Showing posts with label ΧΑΤΖΗΧΡΗΣΤΟΣ. Show all posts
Showing posts with label ΧΑΤΖΗΧΡΗΣΤΟΣ. Show all posts

25.11.15

Ο ΦΟΒΕΡΟΣ ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΧΡΗΣΤΟΣ


Ο λατρεμένος «βλάχος» του ελληνικού σινεμά που ήταν  πάντα πολλά περισσότερα


ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΧΡΗΣΤΟΣ

Ο Θύμιος, ο Μιχαλιός, ο μπακαλόγατος Ζήκος, ο κύριος πτέραρχος, ο Δήμος απ’ τα Τρίκαλα ή απλά ο Κώστας Χατζηχρήστος και τα χίλια πρόσωπά του που κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει!

Ο αξιαγάπητος κωμικός μας και καρατερίστας τεράστιος σφράγισε τη χρυσή θεατρική εποχή της επιθεώρησης αλλά και τα χρονικά του ελληνικού κινηματογράφου, αφήνοντας παρακαταθήκη αμέτρητες ταινίες που αποκαλύπτουν την πρωτόγνωρη κωμική του δεινότητα.

Αν ο Χατζηχρήστος μιλούσε ιταλικά ή γαλλικά η τύχη του θα ήταν σαφώς διαφορετική στο παγκόσμιο καλλιτεχνικό στερέωμα, αν και παρά τον περιορισμό της γλώσσας η φήμη του κατάφερε να υπερβεί τα ασφυκτικά όρια της χώρας μας ως το αρχέτυπο του αφελή «χωριάτη» που βρίσκει αφόρητη τη ζωή στην πόλη.

Ο άνθρωπος που έβαλε άλλοτε στο στόμα της ελληνικής κοινωνίας ατάκες όπως τα «τίποτας», «ασουπή», «αμ’ πώς;», «τ’ άκοσες πολί μου» και τόσες ακόμα έβαλε σκοπό ζωής να φέρει το γέλιο στα χείλη του Έλληνα παρά τα δεινά και τη φτώχεια του λαού και τα κατάφερε και με το παραπάνω. Ανεπιτήδευτος και απροσχημάτιστος τόσο στο σανίδι και το πανί όσο και την προσωπική του ζωή, ο καλοπροαίρετος «βλάχος» ήταν ωστόσο πάντα πολλά περισσότερα από τον κουτοπόνηρο Θύμιο ή τον ψευτοαστυνομικό του «Ηλία του 16ου». Ήταν πάντα ο Χατζηχρήστος που ερμήνευε τους ρόλους με κέφι, μπρίο και υποκριτική αθωότητα σε μια κοινωνία που προσπαθούσε να ορθοποδήσει.

Άνθρωπος-ορχήστρα τόσο στο θέατρο όσο και το σινεμά, ο Χατζηχρήστος μέτρησε δεκαετίες καριέρας στην ελληνική showbiz συμμετέχοντας σε 100 περίπου ταινίες και ακόμα περισσότερες παραστάσεις, γνωρίζοντας τη λαϊκή εκείνη απήχηση που μόνο οι πραγματικά μεγάλοι γεύονται.

Συνεργάστηκε με τους πάντες, ερμήνευσε πρόζα και επιθεώρηση, άφησε εποχή ως θιασάρχης με τις πιο πολυδάπανες παραστάσεις στην ιστορία της ελληνικής επιθεώρησης και έκανε τον βλάχο του από τη Μακρακώμη σύμβολο μιας κοινωνίας που έψαχνε τα πατήματά της.

Γυναικάς τρισμέγιστος και πραγματικός Δον Ζουάν, γνώρισε έρωτες με το τσουβάλι, έκανε γάμους και πάλι γάμους και έζησε μια θυελλώδη ερωτική ζωή με τόσες κατακτήσεις όσο οι θεατρικές και κινηματογραφικές εμφανίσεις του μαζί (ίσως και ακόμα περισσότερες!). Ακαταμάχητος στο ωραίο φύλο, ο Χατζηχρήστος γέμιζε θέατρα και κινηματογράφους αλλά και την καρδιά του ταυτοχρόνως με έρωτες και αγάπη, αν και η ζωή δεν του φέρθηκε πάντα όπως έπρεπε.

Κι αυτό γιατί τις δύο τελευταίες δεκαετίες της ζωής του τις πέρασε στην ανέχεια, γνωρίζοντας έναν τέτοιο οικονομικό μαρασμό που ενδεχομένως κανένας άλλος ηθοποιός δεν έζησε όπως εκείνος. Οι πολυδάπανες παραστάσεις και τα υπέρογκα έξοδα της προσωπικής του ζωής τον έφεραν συχνά στο χείλος του οικονομικού γκρεμού, «μπαίνοντας μέσα με τα τσαρούχια», όπως έλεγε με το χαρακτηριστικό του στιλ, την ώρα που έμενε τώρα στο ξενοδοχείο και είχε ήδη χάσει το «σπίτι μου», όπως έλεγε το Θέατρο Χατζηχρήστου. Ακόμα και η ύστατη επιθυμία του να επιστρέψει στον χώρο του για να παίξει για τελευταία φορά δεν ικανοποιήθηκε ποτέ…

Πρώτα χρόνια και στρατιωτική καριέρα

xattzixiriistoosost2

O Κώστας Χατζηχρήστος γεννιέται το 1921 στη Θεσσαλονίκη μέσα σε οικογένεια με καταγωγή από την Πόλη. Οι γονείς του γνώρισαν τον βίαιο ξεριζωμό της Μικρασιατικής Καταστροφής και αφού πέρασαν από την Καβάλα, εγκαταστάθηκαν τελικά στη Θεσσαλονίκη, αν και μετά τη γέννηση του βενιαμίν Κώστα η πολύτεκνη οικογένεια μετακόμισε στην Αθήνα. Τώρα ζούσαν στο Παγκράτι και πάλευαν για την επιβίωσή τους.

Μέσα στο πλαίσιο αυτό μεγαλώνει ο Χατζηχρήστος με όνειρο τη στρατιωτική καριέρα, αν και σύντομα θα τον κέρδιζε το σανίδι. Τελειώνοντας τη Σχολή Ανθυπασπιστών της Σύρας, θα τον προλάβει ο πόλεμος και θα σταλεί να πολεμήσει στο αλβανικό μέτωπο: «Μου άρεσε ο στρατός, ήθελα να γίνω αξιωματικός και τελικά έγινα. Θυμάμαι ότι στη Σύρα βγαίναν οι ανθυπασπιστές και μετά στην Καβάλα οι ανθυπολοχαγοί. Αυτό έκανα κι εγώ και τελικά έγινα ανθυπολοχαγός. Εκεί με έπιασε και ο πόλεμος. Πήγα στην Αλβανία και χιλιοταλαιπωρήθηκα γιατί μετά το πρώτο δεκαπενθήμερο έπαθα κρυοπαγήματα, αλλά ευτυχώς ελαφριάς μορφής. Παρ’ όλα αυτά δεν μπορούσα να περπατήσω. Τότε με έστειλαν στα μετόπισθεν, μετά στο Πόγραδετς και μετά στην Κορυτσά».

xattzixiriistoosost1

Ο Χατζηχρήστος πολέμησε στο αλβανικό μέτωπο το 1940-1941 και θυμόταν καλά πολλά περιστατικά της εποχής: «Αυτό που δε θα ξεχάσω ποτέ είναι ένα απόγευμα, μόλις άρχιζε να σουρουπώνει. Είχαμε βγει περίπολο. Σε κάποια στιγμή είδα κάτι να σαλεύει σε κάτι θάμνους. ‘‘Αλτ!’’, φωνάζω, και ξεπετάγονται δυο Ιταλοί φωνάζοντας ‘‘φρατέλο, φρατέλο’’. ‘Ρίχ’ τους’’, ακούω τη φωνή του λοχαγού πίσω μου. Έντρομοι οι Ιταλοί μου φωνάζουν ‘‘φρατέλο, φρατέλο’’. Τι να κάνω τώρα; Βλέπεις υποχωρούσαμε τότε, γιατί είχαν μπει οι Γερμανοί. Τους σημαδεύω, αλλά βλέπω ότι είχα να κάνω με δυο αμούστακα παιδιά, σχεδόν στην ηλικία μου. Αϊ στο διάολο λέω, και τους πάω πίσω ζωντανούς».

Η αρχή της γερμανικής Κατοχής θα τον βρει στη Νάουσα παντρεμένο με την πρώτη του σύζυγο. Το ζευγάρι θα φύγει για σύντομο διάστημα στη Γερμανία αναζητώντας δουλειά, αν και θα επιστρέψει στην Ελλάδα σε μερικούς μήνες γλιτώνοντας περαιτέρω περιπέτειες. Και ήταν ακριβώς μέσα στις κακουχίες της Κατοχής που θα αρχίσει η εμπλοκή του με το θέατρο, κι αυτό από σπόντα: το 1943 κάπου στη Λάρισα, για να γλιτώσει από τους Γερμανούς που τον κυνηγούσαν, κρύφτηκε σε ένα θέατρο. Δεν κάθισε όμως στην πλατεία, αλλά ανέβηκε στη σκηνή και άρχισε να αυτοσχεδιάζει. Ο κόσμος κάτω άρχισε να παραληρεί από το γέλιο κι αυτή ήταν η πρώτη του πετυχημένη εμφάνιση στο θέατρο!

xattzixiriistoosost3

Ο Χατζηχρήστος είχε τρυπώσει εν αγνοία του στον περιοδεύοντα θίασο του Λουκή Μυλωνά και μπορεί να μην τον ανακάλυψαν τελικά οι Γερμανοί, τον ανακάλυψε εντούτοις το θέατρο. Γιατί ο αυτοσχεδιασμός του πάνω στο σανίδι και το άφθονο γέλιο του κόσμου ανάγκασαν τον Μυλωνά να τον εντάξει αμέσως στον μπουλούκι του.

Έτσι απλά και ταπεινά ξεκίνησε ο αυτοδίδακτος ηθοποιός τις εμφανίσεις του μέσα στις στάχτες της Κατοχής. Στα μέσα της δεκαετίας, με τον πρώτο του γάμο να είναι ήδη παρελθόν, ο Χατζηχρήστος εγκαθίσταται στην Αθήνα και συμμετέχει σε πλήθος θιάσων βαριετέ.

