- 5 -
Από τα πρώτα χρόνια της Τούρκικης σκλαβιάς η Δωρίδα στάθηκε προπύργιο της Κλεφτουριάς . Άνθρωποι , από ιδιοσυγκρασία , φιλελεύθεροι οι κάτοικοι , ζώντας σ' ένα ορεινό χώρο που προσφερόταν για αντίσταση και κρησφύγετο στους διωγμούς , δημιούργησαν κλέφτικα σώματα από τα πιο σημαντικά στην Κεντρική Ελλάδα και οι καπεταναίοι της στάθηκαν φημιστοί στην εποχή τους . Θ' αναφερθούμε σους πιο σημαντικούς .
Από τους πρώτους που σήκωσαν κεφάλι ενάντια στην Τουρκιά και στάθηκε περίφημος για την αξιοσύνη του , είναι ο Χρήστος Μηλιόνης από την Ποτιδάνεια ( Άπάνω Παλιοξάρι ) της Δωρίδας . Τα περισσότερα στοιχεία γιά τη δράση του τα βρίσκουμε στον Φωριέλ , που γράφει :
<< Από όλα τα κλέφτικα τραγούδια της συλλογής μου το τραγούδι του Μηλιόνη είναι χρονολογικώς το παλαιότερον , και ο οπλαρχηγός διά τον οποίον αυτό εστιχουργήθη , είναι πιθανώτατα ο παλαιότερος όλων εκείνων , τους οποίους ο λαός τραγουδεί ακόμη και σήμερον . Κατήγετο από την μεσημβρινήν Ακαρνανίαν και από αυτόν αρχίζει δι' ημάς η μακρά σειρά των περιφήμων Κλεφτών των Αγράφων . Το επώνυμο Μηλιόνης προστεθέν εις το όνομά του Χρήστος υπονοεί το είδος του όπλου , το οποίον εμάχετο . Εις την νεοελληνικήν υπάρχουν ιδιαίτερα ονόματα διά τα διάφορα είδη όπλων : τα μακρύτερα ονομάζονται μ η λ ι ό ν ι α , εις τον ενικόν μ η λ ι ό ν ι και ένα μηλιόνι έφερε ο Χρήστος ο ίδιος , φοβερό τουφέκι , του οποίου η ανάμνησις διατηρείται ακόμη εις την Ακαρνανίαν , Δεν είναι εύκολον να καθορίσωμεν πότε έζησε ο Μηλιόνης , δυνάμεθα μόνον να βεβαιώσωμεν ότι απέθανε προ του τέλους του ΙΖ' αιώνος , και συνεπώς το τραγούδι , εις το οποίον εξυμνείται , είναι παλαιότερον των 130 ετών . Το ότι διετηρήθη περισσότερον άλλων τραγουδιών εις το στόμα του λαού οφείλεται μάλλον εις την τραγικήν παραδοξότητα της περιπετείας , η οποία είναι το θέμα του , παρά την ποιητικήν του αξίαν . Όταν κάποτε ήτο Κλέφτης επαναστατημένος επάνω εις τα όρη , ο Χρήστος Μηλιόνης επέδραμε απροόπτως κατά της Άρτας και ανήρπασε τον καδή , τον οποίον μετέφερε αιχμάλωτον με δύο αγάδες της χώρας , εις αυτούς διεννοείτο να επιβάλη βαρειά λύτρα . Η θρασεία αυτή πράξις επροκάλεσε θόρυβον και ο μουσελίμης - ο αντιπρόσωπος του πασά εις την επαρχίαν - θεώρησε καθήκον του να τον τιμωρήση . Ανέθεσε εις τον προεστόν Μαυρομάτην και τον δερβέναγα Μουχτάρ Κλεισούραν , να του φέρουν τον Χρήστον νεκρόν η ζωντανόν . Ο Μουχτάρ θεωρήσας ευκολώτερον να φέρη εις πέρας την επικίνδυνον αποστολήν του διά του δόλου παρά διά της δυνάμεως , ανέθεσεν τούτο εις ένα Τούρκον της φρουράς του , τον Σουλεϊμάνην , ο οποίος συνδεόμενος διά φιλίας με τον Χρήστον , ηδύνατο να τον πλησιάση , χωρίς να γεννήση υποψίας , και ούτω να εύρη την ευκαιρίαν να τον φονεύση ή να τον συλλάβη . Μετ' ολίγον ο Σουλεϊμάνης συνήντησε πράγματι τον Χρήστον εις το μικρόν χωρίον του Αλμυρού , επί των κλιτύων των λόφων του Βάλτου , και η συνάντησίς των ήτο πολύ φιλική . Φαίνεται ότι ο Τούρκος , συγκινηθείς από την φιλικήν υποδοχήν και την εμπιστοσύνην του Κλέφτη , παλαιού του φίλου , μετά του οποίου << είχε φάει ψωμί και αλάτι >> , δεν ηθέλησε να τον συλλάβη προδοτικώς και του απεκάλυψε τιμίως τον σκοπόν της αποστολής , με την οποίαν ήτο επιφορισμένος . Συνήφθη λοιπόν ματαξύ γενναίων μια μάχη , κατά την οποίαν κατά ιδιοτροπίαν της μοίρας , εφονεύθησαν και οι δύο >> .
Ο Κωνσταντίνος Σάθας τοποθετεί τη δράση του Μηλιόνη στο τέλος περίπου του 18ου αιώνα , σημειώνοντας :
<< Κατά τα 1750 προς τα 1760 οι αρματωλοί Βλαχαρμάτας Βέργος εκ Μαυρολιθαρίου , Χρήστος Μηλιόνης εκ Λοιδορικίου , Λάμπρος και Μήτρος Τσεκούρας εκ Γαλαξειδίου , Γιάννης Βουνιχωριώτης , Κώστας Ντράλλος εκ Δαδίου και άλλοι , ων τα ονόματα δεν διέσωσεν η παράδοσις , ύψωσαν την σημαίαν της επαναστάσεως εις τας επαρχίας Παρνασσίδος και Δωρίδος . Αγνοείται ο αριθμός των μεθεξάντων εν τη καταπνιγείση εκείνη ανταρσία κλεπτών . Η παράδοσις όμως αναφέρει , ότι ήσαν πολλοί , και τοσούτον επήροντο εις τας εαυτών δυνάμεις , ώστε ανέκραζον << κατέβα Παναγιά , να πολεμήσωμεν >> . Οι εν λόγω επαναστάται κατετρόπωσαν εις διαφόρους συμπλοκάς τους Τούρκους του Μαλανδρίνου και του Λοιδορικίου , φονεύσαντες και τινα βέην Μπεκήρην ονομαζόμενον , ένεκα όμως της επελθούσης διαιρέσεως οι μεν υπό την αρχηγίαν του εκ Γαλαξειδίου Λάμπρου Τσεκούρα διηυθύνθησαν κατά των Σαλόνων , οι δε υπό την αρχηγίαν του Χρήστου Μηλιόνη προς την Αιτωλίαν >> .
Στη συνέχεια περιγράφει τις μάχες που έδωσε ο Λάμπρος Τσεκούρας κύρια στην περιοχή της Παρνασσίδας και τον θάνατό του από τον μπέη των Σαλώνων με μπαμπεσιά στο λιοστάσι , που βρίσκεται μπροστά στην πολιτεία , κι επανέρχεται στη δράση του Μηλιόνη , αφού αναφερθεί και στον αγώνα του Γαλαξειδιώτη Γιάννη Τραγανή και του Βλαχαρμάτα , που σκοτώθηκαν , ο πρώτος σε μάχη και ο δεύτερος με βασανιστήρια , αφού πιάστηκε με προδοσία .
