Λιγο μετα την πλατεια Αττικης, υπαρχει ενα στενάκι καθετο στην οδο Λιοσιων, η οδος Βεργας... Στη γωνια υπαρχει ενα παλιο νεοκλασσικο σπιτι, χρονια τωρα ρημαγμενο, ενα απο τα πολλά που υπαρχουν στην περιοχη, απομειναρια αλλων εποχων και μιας αλλης Αθηνας. Το σπιτι του Μιχάλη του Σουγιουλ...
Το σπιτι οπου εζησε, μεγαλωσε τις κορες του, και δημιουργησε τραγουδια που ακομα σιγοτραγουδαμε με χαμογελο. Το τελευταιο διαστημα, καποιος αρχισε να αναπαλαιωνει το σπιτι, και χαζα σκέφτηκα οτι να, αναγνωρισαν ενα κομματι πολιτισιτικης κληρονομιας τουτης της πολυπαθης περιοχης, καποιοι αποφασισαν να σωσουνε τουτο το νεοκλασσικο μαζι με τις αναμνησεις που κουβαλα μαζι του.. Η αναπαλαιωση προχωρουσε, το σπιτι αποκτουσε σιγα σιγα την ομορφια και την αρχοντια μιας αλλης εποχης... Και τωρα η αναπαλαιωση τελειωσε: Ολοκληρωθηκε με το μεγαλο και παραταιρο κοκκινο λαμπακι πανω απο την αρχοντικη του εισοδο, Ακολουθωντας τη μοιρα των διπλανων του σπιτιων, εγινε κι αυτο ενας ανακαινισμενος οικος ανοχης.. Το προσεξα σημερα, κι εφυγα με μια γευση πικρη στο στομα. Λιγο σα να ακουγα καπου μακρια τον ηχο απο ενα καμπανακι να χανεται, προς τα πανω, προς τα στενα της Κυψελης που αφησε την τελευταια της πνοη η Σπεραντζα, και λιγο πιο πανω, πανω απο τις κεραιες των πολυκατοικιων, σε οτι εμεινε απο τον αττικο ουρανο και κεινη την παλια Αθηνα... http://tistrellis.pblogs.gr/
Ο Μιχάλης Σουγιούλ (καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του Μιχαήλ Σουγιουλτζόγλου, 1906- 16 Οκτωβρίου 1958) υπήρξε σημαντικός Έλληνας συνθέτης ελαφράς μουσικής.
Γεννήθηκε στο Αϊδίνιο της Μικράς Ασίας. Η οικογένειά του, πλούσιοι δερματέμποροι, μετανάστευσε στην Αθήνα το 1920 και ο νεαρός τότε Μιχάλης αρχικά εργάσθηκε ως αυτοδίδακτος πιανίστας, πριν ταξιδέψει στη Μασσαλία για μουσικές σπουδές. Χρησιμοποιούσε το καλλιτεχνικό επώνυμο «Σουγιούλ» από το 1931, οπότε και περιόδευσε στην Ευρώπη ως μέλος Αργεντίνικης ορχήστρας. Ήταν συγγενής της Έλλης Σουγιουλτζόγλου-Σεραϊδάρη, της γνωστής προπολεμικής φωτογράφου «Nelly’s». Πέθανε από (δεύτερο) εγκεφαλικό επεισόδιο το 1958 στην Αθήνα, αφήνοντας πίσω τον γιo του Θάνο, που έπεσε θύμα τροχαίου λίγα χρόνια μετά, και τις κόρες του Μαρία, Ηρώ και Αλίκη.
Υπήρξε πολυγραφότατος στο είδος της ελληνικής ελαφράς μουσικής κατά τον Μεσοπόλεμο και την πρωτη μεταπολεμική/μετεμφυλιακή δεκαετία, γράφοντας περισσότερα από 700 τραγούδια σε όλα τα στυλ, ταγκό, ρομάντζες, βαλς, καντάδες, δημοτικά, πατριωτικά και λαϊκά, και με μεγάλη εμπορική επιτυχία. Είχε γράψει μουσική για 45 θεατρικές επιθεωρήσεις και 10 κινηματογραφικές ταινίες (Ένα βότσαλο στη λίμνη, Σάντα Τσικίτα, Θανασάκης ο πολιτευόμενος, Το σωφεράκι «Μια ζωή την έχουμε» και άλλες), ενώ εργαζόταν ανελλιπώς ως μαέστρος σε μεγάλα νυχτερινά κέντρα της εποχής. Διετέλεσε μέλος της Εταιρείας Θεατρικών Συγγραφέων και Μουσουργών, διευθυντής Ακρόασης της Ελληνικής Ραδιοφωνίας και των εταιρειών δίσκων Cοlumbia και Parlophone.
Ανάμεσα στα γνωστότερα τραγούδια του, που παραμένουν κοσμαγάπητα για περισσότερο από μισόν αιώνα αφότου γράφτηκαν, συμπεριλαμβάνονται τα: «Ασ’ τα τα μαλλάκια σου», «Ας ερχόσουν για λίγο», «Κάτι με τραβά κοντά σου», «Ο μήνας έχει εννιά», «Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά», «Μας χωρίζει ο πόλεμος», «Το τσαρούχι», «Αρχισαν τα όργανα», «Απόψε το κορίτσι θέλει θάλασσα» (γνωστότερο και ως ο «Μανόλης ο Τραμπαρίφας»), «Το τραμ το τελευταίο», «Μια ζωή την έχουμε», «Αδύνατον να κοιμηθώ», «Άλα, άνοιξε κι άλλη μπουκάλα», «Άσε τον παλιόκοσμο να λέει», «Μονά – Ζυγά», «Άτιμη Τύχη», «Σβήστε με απ” τον χάρτη» και πάρα πολλά άλλα. Στο πασίγνωστο «Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά» χρησιμοποίησε τη μελωδία του δικού του τραγουδιού «Ζεχρά» (αρχικά γραμμένου το 1938 σε στίχους Αιμίλιου Σαββίδη) με νέους στίχους του Μίμη Τραϊφόρου γραμμένους για τη Σοφία Βέμπο.
Σε συνεργασία με τους Αλέκο Σακελλάριο και Χρήστο Γιαννακόπουλο, ως στιχουργούς, δημιούργησε μεταπολεμικά τη σχολή του «αρχοντορεμπέτικου», μία σχολή που συνδύαζε λαϊκότροπους -συνήθως χιουμοριστικούς- στίχους και μουσική, με δυτικότροπες ενορχηστρωτικές επιρροές. Πρώτο τραγούδι της σχολής αυτής ήταν «Το τραμ το τελευταίο» σε Αθηναϊκή τότε επιθεώρηση. Ο Μιχάλης Σουγιούλ συνεργάστηκε με όλους τους δημοφιλείς ερμηνευτές της εποχής, όπως με τη Σοφία Βέμπο, με την οποία περιόδευε στο Αλβανικό μέτωπο, τη Δανάη, την Καίτη Μπελίντα, τον Τώνη Μαρούδα, την Κάκια Μένδρη, τη Στέλλα Γκρέκα, τη Μάγια Μελάγια, τον Νίκο Γούναρη, τις αδελφές Άννα και Μαρία Καλουτά ακόμα και τον Στελλάκη Περπινιάδη και άλλους.
Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο Λιδορίκι,εκεί τέλειωσα και το Γυμνάσιο.Σπούδασα Πολιτική Επιστήμη στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και εργάσθηκα στην Α.Τ.Ε , από το 1965 μέχρι το 1997 , οπότε και συνταξιοδοτήθηκα.