skip to main |
skip to sidebar
Τέχνη
Τ
η δεκαετία του ’60, η Αθήνα της αντιπαροχής παραδίδεται στο τσιμέντο και
την αισθητική των εργολάβων.
Εκεί κάτω από την Ακρόπολη, στην ατμοσφαιρική Πλάκα, οι καλλιτέχνες του
Νέου Κύματος και η νεολαία της εποχής δημιουργούν τα δικά τους στέκια για να
εκφράσουν τα αδιέξοδα και τις αναζητήσεις τους. Οι μπουάτ έγιναν οι «μουσικές
συναγωγές», όπου οι μικρές παρέες έγραψαν τη δική τους ιστορία.
Οι μπουάτ έκαναν δειλά την εμφάνισή τους στην Πλάκα, τη
δεκαετία του ΄60. Ήταν η εποχή που το αστικό τοπίο μεγάλωνε με ραγδαίους ρυθμούς
και οι μονοκατοικίες έδιναν τη θέση τους στις πολυκατοικίες και τα διαμερίσματα.
Εκεί όπου απλωνόταν η τσιμεντένια πόλη δεν χωρούσαν πια τα καλλιτεχνικά δρώμενα.
Οι νέοι αναζητούσαν νέα στέκια, όπου θα μπορούσαν να διασκεδάσουν και να
εκφραστούν.
Σε εκείνη τη χωροχρονική συγκυρία, την απάντηση έδωσαν οι μπουάτ,
οι μουσικές σκηνές της εποχής, που με την απλότητά τους άφησαν το δικό τους
ανεξίτηλο στίγμα …. Πώς ήταν αυτά τα μουσικά στέκια; Πώς πήραν το όνομά τους και
ποιοι καλλιτέχνες συνέδεσαν την καριέρα τους με την «Απανεμιά», την «Αυλαία», το
«Δώμα», την «Κατακόμβη» και την «Κιβωτό»;
Στις μπουάτ ίσχυε η αρχή «όλοι οι καλοί χωράνε»…
Η συγκεκριμένη λέξη βγαίνει από τη γαλλική «boîte», που σημαίνει κουτί.
Ονομάστηκαν έτσι, λοιπόν, επειδή ο χώρος που λειτουργούσαν ήταν μικρός και
συμμαζεμένος. Μπουάτ, φυσικά, σήμαινε Πλάκα! Έλεγαν μάλιστα ότι επειδή ο
Παρθενώνας ισοδυναμεί με κάτι λαμπερό και φωτεινό… οι μπουάτ βρέθηκαν κάτω από
το φως του για να πάρουν από τη λάμψη του! Στην πραγματικότητα το θέμα ήταν
καθαρά πρακτικό. Στην Πλάκα τη δεκαετία του 60 είχαν πέσει οι αξίες των παλιών
κτισμάτων, και δεν μπορούσαν να γίνουν πολυκατοικίες λόγω της Ακρόπολης και της
σχετικής απαγόρευσης.
Ο κόσμος έφευγε από τις μονοκατοικίες – ας θυμηθούμε και παλιές ελληνικές
ταινίες που είχαν τέτοιο θέμα – και μετανάστευε μαζικά στις νεόδμητες
πολυκατοικίες. Τα φτηνά ενοίκια στις μονοκατοικίες της περιοχής της Πλάκας,
έδωσαν το πράσινο φως σε επιχειρήσεις διασκέδασης χαμηλού κόστους. Αυτό ήταν οι
Μπουάτ, μικροί χώροι που στέγασαν τα όνειρα του «Νέο Κύματος», όπως ονομάστηκε
το ρεύμα του ελληνικού τραγουδιού που αναπτύχθηκε λίγο πριν από τα μέσα της
δεκαετίας του 1960 και αποτελούσε μια προσπάθεια ανανέωσης του ελαφρού
τραγουδιού.
Έτσι στα άδεια ψηλοτάβανα σπίτια ξεφύτρωσαν μικρές μουσικές επιχειρήσεις
χαμηλού κόστους, με πελάτες κυρίως φοιτητές και παρέες νέων, από 16 έως 30 ετών.
Όπως μας λένε θαμώνες που πέρασαν τα λεγόμενα «καλύτερά τους χρόνια» στις
μπουάτ, ήταν μέρη με αυθεντική ατμόσφαιρα, που ακούγονταν συνήθως δυο κιθάρες,
ένα ακορντεόν, το πιάνο και ο ερμηνευτής. Μαζί τους τραγουδούσαν και όλα τα
άτομα που βρίσκονταν στην μπουάτ. Τσιγάρο, ένα βερμούτ -αν η τσέπη δεν σήκωσε
δεύτερο- και τραγούδια με νόημα. Πολλοί θαμώνες κάθονταν εμμονικά κοντά στην
πόρτα, μήπως προλάβουν το «ντου» της αστυνομίας και γλιτώσουν την ανάκριση.
Ο τραγουδιστής ήταν σχεδόν μπλεγμένος με το κοινό. «Μια φορά θυμάμαι μ’
αγαπούσες τώρα σιωπή» τραγουδούσε η Αρλέτα – και ο κόσμος χειροκροτούσε με τα…
δάκτυλα για να μην ενοχλούνται οι γείτονες, που στη δύσκολη, όταν έχαναν τον
ύπνο τους … πετούσαν ζαρζαβατικά.
«Απάγκιο κι απανέμι» στην «Απανεμιά» – Τραχανάς στη «Ρουλότα» και στο
«Στέκι» του Πουλόπουλου
Τα ονόματα των μπουάτ παραπέμπουν σε κάτι πολύ οικείο ή σε ένα χώρο ζεστό,
όπως: Αυλαία, Δώμα, Κατακόμβη, Κιβωτός, Λημέρι, Λυχνάρι, Σοφίτα, Στοά, Συμπόσιο,
Στέκι του Γιάννη, Σχολείο, Τετράδιο, Τζαζ, Χρυσό Κλειδί, Ζώδιο.
Το 1961 ανοίγει ο «Τιπούκειτος» σε ένα υπόγειο της οδού Νικοδήμου, ως
καλλιτεχνικό καφενείο. Εκεί τραγουδούσαν με τις κιθάρες τους δυο άγνωστοι
νεαροί: Ο Λάκης Παππάς πρώτα, και κατόπιν ο Κώστας Χατζής. Άλλες μπουάτ της
εποχής το «Στέκι του Γιάννη» (Πουλόπουλος) που σέρβιρε τραχανά, η «Κιβωτός» του
Μίνου Αργυράκη (μετέπειτα Νεφέλες) όπου πρωτοτραγούδησε η Αρλέτα, οι «Εσπερίδες»
του Γιάννη Αργύρη, η «Ρουλότα» (Χατζής, Σαββόπουλος, Χωματά), το «Συμπόσιο», η
«Καρυάτις», η «Απανεμιά», το «Τετράδιο», η «Αυλαία», ο «Σκορπιός».
Η «Απανεμιά» εξακολουθεί να αποτελεί μια από τις σημαντικότερες μπουάτ από
το 1964 έως πρόσφατα. Επίσης, το Ζουμ, η πάλαι ποτέ μπουάτ που λειτούργησε 40
χρόνια.
Ο Δήμος Μούτσης περιέγραφε σε ένα κείμενό του την πρώτη μουσική καινοτομία
που έζησε ο χώρος της Κυδαθηναίων: «Όταν πρωτοεμφανίστηκα στο τραγούδι, ήταν
ακόμα η ωραία εποχή των μπουάτ. Το 1969, μαζί με τη Γαλάνη και τον Μητσιά,
κάναμε την πρώτη μεγάλη αλλαγή: μέχρι τότε οι μπουάτ λειτουργούσαν με μια κιθάρα
κι ένα πιάνο. Εμείς στο «Zoom» εγκαταστήσαμε μια στέρεη ορχήστρα, που έπαιζε
τόσο καλά ώστε κάποιος περαστικός νόμιζε ότι άκουγε δίσκο. Ο Καρνέζης έπαιζε
μπουζούκι, ο Βαρδής κιθάρα, ο Γκοβόστης ντραμς κ.ά.». Αμέσως μετά ακολούθησαν τα
πλακιώτικα μπαράκια μέχρι τα τέλη της 10ετίας του ’70 που εκδιώχθηκαν από εκεί
τα κέντρα για να σκορπίσουν στο υπόλοιπο κέντρο της πόλης.
Ο αεικίνητος Διονύσης Σαββόπουλος μιλάει για τις μπουάτ
Στη «Στοά». 1964-65. Στην οδό Ξάνθου, στο Κολωνάκι. Με τη Μαρία Φαραντούρη
και το Μάνο Λοΐζο. Απίστευτο πρόγραμμα. Το θυμάμαι και δεν το πιστεύω. Στη
«Ρουλότα». 65-66. Οδός Βουλής. Πλάκα. Με την Καίτη Χωματά και τον Θάνο
Μικρούτσικο ως πιανίστα. Έπρεπε να τα καταφέρεις με το τίποτα. Με μία κιθάρα,
άντε κι ένα πιάνο. Οι θαμώνες κάθονταν μισό μέτρο απ’ τον τραγουδιστή και οι
τελευταίοι το πολύ στα πέντε-έξι μέτρα. Έπρεπε να ‘σαι απλός και άμεσος και
έτοιμος να αυτοσχεδιάσεις. Άμα βρεις το κοινό στοιχείο που ενώνει εκατό
ανθρώπους, μετά μπορείς να απευθυνθείς και σε εκατό χιλιάδες ανθρώπους. Αυτό μου
‘μαθε η μπουάτ. Να ψάχνεις το κοινό στοιχείο.
Ήταν η εποχή της ελπίδας διεθνώς. Εδώ στην Ελλάδα το φοιτητικό κίνημα
1-1-4 ήταν αυτονομημένο και ακηδεμόνευτο από το κόμματα. Μιλούσαμε εμείς και
αυτοί άκουγαν. Η νεολαία χρειαζόταν τα τραγούδια της.
«Υπήρχαν βέβαια ποπ γκρουπάκια αλλά η τέχνη τους δεν ξεπερνούσε τα στενά
όρια της χορευτικής μόδας. Λίγο πολύ μαϊμουδίζανε τους ξένους, ενώ η νεολαία
ήθελε κάτι που να τις επιτρέψει να αισθανθεί μοντέρνα, χωρίς να χάσει την ψυχή
της. Αυτό έψαχνε να βρει στις μπουάτ. Υπήρχε βέβαια ο Χατζιδάκις κι εκείνη την
περίοδο κυρίως ο Θεοδωράκης. Η μουσική τους προϋπέθετε μεγάλους ποιητές,
μεγάλους ερμηνευτές και μεγάλους δεξιοτέχνες στο μπουζούκι. Εμείς στις μπουάτ
παίζαμε πολύ Θεοδωράκη. Και Χατζιδάκι. Αλλά μ’ έναν απλό και κάπως ερασιτεχνικό
τρόπο που χαρακτηρίζει όλο το ρεπερτόριο των μπουατ. Το ήθελε η νεολαία αυτό,
ήταν και η δικιά μας ανάγκη αυτή η απλότητα και η αμεσότητα.»
«Να μην πετάξουμε τον πυρήνα, την ουσία αυτής της αισθητικής. Σήμερα άμα
έχεις να πεις κάτι δεν το απευθύνεις στον κόσμο, διότι ο κόσμος έχει γίνει ένας
πολτός λόγω της τηλεόρασης. Άμα έχεις να πεις κάτι το απευθύνεις σε στέκια,
παρέες, ομάδες, που υπάρχουν παντού στην πόλη η στο διαδίκτυο. Υπάρχουν αρκετά
μέρη όπου δυο τρεις μουσικοί παίζουν τα τραγούδια τους, παίζουν τζαζ,
αυτοσχεδιάζουν και τα λοιπά. Το Gazarte που έπαιζα πρόπερσι με το Λάντσια και
τον Κιουρτσόγλου δεν ήτανε σαν μπουάτ διακτινισμένη στο σήμερα; Υπάρχουν πια
αρκετοί χώροι που λειτουργούν σαν κυψέλες συγκίνησης, σαν παλιές μπουάτ. Χωρίς
πανηγυρική ατμόσφαιρα έστω, αλλά πιο εσωτερικά, πιο ουσιαστικά.»
Ο Μανώλης Ρασούλης περιγράφει με αυτή τη φράση τις μπουάτ της δεκαετίας
του 1960 στο βιβλίο του «Εδώ είναι του Ρασούλη»: «Ήταν οι δικοί μας χώροι.
Καθόμασταν δίπλα-δίπλα κι όλοι μαζί μέσα σε μια κοινή μοίρα και πρεμούρα να
επικοινωνήσουμε, να πλατσουρίσουμε σαν νήπια στο συλλογικό μας ασυνείδητο και σε
μια νέα εθνική συνειδητότητα».
Η «Φωνή των μπουάτ», ο Λάκης Παππάς, που έχει φύγει από τη ζωή, έλεγε για
την εμπειρία των μπουάτ: «Τελικά, είναι ένας τρόπος ζωής». Μιας ζωής η οποία
συνδέθηκε με πολλά ωραία και αγαπημένα τραγούδια, ξεκινώντας από τον «Κυρ
Μιχάλη» και το «Αχ, μανούλα μου», τα οποία πρωτοερμήνευσε στην παράσταση «Οδός
ονείρου» του 1962, έναν ακόμα υπέροχο Χατζιδάκι σε στίχους Νίκου Γκάτσου, τον
«Ματωμένο γάμο», το «Παραμύθι χωρίς όνομα», σε στίχους Καμπανέλλη, και όλη την
προσπάθεια ανανέωσης του ελληνικού τραγουδιού που ονομάστηκε «Νέο κύμα».
Ο θρυλικός «πατριάρχης των μπουάτ» και «πατέρας» των θρυλικών Εσπερίδων
της Πλάκας, Γιάννης Αργύρης, που έφυγε από τη ζωή την εκπνοή του 2015, είχε
διασκεδάσει τον Αριστοτέλη Ωνάση αλλά και τον Όρσον Γουέλς, θαμώνες του θρυλικού
υπογείου της Πλάκας.
Στην μπουάτ «Θεμέλιο» εμφανιζόταν ο Γιώργος Νταλάρας με την Χαρούλα
Αλεξίου, την Άννα Βίσση, και τον Αντώνη Βαρδή. Ο Νταλάρας είχε κάνει εμφανίσεις
για τέσσερις σεζόν στην μπουάτ «Διαγώνιος» και το 1976 έκανε εμφανίσεις με τον
Βασίλη Παπακωνσταντίνου και την Άννα Βίσση και το 1976-1977 με την Χαρούλα
Αλεξίου, την Άννα Βίσση, την Λιζέττα Νικολάου και τον Χ.Γαργανουράκη.
Νέο Κύμα – βρήκαν στις μπουάτ τον χώρο να δημιουργήσουν αθάνατη
μουσική
Ο όρος «Νέο Κύμα» είναι μετάφραση του ομώνυμου κινηματογραφικού κινήματος
nouvelle vague, που επικράτησε στη Γαλλία κατά τη δεκαετία του 1950 και
μεταφέρθηκε στην ελληνική μουσική από τον Γιάννη Σπανό.
Περισσότερο ο όρος αυτός χρησιμοποιήθηκε ως διαφημιστικό σλόγκαν από την
εταιρεία δίσκων Lyra, ιδέα του ευφυέστατου και ικανότατου παραγωγού της,
Αλεξανδρινού επιχειρηματία, Αλέκου Πατσιφά.
Ο Πατσιφάς ήθελε να φτιάξει ένα τραγούδι «χειροποίητο», σαν ένα βελτιωμένο
ελαφρό τραγούδι με μικρές ορχήστρες, καινούργιους νέους τραγουδιστές, με
προσεγμένους στίχους. Ήθελε να χωρέσει κάπου ανάμεσα στα δισκογραφικά θηρία της
εποχής COLUMBIA και ODEON με σύμμαχο τον Γιώργο Παπαστεφάνου, που είχε μεγάλη
γνώση και πείρα στο τραγούδι, ο οποίος του σύστησε τον Γιάννη Σπανό.
Ο Σπανός μόλις είχε έρθει από τη Γαλλία, όπου είχε κάνει μία σημαντική
καριέρα γράφοντας τραγούδια για τους: Ζυλιέτ Γκρεκό, Ρισάρ Αντονί, Μπριτζίτ
Μπαρντώ, Μαρί Λαφορέ και άλλους αξιόλογους Παριζιάνους καλλιτέχνες, που εκτός
από τη δισκογραφία δημιουργούσαν μαγικές βραδιές στα μικρά πιάνο μπαρ της
δυτικής όχθης του Σηκουάνα.
και ευαισθησία, ενώ περιείχε αρκετά στοιχεία δανεισμένα από τη μπαλάντα.
Αργότερα προστέθηκαν στοιχεία λαϊκού ήχου και παραδοσιακές προσμίξεις.
Βασίστηκε στην ευαισθησία διακεκριμένων συνθετών της εποχής (κυρίως του
Μάνου Χατζιδάκι), γρήγορα όμως απέκτησε τη δική του αυθυπαρξία. Οι στίχοι στα
τραγούδια του νέου κύματος έχουν περιεχόμενο ερωτικό, κοινωνικό και
πολιτικό.
Βασικότεροι εκπρόσωποι του Νέου Κύματος ήταν οι Γιάννης Σπανός (συνθέτης),
Λάκης Παππάς (συνθέτης – τραγουδιστής), Γιώργος Ζωγράφος (τραγουδιστής), Αρλέτα
(στιχουργός, συνθέτης – τραγουδίστρια), Νότης Μαυρουδής (συνθέτης), Λίνος
Κόκοτος, Νίκος Καλλίτσης, Καίτη Χωματά (τραγουδίστρια), Γιάννης Πουλόπουλος,
Μιχάλης Βιολάρης, Ρένα Κουμιώτη, Κώστας Χατζής, Διονύσης Σαββόπουλος, Θανάσης
Γκαϊφύλλιας (συνθέτης – στιχουργός – τραγουδιστής).
«Θα διώξω τα σύννεφα» και «Μια αγάπη για το καλοκαίρι»
Γνωστοί συνθέτες και ποιητές δίνουν στίχους στο «Νέο Κύμα των Μπουάτ, όπως
ο Άκης Δασκαλόπουλος, ο Κώστας Γεωργουσόπουλος ο Δημήτρης Σωτηρόπουλος, ο Κώστας
Κωτούλας. Κάποιο μουσικοί όπως ο Κηλαηδόνης, ο Πάριος, ο Παπακωνσταντίνου, ο
Σαββόπουλος, ο Σιδηρόπουλος ξεκίνησαν από τις μπουάτ. Ακόμη και ο Αττίκ, ένας
από τους μεγάλους Έλληνες πρωτοπόρους στη μουσική, ξεκίνησε από ένα είδος
μπουάτ, τη Μάντρα.
Μπουάτ: Εκεί που οι μικρές παρέες έγραψαν ιστορία
Το
«Νέο Κύμα» έδωσε την ευκαιρία σε νέα ονόματα, που δεν είχαν πρόσβαση στις
μεγάλες εταιρίες, να ακουστούν και να αναδειχθούν. Μέσα από εκείνη την μουσική
κοσμογονία του νέου αυτού μουσικού ρεύματος, αναδείχθηκαν ονόματα που
απασχόλησαν τη δισκογραφία για πάρα πολλά χρόνια μετά: Λάκης Παππάς, Καίτη
Χωματά, Γιώργος Ζωγράφος, Αρλέτα, Νότης Μαυρουδής, Γιάννης Πουλόπουλος, Μιχάλης
Βιολάρης, Ρένα Κουμιώτη, Κώστας Χατζής και πολλοί άλλοι.
Μπουάτ: Εκεί που οι
μικρές παρέες έγραψαν ιστορία
Τραγούδια όπως το «Θα διώξω τα σύννεφα» και
«Μια αγάπη για το καλοκαίρι», γεμάτα νιάτα και φρεσκάδα, με τη φωνή της πρόωρα
χαμένης Καίτης Χωματά, και το «Μια φορά θυμάμαι μ’ αγαπούσες» με την Αρλέτα,
έχουν μείνει επίκαιρα μέχρι σήμερα
Το Νέο Κύμα σαν μουσική τάση κράτησε λιγότερο από μία δεκαετία και μετά
εξασθένησε, γιατί οι ανάγκες και ανησυχίες των νέων της εποχής απαιτούσαν κάτι
πιο αγωνιστικό και πολιτικό!
Μπουάτ: Εκεί που οι μικρές παρέες έγραψαν
ιστορία
Τις νέες πνευματικές ανησυχίες κάλυψαν με τη μουσική τους τα θηρία
της εποχής: Θεοδωράκης, Χατζιδάκις, Ξαρχάκος, και λίγο αργότερα Μαρκόπουλος,
Μούτσης, Κουγιουμτζής, Λοΐζος, οι οποίοι μαζί με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο, τον
Γκάτσο, τον Ελευθερίου, τον Δασκαλόπουλο, τον Μύρη και άλλους, δημιούργησαν ένα
νέο πεδίο μάχης για τις κοινωνικο-πολιτικές απαιτήσεις της εποχής.
Πηγή
http://kirakatina.gr
Πίσω στα
παλιά
Η ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΜΕΘΟΥΣΕ - ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΜΠΟΥΑΤ
του
Σπύρου Αραβανή και του
Ηρακλή Οικονόμου
(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΔΙΦΩΝΟ)
Μισόν αιώνα μετά την εμφάνισή τους, το μουσικό ύφος και ήθος των μπουάτ
φαίνεται να επιστρέφει. Η μουσική παράσταση «Από την Πλάκα στο Γκάζι» στη σκηνή
της Ωδήςιας, με τη συμμετοχή ορισμένων εκ των πρωτεργατών του Νέου Κύματος
προσέλκυσε πρόσφατα νοσταλγούς κάθε ηλικίας. Οι δίσκοι με τους «νεοκυματικούς»
τραγουδιστές έρχονται ξανά στο προσκήνιο και το κοινό τους αγκαλιάζει. Οι μικρές
μουσικές σκηνές, που αναζητούν τον πυρήνα του τραγουδιού, όπως αυτός
παρουσιαζόταν στις θρυλικές μπουάτ της δεκαετίας του ’60 και του ’70 ολοένα και
αυξάνονται. Μόδα ή ανάγκη; Αναζήτηση χαμένης εμπορικής φλέβας χρυσού ή χαμένης
αθωότητας; Το «boîte» ή ««κουτί», στα ελληνικά, κρύβει πιθανόν πολλές
εκπλήξεις ακόμα. Ας το ανοίξουμε…
Ο μικρός χώρος με ένα πιάνο, μια κιθάρα και μια φωνή πάνω στη λιλιπούτεια
σκηνή, τοποθετημένη σε απόσταση αναπνοής από τους θαμώνες, χρωστά την έμπνευσή
του στον Γιώργο Μπουκουβάλα, ο οποίος το 1960 άνοιξε τον «Τιπούκειτο», στην οδό
Νικοδήμου στην Πλάκα. Εκεί, όπου τα νοίκια ήταν φθηνά, οι πολυκατοικίες
αποκλεισμένες δια νόμου και οι άνθρωποι του μόχθου. Οι νεαροί Λάκης Παππάς και
Κώστας Χατζής εμφανίζονται διαδοχικά εκεί και ο κόσμος αρχίζει να συγκεντρώνεται
για να ακούσει τα τραγούδια «γυμνά». Δύο χρόνια μετά, ο χώρος κλείνει, και ο
ιδιοκτήτης του ανοίγει το «Συμπόσιο». Όπως περιγράφει και ο Διονύσης
Σαββόπουλος στο cd «Καταγραφές» του περιοδικού Ήχος & Hi-Fi: «Πιο
υποφωτισμένο μαγαζί δεν είχε ξαναδεί η Αθήνα· ο κόσμος καθόταν κάτω στο δάπεδο,
πάνω σε αρχαίες μαξιλάρες πίνοντας κρασί μέσα από χάλκινα ποτήρια και άκουγε τα
καινούργια τραγούδια». Μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα οι μπουάτ αρχίζουν να
ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια στην περιοχή. «Απανεμιά», «Αυλαία», «Δώμα»,
«Εσπερίδες», «Ερωτόκριτος», «Ζώδια», «Καρυάτις», «Κατακόμβη», «Κιβωτός»,
«Λεωνίδας», «Λήθη», «Λημέρι», «Λυχνάρι», «Νεφέλες», «Ρουλότα», «Σκορπιός»,
«Σούσουρο», «Σοφίτα», «Στοά», «Συμπόσιο», «Στέκι του Γιάννη», «Σχολείο»,
«Ταβάνια», «Τετράδιο», «Τζάκι», «Χάντρες», «Χρυσό Κλειδί», ατελείωτος ο
κατάλογος. Οι περισσότερες συγκεντρωμένες στην Πλάκα, επί των οδών Μνησικλέους
και Θόλου. Και εκτός Αθηνών, στη Μύκονο, στη Θεσσαλονίκη, στην Πάτρα, στην Ύδρα,
από τις αρχές του ’60, οι χώροι ανοίγουν ο ένας μετά τον άλλον.
Ενδεικτικό της αποδοχής των μπουάτ ήταν οι μέχρι και τρεις παραστάσεις που
περιελάμβανε το πρόγραμμα: 8-10, 10-12, 12-2 μετά τα μεσάνυχτα. Κύριο
χαρακτηριστικό τους, η άμεση επικοινωνία ανάμεσα στον καλλιτέχνη και στο κοινό.
Η Μαρίζα Κωχ επιχειρεί έναν ορισμό αυτών των χώρων: «Η μπουάτ για μένα ορίζει
μια εποχή που έχει μικρά καρεκλάκια και μεγάλο στριμωξίδι. Ένας προβολέας
αυτοκινήτου πάνω στη σκηνή, καμία ωραιοποίηση, γυμνή αλήθεια. Οι μπουάτ υπήρξαν
η γυμνή αλήθεια της μουσικής μας». Ο Σαββόπουλος, ο οποίος ανδρώθηκε μουσικά
στις μπουάτ, μας επισημαίνει: «Έπρεπε να τα καταφέρεις με το τίποτα. Με μία
κιθάρα, άντε κι ένα πιάνο. Οι θαμώνες κάθονταν μισό μέτρο απ’ τον
τραγουδιστή και οι τελευταίοι το πολύ στα πέντε-έξι μέτρα. Έπρεπε να ‘σαι απλός
και άμεσος και έτοιμος να αυτοσχεδιάσεις». Και αναπολώντας συνεχίζει:
«Στη «Στοά». 1964-65. Στην οδό Ξάνθου, στο Κολωνάκι. Με τη Μαρία Φαραντούρη
και το Μάνο Λοΐζο. Απίστευτο πρόγραμμα. Το θυμάμαι και δεν το πιστεύω. Στη
«Ρουλότα» ’65-’66. Οδός Βουλής. Πλάκα. Με την Καίτη Χωματά και τον Θάνο
Μικρούτσικο ως πιανίστα». Ο Θανάσης Γκαϊφύλλιας, παιδί και αυτός των ίδιων
χώρων καταθέτει τη δική του αναφορά στην ιστοσελίδα MusicHeaven: «Τον Ιούνιο
του 1968 κατέβηκα για πρώτη φορά στην Αθήνα και ο Πατσιφάς φρόντισε να με βάλει
δίπλα στο Γιώργο Ζωγράφο κι αυτός ανέλαβε να με συστήσει στο εξαιρετικό κοινό
που γέμιζε κάθε βράδυ την αυλή της μπουάτ "11" που βρισκόταν στο νούμερο 11 της
Κυδαθηναίων. Τραγουδούσα μπροστά στην αφρόκρεμα του πνεύματος και έκανα
γνωριμίες με σπουδαίους ανθρώπους. Για μένα ήταν η αυλή του παραδείσου. Δεν
έβλεπα την ώρα πότε θα βραδιάσει για να ξαναζήσω τη μαγεία».
Το 1964 η μουσική που ακουγόταν στις μπουάτ απέκτησε και όνομα: «Νέο
Κύμα». Νονός ο Αλέκος Πατσιφάς και η νεοσύστατη δισκογραφική εταιρεία Λύρα. «Νέο
Κύμα» κατά το γαλλικό «nouvel vague». Οι μουσικοί του είτε μόλις είχαν
αποφοιτήσει από το σχολείο (Καίτη Χωματά, Πόπη Αστεριάδη) είτε ήταν φοιτητές (η
Αρλέτα και ο Νίκος Χουλιαράς σπούδαζαν στη Σχολή Καλών Τεχνών, ο Γιώργος
Κοντογιώργος σπούδαζε ιατρική και ο Μιχάλης Βιολάρης ήταν φοιτητής φιλολογίας).
Εξέχουσα μορφή τους και ο πρόσφατα εκλιπών Γιώργος Ζωγράφος που είχε ξεκινήσει
ως ηθοποιός, απόφοιτος της Σχολής του Κουν. Πρωτοτραγούδησε στην μπουάτ «Θαλάμη»
της Μυκόνου κάνοντας στη συνέχεια σπίτι του για δυο δεκαετίες τις πλακιώτικες
μπουάτ. Ο Γιάννης Σπανός γράφει μερικές από τις πιο αναγνωρίσιμες μελωδίες,
εμπνεόμενος και από τις παρισινές μνήμες του. Άλλοι γνωστοί συνθέτες που
συνδέουν την τέχνη τους με το Νέο Κύμα είναι ο Γιάννης Γλέζος, ο Λίνος Κόκοτος,
ο Νίκος Μαμαγκάκης και ο Νότης Μαυρουδής, ενώ ποιητικές προσωπικότητες όπως ο
Άκος Δασκαλόπουλος, ο Κώστας Γεωργουσόπουλος, ο Δημήτρης Ιατρόπουλος και ο
Κώστας Κωτούλας προσφέρουν στίχους. Η μπαλάντα αποτελεί το βασικό μορφολογικό
πυρήνα του Νέου Κύματος, το οποίο όμως γεννά και νησίδες λαϊκού ήχου,
παραδοσιακών προσμίξεων, ή ροκ πειραματισμού. Όλα, με μιαν αύρα ανεμελιάς,
αθωότητας και καλώς εννοούμενου ερασιτεχνισμού. Ο Σαββόπουλος, πάλι
στο cd «Καταγραφές», αφήνει αινιγματικά ερωτήματα γύρω από την ουσία αυτού του
ρεύματος: «Κι εγώ Νέο Κύμα είμαι. Δεν μας έλειψε το ταλέντο, ούτε ο πόθος του
αγνώστου. Κι όμως, από όλη αυτή την ιστορία δεν έμεινε παρά μόνο το αεράκι μιας
ελαφρότητος. Γιατί; Μήπως επειδή ό,τι πετύχαμε ήταν τίποτε μπροστά σε ό,τι
ονειρευτήκαμε και θα θέλαμε; Ή μήπως ζήσαμε αυτή την τεράστια διαφορά σαν κάτι
ελαφρύ και διασκεδαστικό»;
Τα υπαρκτά ερωτήματα γύρω από το Νέο Κύμα και την κληρονομιά του δεν
αναιρούν τη σημασία της συνάντησής αυτού του τραγουδιού με τις μπουάτ. Ο Νίκος
Μαμαγκάκης αποτιμά γενναιόδωρα τον χαρακτήρα αυτών των χώρων: «Οι μπουάτ ήταν
ιερατεία του καλού τραγουδιού. Οι βραδιές στις μπουάτ ήταν ένα είδος μουσικών
λειτουργιών. Πήγαιναν νέοι άνθρωποι που είχαν μια φαντασία και ένα όραμα, και
άκουγαν κατεξοχήν υψηλή, μελοποιημένη ποίηση. Και ήταν και πρόσφορες, φτηνές,
δεν χρειαζόταν να έχεις πολλά λεφτά για να πας». Το αίσθημα που εξέφρασαν
οι μπουάτ περιγράφει εύστοχα και οΜανώλης Ρασούλης («Εδώ είναι του Ρασούλη»,
εκδ. Ιανός): «Ήταν οι δικοί μας χώροι. Πήγαινες μ’ ό,τι ρούχα φορούσες.
Καθόμασταν δίπλα-δίπλα κι όλοι μαζί μέσα σε μια κοινή μοίρα και πρεμούρα να
επικοινωνήσουμε, να πλατσουρίσουμε σαν νήπια στο συλλογικό μας ασυνείδητο και σε
μια νέα εθνική συνειδητότητα». Αυτή η συνειδητότητα ορίζεται και πολιτικά,
μέσα από μια νεολαία και μιαν εποχή που έβραζαν. Ο Σαββόπουλος προσδιορίζει τις
πηγές του κινήματος των μπουάτ ως εξής: «Ήταν η εποχή της ελπίδας διεθνώς.
Εδώ στην Ελλάδα το φοιτητικό κίνημα 1-1-4 ήταν αυτονομημένο και ακηδεμόνευτο από
το κόμματα. Μιλούσαμε εμείς και αυτοί άκουγαν. Η νεολαία χρειαζόταν τα τραγούδια
της. Υπήρχαν βέβαια ποπ γκρουπάκια αλλά η τέχνη τους δεν ξεπερνούσε τα στενά
όρια της χορευτικής μόδας. Λίγο πολύ μαϊμουδίζανε τους ξένους, ενώ η νεολαία
ήθελε κάτι που να τις επιτρέψει να αισθανθεί μοντέρνα, χωρίς να χάσει την ψυχή
της. Αυτό έψαχνε να βρει στις μπουάτ».
Τόπος γνωριμίας, λοιπόν, οι μπουάτ και συνάντησης. Όχι μόνο απλοί μουσικοί
χώροι, κέντρα διασκέδασης και ψυχαγωγίας. Αυτό μας τονίζει και ο Γιάννης
Κούκλης, ο οποίος επί 50 χρόνια ζει και δραστηριοποιείται επιχειρηματικά στην
οδό Μνησικλέους και πρόκειται εν έτει 2010 να ανοίξει εκεί μια καινούργια
μπουάτ, ένα μουσικό καφενείο, όπως το ονομάζει: «Οι μπουάτ, αν δεν είχαν
προοδευτικά μηνύματα, δεν μπορούσαν να σταθούνε. Ήταν προορισμένες για τους
νέους αλλά και για τον απλό, φτωχό λαό. Ερχόντουσαν σε αυτές και πίνανε το
βερμουτάκι τους, το κρασάκι τους, την πορτοκαλάδα τους και πλήρωναν ένα φθηνό
εισιτήριο. Στις μπουάτ ερχόντουσαν και ποιητές και παρουσίαζαν τα ποιήματά τους.
Θυμάμαι τακτικό θαμώνα τον ποιητή Δημήτρη Χριστοδούλου. Γινόντουσαν συζητήσεις
για το τραγούδι, την τέχνη, την πολιτική…». Στις μπουάτ παίζονταν και
δοκιμάζονταν ζωντανά τα καινούργια τραγούδια, ενώ γίνονταν ακόμα και τυχαίες
συναντήσεις συνθετών και στιχουργών που γεννούσαν με τη σειρά τους νέες
συνεργασίες. Ενδεικτικά, στη βιογραφία του Μάνου Λοΐζου («Μάνος Λοΐζος …η δική
του ιστορία», εκδ. Σύγχρονη Εποχή»), ο Θανάσης Συλιβός σημειώνει: «Το 1964,
μαζί με τον Σαββόπουλο και τη Φαραντούρη, ο Μάνος δουλεύει σε μια μπουάτ στο
Κολωνάκι, τη «Στοά». Εκεί γνωρίζεται με την Κωστούλα Μητροπούλου (…). Μερικούς
μήνες αργότερα, ο Μάνος γνωρίζεται με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο σε μια μπουάτ,
όπου τραγουδούσε ο Ζωγράφος».
Το κίνημα των μπουάτ - γιατί περί κινήματος επρόκειτο – ανακόπτεται, όπως
και τόσες άλλες πτυχές του λαϊκού πολιτισμού, από τη Χούντα των συνταγματαρχών.
Αλλά η πολιτική διάστασή του εντείνεται. Στην ανέκδοτη αυτοβιογραφία του σε
επιμέλεια Κώστα Νέλλα, ο Βαγγέλης Ντίκος, ο ιδιοκτήτης της «Απανεμιάς», τονίζει:
«Οι μπουάτ υπήρξαν στέκια ανθρώπων συνήθως αριστερής πολιτικής τοποθέτησης. Ο
κόσμος αυτός όταν έγινε δικτατορία συνέχισε να έρχεται εδώ. (…) Πολλές φορές
κάποιος ή από τους τραγουδιστές ή από τους πελάτες φύλαγε τσίλιες στην πόρτα
όταν τραγουδούσαμε ένα απαγορευμένο τραγούδι, μην τυχόν φανεί κάποιος άντρας της
ασφάλειας ή της Ε.Σ.Α.». Στο υπόγειο μιας τέτοιας μπουάτ, το 1973 -
«Αγρύπνια» το όνομά της και είκοσι μέρες η «ζωή» της ελέω δικτατορίας - κατέβηκε
ο Νίκος Ξυλούρης για να ακούσει και ο ίδιος την παράσταση του Χρήστου Λεοντή,
για την οποία είχε δημιουργηθεί θόρυβος. Όπως μας λέει ο συνθέτης, εκεί
γνωρίστηκε με τον Ξυλούρη και εκεί οφείλει τη γέννησή του, ένας από τους
σημαντικότερους ελληνικούς δίσκους όλων των εποχών: το «Καπνισμένο Τσουκάλι», τα
μελοποιημένα, δηλαδή, ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου.
Μετά τη Χούντα, η έξαρση του πολιτικού τραγουδιού περνάει και στις μπουάτ,
με κύριο εκφραστή τον Πάνο Τζαβέλα και το «Λημέρι» του, όπου ακούγονται κάθε
βράδυ τα Αντάρτικα. Προωθημένες πρωτοβουλίες, όπως αυτή του Νικόλα Άσιμου και
του Γιάννη Ζουγανέλη με το «Σούσουρο» της οδού Αδριανού, ένα είδος μπουάτ -
πολιτικού καμπαρέ, ολοκληρώνονται άδοξα. Η εμφανής κληρονομιά της Δικτατορίας
και οι αφανείς διαδικασίες ομογενοποίησης της Μεταπολίτευσης με τον ένα ή τον
άλλον τρόπο έχουν ήδη συμβάλλει καθοριστικά στην αρχή του τέλους των μπουάτ. Από
τα μέσα του ’70, η διαδρομή τους συνεχίστηκε με κατεβασμένες όμως πια τις
ταχύτητες. Η περιοχή της Πλάκας αρχίζει να αλλάζει, οι μπουάτ γίνονται ταβέρνες
και κοσμικά κέντρα, δημιουργούνται νέες μεγαλύτερες σκηνές (οι οποίες εξ ορισμού
δεν μπορούν να αναβιώσουν το κλίμα των μπουάτ), οι τραγουδιστές «αυξάνουν» τις
απαιτήσεις τους, και το τραγούδι ακολουθεί το δρόμο της ΕΟΚ… Η Μαρίζα Κωχ δε
μασάει τα λόγια της: «Στην Πλάκα μετά τη μεταπολίτευση, το ’74, έσκασε μύτη
μια ομάδα ανθρώπων με πολλά χρήματα, οι οποίοι ήταν από τη Λαχαναγορά.
Χρηματοδότησαν το «Θεμέλιο», την «Αρχόντισσα», τρεις-τέσσερις μπουάτ που
μεγάλωσαν και έγιναν «σαν βαπόρια». Αυτοί έρχονταν με τις τσέπες γεμάτες
χιλιάρικα, δέσμες. Άλλαξαν οι καρέκλες, έγιναν καθίσματα καφενείου, ήρθαν τα
μεγάλα μεροκάματα, μπήκαν οι νέοι καλλιτέχνες, οι φίρμες της εποχής». Στη
δεκαετία του ‘90 τα πράγματα χειροτερεύουν, δεδομένης και της απουσίας του
αντίστοιχου τραγουδιού που θα μπορούσε εν δυνάμει να υποστηρίξει τέτοιους
χώρους. Οι μουσικές σκηνές που γεννιούνται εκείνη την περίοδο ως αντίδραση στις
μεγάλες πίστες φέρουν λίγο από το άρωμα των μπουάτ, ο μαρασμός των οποίων όμως
συνεχίζεται αδιάκοπα. Έτσι φτάνουμε στις αρχές του 2000, όταν και οι
παραδοσιακές μπουάτ περιορίζονται στις εξής τρεις: «Εσπερίδες», «Απανεμιά»,
«Βάτραχοι». Αξίζει να μνημονεύσουμε ξεχωριστά και τις τρεις, εκ των οποίων οι
δύο τελευταίες συνεχίζουν τη λειτουργία τους.
Οι «Εσπερίδες» υπήρξε ο χώρος του Γιάννη Αργύρη, του «πατριάρχη των
μπουάτ». Τραγουδιστής και στιχουργός ο ίδιος, έξοχος μίμος και σατυρικός
ηθοποιός, χάρισε το λόγο του σε τραγούδια-σταθμούς του Νέου Κύματος: «Έλα μαζί
μου», «Πάει κι αυτή η Κυριακή», «Κάποιος γιορτάζει», «Μην κουραστείς να μ’
αγαπάς». Σε μια κουβέντα του με τον αείμνηστο Πάνο Γεραμάνη («Η ζωή μου ένα
τραγούδι», εκδ. Καστανιώτης»), ο Αργύρης μνημόνευσε τα εξής: «Έδωσα
πραγματικές μάχες με το εμπορικό κατεστημένο της μουσικής και με τον λαϊκισμό
για να περάσει η αντίληψη των μπουάτ στις αρχές του ’60». Σε αυτές τις
μάχες, ο Αργύρης βγήκε νικητής, κρατώντας τη φλόγα του ’60 ζωντανή στις
«Εσπερίδες», από το 1964 ως και το 2004, όταν και έκλεισε ο χώρος. Σήμερα ο
Γιάννη Αργύρης, απών από τα μουσικά πράγματα λόγω μιας σοβαρής ασθένειας που το
ταλαιπωρεί από τις αρχές της δεκαετίας, παραμένει παρών στις συνειδήσεις και
στις καρδιές τόσο των τραγουδιστών που πέρασαν από τις «Εσπερίδες» (Μαρία
Φαραντούρη, Δημήτρης Μητροπάνος, Γιάννης Πουλόπουλος, Βασίλης Παπακωνσταντίνου,
Γιάννης Ζουγανέλης, Σάκης Μπουλάς κ.ά.) όσο και του κοινού. Οι θαυμαστές του
εκφράζονται ακόμα και στο Facebook, στην ομάδα «Εσπερίδες». Εμπνευστής της ένας
ερασιτέχνης μουσικός της τελευταίας γενιάς που έπαιξε στις «Εσπερίδες», στις
αρχές του 2000, ο Βασίλης Γαλλιάκης μας μεταφέρει θραύσματα στιγμών από εκείνα
τα βράδια: «Κοντεύει 21:00 σε λίγο ξεκινάμε... Οι περαστικοί κοιτάνε από το
παραθυράκι πάνω από τα σκαλοπάτια· «ή μέσα, ή μέσα» φωνάζει ο Γιάννης Αργύρης.
Παρέα με τον Αλέξανδρο κουρδίζουμε τις κιθάρες, πίνουμε τσικουδιές και σπάμε
πλάκα με τον Γιάννη... Ο κόσμος σιγά σιγά μαζεύεται. Βλέπεις όλες τις ηλικίες…
Τα ηχεία είναι γερασμένα, όπως και η μπουάτ μας αλλά ο κόσμος τραγουδάει μαζί
μας και οι πιο τολμηροί ανεβαίνουν στην σκηνή. Χειροκρότημα, «αίσχος» φωνάζει ο
Γιάννης Αργύρης. Πολλές φορές από τα γέλια δεν μπορούμε να τραγουδήσουμε! (…) Η
ώρα κοντεύει 03:00. Δεχόμαστε παραγγελιές και αφιερώσεις. Ο Βαγγέλης κερνάει.
Τραγουδάμε Κατσιμιχαίους, Κηλαηδόνη, Γερμανό, Πάριο, Παπακωνσταντίνου,
Σαββόπουλο, Πυξ Λαξ, Θαλασσινό, Ιωαννίδη, Σιδηρόπουλο και Θηβαίο».
Κι όμως οι «Εσπερίδες» έκλεισαν όταν συμπληρώθηκε τριακονταπενταετία και
οι ιδιοκτήτες του χώρου έκαναν έξωση στο όνειρο ζητώντας μεγαλύτερο ενοίκιο.
Σήμερα ο χώρος παραμένει γυμνός. Κοιτάζοντας μέσα από τα κάγκελα βλέπει κανείς
ξεθωριασμένες τις φωτογραφίες που διακοσμούσαν τους τοίχους, συνθήματα στους
τοίχους, τα περίφημα σκαλάκια της χορταριασμένα…Ο «υπόγειος ουρανός» όπως μας
λέει χαρακτηριστικά σήμερα ο Γιάννης Αργύρης έχει μετατραπεί σε ένα βρώμικο
υπόγειο. Κι όμως δεν του άξιζε τέτοιο μέλλον. Σε ένα χώρο όπου κάθε βράδυ για
τόσες δεκαετίες νέοι και νέες συναντιόνταν για να αναπνεύσουν τα τραγούδια και
τα αστεία νούμερα, όπου όπως θυμάται ο Αργύρης «είχε έρθει μέχρι και ο Όρσον
Γουέλς, ο μεγάλος Αμερικανός ηθοποιός και σκηνοθέτης, τον οποίο μάλιστα μια
κυρία μπέρδεψε με τον Μάνο Χατζιδάκι», όπου «αρκετές φορές είχε έρθει ο
Ωνάσης» και όπου «το κοινό δεν διακρινόταν σε πράσινους, κόκκινούς ή
μπλε», «η αδιαφορία της πολιτείας και πιο συγκεκριμένα της Ντόρας
Μπακογιάννη όταν ήταν Δήμαρχος της Αθήνας» συνεχίζει να είναι επιδεικτικά
χαρακτηριστική. Ούτε καν σε επίπεδο τιμητικής σύνταξης…
Στριμωγμένη στην οδό Θόλου, το ιστορικό σοκάκι της Πλάκας και πλάι στις
εγκαταλειμμένες «Εσπερίδες», η «Απανεμιά» με τον Βαγγέλη Ντίκο στο τιμόνι της
κρατάει ακόμα ψηλά τη σημαία της «μπουατικής» διασκέδασης. Τον χώρο ανοίγει το
1964 ο ηθοποιός Αρτέμης Μάτσας, ενώ από τη σαιζόν ’70-’71 περνάει στα χέρια του
Ντίκου. Το 1977 ο Ντίκος κυκλοφορεί στην Columbia τα «Τραγούδια της Απανεμιάς»,
ένα δίσκο με 12 αντιπροσωπευτικά τραγούδια του χώρου και του κοινού του. Σήμερα,
η συγκεκριμένη μπουάτ είναι ένας δημοφιλής χώρος ψυχαγωγίας, κόντρα στα σημεία
των καιρών, και φιλοξενεί ένα μίγμα νέων αλλά και παλαιότερων καλλιτεχνών.. Με
την εμπειρία δεκαπέντε χρόνων στη σκηνή της Απανεμιάς, ο Θεόφιλος
Μήτσης παρατηρεί το κοινό: «με ενθουσιάζει ότι έρχεται πάρα πολύ νεολαία, η
πλειοψηφία είναι ηλικίας 16-17 μέχρι 27-30 ετών. Τη δεκαετία του ’90 ήταν πιο
λίγη η νεολαία, πιο μαζεμένη… Η νεολαία ξέρει τα τραγούδια, ακόμα και τραγούδια
που δεν ακούγονται από ραδιοφωνικούς σταθμούς». Ενώ ο Βαγγέλης
Κορομηλής περιγράφει το στόχο που υπηρετεί η παρουσία του στην Απανεμιά: «να
μνημονεύω και να υποστηρίζω τα τραγούδια και τους ποιητές που έγραψαν υγιή
πράγματα. Η μπουάτ ‘Απανεμιά’ είναι μία όαση, ένας οίκος τέχνης. Ένα κρυφό
σχολείο. Και θα γυρίσει πάλι εδώ το πράγμα. Αυτοί οι χώροι οι μικροί είναι οι
ανθρώπινοι».
Οι «Βάτραχοι» στη Σόλωνος είναι νεότεροι της «Απανεμιάς», κρατάνε από το
1983 με πρωτεργάτη τον Γιώργο Αραπάκη, και από φέτος στο τιμόνι τους συνεχίζουν
με τον τραγουδοποιό Μιχάλη Κλεάνθη. Ο Κλεάνθης έχει μακρά θητεία στο χώρο από το
1989, έχοντας περάσει και από τα σχολεία των «Εσπερίδων» και της «Απανεμιάς». Οι
«Βάτραχοι» αυτοαποκαλούνται «ανεξάρτητος χώρος έκφρασης», χώρος που όμως
αποπνέει άμεσα λίγο από το άρωμα των μπουάτ. Σε αυτόν έχουν παίξει κατά καιρούς
ο Θανάσης Γκαϊφύλλιας, ο Βασίλης Καζούλης, ο Δημήτρης Παναγόπουλος, ο Σταμάτης
Μεσημέρης, ο Γιάννης Γιοκαρίνης, ο Νικόλας Άσιμος κ.ά. Ο Κλεάνθης μας περιγράφει
το στίγμα του χώρου: «Δεν κρυβόμαστε πίσω από τα φώτα και τα ηχητικά τερτίπια
της εποχής. Λέμε την αλήθεια έτσι όπως ακριβώς τη νιώθουμε. Εκφράζουμε όσο
μπορούμε τον φρέσκο, τον ανήσυχο νου. Τα παιδιά που παίζουν δεν βιοπορίζονται
αποκλειστικά από τη μουσική, έχουν όμως τέτοιο μουσικό επίπεδο που θα μπορούσαν
να παίξουν άνετα σε οποιοδήποτε μουσικό σχήμα. Σήμερα στις παραστάσεις μας
παίζουμε τραγούδια σύγχρονα (κυρίως τραγουδοποιών) αλλά και παλαιότερα…
Γενικότερα πάντως μια μπουάτ για μένα είναι σαν να έρχεται κάποιος στο σπίτι σου
και να τον κερνάς γλυκό σταφύλι και να του δίνεις ένα ποτήρι νερό. Να μη
μεταχειρίζεσαι τους ακροατές ως πελάτες».
Οι μπουάτ, λοιπόν, αποτέλεσαν μία από τις πιο υγιείς, ζωντανές και άμεσες
εκφάνσεις του ελληνικού τραγουδιού ως τρόπου ψυχαγωγίας και επικοινωνίας. Η
αναγέννησή του κλίματος της μπουάτ, όχι ως μνημόσυνο και νεκρολογία αλλά ως
σύγχρονη πρόταση με άποψη και λόγο ύπαρξης, είναι ένα ενδεχόμενο που μας γεννά
χαρά και αισιοδοξία. Αν μη τι άλλο, ο αυθορμητισμός και η απλότητα των μουσικών
«κουτιών» είναι στοιχεία που λείπουν από το τραγούδι μας, και από τις νυχτερινές
του περιπλανήσεις σε μεγάλες πίστες και μουσικές σκηνές. Ο θόρυβος από τα πιάτα,
τα ποτήρια και την οχλαγωγία των θαμώνων είναι στοιχείο αντίθετο της λογικής των
μπουάτ. Η επιβίωση όσων λειτουργούν ακόμα και η διάδοση της αισθητικής τους σε
ένα ευρύτερο κοινό είναι ένα στοίχημα που μπορεί και πρέπει να κερδηθεί. Αρκεί
να βρεθούν τα σημεία συνάντησης με την τωρινή εποχή. Με τα λόγια
του Διονύση Σαββόπουλου: «Άμα βρεις το κοινό στοιχείο που ενώνει εκατό
ανθρώπους, μετά μπορείς να απευθυνθείς και σε εκατό χιλιάδες ανθρώπους. Αυτό μου
‘μαθε η μπουάτ. Να ψάχνεις το κοινό στοιχείο».
http://mousikaproastia.blogspot.gr/2011/04/blog-post_28.html
Πίσω στα
παλιά