8.1.15

EΔΩ..ΛΙΔΟΡΙΚΙ…ΕΔΩ..ΛΙΔΟΡΙΚΙ..

Λιδορίκι - Πρωτοχρονιά  2014

 

Καλημέρα  Λιδορικιώτες ,  ΧΡΟΝΙΑ  ΠΟΛΛΑ  ΚΑΙ  ΚΑΛΑ ..

Καλημέρα  στους  φίλους  μας  σε  όλα  τα  μήκη  και  τα  πλάτη της  γης ,  να  είστε  ΟΛΟΙ   ΚΑΛΑ …

ΠΕΜΠΤΗ  ΣΗΜΕΡΑ  8  ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2015

Ανατολή Ήλιου: 07:39
Δύση Ήλιου: 17:23
Σελήνη 18 ημερών

Γιορτάζουν:  Αγάθων, Αγαθωνία, Δομν


ΣΑΝ  ΣΗΜΕΡΑ  

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Χ.

1297

Στο Μονακό, ο Φραντζεσκίνο Γκριμάλντι, μεταμφιεσμένος σε μοναχό, τρυπώνει σ' ένα οχυρό ελεγχόμενο από τους Γενοβέζους, αφήνει μέσα τούς στρατιώτες του και ιδρύει τη δυναστεία των Γκριμάλντι, που κυβερνά ως σήμερα το Πριγκιπάτο.

1895

Συλλαλητήριο διοργανώνεται στο Πεδίο του Άρεως κατά της βαριάς φορολογίας των ακινήτων, που επέβαλε η κυβέρνηση Τρικούπη.

1912

Ιδρύεται στη Νότιο Αφρική το Αφρικανικό Εθνικό Κογκρέσο, που θα παίξει τον καθοριστικότερο ρόλο στην ανατροπή του απαρτχάιντ.

1935

Ο μαέστρος Δημήτρης Μητρόπουλοςαποθεώνεται στη Φλωρεντία, όπου διευθύνει τη Συμφωνική Ορχήστρα του Ωδείου Αθηνών.

1973

Αρχίζει η δίκη για το σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ. Επτά κατηγορούμενοι κάθονται στο εδώλιο για τη διάρρηξη στα γραφεία του Δημοκρατικού Κόμματος στο κτήριο Γουότεργκεϊτ.

1991

Ο εκπαιδευτικός Νίκος Τεμπονέρας χάνει τη ζωή του σε συμπλοκή με τον πρόεδρο της ΟΝΝΕΔ Αχαΐας και δημοτικό σύμβουλο Ιωάννη Καλαμπόκα, κατά τη διάρκεια των μαθητικών κινητοποιήσεων στην Πάτρα. (Υπόθεση Τεμπονέρα)

ΓΕΝΝΗΣΕΙΣ

μ. Χ.

1926

Γιάννης Χρήστου, συνθέτης. (Θαν. 8/1/1970)

1935

Έλβις Πρίσλεϊ, αμερικανός τραγουδιστής, ο «βασιλιάς» του rock 'n' roll. (Θαν. 16/8/1977)

1942

Στίβεν Χόκινγκ, άγγλος φυσικός.

ΘΑΝΑΤΟΙ

. Χ.

1324

Μάρκο Πόλο, βενετός έμπορος εξερευνητής. (Γεν. 15/9/1254)

1642

Γκαλιλέο Γκαλιλέι, γνωστός στην Ελλάδα ως Γαλιλαίος, ιταλός αστρονόμος και φυσικός, που υποστήριξε την ηλιοκεντρική θεωρία, την οποία εξαναγκάστηκε από την Ιερά Εξέταση ν' απαρνηθεί.(Γεν. 15/2/1564)

Αποφθέγματα

1996

Φρανσουά Μιτεράν, γάλλος πολιτικός, που διετέλεσε Πρόεδρος της Γαλλίας (1981-1995). (Γεν. 26/10/1916)

ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/almanac/0801#ixzz3ODwJRjvA


Υπόθεση Τεμπονέρα

Νίκος Τεμπονέρας

Νίκος Τεμπονέρας

242

Ο Νίκος Τεμπονέρας (1953 - 1991) ήταν καθηγητής μαθηματικών σε Λύκειο της Πάτρας και στέλεχος του Εργατικού Αντιμπεριαλιστικού Μετώπου (ΕΑΜ). Το όνομά του έγινε γνωστό στο πανελλήνιο, όταν σκοτώθηκε από μέλη της ΟΝΝΕΔ, έπειτα από συμπλοκή σε Λύκειο της Πάτρας, κατά τη διάρκεια των μαθητικών κινητοποιήσεων της περιόδου 1990 - 1991.

Στα τέλη του 1990 τη χώρα κυβερνούσε η Νέα Δημοκρατία, με πρωθυπουργό τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη και Υπουργό Παιδείας τον Βασίλη Κοντογιαννόπουλο. Ο χώρος της Παιδείας βρισκόταν σε αναβρασμό, εξαιτίας της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης που προωθούσε η κυβέρνηση. Με το πολυνομοσχέδιο που θα έφερνε στη Βουλή ρυθμίζονταν θέματα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (κατάργηση αδικαιολόγητων απουσιών, επιβολή «ομοιόμορφης» ενδυμασίας και «πειθαρχικού ελέγχου» της εξωσχολικής ζωής, επανακαθιέρωση προσευχής, έπαρσης της σημαίας και εκκλησιασμού) και της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (λειτουργία ιδιωτικών ΑΕΙ, περικοπές κοινωνικών παροχών σε φοιτητές κ.ά.). Το 70% των σχολείων βρισκόταν υπό κατάληψη, ενώ καθημερινό φαινόμενο ήταν οι διαδηλώσεις στις μεγάλες πόλεις της χώρας.Ανάμεσά στα σχολεία που βρίσκονταν υπό κατάληψη ήταν καιι το Πολυκλαδικό Λύκειο Αμπελοκήπων, με πρωτοστάτη τον 16χρονο μαθητή Αλέξη Τσίπρα (νυν πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ).

Η κατάσταση ήταν έκρυθμη και πολιτικά οξυμένη, με την κυβέρνηση να δέχεται τα πυρά σύσσωμης της αντιπολίτευσης. Αγανακτισμένοι γονείς και κάποια δυναμικά στελέχη της νεολαίας της Νέας Δημοκρατίας ζητούσαν τον τερματισμό των καταλήψεων, έστω και δια της βίας. Γύρω στις 10:30 μ.μ. της 8ης Ιανουαρίου 1991, μέλη της ΟΝΝΕΔ προσπάθησαν να ανακαταλάβουν το 3ο Γυμνάσιο - Λύκειο Πάτρας. Κατά τη διάρκεια συμπλοκής που επακολούθησε βρέθηκε νεκρός, χτυπημένος με σιδερολοστό στο κεφάλι, ο καθηγητής του σχολείου Νίκος Τεμπονέρας, που είχε προστρέξει να βοηθήσει τους καταληψίες μαθητές του.