Αν και οι περιπέτειες του αριστερών φρονημάτων ηθοποιού δεν έλεγαν να πάρουν τέλος, καθώς στον εμφύλιο πόλεμο λίγο έλειψε να χάσει τη ζωή του εξαιτίας των πολιτικών του πεποιθήσεων. Ας τον ακούσουμε: «Λοιπόν, Εμφύλιος κι εγώ παίζω σε ένα θεατράκι στη Λάρισα στο θίασο του Λουκά Μυλωνά, ενώ στο ζωντανό πιάνο έπαιζε ο μέγας Λυκούργος Μαρκέας, που μου έσωσε και τη ζωή. Λοιπόν, όπως εγώ κάνω τα νούμερά μου, ακούω το Μαρκέα που μου λέει τραγουδιστά: ‘‘Κώσταααα, φύγεεεε, έρχονται … να σεεε φάνεεεε οι ΕΑΟάδες’’. Η ΕΑΟ (Ελληνικές Αντικομμουνιστικές Ομάδες) τότε σκότωνε στα ίσα. Παρατάω το νούμερο στη μέση, πηδάω απ’ τη σκηνή και χάνομαι απ’ την πίσω μεριά των παρασκηνίων, κι έτσι γλίτωσα από σίγουρο θάνατο, αφού σε λίγα λεπτά το θεατράκι γέμισε από ένοπλους ΕΑΟάδες. Αλλά εγώ άφαντος! Αμ πώς!’’.

xattzixiriistoosost4

Ο απίστευτος Καζανόβας Χατζηχρήστος είχε ήδη μετρήσει πάμπολλες εφήμερες περιπέτειες με δεσποινίδες και κυρίες, γινόμενος ήδη ερωτικός θρύλος στα μπουλούκια των ηθοποιών που όργωναν τη χώρα. Σε κείνες μάλιστα τις πρώτες στιγμές της θεατρικής του καριέρας γνώρισε και έγινε αχώριστος με τον Νίκο Ρίζο. Οι δυο ηθοποιοί έμεναν στο ίδιο δωμάτιο και μοιράζονταν, εκτός από τις ίδιες καλλιτεχνικές ανησυχίες, και το ίδιο πουλόβερ. Έπαιζαν μάλιστα στα ζάρια ποιος θα το πλύνει και ποιος θα το βάλει, μόνο που τα ζάρια ήταν «πειραγμένα» από τον Χατζηχρήστο κι έτσι κέρδιζε πάντα αυτός…

Ο Χατζηχρήστος θεατρίνος

xattzixiriistoosost5

Μέχρι το 1948, ο Χατζηχρήστος περιδιάβαινε την Ελλάδα με θεατρικά μπουλούκια κάνοντας πολλούς θεατρώνηδες να τον ξεχωρίσουν για το αμίμητο και πηγαίο κωμικό ταλέντο του. Το ονοματάκι που είχε φτιάξει εξαργυρώθηκε το 1949, όταν θα τον προσλάβει η Κούλα Νικολαΐδου στον μουσικό της θίασο στην Αθήνα και δύο χρόνια αργότερα θα βρει τη θέση του στις επιθεωρήσεις του θεάτρου Ακροπόλ. Εκεί θα σκαρώσει τον ιστορικό χαρακτήρα του, τον ανεκδιήγητο «Θύμιο», που έμελλε να σφραγίσει την καλλιτεχνική του διαδρομή! Ο Θύμιος θα τον κάνει αμέσως γνωστό στο αθηναϊκό κοινό βάζοντας τις βάσεις για μια σπουδαία κωμική καριέρα που ερχόταν ολοταχώς.

Την ώρα που δουλεύει πυρετωδώς για την καριέρα του, παντρεύεται για δεύτερη φορά, τώρα με τη Μαίρη Νικολαΐδου (αδερφή της Κούλας), και αποκτά την πρώτη του κόρη, την Τέτα (η μετέπειτα σύζυγος του Πέτρου Φυσσούν). Ο σατιρικός τύπος του βλάχου θα τον συνοδεύσει μέχρι το 1952, όταν θα συστήσει τον δικό του θίασο και θα γράψει μια από τις χρυσές σελίδες της επιθεώρησης συνεργαζόμενους με όλους μα όλους τους μεγάλους πρωταγωνιστές του καιρού. Μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1950, ο Χατζηχρήστος είναι ήδη μεγάλο όνομα στην κωμωδία και την επιθεώρηση, τόσο ως ηθοποιός όσο και ως θεατρικός παραγωγός.

xattzixiriistoosost7

Οι παραστάσεις που ανεβάζει διακρίνονται μάλιστα για την αρτιότητα της παραγωγής τους και το πολυδάπανο των σκηνικών και των συντελεστών, μιας και ήθελε πάντα στο πλάι του την αφρόκρεμα του θεάτρου, τόσο πάνω στη σκηνή όσο και πίσω από την κουίντα. Για τον Χατζηχρήστο γράφουν οι μεγαλύτεροι έλληνες θεατρικοί συγγραφείς (Σακελλάριος, Τσιφόρος, Γιαννακόπουλος κ.λπ.) και για συμπρωταγωνιστές έχει την εκλεκτή ελίτ του θεάτρου, όπως ο Αυλωνίτης, ο Σταυρίδης, ο Γκιωνάκης, η Βασιλειάδου, η Βλαχοπούλου κ.λπ. Οι παραστάσεις του γίνονται απίστευτες εμπορικές επιτυχίες και φέρνουν τον Χατζηχρήστο στα πέρατα της Ελλάδας αλλά και το εξωτερικό.

Μια από τις σταθερές συνεργάτιδές του μάλιστα εκείνη την εποχή, η Καίτη Ντιριντάουα, θα μπει στην καρδιά του και το 1955 θα παντρευτούν. Η δεύτερη κόρη του, Μαριαλένα, θα έρθει στον κόσμο και το ζευγάρι θα παραμείνει μαζί μέχρι το 1975.

xattzixiriistoosost14

Η μεγάλη του στιγμή θα λάβει χώρα το 1961, όταν έπειτα από μπόλικα χρόνια θεατρικών επιτυχιών νοικιάζει μια παλιά αποθήκη και τη μετατρέπει στο «σπίτι μου», το Θέατρο Χατζηχρήστου. Εκεί θα γράψει άλλη μια χρυσή εποχή ως κωμικός πρωταγωνιστής και θεατρικός επιχειρηματίας, κομίζοντας στο νεοελληνικό θέατρο τις ακριβότερες και πιο φαντασμαγορικές παραγωγές του καιρού. Τα έξοδα του Χατζηχρήστου ήταν πρωτόγνωρα για τα υπερθεάματα που ανέβαζε, τα οποία χαρακτηρίζονταν από τα πλούσια σκηνικά και τους πολυπληθείς θιάσους.

xattzixiriistoosost8

Και ήταν ακριβώς η μεγάλη του αγάπη για το θέατρο και η τελειομανία του που θα τον φτάσουν στο χείλος του γκρεμού, καθώς παρά την ανεπανάληπτη εμπορική επιτυχία των παραστάσεών του, τα υπέρογκα έξοδα ήταν πάντα περισσότερα. Μια από τις παραγωγές του που άφησαν εποχή και ταυτοχρόνως τον κατέστρεψαν οικονομικά ήταν το «Καζινό Ντε Παρί» (1963), ένα χολιγουντιανών προδιαγραφών υπερθέαμα με αυθεντικό παριζιάνικο καμπαρέ, αυτοκίνητα και αεροπλάνα πάνω στη σκηνή να πλαισιώνουν τα μπαλέτα. «Εκατόν δεκαοχτώ άτομα κάθε βράδυ να πληρώνονται. Τα ’χε βάλει η Ντιριντάουα κάτω με μολύβι και χαρτί και μου λέει: ‘‘Κάθε βράδυ φουλ να είσαι, θα χάνεις και τριάντα οχτώ χιλιάρικα’’», είπε χαρακτηριστικά ο Χατζηχρήστος για την παράσταση που τον έφερε στα πρόθυρα της χρεοκοπίας.

xattzixiriistoosost12

Ο θιασάρχης Χατζηχρήστος αναγκάζεται να βάλει ακριβό εισιτήριο και υποχρεώνει τους άρρενες θεατές του να προσέρχονται στο θέατρο με γραβάτα. Το κοινό άρχισε σιγά σιγά να αναζητεί άλλες και φτηνότερες λύσεις διασκέδασης, στέλνοντας την παράσταση στα Τάρταρα και τον Χατζηχρήστο στο επιχειρηματικό φιάσκο. Τότε ήταν που θα υποστεί το πρώτο του εγκεφαλικό και μάλιστα επί σκηνής. Αυτή θα είναι εν πολλοίς η αρχή του τέλους για τον θεατρικό επιχειρηματία Χατζηχρήστο, που πλέον είναι βουτηγμένος στα χρέη, κάτι που θα καταλήξει χρόνια αργότερα στο να χάσει το θέατρό του και να διαμένει πια σε δωμάτια ξενοδοχείων.

xattzixiriistoosost11

Ούτε τα δικαιώματα από τις κινηματογραφικές του δουλειές δεν μπορούσαν να τον σώσουν, καθώς τα έξοδα των θεατρικών του παραστάσεων ήταν πάντα περισσότερα. Πολύ περισσότερα: ««Πρέπει να μάθει όλος ο κόσμος κάτι που ίσως δεν ξέρει. Ότι εγώ δεν παίρνω ούτε μία δραχμή παρόλο που οι ταινίες μου είναι σε συνεχή προβολή. Και έφτασε στο σημείο μέσα σε μία βδομάδα να παιχτούν τρεις ταινίες μου μαζεμένες. Δεν ξέρω ποιοι είναι αυτοί οι κύριοι και κονομάνε, αλλά πάντως είναι άδικο για μένα. Ο κόσμος μπορεί βλέποντας τις ταινίες μου να νομίζει ότι ο Χατζηχρήστος τα κονομάει χοντρά. Λάθος. Άλλοι τα κονομάνε και όχι εγώ. Και γι’ αυτό εκφράζω κάποιο παράπονο γι’ αυτή τη μεταχείριση. Τέλος πάντων»…

Κινηματογραφική καριέρα

xattzixiriistoosost10

Η μεγάλη πορεία του Κώστα Χατζηχρήστου στο ελληνικό σινεμά αρχίζει το 1952 στην κωμωδία «Ο Πύργος των Ιπποτών». Σύντομα θα καθιερωθεί και στο μεγάλο πανί με την ενσάρκωση ουσιαστικά του «Θύμιου» του, του κουτοπόνηρου επαρχιώτη που καταφτάνει στην πρωτεύουσα για να φέρει αναταραχή στα σαλόνια της αστικής τάξης.

Ο Χατζηχρήστος καθιερώνεται γρήγορα ως μεγάλος πρωταγωνιστής και οι 100 και πλέον ταινίες που έχει στο ενεργητικό του είναι η μεγάλη του παρακαταθήκη στο ελληνικό σινεμά. Ο ίδιος υπέγραψε μάλιστα την παραγωγή, τη σκηνοθεσία και το σενάριο σε αρκετές εξ αυτών, μεταφέροντας πολλές φορές στο πανί μεγάλες θεατρικές του επιτυχίες.

Αν πρέπει να ξεχωρίσουμε μερικές, θα μνημονεύσουμε «Τα Κωθώνια του Συντάγματος» (1956), «Οι Τρεις Ντετέκτιβ» (1957), «Τσαρούχι, Πιστόλι, Παπιγιόν» (1957), «Γερακίνα» (1958), «Διακοπές στην Κολοπετινίτσα» (1959), «Να Ζήσουν τα Φτωχόπαιδα» (1959), «Ο Ηλίας του 16ου» (1959), «Λαός και Κολωνάκι» (1959), «Ο Θύμιος τα ’χει Τετρακόσια» (1960), «Μακρυκωσταίοι και Κοντογιώργηδες» (1960), «Ο Δήμος από τα Τρίκαλα» (1962), «Ο κύριος Πτέραρχος» (1963), «Της Κακομοίρας» (1963) κ.λπ.

xattzixiriistoosost16

Παρά τη λάμψη, τη φήμη, τα χρήματα που έβγαλε και έχασε αλλά και τα αμέτρητα ειδύλλιά του, ο μεγάλος μας κωμικός πέρασε τα τελευταία χρόνια δύσκολα και βασανιστικά. Πλάι στην οικονομική του καταστροφή, δέχτηκε και το μεγαλύτερο πλήγμα της ζωής του, όταν έχασε εντελώς αναπάντεχα τη σύζυγό του Ελένη Πανταζή: «Ο θάνατος της τρίτης γυναίκας μου με έκανε κομμάτια. Άρχισα να πίνω χωρίς κανένα μέτρο. Ζούσα μόνο για να πίνω. Αρρώστησα. Χάθηκα από τη θεατρική ζωή. Έπινα συντροφιά με τον σκύλο μου». Την εποχή αυτή χάνει και το θέατρό του κι έτσι το ποτό είναι η μόνη παρηγοριά.

xattzixiriistoosost17

Ούτε λίγο ούτε πολύ, ο Χατζηχρήστος δεν είχε στα τελευταία του ούτε σπίτι για να μείνει, περνώντας τη στερνή αυτή περίοδο της ζωής του στο απρόσωπο και αφιλόξενο των ξενοδοχείων. Σε μια από τις τελευταίες του συνεντεύξεις παραπονέθηκε μάλιστα: «Χαρτιά δεν ξέρω. Από ιππόδρομο δεν έχω ιδέα. Πού πήγαν όλα αυτά τα χρήματα;», αλλά και μετά: «Από τα χέρια μου πέρασαν πολλά χρήματα. Έπρεπε να κρατώ πισινή. Ούτε χαρτοπαίκτης ήμουνα, ούτε ιπποδρομιάκιας. Ήμουν αυτός που όταν τέλειωνε η παράσταση έπαιρνα όλο τον θίασο και πηγαίναμε να γλεντήσουμε όλοι μαζί».

Καταβεβλημένος και χτυπημένος πια από την επάρατη νόσο, θα αποσυρθεί από τη δημόσια ζωή βρίσκοντας παρηγοριά στο ουίσκι, το οποίο θα τον αφήσει στο περιθώριο για αρκετά χρόνια. Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 κάνει τη μεγάλη του επιστροφή τόσο στο θέατρο όσο και τον κινηματογράφο, αν και πια δεν είναι παρά σκιά του παλιού καλού εαυτού του. Αποτοξινωμένος τώρα με τη βοήθεια φίλων αλλά και της τελευταίας του συζύγου, θα εμφανιστεί σποραδικά στο σανίδι μέχρι το 1997, που είναι και η τελευταία του θεατρική σεζόν.

xattzixiriistoosost18

Τα χρόνια έχουν βαρύνει τον μεγάλο μας ηθοποιό, όπως και η μάχη με τον καρκίνο. Το κοινό γελάει μεν, αλλά διακριτικά, καθώς πλέον είναι φανερό ότι το θεατρικό του τέλος είναι κοντά…

Ο Κώστας Χατζηχρήστος άφησε την τελευταία του πνοή στις 3 Οκτωβρίου 2001 στην Αθήνα από λοίμωξη του αναπνευστικού, έπειτα από δύο μήνες που παρέμεινε στο κρεβάτι του νοσοκομείου. Πριν εγκαταλείψει τον κόσμο, πρόλαβε να εκδηλώσει την πικρία και το παράπονό του:

«Δεν γελάω καθόλου. Ο Χατζηχρήστος της ζωής δεν έχει καμία συγγένεια με τον Χατζηχρήστο της σκηνής»…

http://www.newsbeast.gr

 Πίσω στα παλιά

5.5.15

ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΧΡΗΣΤΟΣ

 

Κώστας Χατζηχρήστος (1921-2001)


Ο Χατζηχρήστος πολέμησε στο αλβανικό μέτωπο του 1940-41.

Αυτό που δε θα ξεχάσω ποτέ είναι ένα απόγευμα, μόλις άρχιζε να σουρουπώνει. Είχαμε βγει περίπολο. Σε κάποια στιγμή είδα κάτι να σαλεύει σε κάτι θάμνους. Αλτ! φωνάζω, και ξεπετάγονται δυο Ιταλοί φωνάζοντας ΦΡΑΤΕΛΟ – ΦΡΑΤΕΛΟ. Ρίχτους, ακούω τη φωνή του λοχαγού πίσω μου. Έντρομοι οι Ιταλοί μου φωνάζουν ΦΡΑΤΕΛΟ – ΦΡΑΤΕΛΟ. Τι να κάνω τώρα; Βλέπεις υποχωρούσαμε τότε, γιατί είχαν μπει οι Γερμανοί. Τους σημαδεύω, αλλά βλέπω ότι είχα να κάνω με δυο αμούστακα παιδιά, σχεδόν στην ηλικία μου. Αϊ στο διάολο λέω, και τους πάω πίσω ζωντανούς.
Τους βλέπει ο λοχαγός, θεριό σωστό, λύκος σκέτος. “Τι είν’ αυτούνοι;” μου λέει άγρια! “Ιταλοί”, του λέω εγώ. “Και γιατί τους έφερες εδώ, δεν σου είπα ρίχτους;” Τσατίζομαι εγώ, παιδί τότε και το αίμα μου έβραζε. Του δίνω το όπλο και του λέω: “Ρίχτους εσύ που είσαι και ζόρικος!” Ο λοχαγός με κοίταξε λιγάκι και μετά μου λέει: “Πώς σε λένε ρε;” “Κώστα Χατζηχρήστο” του λέω. Αυτός χαμογέλασε και μου λέει μαλακά, πάρτους, δέστους σε κανένα δένδρο, άστους και ψωμί και θα τους βρούνε οι δικοί τους. Εμείς σε μια ώρα φεύγουμε και οι Ιταλοί θάναι εδώ σε δυο, τρεις ώρες. Κι έτσι γλίτωσαν οι δυο κοκορόφτεροι Ιταλοί.
από το βιβλίο του Πέτρου Γεωργιόπουλου
“Ο ΧΑΤΖΗΧΡΗΣΤΟΣ ΤΑ ΛΕΕΙ …ΟΛΑ”
Εκδόσεις ΣΜΠΙΛΙΑΣ

Στα 1943, κάπου στη Λάρισα, για να γλυτώσει από τους Γερμανούς που τον κυνηγούσαν κρύφτηκε σ’ ένα θέατρο. Δεν κάθισε όμως στους θεατές, ανέβηκε πάνω στο σανίδι και άρχισε να αυτοσχεδιάζει. Ο κόσμος κάτω άρχισε να γελάει κι αυτή ήταν η πρώτη του πετυχημένη εμφάνιση στο θέατρο.

Ένας από τους καλύτερους φίλους του Χατζηχρήστου ήταν ο Νίκος Ρίζος. Έμεναν στο ίδιο δωμάτιο και μοιράζονταν, εκτός από τις ίδιες καλλιτεχνικές ανησυχίες, και το ίδιο …πουλόβερ. Έπαιζαν στα ζάρια ποιος θα το πλύνει και ποιος θα το βάλει, μόνο που τα ζάρια ήταν «πειραγμένα» από τον Χατζηχρήστο που έτσι κέρδιζε πάντα.
Υπήρχε και κάτι άλλο. Ο Ρίζος ήταν οικονόμος, -τσιγκούνης λένε άλλοι- και έκρυβε τα λεφτά του στη φόδρα του σακακιού του. Ο Χατζηχρήστος σηκωνόταν το βράδυ, την ώρα που ο Ρίζος κοιμόταν, του ξήλωνε τη φόδρα και του έπαιρνε τα λεφτά. Την άλλη μέρα που πληρωνόταν του τα ξανάβαζε στη θέση τους.
από την εκπομπή Η ΜΗΧΑΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

Ο Χατζηχρήστος ήταν αριστερός. Στον εμφύλιο πόλεμο μάλιστα κόντεψε να πληρώσει με τη ζωή του το τίμημα των αριστερών του πεποιθήσεων.

Λοιπόν Εμφύλιος κι εγώ παίζω σε ένα θεατράκι στη Λάρισα στο θίασο του Λουκά Μυλωνά, ενώ στο «ζωντανό» πιάνο έπαιζε ο μέγας Λυκούργος Μαρκέας, που μου έσωσε και τη ζωή!
Λοιπόν όπως εγώ κάνω τα νούμερά μου, ακούω το Μαρκέα που μου λέει τραγουδιστά:
-Κώσταααα, φύγεεεε, έρχονται… να σεεε φάνεεεε οι ΕΑΟάδες. Η ΕΑΟ (Ελληνικές Αντικομμουνιστικές Ομάδες) τότε σκότωνε στα ίσα. Παρατάω το νούμερο στη μέση, πηδάω απ’ τη σκηνή και χάνομαι απ’ την πίσω μεριά των παρασκηνίων, κι έτσι γλύτωσα από σίγουρο θάνατο, αφού σε λίγα λεπτά το θεατράκι γέμισε από ένοπλους ΕΑΟάδες. Αλλά εγώ άφαντος! Αμ πώς!

Γιατί όμως οι τραμπούκοι ήθελαν να σκοτώσουν τον Χατζηχρήστο; Ήταν κανένας «σεσημασμένος» αριστερός; Την απάντηση, ειλικρινή και απροσδόκητη, μας τη δίνει ο ίδιος ο Χατζηχρήστος:

Τώρα πρέπει να πω γιατί αυτό το κυνήγι σε μένα, λες και ήμουνα κανένας μεγαλο-καπετάνιος του «ΕΛΑΣ».
Το όλο θέμα ξεκινάει από μια γυναίκα που είχα τότε, που ούτε το όνομά της θέλω να μνημονευθεί σε τούτο το βιβλίο. Λοιπόν αυτή κι εγώ για τον άλφα ή βήτα λόγο δεν μπορέσαμε να τα βρούμε. Τότε αυτή από εκδίκηση επιστρατεύει κάποιο φιλαράκο της που ήταν στην ΕΑΟ και μου κάνουν «ντου» στο θέατρο. Αν δεν ήταν ο Μαρκέας, θα ήμουνα τέζα!
από το βιβλίο του Π. ΓΕΩΡΓΙΟΠΟΥΛΟΥ
«‘Ο ΧΑΤΖΗΧΡΗΣΤΟΣ ΤΑ ΛΕΕΙ ΟΛΑ»
Εκδόσεις ΣΜΠΙΛΙΑΣ»

Και έτσι μέσω του εμφυλίου φτάνουμε στο κεφάλαιο «γυναίκες» που σίγουρα είναι το μεγαλύτερο κεφάλαιο στην ιστορία του Κώστα Χατζηχρήστου.

Μιλώντας για τον Κώστα Χατζηχρήστο, αποκλείεται να αποφύγεις εντελώς ν’ αναφερθείς στις ερωτικές και σεξουαλικές δραστηριότητές του. Γιατί ο Κώστας είναι πληθωρικά σεξουαλικός και ερωτικός. Από τότε που τον θυμάμαι είχε πάντα μια μόνιμη συζυγία που ήταν ή γάμος ή δεσμός, και συγχρόνως αμέτρητες κι ατελείωτες ερωτικές περιπέτειες, έρωτες, πηδήματα, αντιζηλίες, μαλλιοτραβήγματα, ιστορίες με δρακόντους… Ήταν ένα είδος Δον Ζουάν. Ούτε χαρτιά, ούτε ιππόδρομος, ούτε ναρκωτικά. Μια ζωή θέατρο και γυναίκες, και ωραίες γυναίκες, όχι γυναίκα να ‘ναι κι ό,τι να ‘ναι… Αναρωτιόμουν πάντα πώς τις προλάβαινε και προπαντός πώς κατάφερνε τόσες όμορφες γυναίκες που πέρασαν κατά καιρούς απ’ τη ζωή του, απ’ την καρδιά του κι απ’ το κρεβάτι του, να τον ερωτευτούν… Κάποτε έμαθα. Ο Κώστας έχει το ταλέντο που λίγοι άντρες έχουν! Όταν είναι ερωτευμένος, αφοσιώνεται ολόψυχα γι’ αυτό το μικρό διάστημα που κρατάει ο έρωτας, η καψούρα θα την έλεγα εγώ, και το δείχνει με κάθε δυνατό τρόπο, που θα είναι μια γλυκιά κουβέντα, ένα αγκάλιασμα σε στιγμή απρόσμενη ή κάποιο λαχταριστό δώρο, έτσι ξαφνικά, όταν δεν το έχεις ζητήσει κι όταν δεν το περιμένεις, αλλά το έχεις ποθήσει κρυφά, κι εκείνος διάβασε τη σκέψη σου, που μπορεί να είναι από ένα λουλούδι μέχρι έναν πίνακα αξίας. Όχι, δεν έχω προσωπική πείρα. Δε μου ρίχτηκε ποτέ.
ΣΠΕΡΑΝΤΖΑ ΒΡΑΝΑ «Ο ΟΡΓΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΜΠΡΑΒΟ»
Εκδόσεις ΑΓΚΥΡΑ

Η Σπεράντζα Βρανά, περιγράφοντας τα δώρα που έκανε ο Χατζηχρήστος στις γυναίκες, αναφέρει πως ξεκινούσαν από ένα λουλούδι. Τώρα βέβαια όταν αναφερόμαστε στον Χατζηχρήστο η ποσότητα «ένα» δε σημαίνει απαραίτητα ένα λουλούδι, μπορεί να σημαίνει και ένα …αυτοκίνητο λουλούδια! Η Αλίκη Γεωργούλη, διηγούμενη τη δικιά της εμπειρία, γίνεται πιο συγκεκριμένη.

Είχε ένα αυτοκίνητο, ασήμαντο σαραβαλάκι. Κάνω να μπω και τα χάνω. Μόλις και χωρούσα. Ήταν γεμάτο λουλούδια. Έτσι ήταν ο Χατζηχρήστος, πληθωρικός και έντιμος. Το παιχνίδι είχε τελειώσει. Άρχιζαν τα σοβαρά. Τον ερωτεύτηκα.
(…)Ήταν ωραίος άνθρωπος ο Χατζηχρήστος. Καλοπροαίρετος. Αυθόρμητος.
ΑΛΙΚΗ ΓΕΩΡΓΟΥΛΗ «ΑΠΟ ΤΟΝ ΛΕΝΙΝ ΣΤΟΝ ΒΕΡΣΑΤΣΕ»
Εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ

Και βέβαια, όπως λέει ο λαός, το πιάτο του κυνηγού και του ψαρά δεν είναι πάντα γεμάτο. Η Ρίκα Διαλυνά θυμάται πως κάποτε, στα γυρίσματα της ταινίας «Λαός και Κολωνάκι», ο Χατζηχρήστος της προσέφερε ένα πανάκριβο κόσμημα. Το αρνήθηκε, πολύ ευγενικά, μην αφήνοντας καμία ελπίδα στον Χατζηχρήστο, γρήγορα όμως είδε το κόσμημα να το φοράει κάποια άλλη ηθοποιός…

Από την ταινία του Αλέκου Σακελλάριου: «Ο Ηλίας του 16ου (1958)
Τα χαστούκια στον Βέγγο ήταν πραγματικά!


Καλά πήγε η μέρα σήμερα. Χώσαμε και δυο στο κρατητήριο. Να μην είμαστε και πλεονέκτες!

Τα μαμούνια φταίνε

Ο Κώστας Χατζηχρήστος θυμάται ένα περιστατικό από την ερμηνεία του ως …μπακαλόγατος:Λοιπόν θυμάμαι ένα περιστατικό στο θέατρο. Εγώ έπαιζα ένα βοηθό μπακάλη (μπακαλόγατος) κι είχα για αφεντικό μου τον Βασίλη Αυλωνίτη. Το σκηνικό φυσικά ήταν ένα μπακάλικο. Λοιπόν αρχίζει η παράσταση. Κόσμος φουλ κι όπως έλεγε το έργο, μπαίνει μέσα μια πελάτισσα (Έλσα Ρίζου) να ψωνίσει φακές. “Παρακαλώ μια οκά φακές, μου βάζετε”, λέει η Έλσα. “Βάλε ρε φακές στη μαντάμ”, λέει ο Αυλωνίτης, ενώ ζαχαρώνει με την Έλσα. Κάνω εγώ να βάλω φακές, πού… οι φακές; Δεν υπήρχαν στη θέση τους. (Αργότερα μάθαμε ότι ο φροντιστής είχε ξεχάσει να βάλει το σακκί με τις φακές στο σκηνικό). Αμάν, λέω, καήκαμε. Βλέπεις ήταν αναπάντεχο και ψιλοξαφνιάστηκα. Άντε ρε, βάλε φακές στη μαντάμ, μου λέει ο Αυλωνίτης και με κοιτάει παράξενα που καθυστερούσα. Τότε για να μην κάνει “κοιλιά” το έργο, πάω στη Ρίζου και της λέω, προς κατάπληξη του Αυλωνίτη και της Έλσας. Ξέρετε μαντάμ, φακές δεν έχουμε. Δεν έχετε, ρωτάει σαν χαμένη η Ρίζου. Γιατί; Γιατί τι να σου κάνουν οι φακές μαντάμ; Τα μαμούνια φταίνε. Μπήκαν στο σακκί, πήραν από μια φακή στον ώμο, και φύγαν στον κατήφορο, άντε τώρα να πιάσεις εσύ τα μαμούνια! Για μια στιγμή έγινε σιωπή. Μετά ο κόσμος άρχισε να γελάει σαν τρελός και να χειροκροτάει, ενώ ο Αυλωνίτης και η Έλσα άρχισαν να γελούν κι αυτοί, γιατί κατάλαβαν ότι κάτι συμβαίνει με τις φακές. Τελικά η πελάτισσα πήρε ροβίθια! Έτσι αναγκάστηκα να πω ό,τι μου κατέβηκε να σώσω την παράσταση. Και από μια αμέλεια του φροντιστή μας γεννήθηκε μια νέα “ατάκα” στην παράσταση που όποτε την έλεγα “χαλούσε κόσμο” και στο θέατρο και στον κινηματογράφο.
από το βιβλίο του ΠΕΤΡΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΠΟΥΛΟΥ “Ο ΧΑΤΖΗΧΡΗΣΤΟΣ ΤΑ ΛΕΕΙ …ΟΛΑ” Εκδόσεις ΣΜΠΙΛΙΑΣ

η γενναιοδωρία του

Π. ΠΑΛΙΕΡΑΚΗΣ: Θυμάμαι, κάποιο βράδυ είχαμε πάει σε μια ταβέρνα στην Πλάκα. Τότε υπήρχε μια συνήθεια και τα βιολιά έρχονταν απάνω στο τραπέζι σου. Εκεί απέναντι μας λοιπόν καθότανε μια παρέα που ήτανε ο Ωνάσης και έπαιζαν τα βιολιά απάνω του και ξαφνικά, μετά τον Ωνάση, έρχονται σε μας. Ρωτάει λοιπόν ο Χατζηχρήστος «πόσα σας έδωσε, ρε παιδιά, αυτός;» «Ε, κ. Χατζηχρήστο…», «Ρε, πόσα σας έδωσε;» «Ε, μας έδωσε, κ. Χατζηχρήστο, τότε 500 δραχμές, ήταν λεφτά». «Δώστε τα πίσω να σας δώσω εγώ 2 χιλιάδες». Βέβαια, απέναντι ο Ωνάσης γέλαγε «Γεια σου, Κωστάκη» του είπε από μακριά και γέλαγε κι ο Ωνάσης και γέλασε κι όλος ο κόσμος με το αστείο αυτό, το χαριτωμένο, του Κώστα Χατζηχρήστου.
ΒΑΣΙΑ ΤΡΙΦΥΛΛΗ: Ο Κώστας, απ’ ό,τι θυμάμαι, τελείωναμε την παράσταση, φεύγαμε και …«αγόραζε παρέα», πώς να στο εξηγήσω, μάζευε έναν κόσμο ολόκληρο γύρω του και πηγαίναμε και τρώγαμε και ήμαστε 10 άτομα, 15 άτομα… Να πληρώσεις; Α, Παναγία μου, δε σου ξαναμίλαγε ποτέ. Δεν υπήρχε περίπτωση να πληρώσεις εφόσον ήσουν σε τραπέζι του Χατζηχρήστου.
ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ: Δεν αγαπούσε τα χρήματα για τα χρήματα. Τα ξόδευε. Δεν υπάρχει καλλιτέχνης ή φτωχός άνθρωπος που να μην έχει ωφεληθεί από τον Χατζηχρήστο. Όλα του τα λεφτά τα διέθετε σε ανθρώπους που πραγματικά είχαν ανάγκη και γι’ αυτό ίσως πολλοί απ’ αυτούς δεν τον ξέχασαν και αργότερα στις δύσκολες στιγμές του.
από την εκπομπή της ΕΡΤ
Τ’ ΑΣΤΕΡΙΑ ΛΑΜΠΟΥΝ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ

ΤΑΚΗΣ ΜΠΑΓΙΑΤΗΣ: Η γενναιοδωρία του Χατζηχρήστου ήταν θρυλική. Βοηθούσε κρυφά αρκετές οικογένειες. Μια μέρα πηγαίνοντας στο σπίτι του Χατζηχρήστου είδα δύο (έναν άντρα και μια γυναίκα) να κατεβαίνουν με μία τηλεόραση. Τους λέω πού την πάτε την τηλεόραση; Μου λένε μας τη χάρισε ο κύριος Χατζηχρήστος. Ανεβαίνω πάνω, δε βλέπω την τηλεόραση. Λέω, Κώστα, τι έγινε η τηλεόραση; Άσε μου λέει, θα πάρουμε άλλη.
ΒΥΡΩΝ ΜΑΚΡΙΔΗΣ: Το βράδυ ξέρανε πού πηγαίνει και τρώει και όλα τα μπατήρια ηθοποιοί πηγαίναν και τρώγαν εκεί που έτρωγε. Και όπως ήταν επόμενο απαγορευόταν να βάλει κανείς το χέρι στην τσέπη. Ήτανε άρχοντας γενικά.
ΒΑΣΙΑ ΤΡΙΦΥΛΗ: Είχε τρύπια χέρια.
από την εκπομπή
Η ΜΗΧΑΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

Τι σχέση μπορεί να είχε ο Κώστας Χατζηχρήστος με τον Μενέλαο Λουντέμη; Κι όμως, λόγω της σχέσης του με την Αλίκη Γεωργούλη¹, ο Χατζηχρήστος προσπάθησε κι αυτός να βοηθήσει τον μεγάλο Έλληνα συγγραφέα όταν δικαζόταν² στα 1956 για το -υποτίθεται- ανατρεπτικό περιέχομενο δύο βιβλίων του.

Όταν κατάφερα να πλησιάσω τα σύρματα και να φωνάξουν το Λουντέμη, ήταν σε κακή κατάσταση. Τόσο που τον λυπήθηκε κι ο χωροφύλακας.
Άνοιξε τρία μικροσκοπικά πορτόνια, είκοσι εκατοστών το πολύ, στα τρία σύρματα, και τον άφησε να μου πιάσει το χέρι. Τα δάκρυα του Λουντέμη έτρεχαν βροχή³. Από απόγνωση; Από εγωισμό; Από μια έφεση προς τη δυστυχία; Κανένας δεν μπορεί να ξέρει. Ήταν αλλόκοτος άνθρωπος. Και πολύ απαιτητικός…
Να συμβαίνουν μέσα αυτά… και έξω ο Χατζηχρήστος, Άτλαντας αυτοπροσώπως, να προσπαθεί να πείσει τον σκοπό να παραλάβει την πραμάτεια του: ένα στρώμα που είχε στην πλάτη του και μια κούτα τρόφιμα. Δε μου είχε πει τίποτα. Έκανα πως δεν τον είδα, προσπάθησα να μη με δει και τον άφησα να ολοκληρώσει τον αγώνα του. Κατάφερε και πέρασε τα τρόφιμα.
ΑΛΙΚΗ ΓΕΩΡΓΟΥΛΗ «ΑΠΟ ΤΟΝ ΛΕΝΙΝ ΣΤΟΝ ΒΕΡΣΑΤΣΕ»
Εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ

¹Η Αλίκη Γεωργούλη γράφει πως κινητοποίησε σε εκείνη τη δίκη σημαντικούς -μη αριστερούς- ανθρώπους που έσπευσαν να υπερασπιστούν τον Λουντέμη, όπως ο Μυριβήλης, ο Θεοτοκάς και ο Βενέζης.²Στη δίκη εκείνη, ο Λουντέμης, όταν του ζήτησαν να υπογράψει «δήλωση μετανοίας» είπε πως «χρειάστηκαν εκατομμύρια χρόνια για να γίνουν τα τέσσερα πόδια δύο. Δε θα τα κάνω πάλι τέσσερα εγώ!»³Τα δάκρυα του Λουντέμη δεν οφείλονταν μόνο στο θέμα της δίκης του, αλλά και στο ότι μόλις είχε ακούσει από τη γυναίκα, με την οποία συνδεόταν, πως ήθελε να τον χωρίσει.

η οικονομική καταστροφή

Το 1964 ανεβάζει στο ΠΑΡΚ την επιθεώρηση «Παριζιάνα» όπου συμμετείχε το περίφημο Καζινό ντε Παρί, ένα από τα πιο γνωστά –τότε- καμπαρέ του Παρισιού. Ήταν μια πανάκριβη παραγωγή, με αυτοκίνητα επί σκηνής, πολλούς ηθοποιούς και μπαλέτα. Συνολικά απασχολούσε 118 άτομα. Όλους τους πλήρωνε ο Χατζηχρήστος. Η τότε γυναίκα του, η Ντιριντάουα είχε υπολογίσει πως ακόμα και αν το θέατρο ήταν γεμάτο κάθε μέρα, πάλι ο Χατζηχρήστος θα έχανε ημερησίως 38.000 δραχμές. Έτσι αναγκάστηκε να βάλει ακριβό εισιτήριο, αλλά το χειρότερο ήταν που υποχρέωσε τους άντρες θεατές να προσέρχονται στο θέατρο με γραβάτα. Το έργο στην αρχή πήγε καλά αλλά αργότερα, όταν ανέβηκε δίπλα στο Μετροπόλιταν επιθεώρηση, άρχισε σιγά σιγά να χάνει θεατές μέχρι που τελικά οδήγησε την επιχείρηση του Χατζηχρήστου σε πραγματικό φιάσκο. Τότε ήταν που ο Χατζηχρήστος έπαθε το πρώτο εγκεφαλικό, και μάλιστα επί σκηνής.

Το μεγαλύτερο πλήγμα της ζωής του όμως το δέχτηκε πολλά χρόνια αργότερα, όταν, εντελώς ξαφνικά, πέθανε η τέταρτη σύζυγός του, σε ηλικία μόλις 42 ετών, με την οποία είχε μεγάλη διαφορά ηλικίας. Την ίδια εποχή έχασε και το θέατρό του και έτσι κατέφυγε στο ποτό, από το οποίο δεν ξέκοψε ποτέ.
Τελικά έφτασε να μην έχει ούτε σπίτι για να μείνει. Έτσι πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του φιλοξενούμενος σε ένα ξενοδοχείο. Σε μια από τις τελευταίες του συνεντεύξεις δήλωσε: «Χαρτιά δεν ξέρω. Από ιππόδρομο δεν έχω ιδέα. Πού πήγαν όλα αυτά τα χρήματα;»

Ένα συγκινητικό βίντεο από το 1997. Η τελευταία θεατρική σεζόν του Κώστα Χατζηχρήστου. Εντάξει, το κείμενο είναι μετριότατο, αλλά και τα χρόνια έχουν βαρύνει τον μεγάλο ηθοποιό. Η φωνή του δεν είναι όπως ήταν, η άρθρωση του το ίδιο, ενώ ο βήχας του είναι εμφανέστατος και μάλιστα φτάνει κάποιες στιγμές να του κόβει την ανάσα. Το κοινό γελάει αλλά διακριτικά. Είναι πλέον φανερό ότι το θεατρικό τέλος του Χατζηχρήστου είναι κοντά.

https://logomnimon.wordpress.com

 Πίσω στα παλιά

5.2.14

ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΧΡΗΣΤΟΣ–ΣΑΜΠΑΝΙΑ ΚΑΙ ΡΕΤΣΙΝΑ

 




Από την περίοδο της Kατοχής, που έκανε την πρώτη θεατρική του εμφάνιση, μέχρι την δεκαετία του '70, έπαιξε σε 200 περίπου ταινίες, ενώ εξακολούθησε να συμμετέχει σε επιθεωρησιακά σχήματα ώς και μετά τα μέσα της δεκαετίας του '90. Η καλλιτεχνική του ζωή πλούσια, με πολλές συνεργασίες (ως θιασάρχης, συνθιασάρχης ή πρωταγωνιστής), ερμήνευσε πρόζα, επιθεώρηση, μουσική κωμωδία, άφησε εποχή με δύο από τις πιο πολυδάπανες παραστάσεις στην ιστορία της ελληνικής επιθεώρησης: την «Παριζιάνα» και το «Σαμπάνια και πενιές», με τη συμμετοχή κλιμακίου του «Kαζίνο ντε Παρί» (1964). Το 1965, στέγασε τον θίασο του στο δικό του θέατρο «Χατζηχρήστου». Η Kαίτη Ντιριντάουα (υπήρξε και συζύγός του - έκανε συνολικά τέσσερις γάμους, απέκτησε δύο κόρες), ο Βασίλης Αυλωνίτης, η Γεωργία Βασιλειάδου, ο Νίκος Σταυρίδης, ο Μίμης Φωτόπουλος, ο Νίκος Ρίζος, η Αννα Φόνσου, ο Γιάννης Γκιωνάκης, ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, ήταν ανάμεσα στους στενούς συνεργάτες του Kώστα Χατζηχρήστου.

Από την αξιοζήλευτη σε αριθμό ταινιών φιλμογραφία του, ο ίδιος ξεχώριζε τον «Μπακαλόγατο». Ενδεικτικά αναφέρουμε: «Διακοπές στην Kολοπετινίτσα», «Ο Δήμος από τα Τρίκαλα», «Λαός και Kολωνάκι», «Ο Θύμιος τα 'χει τετρακόσια», κ.ο.κ. Αλλά ο ρόλος με τον οποίο άφησε τη σφραγίδα του ήταν ο βλάχος από την Μακρακώμη. Τόσο ώστε -όπως έλεγε- πολλοί νόμιζαν ότι κατάγεται από εκεί!

Ο Θύμιος του «αμ πώς!» και της «ασωπής», που γέμιζε τα θέατρα και τους κινηματογράφους, που βρήκε στο ύφος και στο στυλ του πολλούς μιμητές, πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του σε ξενοδοχεία, ενώ χρέη και μια χρονοβόρα δικαστική εμπλοκή τού είχαν στερήσει το «Θέατρο Χατζηχρήστου», το οποίο θεωρούσε «σπίτι του». Η επιθυμία του να επιστρέψει για να παίξει για τελευταία φορά δεν μπόρεσε να πραγματοποιηθεί.

Γυναίκες, ζωή και τέχνη με... ταχύτητες μεγάλες

Η ζωή του K. Χατζηχρήστου ήταν πληθωρική, γεμάτη επιτυχίες, δόξα, απολαύσεις αλλά και πολλά σκαμπανεβάσματα. Δηλώσεις του, συνεντεύξεις που παραχώρησε παλιότερα αλλά και πρόσφατα, διηγήσεις και κυρίως εξομολογήσεις σε συναδέλφους του, ξετυλίγουν μια επιτυχή καριέρα και μια περιπετειώδη, άστατη ζωή.

Δον Ζουάν. Ετσι τον περιγράφει η συνάδελφός του Σπεράντζα Βρανά που τον έζησε επαγγελματικά από νωρίς. «Μια ζωή θέατρο και γυναίκες, και ωραίες γυναίκες, όχι γυναίκα να 'ναι κι ό,τι να 'ναι...». Ομως και ο ίδιος ο Χατζηχρήστος το είχε παραδεχθεί πολλές φορές. «Πλήρωσα τις τρέλες μου» είχε πει στην «Ελευθεροτυπία» (Ολγα Μπακομάρου). «Οι γυναίκες έπαιξαν μεγάλο ρόλο στη ζωή μου».

Τέσσερις γάμοι και πολλοί έρωτες και πάντα σεβασμός για την Ντιριντάουα «ήταν κυρία» υπογράμμιζε σε κάθε περίσταση. Kαι βέβαια η τελευταία του σύζυγος Βούλα, που τον στήριξε στις δυσκολότερες στιγμές. «Ηταν η σωτηρία μου» έλεγε. Τη συνάντησε όταν έχασε στη δεκαετία του '80 την τρίτη του σύζυγο (μόλις 42 ετών), εποχή που στράφηκε στο ποτό. «Αυτή με πήγε στο νοσοκομείο κι έκανα αποτοξίνωση, αυτή στάθηκε δίπλα μου και στις δύσκολες μέρες, μαζί πεινάσαμε... «Η ηρωίδα» που άντεξε «όλα τα στραβά».

Πρώτος του γάμος («μικροπαντρεύτηκα») ήταν η Νίτσα «μια όμορφη κοπέλα από τη Νάουσα». Το 1942 όπως περιγράφει στις διηγήσεις του για το βιβλίο της Σπ. Βρανά «Επιθεώρηση» (εκδόσεις «Γλάρος») «στη μεγάλη πείνα, φεύγουμε και πάμε εργάτες στη Γερμανία». «Δεν ήξερα ότι θα τραβάγαμε των παθών μας τον τάραχο. Μας πιάνουνε, με κουρεύουν εμένα και μας χωρίζουνε. Εμένα με στείλανε στο Ετζεσφιλντ και τη Νίτσα στο Μπάντεν Μπάντεν (...). Kι έτσι βρεθήκαμε κρατούμενοι, μόνο που δεν ήμαστε σφαγιασμένοι, γιατί οι άλλοι οι σφαγιασμένοι στελνόντουσαν στο Νταχάου ή για εκτέλεση. Μαύρες μέρες γεμάτες αγωνία».

Επέστρεψαν ύστερα από έξι μήνες. Εκείνη άρρωστη και ο Χατζηχρήστος ύστερα από πολλές περιπέτειες γιατί δεν είχε χαρτιά. «Ξανασμίγουμε λοιπόν με τη Νίτσα, κι ένα βράδυ στη Νάουσα έρχεται ένας θίασος Αλεξάνδρου, τσαντίρι Παπαδόπουλου. Πάμε λοιπόν, και ψωνίζομαι με το θέατρο». Ετσι κόλλησε στον θίασο και έπαιξε τον πρώτο του ρόλο, έναν αμαξά. Αρχές του 1943 και οι περιπέτειες και οι ταλαιπωρίες δεν έχουν τέλος στα μπουλούκια της εποχής, από τα οποία άρχισε.

Εαμ. «Λίγους μήνες πριν από την απελευθέρωση, πάω αντάρτης στον Αρη Βελουχιώτη στην Kαρδίτσα. Η απελευθέρωση με βρίσκει πάλι στη Λάρισα, κι όταν ο Σαράφης μίλησε και είπε εδώ παιδιά, τελειώσαμε κι εγώ παραδίδω τα όπλα και φεύγω, γιατί δεν θέλω πια ΕΑΜ και τέτοια, εδώ παλεύαμε για να απελευθερώσουμε την πατρίδα μας, η πατρίδα μας ελευθερώθηκε.

Πρώτη Επιτυχία. Παίζει με τον θίασο της Kούλας Νικολαΐδου στη Λ. Αλεξάνδρας, (εκεί ερωτεύθηκε την αδελφή της Μαίρη), και υποδύεται έναν βλάχο - τροχονόμο. Για να παίξει τον ρόλο έγινε καβγάς. Τελικά «Σκίζω κόκκαλα!». Παντρεύεται την Μαίρη Νικολαΐδου, αποκτά την κόρη του Τέτα, πάει περιοδεία στο Kάιρο και γυρίζει την ταινία με τον Λογοθετίδη «Ενα βότσαλο στη λίμνη». Τότε γνωρίζεται και με τον Σακελλάριο ο οποίος προφητεύει: «Είσαι μεγάλο χαρτί»!

Ο τρίτος γάμος είναι με την Ντριντάουα (με την οποία αποκτά τη δεύτερη κόρη του). Το έργο που ανέβηκε στο «Ριάλτο», «Γρανίτα από χωνάκι, λαός και Kολωνάκι» σημειώνει τεράστια επιτυχία. «Kάνω σκόνη το σύμπαν» είχε πει για εκείνη τη δουλειά και έκτοτε η πορεία προς την κορυφή είναι διαρκώς ανοδική. Το 1962 τον βρίσκει στο «Μετροπόλιταν» που συνεχίζει τη θιασαρχική του καριέρα, ενώ την ίδια εποχή απέκτησε το θέατρο «Χατζηχρήστου» δίνοντας στον Πανάγιο Τάφο «ένα εκατομμύριο εφτακόσιες χιλιάδες».

Αυτοσχεδιασμοί. Ανήκε στη γενιά εκείνη που το κάθε νούμερο έπαιρνε άλλη μορφή στα χέρια του. «Εβγαινα στη σκηνή κι έκανα άλλο κι όχι αυτό που μου είχαν γράψει. Εβαζα τόσες προσθήκες μέσα, που γινότανε άλλο νούμερο. Δεν τις είχα προετοιμασμένες, γι' αυτό κι ήταν διαφορετικές κάθε βράδυ».

Πίκρες. Πολλές. Η κυριότερη, όλη αυτή η αντιδικία για το θέατρό του, το οποίο και έχασε τελικά. Ομως και κάποιες απουσίες από τη σκηνή. Στη Σπ. Βρανά και πάλι εξομολογείται: «Τελευταία (καλοκαίρι 1982) με φωνάξανε στο Δελφινάριο και δεν με ήθελε κανένας από τους συναδέλφους. Αλλος έλεγε ότι πίνω, άλλος ότι δεν τα λέω. Kαι πάω και μου δίνει ο Kαλαμίτσης ένα νουμεράκι δύο σελιδούλες μόνο. Εριξα μια ματιά και τις έβαλα στην τσέπη μου. Είπα Kώστα, εδώ έχει ψωμί. Παναγιά μου, επρόκειτο για έναν ξάδερφό μου που του 'χε φύγει η σπλήνα και έπρεπε να τον φέρω στην Αθήνα απ' το χωριό, να τον βάλω σε νοσοκομείο. Kαταλαβαίνεις τι σκέφθηκα και τι έπιασα στον δρόμο. (...) Το λέω χωρίς ντροπή, άρπαζα την παράσταση. Kι ο Kωνσταντίνου έγραφε κάθε μέρα τι έλεγα, διότι κάθε βράδυ έλεγα άλλα... Kι ένα νούμερο που ήταν για τρία λεπτά, εγώ το έκανα ένα τέταρτο, και τα χάσανε όλοι αυτοί, κι αρχίσανε σιγά σιγά να μου μιλάνε, ο Μεταξόπουλος να μ' αγκαλιάζει, ο Kωνσταντίνου, ο Φυσσούν...».

«Το σπίτι μου»: Θέατρο Χατζηχρήστου. «Είπα ότι εγώ θα πεθάνω μέσα στο θέατρο αυτό. Οταν το πήρα, ήταν ένα τραγικό υπόγειο με χιλιάδες ποντίκια, που το μικρότερο ήταν σαν γάτα... Kάναμε χιλιάδες απολυμάνσεις τότε, τα ποντίκια εξαφανίστηκαν, έμεινε μόνο ένα, που όταν έβγαινα για να κάνω το νούμερό μου, ξετρύπωνε και με κοιτούσε. Δύο πρωταγωνίστριες έχω κάνει στη ζωή μου να πηδήξουν ώς το ταβάνι, την Αννα Φόνσου και τη Βάσια Τριφύλλη. Εξ αιτίας αυτού του ποντικού... Δεν είναι τίποτα, τους είπα, το παιδί μου είναι και με παρακολουθεί».

Σταθμοί. Στο θέατρο θεωρούσε την παράσταση «Ο άνθρωπος που γύρισε από τα πιάτα» και στο σινεμά την ταινία «Μπακαλόγατος». «Αν ο κόσμος θεωρούσε καλύτερη ταινία μου τον Ηλία του 16ου, εγώ νομίζω ότι ο Χατζηχρήστος εκεί που έδωσε ρεσιτάλ ήταν στον Μπακαλόγατο» είχε πει πριν από λίγα χρόνια.

Τον ρόλο του βλάχου τον έπαιξε για να ξεγύγει από εκείνους του μάγκα. Ομως η πρώτη επιλογή, παρότι και τον καθιέρωσε, έγινε με το ζόρι. «Μόνο που δεν σκότωσα τον K. Νικολαΐδη για να παίξω τον βλάχο». «Με θεωρούν βλάχο; Πώς είναι δυνατόν;» αναρωτιόμουν μετά την τρομερή επιτυχία». Σε άλλη συνέντευξή του είχε πει για τη συγκεκριμένη επιλογή:«Δέχθηκα με κρύα καρδιά κι έγινε χαλασμός πάλι, και τρώω έκτοτε ψωμάκι από τον Θύμιο κι από τα χεράκια αυτών των ανθρώπων που τον φτιάξανε».

Λεφτά. «Από τα χέρια μου πέρασαν πολλά χρήματα. Επρεπε να κρατώ πισινή. Ούτε χαρτοπαίκτης ήμουνα, ούτε ιπποδρομιάκιας. Ημουν αυτός που όταν τέλειωνε η παράσταση έπαιρνα όλο τον θίασο και πηγαίναμε να γλεντήσουμε όλοι μαζί, είχε πει σε συνέντευξή του το '97 στον «Αδέσμευτο Τύπο».

Αλκοόλ. «Το άτιμο κόντεψε να με ξεκάνει. Η πρώτη μου γνωριμία μαζί του έγινε το 1953. Τότε το πρωτόβαλα στο στόμα μου. Είχαμε πάει τουρνέ στην Αίγυπτο. Εγιναν πολλά εκεί... (...) Μου το 'μαθε ο Kούλης Στολίγκας. Το 'μαθα. Το συνήθισα... Θυμάμαι, επειδή απαγορευόταν μετά τις 12 το βράδυ η κατανάλωση αλκοόλ, έριχνα το ουίσκι σε μια κούπα λερωμένη από καφέ κι έτσι οι Αιγύπτιοι νόμιζαν ότι έπινα καφέ». Τριάντα πέντε χρόνια μετά -όπως παραδέχθηκε σε συνέντευξή του στο «Εθνος»- το ξανάπιασε και πάλι. «Ο θάνατος της τρίτης γυναίκας μου με έκανε κομμάτια». «Αρχισα να πίνω χωρίς κανένα μέτρο. Ζούσα μονο για να πίνω. Αρρώστησα. Χάθηκα από τη θεατρική ζωή. Επινα συντροφιά με τον σκύλο μου...».

Kωμικός. Στη σκηνή. Στη ζωή όπως και οι περισσότεροι της γενιάς του ήταν διαφορετικός. «Δεν γελάω καθόλου. Ο Χατζηχρήστος της ζωής δεν έχει καμία συγγένεια με τον Χατζηχρήστο της σκηνής». Kι αν αυτά ήταν οι κουβέντες πικρίας των τελευταίων χρόνων, όσοι τον γνώρισαν ήξεραν ότι ούτε τον κλόουν έκανε στις παρέες ούτε πρόσφερε το γέλιο άνευ λόγου. Στη ζωή ήταν σοβαρός, ένας μετρημένος Θύμιος με πολλά βέβαια πάθη.

Από τα μπουλούκια της επαρχίας ώς το θέατρο Χατζηχρήστου

Ο Kώστας Χατζηχρήστος γεννήθηκε το 1921 στη Θεσσαλονίκη. Πρωτοεμφανίστηκε στο σανίδι κατά τη διάρκεια της Kατοχής με τον θίασο του Λουκά Μυλωνά. Αργότερα, ήρθε στην Αθήνα και εργάστηκε σε βαριετέ στο Θέατρο «Μισούρι» στον Πειραιά και στον θίασο της Νίτσας Γαϊτανάκη, όπου έπαιξε το «Στραβόξυλο» του Δημήτρη Ψαθά. Από το 1945 και για τρία χρόνια δούλεψε στον θίασο οπερέτας του Παρασκευά Οικονόμου. Το 1951 γίνεται ευρύτερα γνωστός με τη συμμετοχή του σε διάφορες επιθεωρήσεις στο Ακροπόλ, δημιουργώντας με επιτυχία τον σατιρικό τύπο του Θύμιου. Το 1952 συγκροτεί δικό του θίασο, αλλά εμφανίζεται και ως συνθιασάρχης με πρωταγωνιστές της μουσικής σκηνής. Τα επόμενα χρόνια συνεργάζεται με την Kαίτη Ντιριντάουα, την οποία παντρεύεται αργότερα, και τον Kούλη Στολίγκα. Ιδιαίτερη επιτυχία γνωρίζει η παράσταση «Kόκα-κόλα» των Γιαλαμά - Θίσβιου - Πρετεντέρη. Συνεχίζει τη θιασαρχική του επιτυχία με κωμωδίες και επιθεωρήσεις: «Σαμπάνια και Ρετσίνα», «Ο Λήσταρχος Νταβέλης», «Σκάνδαλο στο Μουλέν Ρουζ», «Τα φώτα του Φώτη», «Σάντα Τσικίτα», «Ρωμέικη Φιέστα». Η θιασαρχική τριάδα Αυλωνίτη - Βασιλειάδου - Ρίζου συνεργάζεται με τον θίασο του Χατζηχρήστου και ανεβάζουν την κωμωδία «Ο κύριος Πτέραρχος» των Σακελλάριου - Γιαννακόπουλου και αργότερα τις κωμωδίες «Kάτω οι γυναίκες» και «Της κακομοίρας».

Το 1963 συνεργάζεται με τον Νίκο Σταυρίδη και τον Γιάννη Γκιωνάκη στην κωμωδία «Εκατό χιλιάδες δολάρια» και στο «Ενας έξυπνος βλάκας» των Ν. Τσιφόρου και Πολ. Βασιλειάδη. Επίσης εμφανίζεται στο έργο «Kομπολόι δέκα χάνδρες» με διάφορα σκετς πολλών συγγραφέων. Αμέσως μετά πρωταγωνιστεί στο έργο-σταθμός της καριέρας του «Ο Ηλίας του 16ου» των Α. Σακελλάριου - Χρ. Γιαννακόπουλου.

Εκείνη την εποχή ανεβάζει και τις πολυδάπανες επιθεωρήσεις «Παριζιάνα» και «Σαμπάνια και πενιές». Το καλοκαίρι του 1965 κάνει μια μεγάλη περιοδεία στην Αμερική και ύστερα στεγάζει το θεάτρό του στην ομώνυμη στοά της οδού Πανεπιστημίου. Τον χειμώνα του 1968-69 ανεβάζει εκεί το έργο των Τσιφόρου - Βασιλειάδη «Ο άνθρωπος που γύρισε από τα πιάτα» με συνθιασάρχες την Αννα Φόνσου και τον Διονύση Παπαγιαννόπουλο. Αμέσως μετά περιοδεύει με τον θίασό του στην Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία. Υστερα συνεργάζεται με τον Μίμη Φωτόπουλο («Ο αεροπειρατής» και «Βίβα απάτα» κ.ά.), με την Αννα Φόνσου και τον Θ. Kαρακατσάνη («Δύο γάτοι ερωτιάρηδες» και «Η τιμή της αδελφής μου») καθώς και με τον Ντίνο Ηλιόπουλο («Kαίσαρ και Ναπολέων» κ.ά.).

Δεν σταμάτησε να εμφανίζεται κατά διαστήματα με δικούς του θιάσους, παρουσιάζοντας συνήθως επιθεωρήσεις ή πρόζα. Το 1994-95 έπαιξε στο θέατρό του την επιθεώρηση «Δεν ήξερες, δεν ρώταγες», ενώ τον επόμενο χειμώνα ανεβάζει σε συνεργασία με τον Γ. Πάντζα το έργο του K. Παπαπέτρου «Τρελάθηκα και σώθηκα».

Η πλούσια κινηματογραφική του δραστηριότητα περιελάμβανε εκατό περίπου ταινίες. Πρώτη του εμφάνιση στον «Πύργο των ιπποτών» (1952). Ακολουθούν: «Να ζήσουν τα φτωχόπαιδα», «Εχει θείο το κορίτσι», «Λαός και Kολωνάκι», «Ο Θύμιος τα 'κανε θάλασσα», «Διακοπές στην Kολοπετινίτσα», «Μακρυκωσταίοι και Kοντογιώργηδες», «Ο Θύμιος τα 'χει 400», «Ο Δήμος απ' τα Τρίκαλα», «Ο Μιχαλιός του 14ου Συντάγματος», «Ο ταυρομάχος προχωρεί», «Ο παράς και ο φουκαράς», «Ο θαλασσόλυκος», «Ο Μελέτης στην άμεσο δράση», «Ο κακός, ο ψυχρός και ο ανάποδος», «Ο Ηλίας του 16ου», «Τι κάνει ο άνθρωπος για να ζήσει», «Ο Θύμιος εναντίον Τσίτσου» κ.ά.

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

πηγή

πίσω στα παλιά

27.12.13

Ο ΓΑΜΟΣ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΧΡΗΣΤΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΙΤΗ ΝΤΙΡΙΝΤΑΟΥΑ

Έρωτας ή συμφέρον;

gamos xatzi-ntiri

Στις 30 Σεπτεμβρίου 1959 ο γάμος του Κώστα Χατζηχρήστου με την πληθωρική ηθοποιό Καίτη Ντιριντάουα γίνεται πρώτο θέμα στις κοσμικές στήλες των εφημερίδων. Το ενδιαφέρον του Τύπου για τους νεόνυμφους ήταν τέτοιο,

που η εφημερίδα «Ακρόπολις» φιλοξένησε το πρώτο 48ωρο του ζευγαριού, δημοσιεύοντας φωτογραφίες με τρυφερές σκηνές. Σε μια από αυτές,

φαίνεται η Ντιριντάουα να ξυρίζει τον Χατζηχρήστο.

zevgarilo

Ο έρωτας του ζευγαριού είχε συζητηθεί αρκετά, καθώς η Ντιριντάουα ήταν μια ψηλή και όμορφη γυναίκα, ενώ ο Χατζηχρήστος δεν ήταν τόσο εμφανίσιμος και ήταν αρκετά πιο κοντός. Μόνο όσοι τον γνώριζαν προσωπικά ήξεραν ότι είχε ταλέντο στο να γοητεύει τις γυναίκες. Πέρα από την αταίριαστη εμφάνιση του ζευγαριού, αυτό που σχολιάστηκε έντονα ήταν ο πρότερος, ταραγμένος βίος της Ντιριντάουα.

Ο γάμος με τον δωσίλογο

Η Ντιριντάουα ή Καίτη Οικονόμου, όπως ήταν το πραγματικό της όνομα, είχε χαρακτηριστεί για την αστάθεια του χαρακτήρα της, ιδιαίτερα στα πολιτικά. Πριν τον γάμο της με τον Κώστα Χατζηχρήστο είχε παντρευτεί επί κατοχής έναν δωσίλογο, τον Κώστα Πετρουτσόπουλο.
Ο Πετρουτσόπουλος ήταν γνωστός για την τυχοδιωκτική ζωή του και λέγεται ότι κυκλοφορούσε με ταυτότητα της Γκεστάπο.
Όταν κατέδωσε στους Γερμανούς μια ομάδα Άγγλων αξιωματικών και Ελλήνων αντιστασιακών, η μπάλα πήρε και τη σύζυγό του. Αγανακτισμένοι θεατές πήγαιναν στο θέατρο και δημιουργούσαν επεισόδια, για να τιμωρήσουν τη γυναίκα του προδότη. Λίγο αργότερα ο Πετρουτσόπουλος εκτελέστηκε στην Ιταλία από Έλληνες αξιωματικούς και η Ντιριντάουα έμεινε χήρα και στιγματισμένη.
Η ίδια δεν δέχτηκε ποτέ το στίγμα της δωσίλογης. Κατά τα Δεκεμβριανά τάχτηκε υπέρ των αριστερών, αλλά τα επεισόδια στα θέατρα που εμφανιζόταν συνεχίστηκαν, αυτή τη φορά από Χίτες, που την κυνηγούσαν για τις πεποιθήσεις της. Ένα βράδυ, ενώ η Ντιριντάουα ήταν πάνω στη σκηνή, κάποιοι από τους θεατές άρχισαν να τη φωνάζουν υβριστικά Βουλγάρα και να πετούν πέτρες προς το μέρος της. Η παράσταση διακόπηκε και η ηθοποιός αναγκάστηκε να φυγαδευτεί από το παράθυρο για να γλιτώσει. Την εποχή εκείνη, το κυνηγητό για τα πολιτικά πιστεύω ήταν πολύ συνηθισμένο.
Η Ντιριντάουα δικάστηκε μετά την απελευθέρωση ως δωσίλογος, αλλά αθωώθηκε. Τότε προσχώρησε στον Ε.Α.Μ. και το 1948 κατά τον εμφύλιο, βρέθηκε μαζί με τη μητέρα της στην εξορία στη Χίο. Η εμπειρία της στην εξορία ήταν μικρή, καθώς λίγο καιρό μετά υπέγραψε δήλωση μετανοίας, απογοητεύοντας πολλές συνεξόριστές της.

Το τέλος του εμφυλίου βρίσκει την Ντιριντάουα πίσω στο θεατρικό σανίδι, αλλά με πολλά ερωτηματικά γύρω από το όνομά της. Η ζωή της έκανε πολλούς να πιστεύουν ότι πρόκειται για μια γυναίκα που πηγαίνει όπου φυσάει ο άνεμος.

xatzi-ntirilo
Τότε γνώρισε τον Κώστα Χατζηχρήστο. Ο γάμος τους δεν της έφερε μόνο προσωπική γαλήνη, αλλά και επαγγελματική καταξίωση, αφού στάθηκε στο πλευρό ενός από τους μεγαλύτερους Έλληνες κωμικούς.

πηγή

πίσω στα παλιά

3.8.13

ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΕΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙΣ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΧΡΗΣΤΟΥ …

 

Σε ποιές είχε αδυναμία "εκτός από τις νόμιμες συζύγους του" !

Ένα μοναδικό βιβλίο-ντοκουμέντο για την ιδιαίτερη ζωή του κορυφαίου ηθοποιού, Κώστα Χατζηχρήστου έφερε στη δημοσιότητα η εφημερίδα "NEWS"!
Οι πολύ γνωστές γυναίκες που κανείς δεν γνώριζε ότι βρέθηκαν στο πλευρό του, η οικονομική καταστροφή αλλά και περιστατικά από τη ζωή του, όπως ο ίδιος τα διηγήθηκε εκείνη την εποχή, σε ένα  βιβλίο-ντοκουμέντο για τη ζωή του μεγάλου πρωταγωνιστή, που εξαντλήθηκε εκείνη την εποχή και δεν ξανακυκλοφόρησε ποτέ...!
«Στις πυραμίδες έμαθα το αλκοόλ»
«Το περιστατικό που θα σου πω είναι από αυτά που σημαδεύουν την ψυχή του ανθρώπου. Έτσι και 'μένα με κλόνισε τόσο πολύ που πέρασε πολύς καιρός μέχρι να συνέλθω... Ήταν γύρω στο 1953 και πάμε τουρνέ στην Αίγυπτο. Πάω πρώτη φορά και μου φαινόταν παράδεισος. Φοίνικες, εξωτικές νύχτες, πυραμίδες, ήμουν όλο χαρά που όμως την πλήρωσα ακριβά... Πολλά πράγματα σημάδεψαν τη ζωή μου στην Αίγυπτο. Φαίνεται είχαν δώσει "ραντεβού" όλα τα βάσανά μου. Και ένα από αυτά ήταν το αλκοόλ. Και ειδικά το ουίσκι. Μάλιστα, εκεί το πρωτοήπια. Θυμάμαι και αυτό που πρέπει να πω: ότι το ουίσκι μου το έμαθε ο Κούλης Στολίγκας και μάλιστα την ημέρα που το δοκίμασα ήταν η ημέρα της γιορτής μου.
Τότε η γεύση μου είχε προκαλέσει αηδία και το είχα χαρακτηρίσει σαν κοριόζουμο. Αργότερα όμως το ήθελα τόσο πολύ που επειδή απαγορευόταν μετά τις 12 το βράδυ, έκανα το εξής κόλπο: το έβαζα σε ένα λερωμένο από καφέ φλιτζάνι και το έπινα, ενώ οι Αιγύπτιοι νόμιζαν ότι έπινα καφέ. Αλλά όλα αυτά δεν είναι τίποτα. Το χειρότερο το έπαθα καθώς τελείωναν οι παραστάσεις και επιστρέφαμε στην Αθήνα. Τότε με παράτησε η γυναίκα μου. Τα έφτιαξε με έναν γιατρό και εγώ επέστρεψα στην Αθήνα μαζί με το παιδί μου και τη θεία και τη Μαίρη. Έμεινε εκεί. Και   έμεινε ένα κομμάτι της ζωής μου εκεί...»
«Η οικονομική καταστροφή μου»
Τις δύο τελευταίες δεκαετίες της ζωής του, ο Κώστας Χατζηχρήστος βρέθηκε σε τέτοιο οικονομικό μαρασμό, που κανένας άλλος ηθοποιός δεν γνώρισε όπως εκείνος. Από τη μια οι μεγάλες παραστάσεις και τα υπέρογκα έξοδα, και από την άλλη η σπάταλη ζωή τον ανάγκασαν να βρίσκεται όπως και ο ίδιος παραδέχεται σε οικονομικό γκρεμό. «Πρέπει να μάθει όλος ο κόσμος κάτι που ίσως δεν ξέρει. Ότι εγώ δεν παίρνω ούτε μία δραχμή παρόλο που οι ταινίες μου είναι σε συνεχή προβολή.
Και έφτασε στο σημείο μέσα σε μία βδομάδα να παιχτούν τρεις ταινίες μου μαζεμένες. Δεν ξέρω ποιοι είναι αυτοί οι κύριοι και κονομάνε, αλλά πάντως είναι άδικο για 'μένα. Ο κόσμος μπορεί βλέποντας τις ταινίες μου να νομίζει ότι ο Χατζηχρήστος τα κονομάει χοντρά. Λάθος. Άλλοι τα κονομάνε και όχι εγώ. Και γι' αυτό εκφράζω κάποιο παράπονο γι' αυτή τη μεταχείριση. Τέλος πάντων. Μιλήσαμε για επιτυχημένες ταινίες και ήρθε η ώρα να μιλήσουμε για αποτυχημένες ταινίες που με έβαλαν μέσα οικονομικά με τα τσαρούχια»
«Οι γυναίκες μου...»
Η σχέση του με το γυναικείο φύλο και πόσο γόης υπήρξε ο Κώστας Χατζηχρήστος είναι γνωστά στο θέατρο και στον κινηματογράφο. Ωστόσο ο ίδιος αφοπλίζει με την ειλικρίνειά του για όσες είχε στο πλευρό του ως ερωμένες του. «Πρώτα απ' όλα οι γυναίκες δεν έπαιξαν μόνο σε 'μένα καθοριστικό ρόλο, αλλά φαντάζομαι σε κάθε άντρα ανεξάρτητα από επάγγελμα, τάξη και χρώμα.
Τώρα ιδιαίτερη αδυναμία εκτός από τις νόμιμες συζύγους μου Μαίρη Νικολαΐδου και Καίτη Ντιριντάουα είχα στην Άννα Φόνσου, τη Μάρθα Καραγιάννη, την Ντίνα Τριάντη, τη Σπεράντζα Βρανά και την Μπεάτα Ασημακοπούλου. Ειδικά για την Αννούλα τη Φόνσου πρέπει να σου πω ότι ήταν ένα από τα πιο καθοριστικά κίνητρα της ζωής μου. Όσο ζω δεν θα την ξεχάσω ποτέ και της εύχομαι κάθε ευτυχία όπου κι αν βρίσκεται».
zappit.gr

Nonews-NEWS

 pisostapalia.blogspot.gr