<< Μετά τον θάνατον του Λάμπρου ο επιζήσας αυτάδελφος αυτού Μήτρος Τσεκούρας , ηνώθη μετά του εν Αιτωλο-Ακαρνανία τότε διατρίβοντος αρματωλού Χρήστου Μηλιόνη , μεθ ου πρότερον συνηγωνίσθη . Το επόμενον άσμα , δυστυχώς ελλιπές διατηρηθέν , αναφέρει την ένωσιν ταύτην . Ο ήλιος βγήκε στα βουνά , ψηλά στα κορφοβούνια. Πουκάτου σ' έναν έλατο , κοντά σε κρύα βρύση , ο Μήτρος ελημέριαζε με τον Χρήστο Μηλιόνη . Εκουβεν΄τιάζαν κι' έλεγαν τα δυο καπετανάτα..... Ο Χρήστος Μηλιόνης μετά του Τσεκούρα , εκ του Βάλτου , κατέφυγον εις την Ήπειρον , και εισελθόντες εις την Άρταν ηχμαλώτισαν τον κατήν και δύο αγάδες . Η τολμηρά αυτή πράξις μέγαν εποίησεν κρότον , και διά Σουλτανικού φιρμανίου διετάχθη ίνα καταδιωχθή συντόνως ο τολμηρός αρματωλός , ο μουσελίμης προσεκάλεσε τους εν Ακαρνανία δερβεναγάδες Μουχτάρ Κλεισούραν και Μαυτομάτην ίνα τω φέρωσι την κεφαλήν του Μηλιόνη . Αλλ' ούτοι γνωρίζοντες φαίνεται , προς τινα έμελλον να πολεμήσωσι , δεν ενήργησαν εντόνως την καταδίωξιν . Σουλεϊμάνης τις γνωστός τω Μηλιόνη , απεφάσισεν ίνα , καταχρώμενος της φιλίας , δολοφονήση τούτον . Συναντηθέντες εις Αλμυρόν ησπάσθησαν , καθ' όλην την νύκτα ηυθύμησαν , την δε πρωίαν ο Σουλειμάνης εξεφράσθη προς τον Μηλιόνη την αιτίαν της αφίξεώς του , προσκαλέσας τούτον εις παράδοσιν , επειδή δε ο Χρήστος ηρνήθη , ο Σουλειμάνης επυροβόλησεν , αλλά και ο Μηλιόνης έπραξεν το αυτό , αι δύο σφαίραι ταυτοχρόνως εξήλθον , και αμφότεροι έπεσαν νεκροί >> .
Τρία πουλάκια κάθονται στη ράχη στο λημέρι .
Το ‘να τηράει τον Αλμυρό , τ' άλλο κατά το Βάλτο ,
το τρίτο το καλλίτερο μυριολογάει και λέγει .
<< Κυριέ μου , τι να γίνηκεν ο Χρήστος ο Μηλιόνης ; Μηδέ στο Βάλτο φάνηκε , μηδέ στην κρύα βρύσι , μας είπαν πέρα πέρασε κι' εμβήκε μες την Άρτα , κι' επήρε σκλάβο τον κατή , μαζί μεδυό αγάδες . Κι' ο Μουσελίμης τ' άκουσε βαρειά του κακοφάνη , τον Μαυρομάτην έκραξε και τον Μουχτάρ Κλεισούρα. << Εσείς αν θέλετε ψωμί , αν θέλετε πρωτάτα , τον Χρήστο να σκοτώσετε , τον Καπετάν Μηλιόνη , έτζι προστάζ' ο Βασιληάς και μώστειλε φερμάνι >> .
Παρασκευή ξημέρωνε , ποτέ να μ' είχε φέξει ,
κι' ο Σουλεϊμάνης στάλθηκε να πάγη να τον εύρη .
Στον Αλμυρό τον έφτασε , κι' ως φίλοι φιληθήκαν ,
ολονυχτίς επίνανε , όσο να ξημερώση ,
και πριν να φέξη η αυγή , πέρασαν στα λημέρια ,
κι' ο Σουλειμάνης φώναξε του καπετάν Μηλιόνη :
<< Χρήστο , σε θέλει ο Βασιληάς , σε θέλουν οι αγάδες >> .
<< Όσο ν' ο Χρήστος ζωντανός , Τούρκο δεν προσκυνάει >> .
Με το τουφέκι τρέξανε ένας να φάη τον άλλον ,
φωτιά εδώσαν στη φωτιά , πέφτουν κι' οι δυό στο τόπο...
Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης στο συνθετικό του ποίημα << Από την κυρά- Φροσύνη >> ( 1859 ) γράφει πως << αστράφτει ακόμα φλογερό , ανάμεσ' απ' τ' άλλα / του Χρήστου το περήφανο το φλογερό μηλιόνι >> και στον << Θανάση Διάκο >> ( 1867 ) τον αποκαλεί << του Βάλτου το θεριό >> , και γράφει πως << δυσκόλως δύναταί τις να προσδιορίση ακριβώς την εποχήν καθ' ην έζησεν . Μόνο δυνάμεθα μετά πιθανότητος να είπωμεν ότι περί τα τέλη της ΙΖ' εκατονταετηρίδος δεν υπήρχεν πλέον . Το πυροβόλον αυτού εφημίζετο αδιαμάρτητον , ώστε και μιλιόνια ονομάσθησαν μετά ταύτα πάντα τα έχοντα την αξίαν και το σχήμα εκείνου . Δεν παραδέχομαι την γνώμην του Φωριέλου πιστεύοντος ότι ο περιβόητος ούτος κλέπτης επωνομάσθη Μιλιόνης , διότι το πυροβόλον αυτού ήτο εκ των διακρινομένων διά του επιθέτου μιλιόνι . Νομίζω εξ εναντίας ότι το οικογενειακό του Χρήστου επώνυμον διαιωνίσθη μετά θάνατον υπό των εταίρων αυτού , επιτιθέμενον εις όσα πυροβόλα εφαίνοντο ομοιόσχημα προς το εκείνου . Σώζεται δημοτικόν άσμα εκ των παλαιοτέρων , εν ω εξυμνέίται ο θάνατος του ήρωος και όπου διαλάμπει ο εξής στίχος : Όσο είναι ο Χρήστος ζωντανός , Τούρκους δεν προσκυνάει >> .
Την περιγραφή των τελευταίων στιγμών του Καλιακούδα , με ελάχιστες διαφορές , περιγράφει και ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης :
<< Ο εκ Δωρίδος αρματολός Λουκάς Καλιακούδας εφονεύθη , ως γνωστόν , εν τη μάχη της Καβρολίμνης . Ο πιστός αυτού συναγωνιστής και φίλος Σάκος , ο εξ Ακαρνανίας , κατά παραγγελίαν του θνήσκοντος αρχηγού απέκοψε την κεφαλήν και μόνος απομείνας εν μέσω των πολεμίων , περιετύλιξεν αυτήν εντός της φουστανέλας και υπεχώρει μαχόμενος διά της δεξιάς χειρός προς τους επιτιθεμένους μαχητάς του Μήτσου Μπόνου . Άλλ ' η κεφαλή ολισθαίνουσα εκ του βάρους και του σχήματος κατέπιπτε πολλάκις και τότε εξήπτετο έρις περί αλώσεως αυτής ένθεν μεν αντιποιουμένων πάντων των Αλβανών , ένθεν δε μόνου του Σάκου . Τοιουτοτρόπως διέσωσεν αυτήν πολλάκις , αλλ' επί τέλους πληρωθείς εν τη ατελευτήτω πάλη και μη δυνάμενος πλέον ν' ανακτήση το πολύαθλον γέρας , εκτραπέν υπό των εχθρικών λακτισμάτων πέραν του κύκλου ον διέγραψεν το ξίφος , επέπεσε μανιωδώς κατά των πολεμίων και εφονεύθη καθ ' ην στιγμήν έψαυε διά των δακτύλων την κόμην του Καλιακούδα >> .
Ο Νικόλαος Κασομούλης σημειώνει πως ο Καλιακούδας ήταν πρωτοπαλίκαρο του Αντρούτσου , άκληρος ( δεν είχε παιδιά ) , γεννήθηκε το 1760 και σκοτώθηκε το 1804 , ενώ ο από το Παλαιοκάτουνο της Δωρίδος Αθανάσιος Λιδωρίκης , σφραγιδοφύλακας του Αλή πασά και μετά την απελευθέρωση πολιτικός , γράφει στ' απομνημονεύματά του :
<< Κατά την εποχήν εκείνην ( εννοεί γύρω στα 1788 ) ήτο γενικός καπιτάνος της επαρχίας Δωρίδος και Κραββάρων ο Λουκάς Καλιακούδας . Ο Αλής απεφασίσας ίνα καταστρέψει πάντας τους εις τον αρματωλικόν βίον επιδιδομένους , έστειλεν τον Δερβέναγαν Μέτσα - Μπόνον ( εκ Τεπελενίου ) προς εξόντωσιν και του Καλιακούδα , όστις ενωθείς μετά του Αλβανού ληστού Σάχου , κατέφυγεν εις Καβρολίμνην , όπου γενομένου φονικού πολέμου , καθ ' ον έπεσαν πολλοί Τούρκοι εφονεύθη και ο Καλιακούδας . Ο θείος μου Κοτρότσης πληγωθείς κατά την μάχην εκείνην εις τον πόδα κατέφυγεν εις την Ιθάκην , όπου έμεινε η οικογένεια του Καλιακούδα , διά να νοσηλευθή . Ο δε Δασκαλάκης τεθείς επί κεφαλής του εναπομείναντος σώματος του Καλιακούδα ελεηλάτει >> .
Ο Φωριέλ , που πρώτος κατέγραψε δημοτικό τραγούδι για τον Καλιακούδα , γράφει και κείνος πως ήταν πρωτοπαλίκαρο του Αντρούτσου και πως μετά το θάνατο του καπετάνιου του συνέχισε τον αγώνα << και γενναίως επολέμησε κατά των πολιτοφυλακών των Τούρκων και των Αλβανών >> . Στη συνέχεια παρουσιάζει το τραγούδι :
Να ήμουν πουλί να πέταγα , να πήγαινα του ψήλου ,
ν' αγνάντευα προς την Φραγκιάν , την έρημην Ιθάκην ,
να άκουγα την Λούκαιναν , του Λούκα τη γυναίκα ,
πως κλαίει , πως μυριολογά , ωσάν παπί μαδιέται ,
Σαν των κοράκων τα φτερά έχει την φορεσιάν της .
Στα παραθύρια κάθεται , τα πέλαγ' αγναντεύει ,
κι' όσα καράβια κι' αν περνούν , όλα τα ερωτάει .
<< Βαρκούλες , καραβάκια μου , χρυσά μου περγαντίνια , αυτού που πάτε κι' έρχεσθε στο έρημον τον Βάλτον , μην είδατε τον άνδρα μου , τον Λούκαν Καλιακούδαν ; >>
<< Ημείς ψες τον αφήσαμεν πέρα στο Γαυρολίμι , είχαν αρνιά και έψαιναν , κριάρια σουβλισμένα είχαν και πέντε μπέηδαις , ταις σούβλαις να γυρίζουν >> .
Πριν προχωρήσουμε στην παραλλαγή του Ιατρίδη , που νομίζω πως ιστορικά είναι η πληρέστερη και σ'άλλα θέματα σχετικά με τη δράση του Καλιακούδα , θα παρουσιάσουμε δύο απόψεις σχετικές με το τραγούδι αυτό , του Γιάννη Αποστολάκη και του Κώστα Ρωμαίου .
Το τραγούδι του Καλιακούδα - λέει ο Αποστολάκης - αρχίζει με τον πόθο του ποιητή να ήτανε πουλί , να μπορούσε να πετάξει , ψηλά στο Θιάκι , για ν' ακούσει τα μοιρολόγια της Λούκαινας . Το μοτίβο , γνωστό και πολυμεταχειρισμένο , μπαίνει γιά να θεμελιώσει την ένωση του ποιητή με το θέμα του τραγουδιού του . Η συνέχιση πάλι γίνεται με το συνηθισμένο μοτίβο της ξενητειάς η ερωτικό , όπου η μητέρα , η γυναίκα , η αρραβωνιαστικιά , ανήσυχη γιά τον ξενητεμένο δικό της , ρωτάει τους διαβάτες , τα πλοία , τα πουλιά , κάθε τι τέλος που ταξειδεύει , να μάθη την τύχη του ξενητεμένου της .Σ' άλλη παραλλαγή , τελειώνει το τραγούδι με το συνηθισμένο παράπονο της γυναίκας που δεν άκουσε τα λόγια της ο άντρας της παρά πήγε και έμπλεξε σε πόλεμο και σκοτώθηκε . Το παράπονο της γυναίκας είναι πλάγιος τρόπος να ειπωθεί και το περιστατικό του θανάτου .
Και στο ένα και στ'άλλο τραγούδι το πένθος και το κλάμα ξεκαθαρίζει στο τέλος σε παινέματα και σε ύμνο του σκοτωμένου >> .
<< Με το σύντομο μοιρολόγι της γυναίκας του Καλιακούδα - γράφει ο Κώστας Ρωμαίος - μαθαίνουμε χρήσιμες πληροφορίες . Προπάντων αποχτούμε εμπειρία για το μέτρο παλληκαριάς και τόλμης , με το οποίο ζύγιζε την αρετή του άντρα της η ίδια η γυναίκα του . Γιατί αληθινά , μέσα από το μοιρολόγι της απελπισμένης γυναίκας προβάλλει , έμμεσα αλλά καθαρά , το εγκώμιο της τόλμης του . Φανερώνει , στο βάθος , τον θαυμασμό της σε ένα τέτοιον άντρα , και ας μη πειθάρχησε ποτέ του εκείνος στους γυναικείους φόβους της και στις φρόνιμες συμβουλές της . Η συνομιλία της φρόνιμης Ανδρομάχης με τον ανυποχώρητο Έκτορα , όπως έγινε πάνω στο κάστρο της Τροίας , δεν ήταν η μοναδική . Πάντοτε μιά φρόνιμη γυναίκα συμβουλεύει , προφητεύοντας άθελά της ένα βέβαιο σκοτωμό >> .
Ό Καλιακούδας πήρε μέρος με τον Αντρούτσο και στη σύγκρουση του καπετάνιου του και του Κατσώνη με Τούρκους και Φραντσέζους στο Πόρτο Κάγιο και διέσχισε το Μωριά , από κει ως τη Βοστίτσα με το ασκέρι που απόμεινε , για να συνεχίσει τον αγώνα του στη Δωρίδα .
Η πληροφορία του Γ.Αντωνόπουλου , σε βιογραφία του Ζαχαριά , ότι σκοτώθηκε στην πορεία εκείνη είναι λαθεμένη . Κι' ας έρθουμε τώρα , ολοκληρώνοντας για τον Καλιακούδα , στο τραγούδι του Α. Ιατρίδη , που είναι το παρακάτω :
Ένας αετός εκάθονταν , ψηλά 'ς τη Γαβρολίμνη ,
μοιρολογούσε κ' έλεγε , πικρό τραγούδι λέγει .
Γράφη ο Σάκκος μιά γραφή , στέλλει του Καλλιακούδα .
-Υγειαίς και χαιρετίσματα , προς ' σένα Καλλιακούδα ,
τώμου να ιδής το γράμμα μου , και λάβης τη γραφή μου ,
να μάσης τα μπουλούκια σου κι' όλον τον ταιφά σου .
Ν' αύγης κατά Μαλάματα , πάνω ' ς τη Γαυρολίμνη .
Με τον πασσά του Νέπαχτου , και με τον Μουσελίμη .
Σαράντα μέρες πόλεμο , και ' ξήντα ' μερονύχτια .
Κι' ο Δασκαλάκης ' φώναξεν από το μετερίζι :
-Άιτε Λουκά μ' να φύγωμε , 'ς την Πρέβεζα να πάμε ,
κι' ο Μέτσε - Μπόνος έρχεται , με τριάντα δυο χιλιάδες .
Μπουλούκ-μπασάδες δώδεκα , κι' ατός του παληκάρι ,
κι' ο Καλλιακούδας 'ρέκαξε , σαν άλογο βαρβάτο .
- Σαν έρθη καλώς έρχεται , κανένα δεν φοβούμε ,
σαράντα πέντε σκότωσα , όλους μπουλούκ-μπασάδες .-
Λύσε Λουκά μου τα παιδιά απόλυσ' τα μπεγόμπλα ,
σωροί κωφάρια Κοναργιά , ς' του Σάκκου το ταμπούρι .
Σωροί κωφάρια αρβανιτιά , 'μπρισθά 'ς του Κλλιακούδα .
Κι' οι άπιστοι συντρόφοι του , οι Τουρκοαρβανίταις ,
έρριξαν και τον σκότωσαν , μεσ' από το ταμπούρι .
Κι' ο Δασκαλάκης 'πρόφθασε , του πήρε το κεφάλι ,
κι' οι αρβανίταις τα σκυλιά του κόψανε το χέρι .
Το πήραν και το πήγανε , 'ς τα Γιάννενα 'ς τη χώρα .
Όλοι φλωριά τους κέρασαν , άλλοι τρία και πέντε ,
κι' Αλή- Πασάς ο άπιστος , δίνει σαπάντα πέντε .
Ετούτος είν 'ο κερατάς , είπεν , ο Καλλιακούδας ;
Που κίρτισε τ' ασκέρι μου
κι' όλους τους τσαρκαντσίδες .
Ο χαλασμός και του Καλιακούδα εντάσσεται στο γενικό κατατρεγμό της κλεφτουριάς , που κορυφώθηκε στην περίοδο που τη Ρούμελη , και τη Δωρίδα φυσικά , εξουσίαζε ο Αλή πασάς .
Γράφει σχετικά ο Βλαχογιάννης :
<< ...Όσο για τη Ρούμελη , από τα 1783 , που διορίστηκε ο Αλής γενικός ντερβέναγας της χέρσας Ελλάδας , με το σκοπό να ξεριζώσει των Κλεφτών και των Αρματολών τη δύναμη , που είχε πολύ ψηλά σηκώσει το κεφάλι , ποτέ δεν έπαψε εκεί πέρα να βροντάει το ντουφέκι . Είτε Κλέφτες είτε Αρματολοί , με τη σειρά τους κατατρέχονται και ξεπατώνονται . Του Αλήπασα ο σκοπός ήτανε να βάλη στον τόπο των παλιών Αρματολών ντερβεναγάδες Αρβανίτες , και με τη δική του δύναμη να σβήση την κατακαημένη Κλεφτουριά . Και δεν του φτάναν τα Αρβανίτικα μπουλούκια , μα κι' η προδοσιά κι ο δόλος ήταν όπλα κι' αυτά χρήσιμα στα χέρια του . Η τραγωδία αυτού του χαλασμού , με τις τόσες αιματερές σκηνές της , είναι μεγάλη ,και δεν έπαψε από τα 1783 - 1820 , που χαλάστηκε κι' ο ίδιος ο Αλής . Αρχίζοντας το 1821 μετρημένοι στα δάχτυλα ήταν όσοι ζούσαν ακόμα Κλεφταρματωλοί και ζούσαν όσοι πιστοί σ' αυτόν κι' όσοι δοκιμασμένοι στην πίστη τους . Αυτή την τραγωδία την πολύχρονη ποτέ κανείς δεν θέλησε να την παραστήσει σαν κανένα κεφάλαιο της ιστορίας σημαντικό , ούτε ψηλά ως τα σύννεφα να το σηκώσει . Από ηρωικούς χρωματισμούς κι' από περιγραφές βροντόλαλες δε θα είχε ανάγκη αυτός ο ιστορικός , αν ήθελε να περιγράψει των Κλεφταρματωλών της Χέρσας Ελλάδας το χαλασμό , ένα μοναχά αυτός θάβρισκε πρόσκομμα , τις λιγοστές ιστορικές μαρτυρίες , που δε θα φτάνανε να ζωντανέψουνε γιομάτα την τραγωδία την πολυθρήνητη , που την κλαιν τα λαϊκά τραγούδια >> .
Περίφημος για τις καταδρομές του στη Δωρίδα υπήρξε και ο από τη Βουνιχώρα Μήτρος Βλαχοθανάσης , που στ' ασκέρι του πρωτομπήκε , παλικαρόπουλο , ο Αντρούτσος , για να τον διαδεχθεί αργότερα , όταν περασμένος στα χρόνια ο Βλαχοθανάσης αποσύρθηκε να περάσει ήσυχα τα στερνά του χρόνια στο χωριό του . Στην περίοδο που ο Αντρούτσος κι΄ο Βλαχοθανάσης , συναρχηγοί του κλεφτικου ασκεριού , δρούσαν στην περιοχή της Δωρίδας αναφέρεται και το περιστατικό , που από στοματική παράδοση , διασώζει ο Αντρέας Καρκαβίτσας :
<< Ο δερβέναγας του Μαλανδρίνου είχε καταλύσει εις Πλέσσαν , ακολουθούμενος υπό εξήκοντα και πλέον οπαδών , ότε ο προύχων του χωρίου , εμφανισθείς περίτρομος , ανήγγειλεν εις αυτόν την αιφνιδίαν άφιξιν του Ανδρίτσου . Κατά την εποχήν εκείνην ο διάσημος αρχικλέφτης περιήρχετο , ως απόλυτος κύριος ανά την Ρούμελην όλην , μη τολμώντος ουδενός ν' αντιπαραταχθεί προς αυτόν . Τα μεγάλα κατορθώματά του , η γενναιότης και η πολεμική ορμή των παλικαρίων του , είχον αναγκάσει τους τους τούρκους ν' αναγνωρίσουσι σιωπηλώς την υπεροχήν του και να φέρωνται προς αυτόν όπως προς ένα αυτοκέφαλον σωματάρχην , διά τον οποίον δεν ίσχυον τα σουλτανικά φερμάνια . Διό ο Δερβέναγας ήδη κατεταράχθη πολύ εις την είδησιν αυτήν της παρουσίας του . Εγνώριζεν αυτόν σπεύδοντα πάντοτε προς αναζήτησιν των δερβεναγάδων , ανυπόμονον εις εκδίκησιν της δεδουλωμένης πατρίδος , άπληστον πάντοτε εις πολεμικάς δάφνας και δεν ηδύνατο να πιστεύση ότι τώρα , άνευ σοβαρού τινός λόγου , είχεν έλθη εκεί . Θέλων δει ίνα προκαταλάβη τας διαθέσεις του , περοποιούμενος αυτόν , εζήτησεν ίνα συνομιλήσωσι κατά μόνας , αναγνωρίζων δήθεν την θέσιν του .
- Σαν θέλει ας έλθει , είπεν αδιάφορα ο Ανδρίτσος .
