Showing posts with label ΚΟΚΟΤΑΣ. Show all posts
Showing posts with label ΚΟΚΟΤΑΣ. Show all posts

9.2.15

ΟΙ ΑΘΗΝΑΙΟΙ : ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΚΟΚΟΤΑΣ

 

Τραγουδιστής. Γεννήθηκε στο κέντρο της Αθήνας, ζει στο Φάληρο.

Στον πλειστηριασμό των αντικειμένων  της Μαρίας Κάλλας που είχε γίνει στο Παρίσι, είχαν πουληθεί και 8 δικοί του long play δίσκοι που της είχε αφιερώσει  όσο ήταν φίλοι.
«Γεννήθηκα στο «μαιευτήριο Μαρίκα Ηλιάδη»  και μεγάλωσα στο κέντρο της Αθήνας,  κοντά στην οδό Σόλωνος, τότε που  μπορούσες ακόμη να τρέξεις με τα  ποδηλατάκια στους δρόμους, να παίξεις

χωρίς φόβο, να πας ωραίες βόλτες χωρίς  όλα αυτά τα αυτοκίνητα στους δρόμους.

Ήμασταν μεγάλη οικογένεια-τρία αγόρια,  τρία κορίτσια-, ο πατέρας γιατρός, τον οποίο  έχασα όσο ήμουν ακόμη μικρό παιδί.

Μεγάλωσα σωστά, με πολύ καλούς τρόπους,  σε σωστή οικογένεια, με μία χρυσή μάνα.

Από τότε που μεγάλωνα μάθαινα από τους  γονείς και τα αδέλφια μου το «σωστό».

Αυτό ακολούθησα στην πορεία της ζωής μου.

Με τον Ξαρχάκο είχαμε βρεθεί όλως τυχαίως  στο Παρίσι όπου είχα πάει για να σπουδάσω.

Τελικά, όμως, με κέρδισε το τραγούδι όταν είχα πάρει το πρώτο βραβείο σε ένα

διαγωνισμό ταλέντων. Χρωστάω πάρα  πολλά στον Ξαρχάκο, διότι αυτός είχε  ανακαλύψει τον Κόκοτα, εκείνος με  παρουσίασε στο ελληνικό κοινό και εγώ  κατάφερα και στάθηκα. Από τις σπουδαιότερες προσωπικότητες που γνώρισα ήταν και  εκείνη του Νίκου Γκάτσου. Ήμουν από τους πιο αγαπημένους του ερμηνευτές-σε όλες  τις φωνοληψίες μου ήταν παρών. Την ευγένεια και τα σοφά του λόγια δεν θα τα  ξεχάσω ποτέ-είχε ολύμπια μόρφωση και ήταν ίσως ο πιο μορφωμένος από όλους  όσους έχω γνωρίσει στη ζωή μου.
Ο κάθε ένας από τους μεγάλους δημιουργούς που τραγούδησα, από το 1966 που ξεκίνησα  να γραμμοφονώ-Χατζιδάκι, Θεοδωράκη, Γκάτσο, Ξαρχάκο, Τσιτσάνη, Παπαδόπουλο,  Μούτση, Καλδάρα, Χατζηνάσιο, Σπανό, Ζαμπέτα και πολλούς ακόμη-, ήταν εξαιρετικά σημαντικός στην πορεία μου. Κανέναν από αυτούς δεν κακοκάρδισα, με όλους είχα  αγαθές σχέσεις και όλοι τους μ’ αγαπούσαν. Αν πάτε σήμερα στο σπίτι του Τσιτσάνη,  δίπλα από το κρεβάτι του, επάνω στο κομοδίνο, υπάρχει μία φωτογραφία 40Χ30 μ’ εμένα και εκείνον. Η φωτογραφία αυτή πρέπει να υπάρχει εκεί 30-35 χρόνια.

