Γράφει η Ελένη Μίαρη – Μπούρα
Απρίλιος 1979 καληώρα σαν τώρα
Το Λιδορίκι δεν ήταν ακόμη παραθαλάσσιο χωριό αλλά αμιγώς ορεινό .
Ήταν ένα Κυριακάτικο πρωϊνό από εκείνα που σε κάνουν να νιώθεις τι αξίζει η ζωή .
Ανοίγω την μπαλκονόπορτα και το σπίτι απέναντι στο Αλωνάκι γεμίζει αρώματα και χρώματα από τις παιχνιδιάρικες ακτίνες του ήλιου .
Σήκω Γιώργο, καλοκαίριασε φωνάζω στον άνδρα μου η Βαθειά μας περιμένει.
Καιρός να προσφέρει ο πλάτανος τις πολύτιμες υπηρεσίες του ,την βαθειά σκια, του καταπράσινου φυλλώματός του και την πολύτιμη δροσιά που τόσο χρειαζόμασταν το καλοκαίρι- δεν είχαμε βλέπεις
τότε αιρκοντίσιον-
Μετά από λίγο ήμασταν κοντά στην Πλατεία .
Μια μεγάλη παρέα από υπαλλήλους και άλλους φίλους είχαν κάνει ακριβώς την ίδια σκέψη μ' εμάς
Σαν τα σαλιγκάρια είχαμε ξεμυτίσει στον δρόμο, για να απολαύσουμε σ΄όλο το μεγαλείο της την ανοιξιάτικη ομορφιά της φύσης .
Πιάσαμε -τα πρώτα τραπεζάκια - και σε λίγο ο καφές αχνιστός στα παραδοσιακά φλιτζανάκια ήρθε να συμπληρώσει την απόλαυση.
Η κουβέντα μεταξύ μας είχε ανάψει για τα καλά .
Για μια στιγμή αφαιρέθηκα σήκωσα ψηλά το βλέμμα μου και το άφησα να περιπλανηθεί στην καταπράσινη φυλλωσιά του γερο πλάτανου .
Ο ήλιος έπαιξε ανάμεσα στα φύλλα του και οι ασημένιες και χρυσές ανταύγιες του τύφλωναν τα μάτια μου ,τα έκαναν να δακρύζουν όμως δεν μπορούσα να τα πάρω από εκεί
Δυο πουλάκια έπαιζαν κυνηγητό από κλαδί σε κλαδί - πόσο ευτυχισμένα θα ένιωθαν το έδειχνε το τιτίβισμά τους
Αισθάνθηκα τόση χαρά μέσα μου που ήμουν σ' αυτό το ευλογημένο μέρος και απολάμβανα την τόση ομορφιά που φαίνεται ότι χωρίς να το καταλάβω χαμογελούσα .
Ένιωσα τον αγκώνα του Άνδρα μου να με σκουντάει επαναφέροντάς με στην τάξη.
Η κουβέντα συνεχιζόταν υπήρχε και το πεζό μέρος πέραν της δικης μου ρομαντικής διάθεσης.
Ένα φιλικό μας ζευγάρι αναφέρθηκε στο διατροφικό πρόγραμμα της ημέρας, είμασταν νέοι άλλωστε και σπάνια
πολλοί από εμάς μαγείρευαν - υπήρχαν οι ταβέρνες με τα υπέροχα κοντοσούβλια που εδώ που τα λέμε δεινοπαθούσε ο Γιώργος να προλάβει κομμάτι- και μας πληροφόρησε ότι για πρώτη φορά
πήγαν στον φοβερό φούρνο του χωριού με τα ξύλα να τους ψήσει αρνάκι με πατατούλες .
Παιδιά μας λένε το φαγητό είναι πολύ δεν ερχόσαστε για φαγητό;
Συμφωνήσαμε χωρίς δεύτερη κουβέντα
Μέσα μου όμως είχα και μια αμφιβολία περί της ποσότητας γιατί ήξερα ότι η φίλη μου δεν γνώριζε και πολλά
από μαγειρική και το αρνάκι ως γνωστόν μαζεύει στο φούρνο.
Αφού λοιπόν γεμίσαμε τους πνεύμονες μας οξυγόνο κινήσαμε για τον φούρνο με σκοπό να γεμίσουμε και το στομάχι μας .
Περιμέναμε την φίλη μας με το ταψί και όταν έφτασε, το ύφος της τίποτε καλό δεν προμήνυε Ρίχνει ο άνδρας της μια ματιά και όλος απορία λέει
Αγάπη μου τι έγινε το αρνί το πρωί γέμιζε όλο το ταψί πως εξαφανίστηκε;
Βάλαμε όλοι τα γέλια και μετά από λίγο καταλήξαμε στην ταβέρνα του Κουτσιούμπα απολαμβάνοντας νοστιμιές που μόνο εσείς εκεί όταν θέλετε φτιάχνετε .
Ελπίζω ο Πλάτανος - που από αυτόν πήρα αφορμή να διηγηθώ αυτήν την θύμησή μου από τον τόπο σου - να πετάξει φύλλωμα και να γίνει πιο όμορφος από πριν .
Ελένη
Σημ: Η Ελένη έζησε στο χωριό μας για μια πενταετία περίπου ( 1977-82 ) , γιατί ο αείμνηστος σύζυγός της Γιώργος Μπούρας υπηρέτησε εκεί Δ/ντης του Δημόσιου Ταμείου.
Καλό σας βράδυ….Κ.Κ.-

No comments:
Post a Comment