη διοίκηση και τη γενικότερη κατάσταση της περιοχής , τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας .Από το κείμενό του , που αναφέρεται στη Δωρίδα , παρουσιάζουμε χαρακτηριστικά αποσπάσματα , παραλείποντας τις αρχαιολογικές διερευνήσεις και απόψεις του .
« Η εσπερία Λοκρίδα , γνωστή από τους αρχαίους συγγραφείς μόνο ως προς το παράκτιο τμήμα της , από την Ναυπακτία μέχρι τον κόλπο της Κρίσσας , είναι περιτριγυρισμένη από όρθια , γυμνά και γκρίζα βουνά που διακόπτονται από μερικές εύφορες πεδιάδες και περιλαμβάνει τις επαρχίες Λιδορικίου και Μαλανδρίνου , ενώ βορινά εκτείνεται εκτείνεται η επαρχία του Πατρατζικίου η Υπάτης ...
Περνώντας το επικίνδυνο ποτάμι Μόρνος ( παλιότερα λεγόταν Πίντος ) – καθώς έρχεσαι από τη Ναύπακτο – που πήρε τ’όνομά του από μια πόλη της Δωρικής Τετράπολης , καθώς και το βουνό που του αυλακώνει τη δυτική πλαγιά φτάνουμε , σ’ένα τέταρτο λεύγας από την πηγή του , στο χωριό Ομέρ Εφέντη . Ανεβαίνοντας από κει την αριστερή όχθη του Μόρνου που διαγράφει μια καμπύλη στα βορειοανατολικά , ύστερα από πορεία μισής ώρας , βρισκόμαστε στο χωριό Απάνω Λόγγος . Ανακαλύπτουμε , μια λεύγα προς τα δυτικά , στην πλαγιά του βουνού Ρίγανη , το Σουλέι , χωριό κοντά στο ποτάμι-που δίπλα του υπάρχουν δυο ανεμόμυλοι – και μετά μισής ώρας ανάβαση , φτάνουμε στο μοναστήρι του Άη Γιάννη , όπου βρίσκουμε ερείπια που είναι ίσως ερείπια του Ευπαλίου. Η κοιλάδα αρχίζει σε λίγο να γίνεται πιο δύσβατη . Οι πλαγιές της , κατά διαστήματα , δασωμένες , γίνονται ανηφορικές και πρέπει να τις σκαρφαλώσουμε περισσότερο από μιάμιση , για ν’ανεβούμε στο Απάνω Κλίμα , κωμόπολη με 150 χριστιανικές οικογένειες , που είναι η τακτική διαμονή του επίσκοπου του Λιδορικίου που υπάγεται στο μητροπολίτη της Λάρισας . Μια ομάδα ανθρώπων από το χωριό αυτό έχει ιδρύσει – μισή λεύγα πιο κάτω – το χωριό Κάτω Κλίμα . Η θέα του Κορινθιακού κόλπου χάνεται εξαιτίας των απόκρημνων αετωμάτων και κυριαρχεί η κοιλάδα του Ζαραβέλλη που τη διασχίζει ένα ποτάμι που εκβάλλει στον όρμο του Αη Νικόλα....
Βορειοδυτικά της κοιλάδας στο Κούρμπησι , που ποτίζεται από το ποτάμι της Βαρνάκοβας , διακρίνουμε μέσα στην οροσειρά της Πίνδου , σε απόσταση μιάμιση λεύγας , τη Βλαχοκατούνα , αποικία βλάχων από τη Βοημία , και μια σειρά από χωριά που σκαρφαλώνουν προς την υψηλή περιοχή της Οξυάς . Στην αριστερή όχθη του ποταμιού , όπου ανεβαίνουμε ακόμα τέσσερις λεύγες , δεν βλέπουμε παρά τα χωριουδάκια Κριάτζι και Πενταγιοί που μένουν στα δεξιά του μονοπατιού από το οποίο μπαίνουμε στη Δωρίδα .
Παράλληλο προς το οροπέδιο της Οξυάς που εκτείνεται προς τις πηγές του Μόρνου , στ’ανατολικά , βρίσκεται το οροπέδιο της Αρτοτίνας , μικρής κωμόπολης που την κατοικούν 120 οικογένειες χριστιανών... Η μόνη βιομηχανία της μικρής κωμόπολης έχει εγκαταλειφθεί στα χέρια όσων προέρχονται από τη Βοημία , οι οποίοι φτιάχνουν μπαρούτι , ενώ ορισμένοι νέοι σιδεράδες κατασκευάζουν τα καρφιά , τα σίδερα και τα απαραίτητα γεωργικά εργαλεία .
Οι πηγές του Μόρνου , βρίσκονται σε μιάμιση λεύγα , βορινά της Αρτοτίνας , ανάμεσα στο Κοπάνι και την Κωσταρίτσα , χωριά τοποθετημένα σε απόκρημνο οροπέδιο . Όπως γενικά συμβαίνει με τις πηγές των νερών...βρίσκουμε τη μητρική πηγή του Κηφισσού που οι σύγχρονοι ονομάζουν Μαυροπόταμο , μιά ώρα κι’ένα τέταρτο βορειανατολικά της Αρτοτίνας . Οι αναβαθμίσεις από έλατα που περατώνουν βορινά τον ορίζοντα της Αρτοτίνας , δείχνουν τη χειμωνιάτικη περιοχή του βουνού Οίτη , καταφύγιο κλεφτών η χώρος με κλεφτοχώρια . Αυτή η κλειστή περιοχή που αποτελείται από τέσσερα χωριά
( Λευκαδίτη , Συκιά , Μουσουνίτσα , Αραχνιά ) κατοικημένη από οικογένειες δωρικής φυλής που μιλάνε μια διάλεκτο διαφορετική απ’τους άλλους Έλληνες , βρίσκεται σ’ένα τόπο τόσο απότομο κι’απόκρημνο, ώστε οι βουνίσιοι που ζουν εκεί δεν έχουν ακόμα υποταχθεί στους Τούρκους ...
Το Λιδορίκι , κωμόπολη της επαρχίας και έδρα καδή , αποτελείται από 180 οικογένειες ελληνικές και τούρκικες που μιλάνε μιά ίδια γλώσσα , γιατί οι μωαμεθανοί οι αυτόχθονες είναι αποστάτες ( αιρετικοί ) . Εκεί αναγνωρίζουμε τη γλώσσα των Δωριέων πολύ καλύτερα απ’ότι στην Αρτοτίνα....
Η επαρχία Μαλανδρίνου..κοντά στα νησιά Τριζόνια η Τρυγόνια απέχει 3 λεύγες από τη Ναύπακτο . Προς τα κάτω ανακαλύπτουμε το ακρωτήρι Πιλάλα , το μοναστήρι του Κόκκινου , το χωριό και το ποτάμι της Σεργούλας . Στην πλαγιά των λόφων διακρίνουμε την Βιτρινίτσα , την Ξυλογαιδάρα που δίνει τ’όνομά της σ’ένα ακρωτήρι...Σ’ένα φαράγγι ανάμεσα στο Κισέλι και το Μοναστηράκι υπάρχει το μοναστήρι του Κουτσουρού .
Το Μαλαντρίνο είναι μια κωμόπολη με 80 οικογένειες ελληνικές και τούρκικες που δεν έχει τίποτα το ιδιαίτερο . Προς τις πηγές του ποταμιού του , κοντά στην Παλαιοκατούνα , βλέπουμε τα αρχαία ερείπιά του και μια λεύγα βορινά μια πηγή ιαματικού νερού . Ίσως έχει πάρει τ’όνομα Μαλαντρίνο , γιατί υπήρξε από τα παλιότερα χρόνια και είναι ακόμα καταφύγιο των κλεφτών της Αιτωλίας » .
Ο Pouqueville μας δίνει στοιχεία για τα χωριά της επαρχίας Λιδορικίου και Μαλανδρίνου , όπως χαρακτηρίζει τις δύο αυτές περιοχές της Δωρίδας . Ωστόσο την περίοδο αυτή οι δύο περιοχές αποτελούν καζάδες ( διοικητικές περιφέρειες ) , που πιθανόν να ταυτίζονται με τις επαρχίες .Ανεξάρτητα απ' την ταύτιση η όχι καζά και επαρχίας , όπως αποκαλύπτεται από τους πίνακες που παραθέτει , το βιλαέτι του Λιδορικίου έχει 44 χωριά με 1.156 οικογένειες και πληθυσμό 5.780 κατοίκους και του Μαλανδρίνου 24 χωριά , με 535 οικογένειες και 2.675 κατοίκους . Ας δούμε αναλυτικά τους δύο πίνακες με τα χωριά και τον αριθμό των οικογενειών τους .
Στον καζά Λιδορικίου έχουμε : Ομέρ Εφέντης ( 25 ) , Απάνω Λόγγος ( 25 ) , Σουλαίοι και Σουλέι ( 15 ) , Μαγούλα-Μοναστήρι του Αη Γιάννη ( 2 ) , Απάνω Κλήμα ( 55 ) , Κάτω Κλήμα ( 15 ) , Μεραγιές ( 10 ) , Καράμπασι ( 8 ) , Άγιος Νικόλαος ( 12 ) , Καρδάρι ( 10 ) , Ζαραβέλι ( 16 ) , Βλαχοκατούνα ( 15 ) , Κάτω Καρυά ( 30 ) , Απάνω Καρυά ( 20 ) , Βαρνάκοβα- μοναστήρι ( 30 ) , Γκουμαίοι ( 18 ) , Λυκοχώρι ( 25 ) , Κάτω Παλαιοξάρι ( 30 ) , Απάνω Παλαιοξάρι ( 40 ) , Ιτιά ( 10 ) , Ζουριάνος ( 30 ) , Αλεποχώρι ( 25 ) , Κουπάκι ( 16 ) , Παλαιοκατούνα ( 60 ) , Πενταγιοί ( 50 ) , Τρίσταινα ( 12 ) , Νούτζομπρος ( 10 ) , Σουρούστι ( 20 ) , Κριάτσι ( 10 ) , Αρτοτίνα ( 80 ) , Κοστάριτσα ( 40 ) , Ζερβούλα ( 30 ) , Βοστινίτσα ( 30 ) , Γρανίτσα ( 40 ) , Κλήμα ( 36 ) , Γκάβα ( 16 ) , Λιδορίκι ( 180 ) , Τραγουδάκι ( 12 ) , Σκαλούλα ( 5 ) , Καλτεντζά ( 18 ) , Κακούρι ( 6 ) , Παραδείσι ( 4 ) .
Στον καζά Μαλανδρίνου έχουμε : Μαλανδρίνο ( 70 ) , Βίδαβη ( 15 ) , Κισέλι ( 30 ) , Βιτρινίτσα ( 60 ) , Ξυλογαιδάρα ( 30 ) , Βελενίκο ( 15 ) , Τριζόνια-νησί ( 80 ) , Μαράζα ( 20 ) , Καρούτια ( 6 ) , Μάκρεσι ( 30 ) , Απάνω Μαράζα ( 7 ) , Μοναστήρι Κούτζιρος ( κατεστραμμένο ) , Μηλιά ( 30 ) , Πλέσσια ( 35 ) , Δροβονίτσα ( 5 ) , Λευκαδίτι ( 10 ) , Βραίλα ( 16 ) , Συκιά ( 10 ) , Παλαιοπάλεσι ( 7 ) , Απάνω Μουσουνίτσα ( 30 ) , Κάτω Μουσουνίτσα ( 10 ) , Κονιάκος ( 2 ) , Τρεβίδι ( 7 ) , Καλαματίρ ( 10 ) .
Ο Πουκεβίλ υπολογίζει την κάθε οικογένεια με πέντε άτομα , για να λογαριάσει το συνολικό πληθυσμό του καζά Λιδορικίου και του καζά Μαλανδρίνου . Ωστόσο στο έργο του επισημαίνει τη μείωσή του , με τη φυγή πολλών κατοίκων , κάτω απ’την τούρκικη καταπίεση .
Γράφει : « Ο πληθυσμός των δύο επαρχιών που σκιαγράφησα την περιγραφή τους , είναι γνωστός από τις απογραφές που δημοσίευσα , μπορεί όμως να βεβαιώσει ότι τώρα ( την περίοδο που γράφει το βιβλίο του ( 1807- 1820 ) έχει εκμηδενισθεί εξαιτίας των πολέμων που ιδιαίτερα ερήμωσαν την περιοχή ( αναφέρεται μάλλον στις συγκρούσεις Κλεφτών και Τούρκων και τις επιδρομές και λεηλασίες Τουρκαλβανών , μετά το χαλασμό , απ’τον Αλή των σημαντικότερων κλεφταρματωλών της περιοχής ) . Όσο για το εμπόριο των εγχώριων προϊόντων του Λιδορικίου και του Μαλαντρίνου , είχαν εκτιμηθεί , το 1815 , με το ποσό των 890.000 τουρκικών πιάστρων » .
Οι Δανιήλ Φιλιππίδης και Γρηγόριος Κωνσταντάς , που πρωτοκυκλοφόρησαν στη Βιέννη τη « Γεωγραφία Νεωτερική » στα 1791 , « ερανισθείσα από διαφόρους συγγραφείς », όπως οι ίδιοι σημειώνουν ( ιερομόναχος ο πρώτος και ιεροδιάκονος ο δεύτερος ) , γράφουν πως « εις το βόρειο της Οζολαίας Λοκρίδος , και Αιτωλίας , και ανατολικοβόρειο της Ακαρνανίας είναι η Δωρίδα , τώρα Κράβαρι και Λοιδωρίκι , τόπος βουνώδης και ολίγο εύφορος ».
Ο Πουκεβίλ αναφέρει πως η περιοχή σχεδόν ερημώθηκε στα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας , από τις λεηλασίες και τους αλεπάλληλους κατατρεγμούς . Και σύμφωνα με τους υπολογισμούς του , θα πρέπει να είναι λιγότεροι από 8.500 οι κάτοικοι της Δωρίδας την περίοδο αυτή και σύμφωνα με την περιγραφή των χωριών . Αλλά είναι ενδεικτικό το γεγονός πως παρά τις θυσίες κατοίκων στην Επανάσταση του 1821 , μερικά χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα στο 1851 , ο πληθυσμός της Δωρίδας ανερχόταν σε 15.907 κατοίκους , σχεδόν διπλασιάστηκε . Ήταν η επιστροφή των κατατρεγμένων , που ζήτησαν προσωρινή διαμονή σε άλλες περιοχές η τα βουνά για να γλυτώσουν το χαλασμό τους από τους Τούρκους και σαν τέλειωσε ο Αγώνας , όσοι σώθηκαν , ξαναγύρισαν στον τόπο τους , να φκιάσουν από την αρχή το νοικοκυριό και την καινούρια τους ζωή .
Ο Τούρκος περιηγητής Εβλιά Τσελεμπή ( 1611-1684 ) , που πέρασε από τη Στερεά Ελλάδα στα 1668 , ενώ μας δίνει αρκετά στοιχεία για τις κοντινές πολιτείες Έπαχτο και Σάλωνα , δεν αναφέρεται στη Δωρίδα , ίσως , γιατί το έδαφος και η ύπαρξη κλεφτών δεν του επέτρεψαν να περάσει από κει , είτε δεν τον απασχολούσαν παρά οι βασικότερες πολιτείες και τα σημαντικότερα κάστρα του ελληνικού χώρου , σε συνάρτηση με τα τοπικά έθιμα και την τούρκικη διοίκηση , κι’έτσι δεν θεώρησε απαραίτητη την περιήγηση της περιοχής .
Σ υ ν ε χ ί ζ ε τ α ι …..
No comments:
Post a Comment