Πώς το μικρομεσαίο μπουζουξίδικο του 1960 μετατράπηκε στη λαμπερή πίστα του 1970
«Νύχτα, στάσου», έλεγε η Λίτσα Διαμάντη στις αρχές της δεκαετίας του '70. Η νύχτα στάθηκε, οι ώρες μεγάλωσαν και πίσω της ή εντός της χτίστηκε μια μεγάλη βιομηχανία κερδών, μαύρου χρήματος και φορολογικών παραβάσεων τα τελευταία 40 χρόνια.
Ο μετασχηματισμός της νυχτερινής πίστας από το μικρομεσαίο μπουζουξίδικο της δεκαετίας του '60 ήθελε στα πρώτα χρόνια του '70 τις πρώτες μεγάλες πίστες να ξεφυτρώνουν κυρίως στην Παραλιακή, να μετασχηματίζονται με τη σειρά τους στους ναούς ασυδοσίας της δεκαετίας του '80 και την τελευταία εικοσαετία, με άξονα την Ιερά οδό και την Παραλία (αλλά όχι μόνον), οι νέες πίστες να εισάγουν καινά δαιμόνια στη μαζική διασκέδαση παράλληλα με τις αθάνατες συνήθειες του σπασμένου πιάτου, του λουλουδιού και του πρώτου (νοικιασμένου) μαγαζιού.
Το 1981 μεγάλο αστέρι της πίστας έκανε φορολογική δήλωση ότι εισέπραττε από νυχτερινό κέντρο τα ίδια λεφτά με τον αρχιμπουζουξή του, δηλαδή τότε 5.500 δραχμές. Η συμφωνία με τον επιχειρηματία όμως ήθελε να εισπράττει 300.000 δραχμές τη βραδιά, ένα νυχτοκάματο όχι (σίγουρα) του τρόμου.
Καθώς η δεκαετία του ζιβάγκο, των σουξέ «Νταλίκες» και «Ιστορία μου, αμαρτία μου» προχωρούσε, η νύχτα γιγαντωνόταν και μαζί τα μεροκάματα και οι συμφωνίες. Ετσι, ο τραγουδιστής έφτασε να παίρνει 1 εκατομμύριο δραχμές νυχτοκάματο και ο μπουζουξής του (που τότε ακόμη είχε πρωτεύοντα ρόλο στην ορχήστρα) 10.000 δραχμές.
Τώρα το εκάστοτε αστέρι πίστας άρχισε να εξελίσσεται σε «μηχανή χρήματος», σε παράγοντα της νύχτας και στην αυλή του να ανθούν μια σειρά από νέα επαγγέλματα (όπως στυλίστας, υπεύθυνος δημοσίων σχέσεων, ατζέντης, παρκαδόρος, υπεύθυνος γκαρνταρόμπας, μάνατζερ), πίσω - τυπικά - από την κάλυψη ενός μπλοκ παροχής υπηρεσιών και με πολλές προφορικές συμφωνίες για χρήματα κάτω από το τραπέζι, τα οποία δεν αποτυπώνονται σε φορολογικές δηλώσεις.
Μεγάλος τραγουδιστής της δεκαετίας του '80 έκανε απόβαση στην εκάστοτε μεγάλη πίστα όπου θα εργαζόταν για τη σεζόν και μια σειρά έμμισθοι πραιτοριανοί τον ακολουθούσαν. Ο ίδιος ο τραγουδιστής πια είχε μετεξελιχθεί σε μια επιχείρηση που λειτουργεί εντός μιας μεγαλύτερης επιχείρησης (του κέντρου). Ετσι, η απόβαση του αστέρα συνεπαγόταν την επιβολή δικού του πορτιέρη (που θα τσέκαρε την είσοδο των πελατών), καθώς και ποσοστό από τα λουλούδια και την γκαρνταρόμπα (σημειωτέον ότι η γκαρνταρόμπα και τα επόμενα χρόνια, ακόμη και σε μπαρ του Κολωνακίου, είχε τη δική της οικονομική αυτοτέλεια - νοικιαζόταν ξεχωριστά κάθε φορά).
Σταρ των δεκαετιών του '80 και του '90 διατηρούσε δική του «επιχείρηση» λουλουδιών, η οποία με τη σειρά της είχε τη δική της διαβάθμιση: λουλούδια από θερμοκήπιο για τους καλύτερους πελάτες και λουλούδια από στέφανα κηδειών για τους υπολοίπους.
Ο τραγουδιστής - φίρμα επίσης είχε τη δική του ορχήστρα, κανόνιζε τα χρήματα κάθε μουσικού ενώ, με εξαιρέσεις, τη διαπραγμάτευση εκ μέρους του αστέρα έκανε κάποιος «αυλικός» (πολλές φορές και δικηγόρος).
Ακόμη και η επιστασία του πάρκινγκ περνούσε στον τραγουδιστή• τουλάχιστον ένας εκ του team των παρκαδόρων ήταν άνθρωπός του και σε συνεννόηση με τον μετρ έδινε εικόνα στη φίρμα για την κοινωνική και ταξική γεωγραφία των άρτι αφιχθέντων αυτοκινήτων και των επιβατών τους.
Ο παράγοντας-«τραγουδιστής» γιγαντώθηκε έως το 2000 και διανθίστηκε αργότερα με τους «αστέρες» των τάλεντ σόου, οι οποίοι έβαλαν στο παιχνίδι του μαύρου αδήλωτου και αφορολόγητου (φυσικά) χρήματος και τις εμφανίσεις τους εκτός πίστας: σε μπαρ, όπου πληρώνονταν 500-1.200 ευρώ για να κάνουν «ρεκλάμα», ως ντιτζέι σε μπαρ και εστιατόρια, ή ως μέλη κριτικών επιτροπών σε απίστευτους διαγωνισμούς ανά την ελληνική επικράτεια.
Παράλληλα, τα νυχτοκάματα ογκώθηκαν ενώ πολλοί αστέρες δημιούργησαν εταιρείες (ομόρρυθμες, περιορισμένης ευθύνης, ανώνυμες ή και υπεράκτιες, με ιδιαίτερη προτίμηση στην Κύπρο, και με φορολογία και κάτω του 25%, έως και στο 8% για τις γιγαντωμένες εισπράξεις τους) στις οποίες περνούσαν τα έσοδα και τα έξοδα. Και βέβαια δεν είχαν κανέναν λόγο να περάσουν τα ποσά που άλλαζαν χέρια κάτω από το τραπέζι και δεν αποτυπώνονταν σε φορολογικές ή άλλες δηλώσεις και ισολογισμούς.
«Τώρα πλέον είναι πιο αναγκαίος ο διαχωρισμός της ήρας από το στάρι», σημειώνει με νόημα τραγουδιστής πίστας με θητεία άνω των 40 χρόνων, αφού διασαφηνίζει ότι το σταρ σίστεμ και το «σουξέ», ή αλλιώς η μηχανή που έχει δημιουργηθεί με άξονα αυτά, δεν πρέπει να γενικεύεται για τον κλάδο των περίπου 2.000 επαγγελματιών τραγουδιστών της Ελλάδας, ο οποίος έτσι κι αλλιώς σήμερα καταγράφει 40% ανεργία ενώ επιβαρύνεται και με διπλή μορφή φορολογίας.
Οι επαγγελματίες τραγουδιστές απέναντι στη ΔΟΥ τον χειμώνα λογίζονται ως μισθωτοί (με ΙΚΑ) και ως ελεύθεροι επαγγελματίες με μπλοκ αποδείξεων παροχής υπηρεσιών και το καλοκαίρι έχουν ως εργοδότες κυρίως δήμους ανά την Ελλάδα. Σημειωτέον ότι πολλοί δήμοι δεν αποδίδουν ένσημα ενώ το όλο σύστημα ευνοεί συγκεκριμένους καλλιτέχνες, οι οποίοι συστήνουν εταιρείες και κρύβουν υπέρογκα ποσά.
Μακριά από τον γολγοθά των μικρών τραγουδιστών, εμπορικός σταρ έφτανε με άγραφη συμφωνία κυρίων να εισπράττει 25.000 ευρώ τη βραδιά από «ναό της διασκέδασης» ενώ ο ίδιος ρύθμιζε το μπάτζετ της ορχήστρας του και ο μπουζουξής του έπαιρνε 1.000 ευρώ τη βραδιά (επίσης δεν δηλώνονταν στο σύνολό τους στη δική του φορολογική δήλωση, αλλά μόνον ένα ελάχιστο ποσόν).
Για να γίνει πιο κατανοητό το τοπίο της ασυδοσίας και του μαύρου χρήματος, φανταστείτε ένα μαγαζί χωρητικότητας 2.000 ατόμων με ελάχιστη κατανάλωση 20 ευρώ και 200-500 πελάτες, οι οποίοι κάνουν «ζημιά» με γαρίφαλα, υπερκατανάλωση αλκοόλ και φαγητό. Τέτοιο μαγαζί μπορεί να έχει τζίρο σε μία βραδιά περί τις 600.000 ευρώ, ήτοι γύρω στα 36 εκατ. ευρώ για μία σεζόν με 60 νυχτοκάματα. Ποσόν που, όπως προκύπτει, κανένας ελεγκτικός μηχανισμός δεν έχει καταγράψει έως τώρα. Γνωρίζοντες τη νύχτα ερμηνεύουν το «κενό καταγραφής» με το γεγονός ότι στελέχη ελεγκτικών υπηρεσιών έχουν εμφανισθεί σε πρώτα τραπέζια πίστα να τραγουδούν μεγαλοφώνως πλάι σε συλλόγους, σχολεία και εργασιακές συντεχνίες που διασκέδαζαν με κουπόνια το άσμα «Νύχτα, στάσου»!
tanea.gr