Τω όντι ο δερβέναγας , ακολουθούμενος υπό τεσσάρων οπαδών , ενεφανίσθη μετ' ολίγον εις την οικίαν του προύχοντος Καραμπελόγιαννου , όπου ο Ανδρίτσος κατέλυε μετά του Ηλία Βιδαλιώτη και του Βλαχοθανάση . Ενώ δε ο δερβέναγας συνήπτεν ομιλίαν περί διαφόρων πραγμάτων μετά του αρχικλέφτου και ετρέπετο εις φιλικάς προς αυτόν εξομολογήσεις , οι ακόλουθοί του περιεργάζοντο από κεφαλής μέχρι ποδών μετ' ακριβείας αυτόν και τα πιστά αυτού πρωτοπαλλήκαρα , ευτυχείς διότι ηδύναντο ν' ατενίσωσιν εις αυτούς αφόβως , ως εις φίλους . Το άγριον ύφος του Ανδρίτσου και του Ηλία το μεγαλοπρεπές παράστημα εκίνουν αυτούς εις έκπληξιν , ενώ του Βλαχοθανάση η ανδρική καλλονή , η εντελής κανονικότης των μελών του όλων , οι γλαυκοί και πλήρεις σοβαρού μυστηρίου οφθαλμοί , το ευρύ ηλιοκαές μέτωπον εν αντιθέσει προς την άφθονον ξανθήν κόμην του , μόλις λευκάζουσαν πού και πού εκ της ηλικίας , έφερον αυτούς εις άμετρον συμπάθειαν και θαυμασμόν .
Μετά τας νίκας αυτάς , οι αρματωλοί διηυθύνθησαν προς τα μέρη του Μαλανδρίνου , συγκροτήσαντες δε και ενταύθα μάχην ενίκησαν τους Τούρκους , κατά ταύτην όμως έπεσαν ανδρείως αγωνισθέντες ο εκ Γαλαξειδίου Κώστας Σουσμάνης , και ο εξ Αγίας Ευθυμίας Μήτρος Δενδούσης .
'Χτω λιγεραίς ξεκίνησαν 'πο μεσ' από το Σάλονα ,
στολίστηκαν , ελούσθηκαν και βάνουν τ' άρματά τους ,
τρεις πάνε κατά το Χρυσό , και τρεις στο Γαλαξείδι,
κ' η άλλαις δυό ξεκίνησαν στην Αγ.Θυμιά παγαίνουν ,
πάνε να βρούν τσ' αρματωλούς , τον καπετάν Ανδρούτσο .
Κ' Ανδρούτσος εξεκίνησε και πάει στο Μαλανδρίνο ,
παγ' να βαρέση την Τουρκιά , να παρ' αγάδες σκλάβους .
Δυό ώραις πολεμάγανε με τα σπαθιά στο χέρι .
Ο Κώστας εσκοτώθηκε κ' ο Μήτρος ο Δενδούσης .
Μετά την μάχην ταύτην , οι αρματωλοί ήρχισαν ίνα περιορίζονται εις αμυντικούς πολέμους , διότι μεγάλως επηρέασεν αυτούς ο εν Μαλανδρίνω θάνατος των δύο ανδρειοτέρων συντρόφων αυτών , και διότι τινές θέλοντες ιν' αναπαυθώσιν εκ των αλεπαλλήλων πολέμων , απήλθον εις τας πατρίδας των .
Οι αρματωλοί διαχειμάσαντες εις Βουνιχώραν , πατρίδα του Βλαχοθανάση , ανεχώρησαν , άμα τη ανοίξει , προς τα μέρη της Ναυπάκτου . Ο Βλαχοθανάσης , υπέργηρος ήδη ων ,απεφάσισεν ίνα παραιτηθή του αγώνος και αποθάνη ήσυχος εις τα χώματά του . Ο Ανδρούτσος , γνωρίζων την γενναιότητα και εμπειρίαν του γηραιού αρματωλού , θερμώς παρεκάλεσεν ίνα μεταβάλη σκοπόν και ακολουθήση τους συντρόφους . Αι παρακλήσεις εκλόνισαν την απόφασιν του αρματωλού , 'οστις αρπάσας το πυροβόλον ηκολούθησεν αυτούς , διότι ήτο πεπρωμένον ίνα αποθάνη πολεμών , ο εν πολέμω γεννηθείς και γηράσας Βλαχοθανάσης .
Στα Σάλονα σφάζουν τραγιά, και στο Χρυσό κριάρια ,
κ' Ανδρούτσος ελημέριζε ψηλά στη Βενιχώρα ,
<< Σήκω ψυχοπατέρα μου , η άνοιξι μας πήρε , να πάμε κα' τον Έπαχτο , να κάψωμε σεράγια , και το κεφάλ' ενού πασά να βάλλωμε σημάδι >>
- << Βρε καπετάνιο δεν μπορώ , εγέρασ' ο καημένος >> .
Αναχωρήσαντες εκ Βουνιχώρας , διήλθον το Μαλανδρίνον σφάζοντες και πυρπολούντες . Μετ' ου πολύ δ' έφθασαν έξω της Ναυπάκτου , προτιθέμενοι ίνα εισβάλωσι και φονεύσωσι τον διοικητήν Μουχτάρ πασσάν , καθ' ου ευλόγους αφορμάς μίσους είχον , διότι προ ολίγου συλλαβών ούτος τον εκ του χωρίου Ξυλογαιδάρας ψυχογυιόν του Ανδρούτσου , απανθρώπως εφόνευσεν . Ο Μουχτάρ πασσάς στρατολογήσας , εξήλθεν επί κεφαλής μεγάλων δυνάμεων κατά τούτων , οίτινες υπεκφεύγοντας την μάχην εκαιροφυλάκτουν προς γενναίαν επίθεσιν .
Τέλος μετά πολλάς υπεκφυγάς , ηναγκάσθησαν ίνα συμπλακώσι μετά των πολεμίων , η μάχη διήρκεσε καρτερικώτατα εξ αμφοτέρων των μερών επί πολλάς ώρας , και πολλοί είχον πέσει , χωρίς η νίκη να κλίνη προς ουδένα . Λυσσών ο γέρων Βλαχοθανάσης , όρμησε ξιφήρης προς το κέντρον των εχθρών , ίνα μετρηθή μετά του Μουχτάρ - πασσά σώμα προς σώμα , αι σφαίραι διηυθύνοντο κατ' αυτού βροχηδόν , καύσασαι όλην την εις τους αέρας κυματίζουσαν λευκοτάτην και μακράν αυτού γενειάδα , δύο σφαίραι τον επλήγωσαν εις την δεξιάν χείραν και άλλη επί του τραχήλου , ο αρματωλός , προφυλαττόμενος , επροχώρει , παρακολουθούμενος υπό του γενναιοκάρδου Ιωάννου Ξυλικιώτη , και μόλις επλησίαζον το προς ο διηυθύνοντο κέντρον , ο Ιωάννης κατατρυπηθείς υπό πολλών σφαιρών , έπεσεν επικαλούμενος την βοήθειαν αυτού , ο Βλαχοθανάσης έστρεψεν ίνα βοηθήση τον εκπνέοντα αδελφόν του , αλλά σφαίρα τρυπήσασα την κεφαλήν , τον έρριψε κατά γης .
Συνήθροισεν όλην την σβεννυμένην υπό του θανάτου φωνήν αυτού , και μόλις ηδυνήθη ν' απαγγείλη << παιδιά , πάρτε μας τα κεφάλια , και να' χετε την ευχή μου >>, εξέπνευσε .
