27.3.15

ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤΟ ΠΑΖΑΡΙ

 

«Μόντεμ είναι αυτό;» ακούστηκε μια φωνή από δίπλα μου. «Ναι ρε έχει και τρίμηνη σύνδεση στο Ίντερνετ» απάντησε ένας τύπος πίσω από κάτι κούτες. Γέλασα. Τρεις ώρες μετά, περπατώντας στο παζάρι, σκεφτόμουν ακόμα το «μόντεμ» -έτσι χαρακτήρισε ο ενδιαφερόμενος αγοραστής ένα ηλεκτρικό θερμοσιφωνάκι αγγλικού τύπου. Κανονικό θερμοσιφωνάκι. Με σωληνάκια.

Ο ετοιμόλογος πωλητής που τα τοποθετούσε προσεκτικά πάνω σε μια εμπριμέ κουβέρτα, διαβεβαίωσε τους δυο τρεις που στεκόμασταν και τα κοιτούσαμε, ότι όλα τα θερμοσιφωνάκια λειτουργούν κανονικά. Πιο πολύ όμως με έπειθε η βίντατζ αίσθηση που θα έδινε ένα από αυτά στο σαλόνι μου, αν το κρεμούσα αντί για φωτιστικό. Όπως και να χει καλύτερα να το σκεφτώ και να ξαναπεράσω. Μη φανεί ότι θέλω οπωσδήποτε να το αγοράσω και δεν μπορώ μετά να παζαρέψω την τιμή (30 ευρώ). Αυτός είναι ο πρώτος κανόνας που ισχύει στο παζάρι. Κι εδώ είναι παζάρι, δεν είναι παλαιοπωλείο στο Μοναστηράκι. Ο δεύτερος κανόνας είναι να έρχεσαι πάντα πολύ νωρίς- μου το είπε φίλος, ο οποίος προκειμένου να βρει καλές ευκαιρίες, θυσιάζει αρκετές φορές, τον κυριακάτικο ύπνο του και κατεβαίνει στο Γκάζι, στο παζάρι των ρακοσυλλεκτών.

Σήμερα τον θυσίασα εγώ, αλλά εδώ και ώρες έχω αρχίσει να διασκεδάζω αφάνταστα αυτή την πρωινή βόλτα στην πόλη, στην οποία ένιωσα σαν άλιεν, όταν αγουροξυπνημένη παρήγγειλα καφέ, ανάμεσα σε ξενυχτισμένες παρέες που καταβρόχθιζαν «κάτι να μαζέψει τα ξίδια» που ήπιαν στου Ψυρρή. Με το πρώτο φως, όταν και οι τελευταίοι θα έχουν κοιμηθεί, μια άλλη Αθήνα που δεν σου χαρίζεται παρά μόνο για λίγες στιγμές μετά το ξημέρωμα, ξυπνάει. Την ενέργειά της, ρουφάνε μέσα στο σώμα τους μικρές ομάδες Γιαπωνέζων, που κάνουν τάι τσι δίπλα στο σταθμό του Θησείου και μετρούν ρυθμικά τα βήματά τους ανηφορίζοντας την Ηρώδου Αττικού. Στον πεζόδρομο της Ερμού, το αυτοσχέδιο παζάρι τελειώνει και οι παράνομοι μικροπωλητές που πουλούν μέσα στο σκοτάδι, κινητά και άλλα κλεψιμέικα, φεύγουν με ελαφρά πηδηματάκια, γνωρίζοντας ότι η δημοτική αστυνομία καραδοκεί. «Μερικές φορές θα τους ακούσεις να σου σφυρίζουν ‘’έι φιλαράκι μήπως θες αμάξι;’’ και να σου δείχνουν συνωμοτικά ένα Citroen παρκαρισμένο στη γωνία». Η άλλη άκρη του πεζοδρόμου, που βγάζει στην Πειραιώς, δεν έχει όμως καμία σχέση με κλοπές. Εδώ ανακυκλώνεται και παράγεται πολιτισμός.

Μια γρήγορη ματιά. Είναι σαν να έβαλες στο μίξερ την αποθήκη της γιαγιάς σου μαζί με το ψιλικατζίδικο της γειτονιάς και ιδού το αποτέλεσμα. Το σκορποχώρι των αναμνήσεών μας, αραδιασμένο σε ντάνες, πάνω σε παλιές κουρελούδες. Εδώ βρίσκεις τα πάντα. Σκαλιστές θήκες για μαχαιροπήρουνα, παλιά κουτάκια με σπίρτα, σιδερένιες ταμπακιέρες, «ρεκλάμες» διαφημίσεων μπύρας και ντοματοπελτέ, χύτρες ταχύτητος, σκαλιστούς Βούδες, τραπεζαρίες με δώδεκα καρέκλες, πήλινες γλάστρες, κουρδιστά παιχνίδια, άλμπουμ. Συμβόλαια και αλληλογραφίες που ιντριγκάρουν τους ιστοριοδίφες μέχρι πιατάκια για να ακουμπάς τον καφέ σου στο πρόσωπο του Τέως ή φλιτζάνια με το σφυροδρέπανο και αναπτήρες με τον Στάλιν. Και εννοείται, βιβλία, λογοτεχνικά, σχολικά, ιστορικά, μαγειρικής, εγκυκλοπαίδειες, λεξικά. Ανοίγω το πρώτο: «λεξικό της Πρωίας». Ρακοσυλλέκτης: Ο συλλέγων ράκη προς πώληση, κουρελάς. Ράκος είναι ένδυμα εφθαρμένο και καταξεσκισμένο όπως και κομμάτι παλαιού υφάσματος».

«Συλλέκτες πολιτισμού»

«Εδώ είναι παζάρι ρακοσυλλέκτών, όχι μικροπωλητών» μου είπε ο Μουνίν Τζαχίντ (Έλληνας από τη Θράκη και μέλος του διοικητικού συμβουλίου του σωματείου ρακοσυλλεκτών «Ο Ερμής»). «Ζητούμε να μας γνωρίσετε. Να μάθει επιτέλους ο κόσμος ότι ρακοσυλλέκτης δεν είναι ο ζητιάνος που ζητάει να φάει ένα κομμάτι ψωμί μέσα από τα σκουπίδια. Εμείς είμαστε συλλέκτες πολιτισμού». «Εμείς» εννοεί τους 724 ρακοσυλλέκτες που είναι επίσημα καταγεγραμμένοι στον «Ερμή» οι περισσότεροι από τους οποίους, είναι Έλληνες χριστιανοί και μουσουλμάνοι από τη Θράκη. Από τον Δεκέμβριο του 2004 με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, κάθε Κυριακή, βγάζουν στη φόρα τα σκουπίδια μας. Μεγάλο μέρος του εμπορεύματος προέρχεται «από τους κάδους. Κάθε βράδυ βγαίνουμε με το τρίκυκλο και ψάχνουμε να βρούμε κάτι που θα έχει αξία» λέει ο Γιώργος, από την Κομοτηνή, ενώ τακτοποιεί κάθε λογής εργαλείο, πάνω στον πάγκο του. Η έννοια της αξίας, είναι εδώ σχετική. Αξία έχει και ένα χρυσό δαχτυλίδι και μια παλιά εφημερίδα και μια οικογενειακή φωτογραφία του 1950. «Οι περισσότεροι πάγκοι έχουν δημιουργηθεί από εκκαθαρίσεις σπιτιών» λέει ο Μουνίν Τζαχίντ. «Οι καλύτερες περιοχές είναι της παλιάς αριστοκρατικής Αθήνας. Για παράδειγμα η Κυψέλη. Όταν πεθαίνει κάποιος, οι κληρονόμοι συνήθως μας φωνάζουν να αδειάσουμε το σπίτι. Σε περιοχές όπως η Εκάλη και η Κηφισιά, που υπάρχει πλούτος και υψηλότερη μόρφωση, οι άνθρωποι ξέρουν να ξεχωρίζουν τα αντικείμενα αξίας οπότε έχουμε λιγότερες πιθανότητες να βρούμε κάτι πολύτιμο. Καλές περιοχές είναι τα Εξάρχεια, το Κολωνάκι, το Γαλάτσι, τα Πατήσια» συνεχίζει ο Γιώργος και μου εξάπτει ακόμα περισσότερο την περιέργεια.

Δίνω κλωτσιά στην πόρτα της ιστορίας και μπαίνω μέσα από την κλειδαρότρυπα, σε ένα κουτί με αρκετές παλιές καρτ ποστάλ, οι οποίες έχουν παραλήπτη τον «ιατρόν Γεώργιον Σ.» και την γυναίκα του Μαρίνα. Κάρτες από θείες που έμεναν στο εξωτερικό, γεμάτες ευχές, άλλες ευχαριστήριες από ασθενείς που έγιναν καλά, δυο τρεις Χριστουγεννιάτικες από συγγενείς που ζούσαν στην Κέρκυρα και έγραφαν τα νέα τους. Ξεχάστηκα διαβάζοντας την αλληλογραφία του γιατρού, εδώ και ώρα. Πήγε εννιά και μισή και το παζάρι έχει γεμίσει κόσμο. Άνθρωποι ετερόκλητοι, φοιτητές, μετανάστες, Έλληνες, ευκατάστατοι κύριοι, ρακένδυτοι περαστικοί, επαρχιώτισσες, καθηγητές, μωρά, παππούδες, κουλτουριάρηδες, καλλιτέχνες, ιστοριοδίφες μπλέκονται μεταξύ τους και συνθέτουν ένα διαπολιτισμικό γιουσουρούμ. Βαθιά εισπνοή: ξύλο, παλιό χαρτί και τσίκνα από τα πρώτα ψητά λουκάνικα του πλανόδιου καντινιέρη, φτάνουν στη μύτη μου με το πρωινό αεράκι. Πίσω μου, ένα φτωχό ζευγάρι μεταναστών παζαρεύει παιδικά παπουτσάκια, με τρία ευρώ (τα περισσότερα αντικείμενα πουλιούνται ενάμιση- δύο ευρώ). Ανάμεσα σε λόφους από κουτάκια με καλσόν και πολύχρωμες παντόφλες, από μπισκότα με αλλοιωμένο το χαρτί, παιδικές πάνες και άλλα είδη πρώτης ανάγκης, συναντάς ανθρώπους πολύ φτωχούς. «Αυτά τα παίρνουμε από βιοτεχνίες που κλείνουν» μου λέει η Μαρία, οχυρωμένη με ένα τείχος από κονσέρβες (ακόμα και αυτές έχουν ιστορική σημασία, αν λάβουμε υπόψη μας ότι οι περισσότερες έχουν λήξει εδώ και δύο μήνες).

High- Tech ευκαιρίες

Στον πάγκο με τα ηλεκτρονικά παιχνίδια και αξεσουάρ Η/Υ, είναι μαζεμένοι νεαροί φοιτητές και φαν της τεχνολογίας που αναζητούν καλή ποιότητα στην ελάχιστη τιμή και όπως με πληροφορούν «βρίσκεις φοβερές ευκαιρίες αλλά θέλει ψάξιμο». «Αν βρεις κολλάς και θέλεις να κατεβαίνεις συνέχεια» λέει ένας άλλος υποψήφιος αγοραστής. Για παράδειγμα, ένα καινούργιο UPS, σφραγισμένο στο πλαστικό κουτί του, μπορείς να το αγοράσεις με 15 ευρώ, ενώ από πίσω η αναγραφόμενη τιμή του λέει 40.85 ευρώ. «Την προηγούμενη Κυριακή βρήκα κάρτες μνήμης μεγάλης χωρητικότητας με εφτά ευρώ. Άθικτες, του κουτιού» λέει ο Ιάκωβος, 30 ετών που έρχεται στο παζάρι εδώ και έξι μήνες. «Προσοχή κοπελιά. Μη σου φύγουν τα κομμάτια» μου φωνάζει ένας κύριος, τη στιγμή που πάω να ανοίξω ένα συμβόλαιο κατοικίας, του 1890 ενώ ταυτόχρονα συνειδητοποιώ ότι αυτό που για μένα είναι θεωρητικά αντίκα για κάποιον άλλον είναι απαραίτητο αντικείμενο της καθημερινότητάς του: ένας ηλικιωμένος κύριος χτυπάει ελαφρά την πλάτη μου με την μαγκούρα του και μου ψιθυρίζει «Πιάσε μου αυτό το ρολόι» δείχνοντάς μου ένα ντεμοντέ χρυσό ρολογάκι. «Δώσε μου την μπαταρία του» λέει στον έμπορο, δείχνοντας του ένα ίδιο, φορεμένο στον καρπό του. «Πάρε πέντε ευρώ. Να μου βρεις κι άλλες» λέει φεύγοντας. Αν έπεφτε το μάτι του σε αυτή τη φωτογραφία από το Παρθεναγωγείο Αθηνών, με τις περίπου είκοσι κοπέλες που φορούν μαθητικές ποδιές ίσως να αναγνώριζε έναν παλιό του έρωτα, σκέφτομαι ενώ βλέπω τον παππού να φεύγει. «Είναι η τρίτη φορά που έρχεται, για να πάρει μπαταρία. Τον άκουσες, θέλει να του βρω κι άλλες. Ψάχνω σε παλιά ρολογάδικα» λέει ο Νίκος, ιδιοκτήτης του πάγκου, που «δεν έχω ψάξει ποτέ στα σκουπίδια. Μόνο κειμήλια έχω». Ο Αλί («Γιάννη με φωνάζουν») τα τελευταία δέκα χρόνια ψάχνει στα σκουπίδια. «Τώρα έχουμε μάθει πότε έρχεται το απορριμματοφόρο και κανονίζουμε το χρόνο». Το πολυτιμότερο αντικείμενο που έχει βρει είναι «δεν θες να ξέρεις. Όπλα». Υπάρχουν μέρες που δεν βρίσκει τίποτα. «Περπατάς, περπατάς και γυρνάς με απογοήτευση». Το καλοκαίρι, με τις ζέστες, οι συνθήκες δυσκολεύουν: «θέλουμε βοήθεια από το δήμο». Από το σημερινό αλισβερίσι στο παζάρι, προβλέπει να βγάζει περίπου 100 ευρώ -100 με 150 ευρώ είναι το μεροκάματο της Κυριακής για τους περισσότερους ρακοσυλλέκτες που τις υπόλοιπες μέρες είτε ψάχνουν για νέους θησαυρούς, είτε γυρίζουν σε παζάρια της ελληνικής επαρχίας.

Μουσική με το κιλό

Κάτω από τις ράγες του ηλεκτρικού, ακούω μουσική από άλλες δεκαετίες: παλιά βινύλια με ενάμιση ευρώ. Κασέτες με πενήντα λεπτά. Στην ουσία, στα πουλάνε με το κιλό. Η απάντηση λοιπόν στο «πόσο έχει» είναι «πόσα θες». Αρκεί να μην το παρακάνουμε, όπως ο καλοντυμένος κύριος, με το καπέλο που κοστολόγισε ένα παλιό σκάκι, 20 ευρώ για να λάβει την απάντηση «Παζάρι είπαμε κύριος, όχι κι έτσι!». «Θέλεις τον Αντρέα;» μου λέει ένας νεαρός σηκώνοντας από το χαλί μπροστά του μια προσωπογραφία που θυμίζει τον Ανδρέα Παπανδρέου (σας ορκίζομαι ότι είναι η πιο αποτυχημένη που έχει κυκλοφορήσει ποτέ). «Ξέρεις ποιος είναι αυτός;» τον ρωτάει ο φωτογράφος δείχνοντας του μια άλλη προσωπογραφία, του Λένιν. «Όχι. Αλλά τι πειράζει;» του λέει ο νεαρός χαμογελώντας.

Λίγο πριν τις έντεκα, διάλειμμα: «Θα πιεις ένα μαζί μου; Αλλιώς να μην το ανοίγω τζάμπα!» ακούγεται μια φωνή και πίσω από δύο γειτονικούς πάγκους βγαίνουν δύο ποτηράκια τσίπουρο. Στην γωνία του δρόμου, ο Σκριού, δεν χαλαρώνει ποτέ. Εργάζεται ως σεκιούριτι στο παζάρι του «Ερμή»(κάθε ρακοσυλλέκτης, καταβάλλει κάθε μήνα 7 ευρώ για τις χημικές τουαλέτες, την ασφάλεια και την καθαριότητα του χώρου) και είναι πάντα εκεί για να ρυθμίσει την κατάσταση σε περίπτωση που συμβεί κάτι όπως σήμερα. «Πριν πέντε λεπτά, μια κυρία φώναζε ότι της έκλεψαν μέσα από την τσάντα το πορτοφόλι. Δεν μπόρεσε να μας περιγράψει τα πρόσωπα τους. Τέτοια περιστατικά με κλεφτρόνια που βουτάνε κινητά και λεφτά έχουμε συχνά. Πρέπει να φυλάτε τις τσάντες».

Μόλις το ρολόι δείξει δώδεκα, ένα ολόκληρο παζάρι, αρχίζει να ξεστήνεται και να φορτώνεται πάνω στα τρίκυκλα των ρακοσυλλεκτών. Κάθε Κυριακή, στις έξι το πρωί, θυμίζουν εκστρατεία πυγολαμπίδων έτσι όπως κινούνται με τους φακούς τους μέσα στο σκοτάδι, φορώντας φωσφορίζοντας τζάκετ. Αν τους πετύχεις, ξέρεις ποιοι είναι. Οι συλλέκτες του παρελθόντος μας (μήπως οι προφήτες του μέλλοντός μας;)

ΤΙ ΒΡΗΚΑΜΕ

Κάρτες ups, 15 ευρώ

Τσεκούρι «Της Μεγάλης Στοάς», 20 ευρώ

Συμβόλαια κατοικιών του 1900, 50 ευρώ

Παιδική κιθάρα 35 ευρώ

20 καλσόν 5 ευρώ

Παλιά βινύλια, τα 10 με 20 ευρώ

Εργαλειοθήκη, 7 ευρώ

Αποχυμωτής, 10 ευρώ

2 πορσελάνινα πιατάκια, 15 ευρώ

Vintage ταμπακέρα, 3 ευρώ

30 κουτάκια σπίρτα, 2 ευρώ

Βιντεοπαιχνίδια, 4 ευρώ

Σκαλιστό ξύλινο παραβάν, 45 ευρώ

Αξεσουάρ για σκύλους, από 50 λεπτά

Ρολόι τοίχου, 6 ευρώ

Εγκυκλοπαίδεια, 4 ευρώ ο τόμος.

(δημοσ. στο «Κ» της Καθημερινής)

οι φωτο εδώ, από sporaction.gr, djibnet

https://altzavella.wordpress.com

 Πίσω στα παλιά !

No comments: