Showing posts with label ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΨΗΣ. Show all posts
Showing posts with label ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΨΗΣ. Show all posts

18.5.17

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΨΗΣ : Ο ΛΙΔΟΡΙΚΙΩΤΗΣ ΒΑΣΙΙΛΙΑΣ ΤΗΣ ΜΗΛΟΥ ..


ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΨΗΣ , Ο ΛΙΔΟΡΙΚΙΩΤΗΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΗΣ ΜΗΛΟΥ ..

 
image
   Μισόν , κι’ακόμα , αιώνα ( 1645 – 1700 ) , περίπου , τα Ελληνικά πέλαγα κόχλαζαν . Στο κατακομματιασμένο, σαπισμένο κορμί του νεκρού , πια , Βυζάντιου , καινούργιες δυνάμεις , δυο λαοί πλημμυρισμένοι ζωή – η Βενετιά κι’ η Τουρκία – χτυπιόνταν – στην παντοτινή σύγκρουση Ανατολής και Δύσης – κι’ ο αντίβουος της πάλης τους , συγκλόνιζε τις φοβισμένες ακτές και σκόρπαγε τον τρόμο στους πολύπαθους κατοίκους .
   Η φωτιά πρωτάναψε στην Κρήτη . Η πύρα της , όμως , δεν ήταν τόση , όση γύρευαν οι αντιμαχόμενοι , δεν μπορούσε να κάψει αποτελεσματικά . Για το δυνάμωμά της , οι Ενετοί – ύπουλοι και πανούργοι – επεδίωξαν να πάρουν τους Έλληνες με το μέρος τους , σ’ αυτούς , ως τα πιο απομακρυσμένα χωριά , έστειλαν πράκτορες που τους παρακίναγαν στον ξεσηκωμό κι’ έπεισαν πολλούς να πιάσουν τα όπλα . Ο λαός – που μ’ απόγνωση προσπαθούσε να συμβιβαστεί με το δυνάστη του – κάτι επείγον κι’απαραίτητο – αναταράχτηκε .
   Στη Ρούμελη και το Μοριά , πλάτυναν τα στήθια κι’ αναφτερώθηκαν οι ελπίδες για λευτεριά .
   Η Πόλη κι’ η μεγαλοσύνη , που χαν χαθεί , ξανάστραψαν κι’ ο πόθος για εθνική αποκατάσταση φούσκωσε τις πλακωμένες καρδιές . Στη Δύση ,στους αδελφούς χριστιανούς , έβλεπαν οι σκλάβοι τη σωτηρία τους .
Στη στεριά και τη θάλασσα , ξαναζωντάνεψαν ηρωισμοί , άδικα όμως , μια κι’ οι σύμμαχοι αποδείχτηκαν κακοί .
Τις τύχες της Φωκίδας – τότε – κράταγαν στα χέρια τους , ο αρματωλός Λιδορικίου και Ναυπάκτου Κούρμας , ο πάμπλουτος Δωριέας κτηματίας Τσακμάκης κι’ ο Γιαννάκης Λουδορέκας , συνταγματάρχης των Βενετών , ο μεθοδικός ηγέτης που έκανε τ’ άταχτα παλικάρια του Κούρμα : Καλογυμνασμένους στρατιώτες , κανονικούς . Πάνω απ’ αυτούς βρισκόταν ο θερμός μαχητής Επίσκοπος Σαλώνων , Φιλόθεος Χαρίτου , ορκισμένος εχθρός των Τούρκων .
Συνεννοημένοι , δεμένοι κι’ οι τέσσερις , αγωνίστηκαν . Στην ψυχωμένη προσπάθειά τους , ο ανθός της Φωκικής νεολαίας χάθηκε , μάταια – δυστυχώς – χωρίς να κερδηθεί τίποτα .
Η άδοξη κατάληξη όλης της περιπέτειας – που σβήστηκε « εντός χειμάρρων αιμάτων » μετά την « αισχράν των Ενετών εγκατάλειψιν » - « υπήρξε το επισημότερον , μεταξύ Τούρκων και Ελλήνων , διαζύγιον » , κατά τον Σάθα και – σαν σκληρό σχολειό – άνοιξε και των δυο τα μάτια . Ο παντοδύναμος , ο κυρίαρχος τύραννος βεβαιωνόταν πως δεν έπρεπε να χει εμπιστοσύνη στη λυγισμένη φυλή , κι’ οι άτυχοι Έλληνες πως από πουθενά δεν θάπρεπε να περιμένουν βοήθεια .
Το χάος που κληρονόμησε η αποτυχία στη Ρούμελη,χρόνια πλανήθηκε πάνω της και τη σημάδεψε . Ο Κούρμας έπεσε , ο Λουδορέκας – που άλλοτε θα πούμε γι’ αυτόν – διατάχτηκε να φύγει . Από κοντά , τον ακολούθησε ο Σπαθόγιαννος , συμπολεμιστής του τολμηρός , κι’ η άτυχη Δωρίδα – καρδιά του κινήματος – απορφάνεψε . Οι ράχες και τα περιγιάλια της , σίγασαν και λούφαξαν . Όσοι είχαν τον < τρόπο > τους , διάλεξαν το δρόμο της ξενιτειάς . Θλιμμένοι , πικραμένοι , ξεσπιτώνονταν κι’ έσπρωχναν πίσω τους τη γη για την οποία τόσα όνειρα είχαν πλάσει και τον κατάμαυρο , ερειπωμένο τόπο , όπου σε λίγο θα ξέσπαγε η οργή των άπιστων . Ο τελευταίος « μεγάλος », ο Τσακμάκης - πούχασε δυο γιούς στο μακελειό – μπάρκαρε με τους στενούς του στγγενείς γιά την Αγγλία , όπου ( κατά το Σάθα ) « μέχρι του νυν » ( 1865 ) « διεσώθησαν οι απόγονοί του ( Τσεκμέκ ) και κατά τον πλούτον και τα αξιώματα εκείσε διακρινόμενοι », ενώ από υο σόι του έμειναν μερικοί εδώ κι’απ’ αυτή τη ρίζα πρέπει νάναι κι’ οΕυαγγέλης Τσακμάκης , από τη Στύλια , που διακρίθηκε το 1821 .
Άλλοι καπεταναίοι , από κείνους που αναμείχτηκαν στα γεγονότα , σκόρπιοι κι’ ανοργάνωτοι όμως , ρίχτηκαν στη θάλασσα , κάτι ανάμεσα σε κοινούς ληστοπειρατές και απόστολους της Εθνικής ανεξαρτησίας . Ο Κορινθιακός και τα παράλια της Δυτικής Ελλάδας , και πότε – πότε πιο μακρινά – συνταράζονταν από συγκρούσεις και περιστατικά γεμάτα λεβεντιά και θάρρος . Ο Γράμμος , απ’ τη Βόνιτσα , έχασε τη ζωή του έξω απ’ την Κρήτη , μετά από πολύωρο αγώνα με Τουρκικά πλοία . Ο Πίσπιρης , απ’ τον Έπαχτο , έκαψε τα παράλια του Αιγίου και απείλησε την Πάτρα . Οι Μεσολογγίτες αδελφοί Λουκαίτη κι’ ο Καρλόγιαννος , απ’ τ’ Αγγελόκαστρο , κούρσευαν καιρό , μέχρι που πέσανε σε παγίδα στ’ ανοιχτά της Καλαμάτας , και κρεμάστηκαν στα ψηλά κατάρτια της Τούρκικης ναυαρχίδας . Οι άντρες του Γαλαξειδιώτη Κουρέβελη – που του πλήρωναν ταχτικό φόρο πολλά χωριά του Σαρωνικού – και του συμπατριώτη του Γεωργούλη , μπόρεσαν ως και την Πάτρα να κυριέψουν , για λίγο , να την πυρπολήσουν και να τρομοκρατήσουν την περιοχή , ως ότου – ύστερα από προδοσία ενός Μανιάτη συντρόφου τους – πιάστηκαν οι περισσότεροι , κι’ ο Κουρεβέλης σκοτώθηκε .
Ακόμα ο Μαλαματένιος ( Βιτρινιτσιώτης ) , ο Τουφεξής ( Αιτωλικιώτης ) κι’ ο Τσάρδας απ’ τα Ντοβραινοχώρια , μετά από απανωτές νικηφόρες μάχες , αιχμαλωτίστηκαν από Αλγερίνους πειρατές και θανατώθηκαν με φριχτά βασανιστήρια – οι πρώτοι – ενώ ο τρίτος – ντροπιασμένος κι’ανήμπορος – πουλήθηκε σε κάποιον Ναπολιτάνο !
Εκείνη την ταραγμένη περίοδο έδρασε κι’ ο Λιδορικιώτης Γιάννης Κάψης , με τ’αδέλφια του Νίκο Κάψη και Καπετάν Τρομάρα .
Οι τρεις τους , με υπολογίσιμο σώμα από σκληροπελεκημένους Δωριείς , χάραξαν δρόμο μέσα στο χαλασμό – μοιράζοντας θάνατο και καταστροφή – κι’ έφτασαν στον Ακαρνανικό Μύτικα , που τον έκαναν ορμητήριο απ’ όπου « ..ως κεραυνός επέπιπτον κατά παντός συναπαντωμένου πλοίου , υπό οιανδήποτε σημαίαν , μέχρις αυτού του Ελλησπόντου επεκτείναντες τας πειρατικάς εκδρομάς των ». Αποφασιστικοί και αδίστακτοι ξεχώρισαν , και από τους τρεις ο Γιάννης , που γρήγορα έγινε ο αρχηγός .
Με το μικρό του στόλο – δυο γαλέρες , στην αρχή – κατάρα πραγματική , υψώθηκε θρύλος και – κατά τον Δ.Πασχάλη , στο δημοσίευμά του « ο Βασιλεύς της μήλου » :
« Τάχιστα το όνομά του διεβοήθη καθ’όλον το Αιγαίον , και πας βράχος , παν ,
Άντρον , πάσα ακτή του αρχιπελάγους έψαλλε τα ανδραγαθήματά του . Τρόμος και φρίκη κατελάμβανε τους ναυσιπορούντες , οσάκις και απλώς ήκουον το όνομά του.
Είχε καταστεί ο δαίμων της θαλάσσης και απανταχού , όπου πλοίον ετόλμα να διαπλεύση το Αιγαίον , ενεφανίζετο ενώπιόν του ερυθρά ως αίμα η υπερήφανος σημαία του αλαζόνος πειρατού . Αλλοίμονο εις το σκάφος εκείνον, που ηρνείτο να κλίνη δουλικώς τον αυχένα ενώπιον της σημαίας ταύτης .
Το πλήρωμα εν τω άμα κατεσφάζετο από του πλοιάρχου μέχρι του ναυτόπαιδος .
Και το πλοίον λεηλατούμενον αφίνετο έρμαιον των κυμάτων » .
Αλλοιώτικη , πάντως , ήταν η συμπεριφορά του σ’ όσους υποτάσσονταν , μεταχείριση που φανερώνει πραγματικόν ηγέτη , άνθρωπο που ξέρει πότε πρέπει να δείχνει πυγμή και πότε καλοσύνη , για ν’αγγίζει τους στόχους του :
« Ο τρομερός πειρατής της Μήλου » - συνεχίζει ο Πασχάλης – « δεν ήτο αιμοχαρής . Οι περιπίπτοντες εις χείρας του διηγούντο θαυμάσια περί του χαρακτήρος του . Εις πολλάς περιστάσεις , πειρατής αυτός , εδείκνυε καρδίαν αρνίου . Kαι όμως οι τολμηροί σύντροφοί του , τέκνα των κινδύνων και της θαλάσσης , έτρεμον ενώπιόν του και υπήκουον εις αυτόν τυφλώς , ως εις υπερφυσικόν τι ον . Ουαί δ’ εις εκείνον , όστις ετόλμα να μη εκτελέση πιστώς τας διαταγάς του . Υπέπιπτεν εν τω άμα εις την οργήν του, οργήν τρομεράν , κεραυνοβόλον . Αλλά και τοιούτον όντα τον ελάτρευον οι θηριώδεις εκείνοι κουρσάροι και ωρκίζοντο εις το όνομά του . Οσάκις τους ωδήγει , η νίκη ουδέποτε διέφυγε των χειρών των , και μόνη δ’ η φωνή του εν μέσω της μάχης επλήρου αυτούς θάρρους και τόλμης » .
Η κατάσταση στο Αιγαίο ήταν απελπιστική . Τούρκοι , Βενετοί , πειρατές αλλόφωνοι – κάθε καρυδιάς καρύδι – αλώνιζαν και ρήμαζαν . Τα πάντα υποφέραν .
Σ’ αυτόν τον ανεξέλεγκτο κατατρεγμό της μοίρας οι < πολιτισμένοι > Βενετοί , πρωτοστατούσαν . Στο ποιημά του « Κρητικός Πόλεμος », ο Μαρίνος Τζάνε Μπουνιαλής , ζωγραφίζει την άθλια κατάντια των νησιών . Περιγράφοντας πως Κυκλαδίτες αντιπρόσωποι των κατοίκων παρουσιάστηκαν στον Καπουδάν – Πασά « ξεσχισμένοι , ανεγνώριστοι και ξετραχηλισμένοι » , λέει :
« επήγανε και του πανε τα βάρη δεν μπορούμε
οπού’χουνε καθημερινό και στέκουν να χαθούνε ,
τους Φράγκους από μια μεριά , τους μπέηδες απ’άλλη ,
ώστε να δώσωμε ‘κεινών έρχονται ακόμα κι’ άλλοι
και θέλουσι κι’άλλα σολντιά και πούχουν να τα βρούνε
και τόσα πάθη των Φραγκών να χουνε δεν μπορούνε ,
για ταύτως εις το βασιλειό ήλθανε να τα πούσι ,
ανάπαυσιν αλλούς ποθές να τους ελευθερούσι
να πάνε ταίς γυναίκες τως και τα παιδιά να σώσουν
και τα νησιά ν’αφήσουνε και σπίτια να εημώσουν » .
Εκτός όμως από τα δοσίματα και τους φόρους , η αιχμαλωσία – κακός εφιάλτης – πλανιόταν στα κεφάλια όλων , κι’οι περιπέτειές της ήταν οδυνηρές . Οι Τούρκοι – κυρίως – χρησιμοποιούσαν όσους έπιαναν στα κάτεργα και τους « εξασφάλιζαν » μια ζωή , πικρή γεύση της οποίας μας δίνει το παρακάτω δημοτικό τραγούδι :
« Ερχόμαστ’ απ’ Ανατολή σε μια χρυσή γαλιότα ,
πέντε πασάδες είχαμε ομορφοστολισμένους
κι’είχαμε σκλάβους εκατό στα σίδερα δεμένους ,
στα σίδερα , στις άλυσες και στες βαρειές καδένες .
Ο σκλάβος ανεστέναξεν απ’της καρδιάς τα φύλλα
Δίνει και άλλο στεναγμό κι’εστάθηκ’ η γαλιότα .
Κι’ ο μπέης το κατάλαβε κ’εφώναξ’απ’την πρύμη :
Αν είναι από τους ναύτες μου , ανάθεμά τους όλους
Κι’αν είναι από τους σκλάβους μου , να τον ελευθερώσω .
Σκλάβε πεινάς ; Σκλάβε διψάς ; Σκλάβε μου ρούχα θέλεις ;
Μήτε πεινώ , μήτε διψώ , μήτε και ρούχα θέλω ,
Θυμήθηκα τη μάνα μου , τη δόλια μου γυναίκα ,
Πούμουνα δυο ‘μερών γαμπρός , δώδεκα χρόνους σκλάβος .
Τραγούδησέ μου σκλάβε μου , για να σ’ελευθερώσω .
Πόσες φορές τραγούδησα κ’ελευθεριά δεν είδα .
Μ’αν είναι για τη λευτεριά να ματατραγουδήσω .
Φέρτε μου το λαγούτο μου με τ’ασημένια τέλια ,
Να τραγουδήσω και να πω για της σκλαβιάς τα πάθη .
Δώδεκα χρόνους έκαμα στης Μπαρμπαριάς την άμμο ,
Κι’ εννιά καριές εφύτεψα στης φυλακής την πόρτα ,
Κι’απ’τις εννιά καρπόφαγα κ’ελευθεριά δεν είδα .
Αν έχεις μάνα και παιδιά , πασά , ‘λευθέρωσέ με » .
Τους φόβους και τις δυστυχίες αυτές εκμεταλλεύτηκε – λοιπόν – ο Κάψης κι’ απόσπασε την εμπιστοσύνη – η την ανοχή – των Κυκλαδιτών , οι περισσότερες κοινότητες των οποίων εξαγόραζαν την ησυχία τους .Ο Γιώργος Κούκας – στο περιοδικό « Ιστορία Εικονογραφημένη » , τεύχος 26 – γράφει πως : « ο Κάψης , γνώριζε το Αιγαίο όπως την παλάμη του . Χτυπούσε , με την ίδια μανία , Ενετούς και Τούρκους . Κι’ο Καπουδάν – Πασάς είχε δώσει εντολές στο Οθωμανικό στόλο να προσέχει : « Διάσωσις με τις λιγώτερες απώλειες , αν εμφανισθή ο Κάψης ».
Αλλά και στις στεργιανές « εμφανίσεις » του , ο ανήμερος πολέμαρχος , είχε επιτυχίες .
Σε μια τέτοια , γνώρισε την όμορφη κόρη του άρχοντα της Μήλου Αρμένη και την παντρεύτηκε . Αλλαγμένος , για λίγο , παράτησε τα κύματα και τις συγκινήσεις τους κι’ εγκαταστάθηκε στα κτήματα του πεθερού του , που ήταν τόσο πλούσιος ώστε χάριζε ,
« διά ψυχικόν », « το μοναστηράκι της Παναγίας της λεγόμενης Μισοσπορίτισσας » κι’ είχε δικιά του εκκλησιά , την « Παναγία Αρμένη ».
Το όργωμα της θάλασσας – το ίδιο δυνατά – συνέχισε ο Τρομάρας . Παλικάρι διαλεχτό και του λόγου του , κατάφερνε σοβαρά χτυπήματα , μέχρι που πιάστηκε από Φράγκικο πολεμικό και παραδόθηκε στον Καπουδάν – Πασά , που τον βασάνισε και τον αποκεφάλισε .
Βαρύ το κακό , προσβλητικό , φούντωσε το θυμό του Κάψη . Η εκδίκηση έγινε σύνθημά του . Με τον άλλο αδελφό του , το Νίκο – που τον είχε κοντά του – αρμάτωσαν καλοδουλεμένα καράβια κι’ανοίχτηκαν , πάλι , στα γνώριμα νερά . Το ξαναγύρισμά τους , ήταν πιο βίαιο , τόσο πολύ , που οι Τούρκοι μαζεύτηκαν και δεν τους καταδίωκαν πλέον . Ακόμα είχε και στόχο , τούτη τη φορά . Ο Δ.Πασχάλης – που αντιγράφει τον Σάθα – τον φανερώνει : « Εις τας φλέβας του Κάψη , εκυκλοφόρει , ως φαίνεται , το ευγενές των παλαιών Δωριέων αίμα και μη αρκεσθείς εις το βασίλειον της θαλάσσης ήρχισε να ονειρεύεται την λαμπρότητα του βασιλικού θρόνου εν τη ξηρά ! ». Γι’αυτόν τον σκοπό , ένα σκοτεινό βράδυ άραξε σ’απόμερη , αφύλακτη ακτή της Μήλου και – χωρίς να τον καταλάβη κανένας – έβγαλε στη στεριά εκατοντάδες ένοπλους ναύτες . Το θαμποχάραμα τον βρήκε Κύριο του νησιού ! Ήταν το έτος 1677 .
« Οι κάτοικοι της Μήλου » - γράφει ο Σάθας – « ήταν Έλληνες ως επί το πλείστον , διοικούμενοι υπό τριών επιτρόπων κατ’έτος εκλεγομένων , μόνον εις καδής Τούρκος εστάθμευε και αυτός δε ο βοϊβόντας ήτο ως επί το πλείστον Έλλην , εισπράττων το χαράτζιον , και δυνάμενος να ραβδίζη , ως ο αγάς των γιανιτσάρων . Εν έτει 1700 το από της Μήλου πληρωνόμενον χαράτζιον ανέβαινε εις πέντε χιλιάδας σκούδα , υπολογιζομένων πέντε σκούδων επί εκάστου ατόμου . Ένεκα των πειρατών σπανίως επλησίαζον εκεί Τούρκοι , ο έχων διαφοράν Μήλιος ανεφέρετο πρωτοδίκως εις τους επιτρόπους και τους προεστούς , οίτινες , αν ήθελον , επεκαλούντο και την δικαιοσύνην του καδή , παρευρισκόμενοι και ούτοι και απειλούντες , ότι αν δεν απονείμη δικαιοσύνην θα τον αποπέμψωσι , και ζητήσωσι τον αντικαταστάτην του από του μεγάλου καδή της Χίου .
Ο εναγόμενος , προσήρχετο , και άνευ πολλών διατυπώσεων , προσεκαλείτο να ορκισθή επί του Ευαγγελίου , αν οφείλη η όχι τα ζητούμενα . Άμα ωρκίζετο , έστω και ψευδώς , όπερ σπανιώτατον, έμενε ακαταζήτητος , και ουδείς ηδύνατο να τον τιμωρήση , αν και απεδεικνύετο η ψευδορκία , διότι οι απλοϊκοί εκείνοι χριστιανοί επίστευον , ότι ηδύνατό τις χάριν των επιγείων ν’αρνηθή τον Χριστόν ».
Αυτούς « υπέταξεν » ο Κάψης ! « κατέλυσε » τις αχνές , χαλαρωμένες Τούρκικες αρχές και ανακηρύχτηκε – μόνος του – « Βασιλεύς της Μήλου » ( S’erigea en petit roy de Milo ) κατά τον Γάλλο περιηγητή Τουρνεφόρ .
Στην πρεξικοπηματική αναγόρευσή του , όμως , ήθελε να δώσει λαμπρότητα . Του χρειαζόταν μια στέψη και τούτο αποφάσισε να το κάνη ο ένας απ’τους δυό Επισκόπους του νησιού , ο Λατίνος . Ο Δον Καμίλο , έτσι τον λέγανε , ήταν απ’τους πολλούς ξενοφερμένους φραγκοπαπάδες που είχαν απλωθή στο αρχιπέλαγος . Τύπος τυχοδιωκτικός τον κατηγορούσαν πως κατείχε – άγνωστο πως – πολλά κτήματα στη Σίφνο και πως τοποθετούσε , με το αζημίωτο βέβαια , ανίκανους κληρικούς σε σπουδαίες θέσεις , όπως διόρισε τον δον Γεώργιο Βαφτισμένο – που μόνο τις γυναίκες σκεπτόταν – ιεραπόστολο στην Κίμωλο και , ακόμα , πως – παρά τις επιχειρήσεις του – δημιούργησε αβάσταχτα χρέη που για να τα ξεπληρώσει , έκανε δικά του τα σκεύη και τα άμφια της εκκλησίας του Αγίου Αντωνίου της Πάδουας , που βρισκόταν στη Σίφνο . Τούτος ο Ιεράρχης φόρεσε το στέμμα στον Κάψη .
Ο Γάλλος ιησουίτης μοναχός Σωζέ , που ζούσε την εποχή εκείνη στη Νάξο , περιγράφει έτσι το γεγονός :
< Οι Μήλιοι , φύσει ανδρείοι μη ανεχόμενοι τον Τουρκικόν ζυγόν , και θαυμασταί των κατορθωμάτων του Κάψη , ουδόλως επηρρεασθέντες από το άσημον της καταγωγής του , παραχρήμα τον ανεγνώρισαν ως Βασιλέα , έστεψεν δε αυτόν ως τοιούτον εν τω Μητροπολιτικώ ναώ των Ελλήνων ( την Βυζαντινή Παναγία Πορταίτισσα ) ο λατίνος επίσκοπος δον Αντώνιος Καμίλο , όστις ανήρτησεν από του λαιμού αυτού χρυσήν άλυσιν , του λαού αναφωνήσαντος τρις : Ζήτω ο Κάψης >.
Η επιθυμιτή αναγνώριση , έγινε – πανηγυρικά – απ’όλους , ορθόδοξους και καθολικούς .
Οι Τούρκοι – καιροσκόποι – απλώς , δεν μιλούσαν .
Ο νέος αφέντης , απολυταρχικός , ‘οπως ήξερε απ’τα καράβια , έκανε το αρχοντικό του πεθερού του διοικητήριο και δόθηκε ολόκληρος στην αναδιοργάνωση του < Κράτους > .
Συνετός , ήταν « ανδρείος και μη εστερημένος ουδενός των προς το κυβερνάν προτερήματος και αληθής κυρίαρχος », όπως τον περιγράφει ο Τουρνεφόρ που επισκέφτηκε την Μήλο γύρω στα 1700 και βρήκε ζωντανές και θεριεμένες διηγήσεις για τον Κάψη , που είχε θανατωθεί πριν 20 χρόνια .
Καθαρό μυαλό , χωρίς να θαμπωθεί απ’τις τιμές και τ’αξιώματα , ζήτησε την αγάπη και τον σεβασμό των « υπηκόων » του .
Προνοητικός και καχύποπτος , έφτιαξε αστυνομία , < ενεκατέστησε μόνιμον φρουράν εξ 25 στρατιωτών > , στο σπίτι του και εξήρχετο συνοδευόμενος υπό σωματοφυλακής εκ 50 ανδρών . Ακόμα , < εδίκαζε καθ’ωρισμένας ημέρας , και πάντοτε απένεμε το εις έκαστον ανήκον , δικαίως και αμερολήπτως > .
Με τον δικό του τρόπο , εδραίωσε την τάξη κι’ανέβασε τη Μήλο σε ζηλευτή θέση .
Οι επιτυχίες του – στις οποίες η φαντασία έδινε διαστάσεις « τερατώδεις » - διαδίδονταν , στόμα με στόμα , και κίνησαν τον φθόνο των ντόπιων προυχόντων αλλά και – περισσότερο – τον αργό , ανατολίτικο και ασφαλή μηχανισμό εκδικήσεως των Τούρκων , που έβλεπαν πως στα κοντινά νησιά ( Νάξος , Σίφνος , Μύκονος ) , υπήρχαν ραγιάδες πρόθυμοι ν’ακολουθήσουν το παράδειγμα του Κάψη , ν’ανεξαρτητοποιηθούν .
Στη Μύκονο , μάλιστα , ξεπεράστηκε κάθε όριο , αφού έφτασαν να πιάσουν αιχμαλώτους Τούρκους και να τους πουλήσουν σκλάβους !
Έπρεπε λοιπόν , το ταχύτερο , να ξεκαθαριστούν οι λογαριασμοί , κάτι που δεν ήταν και τόσο εύκολο , μια και την συντριπτική υπεροχή της αρμάδας του Σουλτάνου την εξουδε- τέρωναν η υποστήρηξη του λαού – στον Κάψη – κι’οι γνώσεις του τελευταίου για το Αιγαίο , που το ήξερε βράχο – βράχο .
Ο μόνος τρόπος που απόμενε , ήταν καθαρά ασιατικός : Η πονηριά . Το τέχνασμα που εφαρμόστηκε και τ’αποτελέσματά του , ιστορούνται έτσι απ’ το Γιώργο Κούκα , στο περιοδικό που είπαμε πιο πάνω :
« Μια μικρή μοίρα του Τουρκικού στόλου απέπλευσε από την Πόλη . Έφτασε στην Μήλο και οι τρεις γαλέρες της έδεσαν στο ξακουστό λιμάνι . Με δώρα , υποσχέσεις και μεγάλη , λαμπρή συνοδεία , ο διοικητής της μοίρας βγήκε στην « Πρώτη θάλασσα » όπου τον υποδέχτηκαν ο Βασιλεύς , η Βασίλισσα , η ακολουθία τους και φυσικά η απαραίτητη σωματοφυλακή . Ο διοικητής της Τουρκικής μοίρας διαβεβαίωσε τον Κάψη για την εύνοια που τρέφει ο Σουλτάνος προς τον ίδιο .
Ο Κάψης έδωσε πίστη σε όλα αυτά και δέχτηκε την πρόταση του Τούρκου ναυάρχου , η οποία έγινε δήθεν αφελώς κατά το τέλος της συνομιλίας των δύο ανδρών , να επισκεφθή , αν ήθελε , την ναυαρχίδα για να ανταποδώσει έτσι και αυτός τη φιλοξενία που του επεφύλαξε ο Βασιλεύς . Ο Κάψης τόσο πολύ πίστεψε τον Οθωμανό ναύαρχο , που παρόλες τις αντιρρήσεις των παλληκαριών του αρνήθηκε να πάρει μαζί του σωματοφύλακες , για να μη δώσει λαβή σε υποψίες . Ντυμένος στα επίσημά του και με τη χρυσή αλυσσίδα στο λαιμό , μπήκε σε μια βάρκα και ανοίχτηκε προς τη ναυαρχίδα που ναυλοχούσε σε αρκετή απόσταση. Καθώς ανέβαινε στο τουρκικό καράβι είδε τη Μήλο , αλλά για τελευταία , δυστυχώς , φορά . Πριν προλάβει να αντιληφθεί ότι δεν υπήρχε κανένας να τον υποδεχθεί και να καταλάβει την πλεκτάνη , δεκάδες Οθωμανοί έπεσαν επάνω του και τον αλυσσόδεσαν στη στιγμή . Τον χτυπούσαν και οι αξιωματούχοι , με επικεφαλής τον διοικητή , τον εχλεύαζαν . Σε αυτή την κατάσταση , αλυσσοδεμένο , τον οδήγησαν στα κάτεργα της ναυαρχίδος , με τριπλοσκοπιές γύρω του .
Όταν έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη τον φυλάκισαν στο Επταπύργιο και μετά από λίγες μέρες τον κρέμασαν από ένα δέντρο στην Πύλη του Μπανίου ».Αυτό ήταν – φριχτό κι’ηρωικό – το τέλος του λεβέντη Λιδορικιώτη Βασιλιά , πρώτου και...μοναδικού στην Ιστορία .-.....
WWW.LIDORIKI.COM 

7.6.16

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΨΗΣ , Ο ΛΙΔΟΡΙΚΙΩΤΗΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΗΣ ΜΗΛΟΥ ...

ΛΙΔΟΡΙΚΙΩΤΙΚΗ  ΙΣΤΟΡΙΑ 
image
   Μισόν , κι’ακόμα , αιώνα ( 1645 – 1700 ) , περίπου , τα Ελληνικά πέλαγα κόχλαζαν . Στο κατακομματιασμένο, σαπισμένο κορμί του νεκρού , πια , Βυζάντιου , καινούργιες δυνάμεις , δυο λαοί πλημμυρισμένοι ζωή – η Βενετιά κι’ η Τουρκία – χτυπιόνταν – στην παντοτινή σύγκρουση Ανατολής και Δύσης – κι’ ο αντίβουος της πάλης τους , συγκλόνιζε τις φοβισμένες ακτές και σκόρπαγε τον τρόμο στους πολύπαθους κατοίκους .
   Η φωτιά πρωτάναψε στην Κρήτη . Η πύρα της , όμως , δεν ήταν τόση , όση γύρευαν οι αντιμαχόμενοι , δεν μπορούσε να κάψει αποτελεσματικά . Για το δυνάμωμά της , οι Ενετοί – ύπουλοι και πανούργοι – επεδίωξαν να πάρουν τους Έλληνες με το μέρος τους , σ’ αυτούς , ως τα πιο απομακρυσμένα χωριά , έστειλαν πράκτορες που τους παρακίναγαν στον ξεσηκωμό κι’ έπεισαν πολλούς να πιάσουν τα όπλα . Ο λαός – που μ’ απόγνωση προσπαθούσε να συμβιβαστεί με το δυνάστη του – κάτι επείγον κι’απαραίτητο – αναταράχτηκε .
   Στη Ρούμελη και το Μοριά , πλάτυναν τα στήθια κι’ αναφτερώθηκαν οι ελπίδες για λευτεριά .
   Η Πόλη κι’ η μεγαλοσύνη , που χαν χαθεί , ξανάστραψαν κι’ ο πόθος για εθνική αποκατάσταση φούσκωσε τις πλακωμένες καρδιές . Στη Δύση ,στους αδελφούς χριστιανούς , έβλεπαν οι σκλάβοι τη σωτηρία τους .
Στη στεριά και τη θάλασσα , ξαναζωντάνεψαν ηρωισμοί , άδικα όμως , μια κι’ οι σύμμαχοι αποδείχτηκαν κακοί .
Τις τύχες της Φωκίδας – τότε – κράταγαν στα χέρια τους , ο αρματωλός Λιδορικίου και Ναυπάκτου Κούρμας , ο πάμπλουτος Δωριέας κτηματίας Τσακμάκης κι’ ο Γιαννάκης Λουδορέκας , συνταγματάρχης των Βενετών , ο μεθοδικός ηγέτης που έκανε τ’ άταχτα παλικάρια του Κούρμα : Καλογυμνασμένους στρατιώτες , κανονικούς . Πάνω απ’ αυτούς βρισκόταν ο θερμός μαχητής Επίσκοπος Σαλώνων , Φιλόθεος Χαρίτου , ορκισμένος εχθρός των Τούρκων .
Συνεννοημένοι , δεμένοι κι’ οι τέσσερις , αγωνίστηκαν . Στην ψυχωμένη προσπάθειά τους , ο ανθός της Φωκικής νεολαίας χάθηκε , μάταια – δυστυχώς – χωρίς να κερδηθεί τίποτα .
Η άδοξη κατάληξη όλης της περιπέτειας – που σβήστηκε « εντός χειμάρρων αιμάτων » μετά την « αισχράν των Ενετών εγκατάλειψιν » - « υπήρξε το επισημότερον , μεταξύ Τούρκων και Ελλήνων , διαζύγιον » , κατά τον Σάθα και – σαν σκληρό σχολειό – άνοιξε και των δυο τα μάτια . Ο παντοδύναμος , ο κυρίαρχος τύραννος βεβαιωνόταν πως δεν έπρεπε να χει εμπιστοσύνη στη λυγισμένη φυλή , κι’ οι άτυχοι Έλληνες πως από πουθενά δεν θάπρεπε να περιμένουν βοήθεια .
Το χάος που κληρονόμησε η αποτυχία στη Ρούμελη,χρόνια πλανήθηκε πάνω της και τη σημάδεψε . Ο Κούρμας έπεσε , ο Λουδορέκας – που άλλοτε θα πούμε γι’ αυτόν – διατάχτηκε να φύγει . Από κοντά , τον ακολούθησε ο Σπαθόγιαννος , συμπολεμιστής του τολμηρός , κι’ η άτυχη Δωρίδα – καρδιά του κινήματος – απορφάνεψε . Οι ράχες και τα περιγιάλια της , σίγασαν και λούφαξαν . Όσοι είχαν τον < τρόπο > τους , διάλεξαν το δρόμο της ξενιτειάς . Θλιμμένοι , πικραμένοι , ξεσπιτώνονταν κι’ έσπρωχναν πίσω τους τη γη για την οποία τόσα όνειρα είχαν πλάσει και τον κατάμαυρο , ερειπωμένο τόπο , όπου σε λίγο θα ξέσπαγε η οργή των άπιστων . Ο τελευταίος « μεγάλος », ο Τσακμάκης - πούχασε δυο γιούς στο μακελειό – μπάρκαρε με τους στενούς του στγγενείς γιά την Αγγλία , όπου ( κατά το Σάθα ) « μέχρι του νυν » ( 1865 ) « διεσώθησαν οι απόγονοί του ( Τσεκμέκ ) και κατά τον πλούτον και τα αξιώματα εκείσε διακρινόμενοι », ενώ από υο σόι του έμειναν μερικοί εδώ κι’απ’ αυτή τη ρίζα πρέπει νάναι κι’ οΕυαγγέλης Τσακμάκης , από τη Στύλια , που διακρίθηκε το 1821 .
Άλλοι καπεταναίοι , από κείνους που αναμείχτηκαν στα γεγονότα , σκόρπιοι κι’ ανοργάνωτοι όμως , ρίχτηκαν στη θάλασσα , κάτι ανάμεσα σε κοινούς ληστοπειρατές και απόστολους της Εθνικής ανεξαρτησίας . Ο Κορινθιακός και τα παράλια της Δυτικής Ελλάδας , και πότε – πότε πιο μακρινά – συνταράζονταν από συγκρούσεις και περιστατικά γεμάτα λεβεντιά και θάρρος . Ο Γράμμος , απ’ τη Βόνιτσα , έχασε τη ζωή του έξω απ’ την Κρήτη , μετά από πολύωρο αγώνα με Τουρκικά πλοία . Ο Πίσπιρης , απ’ τον Έπαχτο , έκαψε τα παράλια του Αιγίου και απείλησε την Πάτρα . Οι Μεσολογγίτες αδελφοί Λουκαίτη κι’ ο Καρλόγιαννος , απ’ τ’ Αγγελόκαστρο , κούρσευαν καιρό , μέχρι που πέσανε σε παγίδα στ’ ανοιχτά της Καλαμάτας , και κρεμάστηκαν στα ψηλά κατάρτια της Τούρκικης ναυαρχίδας . Οι άντρες του Γαλαξειδιώτη Κουρέβελη – που του πλήρωναν ταχτικό φόρο πολλά χωριά του Σαρωνικού – και του συμπατριώτη του Γεωργούλη , μπόρεσαν ως και την Πάτρα να κυριέψουν , για λίγο , να την πυρπολήσουν και να τρομοκρατήσουν την περιοχή , ως ότου – ύστερα από προδοσία ενός Μανιάτη συντρόφου τους – πιάστηκαν οι περισσότεροι , κι’ ο Κουρεβέλης σκοτώθηκε .
Ακόμα ο Μαλαματένιος ( Βιτρινιτσιώτης ) , ο Τουφεξής ( Αιτωλικιώτης ) κι’ ο Τσάρδας απ’ τα Ντοβραινοχώρια , μετά από απανωτές νικηφόρες μάχες , αιχμαλωτίστηκαν από Αλγερίνους πειρατές και θανατώθηκαν με φριχτά βασανιστήρια – οι πρώτοι – ενώ ο τρίτος – ντροπιασμένος κι’ανήμπορος – πουλήθηκε σε κάποιον Ναπολιτάνο !