Τόσο πολύ μ αγαπούσε! Ο Ζαμπέτας επίσης τρελαινόταν για μένα. Η ζωή του ολόκληρη  ήμουνα.
Η διαφορά μεταξύ της δισκογραφίας του τότε αλλά και της αθηναϊκής νυχτερινής  διασκέδασης σε σχέση με το σήμερα είναι τεράστια γιατί, εκείνα τα χρόνια, δεν μπορούσε να τραγουδήσει ο οιοσδήποτε. Έχω ζήσει πολλά στο τραγούδι, τι να πρωτοθυμηθώ;

Υπήρχαν σεζόν που ο κόσμος στεκόταν ουρές-300 και 500 μέτρα, μέσα στο κρύο-για να μπει στο μαγαζί όπου τραγουδούσα, στο κέντρο της Αθήνας, και να ακούσει το  «Όνειρο απατηλό», πολλές φορές τραγουδούσα στην καλοκαιρινή «Νεράιδα» μέχρι τη 1 το μεσημέρι και έλεγε στους σερβιτόρους ο φίλος μου, ο Αρίστος ο Ωνάσης, «να ετοιμάσετε αυγά για πρωινό κι ό,τι άλλο θέλουν τα παιδιά» ή κατά τη μία το βράδυ συγκεντρώνονταν θυμάμαι οι βαρκούλες που βρίσκονταν στη θάλασσα, κάτω από τη «Νεράιδα», με τα ουίσκι και τις μπίρες, για να κάνουν κι αυτοί το κέφι τους.

Θυμάμαι ακόμα, σε τουρνέ μου στην Αμερική, που έλεγα το «Γιε μου» και πήγε κάποιος  να ανάψει το τσιγάρο του-από πόνο, επειδή είχε χάσει το παιδί του-με αποτέλεσμα  να πάρουν τα μαλλιά μου φωτιά και ο μπουζουξής να τραβάει το τραπεζομάντιλο για να τη σβήσει...

Κάποτε είχα πει ένα τραγούδι που είχε ερμηνεύσει ένας άλλος καλλιτέχνης και εκείνος  δυσανασχέτησε. Μάλλον τον πείραξε. Αλλά έφτασε η στιγμή που με πήρε τηλέφωνο και  μου είπε «μπράβο Σταμάτη, το είπες καλύτερα από μένα». Στην πορεία μου, πρέπει  να ξέρετε, έχω απορρίψει πάρα πολλά τραγούδια. Το τελευταίο καλαθάκι που θα πέρναγε  από το τραγούδι ήταν το δικό μου-εκεί είχε σουρωτήρι. Ούτε εταιρεία υπολόγισα  ποτέ μου, ούτε γνωριμίες, ούτε τίποτα. Το τραγούδι έπρεπε να κάνει για μένα,  να μ’ ακουμπήσει, να με «πειράξει» για να το πω. Είμαι ο αυστηρότερος κριτής  και εκτελεστής των τραγουδιών μου.

Κάποια στιγμή, μία πολύ γνωστή εταιρεία ξυριστικών, μου είχε κάνει πρόταση να ξυρίσω  τις φαβορίτες μου, έναντι του ποσού των 50 εκατομμυρίων, προκειμένου να λανσάρει

τα ξυραφάκια της. Τους απάντησα να τους δώσω εγώ τα 50 εκατομμύρια που μου έδιναν εκείνοι και να τους πάω στην πλατεία Ομονοίας, τότε που υπήρχε εκεί σιντριβάνι,  να τους βάλω μέσα και να τους κάνω μπάνιο. Αλίμονο αν έκανα τέτοιο πράγμα!

Είναι θέμα αξιοπρέπειας! Κάποιος θα σκεφτόταν «σιγά, σε ένα χρόνο θα ξαναμεγάλωναν οι φαβορίτες!». Δεν είναι έτσι. Γιατί αύριο θα ‘ρθουν και θα σου πουν «βγάλε τώρα  και τα ρούχα σου, γιατί τόσο αξίζεις!».