Ο Ανδρούτσος ώρμησε μεθ' όλων των αρματωλών ίνα καταλάβη τα πτώματα , τα οποία έσπευδον ιν' αρπάσωσιν οι Τούρκοι . Τα πυρά διεσταυρώθησαν , πολλοί έπιπτον αμφοτέρωθεν , αλλ' ουδείς εγκατέλιπε το πεδίον . Οι αρματωλοί έχοντες απόφασιν η να λάβωσι τας κεφαλάς των δύο συντρόφων , η όλοι να πέσωσι , κραυγάζοντες ώρμησαν ακάθεκτοι .
Ήρχισεν να τρέπηται εις φυγήν το κέντρον του στρατού του Μουχτάρ , ότε ενεφανίσθη ο δερβέναγας της Ναυπάκτου Μητσο-Μπόνος μετ' αξιολόγου επικουρίας . Οι αρματωλοί ηναγκάσθησαν ίνα υποχωρήσωσιν εγκαταλιπόντες τας κεφαλάς του Βλαχοθανάση και του Ιωάννου Ξυλικιώτη , καταδιωκόμενοι δε υπό υπεραρίθμων εχθρών , διεσώθησαν εις του Σκορδά το χάνι , ο αριθμός των φονευθέντων Τούρκων υπήρξε σημαντικός , εκ των αρματωλών εφονεύθησαν πέντε , εν οις ο γέρων Βλαχοθανάσης . Τούτους θρηνών ο Ανδρούτσος λέγει :
Πέντε παιδιά μου σκότωσαν και τον Βλαχοθανάση ,
πέντε πλευρά μου τσάκισαν , και τη δεξιά μου πλάτη .
Η κεφαλή του Βλαχοθανάση αποκοπείσα υπό των Τούρκων περιήλθεν όλα τα πέριξ επιδεικνυομένη εν θριάμβω , και οι Τούρκοι , πλήρεις χαράς επί τω θανάτω του τρομερού αρματωλού , έδιδον δώρα εις τους περιφέροντας . Ακολούθως δε παραδοθείσα , επί αδρά ανταμοιβή , εις τον μπέην των Σαλόνων , υπέστη την τελευταίαν καταφρόνησιν , κρεμασθείσα άνω κοπρώνος .
Τα επόμενα τρία δημοτικά άσματα εικονίζουσι τα διηγηθέντα :
Α' .
Διαβάτ' από τον Έπαχτο , την άκρ' από τον λόγγο,
Ν' ακούσετε τον πόλεμο , που πολεμάει Ανδρούτσος ,
Ανδρούτσος κ' ο Μουχτάρ πασσάς κ' ούλα τα βιλαέτια .
Οι κλέφταις όλοι πολεμούν , κ' ούλοι ρίχνιυν τουφέκια ,
κ' ο Βλάχος δεν ακούγεται κ' ο Γιάννης Ξυλικιώτης .
Ο Βλάχος εσκοτώθηκε , κι' ο αγαι΄σννης πάγει στον τόπο ,
Ανδρούτσος εχουχούτιζε με το σπαθί στο χέρι .
<< Πάρτε του Γιάννη τ' άρματα , του Βλάχου το κεφάλι , να μη το πάρη η Τουρκιά , το παν στα βιλαέτια , βλέπουν εχθροί και χαίρονται και φίλοι και λυπούνται , το βλέπει και μιά παπαδιά και κάθεται και κλαίει . Στα Σάλονα το στείλανε στη μέση στο παζάρι , το πήγανε στους μπέηδες κι' ούλοι φλωριά κερνάνε >> .
Β ' .
Τρία πουλάκια κάθονται ψηλά στη Βενιχώρα ,
τόνα τηράει τη Λιάκουρα , και τ' άλλο την Κοστάρτσα ,
το τρίτο το καλλίτερο 'ρωτάει τους διαβάταις .
<< Διαβάταις που διαβαίνετε , στρατιώτες που περνάτε , μην είδετε τσ' αρματωλούς και το Βλαχοθανάση , που γέρασε αρματωλός στους κλέφταις καπετάνιος . << Εμείς προψές τον είδαμε στον Έπαχτο απόξω , δυό 'μέραις επολέμαγε με Τούρκους τρεις χιλιάδες >> .
<< Ανδρούτσος τι κλειστήκαμε , σαν νάμαστε γυναίκες ; >>
το γιαταγάνι τράβηξε κι' ένα γιουρούσι κάνει ,
του πέφτουν βόλια σαν βροχή , κανόνια σαν χαλάζι .
Τρεις μπάλαις του ερρίξανε , πικραίς φαρμακωμέναις ,
η μια τον πήρε στο λαιμό , η άλλη μες το χέρι ,
κ' η τρίτη η φαρμακερή τον ηύρε στο κεφάλι .
<< Κόψτε μου το κεφάλι μου , νάχετε την ευχή μου ...>>
Κ' Ανδρούτσος βγάνει μια φωνή , πικρή , φαρμακωμένη ,
παιδιά τραβάτε τα σπαθιά , κι' αφήτε το τουφέκι ,
να μη μας κόψη η Τουρκιά του Βλάχου το κεφάλι ,
που γέρασε αρματωλός , στους κλέφτες καπετάνιος >>.
Βλάχο καλά καθόσουνα ψηλά στη Βουνιχώρα ,
θυμήθηκες τα νιάτα σου κ' επήρ' ο νους σ'αγέρα ,
και τώρα το κεφάλι σου το πήρανε οι Τούρκοι ,
το σεργιανάνε στα χωριά , και πέρνουνε μπαξίσι ,
στα Σάλονα οι μπέηδες χούφταις φλωριά κερνάνε .
Γ ' .
Ανδρούτσος , εκατέβηκε μες του Σκορδά το χάνι ,
τα παλληκάρια τον ρωτούν , γυρίζουν και του λένε .
< Ανδρούτσο μ' τ' είσαι κίτρινος , και στέκεις μαραμένος ; >
< Μουχτάρ - πασσάς μ' επλάκωσε στον Έπαχτο στον κάμπο πέντε πολέμους έκαμα απ' την αυγή ως το βράδυ , πέντε παιδιά μου σκότωσαν και το Βλαχοθανάση , πέντε πλευρά μου τσάκισαν και τη δεξιά μου πλάτη. Τώρα μας έρχονται κοντά , πεντ' εξ' οχτώ χιλιάδες φκιάστε ταμπούρια δυνατά και πολεμάτ' ανδρεία , να πιάσω Τούρκους ζωντανούς , κ' αυτόν το Μήτσομπόνο .
<<Μετά το θάνατο του Βλαχοθανάση , ο Ανδρούτσος ακολουθήσας τον Λάμπρον Κατζώνην μετέβη εις Πελοπόννησον ( 1790 ) , πολεμήσας ανδρείως υπέρ της τότε εκραγείσης ατυχούς εκείνης επαναστάσεως >>.
Στα περήφανα , όμορφα και ξακουσμένα βουνά της Δωρίδας , πολέμησε και χάθηκε κι' ο Λιδορικιώτης κλέφτης Χρόνης Λευκαδίτης , για τον οποίον γράφει ο Βαλαωρίτης :
<< Ο Χρόνης Λευκαδίτης , κλέφτης εκ Λιδορικίου , συλληφθείς διά προδοσίας εκαρατομήθη εν Δαδίω την δε κεφαλήν αυτού έστησαν οι Τούρκοι κατά το διασταύρωμα της οδού της Αταλάντης. Μετά παρέλευσιν δέκα ετών παρουσιασθέντες οι συγγενείς προς τον Ανδρούτσον εξητήσαντο εκδίκησιν υπέρ της ατιμασθείσης κεφαλής του Χρόνη.Ο Ανδρούτσος υπεσχέθη και πολιορκήσας την Αταλάντην απήτησε την παράδοσιν των φονέων.Επειδή δε,ο μεν εις εξ αυτώνείχεν αποθάνει,συνέλαβε τον υιόν και αποκόψας την κεφαλήν αυτού την έστησενεκεί όπου άλλοτε είχεν εκτεθεί η του Χρόνη.Μετά τούτο πορευθείς εις Λεβαδείαν,όπου διέμενεν ο έτερος των φονέων,απήτησεν και αυτού την παράδοσιν.Αλλ'ούτος προειδοποιηθείς εδραπέτευσεν,οι δε Λεβαδιείς υπεσχέθησαν να μην επιτρέψωσι ουδέποτε πλέον προς αυτόν την επάνοδον >>.
Ορισμένες μάχες με τους Τούρκους στη Δωρίδα ( η κύρια δράση του περιορίζεται στην Παρνασσίδα ) έδωσε και ο αρματολός Κωσταντάρας,γνωστός και σαν Ζαχαριάς που πήρε,μετά το θάνατο του αδερφού του Βρυκόλακα,το αρματολίκι Σαλώνων και Λιδορικίου και πέθανε από φυσικό θάνατο , το 1755.Πρά τις αρχικές αμφιταλαντεύσεις των μπέηδων να τον αναγνωρίσουν αρματολό της περιοχής,ο Κωσταντάρας,που χαρακτηρίστηκε από τους ίδιους κλέφτης,γιά να επιβάλει την κυριαρχία του <<ενήργει και επιδρομάς τινας κακοποιών Τούρκους και χριστιανούς,ότε μεν εμφανιζόμενος εις τα πρόθυρα της Αμφίσσης και του Λοιδορικίου,και απειλών σφαγάς και εμπρησμούς,οτέ δε σφάζωντους αιχμαλωτιζομένους Τούρκους και κρεουργών ανήρτα επί των δένδρων τα ηκρωτηριασμένα μέλη των θυμάτων της λύσσης του,διακηρύττων άμα ότι εις χείρονας εκδικήσεις θέλει προβή εάν μη έσπευδον οι προύχοντες την έκδοσιν σουλτανικού φιρμανίου αναγνωρίζοντος τούτον νόμιμον διάδοχον επί του αρματωλικίου του αποθανόντος γαμβρού του. Οι βέηδες αδυνατούντες ίνα εξοντώσωσι τον οσημέραι επιφοβώτερονκαθιστάμενον τούτον εχθρόν έσπευσαν ίνα ενεργήσωσι την αναγνώρισις του Κωσταντάρα,ως διαδόχου επί του αρματωλικίου του Βρυκόλακα >>.
Ωστόσο ο Κωσταντάρας δεν στάθηκε πιστό όργανο της τούρκικης διοίκησης.Αρκετές φορές ήρθε σε ρήξη μαζί της και ενώ από τη μιά μεριά βοηθούσε τους ραγιάδες ( απελευθέρωση αιχμαλώτων,κ.ά )σε άλλες περιπτώσεις,όταν η τούρκικη καταπίεση γινόταν στους κατοίκους αφόρητη,ερχόταν σε ανοιχτή σίγκρουση.Οι Τούρκοι γιά να τον φέρουν σε δύσκολη θέση και να δοκιμάσουν τις αντιδράσεις του ξέσπασαν πάνω στους οπαδούς του της περιοχής Λιδορικίου,βασανίζοντας και σκοτώνοντας,με επικεφαλής το δερβέναγα Ταχίρ-Κώτσα.Ο Κωσταντάρας σπεύδει και συγκρούεται μαζί του στο μοναστήρι της Βαρνάκοβας.Κατά τη διαδρομή του απ΄την Αγία Ευθυμία,διασχίζοντας τη Δωρίδα,συμπλέκεται με τούρκικο ασκέρι και βρίσκει καταφύγιο,στο μοναστήρι,ενώ τον καταδιώκει ο δερβέναγας Ταχίρ-Κώτσα με 300 νομάτους.Αφηγείται ο Σάθας :
<<Τωόντι ο Κωσταντάρας,καιρίως τραυματισθείς κατέφυγε μετά 30 περίπου οπαδώνεις την ρηθείσαν Μονήν,της οποίας οι καλόγηροι προθύμως τον εδέχθησαν,φροντίσαντες και διά την θεραπείαν των πληγών του.Ενώ δ'εκεί ο αρματωλός ενοσηλεύετο,ασφαλές θεωρών το καταφύγιον,εις των καλογήρων πνευστιών τω ανήγγειλεν, ότι επλησίαζεν ο δερβέναγας Ταχίρ-Κώτσας μετά πολλών ανδρών.Το προφανές του κινδύνου παραδόξως δίδει δυνάμεις εις τον τραυματίαν, όστις προς ουδέν λογιζόμενος και πληγάς και φάρμακα,ανίσταται και λαβών το όπλον διατάσσει τους συντρόφους ίνα κλείσωσιτας θύρας και ετοιμασθώσι προς υπεράσπισιν.Μετ' ου πολύ επαρουσιάσθη και ο δερβέναγας,όστις ακράτητος διηυθύνθη μετά κοπτερού πελέκεως εις την θύραν,αγρίως αλλαλάζων και παρορμών τους σρτατιώτας.Άμα δε ούτοι προ της θύρας συναπυκνώθησαν,οι κεκλεισμένοι ήρχισαν τακτικόν πυροβολισμόν.Επί πέντε κατά συνέχειαν ώρας μανιώδεις πυροβολισμοί ηκούοντο,νέφη καπνού εκάλυπτον τα πέριξ,και μόνον εν εκάστη λάμψει εκπυρσοκροτήσεως διαφαίνετο το έδαφος εστρωμένον από πτώματα.Επί τέλους περί το λυκόφως έπαυσαν οι πυροβολισμοι των εν τη Μονή και οι έξω εννοήσαντες την αιτίαν της διακοπής ( δι' έλλειψιν φυσεκίων προελθούσης ) στενόν ετήρουν αποκλεισμόν βεβαίαν πλέον θεωρούντες την λείαν.Ο Κωσταντάρας δημηγορεί εις τους οπαδούς προς ους παριστά τον κίνδυνον,το αίσχος και τον τρομερόν θάνατον,όστις εν τη αιχμαλωσία τους περιέμενε, παρακινών ίνα πειραθώσι γενναίαν έξοδον,εξ ης η σωτηρία η θάνατος αρματωλικός ήτο το γέρας.Οι εταίροι παραδέχονται,και περί το μεσονύκτιον ανοίξαντες τας πύλας εξορμώσι ξιφήρεις εν μέσω του εχθρικού στρατοπέδου και θ'υοντες και απολύοντες αβλαβώς διέρχονται οι 20 επί κεφαλής έχοντες τον Κωσταντάραν,αφού οι επίλοιποι τριάκοντα εν τω αποκλεισμώ και κατά την έξοδον έπεσαν. Ο λαός έψαλλε το μέγα εκείνο κατόρθωμα διά του εξής άσματος.>>
Ο Κωνσταντάρας κλείσθηκε μέσα στο Μοναστήρι , μέρα και νύχτα πολεμάει , μέρα και νύχτα ρίχνουν ,
χωρίς ψωμί , χωρίς νερό , χωρίς κάνα μιντάτι .
Κ ' ο Ταχίρ-Κώτσας φώναξε , κ' ο Ταχίρ-κώτσας λέγει :
"Προσκύνα , Κωσταντάρα μου , σα νύφη στολισμένη ,
προσκύνα Κώστα το σπαθί , προσκύνα την ποδιά μου.
Θα σε κερνάσω τουφεκαίς , θα σε κερνάσω βόλια .
Κ' ο Κωσταντάρας φώναξε με το σπαθί στα δόντια .
"Ποτέ παιδιά δε φίλησα , ποδιά κατουρημένη ,
τώρα να ιδής βρε κερατά μικρέ κωλοπλημένε ,
του Κωσταντάρα το σπαθί , του Χρόνη το τουφέκι " .
Τσακιώντ' οι Τούρκοι σαν τραγιά , κ' ο Κώτσας σαν κεσέμι .
Μετά την νίκην ο Κωσταντάρας , λαβών σημαντικάς επικουρίας , επέπεσε κατά του στρατού του δερβέναγα Ταχίρ-Κώτσα , όνπερ κατέκοψε , λέγεται δε , ότι συλλαβών τον άνω δερβέναγαν μετά δέκα οπαδών , εξέδειρε ζώντα ιδίαις χερσί , και έπειτα οβελίσαςτον έψησεν ως αρνίον , υποχρεώσας τους συναιχμαλωτισθέντες ίνα στρέφωσιν εναλλάξ τον οβελόν .
Αφού δε παντελώς κατεστράφη η επίφοβος εκείνη στρατιά , ο Κωσταντάρας επαναλαβών την αρματωλικήν διοίκησιν , αφού συνεκρότησε σώμα πολυαριθμότερον του προτέρου , έγραψεν εις τους εν Λοιδορικίω και Σαλόνοις Τούρκους , προσκαλών ίνα σπεύδωσιν εις αποζημίωσιν των κατά την καταδίωξίν του παθόντων χωρίων , και απειλών εν εναντία περιπτώσει εμπρησμούς και σφαγάς . Περίφοβοι οι Τούρκοι εις το άκουσμα γενόμενοι , και εκ των προτέρων καλώς γνωρίζοντες τον αδάμαστον του αρματωλού χαρακτήρα , έσπευσαν ίνα δι' εράνων συλλέξωσι τα προς αποζημίωσιν , αφού άλλως τε και προς ένοπλον αντίστασιν ηδυνάτουν . Ούτω δ' εν τη αρματωλική αρχή εδραιωθείς ο Κωσταντάρας έζησε μέχρι του 1755 , ότε απέθανεν από φυσικού θανάτου . Επειδή δε ουδείς απόγονός του επέζησε , το αρματωλίκιον διεμοιράσθη εις τρία , εξ ων έλαβον ην μεν περιφέρειαν των Σαλόνων ο Λάμπρος Τσεκούρας και ο Βλαχαρμάτας , την δε της Δωρίδος ο Φλώρος Γιαταγάνας , και του Μαλανδρίνου , ο εκ Βουνιχώρας Βλαχοθανάσης , άπαντες το πριν ως πρωτοπαλλήκαρα του Κωσταντάρα διαπρέψαντες ".
Ένας όχι και τόσο γνωστός κλεφταρματωλός της Δωρίδας από την Ξυλογαιδάρα ( σήμερα Καλλιθέα ) είναι και ο Σταμάτης Ασφακιανός Κουτρούκης , γιά τον οποίο συγκέντρωσε πληροφορίες ο Ανδρέας Καρκαβίτσας , από τον υποχιλίαρχο Γιαννάκη Κουτρούκη , ανεψιό του κλεφταρματωλού κι' αγωνιστή του 1821 . 'Αλλωστε ολόκληρη η οικογένεια των Κουτρουκαίων είχε προεπαναστατικά διακριθεί . Τόν συνάντησε , γύρω στα 1887 , εκατό χρόνων τότε , στο χωριό του και οι πληροφορίες του πρέπει να θεωρηθούν αυθεντικές .
Εκτός από τις πληροφορίες του Γιαννάκη Κουτρούκη , για να μας δώσει πληρέστερα τη δράση του Σταμάτη Ασφακιανού Κουτρούκη , πήρε την ίδια χρονιά , πληροφορίες , στην Ξυλογαιδάρα , και από τον γέροντα κάτοικό της Αθ.Γκόλφη και τον γηέροντα επίσης , από τι χωριό Πλέσσα , Κοτρότσο . Γράφει ο Καρκαβίτσας :
" Ο Σταματάκης έζη εν Ξυλογαϊδάρα της Δωρίδος ήσυχος μέχρι του 1755 . Πλην αι συχναί προς τους Τούρκους διενέξεις των αδελφών του δεν τον άφησαν μέχρι τέλους . Απόσπασμα τουρκικόν διερχόμενον εκείθεν , δήθεν προς καταδίωξιν κλεφτών , εισήλθεν εις την στάνην του Σταματάκη , έκοψε πολλάπρόβατα και έδεσε τους ποιμένας . Ο Σταματάκης μετά των αδελφών του Κωσταντή και Θεοδώρου οπλισθέντες επρόφθασαν τους Τούρκους και συγκρουσθέντες μετ' αυτών εφόνευσαν ένα και ηλευθέρωσαν τους ποιμένας .
Διά τον φόνον του Τούρκου και την αυθάδειαν αυτή των Ραγιάδων όλοι οι εις τα πέριξ χωρία Τούρκοι συνεταράχθησαν το κατ' αρχάς και απεφάσισαν να εκδικηθώσιν . Μετ' ολίγας ημέρας , την εορτήν του Ευαγγελισμού ο Κωσταντής Κουτρούκης μετέβη εις Βυτρινίτσαν δι' εργασίαν τινα . Η Βυτρινίτσα επί Τουρκοκρατίας ήτο η δευτέρα μετά το Λιδωρίκι και Μαλανδρίνον έδρα των Τούρκων προκρίτων . Ο σούμπασης του χωρίου συναντήσας ηθέλησε να απειλήση τον Κωνσταντή διά τον φόνον του ομοφύλου του , πλην ούτος εν εξάψει ευρεθείς ,επυροβόλησε και εφόνευσε τον σούμπασην .
Έκτοτε ήρχισε αδιάκοπος πόλεμος μεταξύ της οικογενείας των Κουτρουκαίων και των Τούρκων . Αρχηγός της οικογενείας ήτο ο Σταματάκης , όστις συγκαλέσας και άλλους εκ των πέριξ συντρόφους , οτέ μεν ησφαλίζετο εν τω υψηλώ και δυσπροσίτω χωρίω του οτέ δε περιέτρεχε την Δωρίδα , συμπλεκόμενος και καταφθείρων τα Τουρκικά αποσπάσματα . Εις πανήγυριν τινά του χωρίου Βελενίκου εισήλθεν ο Σταματάκης μόλις δεκαπέντε αριθμών οπαδούς και επιάσθη εις τον χορόν . Αίφνης προέκυψε των οικιών του χωρίου Τουρκικόν απόσπασμα πολυάριθμον , επικεφαλής έχον τον Τουρκαλβανόν Γετίμ βέην . Ο Σταματάκης δεν εταράχθη καθόλου εκ της εμφανίσεως αυτών πλην εξηκολούθησε τον χορόν . Αλλ' ο Γετίμ κατεταράχθη αρκούντως διά την παρουσίαν των κλεφτών τους οποίους εν ω εστέλλετο να καταδιώξη απέφευγεν όμως πάντοτε , ήδη ήρχισεν εκεί να καλή και τους άλλους Τούρκους και να συσκέπτηται μετ' αυτών περί του πρακτέου , ότε ο Σταματάκης παραιτήσας τον χορόν , σύρει το γιαταγάνι , θέτει αυτό εις τους οδόντας και διέρχεται ατάραχος πλησίον των Τούρκων , προσατενίζων αυτούς εις τους οφθαλμούς . Οι Τούρκοι ουδ' εταράχθησαν καν της θέσεώς των ουδ' εσκέφθησαν να καταδιώξωσιν η ν' απαντήσωσιν εις τας τόσας ύβρεις τας οποίας εξετόξευσεν κατ' αυτών .
Σ υ ν ε χ ί ζ ε τ α ι ….
No comments:
Post a Comment