Εκείνη την ταραγμένη περίοδο έδρασε κι’ ο Λιδορικιώτης Γιάννης Κάψης , με τ’αδέλφια του Νίκο Κάψη και Καπετάν Τρομάρα .
Οι τρεις τους , με υπολογίσιμο σώμα από σκληροπελεκημένους Δωριείς , χάραξαν δρόμο μέσα στο χαλασμό – μοιράζοντας θάνατο και καταστροφή – κι’ έφτασαν στον Ακαρνανικό Μύτικα , που τον έκαναν ορμητήριο απ’ όπου « ..ως κεραυνός επέπιπτον κατά παντός συναπαντωμένου πλοίου , υπό οιανδήποτε σημαίαν , μέχρις αυτού του Ελλησπόντου επεκτείναντες τας πειρατικάς εκδρομάς των ». Αποφασιστικοί και αδίστακτοι ξεχώρισαν , και από τους τρεις ο Γιάννης , που γρήγορα έγινε ο αρχηγός .
Με το μικρό του στόλο – δυο γαλέρες , στην αρχή – κατάρα πραγματική , υψώθηκε θρύλος και – κατά τον Δ.Πασχάλη , στο δημοσίευμά του « ο Βασιλεύς της μήλου » :
« Τάχιστα το όνομά του διεβοήθη καθ’όλον το Αιγαίον , και πας βράχος , παν ,
Άντρον , πάσα ακτή του αρχιπελάγους έψαλλε τα ανδραγαθήματά του . Τρόμος και φρίκη κατελάμβανε τους ναυσιπορούντες , οσάκις και απλώς ήκουον το όνομά του.


Είχε καταστεί ο δαίμων της θαλάσσης και απανταχού , όπου πλοίον ετόλμα να διαπλεύση το Αιγαίον , ενεφανίζετο ενώπιόν του ερυθρά ως αίμα η υπερήφανος σημαία του αλαζόνος πειρατού . Αλλοίμονο εις το σκάφος εκείνον, που ηρνείτο να κλίνη δουλικώς τον αυχένα ενώπιον της σημαίας ταύτης .
Το πλήρωμα εν τω άμα κατεσφάζετο από του πλοιάρχου μέχρι του ναυτόπαιδος .
Και το πλοίον λεηλατούμενον αφίνετο έρμαιον των κυμάτων » .
Αλλοιώτικη , πάντως , ήταν η συμπεριφορά του σ’ όσους υποτάσσονταν , μεταχείριση που φανερώνει πραγματικόν ηγέτη , άνθρωπο που ξέρει πότε πρέπει να δείχνει πυγμή και πότε καλοσύνη , για ν’αγγίζει τους στόχους του :
« Ο τρομερός πειρατής της Μήλου » - συνεχίζει ο Πασχάλης – « δεν ήτο αιμοχαρής . Οι περιπίπτοντες εις χείρας του διηγούντο θαυμάσια περί του χαρακτήρος του . Εις πολλάς περιστάσεις , πειρατής αυτός , εδείκνυε καρδίαν αρνίου . Kαι όμως οι τολμηροί σύντροφοί του , τέκνα των κινδύνων και της θαλάσσης , έτρεμον ενώπιόν του και υπήκουον εις αυτόν τυφλώς , ως εις υπερφυσικόν τι ον . Ουαί δ’ εις εκείνον , όστις ετόλμα να μη εκτελέση πιστώς τας διαταγάς του . Υπέπιπτεν εν τω άμα εις την οργήν του, οργήν τρομεράν , κεραυνοβόλον . Αλλά και τοιούτον όντα τον ελάτρευον οι θηριώδεις εκείνοι κουρσάροι και ωρκίζοντο εις το όνομά του . Οσάκις τους ωδήγει , η νίκη ουδέποτε διέφυγε των χειρών των , και μόνη δ’ η φωνή του εν μέσω της μάχης επλήρου αυτούς θάρρους και τόλμης » .
Η κατάσταση στο Αιγαίο ήταν απελπιστική . Τούρκοι , Βενετοί , πειρατές αλλόφωνοι – κάθε καρυδιάς καρύδι – αλώνιζαν και ρήμαζαν . Τα πάντα υποφέραν .
Σ’ αυτόν τον ανεξέλεγκτο κατατρεγμό της μοίρας οι < πολιτισμένοι > Βενετοί , πρωτοστατούσαν . Στο ποιημά του « Κρητικός Πόλεμος », ο Μαρίνος Τζάνε Μπουνιαλής , ζωγραφίζει την άθλια κατάντια των νησιών . Περιγράφοντας πως Κυκλαδίτες αντιπρόσωποι των κατοίκων παρουσιάστηκαν στον Καπουδάν – Πασά « ξεσχισμένοι , ανεγνώριστοι και ξετραχηλισμένοι » , λέει :
« επήγανε και του πανε τα βάρη δεν μπορούμε
οπού’χουνε καθημερινό και στέκουν να χαθούνε ,
τους Φράγκους από μια μεριά , τους μπέηδες απ’άλλη ,
ώστε να δώσωμε ‘κεινών έρχονται ακόμα κι’ άλλοι
και θέλουσι κι’άλλα σολντιά και πούχουν να τα βρούνε
και τόσα πάθη των Φραγκών να χουνε δεν μπορούνε ,
για ταύτως εις το βασιλειό ήλθανε να τα πούσι ,
ανάπαυσιν αλλούς ποθές να τους ελευθερούσι
να πάνε ταίς γυναίκες τως και τα παιδιά να σώσουν
και τα νησιά ν’αφήσουνε και σπίτια να εημώσουν » .
Εκτός όμως από τα δοσίματα και τους φόρους , η αιχμαλωσία – κακός εφιάλτης – πλανιόταν στα κεφάλια όλων , κι’οι περιπέτειές της ήταν οδυνηρές . Οι Τούρκοι – κυρίως – χρησιμοποιούσαν όσους έπιαναν στα κάτεργα και τους « εξασφάλιζαν » μια ζωή , πικρή γεύση της οποίας μας δίνει το παρακάτω δημοτικό τραγούδι :
« Ερχόμαστ’ απ’ Ανατολή σε μια χρυσή γαλιότα ,
πέντε πασάδες είχαμε ομορφοστολισμένους
κι’είχαμε σκλάβους εκατό στα σίδερα δεμένους ,
στα σίδερα , στις άλυσες και στες βαρειές καδένες .
Ο σκλάβος ανεστέναξεν απ’της καρδιάς τα φύλλα
Δίνει και άλλο στεναγμό κι’εστάθηκ’ η γαλιότα .
Κι’ ο μπέης το κατάλαβε κ’εφώναξ’απ’την πρύμη :
Αν είναι από τους ναύτες μου , ανάθεμά τους όλους
Κι’αν είναι από τους σκλάβους μου , να τον ελευθερώσω .
Σκλάβε πεινάς ; Σκλάβε διψάς ; Σκλάβε μου ρούχα θέλεις ;
Μήτε πεινώ , μήτε διψώ , μήτε και ρούχα θέλω ,
Θυμήθηκα τη μάνα μου , τη δόλια μου γυναίκα ,
Πούμουνα δυο ‘μερών γαμπρός , δώδεκα χρόνους σκλάβος .
Τραγούδησέ μου σκλάβε μου , για να σ’ελευθερώσω .
Πόσες φορές τραγούδησα κ’ελευθεριά δεν είδα .
Μ’αν είναι για τη λευτεριά να ματατραγουδήσω .
Φέρτε μου το λαγούτο μου με τ’ασημένια τέλια ,
Να τραγουδήσω και να πω για της σκλαβιάς τα πάθη .
Δώδεκα χρόνους έκαμα στης Μπαρμπαριάς την άμμο ,
Κι’ εννιά καριές εφύτεψα στης φυλακής την πόρτα ,
Κι’απ’τις εννιά καρπόφαγα κ’ελευθεριά δεν είδα .
Αν έχεις μάνα και παιδιά , πασά , ‘λευθέρωσέ με » .
Τους φόβους και τις δυστυχίες αυτές εκμεταλλεύτηκε – λοιπόν – ο Κάψης κι’ απόσπασε την εμπιστοσύνη – η την ανοχή – των Κυκλαδιτών , οι περισσότερες κοινότητες των οποίων εξαγόραζαν την ησυχία τους .Ο Γιώργος Κούκας – στο περιοδικό « Ιστορία Εικονογραφημένη » , τεύχος 26 – γράφει πως : « ο Κάψης , γνώριζε το Αιγαίο όπως την παλάμη του . Χτυπούσε , με την ίδια μανία , Ενετούς και Τούρκους . Κι’ο Καπουδάν – Πασάς είχε δώσει εντολές στο Οθωμανικό στόλο να προσέχει : « Διάσωσις με τις λιγώτερες απώλειες , αν εμφανισθή ο Κάψης ».
Αλλά και στις στεργιανές « εμφανίσεις » του , ο ανήμερος πολέμαρχος , είχε επιτυχίες .
Σε μια τέτοια , γνώρισε την όμορφη κόρη του άρχοντα της Μήλου Αρμένη και την παντρεύτηκε . Αλλαγμένος , για λίγο , παράτησε τα κύματα και τις συγκινήσεις τους κι’ εγκαταστάθηκε στα κτήματα του πεθερού του , που ήταν τόσο πλούσιος ώστε χάριζε ,
« διά ψυχικόν », « το μοναστηράκι της Παναγίας της λεγόμενης Μισοσπορίτισσας » κι’ είχε δικιά του εκκλησιά , την « Παναγία Αρμένη ».
Το όργωμα της θάλασσας – το ίδιο δυνατά – συνέχισε ο Τρομάρας . Παλικάρι διαλεχτό και του λόγου του , κατάφερνε σοβαρά χτυπήματα , μέχρι που πιάστηκε από Φράγκικο πολεμικό και παραδόθηκε στον Καπουδάν – Πασά , που τον βασάνισε και τον αποκεφάλισε .
Βαρύ το κακό , προσβλητικό , φούντωσε το θυμό του Κάψη . Η εκδίκηση έγινε σύνθημά του . Με τον άλλο αδελφό του , το Νίκο – που τον είχε κοντά του – αρμάτωσαν καλοδουλεμένα καράβια κι’ανοίχτηκαν , πάλι , στα γνώριμα νερά . Το ξαναγύρισμά τους , ήταν πιο βίαιο , τόσο πολύ , που οι Τούρκοι μαζεύτηκαν και δεν τους καταδίωκαν πλέον . Ακόμα είχε και στόχο , τούτη τη φορά . Ο Δ.Πασχάλης – που αντιγράφει τον Σάθα – τον φανερώνει : « Εις τας φλέβας του Κάψη , εκυκλοφόρει , ως φαίνεται , το ευγενές των παλαιών Δωριέων αίμα και μη αρκεσθείς εις το βασίλειον της θαλάσσης ήρχισε να ονειρεύεται την λαμπρότητα του βασιλικού θρόνου εν τη ξηρά ! ». Γι’αυτόν τον σκοπό , ένα σκοτεινό βράδυ άραξε σ’απόμερη , αφύλακτη ακτή της Μήλου και – χωρίς να τον καταλάβη κανένας – έβγαλε στη στεριά εκατοντάδες ένοπλους ναύτες . Το θαμποχάραμα τον βρήκε Κύριο του νησιού ! Ήταν το έτος 1677 .
« Οι κάτοικοι της Μήλου » - γράφει ο Σάθας – « ήταν Έλληνες ως επί το πλείστον , διοικούμενοι υπό τριών επιτρόπων κατ’έτος εκλεγομένων , μόνον εις καδής Τούρκος εστάθμευε και αυτός δε ο βοϊβόντας ήτο ως επί το πλείστον Έλλην , εισπράττων το χαράτζιον , και δυνάμενος να ραβδίζη , ως ο αγάς των γιανιτσάρων . Εν έτει 1700 το από της Μήλου πληρωνόμενον χαράτζιον ανέβαινε εις πέντε χιλιάδας σκούδα , υπολογιζομένων πέντε σκούδων επί εκάστου ατόμου . Ένεκα των πειρατών σπανίως επλησίαζον εκεί Τούρκοι , ο έχων διαφοράν Μήλιος ανεφέρετο πρωτοδίκως εις τους επιτρόπους και τους προεστούς , οίτινες , αν ήθελον , επεκαλούντο και την δικαιοσύνην του καδή , παρευρισκόμενοι και ούτοι και απειλούντες , ότι αν δεν απονείμη δικαιοσύνην θα τον αποπέμψωσι , και ζητήσωσι τον αντικαταστάτην του από του μεγάλου καδή της Χίου .
Ο εναγόμενος , προσήρχετο , και άνευ πολλών διατυπώσεων , προσεκαλείτο να ορκισθή επί του Ευαγγελίου , αν οφείλη η όχι τα ζητούμενα . Άμα ωρκίζετο , έστω και ψευδώς , όπερ σπανιώτατον, έμενε ακαταζήτητος , και ουδείς ηδύνατο να τον τιμωρήση , αν και απεδεικνύετο η ψευδορκία , διότι οι απλοϊκοί εκείνοι χριστιανοί επίστευον , ότι ηδύνατό τις χάριν των επιγείων ν’αρνηθή τον Χριστόν ».
Αυτούς « υπέταξεν » ο Κάψης ! « κατέλυσε » τις αχνές , χαλαρωμένες Τούρκικες αρχές και ανακηρύχτηκε – μόνος του – « Βασιλεύς της Μήλου » ( S’erigea en petit roy de Milo ) κατά τον Γάλλο περιηγητή Τουρνεφόρ .
Στην πρεξικοπηματική αναγόρευσή του , όμως , ήθελε να δώσει λαμπρότητα . Του χρειαζόταν μια στέψη και τούτο αποφάσισε να το κάνη ο ένας απ’τους δυό Επισκόπους του νησιού , ο Λατίνος . Ο Δον Καμίλο , έτσι τον λέγανε , ήταν απ’τους πολλούς ξενοφερμένους φραγκοπαπάδες που είχαν απλωθή στο αρχιπέλαγος . Τύπος τυχοδιωκτικός τον κατηγορούσαν πως κατείχε – άγνωστο πως – πολλά κτήματα στη Σίφνο και πως τοποθετούσε , με το αζημίωτο βέβαια , ανίκανους κληρικούς σε σπουδαίες θέσεις , όπως διόρισε τον δον Γεώργιο Βαφτισμένο – που μόνο τις γυναίκες σκεπτόταν – ιεραπόστολο στην Κίμωλο και , ακόμα , πως – παρά τις επιχειρήσεις του – δημιούργησε αβάσταχτα χρέη που για να τα ξεπληρώσει , έκανε δικά του τα σκεύη και τα άμφια της εκκλησίας του Αγίου Αντωνίου της Πάδουας , που βρισκόταν στη Σίφνο . Τούτος ο Ιεράρχης φόρεσε το στέμμα στον Κάψη .
Ο Γάλλος ιησουίτης μοναχός Σωζέ , που ζούσε την εποχή εκείνη στη Νάξο , περιγράφει έτσι το γεγονός :
< Οι Μήλιοι , φύσει ανδρείοι μη ανεχόμενοι τον Τουρκικόν ζυγόν , και θαυμασταί των κατορθωμάτων του Κάψη , ουδόλως επηρρεασθέντες από το άσημον της καταγωγής του , παραχρήμα τον ανεγνώρισαν ως Βασιλέα , έστεψεν δε αυτόν ως τοιούτον εν τω Μητροπολιτικώ ναώ των Ελλήνων ( την Βυζαντινή Παναγία Πορταίτισσα ) ο λατίνος επίσκοπος δον Αντώνιος Καμίλο , όστις ανήρτησεν από του λαιμού αυτού χρυσήν άλυσιν , του λαού αναφωνήσαντος τρις : Ζήτω ο Κάψης >.
Η επιθυμιτή αναγνώριση , έγινε – πανηγυρικά – απ’όλους , ορθόδοξους και καθολικούς .
Οι Τούρκοι – καιροσκόποι – απλώς , δεν μιλούσαν .
Ο νέος αφέντης , απολυταρχικός , ‘οπως ήξερε απ’τα καράβια , έκανε το αρχοντικό του πεθερού του διοικητήριο και δόθηκε ολόκληρος στην αναδιοργάνωση του < Κράτους > .
Συνετός , ήταν « ανδρείος και μη εστερημένος ουδενός των προς το κυβερνάν προτερήματος και αληθής κυρίαρχος », όπως τον περιγράφει ο Τουρνεφόρ που επισκέφτηκε την Μήλο γύρω στα 1700 και βρήκε ζωντανές και θεριεμένες διηγήσεις για τον Κάψη , που είχε θανατωθεί πριν 20 χρόνια .
Καθαρό μυαλό , χωρίς να θαμπωθεί απ’τις τιμές και τ’αξιώματα , ζήτησε την αγάπη και τον σεβασμό των « υπηκόων » του .
Προνοητικός και καχύποπτος , έφτιαξε αστυνομία , < ενεκατέστησε μόνιμον φρουράν εξ 25 στρατιωτών > , στο σπίτι του και εξήρχετο συνοδευόμενος υπό σωματοφυλακής εκ 50 ανδρών . Ακόμα , < εδίκαζε καθ’ωρισμένας ημέρας , και πάντοτε απένεμε το εις έκαστον ανήκον , δικαίως και αμερολήπτως > .
Με τον δικό του τρόπο , εδραίωσε την τάξη κι’ανέβασε τη Μήλο σε ζηλευτή θέση .
Οι επιτυχίες του – στις οποίες η φαντασία έδινε διαστάσεις « τερατώδεις » - διαδίδονταν , στόμα με στόμα , και κίνησαν τον φθόνο των ντόπιων προυχόντων αλλά και – περισσότερο – τον αργό , ανατολίτικο και ασφαλή μηχανισμό εκδικήσεως των Τούρκων , που έβλεπαν πως στα κοντινά νησιά ( Νάξος , Σίφνος , Μύκονος ) , υπήρχαν ραγιάδες πρόθυμοι ν’ακολουθήσουν το παράδειγμα του Κάψη , ν’ανεξαρτητοποιηθούν .
Στη Μύκονο , μάλιστα , ξεπεράστηκε κάθε όριο , αφού έφτασαν να πιάσουν αιχμαλώτους Τούρκους και να τους πουλήσουν σκλάβους !
Έπρεπε λοιπόν , το ταχύτερο , να ξεκαθαριστούν οι λογαριασμοί , κάτι που δεν ήταν και τόσο εύκολο , μια και την συντριπτική υπεροχή της αρμάδας του Σουλτάνου την εξουδε- τέρωναν η υποστήρηξη του λαού – στον Κάψη – κι’οι γνώσεις του τελευταίου για το Αιγαίο , που το ήξερε βράχο – βράχο .
Ο μόνος τρόπος που απόμενε , ήταν καθαρά ασιατικός : Η πονηριά . Το τέχνασμα που εφαρμόστηκε και τ’αποτελέσματά του , ιστορούνται έτσι απ’ το Γιώργο Κούκα , στο περιοδικό που είπαμε πιο πάνω :
« Μια μικρή μοίρα του Τουρκικού στόλου απέπλευσε από την Πόλη . Έφτασε στην Μήλο και οι τρεις γαλέρες της έδεσαν στο ξακουστό λιμάνι . Με δώρα , υποσχέσεις και μεγάλη , λαμπρή συνοδεία , ο διοικητής της μοίρας βγήκε στην « Πρώτη θάλασσα » όπου τον υποδέχτηκαν ο Βασιλεύς , η Βασίλισσα , η ακολουθία τους και φυσικά η απαραίτητη σωματοφυλακή . Ο διοικητής της Τουρκικής μοίρας διαβεβαίωσε τον Κάψη για την εύνοια που τρέφει ο Σουλτάνος προς τον ίδιο .
Ο Κάψης έδωσε πίστη σε όλα αυτά και δέχτηκε την πρόταση του Τούρκου ναυάρχου , η οποία έγινε δήθεν αφελώς κατά το τέλος της συνομιλίας των δύο ανδρών , να επισκεφθή , αν ήθελε , την ναυαρχίδα για να ανταποδώσει έτσι και αυτός τη φιλοξενία που του επεφύλαξε ο Βασιλεύς . Ο Κάψης τόσο πολύ πίστεψε τον Οθωμανό ναύαρχο , που παρόλες τις αντιρρήσεις των παλληκαριών του αρνήθηκε να πάρει μαζί του σωματοφύλακες , για να μη δώσει λαβή σε υποψίες . Ντυμένος στα επίσημά του και με τη χρυσή αλυσσίδα στο λαιμό , μπήκε σε μια βάρκα και ανοίχτηκε προς τη ναυαρχίδα που ναυλοχούσε σε αρκετή απόσταση. Καθώς ανέβαινε στο τουρκικό καράβι είδε τη Μήλο , αλλά για τελευταία , δυστυχώς , φορά . Πριν προλάβει να αντιληφθεί ότι δεν υπήρχε κανένας να τον υποδεχθεί και να καταλάβει την πλεκτάνη , δεκάδες Οθωμανοί έπεσαν επάνω του και τον αλυσσόδεσαν στη στιγμή . Τον χτυπούσαν και οι αξιωματούχοι , με επικεφαλής τον διοικητή , τον εχλεύαζαν . Σε αυτή την κατάσταση , αλυσσοδεμένο , τον οδήγησαν στα κάτεργα της ναυαρχίδος , με τριπλοσκοπιές γύρω του .
Όταν έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη τον φυλάκισαν στο Επταπύργιο και μετά από λίγες μέρες τον κρέμασαν από ένα δέντρο στην Πύλη του Μπανίου ».Αυτό ήταν – φριχτό κι’ηρωικό – το τέλος του λεβέντη Λιδορικιώτη Βασιλιά , πρώτου και...μοναδικού στην Ιστορία .-........


www.lidoriki.com

26.5.14

H IΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ Ι.ΚΑΨΗ , ΠΟΥ ΤΑ ΕΒΑΛΕ ΜΕ ΤΟΥΣ ΤΟΥΡΚΟΥΣ , ΣΤΕΦΤΗΚΕ ΒΑΣΙΛΙΆΣ ΤΗΣ ΜΗΛΟΥ ΚΑΙ ΒΡΗΚΕ ΜΑΡΤΥΡΙΚΟ ΤΕΛΟΣ

 
news247 Μάϊος 25 2014 10:37
Το 1677 η Μήλος πανηγύριζε τη στέψη του Ιωάννη Καψή από τον καθολικό ιερέα Δον Καμμίλο. Ο πληθυσμός του νησιού άγγιζε τους 20.000 κατοίκους και 5.000 ψυχές κατέκλυζαν τα σοκάκια της πανέμορφης Χώρας. Τα σπίτια ήταν στολισμένα με την τελευταία γαλλική ή βενετσιάνικη μόδα από τα λάφυρα των πειρατικών επιδρομών και οι άντρες ήταν ντυμένοι φραγκολεβαντίνικα και κάπνιζαν πολύ.
Αυτό που προκαλούσε τη μεγαλύτερη εντύπωση όμως, ήταν οι κοντές φούστες των γυναικών με τους περιηγητές του 17ου αιώνα να χαρακτηρίζουν την Μήλο και την Κίμωλο χώρους ελεύθερου έρωτος και ακολασίας! Μετά από 90 χρόνια, στα 1776, στη Χώρα ζούσαν μονάχα 200 άνθρωποι που περιφέρονταν άρρωστοι στα ερείπια της ρημαγμένης πόλης.
 

Ο πειρατής από το Λιδωρίκι που ερωτεύτηκε την πλούσια Μηλιά
Οι Τούρκοι είχαν καταλάβει τη Μήλο το 1537, αλλά στον αιώνα που ακολούθησε, το νησί έγινε το λίκνο του εμπορίου της πειρατικής λείας της Μεσογείου, με συνέπεια να γνωρίσει μεγάλη οικονομική άνθηση. Εκείνη την εποχή εμφανίστηκε στο Αιγαίο ο Ιωάννης Καψής. Γεννήθηκε στο Λιδωρίκι και είχε ορμητήριο τον Μύτικα της Ακαρνανίας. Ο «αμφίβιος δαίμων», όπως τον αποκαλούσαν, είχε σχηματίσει έναν στολίσκο μαζί με τα αδέλφια του Καπετάν Τρομάρα και Νίκο και λεηλατούσαν τις νοτιοανατολικές ακτές της Πελοποννήσου και τα νησιά.
Κάθε πλοίο στο οποίο κολλούσαν οι πειρατικές «ταρτάνες» (ιστιοφόρα) του Καψή θεωρούταν ξεγραμμένο. Χτυπούσε με μανία Ενετούς και Τούρκους και ο Καπουδάν Πασάς είχε δώσει εντολές στον οθωμανικό στόλο να προσπαθήσει να διασωθεί με τις λιγότερες απώλειες εάν τον συναντούσε. Αρματολός και πειρατής, δρούσε από την Ακαρνανία μέχρι τον Ελλήσποντο και κανένας στόλος δεν μπορούσε να τα βάλει μαζί του. Τα κατάφερε όμως μια γυναίκα, η πανέμορφη κόρη του προύχοντα Αρμένη από τη Μήλο. Για χατίρι της παράτησε θάλασσες, καράβια, λάφυρα, αδέλφια και συντρόφους πειρατές και εγκαταστάθηκε στα κτήματα του πεθερού του!
Οι Αρμένηδες ήταν πάμπλουτοι. Είχαν ακόμη και δική τους εκκλησία την «Παναγιά Αρμένη» έξω από τη Χώρα. Αιώνες μετά, στην επανάσταση του 1821 απόγονοι αυτής της οικογένειας θα γίνονταν μέλη της Φιλικής Εταιρείας.

Από το κάστρο της Μήλου, ο Καψής μπορούσε να ελέγχει την κίνηση στο λιμάνι
Ο πειρατής γαιοκτήμονας γίνεται επαναστάτης  
Η ζωή κυλούσε ήρεμα έως τη στιγμή που ο Καπουδάν Πασάς βασάνισε και σκότωσε τον αδελφό του, Καπετάν Τρομάρα που είχε παραμείνει στην πειρατεία. Είχε ηττηθεί σε μια ναυμαχία από τους Φράγκους οι οποίοι τον παρέδωσαν στους Τούρκους. Ο Καψής πήρε τον αδελφό του Νίκο, εξόπλισε και πάλι τον στολίσκο του και έβαψε με αίμα το Αιγαίο για να πάρει εκδίκηση. Προχώρησε όμως ένα βήμα παραπάνω. Μια ασέληνη νύχτα στα 1677, αποβίβασε εκατοντάδες ένοπλους στα Πολλώνια της Μήλου, κατέλυσε τις τουρκικές και τις ντόπιες αρχές, πήρε τον λαό με το μέρος του και αποφάσισε να κυβερνήσει το νησί σαν βασιλιάς.
Του έλειπε το επίσημο χρίσμα. Ο κατάλληλος άνθρωπος για αυτή τη δουλειά ήταν ο αμφιλεγόμενος Λατίνος επίσκοπος των Δυτικών Κυκλάδων, δον Αντώνιο Καμίλλο, ένας από τους 60 ιερείς που είχαν κατακλύσει τις Κυκλάδες με σκοπό των εκκαθολικισμό των κατοίκων. Αργότερα, ο Καμίλλο κατηγορήθηκε ότι είχε ιδιοποιηθεί τα σκεύη και τα άμφια του Αγίου Αντωνίου της Παδούης στη Σίφνο. Εκεί βρέθηκε να έχει και τα καλύτερα κτήματα, χωρίς κανείς να γνωρίζει πως τα είχε αποκτήσει. Ο βασιλιάς, στο πλευρό της πανέμορφης βασίλισσας, αναγνωρίσθηκε από τους Ορθόδοξους και Καθολικούς κατοίκους, αλλά και σιωπηρά, από τους Τούρκους.
Η αυτονομία της Μήλου και η σκληρή απάντηση της Πύλης   Ο Καψής δεν παρασύρθηκε από αλαζονεία. Οργάνωσε στρατό, αστυνομία και δικαστήρια στα οποία δίκαζε με αμεροληψία. Ωστόσο, κυκλοφορούσε πάντα με συνοδεία 50 ενόπλων γιατί τον φθονούσαν οι πρόκριτοι του νησιού.
Στην αρχή οι Τούρκοι δεν τον ενοχλούσαν γιατί δεν τους προκαλούσε και επιπλέον, ήξεραν ότι ο Καψής παρέμενε ένας σκληρός και πανούργος πολεμιστής που γνώριζε κάθε σπηλιά και βράχο στο Αιγαίο. Όμως, ο άνεμος ελευθερίας στη Μήλο ταξίδεψε και στα γειτονικά νησιά όπου εκδηλώθηκαν τάσεις ανεξαρτησίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι στη Μύκονο έφθασαν στο σημείο να συλλάβουν Τούρκους και να τους πουλήσουν για σκλάβους! Ο σουλτάνος αποφάσισε να δράσει, αλλά ήθελε να αποφύγει τον πόλεμο με τον Καψή. Επινόησε έτσι ένα τέχνασμα, να στείλει τρεις γαλέρες με δώρα από την Κωνσταντινούπολη στη Μήλο, για να εκφράσει την εύνοιά του στον βασιλιά.
Η τουρκική μοίρα έφθασε στην «Πρώτη θάλασσα», όπως λεγόταν το λιμάνι και ο διοικητής της διαβεβαίωσε τον Καψή για τις καλές του προθέσεις. Τον κάλεσε στη ναυαρχίδα του για να του ανταποδώσει τη φιλοξενία και παρά τις αντιρρήσεις των παλικαριών του, ο Καψής παρασύρθηκε. Καθώς ανέβαινε στο καράβι γύρισε να κοιτάξει τη Μήλο και τότε όρμησαν πάνω του δεκάδες Οθωμανοί  που τον ξυλοκόπησαν άγρια και τον έδεσαν με αλυσίδες. Στην Κωνσταντινούπολη φυλακίστηκε και βασανίστηκε στο Επταπύργιο και λίγες μέρες αργότερα, τον κρέμασαν από ένα δέντρο στην Πύλη του Μπανίου.
Η εκδίκηση των Τούρκων δεν περιορίστηκε στον Καψή. Η μανία τους έπεσε πάνω στο νησί και μέσα σε λίγα χρόνια, οι επιδρομές της οθωμανικής αστυνομίας αφάνισαν τη Μήλο.

27.3.14

“ ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΨΗΣ “, Ο ΛΙΔΟΡΙΚΙΩΤΗΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΗΣ ΜΗΛΟΥ

 

image

   Μισόν , κι’ακόμα , αιώνα ( 1645 – 1700 ) , περίπου , τα Ελληνικά πέλαγα κόχλαζαν . Στο κατακομματιασμένο, σαπισμένο κορμί του νεκρού , πια , Βυζάντιου , καινούργιες δυνάμεις , δυο λαοί πλημμυρισμένοι ζωή – η Βενετιά κι’ η Τουρκία – χτυπιόνταν – στην παντοτινή σύγκρουση Ανατολής και Δύσης – κι’ ο αντίβουος της πάλης τους , συγκλόνιζε τις φοβισμένες ακτές και σκόρπαγε τον τρόμο στους πολύπαθους κατοίκους .
   Η φωτιά πρωτάναψε στην Κρήτη . Η πύρα της , όμως , δεν ήταν τόση , όση γύρευαν οι αντιμαχόμενοι , δεν μπορούσε να κάψει αποτελεσματικά . Για το δυνάμωμά της , οι Ενετοί – ύπουλοι και πανούργοι – επεδίωξαν να πάρουν τους Έλληνες με το μέρος τους , σ’ αυτούς , ως τα πιο απομακρυσμένα χωριά , έστειλαν πράκτορες που τους παρακίναγαν στον ξεσηκωμό κι’ έπεισαν πολλούς να πιάσουν τα όπλα . Ο λαός – που μ’ απόγνωση προσπαθούσε να συμβιβαστεί με το δυνάστη του – κάτι επείγον κι’απαραίτητο – αναταράχτηκε .
   Στη Ρούμελη και το Μοριά , πλάτυναν τα στήθια κι’ αναφτερώθηκαν οι ελπίδες για λευτεριά .
   Η Πόλη κι’ η μεγαλοσύνη , που χαν χαθεί , ξανάστραψαν κι’ ο πόθος για εθνική αποκατάσταση φούσκωσε τις πλακωμένες καρδιές . Στη Δύση ,στους αδελφούς χριστιανούς , έβλεπαν οι σκλάβοι τη σωτηρία τους .
Στη στεριά και τη θάλασσα , ξαναζωντάνεψαν ηρωισμοί , άδικα όμως , μια κι’ οι σύμμαχοι αποδείχτηκαν κακοί .
Τις τύχες της Φωκίδας – τότε – κράταγαν στα χέρια τους , ο αρματωλός Λιδορικίου και Ναυπάκτου Κούρμας , ο πάμπλουτος Δωριέας κτηματίας Τσακμάκης κι’ ο Γιαννάκης Λουδορέκας , συνταγματάρχης των Βενετών , ο μεθοδικός ηγέτης που έκανε τ’ άταχτα παλικάρια του Κούρμα : Καλογυμνασμένους στρατιώτες , κανονικούς . Πάνω απ’ αυτούς βρισκόταν ο θερμός μαχητής Επίσκοπος Σαλώνων , Φιλόθεος Χαρίτου , ορκισμένος εχθρός των Τούρκων .
Συνεννοημένοι , δεμένοι κι’ οι τέσσερις , αγωνίστηκαν . Στην ψυχωμένη προσπάθειά τους , ο ανθός της Φωκικής νεολαίας χάθηκε , μάταια – δυστυχώς – χωρίς να κερδηθεί τίποτα .
Η άδοξη κατάληξη όλης της περιπέτειας – που σβήστηκε « εντός χειμάρρων αιμάτων » μετά την « αισχράν των Ενετών εγκατάλειψιν » - « υπήρξε το επισημότερον , μεταξύ Τούρκων και Ελλήνων , διαζύγιον » , κατά τον Σάθα και – σαν σκληρό σχολειό – άνοιξε και των δυο τα μάτια . Ο παντοδύναμος , ο κυρίαρχος τύραννος βεβαιωνόταν πως δεν έπρεπε να χει εμπιστοσύνη στη λυγισμένη φυλή , κι’ οι άτυχοι Έλληνες πως από πουθενά δεν θάπρεπε να περιμένουν βοήθεια .
Το χάος που κληρονόμησε η αποτυχία στη Ρούμελη,χρόνια πλανήθηκε πάνω της και τη σημάδεψε . Ο Κούρμας έπεσε , ο Λουδορέκας – που άλλοτε θα πούμε γι’ αυτόν – διατάχτηκε να φύγει . Από κοντά , τον ακολούθησε ο Σπαθόγιαννος , συμπολεμιστής του τολμηρός , κι’ η άτυχη Δωρίδα – καρδιά του κινήματος – απορφάνεψε . Οι ράχες και τα περιγιάλια της , σίγασαν και λούφαξαν . Όσοι είχαν τον < τρόπο > τους , διάλεξαν το δρόμο της ξενιτειάς . Θλιμμένοι , πικραμένοι , ξεσπιτώνονταν κι’ έσπρωχναν πίσω τους τη γη για την οποία τόσα όνειρα είχαν πλάσει και τον κατάμαυρο , ερειπωμένο τόπο , όπου σε λίγο θα ξέσπαγε η οργή των άπιστων . Ο τελευταίος « μεγάλος », ο Τσακμάκης - πούχασε δυο γιούς στο μακελειό – μπάρκαρε με τους στενούς του συγγενείς για την Αγγλία , όπου ( κατά το Σάθα ) « μέχρι του νυν » ( 1865 ) « διεσώθησαν οι απόγονοί του ( Τσεκμέκ ) και κατά τον πλούτον και τα αξιώματα εκείσε διακρινόμενοι », ενώ από υο σόι του έμειναν μερικοί εδώ κι’απ’ αυτή τη ρίζα πρέπει νάναι κι’ ο Ευαγγέλης Τσακμάκης , από τη Στύλια , που διακρίθηκε το 1821 .
Άλλοι καπεταναίοι , από κείνους που αναμείχτηκαν στα γεγονότα , σκόρπιοι κι’ ανοργάνωτοι όμως , ρίχτηκαν στη θάλασσα , κάτι ανάμεσα σε κοινούς ληστοπειρατές και απόστολους της Εθνικής ανεξαρτησίας . Ο Κορινθιακός και τα παράλια της Δυτικής Ελλάδας , και πότε – πότε πιο μακρινά – συνταράζονταν από συγκρούσεις και περιστατικά γεμάτα λεβεντιά και θάρρος . Ο Γράμμος , απ’ τη Βόνιτσα , έχασε τη ζωή του έξω απ’ την Κρήτη , μετά από πολύωρο αγώνα με Τουρκικά πλοία . Ο Πίσπιρης , απ’ τον Έπαχτο , έκαψε τα παράλια του Αιγίου και απείλησε την Πάτρα . Οι Μεσολογγίτες αδελφοί Λουκαίτη κι’ ο Καρλόγιαννος , απ’ τ’ Αγγελόκαστρο , κούρσευαν καιρό , μέχρι που πέσανε σε παγίδα στ’ ανοιχτά της Καλαμάτας , και κρεμάστηκαν στα ψηλά κατάρτια της Τούρκικης ναυαρχίδας . Οι άντρες του Γαλαξειδιώτη Κουρέβελη – που του πλήρωναν ταχτικό φόρο πολλά χωριά του Σαρωνικού – και του συμπατριώτη του Γεωργούλη , μπόρεσαν ως και την Πάτρα να κυριέψουν , για λίγο , να την πυρπολήσουν και να τρομοκρατήσουν την περιοχή , ως ότου – ύστερα από προδοσία ενός Μανιάτη συντρόφου τους – πιάστηκαν οι περισσότεροι , κι’ ο Κουρεβέλης σκοτώθηκε .
Ακόμα ο Μαλαματένιος ( Βιτρινιτσιώτης ) , ο Τουφεξής ( Αιτωλικιώτης ) κι’ ο Τσάρδας απ’ τα Ντοβραινοχώρια , μετά από απανωτές νικηφόρες μάχες , αιχμαλωτίστηκαν από Αλγερίνους πειρατές και θανατώθηκαν με φριχτά βασανιστήρια – οι πρώτοι – ενώ ο τρίτος – ντροπιασμένος κι’ανήμπορος – πουλήθηκε σε κάποιον Ναπολιτάνο !

Εκείνη την ταραγμένη περίοδο έδρασε κι’ ο Λιδορικιώτης Γιάννης Κάψης , με τ’αδέλφια του Νίκο Κάψη και Καπετάν Τρομάρα .
Οι τρεις τους , με υπολογίσιμο σώμα από σκληροπελεκημένους Δωριείς , χάραξαν δρόμο μέσα στο χαλασμό – μοιράζοντας θάνατο και καταστροφή – κι’ έφτασαν στον Ακαρνανικό Μύτικα , που τον έκαναν ορμητήριο απ’ όπου « ..ως κεραυνός επέπιπτον κατά παντός συναπαντωμένου πλοίου , υπό οιανδήποτε σημαίαν , μέχρις αυτού του Ελλησπόντου επεκτείναντες τας πειρατικάς εκδρομάς των ». Αποφασιστικοί και αδίστακτοι ξεχώρισαν , και από τους τρεις ο Γιάννης , που γρήγορα έγινε ο αρχηγός .
Με το μικρό του στόλο – δυο γαλέρες , στην αρχή – κατάρα πραγματική , υψώθηκε θρύλος και – κατά τον Δ.Πασχάλη , στο δημοσίευμά του « ο Βασιλεύς της μήλου » :
« Τάχιστα το όνομά του διεβοήθη καθ’όλον το Αιγαίον , και πας βράχος , παν ,
Άντρον , πάσα ακτή του αρχιπελάγους έψαλλε τα ανδραγαθήματά του . Τρόμος και φρίκη κατελάμβανε τους ναυσιπορούντες , οσάκις και απλώς ήκουον το όνομά του.

Είχε καταστεί ο δαίμων της θαλάσσης και απανταχού , όπου πλοίον ετόλμα να διαπλεύση το Αιγαίον , ενεφανίζετο ενώπιόν του ερυθρά ως αίμα η υπερήφανος σημαία του αλαζόνος πειρατού . Αλλοίμονο εις το σκάφος εκείνον, που ηρνείτο να κλίνη δουλικώς τον αυχένα ενώπιον της σημαίας ταύτης .
Το πλήρωμα εν τω άμα κατεσφάζετο από του πλοιάρχου μέχρι του ναυτόπαιδος .
Και το πλοίον λεηλατούμενον αφήνετο έρμαιον των κυμάτων » .
Αλλοιώτικη , πάντως , ήταν η συμπεριφορά του σ’ όσους υποτάσσονταν , μεταχείριση που φανερώνει πραγματικόν ηγέτη , άνθρωπο που ξέρει πότε πρέπει να δείχνει πυγμή και πότε καλοσύνη , για ν’αγγίζει τους στόχους του :
« Ο τρομερός πειρατής της Μήλου » - συνεχίζει ο Πασχάλης – « δεν ήτο αιμοχαρής . Οι περιπίπτοντες εις χείρας του διηγούντο θαυμάσια περί του χαρακτήρος του . Εις πολλάς περιστάσεις , πειρατής αυτός , εδείκνυε καρδίαν αρνίου . Kαι όμως οι τολμηροί σύντροφοί του , τέκνα των κινδύνων και της θαλάσσης , έτρεμον ενώπιόν του και υπήκουον εις αυτόν τυφλώς , ως εις υπερφυσικόν τι ον . Ουαί δ’ εις εκείνον , όστις ετόλμα να μη εκτελέση πιστώς τας διαταγάς του . Υπέπιπτεν εν τω άμα εις την οργήν του, οργήν τρομεράν , κεραυνοβόλον . Αλλά και τοιούτον όντα τον ελάτρευον οι θηριώδεις εκείνοι κουρσάροι και ορκίζοντο εις το όνομά του . Οσάκις τους ωδήγει , η νίκη ουδέποτε διέφυγε των χειρών των , και μόνη δ’ η φωνή του εν μέσω της μάχης επλήρου αυτούς θάρρους και τόλμης » .
Η κατάσταση στο Αιγαίο ήταν απελπιστική . Τούρκοι , Βενετοί , πειρατές αλλόφωνοι – κάθε καρυδιάς καρύδι – αλώνιζαν και ρήμαζαν . Τα πάντα υποφέραν .
Σ’ αυτόν τον ανεξέλεγκτο κατατρεγμό της μοίρας οι < πολιτισμένοι > Βενετοί , πρωτοστατούσαν . Στο ποιημά του « Κρητικός Πόλεμος », ο Μαρίνος Τζάνε Μπουνιαλής , ζωγραφίζει την άθλια κατάντια των νησιών . Περιγράφοντας πως Κυκλαδίτες αντιπρόσωποι των κατοίκων παρουσιάστηκαν στον Καπουδάν – Πασά « ξεσχισμένοι , ανεγνώριστοι και ξετραχηλισμένοι » , λέει :
« επήγανε και του πανε τα βάρη δεν μπορούμε
οπού’χουνε καθημερινό και στέκουν να χαθούνε ,
τους Φράγκους από μια μεριά , τους μπέηδες απ’άλλη ,
ώστε να δώσωμε ‘κεινών έρχονται ακόμα κι’ άλλοι
και θέλουσι κι’άλλα σολντιά και πούχουν να τα βρούνε
και τόσα πάθη των Φραγκών να χουνε δεν μπορούνε ,
για ταύτως εις το βασιλειό ήλθανε να τα πούσι ,
ανάπαυσιν αλλούς ποθές να τους ελευθερούσι
να πάνε ταίς γυναίκες των και τα παιδιά να σώσουν
και τα νησιά ν’αφήσουνε και σπίτια να ερημώσουν » .
Εκτός όμως από τα δοσίματα και τους φόρους , η αιχμαλωσία – κακός εφιάλτης – πλανιόταν στα κεφάλια όλων , κι’οι περιπέτειές της ήταν οδυνηρές . Οι Τούρκοι – κυρίως – χρησιμοποιούσαν όσους έπιαναν στα κάτεργα και τους « εξασφάλιζαν » μια ζωή , πικρή γεύση της οποίας μας δίνει το παρακάτω δημοτικό τραγούδι :
« Ερχόμαστ’ απ’ Ανατολή σε μια χρυσή γαλιότα ,
πέντε πασάδες είχαμε ομορφοστολισμένους
κι’είχαμε σκλάβους εκατό στα σίδερα δεμένους ,
στα σίδερα , στις άλυσες και στες βαρειές καδένες .
Ο σκλάβος ανεστέναξεν απ’της καρδιάς τα φύλλα
Δίνει και άλλο στεναγμό κι’εστάθηκ’ η γαλιότα .
Κι’ ο μπέης το κατάλαβε κ’εφώναξ’απ’την πρύμη :
Αν είναι από τους ναύτες μου , ανάθεμά τους όλους
Κι’αν είναι από τους σκλάβους μου , να τον ελευθερώσω .
Σκλάβε πεινάς ; Σκλάβε διψάς ; Σκλάβε μου ρούχα θέλεις ;
Μήτε πεινώ , μήτε διψώ , μήτε και ρούχα θέλω ,
Θυμήθηκα τη μάνα μου , τη δόλια μου γυναίκα ,
Πούμουνα δυο ‘μερών γαμπρός , δώδεκα χρόνους σκλάβος .
Τραγούδησέ μου σκλάβε μου , για να σ’ελευθερώσω .
Πόσες φορές τραγούδησα κ’ελευθεριά δεν είδα .
Μ’αν είναι για τη λευτεριά να ματατραγουδήσω .
Φέρτε μου το λαγούτο μου με τ’ασημένια τέλια ,
Να τραγουδήσω και να πω για της σκλαβιάς τα πάθη .
Δώδεκα χρόνους έκαμα στης Μπαρμπαριάς την άμμο ,
Κι’ εννιά καριές εφύτεψα στης φυλακής την πόρτα ,
Κι’απ’τις εννιά καρπόφαγα κ’ελευθεριά δεν είδα .
Αν έχεις μάνα και παιδιά , πασά , ‘λευθέρωσέ με » .
Τους φόβους και τις δυστυχίες αυτές εκμεταλλεύτηκε – λοιπόν – ο Κάψης κι’ απόσπασε την εμπιστοσύνη – η την ανοχή – των Κυκλαδιτών , οι περισσότερες κοινότητες των οποίων εξαγόραζαν την ησυχία τους .Ο Γιώργος Κούκας – στο περιοδικό « Ιστορία Εικονογραφημένη » , τεύχος 26 – γράφει πως : « ο Κάψης , γνώριζε το Αιγαίο όπως την παλάμη του . Χτυπούσε , με την ίδια μανία , Ενετούς και Τούρκους . Κι’ο Καπουδάν – Πασάς είχε δώσει εντολές στο Οθωμανικό στόλο να προσέχει : « Διάσωσις με τις λιγώτερες απώλειες , αν εμφανισθή ο Κάψης ».
Αλλά και στις στεργιανές « εμφανίσεις » του , ο ανήμερος πολέμαρχος , είχε επιτυχίες .
Σε μια τέτοια , γνώρισε την όμορφη κόρη του άρχοντα της Μήλου Αρμένη και την παντρεύτηκε . Αλλαγμένος , για λίγο , παράτησε τα κύματα και τις συγκινήσεις τους κι’ εγκαταστάθηκε στα κτήματα του πεθερού του , που ήταν τόσο πλούσιος ώστε χάριζε ,
« διά ψυχικόν », « το μοναστηράκι της Παναγίας της λεγόμενης Μισοσπορίτισσας » κι’ είχε δικιά του εκκλησιά , την « Παναγία Αρμένη ».
Το όργωμα της θάλασσας – το ίδιο δυνατά – συνέχισε ο Τρομάρας . Παλικάρι διαλεχτό και του λόγου του , κατάφερνε σοβαρά χτυπήματα , μέχρι που πιάστηκε από Φράγκικο πολεμικό και παραδόθηκε στον Καπουδάν – Πασά , που τον βασάνισε και τον αποκεφάλισε .
Βαρύ το κακό , προσβλητικό , φούντωσε το θυμό του Κάψη . Η εκδίκηση έγινε σύνθημά του . Με τον άλλο αδελφό του , το Νίκο – που τον είχε κοντά του – αρμάτωσαν καλοδουλεμένα καράβια κι’ανοίχτηκαν , πάλι , στα γνώριμα νερά . Το ξαναγύρισμά τους , ήταν πιο βίαιο , τόσο πολύ , που οι Τούρκοι μαζεύτηκαν και δεν τους καταδίωκαν πλέον . Ακόμα είχε και στόχο , τούτη τη φορά . Ο Δ.Πασχάλης – που αντιγράφει τον Σάθα – τον φανερώνει : « Εις τας φλέβας του Κάψη , εκυκλοφόρει , ως φαίνεται , το ευγενές των παλαιών Δωριέων αίμα και μη αρκεσθείς εις το βασίλειον της θαλάσσης ήρχισε να ονειρεύεται την λαμπρότητα του βασιλικού θρόνου εν τη ξηρά ! ». Γι’αυτόν τον σκοπό , ένα σκοτεινό βράδυ άραξε σ’απόμερη , αφύλακτη ακτή της Μήλου και – χωρίς να τον καταλάβη κανένας – έβγαλε στη στεριά εκατοντάδες ένοπλους ναύτες . Το θαμποχάραμα τον βρήκε Κύριο του νησιού ! Ήταν το έτος 1677 .
« Οι κάτοικοι της Μήλου » - γράφει ο Σάθας – « ήταν Έλληνες ως επί το πλείστον , διοικούμενοι υπό τριών επιτρόπων κατ’έτος εκλεγομένων , μόνον εις καδής Τούρκος εστάθμευε και αυτός δε ο βοϊβόντας ήτο ως επί το πλείστον Έλλην , εισπράττων το χαράτζιον , και δυνάμενος να ραβδίζη , ως ο αγάς των γιανιτσάρων . Εν έτει 1700 το από της Μήλου πληρωνόμενον χαράτζιον ανέβαινε εις πέντε χιλιάδας σκούδα , υπολογιζομένων πέντε σκούδων επί εκάστου ατόμου . Ένεκα των πειρατών σπανίως επλησίαζον εκεί Τούρκοι , ο έχων διαφοράν Μήλιος ανεφέρετο πρωτοδίκως εις τους επιτρόπους και τους προεστούς , οίτινες , αν ήθελον , επεκαλούντο και την δικαιοσύνην του καδή , παρευρισκόμενοι και ούτοι και απειλούντες , ότι αν δεν απονείμη δικαιοσύνην θα τον αποπέμψωσι , και ζητήσωσι τον αντικαταστάτην του από του μεγάλου καδή της Χίου .
Ο εναγόμενος , προσήρχετο , και άνευ πολλών διατυπώσεων , προσεκαλείτο να ορκισθή επί του Ευαγγελίου , αν οφείλη η όχι τα ζητούμενα . Άμα ωρκίζετο , έστω και ψευδώς , όπερ σπανιώτατον, έμενε ακαταζήτητος , και ουδείς ηδύνατο να τον τιμωρήση , αν και απεδεικνύετο η ψευδορκία , διότι οι απλοϊκοί εκείνοι χριστιανοί επίστευον , ότι ηδύνατό τις χάριν των επιγείων ν’αρνηθή τον Χριστόν ».
Αυτούς « υπέταξεν » ο Κάψης ! « κατέλυσε » τις αχνές , χαλαρωμένες Τούρκικες αρχές και ανακηρύχτηκε – μόνος του – « Βασιλεύς της Μήλου » ( S’erigea en petit roy de Milo ) κατά τον Γάλλο περιηγητή Τουρνεφόρ .
Στην πρεξικοπηματική αναγόρευσή του , όμως , ήθελε να δώσει λαμπρότητα . Του χρειαζόταν μια στέψη και τούτο αποφάσισε να το κάνη ο ένας απ’τους δυό Επισκόπους του νησιού , ο Λατίνος . Ο Δον Καμίλο , έτσι τον λέγανε , ήταν απ’τους πολλούς ξενοφερμένους φραγκοπαπάδες που είχαν απλωθή στο αρχιπέλαγος . Τύπος τυχοδιωκτικός τον κατηγορούσαν πως κατείχε – άγνωστο πως – πολλά κτήματα στη Σίφνο και πως τοποθετούσε , με το αζημίωτο βέβαια , ανίκανους κληρικούς σε σπουδαίες θέσεις , όπως διόρισε τον δον Γεώργιο Βαφτισμένο – που μόνο τις γυναίκες σκεπτόταν – ιεραπόστολο στην Κίμωλο και , ακόμα , πως – παρά τις επιχειρήσεις του – δημιούργησε αβάσταχτα χρέη που για να τα ξεπληρώσει , έκανε δικά του τα σκεύη και τα άμφια της εκκλησίας του Αγίου Αντωνίου της Πάδουας , που βρισκόταν στη Σίφνο . Τούτος ο Ιεράρχης φόρεσε το στέμμα στον Κάψη .
Ο Γάλλος ιησουίτης μοναχός Σωζέ , που ζούσε την εποχή εκείνη στη Νάξο , περιγράφει έτσι το γεγονός :
< Οι Μήλιοι , φύσει ανδρείοι μη ανεχόμενοι τον Τουρκικόν ζυγόν , και θαυμασταί των κατορθωμάτων του Κάψη , ουδόλως επηρρεασθέντες από το άσημον της καταγωγής του , παραχρήμα τον ανεγνώρισαν ως Βασιλέα , έστεψεν δε αυτόν ως τοιούτον εν τω Μητροπολιτικώ ναώ των Ελλήνων ( την Βυζαντινή Παναγία Πορταίτισσα ) ο λατίνος επίσκοπος δον Αντώνιος Καμίλο , όστις ανήρτησεν από του λαιμού αυτού χρυσήν άλυσιν , του λαού αναφωνήσαντος τρις : Ζήτω ο Κάψης >.
Η επιθυμιτή αναγνώριση , έγινε – πανηγυρικά – απ’όλους , ορθόδοξους και καθολικούς .
Οι Τούρκοι – καιροσκόποι – απλώς , δεν μιλούσαν .
Ο νέος αφέντης , απολυταρχικός , ‘οπως ήξερε απ’τα καράβια , έκανε το αρχοντικό του πεθερού του διοικητήριο και δόθηκε ολόκληρος στην αναδιοργάνωση του < Κράτους > .
Συνετός , ήταν « ανδρείος και μη εστερημένος ουδενός των προς το κυβερνάν προτερήματος και αληθής κυρίαρχος », όπως τον περιγράφει ο Τουρνεφόρ που επισκέφτηκε την Μήλο γύρω στα 1700 και βρήκε ζωντανές και θεριεμένες διηγήσεις για τον Κάψη , που είχε θανατωθεί πριν 20 χρόνια .
Καθαρό μυαλό , χωρίς να θαμπωθεί απ’τις τιμές και τ’αξιώματα , ζήτησε την αγάπη και τον σεβασμό των « υπηκόων » του .
Προνοητικός και καχύποπτος , έφτιαξε αστυνομία , < ενεκατέστησε μόνιμον φρουράν εξ 25 στρατιωτών > , στο σπίτι του και εξήρχετο συνοδευόμενος υπό σωματοφυλακής εκ 50 ανδρών . Ακόμα , < εδίκαζε καθ’ωρισμένας ημέρας , και πάντοτε απένεμε το εις έκαστον ανήκον , δικαίως και αμερολήπτως > .
Με τον δικό του τρόπο , εδραίωσε την τάξη κι’ανέβασε τη Μήλο σε ζηλευτή θέση .
Οι επιτυχίες του – στις οποίες η φαντασία έδινε διαστάσεις « τερατώδεις » - διαδίδονταν , στόμα με στόμα , και κίνησαν τον φθόνο των ντόπιων προυχόντων αλλά και – περισσότερο – τον αργό , ανατολίτικο και ασφαλή μηχανισμό εκδικήσεως των Τούρκων , που έβλεπαν πως στα κοντινά νησιά ( Νάξος , Σίφνος , Μύκονος ) , υπήρχαν ραγιάδες πρόθυμοι ν’ακολουθήσουν το παράδειγμα του Κάψη , ν’ανεξαρτητοποιηθούν .
Στη Μύκονο , μάλιστα , ξεπεράστηκε κάθε όριο , αφού έφτασαν να πιάσουν αιχμαλώτους Τούρκους και να τους πουλήσουν σκλάβους !
Έπρεπε λοιπόν , το ταχύτερο , να ξεκαθαριστούν οι λογαριασμοί , κάτι που δεν ήταν και τόσο εύκολο , μια και την συντριπτική υπεροχή της αρμάδας του Σουλτάνου την εξουδε- τέρωναν η υποστήρηξη του λαού – στον Κάψη – κι’οι γνώσεις του τελευταίου για το Αιγαίο , που το ήξερε βράχο – βράχο .
Ο μόνος τρόπος που απόμενε , ήταν καθαρά ασιατικός : Η πονηριά . Το τέχνασμα που εφαρμόστηκε και τ’αποτελέσματά του , ιστορούνται έτσι απ’ το Γιώργο Κούκα , στο περιοδικό που είπαμε πιο πάνω :
« Μια μικρή μοίρα του Τουρκικού στόλου απέπλευσε από την Πόλη . Έφτασε στην Μήλο και οι τρεις γαλέρες της έδεσαν στο ξακουστό λιμάνι . Με δώρα , υποσχέσεις και μεγάλη , λαμπρή συνοδεία , ο διοικητής της μοίρας βγήκε στην « Πρώτη θάλασσα » όπου τον υποδέχτηκαν ο Βασιλεύς , η Βασίλισσα , η ακολουθία τους και φυσικά η απαραίτητη σωματοφυλακή . Ο διοικητής της Τουρκικής μοίρας διαβεβαίωσε τον Κάψη για την εύνοια που τρέφει ο Σουλτάνος προς τον ίδιο .
Ο Κάψης έδωσε πίστη σε όλα αυτά και δέχτηκε την πρόταση του Τούρκου ναυάρχου , η οποία έγινε δήθεν αφελώς κατά το τέλος της συνομιλίας των δύο ανδρών , να επισκεφθή , αν ήθελε , την ναυαρχίδα για να ανταποδώσει έτσι και αυτός τη φιλοξενία που του επεφύλαξε ο Βασιλεύς . Ο Κάψης τόσο πολύ πίστεψε τον Οθωμανό ναύαρχο , που παρόλες τις αντιρρήσεις των παλληκαριών του αρνήθηκε να πάρει μαζί του σωματοφύλακες , για να μη δώσει λαβή σε υποψίες . Ντυμένος στα επίσημά του και με τη χρυσή αλυσσίδα στο λαιμό , μπήκε σε μια βάρκα και ανοίχτηκε προς τη ναυαρχίδα που ναυλοχούσε σε αρκετή απόσταση. Καθώς ανέβαινε στο τουρκικό καράβι είδε τη Μήλο , αλλά για τελευταία , δυστυχώς , φορά . Πριν προλάβει να αντιληφθεί ότι δεν υπήρχε κανένας να τον υποδεχθεί και να καταλάβει την πλεκτάνη , δεκάδες Οθωμανοί έπεσαν επάνω του και τον αλυσσόδεσαν στη στιγμή . Τον χτυπούσαν και οι αξιωματούχοι , με επικεφαλής τον διοικητή , τον εχλεύαζαν . Σε αυτή την κατάσταση , αλυσσοδεμένο , τον οδήγησαν στα κάτεργα της ναυαρχίδος , με τριπλοσκοπιές γύρω του .
Όταν έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη τον φυλάκισαν στο Επταπύργιο και μετά από λίγες μέρες τον κρέμασαν από ένα δέντρο στην Πύλη του Μπανίου ».Αυτό ήταν – φριχτό κι’ηρωικό – το τέλος του λεβέντη Λιδορικιώτη Βασιλιά , πρώτου και...μοναδικού στην Ιστορία .-..........Κ.-