Υπήρξα αδελφικός φίλος με τον Αρίστο τον Ωνάση, φίλος με την Μαρία Κάλλας, αλλά  και με την κυρία Τζάκι. Έζησα και τις δύο εποχές του Αρίστου πολύ σωστά. Η Μαρία  Κάλλας μ’ αγαπούσε πολύ, μου έλεγε πάντα «τι γλυκά που τραγουδάς!», μ’ αγκάλιαζε,  μου έδειχνε τη συμπάθεια που μου είχε. Μάλιστα στον πλειστηριασμό των αντικειμένων  της που είχε γίνει στο Παρίσι, είχαν πουληθεί και 8 δικά μου long play που της τα είχα  τότε αφιερώσει.

Ο Ωνάσης ήταν πάντα το παλικάρι από το λιμάνι, ο βαρκάρης με το μαντήλι στην  κολότσεπη, η προσωποποίηση της λεβεντιάς, ένας άντρας που ποτέ δεν είχε υπολογίσει  τα λεφτά-ποιος ήταν, τι έκανε και τι δεν έκανε. Γινόταν πάντα ό,τι ήθελε η παρέα.

Είναι γνωστό ότι την ώρα που τραγουδούσα και εκείνος καθόταν στο πρώτο τραπέζι, απέναντι μου, ή ενόσω βρισκόμασταν στον Σκορπιό, σε κάτι λουκούλλεια γεύματα  με 50 τραπέζια από κάτω, είχαν υπογραφεί συμβόλαια δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Πολύ συχνά τραγουδούσα μπροστά σε τουλάχιστον 30-40 καλεσμένους του-βασιλιάδες, πρωθυπουργούς, προέδρους, τραπεζίτες, πολλούς επιχειρηματίες-, όλοι φίλοι του.

Χωρίζαμε, για παράδειγμα, στις 7:30 το πρωί, πήγαινα να κοιμηθώ και χτυπούσε τα  τηλέφωνα μετά από μισή ώρα: «ξυπνήστε τον, είναι το αυτοκίνητο από κάτω, πρέπει να έρθει γιατί έχουμε καλεσμένους στον Σκορπιό».

Είδα πολλές εικόνες μαζί του, αλλά ο Αρίστος δεν είχε αλλάξει ποτέ-ο ίδιος ήταν πάντα.

Μιλούσε, για παράδειγμα, στην κυρία που ήταν στο WCκαι τη ρώταγε τι κάνουν τα  παιδιά της. Θυμάμαι επίσης, μία φορά, που μου είχε χαρίσει αεροπλάνο για να

εγκαταλείψω κάποιους αγώνες αυτοκινήτων επειδή φοβόταν μην χτυπήσω. Αλλά εγώ  τους αγώνες δεν τους εγκατέλειψα και γύρισα το αεροπλάνο πίσω!

Η πιο δύσκολη στιγμή του Αρίστου ήταν όταν είχε πεθάνει ο Αλέξανδρος. Μ’ έπιανε  απ τον ώμο και μου έλεγε «τον έχασα, δυστυχώς, Σταματάκη, τον έχασα!».

Εκεί νομίζω είχε ξεκινήσει και η αντίστροφη μέτρηση για τη ζωή του.

Τον υπεραγαπούσε! Θυμάμαι, όταν ήμασταν στο «Χριστίνα» και τον μάλωνε, ο Αλέξανδρος πηδούσε μέσα στη θάλασσα για να μην του πετάξει καμιά παντόφλα.

Αν αργούσε να βγει στην επιφάνεια, πήγαινε στην πρύμνη, κοίταγε κι έλεγε γεμάτος αγωνία «βγήκε; Βγήκε;».

Στη ζωή μου γνώρισα πολύ διάσημους ανθρώπους-θυμάμαι τώρα, για παράδειγμα, τη Μπριζίτ Μπαρντό, τη Ρόμι Σνάιντερ, σπουδαίους συνθέτες και στιχουργούς με  τους οποίους συνεργάστηκα-, αλλά ο απλός κόσμος ήταν πάντοτε «ο δικός μου  κόσμος»-με λάτρευε και τον λάτρευα. Γιατί, ξέρετε, ο σωστός καλλιτέχνης δεν είναι  μόνο στα τραγούδια του-είναι στη συμπεριφορά του, στον τρόπο που μεταχειρίζεται  τον συνάνθρωπό του. Ακολουθώ αυτό που μου δίδαξε η οικογένειά μου: Αγαπάτε  αλλήλους. Ακόμη και εκείνους που δεν μ’ αγαπάνε, εγώ τους αγαπώ διπλά.

Έζησα μεγάλους έρωτες, μικρούς έρωτες, έρωτες της μιας βραδιάς. Οι μεγάλοι έρωτες,  δυστυχώς, συνήθως δεν κρατάνε πολλά χρόνια. Κάποια στιγμή, κάτι θα γίνει, κάτι  θα βρεθεί, κάποιος θα δυσανασχετήσει, κάπου θα στεναχωρηθείς. Αυτή, όμως, είναι  η ζωή. Κι όπως μου έλεγαν κι οι φίλοι μου οι Γάλλοι, «τη ζωή πρέπει να την παίρνεις όπως πάει». Ωστόσο, εκείνο που πρέπει να ξέρει ένας άντρας δεν είναι πόσες γυναίκες  θα αγαπήσει αλλά πόσες θα σεβαστεί και πόσες θα προφυλάξει.

Τον θάνατο δεν τον φοβάμαι. Καθόλου. Η πορεία μου, άλλωστε, αυτό δείχνει.

Πολλές φορές τον ξεπέρασα και πλέον δεν με φοβίζει-έχω «πληρωθεί» στη ζωή μου  απ όλας και καθόλας τας απόψεις».

Δημοσίευση στη LifO, τον Μάιο του 2013. Ο Σταμάτης Κόκοτας φωτογραφήθηκεστο ξενοδοχείο "Grande Bretagne".
http://www.lifo.gr/mag/features/3803

http://yxatzigeorgiou.blogspot.gr

 πίσω στα παλιά

4.12.12

ΣΤΟ ΣΦΥΡΙ Η LAMBORGHINI MIURA , ΤΟ ΔΩΡΟ ΤΟΥ ΩΝΑΣΗ ΣΤΟΝ ΚΟΚΟΚΤΑ

 

 

Για 40 και πλέον χρόνια η Lamborghini Miura βρισκόταν στο γκαράζ του ξενοδοχείου Χίλτον

Ο Ωνάσης ήταν φίλος του Κόκοτα και οπαδός των τραγουδιών του. Το 1970 ο Έλληνας κροίσος έκανε δώρο στον τραγουδιστή μια πανέμορφη Lamborghini Miura η οποία δημοπρατείται σήμερα στο Λονδίνο

Δημήτρης Δοντάς

news247.gr

Το 1966 ήταν η χρονιά που ο Σταμάτης Κόκοτας έκανε μεγάλη επιτυχία τραγουδώντας το «Στου Όθωνα τα χρόνια», ένα κομμάτι σε στίχους του Νίκου Γκάτσου και μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου.

Στις αρχές της δεκαετίας του '70, ο Κόκοτας πήρε ένα δώρο από τον φίλο και θαυμαστή του, τον κυρίαρχο της παγκόσμιας ναυτιλίας εκείνη την εποχή και πλουσιότερο Έλληνα, τον Αριστοτέλη Ωνάση.

Ήταν μια μεταλλικού καφέ χρώματος Lamborghini Miura 400 ίππων, του 1969, το αυτοκίνητο που εμφανίζεται στις φωτογραφίες και σήμερα θα δημοπρατηθεί στο Λονδίνο.

