13.5.15

ΕΝΑ ΑΣΥΝΗΘΙΣΤΟ ΠΑΛΑΙΟΠΩΛΕΙΟ “ ΦΩΤΙΖΕΙ “ ΤΗΝ ΠΑΤΗΣΙΩΝ

 

l1

 


Κάτω από την επιγραφή πλύσιμο, αντί για ένα βρώμικο αυτοκίνητο, βρίσκεται ένα καλογυαλισμένο, ξύλινο πιάνο. Τριγύρω αγάλματα, καπέλα, βιβλία, παπούτσια, πίνακες με γελαστά πρόσωπα και ό, τι άλλο μπορεί να σκεφτεί κανείς. Όλα τα αντικείμενα «συγκατοικούν» στο ίδιο παράξενο σπίτι, το οποίο κάποτε φιλοξενούσε μόνο οχήματα.

Ήταν ένα βράδυ Σαββάτου όταν είδα το έρημο – όπως ήξερα- πάρκινγκ φωτισμένο, γεμάτο από αντικείμενα κάθε λογής. Μια μεγάλη ανθοστήλη σε χρυσαφί χρώμα δέσποζε κάτω από την επιγραφή σταθμός αυτοκινήτων. Πίσω της υπήρχαν πάγκοι με βιβλία, περιοδικά, παπούτσια, αντικείμενα μεταχειρισμένα, άχρηστα για κάποιους ανθρώπους, θησαυρός για κάποιους άλλους. Το εσωτερικό του πάρκινγκ από την άλλη, έκρυβε έναν μικρό παράδεισο για τους συλλέκτες: σπάνια έπιπλα, πιάνα, πίνακες, πορσελάνες, αγάλματα. «Η γκάμα των πελατών μου είναι ευρύτατη», παραδέχεται  ο φιλόξενος ιδιοκτήτης, ο κύριος Βασίλης. «Από επιχειρηματίες και καλλιτέχνες που ενδιαφέρονται για τα αντικείμενα αξίας, μέχρι τους καθημερινούς ανθρώπους που αναζητούν λύσεις των λίγων ευρώ”. Η επόμενη μισή ώρα θα επιβεβαίωνε τα λεγόμενά του. Περαστικοί και γείτονες περιεργάζονται τους πάγκους, ψάχνοντας για ένα οικονομικό χρηστικό αντικείμενο του ενός ή ένα ενθύμιο των παιδικών τους χρόνων: ένα περιοδικό με τον μικρό ήρωα, ένα δισκάκι με τραγούδια του ‘50,ενα εξαντλημένο λογοτεχνικό βιβλίο. Άλλοι πελάτες πάλι, έρχονται εδώ συνειδητοποιημένοι, γνωρίζοντας περίπου τι ψάχνουν.

Μια καλοντυμένη κυρία αναζητεί ένα δώρο για μια φίλη «που της αρέσουν τα vintage αντικείμενα», τρεις οδηγοί σταματούν για να ρωτήσουν τιμές. Ανάμεσά τους και ένας πατέρας που ρωτάει για το ομοίωμα ενός ελαφιού και ικανοποιημένος γυρίζει προς το γιο του, υποσχόμενος να του το πάρει «τώρα στις γιορτές».
Στην ερώτηση ποιο απ’ όλα αυτά τα αντικείμενα είναι το καμάρι του ο κύριος Βασίλης δυσκολεύεται πολύ να δώσει απάντηση.«Είναι όλα τους παιδιά μου», θα πει. «Είναι η ζωή μου αυτή η δουλειά από το ‘57, που ξεκίνησα με ένα καροτσάκι». Ωστόσο, κοιτάει λοξά το πιάνο με την παιδική φωτογραφία του Μάνου Χατζηδάκη με τη μητέρα του, το οποίο ήδη έχει πουληθεί σε γνωστό συνθέτη, όπως εξομολογείται. Τον ρωτάω πώς εντοπίζει όλα αυτά τα μικρά και μεγάλα στολίδια. «Από σπίτια στο κέντρο, την Πλάκα και αλλού, όπου με φωνάζουν, αλλά και από εισαγωγές», μου απαντάει, αγγίζοντας απαλά έναν σκαλιστό καθρέφτη. «Θα μπορούσα πια να έχω βγει στη σύνταξη κ να έχω σταματήσει, αλλά δεν μπορώ μακριά τους», λέει καθώς σβήνει τα φώτα και ετοιμάζεται να κατεβάσει τα ρολά. Τον αποχαιρετώ. Σκοτείνιασε πάλι η γειτονιά, σκέφτομαι κοιτώντας προς τα πίσω, αφού έχω απομακρυνθεί. Η σκονισμένη επιγραφή «σταθμός αυτοκινήτων» σχεδόν δεν φαίνεται. Κάποτε θα θεωρείται και αυτή vintage, σκέφτομαι χαμογελώντας.

Λυγερή Βικάτου
http://www.adartes107.gr

Πίσω στα παλιά

No comments: