Showing posts with label ΚΟΛΩΝΑΚΙ. Show all posts
Showing posts with label ΚΟΛΩΝΑΚΙ. Show all posts

12.2.16

" ΤΙ ΘΑ ΠΑΡΕΤΕ , ΚΑΡΕΖΗ , ΛΑΣΚΑΡΗ Ή ΒΟ ΥΓΙΟΥΚΛΑΚΗ ; "


Οι ατάκες του θρυλικού Μπάμπη στο «Βυζάντιο», που σέρβιρε με χιούμορ, τον Χατζιδάκη, τον Γκάτσο, και τον Γ. Παπανδρέου, που του άλλαζε τον «ανένδοτο» με ανέκδοτο .





Το καφέ- ζαχαροπλαστείο «Βυζάντιο» στο Κολωνάκι είχε μια ξεχωριστή αίγλη. Στα τραπεζάκια του άπλωνε την αρίδα της όλη η αφρόκρεμα των Αθηνών. Εκεί συζητούσε, εκεί κουτσομπόλευε, εκεί έβγαζε τα απωθημένα της. Πολλές φορές έσπευδαν να κόψουν κίνηση και αρκετοί πιο ανώνυμοι άνθρωποι. Στο «Βυζάντιο» σύχναζαν όλοι οι σημαντικοί πολιτικοί και όλα τα ανερχόμενα αστεράκια του θεάτρου και της μουσικής. Εκεί μεγαλουργούσε και ο Μπάμπης, ο ιδιότυπος μετρ του μαγαζιού. Αεικίνητος μέσα στο μαύρο παντελόνι και το μπορντό σακάκι του ο Μπάμπης, όλα ήθελε να τα ελέγχει. Έτσι έτρεχε εδώ έτρεχε εκεί, 1,70 ύψος άνθρωπος. Με σπάνιο ύφος, με ίσιο περιποιημένο μαλλί κι ένα παπιγιόν μεγάλο σαν προπέλα έκανε πάντα εντύπωση. Κοντά σε όλα τα προσόντα του ήταν και μέγας ψυχολόγος. Κάθε φορά έβλεπε στα μάτια τους πελάτες κι ήξερε αμέσως πώς να τους φερθεί. – τι θα πάρετε παρακαλώ, Καρέζη, Λάσκαρη ή Βουγιουκλάκη; – τίποτα άλλο δεν διαθέτει το κατάστημα; – πως πως έχουμε και Μπάρκουλη και Αλεξανδράκη




 Σκίτσο: Τηλέμαχος Ρομπάκης 



Η δράση του ξεκινούσε συνήθως μετά τα μεσάνυχτα. Τέτοια ώρα η Αθήνα γινόταν πιο γλυκιά και πιο χιουμορίστρια. Τέτοια ώρα έρχονταν και τ’ αστεράκια να κάνουν τις δημόσιες σχέσεις και να φάνε τη σοκολατίνα τους. Ο Μπάμπης ήξερε να τα διαφημίζει και να τ΄ ανεβάζει στον έβδομο ουρανό. Μέσα από τους πολλούς πελάτες του «Βυζαντίου» ξεχώριζε η Αλίκη Βουγιουκλάκη. Μόλις τελείωνε την παράσταση η πρωταγωνίστρια ανέβαινε στο «Βυζάντιο» να φάει το γλυκό της. Πιο πολύ όμως αδημονούσε να πειράξει το σπιρτόζο μετρ. -Μπάμπη γρήγορα ένα Βουγιουκλάκη περιποιημένο -πρώτη φορά βλέπω γατούλα με τη ροζ μυτούλα να τρώει τόσα γλυκά. – να ‘χει και γαρνιτούρα εκείνο το φρούτο. – θα ‘χει και ρίκοκο βερύκοκο και πετροκέρασο – κι ύστερα μου λες πως δεν κάνεις για θέατρο. Την άλλη σεζόν θα σε πάρω στον θίασό μου – και στον δικό μου ποιος θα παίζει; Αλλά και ο Μάνος Χατζιδάκις ανέβαινε με την παρέα του Τσαρούχη, Γκάτσο και άλλους, να πιούνε τον καφέ τους. Ο Μπάμπης όταν τον έβλεπε μόνο που δεν τραγουδούσε «Τα παιδιά του Πειραιά». Εκτιμώντας το μεγάλο μουσικό, σκιζότανε να τον περιποιηθεί. Στήνοντας μάλιστα αυτί προσπαθούσε με κάθε τρόπο να αφομοιώσει τα όμορφα ευτράπελα. Πράγματι ο Μπάμπης είχε αυτό το χάρισμα ν’ αρπάζει τα ωραία και να τα σερβίρει την κατάλληλη στιγμή. Όταν λοιπόν πήγαινε τον καφέ στο Μάνο, του πέταγε πονηρά: -Την επιβίωσή σας παρακαλώ Όταν ήταν καλός ο καιρός ο Μπάμπης σερβίριζε κι έξω στο αλσύλλιο της πλατείας. Εκεί υπήρχαν και κάτι άλλοι πελάτες πιο ρομαντικοί, αλλά εξ ίσου απαιτητικοί. Εκεί συνέρρεε κι ένας άλλος κόσμος που απολάμβανε όρθιος τα δρώμενα μπλοκάροντας μέχρι και την κυκλοφορία. Ο Μπάμπης πάντα ευφυής με το παπιγιόν προπέλα επιστρατευμένο, έβαζε αμέσως μπροστά τη μηχανή της κωμωδίας του. -άντε να δω τι θα κάνω και με εσάς του πεζοδρομίου



 Το ιστορικό καφέ «Βυζάντιον» 


Μεγάλο ταμπεραμέντο επιδείκνυε με την πολιτική και τους πολιτικούς. Ο Μπάμπης με αυτά που είδε και άκουσε θα μπορούσε να γράψει τόμους για την πολιτική ιστορία του τόπου. Για τους νεότερους που δεν γνωρίζουν, το «Βυζάντιο» μετά το 1955 αποτέλεσε ένα από τα πιο σημαντικά στέκια των πολιτικών της εποχής. Ανάμεσά τους και ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος μεταξύ τυρός και καφεδάκου διαμόρφωναν την μεταπολεμική Ελλάδα. Αρκετές φορές διασπάθιζαν τις απόψεις τους και μετέτρεπαν το καφενείο σε μικρή βουλή. Ο Μπάμπης που είχε πάντα άποψη πηγαινοέρχονταν στα τραπεζάκια με χορευτικές κινήσεις. Πολλές φορές μάλιστα του ζητούσαν και τη γνώμη. Ο γέρος της Δημοκρατίας πάντα ευφυολόγος λάτρευε τις ατάκες του. – δε μου λες Μπάμπη πώς σου φαίνεται ο ανένδοτος αγώνας μου; – κύριε πρόεδρε καλός και ο δικός σου ο ανένδοτος, αλλά πιο καλός και ο δικός μου ο ανέκδοτος. Πολλές φορές τη γνωριμία του με όλους αυτούς τους σημαίνοντες πολιτικούς την πλήρωνε ακριβά. Κι ήταν τότε που κάποιοι θαμώνες του κολλούσαν για κανένα ρουσφετάκι. Ευαίσθητος άνθρωπος ο Μπάμπης για να μην τους χαλάσει το χατήρι υπερέβαλε εαυτόν. Το κακό ήταν που άκουγε τα εξ αμάξης, άμα δεν έφερνε εις πέρας κάποια υπόθεση. Το χειρότερο ήταν που τα άκουγε και από τους πολιτικούς που δεν ήθελαν να τους χαλάσει τη ζαχαρένια. Ακόμα κι ο ευγενής Παναγιώτης Κανελλόπουλος αντιδρούσε καμιά φορά -πάλι ρουσφέτι Μπάμπη μου; – μα κύριε πρόεδρε είναι φτωχός άνθρωπος. Προς τα μέσα της δεκαετίας του ’70 το «Βυζάντιο» κατέβασε οριστικά τα ρολά του. Οπότε πάνε οι «Βυζαντιολογίες» πάνε και τα ωραία του Μπάμπη του παπιονάκια. Το Κολωνάκι αυτή τη φορά φτώχυνε πολύ. Βέβαια φτιάχτηκαν όμορφοι πεζόδρομοι κι ανοίξανε εντυπωσιακά μαγαζιά. Τίποτα όμως δεν αποκατέστησε το πνεύμα και το χιούμορ του Βυζαντίου. Τίποτα δεν ξαναθύμισε και το Μπάμπη που ήξερε να κάνει το παπιγιόν ρεκλάμα και την ατάκα Φίνος Φιλμ! 
Από το βιβλίο του Κώστα Παπασπήλιου « Οι ωραίοι των Αθηνών» εκδόσεις Φιλιππότης.... 
http://www.mixanitouxronou.gr
 Πίσω στα παλιά 

7.1.16

ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΔΕΞΑΜΕΝΗ ΣΤΟ ΚΟΛΩΝΑΚΙ !! - Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ !!

Μέσα στην Δεξαμενή στο Κολωνάκι! - Η ιστορία της!


Μέσα στην Δεξαμενή στο Κολωνάκι! - Η ιστορία της!

Είναι ένα μικρό θαύμα στην καρδιά της Αθήνας. Με αφορμή τον εορτασμό των Θεοφανείων το newsit.gr σας ξεναγεί στην Αδριάνειο Δεξαμενή στο Κολωνάκι και στην ιστορία της!

Το 134-140 ο αυτοκράτορας Αδριανός κατασκευάζει σύστημα υδροδότησης που κατεύθυνε το νερό από πηγές στις Αχαρνές στην Αθήνα και αποθηκεύονταν σε δεξαμενή στους πρόποδες του Λυκαβηττού σε υψόμετρο 136 μέτρων. Η δεξαμενή του Αδριανού ολοκληρώθηκε από τον διάδοχό του Ευσέβη. Για πολλές δεκαετίες η Αδριάνειος Δεξαμενή δρόσιζε και πότιζε τους Αθηναίους. Όμως την περίοδο της τουρκοκρατίας παραμελήθηκε και οι κάτοικοι έπαιρναν νερό από πηγάδια στην πόλη. 
Μετά το 1827 άρχισαν οι επισκευές στο Αδριάνειος Υδραγωγείο και επαναλειτούργησε το 1840. Το 1870 ανακαλύφθηκε και η Αδριάνειος Δεξαμενή, η οποία ανακατασκευάστηκε φτάνοντας στα 2.200 κυβικά μέτρα χωρητικότητα και λειτούργησε μέχρι και το 1940. Η αρχαία δεξαμενή καλύφτηκε με νέο θόλο γιατί ο παλιός είχε καταρρεύσει.

Όσο περνούσαν τα χρόνια κατασκευάστηκε και μια νέα δεξαμενή στο χώρο κοντά στην παλιάς για να ενισχύει το δίκτυο ύδρευσης του κέντρου της Αθήνας. Στις αρχές του 20ου αιώνα ο Σουρής, ο Παπαδιαμάντης, ο Βάρναλης, ο Κονδυλάκης και ο Καζαντζάκης ήταν μερικοί από τους λογοτέχνες που σύχναζαν στη Δεξαμενή.

Η μυρωδιά της Δεξαμενής μένει ακόμα στο αγιόκλημα και στα γιασεμιά του θερινού σινεμά. Αλλά και στα παιδιά που παίζουν χειμώνα καλοκαίρι γύρω από το άγαλμα του Οδυσσέα Ελύτη (ενός από τους τελευταίους θαμώνες της πλατείας).
Και φυσικά κάθε χρόνο ανήμερα τα Θεοφάνεια η Δεξαμενή στο Κολωνάκι έχει την τιμητική της στον Αγιασμό των Υδάτων ως την μόνη που διατηρείται στο κέντρο της Αθήνας.
ΡΕΠΟΡΤΑΖ: ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΚΕΛΛΑΡΗΣ
http://www.newsit.gr/

Πίσω στα παλιά

3.5.15

ΑΘΗΝΑ 1920 , ΣΧΕΔΟΝ 100 ΧΡΟΝΙΑ ΠΙΣΩ

 

http://tilegrafima.gr

Ο τσοπάνης βόσκει τα πρόβατά του στο Κολωνάκι.
Η λήψη έγινε στην οδό Πινδάρου.
Στο σημείο αυτό σήμερα υπάρχουν σκαλιά….

pindarouprovata_kolonaki1-630x400.jpg

Σήμερα το ίδιο ακριβώς σημείο…

pindarou.jpg

Ανα Πίσω στα παλιά

26.2.15

ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΠΟΥ ΣΤΟ ΚΟΛΩΝΑΚΙ ΕΒΟΣΚΑΝ ΚΑΤΣΙΚΕΣ



Tην εποχή που στο Κολωνάκι έβοσκαν κατσίκες [φωτό]

Κάποτε η πιο αριστοκρατική συνοικία της Αθήνας δεν ήταν ψηλομύτα.

Αντιθέτως, υπήρξε πολύ βουκολική και μύριζε κατσικίσιο γάλα.

Ως το 1880 η περιοχή ήταν αραιοκατοικημένη και πάνω από τη Δεξαμενή, στις πλαγιές του Λυκαβηττού, Λιδωρικιώτες γαλατάδες έβοσκαν τις κατσίκες τους.

Γι΄ αυτό και λεγόταν «Κατσικάδα».

Με την πάροδο των χρόνων όμως μετατράπηκε σε ένα πυκνοκατοικημένο αστικό κέντρο  με αριστοκρατικό χαρακτήρα, προφανώς λόγω της γεωγραφικής του θέσης – στο κέντρο  της πρωτεύουσας και στους πρόποδες του Λυκαβηττού.

Μετονομάστηκε σε Κολωνάκι – από τον αρχαίο στύλο (κολωνάκι) που βρίσκεται περίπου  στο κέντρο της ομώνυμης πλατείας και ο οποίος λέγεται ότι αποτελούσε ένα στοιχείο που  απέτρεπε νόσους και θεομηνίες.Το συγκεκριμένο κολωνάκι βρισκόταν αρχικά στη Δεξαμενή,  δίπλα στο Αδριάνειο Υδραγωγείο και οι αρχαίοι ημών πρόγονοι τού απέδιδαν ιαματικές  ιδιότητες. Επάνω του κρεμούσαν και έδεναν με κορδέλες ρούχα ασθενών, προκειμένου  να γιατρευτούν.

Το κολωνάκι μετακόμισε οριστικά στην πλατεία το 1938 και έκτοτε κανείς δεν ασχολήθηκε  ξανά με τις θεραπευτικές του δράσεις.

Η Γιάννα Δουράμπεη, ξεναγός του Δήμου Αθηναίων, κάνει μια μικρή ιστορική διαδρομή: «Για την αρχαιότητα το μόνο που γνωρίζουμε είναι πως η Δεξαμενή ήταν η δεξαμενή του  υδραγωγείου του Ανδριανού. Από τον 5ο αι. μ.Χ. το μόνο που σώζεται είναι μια πλάκα  που αναφέρει το όνομα ενός επισκόπου Κλιματίου και βρίσκεται στο Βυζαντινό μουσείο,  από μια βασιλική εκκλησία που βρισκόταν στο νο 24 της Τσακάλωφ.

Το κολονάκι της πλατείας – ένας «αποτρεπτικός» στύλος για νόσους και θεομηνίες –,  υποτίθεται πώς έδωσε το όνομα στη γειτονιά. Στη δεκαετία του Όθωνα ήταν ένας φτωχικός  καταυλισμός βοσκών από το Λιδωρίκι, οι οποίοι έβοσκαν τα πρόβατα στον Λυκαβηττό  και προμήθευαν με γάλα την Αθήνα. Το 1883 ιδρύθηκε από τη Βασίλισσα Όλγα το  νοσοκομείο του Ευαγγελισμού και το 1886 άρχισε η ανέγερση του Αγίου Διονυσίου, ενώ στα τέλη του 19ου αι. ήρθαν οι γνωστές αρχαιολογικές σχολές (γαλλική, βρετανική κ.ά.),  τα μόνα κτίρια στην περιοχή με μεγάλους κήπους. Τότε, μόνο η πλατεία Δεξαμενής ήταν  γνωστή, με την παράγκα όπου σύχναζε ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης.
Ο Καιροφύλας αναφέρει πως στη Σκουφά, το 1929, για τριώροφη κατοικία με επτά δωμάτια  σε κάθε όροφο και σε οικόπεδο 420 τετραγωνικών πήχεων (σ.σ. πήχης = 0,75 μ.) δεν  είχε περισσότερο από 2 εκατομμύρια δραχμές. Εκείνοι την περίοδο άρχισαν να έρχονται  μεγαλέμποροι, πολιτικοί (λόγω και της παρακείμενης Βουλής ή του παλατιού), αλλά και γιατροί λόγω του Ευαγγελισμού.

Η Βασιλίσσης Σοφίας είναι ο πρώτος δρόμος-σύνορο της γειτονιάς που αρχίζει να χτίζεται  το 1870, προοριζόμενη να στεγάσει τη μεγαλοαστική τάξη. Τα οικόπεδα όπου σήμερα  βρίσκονται το Υπουργείο Εξωτερικών, η Πρεσβεία της Αιγύπτου... είχαν δεσμευτεί επί  Όθωνος για να γίνουν υπουργεία. Επί Γεωργίου Α΄ τελικά αγοράστηκαν από ιδιώτες –  έτσι χτίστηκε η οικία Συγγρού (το μετέπειτα Υπουργείο Εξωτερικών), το μέγαρο Σταθάτου,  η οικία Βενιζέλου που μετά το θάνατό του η σύζυγός του το πούλησε στο βρετανικό δημόσιο,  όπου και στεγάστηκε η Βρετανική πρεσβεία. Η μέσα πλευρά του Κολωνακίου ακολούθησε λίγο αργότερα να χτίζεται σε οικόπεδα, που τα περισσότερα ανήκαν στη Μονή Πετράκη.

Φωτό από το αρχείο της ΕΡΤ

http://www.iefimerida.gr

 Πίσω στα παλιά

17.3.14

ΜΙΑ ΠΑΛΙΑ ΑΥΛΗ ΚΑΠΟΥ ΣΤΟ ΚΟΛΩΝΑΚΙ

 


"Μπρος απ’ τις άσπρες τις αυλές οι γριές και οι νιές
για τον έρωτα μιλούν
Κι όλοι σ’ αυτή τη γειτονιά, τη μικρή γειτονιά
μέρα νύχτα τραγουδούν..."

 πίσω στα παλιά

14.3.14

ΖΩΗ ΣΤΟ ΚΟΛΩΝΑΚΙ

 

Αφιέρωμα στην πιο διάσημη γειτονιά της Αθήνας

n

Το Κολωνάκι δεν θα ήταν τίποτα χωρίς τις ταράτσες του. Το πιο αληθινό πράγμα στο Κολωνάκι είναι η μεγάλη του βεράντα – ο Λυκαβηττός. Ακουμπάει αναπαυτικά την πλάτη του στους θυσάνους από τα πεύκα του λόφου και κάθεται, καλομαθημένο και τεμπέλικο, κι αγναντεύει την πόλη. Στα έγκατα, κάτω, στα στενά του δρομάκια, στις μισοσπασμένες πλάκες, σε ανηφόρες, κατηφόρες, σκαλάκια και τρύπες, συμβαίνει η ταπεινή του ζωή με ένα γουργουρητό παλιάς μηχανής – αλλά πάνω, στις ταράτσες του Κολωνακίου, απλώνονται οι παροικούντες. Έχουν ήλιο όλη τη μέρα και βλέπουν την Αθήνα, ένα νησί μπροστά τους με τον Παρθενώνα σαν μπισκότο στην κορυφή. Και μετά φτάνουν το βλέμμα πέρα Πειραιά, Γλυφάδα, βουτάνε στη θάλασσα και πάλι ακόμα παραπέρα, Αίγινα και Σαλαμίνα.

n

Δεν είναι τυχαίο που η εκ διαμέτρου αντίθετη στο Κολωνάκι πλευρά του Λυκαβηττού –τα απομεινάρια της Νεάπολης και των Αμπελοκήπων, η Αρματολών & Κλεφτών– δεν έχει γίνει τίποτα. Έχει μόνο τη δροσιά του πράσινου να απολαμβάνει και το βουητό της Αλεξάνδρας. Και τα Χριστούγεννα, για κάποιο λόγο έχει τα πιο φορτωμένα στολισμένα μπαλκόνια της Αθήνας αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Πίσω στο Κολωνάκι, οι περισσότερες ταράτσες είναι πριβέ. Είναι το τελευταίο προπύργιο της παλιάς του αποκλειστικότητας. Αφού η πλατεία και οι συμβολές του έχουνε γίνει μικρές καφετέριες - κολυμβήθρες του Σιλωάμ για τον κάθε πικραμένο, τότε οι ταράτσες θα μείνουν «no entry», σνομπ, μεγαλωμένες με αναμνήσεις, περιποιημένες. Έχουν ξασπρίσει από τον ήλιο, οι περισσότερες έχουν πισίνες, μερικές και ξύλινο ντεκ, έχουν λεκέδες από παλιά πάρτι κι ωραία μυστικά χυμένα στα πλακάκια τους.

n

Η ωραιότερη ταράτσα της Αθήνας είναι αυτή του St.George Lycabettus Boutique Hotel. Το Suite Lounge στον 6ο όροφο είναι το νέο στέκι, από το πρωί μέχρι το βράδυ. Ο ωραιότερος, σινεμασκόπ ίλιγγος που μπορείς να απολαύσεις με ένα απεριτίφ στο χέρι ή ένα κεφτεδάκι finger food, ενώ ο ήλιος δύει.

n

Αυτή την αίσθηση της αποκλειστικής βεράντας θα προσφέρει και το περιβόητο συγκρότημα πολυτελών διαμερισμάτων, το μικρό διαστημόπλοιο One Athens που είναι επιτέλους έτοιμο, στα κτίρια του παλιού Δοξιάδη, και ετοιμάζεται να ανοίξει τις πύλες του – από την πλευρά του περιφερειακού στην Ηλία Ρογκάκου αλλά και από κάτω, πάνω στις πιο δύσκολες στροφές του Κολωνακίου: τέρμα Δημοκρίτου, ζιγκ ζαγκ στη Στρατιωτικού Συνδέσμου, στα σκαλάκια της Λυκαβηττού, και Χέρσωνος. Είναι το σημείο που ακόμα και τα πιο έμπειρα ψηλοτάκουνα μπορούν να χάσουν την ισορροπία τους. What an excellent challenge.

n

Κάθε μέρα κοντοστέκομαι στην αρχή της Δοξαπατρή, στα κάγκελα του ευάερου 14ου Δημοτικού Σχολείου, του Πικιώνη, έργο του 1932. Καμαρώνω τις μικρές του ταράτσες. Κάθε τάξη έχει το δικό της πλατό, το ένα πάνω και δίπλα στο άλλο, ξεδιπλώνονται σαν γιαπωνέζικο πολύπτυχο, λυσσάνε επάνω τους τα πιτσιρίκια, φωνές, τρεχάλα, ήλιος, θέα, όλη η Αθήνα στα πόδια τους να την καταβροχθίσουν, να τη βάψουν, να την μπογιατίσουν, να την γκρεμίσουν και να την ξαναχτίσουν. Η πίσω πλευρά του σχολείου, με τις μπασκέτες, ακουμπάει στα χωμάτινα στήθια του λόφου. Ξεπέταξε αυτές τις μέρες ο Λυκαβηττός, κάτι κίτρινα και λευκά ανθάκια και παπαρούνες, φούντωσαν μέσα στο σχολείο, πήραν λίγο κόκκινο χρώμα οι μύτες των μικρών, έβαλαν και οι γάτες μια νότα φρεσκάδας στα τσίσα τους.

Έτσι σκάει η άνοιξη στο Κολωνάκι, με μικρά παρασιτικά φυτάκια και πρασινάδες που ξεφυτρώνουν απρόσκλητα σε μικρές γωνιές του σφηνωμένα. Υπάρχουν μικρές χαράδρες, μικροί γκρεμοί δίπλα σε σπίτια, κρυφά πράσινα περάσματα, μονοπάτια ανάμεσα από πέτρες, ακατοίκητα και ξεχασμένες είσοδοι φραγμένες με συρματόπλεγμα, κι εκεί μέσα συμβαίνει το πράσινο. Και φυσικά στις νεραντζιές του: για πάντα Χριστούγεννα. Κυρίως αυτές που μένουν άθικτες από πριόνια δημάρχων και φορτωμένες φωσφοριζέ πορτοκαλί καρπούς σε δρόμους όχι πολύ ταλαιπωρημένους, όπως ας πούμε η Φωκυλίδου και τα πέριξ στενά.

n

Μέσα από αυτά τα στενά και τα σκαλάκια κόβαμε δρόμο παλιά, όταν άρχιζε κανένα ξύλο ή κυνηγητό στα Εξάρχεια. Τρέχαμε για να βγούμε στην Κλεομένους, παίρναμε λαχανιασμένοι την Αθηναίων Εφήβων (γειά σου, Μελίνα) κι από κει κατηφόρα στην Πλατεία Μαβίλη, που κάναμε τέρμα. Τώρα ποιος τρέχει.

n

Τώρα κατεβαίνω προσεχτικά τις κατηφόρες, όλες παλιά ρέματα από τα νερά που κατέβαζε γάργαρα ο Λυκαβηττός και ύστερα, αρχές του 20ού αιώνα, μπαζώθηκαν. Είχαν ονόματα τύπου ο Βοϊδοπνίχτης – ενώ τώρα λέγονται Δημοκρίτου, Ομήρου, Πινδάρου, τέτοια κομψά, καμία πιθανότητα να μπορεί να τα θυμάται ένας τσέλιγκας. Οι γιδοβοσκοί έφυγαν θεωρητικά, και έμειναν αυτές οι κατηφόρες που κρύβουν ωραία ημιυπόγεια – το άλλο χαρακτηριστικό του Κολωνακίου. Μισοχωμένα στη γη καταφύγια. Εύκολα, φθηνά και διακριτικά διαμερισματάκια. Παλιά, στα 70s και στα 80s, το Κολωνάκι έκρυβε τους καλύτερους γαμιστρώνες της πόλης. Βόλευε. Πηδιόταν και πιο πολύ ο κόσμος… Ύστερα έγιναν γκαλερί, απλώθηκαν, «πήραν και το δίπλα», μερικά έγιναν δισκοπωλεία ή ακριβές πατισερί. Ή «επιδιορθώσεις – μεταποιήσεις ενδυμάτων». Ένας από τους πιο γνωστούς μεταποιητές είναι ο Σπύρος, σημάδι το κατακίτρινο ψαλίδι της βιτρίνας του ανεβαίνοντας τη Δημοκρίτου αριστερά. Ναι, ακόμα και το Κολωνάκι μεταποιεί ρούχα. Μικρή, ζεστή λεπτομέρεια, ωωω, έλα μωρέ, τι καλό, πόσο ανθρώπινα αυτά τα ντεσού. Ο Σπύρος όμως λέει ασυγκίνητος ότι έχει πέσει η δουλειά γιατί τις περισσότερες μεταποιήσεις του τις έδιναν τα ακριβά ρουχάδικα, τα οποία έκλεισαν.

n

Κι ενώ στον υπόλοιπο δρόμο ανοιγοκλείνουν σαντουιτσάδικα, το γωνιακό με την Αναγνωστοπούλου ημιυπόγειο έγινε εδώ και λίγες εβδομάδες μία φωτεινή, γυάλινη γκαλερί με τον τίτλο Can από τη Χριστίνα Ανδρουλιδάκη. Η ίδια είναι χαμογελαστή, ευχάριστη, γλυκιά, φωτογραφίζεται δίπλα στα έργα των Versaweiss που εκθέτει (πειραγμένες φωτογραφίες από τη χρυσή εποχή του Χόλιγουντ), με έναν αέρα από το παλιό, καλό Κολωνάκι, όταν ακόμα οι bohemians κυκλοφορούσαν στους δρόμους με βυνίλια κάτω από τη μασχάλη και κοτλέ ημίπαλτα. Ο τίτλος της έκθεσης είναι μία ατάκα της Diana Vreeland: «Elegance is refusal». Καλύτερα δεν θα μπορούσε να ειπωθεί.

n

Ασυναίσθητα θέλω να στρίψω δεξιά και να μπω στο παλιό, ποτισμένο ιδρώτα Alexander’s που τώρα είναι ένα βλοσυρό, σκονισμένο τίποτα. Στις σκάλες του έχουν κατρακυλήσει άνθρωποι και βάτες, ένα πρωί βρήκαμε και τον Πατρίκ να κοιμάται εκεί από κάτω, τύφλα μεθυσμένο, τον ψάχναμε όλο το βράδυ ενώ αυτός είχε φάει απλώς χυλόπιτα στο dance floor, το πήρε βαριά και την έπεσε όπου βρήκε. Δεν υπάρχουν πιά τέτοιες ιστορίες στην Αναγνωστοπούλου ούτε και στην Τσακάλωφ, από εκείνες που γέμιζε το Aleko’s Island, αυτών που κάθονταν μ’ ένα μπουκάλι μπίρα (butch) στις υπόγειες, κυκλαδίτικες πεζούλες του. Όλος ο δρόμος ήταν γεμάτος μπαρ, κυλούσαν με τα κινούμενα φώτα όλοι κάνοντας bar hopping, συναντήσεις κλείνονταν στα ενδιάμεσα, άνοιγαν οι πόρτες κι άκουγες τις μουσικές του Τάκη Τσαντίλη να ξεχύνονται με βαρύ ντουπ-ντουπ, ανέβαινες στον όροφο του Βελουδάκη, κατέβαινες ξανά, και πάλι πάνω, Market, Θα Σε Κάνω Βασίλισσα, όλοι όλα. Και στις 3 τα χαράματα ο Παλαμίδας να τραγουδάει την ψηλότερη κορόνα του «Σαμποτάζ», το υπέροχο ουρλιαχτό του να κάνει τις καμπάνες του Αγίου Διονυσίου να τρέμουν από ηδονή.

n

Σήμερα η Δημοκρίτου πασχίζει να διατηρήσει την τραυματισμένη της αξιοπρέπεια. Το παλιό, αγαπημένο Oasis (με τις παράξενες, ωραίες κονκάρδες και τα 50s γυαλιά) έχει κλείσει. Στη χαλασμένη επιγραφή του με την art deco γυναικεία φιγούρα, κάποιος της έχει γδάρει τα μάτια. Ανεπίδοτοι λογαριασμοί χωμένοι ανάμεσα στα κάγκελα της σιδεριάς. Δίπλα, στην είσοδο του Δημόκριτου, του Γιατρού της Πείνας, με κόκκινο μαρκαδόρο γραμμένο στον τοίχο: «Λόγω της οικονομικής κρίσεως αδυνατούμε να λειτουργήσουμε. Δημόκριτος. Ευχαριστούμε τους πελάτες μας που 40 χρόνια μας στηρίξανε».

n

Απέναντι, διατηρημένο και πιστό στο δαντελένιο του ρομαντισμό, το Studio Εβίτα συνεχίζει να πουλάει νοσταλγική εσάνς, κούκλες, πορσελάνες και κεντίδια. Και πιο κάτω, ο άρχοντας Parthenis, η γωνία με τα μίνιμαλ ριχτά ρούχα, με μονομπλόκ χρώματα μίας ελάχιστης και με άποψη παλέτας, μία διαχρονική γραμμή που δεν έχει χάσει τίποτα από την αρχιτεκτονική της φρεσκάδα όπως και ο ίδιος, κέρβερος φύλακας της αίγλης του δρόμου. Πάντα εκεί, ενίοτε και με την κόρη-Ορσαλία, ανάμεσα στα new wave μανεκέν βιτρίνας. Καυστικός, σπινθηροβόλος, ευγενής, άμεσος, το ζωντανό «λεξικό του Κολωνακίου». Μερικές φορές θέλω να μείνω εκεί λίγο παραπάνω, περιμένοντας ότι ίσως θα φανεί η Λάουρε ντε Νίγκρις.

n

Δηλαδή παθαίνω συνειρμό για το τρίτο χαρακτηριστικό του Κολωνακίου: τους fashionistas. Την παλιά σχολή που ακόμα διατηρεί εκεί δεσμούς, ατελιέ, μοδιστράδικα, στέκια και προμηθευτές. Τα προηγούμενα 30 χρόνια οι δρόμοι γέμιζαν με στιλίστριες – ή μάλλον βοηθούς, φορτωμένες σακούλες ή με το χέρι ψηλά να τρέχουν κρατώντας μέσα σε νάιλον, ιερές φρεσκοραμένες τουαλέτες σε κρεμάστρα για να προλάβουν το shooting και το γύρισμα. Η Ρούλα δεν αστειευόταν. Ήταν γρήγορες, μασούσαν τσίχλα, φορούσαν ωραία γυαλιά ηλίου και σταματούσαν έξω από τα μαγαζιά για πουν ένα γρήγορο γειa στις φίλες πωλήτριες που κάπνιζαν στην είσοδο. Πόσο γρήγορα έτρεχαν οι άνθρωποι τότε. Πόσο εύκολα είχαν μάθει να ελίσσονται ανάμεσα από τα διπλοπαρκαρισμένα τζιπ και τα μισθωμένα ταξί με αναμονή. Σήμερα κανένας δεν κάνει στάιλινγκ σε άλλους. Κάνει ο καθένας το δικό του. Τα θύματα της μόδας είναι διάσπαρτα στην πόλη και έχουν μπλογκς, ράβονται μόνες τους, στήνουν μπαζάρ και κινούνται ελάχιστα αλλά ξέρουν τις σωστές διευθύνσεις. Ανιχνεύουν την πολυτέλεια και το class.

n

«Να πας στο Femme Fatale» μου είπανε, «στη Φωκυλίδου 7Β. Έχει παπούτσια αποκλειστικά για χορό, κατασκευασμένα στο χέρι. Hecho a mano». Βρίσκομαι σε ένα κομψό, μίνιμαλ ημιυπόγειο. Σατέν και λουστρινένια tango shoes εκτίθενται αραιά, σαν πολύτιμα φαμπερζέ επάνω στα ράφια. Οι κυρίες του Femme Fatale αναλαμβάνουν κάθε σχέδιο, όλα είναι tailor made, ειδικεύονται ακόμα και σε ρούχα tango. Όλα είναι σαν μικρά, πολυτελή δράματα πάθους σε έναν κομψό κόσμο. Ακριβώς απέναντι, στην γωνιακή, κυκλική, πορτοκαλί πολυκατοικία ένας μαύρος μαρκαδόρος έχει γράψει στον τοίχο το δικό του elegant δράμα: ΘΕΛΩ ΝΑ ΠΕΘΑΝΩ. – Μη βιάζεσαι, υπάρχει ουρά, του έχουν απαντήσει.

n

Επόμενο προπύργιο κομψότητας και class εγκεκριμένο από τoυς αφοσιωμένους γκουρού του στιλ είναι βέβαια το Mah-Jong της Κανάρη 14. Εγώ το αγαπάω γιατί εκεί βρίσκω όλα τα νέα-σημειωματάρια-μολύβια-τσάντες-θήκες-τα-πάντα Moleskines, μια και είναι ο εισαγωγέας τους, αλλά οι fashion victims μου είπαν να πάω να δω τα νέα σακάκια Kiton, χειροποίητα και prêt-a-porter, είναι λέει σαν ποιήματα. Και ναι, όντως είναι, μικρά pin stripes χαϊκού, κομψά τετράστιχα με ανεπαίσθητα καρώ σε μπλε-γκρι ελεφάν, η τέλεια εφαρμογή, το σωστό μέτρημα, τα βλέπω και ρουφάω την κοιλιά μου μέσα μέχρι να σκάσω.

n

Επόμενη στάση, πιο κοντά στη δική μου ποιητική, το Karpis Tatouage, στην Αριστοδήμου 2-4, τέρμα Ξενοκράτους, μικρό και έξυπνο, κοφτερό και καλοσχεδιασμένο, ένα σαλόνι για τατουάζ που άνοιξε πρόσφατα και φημίζεται για τις καλές του γραμματοσειρές και το «καλό κεντίδι». Αν ήμουν πιο λεπτός θα χτύπαγα ένα αριστούργημα που έχει να επιδείξει ο καλλιτέχνης, τον Μυστικό Δείπνο στη μέση, κάτω χαμηλά στην πλάτη κάποιου μερακλή. Αλλά με τα δικά μου stats θα χρειαζόταν να ζωγραφίσει τον Βλάχικο Γάμο.

Αποφασίζω να μη χτυπήσω τίποτα. Παίρνω πίσω την Ξενοκράτους προς το σπίτι. Τα απομεινάρια της λαϊκής δίνουν την άλλη, πιο ανθρώπινη εσάνς στο Κολωνάκι, όπως άλλωστε και τα κακά των σκύλων στα πεζοδρόμια, χαρακτηριστικό κάθε σικ αθηναϊκής γειτονιάς.

http://www.athensvoice.gr/

πίσω στα παλιά

23.2.14

TA ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΟΛΩΝΑΚΙΟΥ …

 

Συχνά η αξιοποίηση των διατηρητέων από τα ασφαλιστικά ταμεία, εμποδίζεται από το ίδιο το Δημόσιο.
Μοιάζουν σαν...
δύο σταγόνες νερό και το μόνο που τα χωρίζει είναι μια μεσοτοιχία.
Με τη μόνη διαφορά ότι το ένα είναι ετοιμόρροπο. Τα δύο κτίρια στην οδό νεοφύτου Δούκα, στους αριθμούς 5 και 7, αν και είναι τόσο ίδια, είναι και αρκετά ξεχωριστά: αυτό στον αριθμό 7, το οποίο βρίσκεται στα πρόθυρα κατάρρευσης, ανήκει σε ασφαλιστικό ταμείο. Ο προηγούμενος φορέας διαχείρισής του ήταν η ΕΥΔΑΠ ενώ με απόφαση του ΥΠΕΧΩΔΕ το 1988 χαρακτηρίστηκε διατηρητέο.
Το ασφαλιστικό ταμείο που το διαχειρίζεται σήμερα έστησε σκαλωσιές και πήγε να ξεκινήσει τα έργα για την αναστήλωση του. Και τότε συνέβη το απρόοπτο: το υπουργείο Πολιτισμού, διεκδικώντας το εν λόγω κτίριο – συνολικού εμβαδού 263 τ.μ με αντικειμενική αξία λίγο πάνω από 2 εκατομμύρια ευρώ-ως νεότερο μνημείο, πάγωσε τις εργασίες πριν καλά καλά ξεκινήσουν, απαγορεύοντας στο Ταμείο να ακουμπήσει έστω και ένα τούβλο, μέσα ή έξω.
Και έτσι, ο ασφαλιστικός φορέας εκ των πραγμάτων δεν μπορεί όχι μόνο να εξασφαλίσει κάποια έσοδα από το κτίριο μέσω μακροχρόνιας μίσθωσης όπως προγραμμάτιζε, αλλά ούτε και να προχωρήσει σε εργασίες για να σταματήσει την ταχεία… επίδραση της βαρύτητας σε διάφορα στοιχεία του κτιρίου που έχουν αρχίσει να ξεκολλάνε.
Σε αυτή την περίπτωση, η αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας δεν εμποδίζεται από την αμέλεια των υπευθύνων στα ασφαλιστικά ταμεία ούτε από επιτήδειους «μπαταχτσίδες» ιδιώτες αλλά από το ίδιο το Δημόσιο. Ακριβώς δίπλα, στην οδό Νεοφύτου Δούκα 7, το ίδιο κτίριο βρίσκεται σε μια εντελώς διαφορετική κατάσταση...
Τα Νέα

http://nonews-news.blogspot.gr/

πίσω στα παλιά

18.2.14

Η ΠΑΡΑΚΜΗ ΤΟΥ ΚΟΛΩΝΑΚΙΟΥ

- Κλείνουν μπουτίκ και ανοίγουν φούρνοι και σουβλατζίδικα!

Από την οικονομική κρίση δε γλίτωσε ούτε το Κολωνάκι! Ιστορικές μπουτίκ και μαγαζιάκλείνουν το ένα μετά το άλλο είτε γιατί βάζουν οριστικό λουκέτο είτε γιατί μεταφέρονται σε άλλες περιοχές με φτηνότερα ενοίκια. Στη θέση τους ανοίγουν καφετέριες, ταχυφαγεία και σουβλατζίδικα.

Η εποχή που μεγάλες φίρμες έδιναν μάχη για να νοικιάσουν ένα μαγαζί γωνία στο "ναό" του εμπορικού κόσμου, το Κολωνάκι, φαίνεται πως έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Μετά από 6 χρόνια σκληρής λιτότητητας και οικονομικής ύφεσης, τα λουκέτα διαδέχονται το ένα το άλλο.
Πολλά μαγαζιά "μετακομίζουν" σε άλλες περιοχές με χαμηλότερα ενοίκια και εκεί που υπήρχαν μπουτίκ ξεφυτρώνουν σαν τα μανιτάρια, σουβλατζίδικα και καφετέρειες.

Ποια μαγαζιά του Κολωνακίου έγιναν...ταχυφαγεία

Στην οδό Σκουφα 29, στη θέση του Miss Sixty άνοιξε το the new it place.

Στην οδό Σκουφά 37 το μαγαζί  Μελινικόν με τις λιχουδιές του για πρωϊνό και όχι μόνο, αντικατέστησε την kiara και
τα παιδικά gelato.

Στην οδό Πινδάρου το μαγαζί pizza by the slice πήρε τη θέση του μαγαζιού εσωρούχων Ιόλη.

Στην οδό Πινδάρου 18 το κατάστημα υποδημάτων Ιωάννου έδωσε τη θέση του στο μαγαζί mikel.

Eπώνυμα μαγαζιά έκλεισαν ή μεταφέρθηκαν σε άλλες περιοχές

Το θρυλικό cafe - restaurant Jk στην πλατεία Φιλικής Εταιρείας.

Το Diesel και το Oxette στη οδό Σκουφά.

Το Jackson Hall στη Μηλιώνη.

Γεμάτο ενοικιαστήρια το Κολωνάκι - Αναδουλειές στην πιάτσα των ταξί

Παρά το γεγονός πως τα ενοίκια έχουν πέσει, τα καταστήματα που παραμένουν άδεια είναι πολλά.

Στη δε πιάτσα των ταξί όπου κάποτε έδινες μάχη για να βρεις άδεια κούρσα, οι ταξιτζήδες κάθονται και μια και δυο ώρες δίχως πελάτη, όπως λέει στο Newsit o αυτοκινητιστής Δημήτρης Πιπερίδης.

Κάτοικοι του Κολωνακίου κάνουν παζάρια στα μαγαζιά ακόμη και για μισό ευρώ

Ενδεικτικό του πόσο έχουν αλλάξει τα πράγματα είναι το γεγονος πως πολλοί κάτοικοι του Κολωνακίου αντιμετωπίζουν οικονομικά προβλήματα με αποτέλεσμα από τη μια να φορούν πανάκριβα ρούχα και αξεσουάρ και από την άλλη να κάνουν παζάρι στον τσαγκάρη της γειτονιάς ακόμη και για μισό ευρώ, όπως λέει στο Newsit o Σωτήρης Πιπέρης. 
newsit.gr

 πίσω στα παλιά

8.1.14

ΣΤΟ ΚΟΛΩΝΑΚΙ ΟΣΟ ΑΝΘΙΖΟΥΝ ΟΙ ΝΕΡΑΝΤΖΙΕΣ…

 

Από την εποχή που ο Αλέξης Μπίστικας τη φωτογράφισε στις ταράτσες της Σκουφά για το «Κοντροσόλ στο Χάος» ως σήμερα, η Μαρία Μήτσορα αποτυπώνει το μποέμικο Κολωνάκι στα βιβλία της υπό ένα πλάγιο φως. Το ίχνος αυτού του βλέμματος υπάρχει και στο κείμενο που γράφει εδώ, ειδικά για τη LifO. 
Στα πρώτα βιβλία της Μήτσορα η πόλη της Αθήνας ιδρώνει με έναν πρωτοφανή ως τότε τρόπο. 252    Το δικαίωμα στην πόλη είναι απαραίτητη συνθήκη ενός ουμανισμού και μιας ανανεωμένης δημοκρατίας. (Henri Lefebvre, Espace et Politique) Οι πολεοδομίες του 20ού αιώνα (και του 21ου αιώνα) θα πρέπει να κατασκευάζουν περιπέτειες. (Χωροταξία, Internationale Situationiste) Υπάρχει ακόμα επιλογή ανάμεσα στη νεκρόπολη και στην ουτοπία. (Lewis Mumford, City in History)       Λένε πως η πόλις των Αθηνών θα εξαφανιστεί διογκούμενη, από την Ελευσίνα μέχρι το Μαραθώνα και το Λαύριο. Λένε πως ίσως όλος ο πλανήτης να γίνει μια ενιαία πόλη, που θα καταπιεί τους κατασκευαστές της, σε δέκατα τρίτα υπόγεια και σε δέκατους έβδομους ουρανούς. Μερικοί όμως επιμένουν ότι κατηφορίζοντας από τη Δεινοκράτους όσο ανθίζουν ακόμα οι νεραντζιές, αφού διασχίσεις τη χαριτωμένη πλατεία της Δεξαμενής, αφήνοντας στα δεξιά σου το κυκλαδίτικο σπίτι της Φωκυλίδου, πάντα δυο τετράγωνα θα σε χωρίζουν από την πλατεία Φιλικής Εταιρείας, γνωστής κυρίως ως πλατεία Κολωνακίου. Και αυτοί οι τελευταίοι ισχυρίζονται πως ο θρήνος γι' αυτές που κόψανε στην Κανάρη θα ακούγεται στον αιώνα των αιώνων.   Άλλοι πάλι γκρινιάζουν: Στην πλατεία με την ανασκευή καταστράφηκε η ισομερής κοινωνικότητα του κύκλου. Το σιντριβάνι το απήγαγαν. Τα χρυσόψαρα μήπως τα τηγάνισαν; Θυμάμαι κάποιον που διέδιδε πως τα είχανε φέρει από την Κωνσταντινούπολη. Συμφωνώ κι εγώ, τα σκόρπια παγκάκια, φυτεμένα στο μπετόν, έτσι όπως κοιτάζουν διάφορες κατευθύνσεις, επηρεάζουν τα συναισθήματα των λιγοστών που κάθονται ώστε να ατενίζουν ο καθένας ένα απομονωμένο, διόλου ομόκεντρο μέλλον.   Καθώς διασχίζω σήμερα, πάντα βιαστική, την πλατεία, ένα αόρατο σκυλί είναι έτοιμο να με πάρει στο κατόπι. Το γνωρίζω και με γνωρίζει. Ακούει στο όνομα νοσταλγία. Και για να γλυτώσω ούτε νοιάζομαι να ρίξω μια ματιά, να δω αν υπάρχει ακόμα εκείνο το Κολωνάκι, που σημάδευε τον τάφο ενός βοδιού και την απόσταση βολής με κανόνι από την Ακρόπολη. Από αυτό είχε πάρει πάντως η πλατεία το όνομά της. Αυτή η πλατεία που τώρα βλέπω γεμάτη βιτρίνες και αντανακλάσεις από άλλες βιτρίνες και καφετέριες ίδιες με εκείνες που έχουν γεμίσει όλο το Λεκανοπέδιο. Τόσο αγνώριστα είναι όλα που για μια στιγμή νιώθω να με προσπερνούν οι λέξεις, καθώς εικόνες παλιές συντρίβονται στα πόδια μου...   Και ξαφνικά μου φαίνεται πως όταν ήμουν 18 χρονών την είχα παντρευτεί αυτή την πλατεία με παπά και με κουμπάρο. Εδώ είχα γνωρίσει τον Paul Francois. Στο Βυζάντιο ήρθαμε κατευθείαν από την εκκλησία ντυμένοι εγώ νύφη και αυτός γαμπρός. Και ξημερωθήκαμε κερνώντας καφέδες αφού είχαμε ορκιστεί να μην αγγίξουμε ο ένας τον άλλον, εκείνη τη νύχτα τη μοιραία για τόσους άλλους, ενώ εμείς διαθέταμε και τις προηγούμενες και τις επόμενες... όταν μετά ενάμιση χρόνο χωρίσαμε... πολύ φιλικά, είχα κερδίσει το δικαίωμα των ελεύθερων νυχτερινών εξόδων.   Τότε έμενα στην Καρνεάδου. Τη σημερινή Harley Street. Το δρόμο των γιατρών. Και ήμαστε μια μεγάλη παρέα. Μια παρέα ροκ, όπως θα έλεγαν για μας αργότερα. Συναντιόμαστε την ημέρα στου Μπόκολα, στο παλιό Ελληνικό και στη Λυκόβρυση. Και αργά τη νύχτα στο Βυζάντιο ή στα Νούφαρα. Συχνά στην αρχή ήμουν η μόνη γυναίκα στο τραπέζι με τους Γιώργο Μακρή, Δημήτρη Πουλικάκο, Παναγιώτη Κουτρουμπούση, Τάσο Δενέγρη, Αλέξη Ακριθάκη, Τάσο Φαληρέα και άλλους πολλούς που έφευγαν ή που έφταναν με μια βαλίτσα ή ένα σάκο στον ώμο.   Γύρω υπήρχαν και άλλες παρέες, όπως αυτή των σκηνοθετών, που έμοιαζαν όλοι με μορφές από τα εικονίσματα. Παραδίπλα οι ζωγράφοι, ενώ γυναίκες όμορφες ανεβοκατέβαιναν την πασαρέλα, τότε που ομορφιά σήμαινε να έχεις κάτι πολύ ξεχωριστό, και όχι να είσαι μια ευτυχισμένη εκδοχή του μέσου όρου.   Θυμάμαι ακόμα και γιαουρτώματα ανάμεσα στους σκληροπυρηνικούς, αλλά πιο πολύ εκείνον το συνδυασμό από κομψότητα και ζωντάνια και τη φαντασία να έχει το πάνω χέρι. Μπιτνίκια ανηφόριζαν από την Πλάκα. Ξανθές κοπέλες από το Βορρά έφταναν για να δουλέψουν ως φωτομοντέλα. Όπως η Σουηδέζα Εύα, πάντα ντουέτο με τη φίλη της την Judy και φωτογράφο τον Maurice Engels, απόγονο του Engels. Υπήρχαν και αυτοκτονίες, εκείνες που ο Durkheim ονομάζει ανομικές, που εμφανίζονται με την έξαρση και τον κοινωνικό αναβρασμό.   Και τρέλα υπήρχε φυσικά. Το κύριο όμως χαρακτηριστικό της παλιάς πλατείας ήταν το ποσοστό των ανθρώπων που ήδη ήσαν ή που θα γίνονταν γνωστοί.   Παρ' όλα αυτά εγώ τα γέλια συγκρατώ και την απουσία αμαρκούρας - όπως μου αρέσει να ονομάζω αυτήν τη μαυρίλα που μας έχει κάτσει με το τέλος της χιλιετίας και του πλανήτη.
Πηγή: www.lifo.gr

 πίσω στα παλιά

22.4.13

ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ ΚΟΛΩΝΑΚΙΟΥ

 

Τοπωνύμια Κολωνακίου

Το Κολωνάκι, που συνορεύει με τη Νεάπολη, την «περιοχή Ανακτόρων», την «περιοχή Χίλτον» και τους Αμπελόκηπους, δεν είναι παρά οι νότιες και ανατολικές υπώρειες του Λυκαβηττού. Ιδού μια επιλογή από παλιά και νεότερα τοπωνύμια και τοπόσημά του:   

Άγιος Διονύσιος. Η εκκλησία της Σκουφά. Πρωτοχτίστηκε μικρή το 1885, μεγάλωσε πολύ αργότερα.
Άγιος Νικόλαος. Αρχικά εκκλησάκι του (τότε) Πτωχοκομείου. Σήμερα: μεταξύ Υψηλάντου, Πλουτάρχου και Βασ. Σοφίας.
Αγιώργης. Παλιότερα όλος ο λόφος που μετονομάστηκε σε Λυκαβηττό, σήμερα μόνο το εκκλησάκι στην υπώρειές του.
Αϊ-Σιδερέας. Η λαϊκή εκφορά του ονόματος για το εκκλησάκι των Αγίων Ισιδώρων, στη νοτιοδυτική πλευρά του Λυκαβηττού.
Αλάνα. Βόρεια του σημερινού τελεφερίκ.
Αλωνάκι. Ήταν περίπου στο σημερινό 401, χαμηλά, προς τη Βασ. Σοφίας.
Αμερικάνικη πρεσβεία. Έγινε σε τμήμα των Παραπηγμάτων. Περίφημο έργο του Γκρόπιους (1961), σχολή Μπάουχαουζ. «Σύνορο» προς τους Αμπελόκηπους.
Αβησσυνία. Το τετράγωνο βόρεια της πλατείας Κολωνακίου.
Αναλαμπή. Πλατωματάκι κοντά στη Δεξαμενή.
Αναπήρων πολέμου. Μικρός συνοικισμός ανάμεσα στη Μονή Πετράκη και τα Παραπήγματα. Εκεί δόθηκαν οικόπεδα σε αναπήρους. Υπάρχει και ο σχετικός δρόμος.
Αργυρόπουλου θεατράκι. Ήταν στη Δεξαμενή προπολεμικά.
Βασιλίσσης Σοφίας. Ήταν κομμάτι της λεωφόρου Κηφισιάς (πρώην δρόμος του Μαραθώνα), που έφτανε μέχρι το Σύνταγμα. Η μετονομασία έγινε κατά το μεσοπόλεμο.
Βατραχάκια. Στη νοτιοανατολική πλευρά του Ευαγγελισμού, σημερινές Μαρασλή και Υψηλάντου.
Βουκουρεστίου (πρώην Αγχέσμου). Ο πλέον κυριλέ πεζόδρομος της συνοικίας.
«Βυζάντιον». Περίφημο καφενείο-τοπόσημο, στη μεταπολεμική πλατεία Κολωνακίου.
Γεννάδιος (νοείται: Βιβλιοθήκη). Περίφημο κτίριο-ίδρυμα επί της οδού Σουηδίας.
Δεξαμενή. Από την αρχαία δεξαμενή του Αδριάνειου Υδραγωγείου, που ξαναλειτούργησε το 19ο αιώνα. Συν νεότερη δημοτική δεξαμενή. Και η σχετική πλατεία, και ομώνυμο θερινό σινεμά.
Δοξιάδη. Μοντέρνο κτίριο της ομώνυμης σχολής στο τέρμα της οδού Λυκαβηττού (1958).
ΕΑΤ/ΕΣΑ. Στρατόπεδο και χώρος βασανιστηρίων επί χούντας, σε τμήμα των Παραπηγμάτων, σήμερα «Πάρκο Ελευθερίας».
«Έβερεστ». Τοπόσημο επί της Τσακάλωφ, το πρώτο της αλυσίδας.
Ελιά. Ανάμεσα στα (μεταγενέστερα) τοπόσημα Μαράσλειο και καφενείο-πλατεία «Τ’ όμορφο».
«Ευαγγελισμός». Το γνωστό μέγα νοσοκομείο (ολοκλήρωση 1884). Ομώνυμο πάρκο και σταθμός του μετρό.
Θέατρο. Εμβληματικό και διατηρητέο έργο του Τάκη Ζενέτου (1967), πάνω στο λατομημένο ίσωμα του Λυκαβηττού.
«Καφέ τσουράπι». Παλιό καφενείο στο τέρμα της Σίνα, που ονομάτισε την περιοχή.
Κατσικάδικα. Εκεί όπου είναι σήμερα η Γεννάδιος Βιβλιοθήκη.
Κολωνάκι. Από ένα εξαγνιστικό κολωνάκι (επίκεντρο μαγικών - θρησκευτικών τελετουργιών) που βρέθηκε στη Δεξαμενή, αλλά μεταφέρθηκε και βρίσκεται σήμερα στην πλατεία Κολωνακίου (επισήμως: Ξάνθου).
Κουκά. Ανθρωπωνύμιο οικοδόμου και πιθανώς λατόμου, που έγινε τοπωνύμιο επί του Λυκαβηττού.
Λεύκα. Ήταν ανάμεσα στη Δεξαμενή και το Μαράσλειο.
Λυκαβηττός. Λόφος 174 μέτρων. Ο Μπίρης δέχεται ως επικρατέστερη την πελασγική προέλευση «Λουκαμπεττού», δηλαδή μαστοειδές ύψωμα. Το σχήμα αυτό πήγε περίπατο, λόγω λατόμευσης.
Μαράσλ(ε)ιο. Το περίφημο σχολείο πάνω από τον «Ευαγγελισμό» (1924), που χτίστηκε με χρήματα του ευεργέτη Γρηγόρη Μαρασλή. Η ομώνυμη οδός λεγόταν νωρίτερα Αριστομένους.
Μάντρα του Μόλλα. Θεατράκι στη Δεξαμενή, όπου επί δεκαετίες ο περίφημος ομώνυμος καραγκιόζης.
Μέγαρο (νοείται: Μουσικής). Και σταθμός του μετρό. Σε τμήμα των Παραπηγμάτων.
Μέρλιν/Σέκερη. Συγκρότημα επιταγμένων αρχοντόσπιτων, σήμερα κατεδαφισμένων, όπου στην κατοχή τα κρατητήρια των Ες ες. Το νόημα των δύο οδωνυμίων ήταν «κολαστήριο» .
Μονή Πετράκη. Ο ελέω Τούρκων καταπατητής-ιδιοκτήτης του μεγαλύτερου μέρους του Κολωνακίου και των Αμπελοκήπων, αν όχι του μεγαλύτερου μέρους της Αττικής. Σήμερα: μεταξύ Γενναδίου, Ευζώνων, Ιασίου.
Μπιντές. Περίφημο παρτέρι σε σχήμα λεκάνης μπιντέ, δίπλα στην πλατεία Κολωνακίου του ’60.
Ναυτικό νοσοκομείο. Στην οδό Δεινοκράτους, σε τμήμα από τα παλιά Παραπήγματα.
Νίμιτς. Το παλιό Στρατ. Νοσοκομείο 401, στη Βασ. Σοφίας. Επίσης στα πρώην Παραπήγματα.
«Ντόλτσε». Καφέ-ζαχαροπλαστείο στη Σκουφά, το σημερινό «Φίλιον».
Νταμάρι του Μυκονιάτη. Το μεγαλύτερο απ’ όσα ξεκοίλιασαν τον Λυκαβηττό. Από την πέτρα του Μυκονιάτη και του Στρέφη χτίστηκε όλη η νεοκλασική Αθήνα.
Παλιό Δασκαλιό. Da skalio, στα σκαλιά. Στην παλιά Δεξαμενή.
Παράγκα. Στη γωνία των σημερινών Βασ. Σοφίας και Γενναδίου.
«Παράδεισος». Περίφημο εξοχικό κέντρο στην παλιά Δεξαμενή.
Παραπήγματα. Α) Τεράστιος στρατιωτικός χώρος που εκτεινόταν από τη σημερινή οδό Γέλωνος μέχρι σχεδόν τον Ευαγγελισμό, με μέτωπο προς τη Βασ. Σοφίας. Β) Η στρατιωτική φυλακή στον ίδιο χώρο.
Πάρκο Ελευθερίας. Το πρώην ΕΑΤ/ΕΣΑ.
Πατριάρχου Ιωακείμ. Ο κεντρικός εμπορικός δρόμος της συνοικίας. Παλιό όνομα: Κυνοσάργους (από λανθασμένη ταύτιση του αρχαίου τοπωνυμίου).
Πειραματικό. (= Πειραματικό Σχολείο του Πανεπιστημίου Αθηνών), Σκουφά και Λυκαβηττού. Όπου, από το 1929, δοκιμάζονται (;) νέες εκπαιδευτικές μέθοδοι.
Πλατεία Σκιστής Πέτρας. Μικρό πλάτωμα επί της οδού Αναγνωστοπούλου. Σήμερα πλατεία Λυκαβηττού.
Πολυκατοικία. Του Μαντζαβελάκη στην Κλεομένους. Επί χρόνια δεν υπήρχε άλλη στον Λυκαβηττό.
Πολυκατοικίες του Κιτσίκη. Μεσοπολεμικά εμβληματικά κτίσματα επί της Βασ. Σοφίας, μεταξύ Μονής Πετράκη και Γενναδίου. Σώζονται.
«Πράσινη τέντα». Ομώνυμο κεντράκι και περιοχή στον Λυκαβηττό.
Πτωχοκομείο. Ήταν στο οικόπεδο όπου είναι σήμερα η Βρετανική Πρεσβεία. Η σχετική οδός λέγεται τώρα Υψηλάντου.
Σίνα (πρώην Οφθαλμιατρείου). «Σύνορο» με τη Νεάπολη.
Σκιστή Πέτρα/Σκιστό. Παραβούνι του Λυκαβηττού ανάμεσα στη Γερμανική Εκκλησία και στη Σχολή Δοξιάδη. Η σχετική οδός λέγεται σήμερα Αναγνωστοπούλου.
Σπηλιά πουτάνας. Στον Λυκαβηττό, ανάμεσα στα τελευταία σπίτια και τον πεζόδρομο του Αγιώργη.
Σκομπία. Σκωπτική ονομασία που περιλάμβανε Κολωνάκι, Σύνταγμα και Ανάκτορα κατά τα Δεκεμβριανά. Από το όνομα του Βρετανού στρατηγού Ρόναλντ Σκόμπι, που έλεγχε με τις δυνάμεις του την περιοχή, μαζί με την κυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου.
Τελεφερίκ. Το πλάτωμα στο τέρμα της οδού Πλουτάρχου, όπου η είσοδος για το υπόγειο τρενάκι του Λυκαβηττού.
«Τ’ όμορφο». Παλιό καφενείο και πλατειούλα πίσω από τη Γεννάδιο, μεταξύ Δεινοκράτους και Ξενοκράτoυς. Σήμερα: πλατεία Δάντη.
Χεζοπόταμο. Χείμαρος από τη μέση της σημερινής Βουκουρεστίου και κατηφορικά, που χυνόταν στον Βοϊδοπνίχτη (σημερινή οδό Σταδίου). Άλλως, Κουραδόρεμα.

http://pisostapalia.blogspot.gr/

4.4.13

ΚΟΛΩΝΑΚΙ

 

«Όλοι το ίδιο είμαστε σε τούτο τον κοσμάκη,
Και όλοι έχουμε καρδιά, Λαός και Κολωνάκι»

Οι Παλιοί Αθηναίοι έλεγαν «Κολωνός και Κολωνάκι» όταν ήθελαν να αντιδιαστείλουν τις δύο τάξεις. Το Κολωνάκι ήταν και παραμένει σε όλους γνωστό σαν η αριστοκρατική συνοικία της Αθήνας. Ξεκινά από την Πανεπιστημίου και φθάνει μέχρι το «Μαιευτήριο Έλενα». Αρχίζει και από τον Λυκαβηττό και κατηφορίζει μέχρι την Βασιλίσσης Σοφίας. Με τα Ανάκτορα, τη Βουλή, τα λαμπρά νεοκλασικά μέγαρα που φιλοξενούσαν  την αριστοκρατία και τους νεόπλουτους της πόλης και τις πρεσβείες ολόγυρα, τι άλλο θα μπορούσε να ήταν παρά μια πολύ «καλή» και ακριβή συνοικία.
Όταν το Κολωνάκι δεν ήταν και τόσο αριστοκρατικό
Και όμως, στις σπάνιες φωτογραφήσεις της περιοχής πριν το 1900, βλέπουμε ένα έρημο, άνυδρο τοπίο, που έφτανε μέχρι το εκκλησάκι του Αϊ-Γιώργη. Το έλεγαν τότε «Κατσικάδα» και το νέμονταν Λιδωρικιώτες γαλατάδες που, μετά τη βοσκή, γύρναγαν τους πιο κοντινούς οικισμούς και άρμεγαν το γάλα «παρουσία του πελάτη». Η λεωφόρος Βασιλίσσης Σοφίας που πρότερα ονομαζόταν Λεωφόρος Κηφισίας, είχε τότε την ονομασία «Δρόμος του Μαραθώνος».
Το… κολωνάκι του Κολωνακίου!
Υπήρξαν ακόμη πιο παλιές εποχές, που την τουρκοκρατούμενη ταλαίπωρη πολίχνη θέριζαν κάθε λίγο και λιγάκι επιδημίες. Οι άκρως θρησκόληπτοι, τότε, Αθηναίοι έκαναν λιτανείες προς τον Ύψιστο. Για να εισακουσθούν δε ευμενέστερα, θυσίαζαν και κανένα μοσχαράκι. Ακολούθως «φύτευαν» και μια δίμετρη κολώνα σαν αναμνηστικό σύμβολο. Είχε γεμίσει η Αθήνα τέτοια κολωνάκια. Ένα τέτοιο βρέθηκε τότε και στον οικισμό που εξετάζουμε. Η ονομασία έμεινε! Αν ανηφορίζατε την Ηροδότου και φθάνατε στη «Δεξαμενή», θα συναντούσατετο κολωνάκι του Κολωνακίου αναστηλωμένο στην δεξιά κλίμακα. Σήμερα το έχουν στην ομώνυμη πλατεία.
Μιλώντας για την «Δεξαμενή» να πούμε ότι ήταν μέρος του Αδριάνειου Υδραγωγείου και μάζευε το νερό που ερχόταν από τους Αμπελοκήπους.  Με υψόμετρο τα 165 μέτρα, αποτελούσε ιδανικό σημείο για την μετέπειτα διανομή του. Η συγκεκριμένη τοποθεσία είχε πράσινο και φυσικά, την ωραιότερη θέα.
Τα Κολωνακιώτικα κέντρα «κοινωνικής συνάθροισης»
Δεν άργησαν έτσι να ξεφυτρώσουν και τα πρώτα κέντρα «κοινωνικής συνάθροισης»: πρώτα ηπαράγκα του κυρ-Γιάννη και αργότερα η «Τέρψη». Το «καφενείο» του Κυρ-Γιάννη αναβαθμίστηκε σε διανοουμενίστικο στέκι, αφού εδώ έπιναν τον «ερατεινό» τους ο Παπαδιαμάντης, ο Βάρναλης, ο Σουρής, ο Καζαντζάκης, ο Κονδυλάκης και πολλοί άλλοι λόγιοι. Από τον Κώστα Βάρναλη έχουμε και μια μικρή περιγραφή της «Δεξαμενής»:
«Εκεί απάνου βρήκα μαζί με τα ψηλά δέντρα, τον καθαρόν αέρα, τον ήλιο και τη μακρινή θέα του Σαρωνικού, που με μεθούσε με τη γαληνάδα του και τ’ αστράμματά του, τον καλύτερον εαυτό μου…
»Η Δεξαμενή τότε, είχε όλη της τη φυσική ομορφιά. Δεν είχε μαρμάρινες σκάλες, δεν ήταν σφιγμένη σε… κορσέδες από πέτρινα ντουβάρια και σιδερένια κάγκελα. Χαιρότανε το ψήλος της και τη λευτεριά της μακριά από τη βέβηλη πολιτεία.
»Οι λεύκες της, ψηλές και ρωμαλέες, από τις ωραιότερες της Αθήνας, χαρίζανε το δροσερό τους ίσκιο στους ερημίτες της νεοελληνικής λογοτεχνίας και μια βρύση στη μέση έτρεχε αδιάκοπα μέρα και νύχτα και αχολογούσε φλύαρα και χαρούμενα σαν ένα πλήθος από πουλιά.
»Τις νύχτες του φθινοπώρου, όταν φυσούσε ο βοριάς και βογκούσανε οι λεύκες και τα πεσμένα φύλλα χορεύανε, ο αχός της βρύσης έπαιρνε τον πιο μελαγχολικό τόνο. Σχεδόν με τρόμαζε».
Η αριστοκρατική μεταμόρφωση του Κολωνακίου
Μετά το 1900 άρχισε το Κολωνάκι να μορφοποιείται. Ένας βασικός παράγων προόδου ήταν και η λειτουργία του μεγαλύτερου νοσοκομείου της πόλης, του «Ευαγγελισμού» (1884). Μετά το 1918 ξεκινούν στην Πατριάρχου Ιωακείμ να ανεγείρονται και οι πρώτες, πολυτελούς κατασκευής, πολυκατοικίες. Η πλατεία Φιλικής Εταιρείας (πλατεία Κολωνακίου) γέμισε παντοπωλεία, καφενεία, φούρνους, μανάβικα, ζαχαροπλαστεία, εμπορικά, ωραίες Ατθίδες, Δανδήδες και Λιμοκοντόρους.
Μονολογούμε έτσι κι εμείς μαζί με τον Γιώργο Μητσάκη και με έντονη φιλοσοφική διάθεση:
«Που σαι Σωκράτη, δάσκαλε, να δεις το Κολωνάκι,
Οι μαθητές σου σήμερα βαστούν … κομπολογάκι»

Είμαστε πια στο 1930. «Ο κόσμος άλλαξε, αλλάξαν κι’ οι καιροί», όπως λέει και το τραγούδι. Στη «Δεξαμενή»  δεσπόζει πλέον το κοσμικό κέντρο «Παράδεισος» ενώ το αεράκι, οι λεύκες και η ωραία θέα προς την πόλη, την Ακρόπολη και τον Σαρωνικό είναι τα μόνα που έμειναν αναλλοίωτα. Με το δημοσιογράφο «Σύλβιο» της «Αμάλθειας», της Σμυρνιώτικης εφημερίδας που έφτασε κι αυτή παρέα με τους άλλους πρόσφυγες, επιχειρούμε μια επίσκεψη στον νέο ντάνσιγκ της «Δεξαμενής».

Ευκαιρία να μελετήσει κανείς τη νέα καθημερινότητα, τις νέες αντιλήψεις περί διασκέδασης και προπάντων, τους πρωτόγνωρους ανθρώπινους χαρακτήρες:
«Μίαν ευγενικήν πρόσκλησιν δια τα εγκαίνια του «Παραδείσου», ευρήκα επάνω στο γραφείο μου. Μια πρόσκλησις δια τον Παράδεισον δεν είναι σύνηθες πράγμα. Πρέπει να την αγοράσης ή με αγαθοεργία ή με κανένα εισιτήριο εκ μέρους του Πάπα. Στην προκειμένη περίστασιν ο «Παράδεισος» ήτανε κέντρον κοσμικόν, ντάνσιγκ της Δεξαμενής ώστε δεν εχρειάζοντο και τόσαι δυσκολίαι δια την είσοδον.
»Εφοδιασμένοι με το προσκλητήριον εξεκινήσαμεν μ’ένα καλόν μου φίλον, πεζή δια τον «Παράδεισον». Και στον Παράδεισον κανείς χωρίς συντροφία δεν μπορεί να κάνη. Δια της οδού Λυκαβηττού εφθάσαμεν στα υψώματα της οδού Αναγνωστοπούλου και σε λίγο ευρισκόμεθα προ της πύλης του «Παραδείσου».
»Κανένας Άγιος Πέτρος δεν κρατούσε τα κλειδιά. Η είσοδος ήταν ελευθέρα. Μόλις εισερχόμεθα ηκούσαμεν ψαλμωδίας, όχι δυστυχώς αγγέλων υμνούντων τον Κύριον, αλλά κάποιου ιερέως τελούντος τον αγιασμόν του καταστήματος.
»Θαυμάσιος άνθρωπος ο Διευθυντής του «Παραδείσου». Πριν αρχίση την εργασίαν, προσφέρει σπονδάς εις τους εφεστίους θεούς και κεράσματα εις τους ανεστίους πολίτας, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγομαι.
»Από την ωραίαν ταράτσα του κέντρου, βλέπει κανείς το πανόραμα της Αθήνας ξαπλωμένης μέσα στη σκόνη. Εδώ επάνω αναπνέεις λίγο πεύκο, λίγο θυμάρι, κάποια δροσιά. Η Ακρόπολη φαίνεται μέσα στα κόκκινα σύννεφα της Δύσεως, σαν λευκόν όνειρον. Εδώ ο Υμηττός μενεξεδένιος, εκεί η γλαυκή γραμμή του Σαρωνικού, η Πάρνης δεξιά και από πάνω σαν πελώρια τούρτα ο Λυκαβηττός με το λευκό εκκλησάκι του. Από μακρυά ακούεται το μουρμούρισμα των νερών της Δεξαμενής και μέσα στο σαλόνι του «Παραδείσου», ευθύς μετά τον αγιασμόν, η μουσική του τζαζ-μπαντ αρχίζει το στερεότυπο φοξ-τροτ.
»Η διακόσμησις της αιθούσης, θαυμασία, κομψή, νεωτερίζουσα, με χρωματιστά αμπαζούρ, με λεπτά κοσμήματα, με τοιχογραφίες αρ-νουβώ, με μικρά αναπαυτικά σεπαρέ, παραπετάσματα, βάζα, άνθη. Ένα μικρό σαλονάκι ανατολίτικο στο βάθος με διβάνια τριγύρω, χαμηλά τραπεζάκια, πολύχρωμα μαξιλαράκια, φωτισμένα με κόκκινα λαμπιόνια στους τοίχους, περίφημα τζάμια της Πόλης σε μικρές ακουαρέλλες. Με τι γούστο όλα τριγύρω.
»Μια χαριτωμένη σουμπρέτα και όλα τα γκαρσόνια καλοβαλμένα σερβίρουν το τσάι. Ο Διευθυντής με κομψό σμόκιν περιποιείται τον κόσμον, προσφέρων γλυκά, σάντουιτς, μπύρα, λεμονάδας και όλα τζάμπα. Μα είναι σωστός Παράδεισος εδώ μέσα.
»Τα κορίτσια αρχίζουν να κινούνται. Ο χορός ζωηρεύει. Οι νέοι διεκδικούν τους χορούς μιας όμορφης Σμυρνιάς. Αχ! αυτές οι Σμυρνιές. Πανταχού παρούσαι.
»Σ’ένα τραπέζι αρχίζουν αι προπόσεις:
-Εις υγείαν των αγγέλων του Παραδείσου.
-Εις υγείαν του Κυρίου… Αντουάν.
-Εγώ πίνω υπέρ του «Παραδείσου» της Δεξαμενής.
-Εγώ υπέρ της Δεξαμενής του «Παραδείσου» που βγάζει τέτοια μπύρα!
»Η ζωηρότης εξηκολούθησε χωρίς να παρουσιασθή κανένας απηγορευμένος καρπός να φέρη σκάνδαλα στον Παράδεισο.
»Φεύγοντας ησθάνθηκα την υποχρέωσιν να ευχαριστήσω και να συγχαρώ τον Διευθυντή.
-Είσθε ξένος; τον ηρώτησα.
-Κωνσταντινοπολίτης.
»Ήμουν βέβαιος. Λίγη καινοτομία και πρόοδος πάντοτε απ’έξω μας έρχεται».
Από τον «Παράδεισο» της Δεξαμενής κατευθείαν στην κόλαση!
Πανέξυπνος ο δημοσιογράφος, κατάλαβε ότι πραγματική εικόνα δεν παίρνει κανείς στα εγκαίνια, με παπάδες και τραταρίσματα! Επανήλθε λοιπόν μετά από μερικές ημέρες…
«Μέσα στην μυρωμένην ατμόσφαιραν του «Παραδείσου» της Δεξαμενής, ο φοξτρότειος άνεμος εκινούσε τα φύλα ρυθμικά και έκανε τους διάφορους καρπούς –απηγορευμένους και μη- δελεαστικότερους.
»Η Εύα-αρτίστα καθισμένη στο σεπαρέ και περιστοιχούμενη από τέσσερας Αντάμηδες, επεδείκνυε με περηφάνεια όχι την γυμνήν χάριν της, αλλά την ντυμένην γυμνότητά της: μία ρόμπα-υποκάμισο χωρίς μανίκια, ένα καπελλάκι για τ’αδιάκριτα… μάτια της και μία καπ για τα ντεκολτέ της.
»Ο δημοσιογράφος ψάρευε συγκινήσεις. Με την φαντασίαν του γινότανε φίδι για να τυλιχθή γύρω στο μπράτσο της Εύας, και ξαφνικά χανότανε μέσα στους ήχους της μουσικής και στον καπνό του τσιγάρου.
»Μονομαχία εγίνετο μεταξύ δύο νεαρών χορευτών.
-Το φοξ-τροτ μαζύ μου!
-Το ταγκό μ’εμένανε.
-Ένα ουάν-στεπ;
-Θα βαλσάρωμε μαζύ;
»Η γυναίκα-Εύα επιδαψίλευε τας περιποιήσεις της και στους δύο, μα καθένας χωριστά ζητούσεν αποκλειστικότητα, μονοπώλιο.
»Ο δημοσιογράφος ρωτά μία στιγμή:
-Ποιος από τους δύο;
»Εκείνη διπλωμάτις του ξεφεύγει.
-Δεν λέω ποτέ την γνώμη μου για κανένα.
»Και όμως χορεύει και με τους δύο, γελά και με τους δύο, διασκεδάζει με τους δύο, γλυκοκοιτά και τους δύο, αστειεύεται και με τους δύο.
-Επέρασα θαυμάσια σήμερα κοντά σας, λέγει ο ένας.
-Αυτό μ’ευχαριστεί. Θαυμάσια όσο και την περασμένη φορά;
-Όχι, πολύ καλύτερα. Και φαντάζομαι πως την ερχομένη θάναι ακόμη πιο καλά.
»Ιδού μια έμμεσος πρότασις για νέα συνάντηση.
-Ναι την ερχομένη, ακριβώς, λέγει εκείνη.
»Ο άλλος-χορεύοντας:
-Πότε θα σας ξαναδούμε;
-Μα όταν θέλετε. Να σχεδιάσουμε κάτι.
»Το μήλο πλησιάζει μόνο κάτω από την μύτη τους. Αισθάνονται την μυρωδιά, μα δεν δοκιμάζουν την γεύσι.
»Ξαφνικά δείχνεται θερμότερη στον ένα, τον φορτώνει με κοπλιμέντα, μιλά γι’αυτόν μπροστά σ’όλους, τον τρώει με τα μάτια, τον ρωτά μ’ενδιαφέρον για διάφορα ζητήματά του και ξεχνιέται στην κουβέντα του.
»Ο άλλος πεισμώνει, κακιώνει.
»Ο δημοσιογράφος επεμβαίνη πάλι. Της λέγει σιγά:
-Επηρεάσθηκες;
»Εκείνη ξεσπά σε γέλοιο.
-Επέσατε όλοι στην παγίδα! Το έκανα για να ζηλέψη ο άλλος, ο οποίος μ’ενδιαφέρει περισσότερο.
»Και φεύγει με γέλοια και χαιρετά όλους, και αφίνει να συνοδευθή λίγο από τον πρώτον για να πειράξη τον δεύτερον...
»Την ίδια βραδυά κάθεται σ’ένα θεωρείο του θεάτρου μ’ένα τρίτο γερο-χρηματιστή.
»Τα μήλα του Παραδείσου αγοράζονται σήμερα και ακολουθούν τον υψωμό της Αγγλικής λίρας. Είναι πράγματι απαγορευμένοι καρποί για τους περισσοτέρους».

http://pisostapalia.blogspot.gr/

21.3.13

ΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ ΤΟΥ ΚΟΛΩΝΑΚΙΟΥ

 

Η κλέφτρα πολυτελείας, οι εκπεσούσες κυρίες της καλής Αθήνας και οι Κινέζες με τα iPad μέσα από τα μάτια μιας αεροσυνοδού με κομμένα φτερά

Οι Αγγελοι του Κολωνακίου

Eίχε βαλιτσάκι με διπλό πάτο, εκεί καταλήξαμε τελικά. Στην κάμερα ασφαλείας είδαμε ότι ακούμπησε το βαλιτσάκι της στο ράφι με τις τσάντες και με το άλλο χέρι άρχισε να ψαχουλεύει στην τσέπη της. Μετά, χτύπησε το κινητό της, είπε «Περίμενε λίγο, δεν σε ακούω καλά» και βγήκε έξω, για ν’ ακούσει καλύτερα υποτίθεται. Δύο εκρού τσάντες από τη νέα ανοιξιάτικη κολεξιόν έκαναν φτερά. Πριν από λίγο έφυγαν οι άντρες της ιδιωτικής ασφάλειας. Μόλις έκλεισαν οι πόρτες πίσω τους αναρωτήθηκα φωναχτά αν οι παλιές μας πελάτισσες, αυτές που δεν έρχονται πια επειδή οι άντρες τους βρίσκονται στη φυλακή, έχουν γίνει κλεπταποδόχοι. «Δεν θα είχε μεγάλη πλάκα;» είπα στα κορίτσια. «Στ’ αλήθεια! Να είχε οργανώσει τη ληστεία μια γυναίκα που ο άντρας της κήρυξε πτώχευση, αλλά εκείνη δεν μπορεί να ζήσει χωρίς την καινούργια κολεξιόν;».

Είμαστε τέσσερις. Με μυαλό στο κεφάλι και μάτια στην πλάτη. Ακόμη δεν μπορούμε να πιστέψουμε ότι μας έκλεψε με αυτό το φτηνό κόλπο. Είμαστε χρόνια σε αυτή τη δουλειά. Εχουμε εκπαιδευτεί σε έναν από τους μεγαλύτερους οίκους μόδας στον κόσμο. Δεν φοράμε ποτέ μανό σε έντονα χρώματα, το μακιγιάζ μας είναι διακριτικό, τα μαλλιά μας πιασμένα κότσο. Είμαστε σαν αεροσυνοδοί πρώτης θέσης, αυτό μας είχαν πει στο σεμινάριο. Πρέπει να κινούμαστε με αβρές κινήσεις και διακριτικό χαμόγελο ανάμεσα στους πελάτες, να λέμε «Τι ωραίο αυτό που φοράτε» και να χαμογελάμε με κατανόηση, αλλά και με την απόλυτη συναίσθηση ότι εκείνοι κι εμείς ανήκουμε σε άλλους κόσμους. Αεροσυνοδοί, ναι. Μόνο που το αεροπλάνο είναι άδειο.

Λίγα χρόνια πριν, όλα ήταν διαφορετικά. Εμπαιναν στο κατάστημα πλούσιες γυναίκες με βαρύ άρωμα, έντονες χειρονομίες και μαργαριτάρια σε όλα τα δάχτυλα. Μερικές φορές, όταν κλειδώνουμε την πόρτα και τρώμε κάτω, στο κουζινάκι, η Τάνια, η Θεοδώρα, η Μίκα κι εγώ θυμόμαστε τις εποχές που ο οίκος μόδας έμοιαζε με γεμάτο λεωφορείο – έπρεπε να κρατιέσαι για να μην πέσεις. Το 2004 δεν χρειάζονταν σεμινάρια. Δεν προλάβαινες να πεις «Αυτή η τσάντα της νέας σειράς είναι ιδιαίτερα θηλυκή», επειδή η πελάτισσα έλεγε λαχανιαστά, με την έξαψη που έφερνε κάποτε η κατανάλωση, «Πολύ καλά, θα την πάρω». Τότε κι εμείς, υπνωτισμένες, επειδή συμμετείχαμε σε μια τόσο αυθόρμητη, τόσο απλή συναλλαγή, περνάγαμε τις πιστωτικές κάρτες στο μηχάνημα. Ακούγαμε τον μαλακό, σχεδόν τρυφερό, ήχο του πλαστικού που σέρνεται επάνω στο μέταλλο και χαιρόμασταν που όλα γίνονταν χωρίς προσπάθεια.

Μας φαινόταν φυσικό να λέμε μπροστά στο ταμείο με καθαρή, ακύμαντη φωνή: «Κοστίζει 2.500 ευρώ. Θα χρειαστείτε κάτι άλλο;». Και η αλήθεια ήταν πως όλες κάτι χρειάζονταν. Εκτός από εκείνες που προσπαθούσαν σκληρά, που μάζευαν χρήματα για μια καλή τσάντα. Συχνά θυμόμαστε μια κυρία που είχε έρθει με το μασουράκι της. Μετρημένα χαρτονομίσματα σε μια πλαστική θήκη, κι αυτή η θήκη τοποθετημένη σε μια άλλη μεγαλύτερη θήκη, και όλα αυτά σε ένα ξεφτισμένο πορτοφόλι. «Ηταν το όνειρό μου» μας είπε. Τότε, ακόμη και οι δημόσιοι υπάλληλοι αγόραζαν μια ακριβή τσάντα, από το μπόνους. Γύρω στο 2006 δεν ξέρω αν υπήρχε εργαζόμενη γυναίκα που να μην είχε μία επώνυμη τσάντα.

Υπήρχαν, φυσικά, και οι άλλες. Αυτές που μας έδειχνε η Μίκα στα περιοδικά, που κρατούσαν τις τσάντες στο χέρι σαν να ήταν πίνακες ζωγραφικής. Κάτω από τις γούνες, επάνω στο στέρνο τους, έλαμπαν ζαφείρια. Σύζυγοι ποδοσφαιριστών, μεγαλοεκδοτών, εμπόρων όπλων. Τραγουδίστριες, άεργες φιλάνθρωπες, παρουσιάστριες της πρωινής ζώνης. Εκείνες δεν έρχονταν, δεν τις βλέπαμε ποτέ. Τηλεφωνούσαν οι γραμματείς, έλεγαν η κυρία τάδε είδε στη γαλλική «Vogue» κάτι μοβ πλατφόρμες από δέρμα πύθωνα. Κι εμείς απαντούσαμε «Βεβαίως, μόλις τις παραλάβαμε, είναι εκτυφλωτικές. Ασφαλώς, έχουμε το νούμερο, 37, μάλιστα. Να τις φέρει το απόγευμα ο σοφέρ μας;».

Σήμερα βαράγαμε μύγες. Η γραμματέας της κυρίας τάδε δεν μας τηλεφωνεί πια. Πρέπει να τηλεφωνούμε εμείς. Και να λέμε ανέμελα, με τον τόνο που μας διδάσκουν στα σεμινάρια, «ξέρετε, ήρθε ένα βραδινό στο στυλ σας». Ή «Ηρθε μια κόκκινη καπιτονέ τσάντα και σας σκέφτηκα». «Ευγενική υπενθύμιση» λέγεται αυτό στη γλώσσα των σεμιναρίων. Αλλά δεν πιάνει πάντα, επειδή η κυρία τάδε ψωνίζει πολύ λιγότερο και σε κάθε περίπτωση από το εξωτερικό. Δεν θέλει να πέσει στη δαγκάνα της Εφορίας. Ισως, όμως, είναι πιο περίπλοκο. Ισως θέλει να ψωνίζει από ένα μέρος όπου δεν θα νιώθει ένοχη, από μια πόλη όπου οι άνθρωποι χαμογελούν ακόμη και πηγαίνουν σε δεξιώσεις.

Οσες έρχονται ακόμη μας λένε πράγματα που δεν θα έλεγαν ποτέ πριν από πέντε χρόνια. «Πόσο κάνει αυτό το σακάκι;». Ή «Φοβάμαι πως έχω κάτι παρόμοιο». Ή «Πού να το φορέσω; Δεν έχουμε πια τέτοια καλέσματα». Κάποτε ήταν ντροπή να μιλάνε έτσι, να ρωτάνε τιμές. Σήμερα έχουν προσαρμοστεί στο γενικό αίσθημα και μερικές το παίζουν και κακομοίρες επιπλέον. Δεν ξέρουν, όμως, τι σημαίνει κακόμοιρος. Υπάρχουν, φυσικά, και εκείνες που σου λένε εξωφρενικά πράγματα, που ακούγονται σαν νέα κάποιου άλλου πλανήτη. «Είμαι απαρηγόρητη, έφυγε η Φιλιππινέζα μου». Και τότε, μου έρχεται να τους πω κάτι που απαγορεύεται διά ροπάλου στα σεμινάρια: «Κυρία μου», θέλω να πω, «να σας συνοδεύσω έξω; Αν δεν έχει έρθει ακόμη ο οδηγός σας και κατηφορίσετε λίγο, θα δείτε ανθρώπους να τρώνε από τα σκουπίδια. Ισως μπορείτε να τους πείτε, όπως η Μαρία Αντουανέτα, αν δεν έχουν ψωμί, να φάνε παντεσπάνι και να δούμε όλοι μαζί τι θα συμβεί τότε». Οι φράσεις που δεν μπορώ να ξεστομίσω, οι ερωτήσεις που δεν μπορώ να θέσω έχουν φρακάρει μέσα μου και ο μόνος τρόπος να συνεχίσω να ζω είναι να παριστάνω πως είμαι μια ηθοποιός, ότι παίζω τον ρόλο μιας γκέισας που δεν τρεμοπαίζει ούτε βλέφαρο. Η Μίκα λέει ότι για ν’ αντέξει τη σύγκρουση των δύο κόσμων
– του εξωτερικού, που αρχίζει όταν κλειδώσουμε το κατάστημα και πάει η καθεμιά στο σπίτι της, και αυτού του κόσμου, του δικού μας, που διαρκεί όλη μέρα – έχει πάψει να βλέπει ειδήσεις. Λέει πως μόνο έτσι μπορεί να συνεχίσει να πουλάει και να χαμογελάει, κάνοντας πως τίποτα δεν έχει συμβεί. «Δηλαδή», της λέω, «δεν άκουσες ότι ο Λοβέρδος αποκάλεσε τους χρυσαυγίτες ακτιβιστές;». «Ποιος είναι ο Λοβέρδος;» απαντάει η Μίκα με απάθεια.

Ολες έχουμε αλλάξει. Δεν είναι θυμός ακριβώς, όχι, όχι, είναι μια αίσθηση ματαιότητας που προσπαθώ να τινάξω από πάνω μου για να συνεχίσω να κάνω τη δουλειά μου. Μερικές φορές αγγίζω τις γούνες, τα αιθέρια υφάσματα, και ονειρεύομαι ότι είναι δικά μου, αλλά όχι όπως παλιά. Αλλωστε, είδα τόσες κοπέλες να μπαίνουν στο κατάστημά μας συνοδευόμενες από γέρους που τρέμουν καθώς σηκώνουν το δάχτυλο και δείχνουν τα ρούχα. Ανοίγουν μετά ένα δερμάτινο πορτοφόλι και πληρώνουν τις κοπέλες, απλώς, αντί να πληρώνουν στην κρεβατοκάμαρα πληρώνουν εδώ, μπροστά στα μάτια μας.

Η πολυτέλεια δεν μου λέει τίποτα πια, το συζητάμε και με τα κορίτσια. Οταν φύγουν οι στυλίστες με τα ρούχα, μετά την εβδομαδιαία αλλαγή βιτρίνας ή μετά τον ποιοτικό έλεγχο μιας καινούργιας παραλαβής, υπάρχουν μερικές στιγμές μεγάλης σιωπής και τρόμου. Λες και ο πύθωνας των παπουτσιών ζωντανεύει και σέρνεται στο ωραίο γυαλιστερό μας πάτωμα. Ξεχνιόμαστε όλες χωρίς να μιλάμε. Οχι μόνο επειδή έχουμε πολύ χρόνο πια, αλλά και επειδή αυτό που σκεφτόμαστε δεν μπορεί να συζητηθεί, δεν έχει να κάνει με λέξεις. Είναι τρομερό και βαθύ, πιο βαθύ κι από τον πάτο της συλλεκτικής τσάντας που μας έκλεψε αυτή η γυναίκα με τη βαλίτσα.

«Τι λέτε; Αν την πιάναμε στα πράσα, δεν θα μπορούσαμε να τη βάλουμε κάτω;»

είπε η Τάνια. Και τότε κοιταχτήκαμε και είπαμε ότι δεν αξίζει τον κόπο να παλέψουμε με την κλέφτρα για δύο τσάντες, άλλωστε στα σεμινάρια δεν μας έχουν μάθει πολεμικές τέχνες. Γελάσαμε πολύ με τη σκέψη ότι θα μπορούσαμε να ακινητοποιήσουμε την κλέφτρα σαν να ήμασταν οι Αγγελοι του Τσάρλι, «Οχι, όχι, οι Αγγελοι του Κολωνακίου, αυτό είναι όνομα για εμάς» είπε η Θεοδώρα και μας ήρθαν δάκρυα στα μάτια. Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κουδούνι και είδαμε έξω από την τζαμαρία ένα γκρουπ Κινέζων.

Η παράταξή τους μπροστά στη βιτρίνα μάς ανακάλεσε στην τάξη.

Αλλη μια μέρα με tax free αρχίζει – είπαμε – και στρωθήκαμε στη δουλειά. Οι Κινέζοι είναι οι καλύτεροι πελάτες μας, ακόμη και η νέα παραλαβή γυαλιών γράφει επάνω «Αsian fitted». Μαζί τους η δουλειά είναι εύκολη, ξέρουμε τι τους αρέσει. Τα γυαλιστερά λουστρίνια και καθετί κόκκινο ή άσπρο, αλλά και μια απόχρωση του ροζ που θεωρούν ότι τους πάει. Δεν μιλάνε αγγλικά κι έτσι δεν σπάει αυτή η θεσπέσια σιωπή στο κατάστημα, μας δείχνουν μόνο κάτι στο iPad, την Κίρα Νάιτλι ή την Ντρου Μπάριμορ με ένα συγκεκριμένο φόρεμα, με μια ζώνη ή ένα μεσάτο σακάκι, κι εμείς χαμογελάμε συγκαταβατικά και τους οδηγούμε στα δοκιμαστήρια. Και έτσι περνάει άλλη μια μέρα με κλοπές και Κινέζους και πορεία προς τη Βουλή. Αύριο βλέπουμε.

http://pisostapalia.blogspot.gr/

28.1.12

ΚΟΛΩΝΑΚΙ ΚΑΙ..ΛΙΔΟΡΙΚΙΩΤΕΣ ..

 

image

 

   Μη  σας  φανεί παράξενο  αγαπημένοι μου  φίλοι , αλλά το  περιβόητη  “ Κολωνάκι “ , αυτή η πολυακουσμένη  γειτονιά  της  Αθήνας , το  στέκι  της  ανθρώπινης ..ματαιοδοξίας , και  το  χωριό μας το Λιδορίκι , έχουν παλιούς  και…δυνατούς  δεσμούς , που  ξεκίνησαν  απ’ την εποχή  του  Όθωνα .

   Διαβάστε  παρακάτω  μερικά  στοιχεία  απ’ την  Κολωνακιώτικη  ιστορία  που επιβεβαιώνουν τα  γραφόμενά μας . Θα  πρέπει  μάλιστα  εδώ να  αναφέρουμε πως  την εποχή  εκείνη αλλά και τον 19ο αιώνα  γενικά ,΄το Λιδορίκι και οι  Λιδορικιώτες αναφέρονταν συχνά – πυκνά  στις  στήλες  των τότε  Αθηναϊκών εφημερίδων , αφού ήταν  οι..” Εθνικοί …γαλατάδες “ , που  ξεκινώντας  απ’ τα  Κολωνακιώτικα ..” βοσκοτόπια “ , ξαπλώθηκαν σιγά – σιγά  σ’ ολόκληρη την  Αθήνα .

  Ή εφημερίδα  “ Εστία “ (  που ιδρύθηκε στην  Αθήνα  το 1894 , ξεκίνησε  την  έκδοσή της σαν  εβδομαδιαίο λογοτεχνικό  περιοδικό , με το  ίδιο  όνομα , και  με τη  διεύθυνση του Παύλου Διομήδη , ο οποίος  στη  συνέχεια  το  εκχώρησε  στο Γ.Δροσίνη που τη μετέτρεψε  σε ημερήσια  εφημερίδα και  τη  μεταβίβασε  στους Σπύρο  Δάσιο και Άδωνι  Κύρου ) φιλοξενούσε  τακτικότατα ειδήσεις αναφερόμενες στους Λιδορικιώτες γαλατάδες που είχαν ..κυριέψει το  Αθηναϊκό κέντρο , αλλά  και  στο Λιδορίκι  γενικότερα , που  , τότε  τουλάχιστον αλλά  και  για πολλές  δεκαετίες  μετά , με  το όνομά  του  κάλυπτε ολόκληρη την  ορεινή  Δωρίδα  και  όχι  μόνον ..

   Σε μια απ’ τις  πολλές  αναφορές  του  στους  Λιδορικιώτες και  το Λιδορίκι , ο  ιδιοκτήτης και  αρθρογράφος  της Άδωνις  Κύρου , με  τη γνωστή του  καυστική  σκωπτική  διάθεση , απορούσε  και  αναρωτιόταν : “ …πως  αυτοί οι Λιδορικιώτες  γαλατάδες καταφέρνουν  οι  ..αθεόφοβοι και κάνουν  το ..” νερό “..γιαούρτι “ , υπονοώντας φυσικά το…νέρωμα  του γάλακτος ή  μάλλον το…γαλάκτωμα  του..νερού που  γινόταν  απ’ τους Λιδορικιώτες , που  επαναλαμβάνουμε  πως  κατάγονταν  απ’ όλα  τα  Δωρικά  χωριά .

   Παρόμοιες  αναφορές , που υπονοούσαν την ..Λιδορικιώτικη  πονηριά , έχουν  γίνει  και  στον παλιό Ελληνικό  κινηματογράφο , και  μάλιστα  απ’ τους  αξέχαστους  Βασίλη  Αυλωνίτη , Ορέστη  Μακρή κ.α . Με τα  χρόνια  όμως οι Λιδορικιώτες  ..έβαλαν  πόδι , στην  Αθηναϊκή ζωή  , αφού  σχεδόν  όλα  τα  μεγάλα  ζαχαροπλαστεία  και  γαλακτοπωλεία της  Αθήνας , ανήκαν  σε Λιδορικιώτες  , με  την..ευρεία , όπως  προαναφέραμε ,  έννοια .

   Οι μεγαλύτεροι νοσταλγούν ακόμη την παλιά πλατεία Συντάγματος. Πριν από τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο αλλά και μετά, εδώ κυριαρχούσαν τα καφενεία του Ζαχαράτου (γωνία με Σταδίου) και του Αντωνιάδη (γωνία με Φιλελλήνων). Στη γωνία με την Ερμού που ήταν το ισόγειο της κατοικίας του εκδότη Ανδρέα Κορομηλά και κατεδαφίστηκε μεταξύ 1950-60, λειτουργούσε το ιστορικό ζαχαροπλαστείο «Αϊ Λάιφ», του Ζαβορίτη με τις ονομαστές σοκολατίνες, που το θεωρούσαν... νυφοπάζαρο γιατί εκεί γίνονταν συνοικέσια!    Είχε κρυστάλλινους καθρέφτες, βελούδινα βυσσινί καθίσματα και μαρμάρινα τραπέζια. Στο απέναντι τετράγωνο άνοιξε μετά τον πόλεμο του ‘40 το ζαχαροπλαστείο του Παπασπύρου , ενώ  επί της Πανεπιστημίου , λίγο πιο  κάτω  απ’ τα  Προπύλαια , αριστερά  όπως  κατεβαίνουμε  προς  Ομόνοια , δίπλα  στη στοά  Νικολούδη , υπήρχε ένα  άλλο μεγάλο  ζαχαροπλαστείο  το “ Πικαντίλλυ “ του  κοντοπατριώτη  μας Ψιμάρα  ‘ απ’ την  Πενταγιού όπως  επίσης στην  οδό  Χαριλάου  Τρικούπη  , στα  Εξάρχεια το  ονομαστό Ζαχαροπλαστείο των  αδελφών  Ασημακόπουλου , που  βέβαια  υπάρχει  και  σήμερα και  εξακολουθεί να είναι  σημείο..αναφοράς  , των  Αθηναίων..γλυκατζήδων …

  Για όλα  όμως αυτά  τα  ονομαστά  “ Λιδορικιώτικα “ ΑθηναΪκά  μαγαζιά , που  έγραψαν  και  γράφουν…ιστορία, θα  κάνουμε  ένα  ξεχωριστό  αφιέρωμα για  να  μάθουμε κι’ αυτή  την  πλευρά της Λιδορικιώτικης  ιστορίας ..…

  Διαβάστε  λοιπόν τα  γραφόμενα  για  το Κολωνάκι , την τους πλατεία  του  και τους…Λιδο…ρικιώτες

  

Πλατεία Κολωνακίου

Η επίσημη ονομασία είναι Πλατεία Φιλικής Εταιρείας. Η ονομασία προέρχεται από κάποιο παλαιό στύλο(κολωνάκι) που υπήρχε εκεί κοντά (υπάρχει και σήμερα στο κηπάριο της πλατείας) και που μάλλον ήταν «αποτρεπτικό» νόσων και θεομηνιών. Ο στύλος (φώτο) αυτός έδωσε το όνομά του στη σημερινή συνοικία, μια από τις καλύτερες της Αθήνας. Πρέπει πάντως να σημειώσουμε ότι η περιοχή του Κολωνακίου πάνω από την Δεξαμενή λεγόταν παλαιότερα «Κατσικάδα», γιατί Λιδωρικιώτες γαλατάδες έβοσκαν εκεί τις κατσίκες τους, στις πλαγιές του Λυκαβηττού.

http://www.tro-ma-ktiko.blogspot.com

 

Αν οι παρέες έφτιαξαν το μύθο του Κολωνακίου τον 20ό αιώνα, ποια είναι η ιστορία της συνοικίας; Η Γιάννα Δουράμπεη, ξεναγός του Δήμου Αθηναίων, κάνει μια μικρή ιστορική διαδρομή: «Για την αρχαιότητα το μόνο που γνωρίζουμε είναι πως η Δεξαμενή ήταν η δεξαμενή του υδραγωγείου του Ανδριανού. Από τον 5ο αι. μ.Χ. το μόνο που σώζεται είναι μια πλάκα που αναφέρει το όνομα ενός επισκόπου Κλιματίου και βρίσκεται στο Βυζαντινό μουσείο, από μια βασιλική εκκλησία που βρισκόταν στο νο 24 της Τσακάλωφ. Το κολονάκι της πλατείας – ένας «αποτρεπτικός» στύλος για νόσους και θεομηνίες –, υποτίθεται πώς έδωσε το όνομα στη γειτονιά. Στη δεκαετία του Όθωνα ήταν ένας φτωχικός καταυλισμός βοσκών από το Λιδωρίκι, οι οποίοι έβοσκαν τα πρόβατα στον Λυκαβηττό και προμήθευαν με γάλα την Αθήνα. Το 1883 ιδρύθηκε από τη Βασίλισσα Όλγα το νοσοκομείο του Ευαγγελισμού και το 1886 άρχισε η ανέγερση του Αγίου Διονυσίου, ενώ στα τέλη του 19ου αι. ήρθαν οι γνωστές αρχαιολογικές σχολές (γαλλική, βρετανική κ.ά.), τα μόνα κτίρια στην περιοχή με μεγάλους κήπους. Τότε, μόνο η πλατεία Δεξαμενής ήταν γνωστή, με την παράγκα όπου σύχναζε ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης.
Ο Καιροφύλας αναφέρει πως στη Σκουφά, το 1929, για τριώροφη κατοικία με επτά δωμάτια σε κάθε όροφο και σε οικόπεδο 420 τετραγωνικών πήχεων (σ.σ. πήχης = 0,75 μ.) δεν είχε περισσότερο από 2 εκατομμύρια δραχμές. Εκείνοι την περίοδο άρχισαν να έρχονται μεγαλέμποροι, πολιτικοί (λόγω και της παρακείμενης Βουλής ή του παλατιού), αλλά και γιατροί λόγω του Ευαγγελισμού. Η Βασιλίσσης Σοφίας είναι ο πρώτος δρόμος/σύνορο της γειτονιάς που αρχίζει να χτίζεται το 1870, προοριζόμενη να στεγάσει τη μεγαλοαστική τάξη. Τα οικόπεδα όπου σήμερα βρίσκονται το Υπουργείο Εξωτερικών, η Πρεσβεία της Αιγύπτου… είχαν δεσμευτεί επί Όθωνος για να γίνουν υπουργεία. Επί Γεωργίου Α΄ τελικά αγοράστηκαν από ιδιώτες – έτσι χτίστηκε η οικία Συγγρού (το μετέπειτα Υπουργείο Εξωτερικών), το μέγαρο Σταθάτου, η οικία Βενιζέλου που μετά το θάνατό του η σύζυγός του το πούλησε στο βρετανικό δημόσιο, όπου και στεγάστηκε η Βρετανική πρεσβεία. Η μέσα πλευρά του Κολωνακίου ακολούθησε λίγο αργότερα να χτίζεται σε οικόπεδα, που τα περισσότερα ανήκαν στη Μονή Πετράκη.

http://www.athensvoice.gr