Αν υπήρχε κάποιο αυτοκίνητο που προσωποποιούσε την εικόνα του jet set και τον τρόπο ζωής εκείνης της εποχής, αυτό δεν ήταν άλλο από την Miura. Το supercar έκανε την πρώτη του εμφάνιση στο Σαλόνι Αυτοκινήτου της Γενεύης το 1966 και αποτελεί ένα από τα κορυφαία αυτοκίνητα που σχεδίασε ποτέ ο Μπερτόνε.

Ο κινητήρας στην Miura είναι εγκάρσια τοποθετημένος. Είναι ένα V12 μοτέρ χωρητικότητας 3,9 λίτρων, η απόδοση του οποίου έφθανε τους 400 ίππους.

Το αυτοκίνητο διαθέτει εντυπωσιακή εμφάνιση και αν μη τι άλλο χρειαζόταν ένας άνθρωπος που να γνωρίζει τα μυστικά της οδήγησης για να μπορέσει να πάρει από την Miura αξέχαστες οδηγικές εμπειρίες.

Ο Κόκοτας ήταν ένα τέτοιο πρόσωπο, καθώς ήταν ένας πολύ ικανός οδηγός αγώνων ταχύτητας (με συμμετοχές στο θρυλικό Τατόϊ)  και ενθουσιώδης για τα γρήγορα αυτοκίνητα, κατέχοντας –εκείνη την εποχή- μια μεγάλη συλλογή.

Ο Ωνάσης  φίλος του Κόκοτα και φαν της μουσικής του, ήταν η χαρακτηριστική περίπτωση του ανθρώπου που είχε αμέτρητα εκατομμύρια και ήταν έτοιμος να σπαταλήσει αρκετά από αυτά μαζί με τα πρόσωπα που αγαπούσε αλλά και προκειμένου να ικανοποιήσει τα γούστα του. Και μια από τις αγαπημένες του συνήθειες, όταν βρισκόταν στην Ελλάδα ήταν να πηγαίνει στα μπουζούκια.

Η Miura P400S, ήταν ένα μοντέλο το οποίο είχε υποστεί αρκετές αναβαθμίσεις, διαθέτοντας ηλεκτρικά παράθυρα και ένα βελτιωμένο κινητήρα. Είχε επίσης  προαιρετικό air-condition – απαραίτητο σε ένα τέτοιο ζεστό κλίμα.

Όμως ένα στοιχείο που κάνει τη συγκεκριμένη Miura πραγματικά ξεχωριστό κομμάτι είναι τα σκαλίσματα που διαθέτει σε διάφορα μεταλλικά μέρη. Όπως στις χειρολαβές στο εσωτερικό, στο τιμόνι, στις εξατμίσεις κλπ.

Μετά από 42 χρόνια στο υπόγειο πάρκινγκ του ξενοδοχείου Χίλτον στην Αθήνα, το αυτοκίνητο βρίσκεται σήμερα στο Λονδίνο προκειμένου να δημοπρατηθεί με τιμή εκκίνησης κοντά στα 400.000 έως 450.000 ευρώ.

Με δερμάτινα καθίσματα και έχοντας συνδεθεί με έναν από τους πλουσιότερους ανθρώπους στον πλανήτη, η Miura αναμένεται να γίνει ανάρπαστη. Έστω και αν ο νέος ιδιοκτήτης της θα χρειαστεί να επενδύσει αρκετά χρήματα προκειμένου να την επαναφέρει στην αρχική της μορφή.

Βεβαίως, το πόσα χρήματα θα απαιτηθούν, είναι κάτι που κανείς από τους υποψήφιους αγοραστές δε σκέφτεται. Γιατί, όπως είχε πει κάποτε ο Ωνάσης «Από ένα σημείο και μετά,  τα χρήματα δεν έχουν νόημα. Το παιχνίδι είναι αυτό που μετράει».