Την επομένη, ο Υπουργός Παιδείας Βασίλης Κοντογιαννόπουλος υπέβαλε την παραίτησή του και θεωρήθηκε από τον Τύπο ως το εξιλαστήριο θύμα της κυβέρνησης για την εκτόνωση της κρίσης. Νωρίτερα, είχε κατηγορηθεί από τον Ανδρέα Παπανδρέου ως ηθικός αυτουργός της δολοφονίας Τεμπονέρα. (Τα επόμενο χρόνια, όταν η υπόθεση είχε καταλαγιάσει, ο Βασίλης Κοντογιαννόπουλος προσχώρησε στο ΠΑΣΟΚ και αναδείχθηκε στέλεχος των κυβερνήσεων Σημίτη). Στη θέση του στο Υπουργείο Παιδείας τοποθετήθηκε ο Γιώργος Σουφλιάς, ο οποίος ανακοίνωσε την απόσυρση όλων των επίμαχων νομοθετημάτων και την έναρξη διαλόγου για την παιδεία «από μηδενική βάση».

Στο αστυνομικό μέρος της υπόθεσης, ως δράστες της δολοφονίας Τεμπονέρα κατηγορήθηκαν ο πρόεδρος της ΟΝΝΕΔ Αχαΐας και δημοτικός σύμβουλος Ιωάννης Καλαμπόκας, και το μέλος της τοπικής ΟΝΝΕΔ Αλέκος Μαραγκός. Συνελήφθησαν και οι δύο και προφυλακίστηκαν.

Στις 10 Ιανουαρίου 1991 πραγματοποιήθηκε μεγάλο συλλαλητήριο στην Αθήνα, στο οποίο πήραν μέρος γύρω στα 100.000 άτομα. Ήταν επεισοδιακό και είχε τραγική κατάληξη. Από τις συγκρούσεις ΜΑΤ και διαδηλωτών έπιασε φωτιά το πολυκατάστημα «Κάπα-Μαρούσης» στην Πανεπιστημίου, με αποτέλεσμα να βρουν τον θάνατο τέσσερις άνθρωποι. Την πυρκαϊά προκάλεσε ένα καπνογόνο που ρίχτηκε από τους αστυνομικούς. Τις επόμενες μέρες η κατάσταση άρχισε να ομαλοποιείται και από την πυροσβεστική πολιτική Σουφλιά. Οι μαθητές ξαναγύρισαν στα μαθήματά τους στις 13 Ιανουαρίου.

Στο δικαστικό μέρος της υπόθεσης Τεμπονέρα, ο Αλέκος Μαραγκός απαλλάχθηκε με βούλευμα για τη δολοφονία του καθηγητή και στο εδώλιο κάθισε ως βασικός αυτουργός ο Ιωάννης Καλαμπόκας. Η δίκη του διάρκεσε σχεδόν ένα χρόνο (22 Ιουνίου 1992 - 9 Μαρτίου 1993) και έγινε στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Βόλου. Πρωτοδίκως καταδικάσθηκε σε ισόβια για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως, χωρίς να του αναγνωρισθεί κανένα ελαφρυντικό.

Λίγους μήνες αργότερα έγινε η δίκη του σε δεύτερο βαθμό (7 Δεκεμβρίου 1993 - 19 Απριλίου 1994) ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λάρισας. Οι δικαστές του αναγνώρισαν ελαφρυντικά και τον καταδίκασαν σε κάθειρξη 17 ετών και τριών μηνών. Το 1996 άσκησε αναίρεση, προκειμένου να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του «βρασμού ψυχικής ορμής», αλλά το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λάρισας (1 Οκτωβρίου 1996 - 17 Οκτωβρίου 1996) δεν του αναγνώρισε και διατήρησε την ποινή 17 ετών και τριών μηνών, η οποία αργότερα μειώθηκε κατόπιν νέας επιμέτρησης στα 16 χρόνια και 9 μήνες. Στις 2 Φεβρουαρίου 1998 αφέθηκε ελεύθερος, αφού εξέτισε τα 3/5 της ποινής του. Μέχρι σήμερα ισχυρίζεται ότι είναι αθώος και δράστης της δολοφονίας Τεμπονέρα ο συναγωνιστής του στην ΟΝΝΕΔ, Αλέκος Μαραγκός.

Το 3ο Λύκειο Πάτρας, τόπος του φονικού, φέρει το όνομα του Νίκου Τεμπονέρα.

ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/articles/383#ixzz3ODwVoLR7

To Έθιμο της Μπάμπως

55

Κάθε χρόνο, στις 8 Ιανουαρίου, στις περιοχές του νομού Σερρών, Νέα Πέτρα, Μονοκκλησιά και Χαρωπό, μία διαφορετική μέρα ξημερώνει. Την ημέρα αυτή πραγματοποιείται το έθιμο της "Μπάμπως" η "Βρεξούδια" κι επειδή σ' αυτό το έθιμο κυρίαρχο ρόλο έχουν οι γυναίκες, με τους άνδρες να παραμένουν στα σπίτια τους ή να παρακολουθούν από μακριά, ονομάστηκε μεταγενέστερα “Ημέρα της Γυναικοκρατίας”.

Κατά την ημέρα αυτή, όλες οι παντρεμένες γυναίκες του χωριού, κάτω από τους ήχους μουσικών οργάνων (παλιότερα με τους ήχους της γκάιντας), μαζεύονται στην κεντρική πλατεία και από εκεί πορεύονται προς το σπίτι της μπάμπως για να της προσφέρουν δώρα. Μπάμπω λέγεται η γηραιότερη γυναίκα του χωριού, που εκτελούσε κατά το παρελθόν και χρέη μαμής.

Στη συνέχεια, σχηματίζοντας πομπή, με σκωπτικά τραγούδια χορό και κρασί, την περιφέρουν στην πλατεία. Κατά τη διάρκεια όλων των παραπάνω δεν επιτρέπεται να πλησιάσει κανείς άντρας, γιατί τα δρώμενα είναι ακατάλληλα για αντρικά αυτιά. Αν παρ' όλα αυτά τολμήσει κάποιος να πλησιάσει, τότε οι γυναίκες τον κυνηγούν, τον καταβρέχουν και προσπαθούν να του βγάλουν ένα ρούχο, το οποίο στη συνέχεια θα δημοπρατήσουν. Μετά το πέρας της πομπής ακολουθεί γλέντι "κεκλεισμένων των θυρών", με σκωπτικά τραγούδια, παραδοσιακά εδέσματα και κρασί, μέχρι τελικής πτώσης!

Το έθιμο αυτό το έφεραν οι Θρακιώτισες από την Πέτρα της Ανατολικής Ρωμυλίας και το γιορτάζουν κάθε χρόνο από την εγκατάστασή τους στη Νέα Πέτρα Σερρών. Πολύ αργότερα διαδόθηκε και σε άλλα χωριά του Νομού Σερρών. Σύμφωνα με τους λαογράφους, το έθιμο έχει ρίζες αρχαιοελληνικές και θυμίζει τα “Θεσμοφόρια” και περισσότερο τα “Αλώα”, που γίνονταν στην Αθήνα την ίδια εποχή.

ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/articles/487#ixzz3ODwq0Coo


Άλκης Παγώνης
1903 – 2000

Άλκης Παγώνης

1

Ερμηνευτής του ελαφρού τραγουδιού, τρυφερός και ερωτικός, που διέπρεψε στον Μεσοπόλεμο. Η καριέρα του στη δισκογραφία, τη σκηνή και τη ραδιοφωνία, κράτησε πενήντα και πλέον χρόνια, από το 1918 έως τις αρχές του 1970. Μεγάλες επιτυχίες του τα τραγούδια: «Σαν το κρασί», «Το γελεκάκι», «Άσε τον παλιόκοσμο να λέει».

Ο Άλκης Παγώνης γεννήθηκε το 1903 στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο πατέρας του υπηρετούσε ως διπλωμάτης. Τελείωσε το ελληνικό Λύκειο της Πόλης και τη Ζωγράφειο Σχολή. Μιλούσε γαλλικά και ιταλικά. Επέστρεψε με την οικογένειά του στην Αθήνα το 1924, αφού ο πατέρας του είχε προαχθεί σε πρόξενο από τον Ελευθέριο Βενιζέλο το 1917.

Με το τραγούδι ασχολήθηκε επαγγελματικά από το 1931, όταν τον άκουσε ο Αττίκ σε μια βραδιά ανάδειξης νέων ταλέντων στο Παλαιό Φάληρο. Ο Αττίκ τον σύστησε στο μαέστρο Σπύρο Περιστέρη, ο οποίος είχε αναλάβει τη διεύθυνση της φωνογραφικής εταιρείας Columbia και τον προέτρεψε να υπογράψει συμβόλαιο για πέντε τραγούδια.

Όταν ο Περιστέρης έφυγε από την Columbia και ανέλαβε μαέστρος στην Odeon-Parlophone, ο Παγώνης τον ακολούθησε. Στη νέα εταιρεία συνεργάσθηκε με τον Μίνω Μάτσα και πολύ γρήγορα αναδείχτηκε σ’ έναν από τους πιο γνωστούς ερμηνευτές του ελαφρού τραγουδιού.

Συνεργάστηκε με όλους τους γνωστούς συνθέτες του είδους: Μιχάλη Σουγιούλ, Αττίκ, Θεόδωρο Παπαδόπουλο, Θεόφραστο Σακελλαρίδη, Νίκο Χατζηαποστόλου, Ζοζέφ Κορίνθιο, Κώστα Μπέζο, Σπύρο Περιστέρη, Χρήστο Χαιρόπουλο, Μηνά Πορτοκάλλη και Άγγελο Μαρτίνο. Ηχογράφησε περισσότερα από 100 τραγούδια. Μεγάλες επιτυχίες του: «Άσε τον παλιόκοσμο να λέει», «Το γελεκάκι», «Κάτι με τραβά κοντά σου», «Έλα να φιληθούμε», «Παλιά Αθήνα», «Σαν το κρασί».

Τραγούδησε στα καλύτερα κέντρα της εποχής του, στην ταβέρνα του Γιούλη (όπου δεξιώθηκε τον πρίγκιπα της Αγγλίας Εδουάρδο, το 1934), στου Λαίνη, στου Περίχαρου στο Λουτράκι και επί 25 χρόνια στο στέκι του, στη Μάντρα του Μουσείου.

Ο Άλκης Παγώνης πέθανε στις 8 Ιανουαρίου του 2000 και κηδεύτηκε την επομένη στο Γ' Νεκροταφείο Αθηνών.

 

 

ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/biographies/764#ixzz3ODx6JO43

 

Ο Πανταρώτας

 

Το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη Ο Πανταρώτας, με τον υπότιτλο Ναυτικόν Διήγημα, πρωτοδημοσιεύτηκε στις 8 Ιανουαρίου του 1891 στην εφημερίδα Ακρόπολις.

    Ο μπαρμπ'- Αλέξης ο Καλοσκαιρής δεν είχεν ανάγκην του πορθμείου του Χάρωνος δια να πηδήση εις τον άλλον κόσμον· είχε το ιδικόν του.
    Καλά που ευρέθη κι αυτό το υπόσαθρον πλοιάριον, αυτόχρημα σκυλοπνίχτης, φελούκα παμπάλαιος, δια να θαλασσοπνίγεται και πορίζηται τα προς το ζην ο μπαρμπ' - Αλέξης. Ήτο πτωχός, πάμπτωχος. Τόσα χρόνια που εγύριζε στην ξενητειά κι εταξίδευε με ξένα καράβια, κατάλαβες, καμμίαν προκοπήν δεν είχεν ιδεί. Παραπάνω από λοστρόμος, δεν κατώρθωσε να φθάσει. Άλλοι σύντροφοί του, κατάλαβες, απέκτησαν σκούνες και βρίκια, και δυο-τρεις μάλιστα ευρίσκοντο, το-σήμερο, με μπάρκα. Κι αυτός δεν είχε το-σήμερο, ουδ' ένα κότερο, μόνον ήτον ηναγκασμένος μ' αυτήν την παλιόβαρκα ν’ αγωνίζεται να πορισθή τον άρτον της οικογενείας του. Και είχεν οίκοι δύο «αδύνατα μέρη», εν ώρα γάμου, και οι γαμβροί, κατάλαβες, το-σήμερο, γυρεύουν πολλά. Σπίτι, αμπέλι, ελαιώνα, παλιοχώραφα, τα χρειαζούμενα του σπιτιού όλα, και το μέτρημα χωριστά.
    Μήπως είχε, τουλάχιστον, βοήθειαν από κανένα; Εκ των δύο υιών του ο νεότερος ο Δημήτρης, καλή του ώρα, υπηρετούσε, ας είχε ζωή, εις το Βασιλικόν Ναυτικόν. Καλά ναυτικά ήθελε μάθη! Ο άλλος, ο Αποστόλης ο μεγαλείτερος, έλειπε χρόνια εις τους ωκεανούς. «Ούτε γράμμα ούτε απηλογιά». Προ τριών ετών είχε μάθει ότι ήτο με έν αγγλικόν ατμόπλοιον ναύτης, και ότι περνούσε για Ιταλός. Ας πα’ να περνούσε και για Σκλαβούνος! Αυτός διάφορο δεν είχε.
    Ως ο κατάδικος εις το ικρίωμά του, ως ο κοχλίας εις το κέλυφός του, ο μπαρμπ' Αλέξης ήτο προσηλωμένος εις την λέμβον του. Εταξίδευε μεταξύ Μιτζέλας, Στυλίδος, Λιχάδος, Ωρεών και Αιδηψού. Διεπόρθμευε κάτι μικρά εμπορεύματα, σπανίως επιβάτας. Άπαξ του μηνός κατέπλεεν εις την χθαμαλήν ευλίμενον νήσον του, δια να φέρη εξοικονόμησιν εις την γριά και εις τας δύο κόρας του.
    Το πάλαι είχε σύντροφον εις την λέμβον τον γερο-Σαλαμάστρα (καλά που ηύρε συμπλωτήρα αρκετά ριψοκίνδυνον)· αλλ' ο γερο-Σαλαμάστρας  δεν ήτο ευχαριστημένος από το μερδικό, εγόγγυζεν απαύστως και μίαν πρωίαν του έφυγε και τον άφησε «μες στη μέση». Ύστερον, «από φεγγάρι σε φεγγάρι» είχεν ενίοτε τον μπαρμπα-Γιάννην τον Λαλούμενον. Αλλ' ο μπαρμπα-Γιάννης ο Λαλούμενος συνήθειαν είχε, την ημέραν του απόπλου, να συμπίνει με τους φίλους, και ουχί σπανίως το ταξίδι ανεβάλλετο εξ αιτίας του, ή ο ναύλος εναυάγει εξ ολοκλήρου. Ο μπαρμπ’- Αλέξης ηναγκάσθη να τον αποπέμψη.
    Τελευταίον και μόνιμον σύντροφον προσέλαβε τον Γιάννην τον Πανταρώτα.

    Τι περίφημος άνθρωπος αυτός ο Γιάννης ο Πανταρώτας! Ηδύνατό τις να τον ονομάση και Γιάννην Άπιαστον! Ο μπαρμπ'- Αλέξης μάλιστα τον εναυτολόγει υπό το όνομα «Ιωαννίδης». Υπελόγιζεν ότι αν υπάρχουσιν ανά τον ελληνικόν κόσμον εκατόν χιλιάδες έγγαμοι Γιάννηδες και Γιάνναιναι χήρες, θα είναι, κατά μέσον όρον, διακόσιαι πενήντα ή τριακόσιαι χιλιάδες Ιωαννίδαι. Και μετά τρεις γενεάς, ότε (αν περισωθή το ελληνικό γένος) τα εις -ίδης και -άδης θ' απαντώνται μόνον εις τα ηρωικοκωμικά επύλλια, τις θα ευρεθή ν’ ανησυχήσξ αν οι ζήσαντες Ιωαννίδαι ήσαν σωστοί τριακόσιαι χιλιάδες ή τριακόσιαι χιλιάδες και είς;
    Το αληθές είναι, ότι ο μπάρμπ' - Αλέξης ο Καλοσκαιρής έτρεφε μεγάλην στοργήν προς τον συμπλωτήρα του, τον Πανταρώταν. Δεν εμερίμνα τόσον περί του εαυτού του, αν θ' αξιωθή να λάβη σύνταξιν από το Ναυτικόν Απομαχικόν Ταμείον, όσον περί του συντρόφου του. Εκεί που έπλεεν από κάβον εις κάβον, από αιγιαλόν εις αιγιαλόν, ίστατο μίαν στιγμήν, άφηνε την κώπην, έφερε την χείρα εις το μέτωπον, κι έλεγε·
    - Το ελάχιστο, αυτός ο Ιωαννίδης δε θα πάρη τίποτε σύνταξη; Τον ναυτολογώ ταχτικά! Τίποτε δεν του λείπει. Τα χαρτιά του είναι σωστά. Εγώ, ας κουρεύωμαι!
    Και στρεφόμενος προς μεσηβρίαν έκαμνεν λίαν εκφραστικήν χειρονομίαν, με τον αντίχειρα και με το δείκτην λέγων·
    - Όρσε, κουβέρνο!

    Και ουχ ήττον υπέφερε πολλά δια να «τον περάση στα χαρτιά» αυτόν τον Γιάννη τον Πανταρώτα. Οι λιμενικοί υπάλληλοι μάλιστα «του έψηναν το ψάρι στα χείλη». Είναι αληθές ότι ο εξακουσμένος σύντροφός του ήτο εν διηνεκεί απουσία. Οι αλιείς, οι συναντώντες τον μπάρμπ' - Αλέξην παραπλέοντα τας ακτάς, ενίοτε και οι αιπόλοι, οι οδηγούντες τας αίγας των εις τον αιγιαλόν, «δια να αρμυρίσουν», τον ηρώτων·
    - Που είν’ ο σύντροφός σου; Μοναχός σου αρμενίζεις;
    - Πάει ν’ αγοράση ψωμιά, απήντα ο μπαρμπ' - Αλέξης. Τώρα τον περιμένω να γυρίση.
    Κι ενώ έλεγεν, ότι τον περιμένει, εξηκολούθει ουδέν ήττον να πλέη.
    Οι επιστάται των λιμένων, οι υγειονομικοί φύλακες και οι τελωνοσταθμάρχαι ήσαν τα φόβητρα του μπαρμπ' - Αλέξη.
    Επαρουσιάζετο πάντα μόνος του, εις το υγειονομικόν ή λιμενικόν σταθμόν, δια «να βγάλη τα χαρτιά».
    - Ποιος είν’ ο σύντροφός σου;
    - Ο Γιάννης ο Πανταρώτας· (αλλαχού έλεγεν ο Ιωαννίδης.)
    - Και πού είν' αυτός ο Γιάννης ο Πανταρώτας;
    - Με καρτερεί στη βάρκα.
    - Πώς δεν τον παρουσιάζεις ποτέ;
    - Ολημέρα στην πιάτσα βρίσκεται· αδειάζει απ’ το μεθύσι;
    - Κι εμπιστεύεσαι συ να ταξιδεύης με μέθυσον.
    - Τον έχω δια τον τύπο, επειδή έτσι το θέλει ο νόμος. Εγώ αξίζω για δυο.
    Και ο λιμενικός υπάλληλος εφόρει τα γυαλιά του και του έδιδε «τα χαρτιά».
    Εις όμως υπάλληλος ήτον πολύ πονηρός, και τον είχε καταλάβει.
    Φαίνεται να ήτο Μωραΐτης. Αλλ' ο μπάρμπ' - Αλέξης ταχέως τον αφόπλισε. Υπό την πρώρα της βάρκας έκρυπτε πάντοτε μίαν τσότραν γεμάτην, ή και δαμετζάναν ολόκληρον, του ευρίσκοντο δε και κάτι ορεκτικά εδέσματα της πατρίδος του. Με μισή αστακοουρά, με κανέν καπνιστό κεφαλόπουλο της λίμνης, με ολίγον αυγοτάραχον, μ' ένα έγχελυν αλατισμένον, όλα προϊόντα της μικράς ωραίας νήσου, ο μπάρμπ' Αλέξης έκαμνε τη δουλειά του.
    Εις άλλος όμως ήτο σκληρός. Ήτο ολιγώτερον τρεπτός από τους αρχαίους θεούς, και ας τους είχε σχεδόν πατριώτας. Ήτο «Αυστριακός, χειρότερος από Τούρκον», κι έτυχε να γίνει υπάλληλος εις την ελευθέραν Ελλάδα. Ο μπαρμπ' - Αλέξης δεν ημπόρεσε να τον καταφέρει. Ηναγκάσθη να παύση να πλησιάζη εις τον σταθμόν εκείνον της Στερεάς.

    Μίαν φορά όμως «τα έφερε σκούρα». Ευρέθη εις το πέλαγος, εν τω μέσω του Ευβοϊκού στενού, εις ίσην από της ηπείρου και από της νήσου απόστασιν.
    Ήρχετο από τους Ωρεούς κι έπλεε δια το Θρόνιον. Είχεν μικρόν φορτίον από στάμνες και κανάτια, και ημισείαν δωδεκάδα βαρέλια εντοπίων μικρών αφύων.
    Ο μπαρμπ' - Αλέξης ήτο αμέριμνος ως πάντοτε, κι εκάθητο εις την πρύμνην κυβερνών το σκάφος και ιθύνων το ιστίον.
    Δεν ήτο ανάγκη τώρα να κάμh την τέχνην την οποίαν εσυνήθιζεν άλλοτε. Να καθίση δηλαδή εις το κύτος της λέμβου, παρά τον ιστόν, να προσδέση την σκόταν και τον οίακα δια διπλών σχοινίων, και να χειρίζηται αόρατος, από του κύτους, φλόκον, ιστίον και πηδάλιον, με μία χεριά.
    Ενίοτε μάλιστα ενησμενίζετο να το κάμνει οσάκις είχεν, όπερ σπάνιον, κανένα χερσαίον επιβάτην, τον οποίο υπεχρέου να καθίσει παρά το πηδάλιον, όταν διήρχοντο πλησίον παραθαλασσίου χωρίου. Και από της ξηράς έβλεπον τότε πράγμα απίστευτον, φουστανελάν κυβερνώντα την λέμβον.
    Την φοράν όμως ταύτην δεν είχεν επιβάτην κανένα χερσαίον.
    Αίφνης βλέπει βασιλικόν πλοίον ερχόμενον αντίπρωρα αυτού. Ήτο η «Σαλαμινία» πιθανώς. Ίσως να ήτο και η «Πληξαύρα» ή «Αφρόεσσα».
    Αν είχε κανένα επιβάτην, ας ήτο και φουστανελάς, θα τον υπεχρέου να μεταμφιεσθεί εις ναύτην, να φορέση τα παλιά αμπαδίτικα του μπαρμπ' - Αλέξη, τα οποία ευρίσκοντο υπό την πρώραν δια παν ενδεχόμενον.
    Αλλ' επιβάτην, είπομεν, δεν είχε. Τι να κάμη;
    Σηκώνεται, λαμβάνει το εν των ζυγών, εφ ων καθέζονται οι ερέται, το ανορθοί, εβγάζει ένα σκαλμόν, τον προσδένει δια του τροπωτήρος σταυροειδώς επί του ζυγού. Κύπτει υπό την πρώραν, αναζητεί τα παλιά ράκη του, ενδύει το διπλούν ξύλον με μίαν κάπαν, της οποίας τα μανίκια εκρέμαντο σπαρακτικώς περί τας δύο άκρας του σκαλμού. Επί της κορυφής του ορθού ξύλου θέτει έναν ναυτικόν κούκον, τον οποίον είχεν, αφ’ ου χρόνου εταξίδευε με τα ξένα πλοία εις Ιταλίαν και εις τον Αδρίαν. Δια να σταθή οπωσούν ο κούκος, τον περιδένει ολόγυρα με το κίτρινο ζωνάρι του, ως σαρίκι.
    - Είναι σωστό σκιάζουρο, εψιθύρισεν ο μπαρμπ' - Αλέξης.
    Και έστησε το αυτοσχέδιον τούτο ανδρείκελον επί του θριγκού της πρώρας, με την βάσιν κάτω εις το κύτος, εκείθεν του κολπουμένου ιστίου.
    Έβαλε και την μίαν κώπην εγκάρσιον, οιονεί εις ανάπαυσιν επί των γονάτων του ανδρεικέλου, με το πτερύγιον άνω προς τον ουρανόν!
    Ολίγα λεπτά ακόμη, και τα δύο αντίπρωρα πλοία συνηντήθησαν. Ο μπαρμπ'- Αλέξης ύψωσε την σημαίαν, εμετρίασε τον δρόμον, και απέδωκε τας τιμάς. Ο κελευστής της βασιλικής ημιολίας, όστις εγνώριζε τον μπαρμπ' - Αλέξην από πολλών ετών δεν ηδυνήθη να μη θαυμάση την ευχειρίαν και την ραστώνην, μεθ ής έπλεε.
    - Μπράβο καπετάν Αλέξη, τω έκραξεν, είσαι πολύ σβέλτος.
    - Αλήθεια, απήντησε ο μπαρμπ' - Αλέξης... και μάλιστα ο σύντροφός μου.

    Τούτων ένεκα, μεγάλης χαράς ήτο αφορμή δια τον μπαρμπ' - Αλέξην, όταν κατώρθωνε «στη χάση και στη φέξη» να έχει κανένα επιβάτην, τον οποίον, εν ανάγκη, να περάση ως τον περίφημον Γιάννη τον Πανταρώτα. Αλλά πού επιβάτης; Ποίος ετόλμα να πατήση τον πόδα εις την παλιόβαρκα;
    Μίαν φοράν ευτύχησε να επιβιβάσει από μίαν ακρογιαλιάν της Λοκρίδος ένα κάποιον ορεινόν, όστις ήθελε να περάσει αντικρύ, εις την Εύβοιαν.
    Αλλ’ ίσως ήτο η πρώτη φορά, καθ’ ην ούτως επάτησε τον πόδα εις πλοίον εν γένει.
    Μόλις εκάθισε παρά την πρύμνην, με την σκούφιαν του ίσα με το αυτί, με τον στριμμένον μύστακά του, με τα τουζλούκια του, εις μέρος, όπου εδιαναστούσεν η βάρκα, και όπου ο μπάρμπ’ - Αλέξης είχε διπλαρώσει την βάρκα επίτηδες, δια να τον παραλάβη, και αμέσως, πριν λύση ο ναύτης τα απόγεια, πριν η λέμβος σαλεύση ακόμη, διότι ήτο γαλήνη, ο επιβάτης ήρχισε να πιάνεται από τον σκαλμόν, από την κωπαστήν, από τον ώμο του μπαρμπ' -Αλέξη, από ό,τι εύρισκε.
    - Τι έχεις; είπεν ο κυβερνήτης· κάμε ήσυχα, μη φοβάσαι.
    Και ήρχισε ν' ανασπά την άγκυραν.
    Αλλ' ο επιβάτης δεν ήτο καλά! Είχε κύψει εις το κύτος, κι εζήτει να κρατηθή από τας εξοχάς των στραβοξύλων, από τα εσωτερικά φατνώματα.
    Η λέμβος εκινήθη.
    - Έχε έννοια, είπεν ο μπαρμπ’ -Αλέξης, τώρα θα λύσω το πανί.
    Το σκάφος εσάλευσε ολίγον τι. Ο επιβάτης εκυρτώθη, έγινε  κουβάρι.  Εκρατείτο σπασμωδικώς από τον πρυμναίον ζυγόν, από τον θριγκόν της πρύμνης.
    - Βγάλε με! Βγάλε με! εκραύγασε.
    - Τι έπαθες, βρε άνθρωπε, σε καλό σου!
    - Βγάλε με όξου, δεν μπορού. Δεν μπορού την φευγάλα τσ’ βάρκας.
    - Μη φοβάσαι, δεν είναι φουρτούνα. Μπονάτσα, κάλμα.
    - Βγάλε με όξου, σ’ λένε. Τι μ’ κρένεις αυτού;
    - Τώρα λιγάκι κι εφθάσαμε. Κάμε το σταυρό σου. Τράβα μια ρακιά.
    - Χοντρές καληόρις μ' κρένεις, βλέπου;
    Και με τον ένα γρόνθον εφοβέριζε τον μπαρμπ' - Αλέξην, ενώ με τον άλλον εκρατείτο σπασμωδικώς από την κωπαστήν.
    Ο γηραιός ναυτικός έδωκε τόπον τη οργή. Ηναγκάσθη να προσεγγίση οπίσω εις την ξηράν και να τον αποβιβάση.
    Μόλις επάτησεν εις τα άγια χώματα, ο ορεινός, απεμακρύνθη ολίγα βήματα, και στραφείς κατά τον αιγιαλόν, εστάθη μεταξύ ενός βράχου κι ενός θάμνου, και προσβλέψας βλοσυρώς προς τον μπαρμπ' - Αλέξην, όστις απεμακρύνετο σιωπηλώς από της ακτής, επρότεινε και τους δύο γρόνθους την φοράν ταύτην, σείων απειλητικώς την κεφαλήν και κράζων·
    - Αχ! καραβά. Αχ! βρε καραβά. Αχ! μωρέ καραβά.

    Αν και συνήθως εθήρευε τους επιβάτας, όπου τους εύρισκεν, ο μπαρμπ' - Αλέξης άπαξ ευρέθη εις την ανάγκην ν' αποποιηθή να παραλάβη επιβάτην εις την μικράν υπόσαθρον σκάφην του. Ιδού πώς:
    Ήτο κατά τας τελευταίας ημέρας του έτους 1870. Ο μπαρμπ' - Αλέξης ητοιμάζετο ν’ αποπλεύση έκ τινος ερήμου ακτής της Φωκίδος, μελετών, αν δεν εύρη εν τω μεταξύ κανένα ναύλον, ν’ απέλθη εις την μικράν νήσον του.
    - Χειμώνα, καλοκαίρι, ως τόσο, δε θα ξαποστάσω μια φορά κι εγώ! Καλότυχοι είναι ο Καπετάν Φραγκούλης, ο Γιαλόξυλος, ο καπετάν Θανασός, ο Ζευγαρωμένος, ο καπετάν Γιαννάκος, ο Έρωτας! Άμα μεσάσει ο Τρυγητής ο μήνας, έρχονται και δένουν τα καραβάκια τους από την Κολώνα της πιάτσας, και τραβούν φαΐ και ύπνο που πάει αντάρα και καπνός!
    Ήτο περί την εσπερινήν αμφιλύκην, είχεν αρχίσει να νυχτώνη.
    Δεν εφοβείτο να πλέη και δια νυκτός εις τόσον γνωστά πελάγη. Εκαυχάτο ότι «κι οι ξέρες και τα γκρίφια τον εγνώριζαν».
    Ητοιμάζετο ν’ ανασπάση την άγκυραν.
    Τα νερά εις τον όρμον εκείνον ήσαν ρηχά, «δεν εδιαναστούσεν η βάρκα».
    Ήτο αραγμένος μέχρι βολής τουφεκίου από της ξηράς.
    Εκεί βλέπει κάτι τι κι έλαμψεν έξω τινός βράχου της παραλίας. Αυτό δε το λάμψαν έλαμψεν επί τινός αμαυρού, λίαν θαμβού.Με όλον το επικρεμάμενον ήδη σκότος, η αμαυρότης εφαίνετο δεσπόζουσα του σκότους.
    Ακούει μίαν φωνή, φωνήν λίαν επιτακτικήν και τραχείαν.
    - Βρε, καραβά!
    Προσηλοί τα όμματα, διαστέλλων υπερβολικώς αυτά, όπως διακρίνει εν μέσω του λυκόφωτος.
    Μεταξύ δύο βράχων, εις μέρος, όπου ήρχιζεν ένα μονοπάτι, γνωστόν αυτώ, δι ου ανερριχάτο τις εις την γυμνήν και απόκρημνον ακτήν, βλέπει δύο άντρες ισταμένους. Ήσαν ένοπλοι, και τα τουφέκια και τα πιστόλια των έστιλβον επί της λερής περιβολής των.
    Ο μπαρμπ' - Αλέξης εφοβήθη μέγαν φόβον. Ουδ’ επί στιγμήν αμφέβαλλεν ότι ήσαν λησταί.
    Ακούει δευτέραν φωνήν:
    - Ε! καραβά! έλα γλήγορα να μας πάρης.
    - Τώρα, τώρα! απήντησε μηχανικώς ο μπαρμπ' -Αλέξης.
    Και αφού ανέσυρε την άγκυραν, έλαβε τας κώπας. Αλλ' αντί να ελαύνει προς την ξηράν, εχαμήλωσεν την ράχιν του, έκρυψε την κεφαλήν του εντός του κύτους, γενόμενος αόρατος από της ακτής, και με τα χείρας ή με τους πόδας όπως ηδύνατο, ήρχισε να ελαύνει προς το πέλαγος.
    Οι δύο από της ξηράς ιδόντες τον δόλον, ήρχισαν να τον καταρώνται και να τον υβρίζωσι με τα φαυλότατα των επιθέτων.
    Αλλ’ ο μπαρμπ' - Αλέξης ηδιαφόρει. Εφοβείτο να έλθη εις επαφήν με τοιούτους φοβερούς την όψιν ανθρώπους. Και πλουσίαν αμοιβήν αν του έταζον, δεν θα τους εδέχετο ποτέ εις την λέμβον.
    Ηκούσθη μία τουφεκιά. Η βολή συρίξασα εκτύπησεν εις το πηδάλιον της λέμβου.
    Δευτέρα τουφεκιά βροντώδης αντήχησεν.Το βόλι ηυλάκωσε το κύμα, και βυθισθέν εχάθη εις τον μέλανα πόντον.
    Ο μπαρμπ' - Αλέξης, εξακολουθών να ελαύνη, ήτο εκτός βολής ήδη.
    Όταν απεμακρύνθη αρκετά από της ξηράς, ανωρθώθη περίτρομος ακόμη, και ήρχισε να ψηλαφά τα μέλη του.
    - Ω! διάβολε! άλτρος κάβος κονταρέμους.
    Και προσέθηκεν·
    - Ως τόσο, καλά που την εγλύτωσα. Πως θα χαρή η καημένη η γριά!

    Είτε φαντασιώδης ήτο ο κίνδυνος είτε πραγματικός, του μπαρμπ’ - Αλέξη του εφάνη ότι «εξαναγεννήθη».
    Εν τούτοις δεν ήτο απίθανον να ήσαν και λησταί εκείνοι οι δύο άνθρωποι. Κατά την εποχήν εκείνην, είχε γίνει εν Ελλάδι σπουδαία και αποτελεσματική εργασία προς εξάλειψιν της ληστείας, όθεν οι τρεις ή τέσσαρες αρχηγοί των τότε ισαρίθμων κομμάτων, συνασπισθέντες, ως να ήσαν εκδικηταί των προγεγραμμένων, εκρήμνισαν παταγωδώς από της αρχής το έκφυλον Υπουργείον.
    Ίσως οι δύο ούτοι φυγάδες, αν ήσαν πράγματι λησταί, να ήσαν τα τελευταία λείψανα καταστραφείσης τινός συμμορίας.

    Και όμως ο γηραιός ναύτης, αν εσώθη από αληθείς ληστάς, δεν εφυλάχθη όμως και από κοινούς κλέπτας.
    Εις μίαν άλλην ακρογιαλιάν είχε προσορμισθή μίαν ημέραν.
    Ο σταθμός ο λιμενικός, όπου ώφειλε «ν' αλλάξει τα χαρτιά του», απείχε εκείθεν ημισείας ώρας οδόν.
    Τώρα, εάν είχε σύντροφον άλλον τινά παρά τον Πανταρώταν, όστις ετέλει εν διηνεκεί απουσία, θα τον άφηνε να φυλάγη την βάρκα, και δεν θα την άφηνεν έρημην και ορφανήν.
    Και αν δεν την άφηνεν έρημην και ορφανήν, δεν θα ήρχοντο εν τη απουσία του κλέπται, να του πάρουν  ό,τι είχε και ό,τι δεν είχε.
    Τούτο δε ακριβώς συνέβη.
    Οι κλέπται εμβήκαν μέσα ως καλοί οικοκυραίοι. Του αφήρεσαν τα πάντα, ενδύματα, τρόφιμα, κοντάρια, ιστία, ως και τας κώπας. Του άφησαν μόνο τους τροπωτήρας και τους σκαλμούς. Και τους μεν σκαλμούς ίσως δεν ηδυνήθησαν να τους βγάλουν από τες σκαλμότρυπες, οι δε τροπωτήρες θα τους έπεσαν, δι' αδεξιότητα, από τας κώπας.
    Τι να τους κάμη τους τροπωτήρας και τους σκαλμούς! Πώς να ταξιδεύση χωρίς κώπας, χωρίς ιστία;

    Και έκτοτε ο μπαρμπ'- Αλέξης ο Καλοσκαιρής ωρκίσθη να μη παραβή επί ζωής του τους περί ναυτιλίας νόμους, και να μη συνταξιδεύση πλέον με τον Γιάννη τον Πανταρώτα.

ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/anthology/306#ixzz3ODyBQGl5

 

Γιάννης Χρήστου
1926 – 1970

  • ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

Γιάννης Χρήστου

25

Ο Γιάννης Χρήστου υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους έλληνες συνθέτες, με διεθνή αναγνώριση. Κύριο χαρακτηριστικό της ζωής και του έργου του ήταν οι έντονες φιλοσοφικές και μεταφυσικές του ανησυχίες, τις οποίες συσχέτιζε άμεσα με τη μουσική, προσπαθώντας να αναδείξει την πανανθρώπινη θρησκευτική, μεταφυσική και μυστικιστική της διάσταση, πέρα από ιστορικές περιόδους, τεχνοτροπίες, πολιτισμούς και θρησκευτικά δόγματα.

Γεννήθηκε στην Ηλιούπολη της Αιγύπτου στις 8 Ιανουαρίου 1926 και μεγάλωσε στην κοσμοπολίτικη Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, όπου πήρε τα πρώτα μαθήματα πιάνου σε ηλικία πέντε ετών. Ήταν ο δευτερότοκος γιος του σοκολατοβιομήχανου Ελευθέριου (Τέρη) Χρήστου και της ποιήτριας Καλλιόπης (Λιλίκας) Ταβερνάρη, κυπριακής καταγωγής.

Ο νεαρός Γιάννης φοίτησε στα καλύτερα αγγλόφωνα σχολεία της Αλεξάνδρειας, παράλληλα με τις σπουδές του στο πιάνο υπό την καθοδήγηση της διάσημης πιανίστριας Τζίνας Μπαχάουερ. Το 1939 οι γονείς του χωρίζουν και ο δεκατριάχρονος Γιάννης μαζί με τον αδελφό του μένουν στην πατρική εστία. Τελειώνοντας το σχολείο, ο πατέρας του τον στέλνει στην Αγγλία για να σπουδάσει οικονομικά, ελπίζοντας να αναλάβει στη συνέχεια τις οικογενειακές επιχειρήσεις, κάτι που δε συνέβη ποτέ.

Ο Χρήστου, αν και πήρε τελικά το πτυχίο του στα οικονομικά, προτίμησε να σπουδάσει φιλοσοφία με τον Λούντβιχ Βιτγκενστάιν και τον Μπέρτραντ Ράσελ στο Καίμπριτζ, καθώς και ανώτερα θεωρητικά της μουσικής. Συνέχισε τις μουσικές του σπουδές στην Ιταλία από το 1949 έως το 1953, ενώ την ίδια χρονική περίοδο ασχολήθηκε σε βάθος και με την αναλυτική ψυχολογία, επηρεαζόμενος και από τον αδερφό του, ο οποίος σπούδαζε εκείνη την εποχή στο Ινστιτούτο Γιουνγκ στη Ζυρίχη.

Επιστρέφοντας στην Αίγυπτο, αφοσιώθηκε στη σύνθεση, δουλεύοντας αρκετές ώρες την ημέρα. Το 1956 παντρεύτηκε την παιδική του φίλη Θηρεσία (Σία) Χωρέμη, ζωγράφο, με την οποία απέκτησε τρία παιδιά. Την ίδια χρονιά σκοτώθηκε ο πολυαγαπημένος αδερφός του σε τροχαίο δυστύχημα, γεγονός που θα τον σημάδευε αφάνταστα για όλη του τη ζωή.

Το 1960, με τις εθνικοποιήσεις του Νάσερ, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Αλεξάνδρεια, όπως και οι περισσότεροι εύποροι Έλληνες της Αιγύπτου. Εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στη Χίο, όπου είχε επίσης αρκετή οικογενειακή περιουσία. Στο σπίτι του, μέσα σ' ένα μεγάλο κτήμα, ο Γιάννης Χρήστου εγκατέστησε τη μεγάλη του βιβλιοθήκη κυρίως με βιβλία φιλοσοφίας, θρησκειολογίας, ανθρωπολογίας, ψυχολογίας, μαγείας, πνευματισμού, προϊστορίας και πρωτόγονων πολιτισμών, ιστορίας, λογοτεχνίας, τέχνης και μουσικής καθώς και τις προσωπικές του συλλογές.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του διέμενε κυρίως στην Αθήνα, όπου και ασχολήθηκε, εκτός από τη σύνθεση, με την προώθηση της πρωτοποριακής ελληνικής μουσικής. Ασκούσε πολύ μεγάλη επιρροή στους ελληνικούς πρωτοποριακούς μουσικούς κύκλους της εποχής του και στις πρώτες θεσμικές τους εκφράσεις, όπως το Εργαστήρι Σύγχρονης Μουσικής του Ινστιτούτου «Γκαίτε» (1962) και ο Ελληνικός Σύνδεσμος Σύγχρονης Μουσικής (1965).

Η οικονομική του άνεση του προσέφερε τη δυνατότητα να μην χρειαστεί ποτέ να αναζητήσει εργασία σε Ωδεία (τα οποία δεν εκτιμούσε ιδιαίτερα ως εκπαιδευτικό θεσμό) ή σε άλλους μουσικούς φορείς, ούτε να αναλάβει ποτέ θέση ευθύνης σε οποιοδήποτε μουσικό ίδρυμα ή επιτροπή, με εξαίρεση μία και μοναδική φορά, το 1962, ως μέλος κριτικής επιτροπής διαγωνισμού σύγχρονης μουσικής, τον οποίο διοργάνωνε ο Μάνος Χατζιδάκις.

Ο Γιάννης Χρήστου σκοτώθηκε σε τροχαίο δυστύχημα τη νύχτα της 8ης Ιανουαρίου 1970, κατά την επιστροφή του στο σπίτι από τον εορτασμό των γενεθλίων του. Στο ίδιο δυστύχημα τραυματίστηκε σοβαρά η γυναίκα του, η οποία εξέπνευσε δέκα ημέρες αργότερα, αφήνοντας τα τρία τους παιδιά ορφανά.

ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/biographies/214#ixzz3ODylJwki

 


Γιώργος Κόρος
1923 – 2014

Γιώργος Κόρος

15

Σπουδαίος βιολιστής της λαϊκοδημοτικής μουσικής και συνθέτης τραγουδιών, με πιο γνωστό το «Είσαι νινί ακόμα».

Ο Γιώργος Κόρος γεννήθηκε στις 19 Μαρτίου 1923 στους Ανδρωνιάνους Εύβοιας, από πατέρα ιεροψάλτη, ο οποίος τον μύησε από μικρό στα μυστικά της βυζαντινής μουσικής. Σε ηλικία 9 ετών άρχισε να μαθαίνει βιολί μόνος τους και στα 12 του έπαιξε για πρώτη φορά σε πανηγύρι. Συνέχιζε να παίζει σε γάμους, γλέντια και ταβέρνες μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του '50, οπότε ξεκίνησε η καθαυτό επαγγελματική του καριέρα στη μουσική.

Αυτός που τον επέβαλε στη δισκογραφία ήταν ο συνθέτης και ερμηνευτής του δημοτικού τραγουδιού Γιώργος Παπασιδέρης (1902-1977). Το 1953 τον άκουσε σ’ ένα κέντρο της Αθήνας και εντυπωσιάστηκε από τον τρόπο που έπαιζε το βιολί, σε μια εποχή που το όργανο αυτό ήταν περιθωριακό στη δημοτική μουσική. Από τότε, ο Γιώργος Κόρος συνεργάστηκε με καλλιτέχνες από όλο το φάσμα της λαϊκοδημοτικής μουσικής: Γιώργο Παπασιδέρη, Ρόζα Εσκενάζυ, Ρίτα Αμπατζή, Μήτσο Αραπάκη, Στέλιο Καζαντζίδη, Καίτη Γκρέι, Γιώτα Λύδια, Πάνο Γαβαλά, Μανώλη Αγγελόπουλο, Χάρις Αλεξίου, Γιώργο Νταλάρα, Γλυκερία, Ελένη Βιτάλη, Δημήτρη Ζάχο, Αλέκο Κιτσάκη, Σοφία Κολλητήρη, Στάθη Κάβουρα, Τασία Βέρρα, Μάκη Χριστοδουλόπουλο, Σοφία Εμφιετζή και πολλούς άλλους.

Ο Γιώργος Κόρος έγραψε περίπου 1.500 τραγούδια, ενώ στο ενεργητικό του έχει πολλούς χρυσούς και πλατινένιους δίσκους, καθώς και μεγάλες επιτυχίες, όπως τα τραγούδια: «Αδειανό το προσκεφάλι», «Χαμένο κορμί», «Είσαι νινί ακόμα», «Όσοι είναι αισθηματίες», «Φαράχ», «Κλαίει απόψε ο ουρανός», «Μες στη ζωή έχω ζήσει τόσες πίκρες». Στο τραγούδι «Φύγε, φύγε» με τον Στράτο Διονυσίου ήταν η πρώτη φορά που η Γιώτα Λύδια πρωτοφώναξε τη φράση που τον ακολουθούσε πάντα: «Γεια σου Κόρο με το βιολί σου!». Ο ίδιος έβγαλε στο τραγούδι γνωστούς σήμερα καλλιτέχνες, όπως η Σοφία Κολλητήρη, ο Μάκης Χριστοδουλόπουλος και η Βάσω Χατζή.

Από τον γάμο του με την Ασημίνα είχε αποκτήσει δύο παιδιά, τον Νικόλαο και την Κατερίνα Κόρου, γνωστή λαϊκή τραγουδίστρια και συνθέτρια.

Ο Γιώργος Κόρος πέθανε στις 8 Ιανουαρίου 2014, σε ηλικία 90 ετών.

Είπε...

Αν το δοξάρι του βιολιού μου ήταν πριόνι, με τις δοξαριές μου θα είχα κόψει όλα τα δέντρα και τα δάση της Ρωσίας.

Τα ταξίμια στο βιολί είναι σαν να μιλάμε, και ο ένας να λέει στον άλλον το παράπονό του, το αίσθημά του, την ιστορία του, κάτι που του έτυχε και ο άλλος πάλι να του λέει, τι λες βρε παιδί μου, αυτά έπαθες;


ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/biographies/767#ixzz3ODzDuYCP

 

Ο  ΑΥΡΙΑΝΟΣ  ΚΑΙΡΟΣ  ΣΤΟ  ΛΙΔΟΡΙΚΙ

meteo.gr

Παρασκευή
9/1

02:00

-5°C

93%

1 Μπφ NA
3 Km/h

ΛΙΓΑ ΣΥΝΝΕΦΑ

ΠΡΟΣΟΧΗ: Συνθήκες δημιουργίας αιθαλομίχλης!


08:00

-5°C
Αισθητή Θερμοκρασία-11°C

48%

3 Μπφ B
16 Km/h

ΚΑΘΑΡΟΣ

14:00

6°C
Αισθητή Θερμοκρασία2°C

35%

4 Μπφ Δ
24 Km/h

ΛΙΓΑ ΣΥΝΝΕΦΑ

20:00

2°C
Αισθητή Θερμοκρασία-1°C

64%

3 Μπφ Δ
16 Km/h

ΛΙΓΑ ΣΥΝΝΕΦΑ

ΠΡΟΣΟΧΗ: Συνθήκες δημιουργίας αιθαλομίχλης!


Καλό  σας  μεσημέρι  ΧΡΟΝΙΑ  ΠΟΛΛΑ

Απ’ το “ Λιδωρίκι “ με  αγάπη ….Κ.Κ.-

No comments: