18.2.13

H ΔΩΡΙΔΑ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ : ΑΣΧΟΛΙΕΣ ΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΤΑΞΕΙΣ

 

                                   - 4 -

 

 ΑΣΧΟΛΙΕΣ ΤΩΝ  ΚΑΤΟΙΚΩΝ  ΚΑΙ  ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ  ΤΑΞΕΙΣ


   Η διάρθρωση του χώρου , το ορεινό της περιοχής , με τις ψηλές κορφές , τα μικροχώραφα και τις λιγοστές πεδιάδες κοντά στο Μόρνο , δεν επέτρεπαν την  καλλιέργεια των αμπελιών , που απέδιδαν ωστόσο ωραίο κρασί , και την κτηνοτροφία .
Ουσιαστικά η κτηνοτροφία κάλυπτε ένα μεγάλο μέρος της τοπικής παραγωγής , που τα προϊόντα , όσα περίσσευαν από την τοπική κατανάλωση , διοχετεύονταν και σε κοντινές μικροπολιτείες και κυρίως στο Γαλαξίδι , το Αίγιο και την Άμφισσα . Στα Σάλωνα μεταφέρονταν τα τομάρια των γιδοπροβάτων που σφάζονταν , για επεξεργασία στα γνωστά βυρσοδεψία ( ταμπάκικα ) που λειτουργούσαν εκεί .
Ο Andre Thevel , ( 1516 - 1599 ) , φραγκισκανός καλόγερος και κοσμογράφος του Γάλλου βασιλιά , που ταξίδεψε στην Ανατολή το 1549 και πέρασε κι' απ την Ελλάδα , σημειώνει σε έργο του , που κυκλοφόρησε στο Παρίσι το 1575 :
< Η προσπέλαση στο εσωτερικό της Φωκίδας από την παραλία του Κορινθιακού κόλπου είναι δύσκολη , εξαιτίας των ορεινών όγκων του εδάφους . Στη Δωρίδα ασχολούνται με την κτηνοτροφία . Εκτός από τα Σάλωνα ( Solone ) , που είναι μεγάλο και καλό χωριό , στην περιοχή δεν υπάρχουν παρά μικρά χωριά και αυτά κρυμμένα σε κοιλάδες για τον φόβο των Τούρκων > .
Ο , απ' το Παλαιοκάτουνο Δωρίδας προύχοντας , από τους έμπιστους του Αλή και πολιτικός μετά την Επανάσταση , Αθανάσιος Λιδωρίκης , γράφει πως < η επαρχία Δωρίδος κατά την εποχήν εκείνην ( γύρω στα 1788 ) ήτο πολύ υποδεεστέρα ως και η των Σαλώνων κατά τα φώτα , ( εννοεί σε σύγκριση με την περιοχή Ναυπακτίας , όπου στη Λομποτινά < υπό την προστασίαν των προεστώτων Καναβαίων υπήρχον δύο σχολεία Ελληνικόν και αλληλοδιδακτικόν , εις τα οποία εδίδασκον δύο διδάσκαλοι εκ Μεσολογγίου >) . Ησχολούντο οι κάτοικοι εις τα ποίμνια και την γεωργίαν > .
Η διακίνηση των προϊόντων ήταν δύσκολη , ιδιαίτερα προς το Γαλαξίδι , γιατί το 18ο αιώνα οι πειρατικές επιδρομές είχαν διογκωθεί στην περιοχή και από το γεγονός - είτε από αδυναμία , είτε από σκοπιμότητα - αδράνειας των τοπικών αρχών . Σύμφωνα με εκθέσεις Βενετού προξένου στη Ναύπακτο και η Δωρίδα δεν έμεινε έξω από τις λεηλασίες αυτές .
< Η τοιαύτη προς τους πειρατάς ανοχή - γράφει ο Σάθας - ηνάγκασε τους Ιονίους να προβώσιν εις αντεκδικήσεις κατά Τούρκων και ραγιάδων , ούτω βλέπομεν τους μεν Ζακυνθίους δηούντας τα παράλια της Γαστούνης και ιδία τας εντός του κόλπου της Ναυπάκτου κώμας , τους δε Ιθακησίους αιχμαλωτίζοντας τα εις Πεταλάν προσορμιζόμενα πλοία , αφ' ετέρου δε τους Δωριείς ληστεύοντας τους εις Μαλανδρίνον ερχομένους προς αγοράν τυρίων και μαλλίων Ιονίους εμπόρους , αι τοιαύται αμοιβαίαι διαρπαγαί εγένοντο πολλάκις αντικείμενον μακρών διενέξεων της Πύλης προς τον βάϊλον , επιμόνως απαιτούντα και ως επί το πλείστον επιτυγχάνοντα την αποζημίωσιν των υπηκόων του αγίου Μάρκου , ουδενός λαμβάνοντος υπ' όψει τα παρόμοια παράπονα , και των ατυχών ραγιάδων , οίτινες συνήθως κατεδικάζοντο εις την διά κοινής συνεισφοράς απότισιν των όσα και αυτοί οι προγεγραμμένοι και αυτόν τον σουλτάνον περιφρονούντες λησταί ήρπασαν > .
Οι ραγιάδες , οι μικροκτηματίες , καλλιεργούσαν τη λιγοστή τους γη , για να εξασφαλίσουν τα απαραίτητα για τη συντήρηση της οικογένειάς τους , κάτω από συνθήκες δύσκολες .
Έπρεπε να δουλεύουν ολοχρονίς για ένα κομμάτι ψωμί και μάλιστα οι πολυφαμελίτες , χωρίς να λογαριάσουμε και εκείνους που νοίκιαζαν και καλλιεργούσαν τα χωράφια , δίνοντας μεγάλο μέρος από το μόχθο τους , από το εισόδημά τους στο μοναστήρι , αν τα χωράφια ήταν βακούφικα ( μοναστηριακά ) , η αν ήταν ιδιοκτησία προύχοντα-κοτσάμπαση της περιοχής .
Αλλά και τα μεγάλα τσελιγγάτα ανήκαν σ' αρματωλούς και πολλά βοσκοτόπια σε άρχοντες της περιοχής . Σχετικά με τις δυσκολίες των ραγιάδων είναι η μαρτυρία του Μακρυγιάννη που αναφέρεται στη γέννησή του .
< Η πατρίς της γεννήσεώς μου - γράφει - είναι το Λιδορίκι , χωριό του Λιδορικιού ονομαζόμενον Αβορίτη , τρεις ώρες από το Λιδορίκι μακρυά το άλλο το χωριό , πέντε καλύβια . Οι γοναίγοι μου πολύ φτωχοί και οι φτώχεια αυτείνη ήρθε από την αρπαγή των ντόπιων Τούρκων και των Αρβανίτων του Αλήπασσα . Πολυφαμελίτες οι γοναίγοι μου και φτωχοί και όταν ήμουνε ακόμα εις την κοιλιά της μητρός μου , μίαν ημέρα πήγε διά ξύλα εις τον λόγγον . Φορτώνοντας τα ξύλα στο νώμο της , φορτωμένη εις τον δρόμον , εις την ερημιά , την έπιασαν οι πόνοι και γέννησε εμένα , μόνη της η καϊμένη και αποσταμένη εκιντύνεψε και αυτείνη τότε και εγώ . Ξελεχώνεψε μόνη της και συγυρίστη , φορτώθη ολίγα ξύλα και έβαλε και χόρτα απάνου εις τα ξύλα και από πάνου εμένα και πήγε εις το χωριόν > . Σε άλλο σχέδιο αυτοβιογραφίας του γράφει πως < εγώ εγεννήθηκα έξω σ' ένα χωράφι μας ονομαζόμενον Κρύα Βρύση . Είχε πάη η μητέρα μου να μαζώξη καλαμποκιές για τα ζώα και με γέννησε εκεί και με τύλιξε με τες καλαμποκιές και με πήγε εις το σπίτι > .
Οι κοινωνικές διακρίσεις , που ξεκινούσαν από τα περιουσιακά στοιχεία ως τη θέση κάθε οικογένειας στη διοίκηση η την εξάρτηση από τους τοπικούς αγάδες , υπήρχαν και στη Δωρίδα . Από τη μια μεριά ο λαός με τα λιγοστά χωράφια , από την άλλη οι προύχοντες με τα πολλά , οι προεστοί , οι άρχοντες . Συχνά ο φτωχός ραγιάς , που τροφοδοτούσε το κλέφτικο κίνημα , ερχόταν σε σύγκρουση με τον άρχοντα , αλλά έβγαινε χαμένος . Αναγκαζόταν να φύγει απ' το χωριό η να δεχτεί τους όρους του άρχοντα , μπαίνοντας στη δουλειά του , καλλιεργώντας με λιγοστή απολαβή τα χωράφια του , φυλάγοντας για λίγο μαξούλι ( τυροκομικά προϊόντα ) το μεγαλοκόπαδό του . Από τους άρχοντες διορίζονταν οι προεστοί των χωριών και αυτοί έπαιρναν συχνότερα το αρματολίκι , εκτός αν η τούρκικη διοίκηση για να διχάσει τους κλέφτες η ν' απολυτρωθεί από κάποιον που δεν μπορούσε αλλιώτικα να τον αποδυναμώσει και , μπροστά στο ασίγαστο πάθος του ενάντια στον τούρκο , αναγκαζόταν να του παραχωρήσει το αρματολίκι , έχοντας ωστόσο την προοπτική εξόντωσής του σε κατάλληλη ευκαιρία . Αυτό ανάγεται σε αξίωμα , την περίοδο του Αλή πασά . < Ίνα διατηρήσωσι καλάς μετά του Αλή σχέσεις οι αρματολοί όφειλον να υπηρετούν αυτόν κατά το δοκούν αυτώ . Φοβερά επήρχετο τιμωρία δι' οιανδήποτε απόπειραν ανεξαρτησίας η αμφιταλαντεύσεως > , γράφει ο Σπ. Λάμπρου , ενώ ο Μ. Οικονόμου σημειώνει πως διά της πανουργίας και δολιότητάς του ο Αλή πασάς κατόρθωσε να εξοντώση τα καλύτερα παλληκάρια της Ρούμελης δι' αλληλοκτονίας > .
Ο Γιάννης Βλαχογιάννης εξάλλου γράφει πως στη Ρούμελη < τα μίση ανάμεσα στους παλιούς Κλέφτες η Αρματωλούς και τους κοτσαμπάσηδες ( που ο Αλήπασσας τους είχε δώσει πολύ πιο μεγάλη δύναμη παρά πρωτύτερα ) φέρανε μεγάλα φονικά > .
Προύχοντας της περιοχής υπήρξε ο Αναγνώστης Τούντας ή Πανουργιάς ή Παπαδογεωργόπουλος , που γιος του ήταν ο Αναστάσιος Λιδωρίκης γεννημένος το 1797,
Ευνοούμενος του Αλή κι’ αγωνιστής το 1821 , και που δεν έχει σχέση με την οικογένεια του επίσης προύχοντα , Θανάση Λιδωρίκη που το πρωτινό τους όνομα ήταν Σκαρλάτος .
Ο Τούντας κατά τον Γούδα « εχρημάτισεν άρχων ( κοτζάμπασης ) εκ των επισήμων , είχε σχηματίσει ικανήν περιουσίαν ουκ ευκαταφρόνητον , εκέκτητο μάλιστα εν Λοιδωρικίω και μέγαρον , όπερ εκαλείτο Σαράϊον » .
Άλλος γνωστός κοτσάμπασης της περιοχής ήταν ο από την Αρτοτίνα Αναγνώστης Φασίτσας , που βεβαιώνει και γράφει την ομολογίαν του χωριού με την οποία οι κάτοικοι παραχώρησαν για 43 γρόσια μέρος για να εγκατασταθεί στο χωριό , από τη Φθιώτιδα πατέρας του Ανδρίτσου Σαφάκα , Καραδήμας . Η περιφάνεια του η ρωμέϊκη όμως , και η αγάπη του στους ραγιάδες του τόπου του – η συνεργασία των κοτσαμπάσηδων με τους Τούρκους είναι γνωστή , υπήρχαν όμως και οι εξαιρέσεις – του στοίχισε τη ζωή .
Διασώζει ο Δημ.Λουκόπουλος :
« Και στα 1806 ακόμα αυτός ( ο Αναγνώστης Φασίτσας ) ήταν ο κουτζάμπασης ( της Αρτοτίνας ) . Φαίνεται από επιγραφή που βρίσκεται τοιχισμένη στον Άι-Γιάννη τον Πρόδρομο κοντά στην Αρτοτίνα όπου καλογερεύτηκε κι’ ο Θανάσης Διάκος .
Ο Φασίτσας είχε κακό τέλος . Τον διέταξε ο μεγαλύτερος αγάς του Λιδωρικιού να κάμη έρανο στο χωριό του – όπως και τ’ άλλα χωριά – και να φέρη τα χρήματα στην πρωτεύουσα να τα δώση γιά να κτιστή κάποιο σαράι . Αυτός όντας φιλελεύθερος , αντίς να κάμη αυτό σηκώθηκε και πήγε στο Λιδωρίκι . Ήρθε στο μέρος που έχτιζαν οι μαστόροι , έκοψε τα ράμματα , πέταξε τα σφυριά τους λέγοντας : Δεν έχει ο ραγιάς να πληρώσει άλλον κεφαλικό φόρο . Πήγε και στον Αγά έπειτα και του παραπονέθηκε πικρά γι’ αυτή την παράνομη φορολογία που είχε αξίωση να πλερώσουν οι φτωχοί ραγιάδες . Ο Αγάς προσεποιήθηκε πως δεν θύμωσε , τον καλοπήρε μάλιστα λέγοντάς του: « Το δικό σου το χωριό , αφού δεν έχει ας μην πλερώση τίποτα » .
Ο Φασίτσας παίρνοντας γιά ειλικρινή αυτή την εξομολόγηση του Τούρκου : Ε τότε Αγά μου , όχι σαράι να χτίσης μα και παλάτι ακόμα εύχομαι . Μόνο το χωριό μου να μην πλερώση τίποτα που φτωχό και δεν έχει ! είπε . Ο Αγάς περιποιήθηκε όσο μπορούσε τον κουτζάμπαση της Αρτοτίνας , ύστερα διάταξε και του πρόσφεραν καφέ , όπου είχαν ρίξει δηλητήριο μέσα . Ο καημένος ο Φασίτσας έπιε ανύποπτα τον καφέ του κι’ ύστερα αποχαιρέτισε τον Τύραννο κι’ έφυγε γιά το χωριό του . Ώσπου να φτάση στα Πίσω Χωράφια της Γρανίτσας τον έκοψε το δηλητήριο .Εδεκεί έπεσε και πέθανε . Τον έφεραν νεκρό με ξυλοκρέβατο στην Αρτοτίνα .
Πήγε ύστερα κι’ ο γιός του Κων. Φασίτσας στη Λάρισα , στον πασά να βρη δίκιο γιά τον άδικο θάνατο του πατέρα του . Αλλά που να βρης δίκιο απ’ τους Τούρκους . Τον ξεγέλασε με κάτι δώρα που του πρόσφερε και τον έστειλε πάλι στην Αρτοτίνα κάνοντάς τον κουτζάμπαση ».
Σε ό,τι αφορά την κατοικία και τον εξοπλισμό του σπιτιού κι’ εδώ υπήρχε η διαφορά ανάμεσα στον γεωργοκτηνοτρόφο και τον άρχοντα . Φτωχοκόνακο του τσοπάνη , ισόγειο και με λιγοστά πράγματα του γεωργού , διόροφο πέτρινο , με χαγιάτια , πλούσια επιπλωμένο με στρωσίδια , κελάρια , μουσάντρες κι’ ασημικά το σπίτι του κοτσάμπαση .
Ορισμένοι μεγαλονοικοκυραίοι μπορούσαν κι’ εκείνοι να φτιάξουν διόροφο σπίτι , μα εύκολα , με την απλότητά του , ξεχώριζε από κείνο του άρχοντα .Ακόμα και στη φορεσιά η διαφορά ήταν ολοφάνερη . Φτωχοντυμένοι οι γεωργοκτηνοτρόφοι , με πλούσια και φανταχτερή φορεσιά οι κοτσαμπάσηδες . Κυριαρχούσαν φυσικά η φουστανέλλα , οι πουκαμίσες , τα γιλέκα , στους άντρες , το μαλλινοφούστανο , η μικρή κάπα σα ζακέτα , το κεφαλομάντηλο , στις γυναίκες . Οι προύχοντες είχαν μεταξωτά φορέματα , με κεντημένα γαιτανογέλεκα με χρυσοκλωστές και βελούδινη πατατούκα ( παλτό ) . Η ντυμασιά και του φτωχού και του άρχοντα συμπληρωνόταν συχνά , με φέσι η κεφαλόδεσμο και το πεσλί στο ζωνάρι , με την καπνοσακούλα , την ίσκα και το τσκμάκι , κάποτε μαχαίρι μαυρομάνικο και πιστόλα , αν η τοπική εξουσία το επέτρεπε , αν και το τελευταίο ήταν προνόμιο του αρματωλού και του κοτσάμπαση που υπηρετούσε τον Τούρκο .
Σ' ένα κείμενο , δημοσιευμένο στα 1868 , λίγα χρόνια μετά την Επανάσταση , συναντάμε αρκετά και σημαντικά στοιχεία που αναφέρονται στο κεφαλοχώρι της περιοχής και που την περίοδο εκείνη έχει 220 οικογένειες και κάπου 1300 άτομα , την Αρτοτίνα , που ο συγγραφέας του κειμένου επιμένει στη γενναιότητά τους και το φιλέκδικο του χαρακτήρα τους .
Σχετικά με τα προϊόντα τους και τη βιοτεχνία τους μας δίνει ορισμένα στοιχεία , που σε περιορισμένη κλίμακα θάταν περίπου τα ίδια σε όλη τη Δωρίδα - μιά που η χρονική απόσταση δεν είναι μεγάλη - και στα τελευταία τουλάχιστον χρόνια Τουρκοκρατίας , αν λογαριάσουμε πως μηδαμινοί κοινωνικοί μετασχηματισμοί παρατηρούνται στο διάστημα από την απελευθέρωση κι' ως τη χρονιά της περιγραφής .
< Τα προϊόντα του τόπου είναι - γράφει ο Φ. Παπαδόπουλος - γεννήματα, οίον σίτος , αραβόσιτος , κριθή , και ολίγη σίκαλη ( μη επαρκούντα όμως προς τροφήν των κατοίκων ) , οίνος , ορεινά οπωρικά , οίον μήλα , κεράσια , κυδώνια  , κάρυα , κλπ και μαλλία , βούτυρον και τυρίον δι' εξαγωγήν , εκ της πωλήσεως των οποίων ( μαλλίων , βουτύρων και τυρίων ) , ως και των ρηθέντων οπωρικών προμηθεύονται οι πλείστοι εκ των ενταύθα την αναπλήρωσιν των απολύτως αναγκαίων των , εξ Αμφίσσης , Δαδίου και Υπάτης . Η βιομηχανία είναι πολύ περιορισμένη εις τον τόπον τούτον , διότι εκτός τινων ραπτών και υφαντριών οι λοιποί άνδρες τε και γυναίκες ενασχολούνται εις τας πρωτίστας τέχνας δηλ. την γεωργίαν και τα ποίμνια , αριθμούμενα ήδη ενταύθα περί τας 15 χιλιάδας , τινές δε ήρξαντο ήδη εσχάτως μετερχόμενοι και εμπόριον ζώων τε και διαφόρων άλλων πραγματειών > .
Όσο για τη φορεσιά τους , τη διαχωρίζει από κείνη των νησιών και όσων άρχισαν να χρησιμοποιούν την ευρωπαϊκή στις πολιτείες και τη συσχετίζει με τη φορεσιά του ευρύτερου ελληνικού χώρου , που έχει ομοιότητες με την αλβανική , όπως γράφει .
Η περιγραφή του σε ό,τι αφορά την αντρική φορεσιά περιλαμβάνει : τσουράπια , τσαρούχι που δένεται με σχοινί η παπούτσι από κατεργασμένο δέρμα , καλτσοδέτα που δένεται σφιχτά στην κνήμη του ποδιού , βρακί ή βράκη που περικαλύπτει τους μηρούς και το κρατάει δεμένο στην κοιλιά , η βρακοζώνα ή βρακοζούνα , μικρό χιτώνα που φτάνει ως το μηρό , το κοντοπόκαμσο , τη φουστανέλα από πολλές δίπλες βαμπακερό ύφασμα κατασκευασμένη , το πανωκάλυμμα της φουστανέλας η κορμί όπως το αποκαλούν , το ζωνάρι ( ζώνη ) , τη μάλλινη φανέλα που φορούν κατάσαρκα , το γιλέκο η ζωστάρι , με μανίκια η χωρίς μανίκια που κουμπώνει σταυρωτά στο στήθος , το μανικάτο η τσιπούνι που φτάνει ως τη μέση , αφήνοντας ένα μέρος του στήθους ακάλυπτο , τη φέρμελη που κι' αυτή φτάνει ως τη μέση του κορμιού , το ντουλαμά που φοριέται πάνω από τη φουστανέλα και το γιλέκο που φτάνει ως τα γόνατα , τη φλοκάτα από τα κρόσια που έχει η σιάρκα , είδος παλτού και την κάπα η καπότα από γιδίσιο μαλλί που χρησιμοποιείται σαν παλτό , την περίοδο του χειμώνα και σκούφια η φέσι , με φούντα , σε διάφορα σχήματα και χρώματα .
Τα τσαρούχια η πέδιλα των γυναικών μοιάζουν με εκείνα των ανδρών κι' ακόμα φορούν τσουράπια βαμπακερά η μάλλινα ως το γόνατο , πουκάμισο βαμπακερό , γκιουρτή η τσιπούνι μάλλινο φόρεμα χοντρό που ξεπερνάει το γόνατο , σιγκούνα η μανίκω που μπαίνει πάνω απ' το γκιουρτή , φλοκάτη χοντρή και σε σκούρο χρώμα , σα μάλλινο παλτό , ζωνάρι , και στο κεφάλι μικρό φέσι η σκούφια η τετράγωνο μαντήλι σε διάφορους χρωματισμούς . Κάθε καλύτερο φόρεμα που το βάζουν οι γυναίκες στις γιορτές το αποκαλούν γιουρτοφόρι .
Με την περιγραφή αυτή προσεγγίζουμε στη φορεσιά των κατοίκων της Δωρίδας , κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας .
Όσον αφορά στα ονόματα που επικρατούσαν κατά την περίοδο αυτή έχουμε ένα χειρόγραφο του μοναστηριού της Βαρνάκοβας τ6ου 1850 , που περιλαμβάνει βαπτιστικά ονόματα , από την " Παρρησία " και την " Πρόθεση " του μοναστηριού . Σύμφωνα με το χειρόγραφο < το πλέον δημοφιλές όνομα ανδρός είναι το Γεώργιος , ακολουθούν δε τα Ιωάννης , Κωνσταντίνος Δημήτριος , Παναγιώτης , Νικόλαος , Αθανάσιος . Όσον αφορά στα γυναικεία ονόματα τα σκήπτρα της δημοτικότητας κατέχει το Μαρία , ακολουθούν τα Αικατερίνη , Ασήμω , Ζωή , Αναστασία , Γιαννούλα και Κρυστάλλω > . Αν λογαριάσουμε την απόσταση από τα χρόνια της δουλείας , μπορούμε να ισχυρισθούμε πως κάτι παρόμοιο συνέβαινε και τότε κατά κατηγορίες , θα δούμε ότι από την εκκλησιαστική παράδοση προέρχονται τα : Αγγελική , Αγγέλω , Αθανάσιος , Ανδρίτζος , Αικατερίνη , Κατερίνη , Αναστασία , Τασία , Ανδρέας , Αντρούτζος , Άννα , Αντώνιος , Αποστόλης , Βασίλειος , Βασιλική , Βασίλω , Γεώργιος , Γρηγόρης , Δέσπω , Δημήτριος , Δήμος , Μήτρος , Δημητρούλα , Ειρήνη , Ευαγγέλης , Ευδοκία , Ευστάθιος , Ευσταθού , Σταθού , Ζαχαρίας , Ζωίτσα , Ζωίτζω , Ηλίας , Θεοδόσιος , Θεόδωρος , Θεοδώρα , Θοεφάνης , Φώτης , Φώτω , Θεοχάρης , Ιωάννης , Γιαννού , Κυριακή , Κωνσταντίνος , Κώνστας , Κωνσταντίνα , Λάμπρος , Λεόντιος , Λουκάς , Μαγδάλω , Μάρθα , Μαρία , Μαρίνα , Μάρκος , Μελάνης , Μιχαήλ , Μίχος , Νικόλαος , Νικολέτα , Παναγιώτης , Πναγιωτάκης , Πανάγος , Παντελέων , Παρασκευή , Παράσχος , Παύλος , Πέτρος , Σιδέριος , Σίμων , Σπυρίδων , Σπιλιώτης , Σταύρος , Στεφάνιος , Στάικος , Συμεών , Σωσάννα , Σουζάνα , Σωτήριος , Σωτήρης , Σωτήριος , Χαράλαμπος , Χαρίτος , Χριστόδουλος , Χρίστος και Χριστίνα , από την ιστορική παράδοση : Αλεξανδρής , Αλεξένδρα , Αλέξιος , Αρχόντης , Αρχόντω , Δαμάσκω , Ζωγράφος , Κυριατζής , Κυρήτζης , Μαργαρίτα , Ρίνζος , Σουλτάνα , Στάτειρα , Φράγκος και Βέργος , φτιαγμένα από ελεύθερη αμτίληψη : Αγόρω , Ακρίβω , Αλεφάντω , Αλτάνα , Ανθούλα , Ασημάκης , Ασήμω , Ασημίνα , Αστέρω , Αυγέρης , Αυγέρω , Αιγίτζα , Βαρσάμιος , Βαρσαμής , Βαρσάμω , Βέργος , Βιολέτα , Γαρουφαλιά , Γαρουφαλία , Γαρουφαρία , Γαρούφω , Γαρέφω , Δάφνη , Διαμάντιος , Διαμαντής , Διαμάντω , Δροσίνα , Ευγένα , Τρισεύγενη , Ζαφείριος , Ζαφείρα , Ζαφείρω , Ζήσιμος , Πολυχρόνης , Καλομοίρα , Κονδύλα , Κοντύλα , Κοντύλω , Κρουστάλλω , Κροστάλλω , Λελούδα , Μαλάμω , Μελάχρω , Μόρφω , Ξανθή , Ξάνθη , Παγώνα , Πλούμης , Πλούμου , Πλούμπω , Σταμάτης , Στάμος , Στάμω , Στέριος , Τριαντάφυλλος , Τριάντος , Τριανταφύλλω , Φέγγω , Χρυσούλα , Χρυσάνθη , Χρυσάφω , Χρυσάφου , και ονόματα άγνωστης προέλευσης : Αγιούλα , Αργώνιος , Κούμπω , Κούπω , Πελεσίτζα , Τούντας .
.Σ υ ν ε χ ί ζ ε τ α ι ….

No comments: