20.1.11

ΑΛΒΑΝΙΑΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ : " ΔΕΝ ΒΡΗΚΑΜΕ ΘΡΟΝΟ ΑΛΛΑ ΣΚΑΜΝΑΚΙ ΜΕ ΚΑΡΦΙΑ .."

 

Καθημερινή, Ν. Ξυδάκης

Να έλ­θε­τε στο κε­λί μου, στο Νέ­ο Ψυ­χι­κό, εί­ναι το πιο κα­τάλ­λη­λο μέ­ρος να μι­λή­σου­με! Ο Αρ­χι­ε­πί­σκο­πος Αλ­βα­νί­ας Α­να­στά­σιος, στα 81 του χρό­νια, μι­λά σαν αρ­χαί­ος έ­φη­βος: ζω­η­ρά, με φρε­σκά­δα, με α­με­σό­τη­τα και δια­ύγεια, με βα­θιά ευ­γέ­νεια.

Στον λό­γο του και στη συμ­πε­ρι­φο­ρά του εν­σω­μα­τώ­νει πα­λαι­ό­τα­τες α­ρε­τές αν­θρω­πό­τυ­πων σχε­δόν λη­σμο­νη­μέ­νων σή­με­ρα, τη λε­πτό­τη­τα του α­ρι­στο­κρά­τη του πνεύ­μα­τος, την τα­πει­νό­τη­τα του λευ­ί­τη, την α­νυ­πό­κρι­τη ψυ­χι­κή θέρ­μη του α­φι­ε­ρω­μέ­νου σε έρ­γα α­γά­πης. Αυ­τές οι α­ρε­τές, συγ­κεν­τρω­μέ­νες σε έ­να πρό­σω­πο, κι αυ­τή η εκ­πεμ­πό­με­νη αύ­ρα έ­χουν κά­νει τον Α­να­στά­σιο τον πιο α­γα­πη­τό ί­σως και σε­βα­στό κλη­ρι­κό στην Ελ­λά­δα, με­τα­ξύ πι­στών και μη πι­στών.

 

image

 

Το κε­λί του Αρ­χι­ε­πι­σκό­που εί­ναι πράγ­μα­τι κε­λί. Ε­να συ­νη­θι­σμέ­νο μι­κρό δι­α­μέ­ρι­σμα σε πο­λυ­κα­τοι­κί­α του '70. Το με­γά­λο δω­μά­τιο ε­ξυ­πη­ρε­τεί σαν γρα­φεί­ο και κα­θι­στι­κό, ε­νώ το μι­κρό σαν κοι­τώ­νας και πα­ρεκ­κλή­σιο: έ­να α­σκη­τι­κό κρε­βά­τι και το προ­σευ­χη­τά­ρι. Εί­ναι n πα­ρη­γο­ριά και η δύ­να­μη... σχο­λιά­ζει. Στη μι­κρο­σκο­πι­κή κου­ζί­να, το τρα­πε­ζά­κι χω­ρά­ει έ­να μό­νο πρό­σω­πο για γεύ­μα. Η ζω­ή του εί­ναι μια ι­στο­ρί­α προ­σφο­ράς. Εί­ναι και ι­στο­ρί­α με­λέ­της και συγ­γρα­φής, αλ­λά κυ­ρί­ως προ­σφο­ράς, α­νι­δι­ο­τε­λούς ερ­γα­σί­ας, με­τά­δο­σης, δο­σί­μα­τος.

Πα­λιοί του γνώ­ρι­μοι τον πε­ρι­γρά­φουν ως ά­ρι­στο, α­πό παι­δί. Ά­ρι­στο­ς  στο γυ­μνά­σιο, στο πα­νε­πι­στή­μιο, στον στρα­τό, στα κα­τη­χη­τι­κά, στο κή­ρυγ­μα, στην ι­ε­ρο­σύ­νη, στην ι­ε­ρα­πο­στο­λή, στον δι­εκ­κλησι­α­στι­κό δι­ά­λο­γο. Ο ί­διος το ε­ξη­γεί πιο α­πλά: Ή­μουν ά­ρι­στος στο σχο­λεί­ο για να α­παλ­λάσ­σο­μαι α­πό τα δί­δα­κτρα... . Έ­τσι α­πλά μι­λά­ει και για τα πιο σύν­θε­τα, για την ε­τε­ρό­τη­τα, την α­γά­πη, την Ευ­ρώ­πη, τον φον­τα­μεν­τα­λι­σμό, την εκ­κο­σμί­κευ­ση, την Κα­το­χή, τη δι­ε­θνή και την ελ­λη­νι­κή κρί­ση.

Αυ­τό εί­ναι το χά­ρι­σμά του. φεύ­γον­τας με ξε­προ­βό­δι­σε o ί­διος ώς την αυ­λό­θυ­ρα, πε­ρί­με­νε να α­πο­μα­κρυν­θώ μες στον χι­ο­νιά, έ­βλε­πα το πρό­σω­πό του πί­σω α­πό το τζά­μι, να με χαι­ρε­τά, γε­λα­στό, πρά­ο, κι έ­νι­ω­θα κι ε­γώ πρά­ος, γα­λή­νιος, σαν να μου εί­χε με­τα­δώ­σει α­χτί­δες α­πό τα δι­κά του χα­ρί­σμα­τα. Α­κού­ω πάν­τα τη φω­νή του.

Η ζω­ή

Σκέ­φτο­μαι τι πέ­ρα­σε η γε­νιά των γο­νι­ών μου. Ο πα­τέ­ρας μου άρ­χι­σε τη ζω­ή του στην Πρέ­βε­ζα. Στον Α' Παγ­κό­σμιο Πό­λε­μο πή­γε ε­θε­λον­τής, πο­λέ­μη­σε στο Κιλ­κίς Λα­χα­νά, τραυ­μα­τί­στη­κε. Έ­χα­σε την πε­ρι­ου­σί­α του, κα­τέ­βη­κε στον Πει­ραι­ά με μια μα­ού­να που εί­χε. Οι προ­η­γού­με­νες γε­νι­ές άν­τε­ξαν σε πο­λύ με­γα­λύ­τε­ρες δο­κι­μα­σί­ες, και δεν εί­χαν καν δι­έ­ξο­δο. «Θυ­μά­μαι στην Κα­το­χή, ε­γώ, παι­δά­κι, έ­πρε­πε να πά­ω να πά­ρω το συσ­σί­τιο, και μου έ­δι­νε η μη­τέ­ρα μου λί­γες στα­φί­δες για τον δρό­μο, με­τρού­σα τις στα­φί­δες και έ­τρω­γα μια σε κά­θε γω­νί­α... Πή­γαι­να και έ­φερ­να το πλι­γού­ρι του συσ­σι­τί­ου για να φά­ει ο α­δελ­φός μου, που εί­χε γυ­ρί­σει α­πό το μέ­τω­πο, και δι­ά­βα­ζε να δώ­σει στη Νο­μι­κή. Ε­γώ κα­θό­μουν σε μια γω­νιά και φρόν­τι­ζα το μαγ­κά­λι. Τη νύ­χτα α­κού­γα­με στους δρό­μους της Κυ­ψέ­λης: "Πει­νά­ω, κα­λές μου κυ­ρί­ες!" Κι α­μέ­σως με­τά, έ­να γδού­πο, κι ή­ξε­ρες ό­τι αυ­τός ο άν­θρω­πος τέ­λει­ω­σε...

 

image

 

Ε­τσι άρ­χι­σα να αν­τι­λαμ­βά­νο­μαι τη ζω­ή στα ε­φη­βι­κά μου χρό­νια, σε μια σκλη­ρό­τη­τα, και στην α­νάγ­κη να πα­λέ­ψου­με, να μην υ­πο­κύ­ψου­με. Και νο­μί­ζω ε­κεί­νη η γε­νιά έ­δω­σε αν­θρώ­πους με πολ­λές α­νη­συ­χί­ες και δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τα».

Η κρί­ση

Τι εί­δους δο­κι­μα­σί­α μάς βρί­σκει τώ­ρα Εί­ναι κρί­ση πνευ­μα­τι­κή, κρί­ση α­ξι­ών. Και ό­χι α­ο­ρί­στως κά­ποι­ων α­ξι­ών. Α­δυ­νά­τι­σε n πί­στη, α­δυ­νά­τι­σε η ελ­πί­δα, α­δυ­νά­τι­σε η α­γά­πη. Μια πυ­κνή πε­ρί­λη­ψη της ση­με­ρι­νής κοι­νω­νί­ας εί­ναι ο στί­χος του Ε­λιοτ: Πού εί­σαι σο­φί­α που σε χά­σα­με στη γνώ­ση και πού εί­σαι γνώ­ση που σε χά­σα­με στην πλη­ρο­φό­ρη­ση... Στα βι­βλι­κά κεί­με­να υ­πάρ­χουν ρή­σεις, ό­πως "αρ­χή σο­φί­ας, φό­βος Κυ­ρί­ου". Αυ­τό σχε­τί­ζε­ται με την τα­πεί­νω­ση, με την αί­σθη­ση ο­ρί­ων, αυ­τό εί­ναι σο­φί­α. Αυ­τό λεί­πει τού­τη τη στιγ­μή. Ας θυ­μη­θού­με τον Ντο­στο­γι­έφ­σκι: "Α­φού δεν υ­πάρ­χει Θε­ός, ό­λα ε­πι­τρέ­πον­ται".

image

 

Έ­χει θε­ο­ποι­η­θεί το ά­το­μο, το κά­θε μι­κρό ά­το­μο και η μι­κρή του α­λή­θεια. Και n μι­κρή του ε­ξου­σί­α, την ο­ποί­α μό­λις την α­πο­κτή­σει, σπεύ­δει να την α­σκή­σει πά­νω στους άλ­λους. Σκέ­φτο­μαι την προ­βο­λή μιας άλ­λου τύ­που ε­ξου­σί­ας, ό­πως γί­νε­ται μέ­σα α­πό το πρό­σω­πο του Χρι­στού: ό­χι n ε­ξου­σί­α που κα­τα­δυ­να­στεύ­ει, αλ­λά μια ε­ξου­σί­α που δι­α­κο­νεί, ό­χι n ε­ξου­σί­α που πε­ρι­φρο­νεί και μνη­σι­κα­κεί, αλ­λά η ε­ξου­σί­α που συγ­χω­ρεί και κα­τα­νο­εί. Εί­ναι έ­νας άλ­λος τύ­πος ε­ξου­σί­ας. Το παι­δί­ον Ι­η­σούς, με το πρω­ταν­τί­κρι­σμα, φέρ­νει αυ­τή την άλ­λη αν­τί­λη­ψη: την ε­ξου­σί­α της α­γά­πης, ό­χι την α­γά­πη για την ε­ξου­σί­α.

Χρι­στια­νοί και κομ­μου­νι­στές, κά­τι ψά­χνα­με ό­λοι τό­τε...

Ο­λοι οι δρό­μοι ή­σαν α­νοι­χτοί. Υ­πη­ρε­τού­σα στο ΓΕΣ, στον ρα­δι­ο­φω­νι­κό σταθ­μό. Μια Με­γά­λη Τρί­τη ή­μουν μό­νος, δι­α­βά­ζε­ται το Ευ­αγ­γέ­λιο κα­τά Ι­ω­άν­νη, ε­κεί που συ­ναν­τά ο Ι­η­σούς τους Ελ­λη­νες: "Ε­άν μη ο κόκ­κος του σί­του πε­σών εις την γην α­πο­θά­νη, αυ­τός μό­νος μέ­νει ε­άν δε α­πο­θά­νη, πο­λύν καρ­πόν φέ­ρει". Η­ταν η α­πο­φα­σι­στι­κή στιγ­μή για τη ζω­ή μας. Αυ­τό με έ­σπρω­ξε να α­κο­λου­θή­σω την κλί­ση μου. Εν­τά­χθη­κα στην εκ­κλη­σί­α, σε μια α­φι­ε­ρω­μέ­νη ζω­ή .

Το 1960 χει­ρο­το­νεί­ται δι­ά­κο­νος. Α­φο­σι­ώ­νε­ται στα κα­τη­χη­τι­κά, στους νέ­ους, στο κή­ρυγ­μα. Το 1963 α­πο­χω­ρεί α­πό την α­δελ­φό­τη­τα Ζω­ή. To κα­λο­καί­ρι του '63 εί­χα α­πο­συρ­θεί στην Πά­τμο, v­α συλ­λο­γι­στώ τι θα κά­νω. Στιγ­μή που σε σφρα­γί­ζει. Έ­λε­γα: Πού θα πας Α­να­στά­σι­ε, στο ά­γνω­στο. Η α­πάν­τη­ση ήρ­θε σαν ε­ρώ­τη­ση: Σου φτά­νει ο Θε­ός Αι­σθά­νε­σαι ό­τι σου ζη­τά­ει κά­τι Τό­τε πή­γαι­νε! Αν δεν σου φτά­νει, τό­τε ποι­ος εί­ναι ο Θε­ός που πι­στεύ­εις. «Τον Μά­ι­ο του '64 χει­ρο­το­νή­θη­κα ι­ε­ρέ­ας. Την ε­πό­με­νη η­μέ­ρα έ­φυ­γα για την Α­φρι­κή. Ε­κα­να την πρώ­τη λει­τουρ­γί­α στην Καμ­πά­λα...».

image 

«Η ε­πο­χή της Κα­το­χής ή­ταν με­γά­λο σχο­λεί­ο, αν­το­χής, αλ­λη­λεγ­γύ­ης, στο­χα­σμού. Δεν εί­χα­με τη δυ­να­τό­τη­τα του συ­στη­μα­τι­κού σχο­λεί­ου, αλ­λά το με­γά­λο σχο­λεί­ο ή­ταν οι συν­τρο­φι­ές στην εκ­κλη­σί­α. Θυ­μά­μαι τους αν­θρώ­πους που γνώ­ρι­σα: τον Θό­δω­ρο Κα­ρατ­ζά, τον Χρή­στο Πα­τρι­νέ­λη, τον Χρή­στο Γι­αν­να­ρά, τον Θό­δω­ρο Αγ­γε­λό­που­λο, τον Μαρ­καν­τώ­νη, αν­θρώ­πους με α­να­ζη­τή­σεις, ψά­χνα­με ό­λοι τι εί­ναι το κα­λύ­τε­ρο για να ζή­σου­με σω­στά, και τι εί­ναι ση­μαν­τι­κό να προ­σφέ­ρου­με.

 

image

 

Υ­πήρ­χαν βε­βαί­ως και άλ­λες ε­πι­δρά­σεις. Πολ­λά κα­λά μυα­λά και κα­λές καρ­δι­ές συγ­κι­νή­θη­καν α­πό έ­να άλ­λο ό­ρα­μα, το σο­σι­α­λι­στι­κό. Μά­λι­στα στο σχο­λεί­ο, τα τε­λευ­ταί­α χρό­νια, εί­χα­με έν­το­νες αν­τι­θέ­σεις: ε­μείς του χρι­στι­α­νι­κού ο­ρά­μα­τος και οι άλ­λοι του κομ­μου­νι­στι­κού ο­ρά­μα­τος. Υ­πήρ­χε πάν­τα ό­μως αλ­λη­λο­σε­βα­σμός. Ε­γώ πάν­τα τους σε­βό­μου­να και τους α­γα­πού­σα, δεν θε­ω­ρού­σα ό­τι α­νή­κουν σε ε­χθρι­κή πα­ρά­τα­ξη. Κά­τι ψά­χνα­με ό­λοι. Μα­κά­ρι v­α ξα­να­βρι­σκό­μα­στε τώ­ρα, σε με­γά­λη η­λι­κί­α, να αν­ταλ­λάσ­σα­με τις εμ­πει­ρί­ες μας.

Δεν εί­χα την ευ­και­ρί­α, λό­γου χά­ριν, να βρε­θώ τό­τε με τον Μί­κη Θε­ο­δω­ρά­κη ή με τον Λε­ω­νί­δα Κύρ­κο, ή­ταν με­γα­λύ­τε­ροι, αλ­λά πάν­τα τους πα­ρα­κο­λου­θού­σα με με­γά­λη ε­κτί­μη­ση. Ό­λες αυ­τές οι νε­α­νι­κές κι­νή­σεις έ­χουν πα­ρε­ξη­γη­θεί σή­με­ρα, έ­χουν γί­νει αν­τι­κεί­με­νο ει­ρω­νεί­ας. Αλ­λά εί­χαν πολ­λή α­λή­θεια μέ­σα τους και πολ­λή α­να­ζή­τη­ση. Γι' αυ­τό υ­πήρ­ξαν έ­ξο­χες φυ­σι­ο­γνω­μί­ες ε­κεί μέ­σα. Ε­μείς δεν εί­χα­με τό­τε άλ­λες δυ­να­τό­τη­τες. Αν δεν προ­σχω­ρού­σα­με στα κόμ­μα­τα, ποι­α ή­ταν η άλ­λη δυ­να­τό­τη­τα.

Η συ­νάν­τη­ση

Το γεύ­μα στρώ­νε­ται στο τρα­πε­ζά­κι του κα­θι­στι­κού. Τρα­πε­ζα­ρί­α δεν υ­πάρ­χει στο κε­λί. Μό­νο βι­βλί­α, πολ­λά βι­βλί­α έ­ως την ο­ρο­φή, δί­σκοι, φω­το­γρα­φί­ες (ε­δώ η μη­τέ­ρα μας, ό­ταν χει­ρο­το­νή­θη­κα ε­πί­σκο­πος).Πριν α­πό το γεύ­μα, προ­σευ­χή. Σε ό­λη την πο­λύ­ω­ρη συ­νάν­τη­ση, ο Α­να­στά­σιος α­δι­ά­κο­πα προ­σφέ­ρει, έ­να έ­δε­σμα, έ­να πο­τή­ρι νε­ρό, νοι­ά­ζε­ται, φρον­τί­ζει, προ­σφω­νεί τον συ­νο­μι­λη­τή με το μι­κρό του ό­νο­μα, τρυ­φε­ρά και σε­βα­στι­κά. Τα φα­γη­τά τα φρόν­τι­σε η α­δελ­φή μου, εί­ναι με­γα­λύ­τε­ρη, 91 ε­τών. Σπα­να­κό­πι­τα, χτα­πό­δι ξι­δά­το, βα­κα­λά­ος, κα­ρο­το­σα­λά­τα, λί­γο λευ­κό κρα­σί, φρού­τα. Δο­κι­μά­στε και αυ­τό, τώ­ρα που εί­ναι ζε­στό... Το τρα­πε­ζά­κι βε­βαί­ως δεν βο­λεύ­ει... . Ο­λα βο­λεύ­ουν. Ο­λα εκ­πέμ­πουν φι­νέ­τσα, α­πλό­τη­τα, φως.

Ήρ­θε η ώ­ρα να πού­με την α­λή­θεια για ό­σα συμ­βαί­νουν στην Αλ­βα­νί­α.

«Ο άν­θρω­πος μιας η­λι­κί­ας στην Αλ­βα­νί­α έ­χει με­γα­λώ­σει με συ­στη­μα­τι­κή εκ­παί­δευ­ση: ό­τι ο Έλ­λη­νας εί­ναι πο­νη­ρός, έ­χει σφε­τε­ρι­στεί ε­δά­φη, και ό­τι δεν υ­πάρ­χει Θε­ός, πό­σο μάλ­λον Θε­ός α­γά­πης. Αυ­τός ο άν­θρω­πος δεν μπο­ρεί να πει­σθεί ό­τι πη­γαί­νου­με ε­κεί ε­πει­δή α­γα­πά­με και θέ­λου­με να προ­σφέ­ρου­με. Μα πρέ­πει να συμ­φι­λι­ω­θού­με με αυ­τό. Τα 19 χρό­νια ή­ταν δύ­σκο­λα, έ­πρε­πε να πα­λέ­ψου­με με το α­δύ­να­το.

 

image

 

Σε αυ­τές τις στιγ­μές στρε­φό­μα­στε στους Ψαλ­μούς: "Ε­άν πο­ρευ­θώ εν μέ­σω θλί­ψε­ων, ζή­σεις με ε­π' ορ­γήν ε­χθρών μου ε­ξέ­τει­νας χεί­ρας σου και έ­σω­σέ με η δε­ξιά σου. Κύ­ριος αν­τα­πο­δώ­σει υ­πέρ ε­μού". Εί­ναι μια πα­ρη­γο­ριά ή­ρε­μη, α­λη­θι­νή, γε­μά­τη ο­μορ­φιά και στορ­γή. Παίρ­νεις δύ­να­μη να συ­νε­χί­σεις. Ο λα­ός δεν εί­ναι κα­χύ­πο­πτος. Κα­χυ­πο­ψί­α υ­πάρ­χει σε κά­ποι­ους κύ­κλους, που δεν βλέ­πουν με κα­λό μά­τι την Ορ­θό­δο­ξη Εκ­κλη­σί­α, που α­νορ­θώ­θη­κε και α­κτι­νο­βο­λεί. Γρά­φτη­καν ά­θλια πράγ­μα­τα τε­λευ­ταί­α: πα­ρά­νο­μος, α­πά­τη, α­λε­πού, πρά­κτο­ρας...

Ήρ­θε η ώ­ρα λοι­πόν να πού­με την α­λή­θεια, ό­χι σαν αυ­το­έ­παι­νο, αλ­λά τα πραγ­μα­τι­κά πε­ρι­στα­τι­κά. Έ­νας άν­θρω­πος λοι­πόν που δεν α­γα­πά και δεν πι­στεύ­ει, δεν κά­θε­ται 19 χρό­νια, δεν αν­τέ­χει ού­τε έ­να μή­να. Κά­θε η­μέ­ρα μπο­ρεί να εί­ναι η τε­λευ­ταί­α. Έ­τσι ζουν οι πρά­κτο­ρες; Μα και οι Ορ­θό­δο­ξοι της Αλ­βα­νί­ας δεν θέ­λουν να λο­γα­ρι­ά­ζον­ται πο­λί­τες δευ­τέ­ρας κα­τη­γο­ρί­ας στη χώ­ρα τους και υ­ψώ­νουν τη φω­νή τους υ­πέρ της Εκ­κλη­σί­ας και υ­πέρ η­μών. Ε­μείς πι­στεύ­ου­με στη φι­λί­α των λα­ών, στη συ­νερ­γα­σί­α και στην αλ­λη­λεγ­γύ­η.

Δεν πρέ­πει να γυ­ρί­σου­με στις ε­πο­χές του μί­σους, στα μπούν­κερ του φό­βου, που εί­χαν εγ­κα­τα­σπα­ρεί στην ύ­παι­θρο. Στην Αλ­βα­νί­α πε­τύ­χα­με ό­λες οι ε­θνι­κό­τη­τες να ζουν ε­νω­μέ­νοι στους κόλ­πους της Εκ­κλη­σί­ας και δι­α­σώ­σα­με μνη­μεί­α πο­λι­τι­σμού, χτί­σα­με να­ούς και ι­δρύ­μα­τα, συμ­βά­λα­με στην ο­μορ­φιά της χώ­ρας. Εί­μα­στε μια λαμ­πά­δα που συ­νε­χώς λι­ώ­νει, δεν πή­γε ν' α­νά­ψει φω­τιά. Δεν βρή­κα­με θρό­νο, έ­να σκα­μνά­κι γε­μά­το καρ­φιά βρή­κα­με, το αί­μα α­κό­μη τρέ­χει...».

Εκ­κλη­σί­α εί­μα­στε ε­μείς

Πώς μπο­ρεί να δώ­σει η Εκ­κλη­σί­α το μή­νυ­μα της στις κοι­νω­νί­ες εν κρί­σει; «Ποι­α Εκ­κλη­σί­α; Ε­πι­κρα­τεί μια πλά­νη. Εί­ναι Εκ­κλη­σί­α οι τε­λε­τουρ­γοί, οι κλη­ρι­κοί; Δεν εί­ναι ό­λα τα μέ­λη του Σώ­μα­τος του Χρι­στού; Ο­λοι οι βα­πτι­σθέν­τες; Σε αυ­τό ε­πι­μέ­νω και στην Αλ­βα­νί­α: Δεν εί­μα­στε ε­μείς οι κλη­ρι­κοί η Εκ­κλη­σί­α κά­θε βα­πτι­σμέ­νος εί­ναι Εκ­κλη­σί­α».

Υ­πάρ­χει ελ­πί­δα;

Ό­λοι έ­χου­με τη δυ­να­τό­τη­τα και το χρέ­ος της ελ­πί­δας, ό­λα τα μέ­λη της Εκ­κλη­σί­ας. Δεν έ­χου­με πε­ρι­θώ­ριο να μην ελ­πί­ζου­με. Αν­τι­με­τω­πί­ζου­με τη δύ­σκο­λη πραγ­μα­τι­κό­τη­τα με τη βε­βαι­ό­τη­τα της πα­ρου­σί­ας του Θε­ού, με τον Ή­λιο της Δι­και­ο­σύ­νης με αυ­τό το φως, με αυ­τή τη δύ­να­μη με­τα­μορ­φώ­νου­με την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.

Έ­χου­με δυ­νά­μεις να ξε­πε­ρά­σουμε τους ε­αυ­τούς μας, ό­χι μό­νο δη­μό­σια, αλ­λά και εν κρυ­πτώ, να βο­η­θού­με τον δι­πλα­νό μας. Η Ευ­ρώ­πη εί­ναι πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο εκ­κο­σμι­κευ­μέ­νη α­πό την Α­με­ρι­κή. Στην Ευ­ρώ­πη ει­ρω­νεύ­ον­ται τον θρη­σκευ­ό­με­νο άν­θρω­πο, στην Α­με­ρι­κή ό­χι. Στο Ω­νά­σει­ο δεν έ­κα­ναν α­για­σμό στα εγ­καί­νια, o Ομ­πάμα δι­α­βά­ζει χω­ρί­α α­πό τη Βί­βλο στις πο­λι­τι­κές του ο­μι­λί­ες.

 

image

 

 

Ο Νι­κό­λα­ος Μπερ­ντιά­εφ έ­λε­γε ό­τι ο χρι­στι­α­νι­σμός δεν έ­δω­σε την πρέ­που­σα ση­μα­σί­α στην κοι­νω­νι­κή δι­και­ο­σύ­νη και έ­γι­νε έ­νας α­στι­κο­ποι­η­μέ­νος χρι­στι­α­νι­σμός ε­κεί α­πέ­τυ­χε. Πα­ρα­μέ­νει ό­μως η δυ­να­τό­τη­τα του χρι­στι­α­νι­σμού να δη­μι­ουρ­γεί αν­θρώ­πους ε­λεύ­θε­ρους, ε­λεύ­θε­ρους α­πό την ε­γω­πά­θειά τους, α­πό τη λα­χτά­ρα για η­δο­νή, για ε­ξου­σί­α, με αί­σθη­ση χρέ­ους έ­ναν­τι του κά­θε αν­θρω­πί­νου προ­σώ­που. Ο θρη­σκευ­τι­κός φα­να­τι­σμός δεν εκ­φρά­ζε­ται μό­νο με κα­λάσ­νι­κοφ, εκ­φρά­ζε­ται και με τις τη­λε­ο­πτι­κές κά­με­ρες, και με την ε­πι­τί­μη­ση δι­ό­τι συ­νο­μι­λού­με με έ­ναν αλ­λό­θρη­σκο άν­θρω­πο, και με τον σνομ­πι­σμό του α­θε­ϊ­σμού της μό­δας.

Η κρί­ση σχε­τί­ζε­ται με τη στρε­βλή οι­κο­νο­μι­κή δρα­στη­ρι­ό­τη­τα, η ο­ποί­α ξε­κι­νά α­πό την ε­γω­ι­στι­κό­τη­τα, α­πό τον ά­κρα­το α­το­μι­σμό, α­πό την υ­λι­στι­κή αν­τί­λη­ψη ό­τι o πλού­τος της ζω­ής εί­ναι να έ­χεις πολ­λά χρή­μα­τα, πολ­λές α­νέ­σεις και πολ­λές ε­ξου­σί­ες. Αυ­τό εί­ναι το αν­τί­θε­το α­πό το ι­δα­νι­κό του χρι­στι­α­νι­σμού».

Ευ­ρώ­πη και Ισ­λάμ

«Το ισ­λάμ δεν εί­ναι εύ­κο­λη υ­πό­θε­ση, έ­χει μια πο­λύ με­γά­λη δυ­να­μι­κή. Και n α­πάν­τη­ση στο φα­να­τι­κό Ισ­λάμ δεν εί­ναι οι πό­λε­μοι, στο Αφ­γα­νι­στάν λ.χ. Η α­πάν­τη­ση εί­ναι το ξα­να­ζων­τά­νευ­α της χρι­στι­α­νι­κής πί­στε­ως στην Ευ­ρώ­πη, αλ­λι­ώς με­τά κά­ποι­ο χρό­νο δεν θα κα­τα­λα­βαί­νου­με α­πό πού μας ήρ­θε.

 

image

 

Έ­να δυ­να­μι­κό Ισ­λάμ θα εί­ναι πο­λύ πιο πει­στι­κό, δι­ό­τι πε­ρι­έ­χει μέ­σα του ό­λα τα στοι­χεί­α που ε­μείς έ­χου­με αρ­νη­θεί: κα­ταρ­χάς, την πί­στη στον Θε­ό. Η θρη­σκεί­α εί­ναι πυ­ρη­νι­κή ε­νέρ­γεια, μπο­ρεί να χρη­σι­μο­ποι­η­θεί για ει­ρη­νι­κούς σκο­πούς, μπο­ρεί και για πό­λε­μο. Το Ισ­λάμ μπο­ρεί να ξυ­πνή­σει τις ναρ­κω­μέ­νες θρη­σκευ­τι­κές συ­νει­δή­σεις στην Ευ­ρώ­πη, δι­ό­τι προ­σφέ­ρει πί­στη και κοι­νό­τη­τα, ό, τι λη­σμό­νη­σε η εκ­κο­σμι­κευ­μέ­νη Ευ­ρώ­πη».

No comments: