Showing posts with label ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ. Show all posts
Showing posts with label ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ. Show all posts

1.10.13

Ο Κ Τ Ω Β Ρ Ι Ο Σ

 

ΗΘΗ – ΕΘΙΜΑ – ΓΙΟΡΤΕΣ - ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

Το Καλαντάρι του Οκτωβρίου από το Très riches heures du duc de Berry

O Άγιος Δημήτριος σε μωσαϊκό μοναστηριού του Κιέβου, το οποίο βρίσκεται τώρα σε μουσείο της Μόσχας

Ο ναός του Αγίου Δημητρίου στη Θεσσαλονίκη.

Ο Οκτώβριος ή Οκτώβρης, ή Οχτώβρης, η Τρυγομηνάς (νησιώτικα Αιγαίου και ποντιακά) είναι ο δέκατος μήνας του έτους κατά το Γρηγοριανό ημερολόγιο και έχει 31 ημέρες. Επειδή το πιο σημαντικό δώρο του Οκτωβρίου στους γεωργούς είναι οι πολλές βροχές του, γι’ αυτό σε πολλά μέρη ονομάζεται «Βροχάρης», αλλά και μήνας της σποράς, εξ ου και τα ονόματα «Σποριάτης», «Σποριάς» και «Σπαρτός». Ηταν ο τέταρτος μήνας του αττικού έτους. Ονομάστηκε Πυανεψιών από τα ιερά Πυανέψια ή Πυανόψια, εορτή προς τιμήν του Απόλλωνα. O Οκτώβριος αρχίζει την ίδια ημέρα του χρόνου με τον Ιανουάριο, εκτός από τα δίσεκτα έτη. Τυχερό λουλούδι του μήνα είναι η καλέντουλα και τυχερό πετράδι το οπάλιο.

Εορτές και Λαογραφία

Ο Οκτώβριος είναι η εποχή με τα πρωτοβρόχια και τα χρυσάνθεμα, που βαφτίστηκαν αϊδημητριάτικα και στην Κύπρο οχτωβρούδια. Είναι η εποχή που πρωτανθίζουν τα κυκλάμινα σε πλαγιές και βράχια, όπως τόσο χαρακτηριστικά τραγουδάει ο Γιάννης Ρίτσος: «Κυκλάμινο, κυκλάμινο, στου βράχου τη σχισμάδα/ που βρήκες χρώματα κι ανθείς, που μίσχο και σαλεύεις;».

Η μεγάλη γιορτή του Αγίου Δημητρίου, στις 26 του μήνα, έχει δώσει στον Οκτώβριο την προσωνυμία «Αι-Δημητριάτης» ή «Αι-Δημήτρης». Όπως μας αναφέρουν οι Στράτος Θεοδοσίου και Μάνος Δανέζης: «Η γιορτή αυτή, που θεωρείται από το λαό μας ορόσημο του χειμώνα, συνδυάζεται με τη γιορτή του Αγίου Γεωργίου στις 23 Απριλίου. Στο γεωργικό καλαντάρι οι δυο αυτές γιορτές αποτελούν τις χρονικές τομές που χωρίζουν το έτος σε δυο ίσα μέρη, στο χειμερινό και στο θερινό εξάμηνο αντίστοιχα».

Τον ίδιο αυτό μήνα γιορτάζεται και η μνήμη του Ευαγγελιστή Λουκά, στις 18 Οκτωβρίου, ο οποίος εκτός του τρίτου Ευαγγελίου συνέγραψε επίσης και τις Πράξεις των Αποστόλων. Ο Λουκάς, όμως, είναι επίσης γνωστός και ως ιατρός, αλλά και ως ζωγράφος, «καθώς σ’ αυτόν αποδίδεται η ιστόρηση των παλαιότερων και αυθεντικών προσωπογραφιών της Θεοτόκου».

Ο μήνας, πάντως, αρχίζει με την εορτή του πολιούχου των Αθηνών, του Διονυσίου του Αρεοπαγίτη στις 3 του μήνα. Όπως αναφέρει ο Γιώργος Ζωγραφίδης: «Όταν ο Απόστολος Παύλος κατέβηκε από το βήμα του Αρείου Πάγου, δεν φαίνεται να πέτυχε τίποτα το σπουδαίο. Μπορεί η ομιλία του, όπως τη διασώζουν οι Πράξεις των Αποστόλων, να θεωρήθηκε αργότερα καταστατικό κείμενο για τη σχέση του χριστιανισμού με τον ελληνισμό, όμως δεν έκανε καλή εντύπωση στους Αθηναίους. Δυο-τρεις μόνο τον πλησίασαν, γιατί πίστεψαν στα λόγια του, και ανάμεσά τους κάποιος Διονύσιος Αεροπαγίτης…». Κι ενώ τα κείμενα που αποδίδονται σ’ αυτόν ήταν σημαντικά, «γι’ αυτό άλλωστε συνεχίζουμε να τα διαβάζουμε με αδιάπτωτο ενδιαφέρον και σήμερα», εντούτοις γράφτηκαν πιθανότατα το 520 από έναν χριστιανό μοναχό συριακής καταγωγής, ο οποίος χρησιμοποίησε νεοπλατωνική γλώσσα και θεωρίες.

Αλλά ο Οκτώβριος συνδέεται επίσης στενά και με τρία σημαντικά ορόσημα της πρόσφατης ιστορίας μας. Όπως μας περιγράφει η Μαρίνα Πετράκη:

«Η νικηφόρα είσοδος στη Θεσσαλονίκη στις 26 Οκτωβρίου 1912 μεταμόρφωσε την αμελητέα Ελλάδα σε υπολογίσιμη δύναμη. Η απόρριψη του φασιστικού τελεσίγραφου στις 28 Οκτωβρίου 1940 συμπύκνωσε σε μια λέξη την ομοψυχία και αγωνιστικότητα που στήριξαν, πέρα από κάθε ελπίδα και απελπισία, τον αγώνα στα βουνά της Αλβανίας, στις πόλεις και την ύπαιθρο της κατεχόμενης Ελλάδας. Η απελευθέρωση της Αθήνας στις 12 Οκτωβρίου 1944 πυκνώνει συμβολικά το πέρασμα από τον εφιάλτη του εξανδραποδισμού στις προσδοκίες, και τις διαψεύσεις, του μεταπολεμικού κόσμου μας».

— Μαρίνα Πετράκη

Βικιπαίδεια,

ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ – ΕΘΙΜΑ  - ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ

ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ ΠΥΑΝΕΨΙΩΝ Ν. ΒΑΡΔΙΑΜΠΑΣΗΣ

Αττικός μην 14 Οκτωβρίου - 12 Νοεμβρίου

Ο Οκτώβριος παράγεται απ' τη λατινική October, που σημαίνει όγδοος. Αρχικά ήταν ο όγδοος μήνας στο ρωμαϊκό ημερολόγιο και μετά την καθιέρωση του Ιανουαρίου ως πρώτου, έγινε δέκατος. Ηταν ο τέταρτος μήνας του αττικού έτους. Ονομάστηκε Πυανεψιών από τα ιερά Πυανέψια ή Πυανόψια, εορτή προς τιμήν του Απόλλωνα.

Ετυμολογία: Ο Πυανεψιών παράγεται από τις πυάνους (κυάμους: κουκκιά) + έψειν (έψω = ψήνω, βράζω) [βλ. Αλκμάν 63].

Ιερά Πυανέψια: Κάθε χρόνο στις 7 Πυανεψιώνα (Οκτωβρίου), εορτή του Απόλλωνα, οι Αθηναίοι έβραζαν κουκκιά και άλλα όσπρια σε μια χύτρα (πανσπερμία, πολυσπόρια) προσφέροντάς τα σε κοινή συνεστίαση ευχόμενοι «καλή σπορά». Το ίδιο συμβαίνει τη σήμερον σε ορισμένα χωριά (Σάμος κ.ά.). Περιέφεραν ακόμα την Ειρεσειώνη: ένα κλαδί ελιάς στολισμένο με μαλλί γεμάτο από καρπούς τραγουδώντας:  «Η Ειρεσειώνη σύκα φέρνει και παχιά ψωμιά και στα βάζα μέλι και λάδι και κρασί δυνατό...» (Πλούταρχος, Θησεύς 22).
18 Οκτωβρίου, του Αγίου Λουκά: Οι αρχαίοι πύανοι (κουκιά) θα μπορούσαν να συσχετισθούν ενδεχομένως με το γνωστό: «τ' αη Λουκά σπείρε κουκκιά».

25 Οκτωβρίου, παραμονή του Αγίου Δημητρίου: Στη Θράκη που διατήρησε πολλά λατρευτικά έθιμα αρχαίας καταγωγής γίνονται τελετές υπέρ γονιμότητας της γης.

Στο Τζαντό της Θράκης -μας πληροφορεί ο Μέγας- «εγίνετο η περιφορά της ξύλινης τζαμάλας (καμήλας)... Αλλοι χωρικοί με παράξενα ρούχα κρατώντας κλαδιά (Ειρεσειώνες) και με στεφάνια από κληματαριά (σύμβολον βλαστήσεως) στο κεφάλι συνόδευαν την καμήλα και περιήρχοντο όλα τα σπίτια του χωριού» με ευχές για «καλή σπορά». (Μέγας, Ελληνικαί Εορταί, σ. 25). Δεν θα ήταν «κακό» και οι σημερινοί, σε καιρούς μεγάλης ακρίβειας και γενικευμένης απειλής, να διοργάνωναν λατρευτικές πομπές υπέρ ευφορίας των καρπών της γης και καιρών ειρηνικών...

28η Οκτωβρίου, Εθνική Γιορτή: Γιορτή μνήμης της παλικαρίσιας αρετής των ολιγάριθμων (σε σχέση με τον πολυάριθμο πάνοπλο εχθρό), που παραλληλίζεται με τους αγώνες των... Μηδικών και... του '21. Καθώς γυναικόπαιδα της Πίνδου (κ.ά. ορεινών περιοχών) κουβαλούσαν στους ώμους τους βόλια και ψωμί στους φαντάρους μας.

Καιρός: «Τ' άη Δημητριού το καλοκαιράκι» ή «μικρό καλοκαιράκι» με... χρυσάνθεμα. Κατά τα άλλα ακρίβεια... Τα ρεβύθια Μεξικού και τα κουκιά Τουρκίας για την εορταστική πανσπερμία πανάκριβα... Αυτά και καλό μήνα

Ο λαός κατά τα συνηθισμένα τού έδωσε και τα δικά του ονόματα:
τον λέει Αγιοδημήτρη ή Αι-δημητριάτη, αφού η πιο μεγάλη γιορτή είναι του Αγίου Δημητρίου, και Σπαρτό, είναι ο μήνας που θ' αρχίσει η σπορά. Λέμε θ' αρχίσει, γιατί η σπορά δεν γίνεται μόνο τον Οκτώβρη, αλλά προετοιμάζεται απ' το Σεπτέμβρη και συνεχίζεται μέχρι τα Χριστούγεννα. 
ποντιακή ονομασία: Τρυγομηνας (Οκτώβρης)
Αγροτικές εργασίες: Σπορά δημητριακών (κριθάρι, βρόμη, στάρι) και συγκομιδή εσπεριδοειδών.

Η προετοιμασία του σπόρου το μήνα Οκτώβριο

Σήμερα οι γεωργοί (ζευγάδες ) έχουν την ευχέρεια να αγοράζουν σπόρο από την καλύτερη ποικιλία. Παλαιότερα, όμως, το μόνο που μπορούσαν να κάνουν ήταν να διαλέγουν από το καλύτερο σιτάρι που είχαν. Έπειτα αυτόν το σπόρο προσπαθούσαν με μαγικά μέσα να τον δυναμώσουν και να εξασφαλίσουν την προκοπή του.
Η τύχη του σπόρου, που θα πέσει τώρα, αυτήν την εποχή στη γη, είναι πολύ σημαντικό πράμα, γιατί απ΄ αυτή εξαρτιέται αν θα΄χει η αγροτική οικογένεια να φάει την επόμενη χρονιά ή αν θα πεινάσει.
Οι άνθρωποι ζούσαν από χρονιά σε χρονιά, εξαρτημένοι από την κάθε φορά καλή ή κακή σοδειά. Γι' αυτό οι λέξεις καλοχρονιά ή κακοχρονιά έχουν για το λαό μια ειδική σημασία: σημαίνουν την καλή ή τη κακή σοδειά.
Για να εξασφαλιστεί η τύχη του σπόρου, δεν αρκούσε μόνο η σκληρή δουλεία των αγροτών. Για να πετύχουν την καλοσοδειά χρειαζόταν να΄ χουν βοηθό και δυνάμεις που βρίσκονται έξω από τον άνθρωπο, τη θεία δύναμη και την ευχή.
Πώς όμως θα πάρουν με το μέρος τους τις δύο αυτές δυνάμεις; Δύο είναι οι τρόποι, όπως μας διδάσκει η λαογραφία. Ο πρώτος είναι η προσφορά δώρων στο Θεό, ο σεβασμός και η προσευχή. Ο άλλος τρόπος είναι όχι πια να τον παρακαλέσει, αλλά να τον εξαναγκάσει, κατά κάποιο τρόπο, να βοηθήσει. Αυτό το κάνει η μαγεία.

Έθιμα του μήνα Οκτώβρη

Οι λιτανείες για βροχή το μήνα Οκτώβριο (πρωτοβρόχια)

Ο Οκτώβρης είναι ο καταλληλότερος μήνας για σπορά. Για να σπείρει ο γεωργός πρέπει πρώτα να βρέξει- τα πρωτοβρόχια είναι απαραίτητα για τη σπορά.
Κι αν δε βρέξει; Τι γίνεται τότε; Τότε γίνεται λιτανεία. Οι κάτοικοι του χωριού συγκεντρώνονται στην εκκλησία και, αφού διαβάσει ο παπάς ειδική ευχή, παίρνουν τις εικόνες και ξεχύνονται στον κάμπο, με τον παπά επικεφαλής να ψέλνει.
Με τη λιτανεία-προσευχή και σεβασμό στο Θεό, οι αγρότες παρακαλούν το Θεό για να φέρει βροχή.

«Περπερούνα»

Υπάρχουν, όμως και μαγικά έθιμα που σκοπό έχουν όχι να παρακαλέσουν -όπως οι λιτανείες- το Θεό, αλλά να τον εξαναγκάσουν σε βοήθεια. Αυτά τα έθιμα έχουν σκοπό να προκαλέσουν βροχή με μαγικό τρόπο (μαγεία). Ένα από αυτά είναι η περπερούνα.
Η Περπερούνα ή Περπερού ή Πιρπιρού είναι ένα έθιμο που το κάνουν τα κορίτσια. Διαλέγουν ένα κοριτσάκι 8-10 ετών, συνήθως φτωχό ή ορφανό, και το στολίζουν με λουλούδια και πρασινάδα. Η πρασινάδα χρησιμεύει -όπως λένε στο Δρυμό της Μακεδονίας, ένα χωριό έξω από τη Θεσσαλονίκη- «για να πρασινίσει ο κάμπος σαν τη Πιρπιρού».
Όλη η παρέα των κοριτσιών, με την Πιρπιρού στη μέση, φτάνει σε σπίτι και τραγουδά το τραγουδάκι της Περπερούνας.
Στο Δρυμό λένε:
«Πιρπιρού, δροσούλα μου,
παρακάλσι τουν Θιο (Θεό)
για να δώσει μια βρουχή,
μια βρουχή βασιλικιά
δω στα στάρια, τα κριθάρια
στα λιανά τα παρασπόρια.
Μπάρις-μπάρις* του νιρό
Λιούμπις-λιούμπις** του κρασί
Κάθι στάχυ κι κιλό
Κάθι κούρβου (στοίβα) κι μιτρό»

*μπάρις-μπάρις το νιρό= βροχή πολύ δυνατή, μπόρα
** λιούμπις-λιούμπις το κρασί= μεγάλη ποσότητα κρασιού

Μόλις τελειώσει το τραγούδι, η νοικοκυρά του κάθε σπιτιού βγαίνει έξω και χύνει πάνω στο κεφάλι του παιδιού νερό και εύχεται :
« Καλή βροχή να δώσει ο Θεός».
Έπειτα δίνει ένα νόμισμα στο κοριτσάκι ή ό,τι άλλο έχει «για το καλό».
Σε άλλους τόπους της πατρίδας μας το έθιμο της Περπερούνας είναι κάπως διαφορετικό. Στον Πόντο λ.χ. αντί για παιδί, για να μην το καταβρέχουν και κρυώσει το καημένο, ντύνανε μια σκούπα. Έκαναν κάτι σαν σκιάχτρο και το γύριζαν από σπίτι σε σπίτι τραγουδώντας ένα άλλο τραγούδι. Οι νοικοκυρές περιέλουζαν αυτό το σκιάχτρο με νερό και φιλοδωρούσαν τα παιδιά που το κρατούσαν.

Άλλες μαγικές πράξεις για να έρθει βροχή τον Οκτώβριο

Εκτός, όμως από το έθιμο της Περπερούνας, στο οποίο- όπως άλλωστε και στη λιτανεία- συμμετείχε όλο το χωριό, καθένας ξεχωριστά κάνει και τα δικά του μαγικά για να προκαλέσει βροχή.
Αν λ.χ. ο γεωργός (ζευγάς) σε περίοδο ανομβρίας (ξηρασίας) βρει στο δρόμο του μια χελώνα, τη γυρίζει ανάσκελα και βάζει πάνω στην κοιλιά της ένα μεγάλο σβώλο χώμα.
Ποια είναι η λογική πίσω από αυτήν την πράξη;
Να εξαναγκάσουν τη χελώνα να παρακαλέσει το Θεό να βρέξει, για να λιώσει ο σβώλος και να μπορέσει έτσι να γυρίσει στη θέση της, γιατί αλλιώς θα πεθάνει κάτω από βάρος του σβώλου.

Τα πρωτοβρόχια το μήνα Οκτώβριο και η σπορά

Τον Οκτώβρη αρχίζουν τα πρωτοβρόχια, που με τη σιγανή και επίμονη βροχή τους θα μαλακώσουν τον κόλπο της γης, κατάξερο από το καλοκαιρινό λιοπύρι.
«Ψιχαλίζει, ψιχαλίζει

στη μικρή μας την αυλή
και το μάρμαρο ποτίζει...»
τραγουδούν τα παιδιά τον Οκτώβρη, τον κοπιαστικό μήνα της σποράς.
Οι γεωργοί περιμένουν με λαχτάρα τις πρώτες βροχές που θα την ετοιμάσουν για το όργωμα.
Σαν ξαστερώνει, ο καιρός είναι σταθερός, χωρίς κρύο ή ζέστη.
Συνηθισμένο όμως είναι και το «μικρό καλοκαιράκι» ή όπως αλλιώς το λένε, το «καλοκαιράκι του Αι-Δημητριού». Τότε οι βροχές σταματάνε, το θερμόμετρο ανεβαίνει κι οι άνθρωποι το νομίζουν για ένα δεύτερο, μικρό καλοκαίρι.
Απ' αυτό τον καιρό ευνοούνται και τα χρυσάνθεμα, που ο λαός τα λέει αγιοδημητριάτικα. Όποιος δεν σπείρει τον Οκτώβρη, δεν πρόκειται να' χει πλούσια σοδειά. Για να σπείρει όμως, πρέπει απαραίτητα να βρέξει, να βρέξει τόσο, ώστε να χορτάσει η γη και να δώσει μπόλικο σιτάρι. Στην αντίθετη περίπτωση θ' αναγκαστεί να πουλήσει τα βόδια του, για ν' αγοράσει στάρι όπως λένε στην Κύπρο.

Έθιμα Αγίου Δημητρίου το μήνα Οκτώβριο

Δημήτρηδες υπάρχουν σχεδόν όσοι και Γιώργηδες, γιατί και οι δύο Άγιοι έχουν τιμηθεί εξαιρετικά απ' τους γεωργούς και τους κτηνοτρόφους, που αποτελούσαν το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού πληθυσμού.
Καβάλα στ' άλογά τους - άσπρο, κάτασπρο του Αι-Γιώργη, κοκκινωπό του Αι-Δημήτρη - δείχνουν με τα όπλα που κρατούν πως είναι αποφασισμένοι να προστατέψουν τους γεωργούς και τους κτηνοτρόφους από κάθε κακό.
Τους ίδιους και τις φαμίλιες τους, τα ζώα και τα χωράφια, ολόκληρο το βιος τους.
Στο Τζαντό της Θράκης μεταμφιεσμένοι κρατώντας Ειρεσειώνες συνόδευαν την ξύλινη τζαμάλα (καμήλα) σε όλα τα σπίτια, ευχόμενοι «καλή σπορά».

Τα νέα κρασιά το μήνα Οκτώβρη

Οι γιορτές τους είναι ορόσημα στη ζωή των γεωργών και των κτηνοτρόφων.
Στου Αι-Δημήτρη ανοίγουν τα βαρέλια και δοκιμάζουν τα νέα κρασιά.
Πρώτη δουλειά είναι να έρθει ο παπάς, ν΄ αγιάσει τα βαρέλια ρίχνοντας μέσα λίγο αγιασμό. Ύστερα ο νοικοκύρης θα τραβήξει απ΄ τον πείρο και θα προσφέρει πρώτα
στον παπά, που θα δώσει τις ευχές του.
Στα χωριά της Πελοποννήσου συνήθιζαν οι νοικοκυραίοι να πηγαίνουν ένα μπουκάλι κρασί στην εκκλησία, για να λειτουργηθεί. Απ' αυτό το αγιασμένο έριχναν και λίγο
στα βαρέλια τους, να βλογηθεί και το υπόλοιπο.

Στα χειμαδιά οι τσέλιγκες τον Οκτώβριο

Τούτη την ώρα έχουν ορίσει και οι κτηνοτρόφοι να κατέβουν στα χειμαδιά. Τσελιγκάδες και βοσκοί με τις φαμίλιες τους, τα κοπάδια τους και ολόκληρο το νοικοκυριό τους φορτωμένο στα ζώα, αφήνουν τα βουνά.
Του Αγίου Γεωργίου πάλι! Για καλό και για κακό έχουν κρεμάσει «φυλαχτά» στα ζωντανά τους. Για να τα προφυλάξουν από το κακό μάτι, τους βγάζουν τα μεγάλα κουδούνια και τρουγκάνια και βάζουν μικρά.
Να μην ακούγονται πολύ και προκαλούν το φθόνο. Κάτω στα χειμαδιά θα κάνουν τις νέες συμφωνίες με τους βοσκούς, θα νοικιάσουν τα χειμωνιάτικα λιβάδια, θα εισπράξουν,
θα ξοφλήσουν, θα λογαριάσουν για όλο το εξάμηνο, όπως είχαν κάνει τ' Αι-Γιωργιού
για το προηγούμενο.
Μαζί με τους ποιμένες, τον Οκτώβριο επιστρέφουν στις εστίες τους και οι παραδοσιακοί μάστορες και εργάτες (αγγειοπλάστες, κεραμοποιοί, κτίστες, υλοτόμοι, χαλκουργοί, καρβουνιάρηδες, βαρελοποιοί, πλανόδιοι φωτογράφοι κ.ά.) που παλαιότερα ταξίδευαν
σε όλα τα Βαλκάνια.
Χαρακτηριστικό της ατμόσφαιρας που επικρατούσε στα χωριά την ώρα της επιστροφής των μαστόρων αποτυπώνεται στις φράσεις:
« Οι μαστόροι. Οι μαστόροι. Έρχονται οι μαστόροι»
ή
« Έρχεται ο πατέρας μου.
Έρχεται ο Παναγής μας.
Έρχεται ο Γιωργής μας»
για να ακολουθήσει τρικούβερτο γλέντι.
Για τον διακαή πόθο της επανόδου των μαστόρων στη οικογενειακή εστία, μας βεβαιώνουν από αρχαιοτάτους χρόνους, τα έργα του Ομήρου, των κλασικών, του Θεόκριτου κ.ά.
Το πρώτο πράγμα που έκανε ο ξενιτεμένος, μόλις επιστρέψει στο σπίτι του, ήταν
να πάει στην εκκλησία και να ανάψει μια λαμπάδα «ίσα με το μπόι του», συνοδευόμενος απ' όλη την οικογένεια, ευχαριστώντας το Θεό που τον βοήθησε να επιστρέψει
στο σπίτι του.
Η οικογένειά του, πραγματοποιούσε κάποιο τάμα που είχε κάνει γι' αυτόν όσο έλειπε:
Πρόσφεραν στην εκκλησία μια εικόνα, έναν πολυέλαιο και άλλα μικρά αναθήματα ή «έζωναν» την εκκλησία με κεριά.

Ρώσοι και Σλάβοι για τη γιορτή του Αγίου Δημητρίου τον Οκτώβρη

Η γιορτή του Αγίου Δημητρίου σηματοδοτεί γι' αυτούς, όπως και για τους Έλληνες,
το τέλος του καλοκαιριού και την αρχή του χειμώνα.
«Έρχεται ο Άγιος Δημήτριος (Mitrovdan) καβάλα στο άσπρο άλογο»
λέει μια σερβική παροιμία.
Οι Ρώσοι λένε:
«Τη μέρα του Αγίου Δημητρίου ο χειμώνας σκαρφαλώνει στο φράχτη»
ενώ οι Βούλγαροι λένε πως την ημέρα αυτή
« ο μπάρμπα-Δημήτρης τινάζει τα άσπρα γένια του και από αυτά πέφτει το πρώτο χιόνι».
Στους Ουκρανούς και τους Λευκορώσους, μετά του Αγίου Δημητρίου σταματούσαν οι προξενιές.
Σέρβοι και Βούλγαροι θεωρούν προστάτη των σπιτιών από ποντίκια και φίδια το «μαθητή» του αγίου Νέστορα, που σύμφωνα με το θρύλο σκότωσε το δράκοντα από τον οποίο έβγαιναν τα ποντίκια, τα φίδια και άλλα χθόνια ζώα.
Στη Βουλγαρία λένε:
Η ημέρα του Αγίου Δημητρίου «λύνει και δένει», επειδή η ημέρα αυτή σηματοδοτούσε τη λήξη των καλοκαιρινών συμφωνιών, την πληρωμή των εργατών από τους εργοδότες, την εξόφληση χρεών και εργατών για τη μισή χρονιά και το κλείσιμο νέων συμφωνιών για την επόμενη περίοδο.

(Πηγές: 1. Εφημερίδα «Απογευματινή»,25/9/04, 2. «Λαογραφικό Ημερολόγιο» της Αικ. Τσοτάκου-Καρβέλη, εκδ. Πατάκη )

Ο μήνας Οκτώβριος στην αρχαιότητα

Στην αρχαία Ρώμη, στα μέσα Οκτωβρίου, στους ειδούς Οκτωβρίου όπως ονομάζονταν,
οι Ρωμαίοι θυσίαζαν στο Πεδίο του Άρεως (Campus Martins) έναν εξιλαστήριο ίππο για να προκόψουν τα σπαρτά.

Από τις πιο σημαντικές γιορτές και λατρείες του μήνα Οκτωβρίου στην αρχαία Ελλάδα ήταν τα Πυανόψια, αγροτική γιορτή προς τιμήν του Απόλλωνα, τα Οσχοφόρια, γιορτή
του τρύγου και τα Θεσμοφόρια προς τιμήν των θεσμοφόρων θεών, Δήμητρας και Κόρης.

Ο Οκτώβριος από την αρχαιότητα συνδέεται με τις αγροτικές και άλλες εποχικές ασχολίες, οι κυριότερες από τις οποίες είναι η παρασκευή και η δοκιμή του οίνου και
το κυνήγι των μικρών ζώων και πουλιών. Η σύνδεση του συγκεκριμένου μήνα με τον οίνο δικαιολογεί και την απεικόνισή του συχνά με τη μορφή του Βάκχου και των Σατύρων.

Όμως, στην αρχαία Αττική ο μήνας αυτός, Πυανοψιών, ήταν πλούσιος σε εορταστικές εκδηλώσεις επειδή ο πληθυσμός της φρόντιζε να εξασφαλίζει στις γεωργικές εργασίες τη θεϊκή προστασία και κυρίως της Θεάς Δήμητρας, επειδή άρχιζε ο κύκλος της ετήσιας παραγωγής. Ειδικότερα στην Ελευσίνα, προς τιμή της Θεάς, όλοι οι Έλληνες ήταν υποχρεωμένοι να καταβάλουν τη δεκάτη της σοδειάς τους.

http://users.sch.gr

1.10.11

ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ

               Ο δεύτερος μήνας του φθινοπώρου. Έχει 31 ημέρες κι είναι ο πιο κατάλληλος για την καλλιέργεια και τη σπορά των χωραφιών. Ο ελληνικός λαός δίνει και τα ονόματα: Αϊ-Δημήτρης ή Αϊ-Δημητριάτης, Βροχάρης, Σποριάτης ή Σποριάς ή Σπαρτός, Μπρουμάρης (=ομιχλώδης, σκοτεινός) και Παχνιστής (από την πάχνη που πέφτει στους αγρούς). Τον θεωρεί έναν από τους μήνες κατά τους οποίους πρέπει κανείς να πίνει το κρασί ανέρωτο, γιατί τον συμπεριλαμβάνει στην παροιμία: «Όποιος μήνας έχει ΡΟ, δε θέλει στο κρασί νερό». Κατά το ρωμαϊκό ημερολόγιο ήταν ο 8ος μήνας, γι` αυτό κι ονομάστηκε Οκτόμπερ. Ήταν αφιερωμένος στον Άρη και τον παρίσταναν με μορφή κυνηγού, που έχει λαγό στα πόδια του, πουλιά πάνω απ` το κεφάλι του και ένα είδος κάδου κοντά του. Ο μήνας «των χειμαδιών» και ο γυρισμός των παραδοσιακών μαστόρων στις οικογενειακές εστίες.
ΕΡΓΑΣΙΕΣ:
Όργωμα & σπορά σιτηρών, κριθαριού & βρώμης.
                Σπορά τριφυλλιού.
                Ολοκλήρωση τρύγου και παραγωγή κρασιού.
                Μάζεμα φθινοπωρινών φρούτων & πατάτας.
                Κάψιμο φυτών, που έδωσαν καρπούς, για να καταστρέψουν τα αυγά των εντόμων.
                Κατεβαίνουν οι βοσκοί από τα βουνά στους χαμηλούς κάμπους (τα χειμαδιά).
ΕΘΙΜΑ-ΠΡΟΛΗΨΕΙΣ:
«Η ΤΖΑΜΑΛΑ» ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ. Λέξη αραβική που σημαίνει καμήλα, μια προσωποποίηση θηλυκής οντότητας με αόριστη γονιμοποιητική σημασία. Το έθιμο αυτό, γονιμοποιητικό δρώμενο της άροσης και σποράς των αγρών, συνηθιζόταν παλαιότερα στην Θράκη, να γίνεται του Αγ. Δημητρίου στις 26/10 ή σε μια άλλη μέρα, ανάλογα με τον χρόνο σποράς, που εξαρτιόταν από τις κλιματολογικές συνθήκες.
                Για την καλή χρονιά σποράς, την παραμονή του Αϊ-Δημητρίου έκαναν την Τζαμάλα. Με ξύλα έκαμναν ένα μεγάλο σκελετό καμήλας, τον τύλιγαν με πανιά και προβιές, έβαζαν ουρά, ένα μακρύ κοντάρι για λαιμό, με κεφάλια αλόγου ή βοδιού με δόντια, το σκέπαζαν με προβιά και το στόλιζαν με χάντρες. Πάνω στην καμήλα έριχναν μακρύ χαλί, κάτω απ’ αυτό έμπαιναν 4 άντρες, περπατούσαν και φαινόταν σα να περπατούσε η τζαμάλα. Πάνω της κάθιζαν ένα ψεύτικο παιδί, που το βαστούσε ο τζαμάλης, με καμπούρα και κουδούνια στη μέση του. Ύστερα από το ηλιοβασίλεμα το γύριζαν στα σπίτια με τραγούδια και γέλια… Όσοι πήγαιναν με τη τζαμάλα φορούσαν παράξενα ρούχα, με στεφάνια κληματαριών στο κεφάλι και με λαγήνια ή με κουβάδες στα χέρια για κρασί ή ούζο. Έξω από κάθε σπίτι φώναζαν: «Ε! κερά! Καλή χρονιά, καλό μπερικέτι (=σοδειά) και πολύχρονη…». Για το έθιμο αυτό, πότε γεννήθηκε, είναι απροσδιόριστο. Μεταφέρονταν από γενεά σε γενεά. Ήταν κάτι παραπάνω από πολιτιστική εκδήλωση. Τηρούνταν με θρησκευτική ευλάβεια.
                Σε καμιά περίπτωση δεν έβλεπες τους πρωταγωνιστές και στο κενό να σαχλαμαρίζουν. Παιζόταν όπως η αρχαία τραγωδία, Θέση και κίνηση παρόμοια με τους πρωταγωνιστές κρατούσε όλο το χωριό, που συνοδεύει την Τζαμάλα. Παιζόταν με τέτοιο τρόπο, που όλη η φιλοσοφία της Τζαμάλας αντικαθρεφτίζει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Το σενάριο δεν είχε στοιχεία φαντασίας. Ας εξετάσουμε το σενάριο και το ξεκίνημα της Τζαμάλας. Αρχές Οκτωβρίου, μέχρι το τέλος Οκτωβρίου όλο και ψιθυριζόταν: "Πότι θα βρέξει;" Με την πρώτη βροχή να σπείρουν. Και οι σπόροι για την εποχή ήταν, σιτάρι, κριθάρι, βρώμη, σίκαλη. Όλοι οι σπόροι αυτοί προσφέρονταν να κρατηθούν αποκλειστικά άνθρωποι και ζώα στη ζωή. Και τα ζώα δίνανε στον άνθρωπο για την εποχή όλα τα αγαθά, όπως γάλα, τυρί, το μαλλί τους για ρουχισμό, το δέρμα τους για τσαρούχια, αφού για παπούτσια λόγος δεν γίνεται, και τη δύναμη τους, φυσικά, να οργώνουν τη γης, αφού η μηχανή ήταν ανύπαρκτη.
                Να, λοιπόν, πόσο ανάγκη είχαν τη βροχή! Την ημέρα κοίταζαν στον ουρανό. Αυτό το διάστημα, το βράδυ βλέπανε όνειρα για βροχή. Ο σχολιασμός συνεχής: "Πότι  θα βρέξει;" Όταν άρχιζε να βρέχει, η χαρά ήταν απερίγραπτη. Μικροί και μεγάλοι χόρευαν μες τη βροχή. Σε καμιά περίπτωση δεν μπαίνανε στις στέγες, φοβούμενοι μήπως παρεξηγηθεί ο θεός και σταματήσει η βροχή. Με το μπάσιμο στις στέγες, ερμηνευόταν και αλλιώς: "Φτάνει τόση βροχή: ΣΤΟΠ". 
                Την επόμενη ημέρα από τη βροχή δε γινόταν σπορά, αφού το χώμα είναι βαρύ. Φτιάχνανε μικρά αλέτρια στα παιδιά τους, παιχνίδια, όπως τα μεγάλα, με ζυγό και βουκένια. Στη θέση για βόδια ζευόταν δύο παιδιά και το τρίτο παιδί κρατούσε το αλέτρι. Χάραζε πρώτα τετράγωνα το χωράφι, έριχνε σπόρο, κάνοντας το σταυρό του, λέγοντας: "Έλα, χριστέ και Παναγιά". Και άρχιζε να οργώνει, σκεπάζοντας το σπόρο. Ονοματίζει και τα βόδια του, δίνοντας τα ονόματα των βοδιών τους. Όλα αυτά γινόταν στην αυλή του σπιτιού με τα χαμόγελα των γονιών τους. 
                Όταν τα χωράφια φέρνανε τάβι και άρχιζε ο κόσμος να σπέρνει, η οικογένεια, κάθε πρωί που ξημέρωνε, βλέπανε πρώτα τα χωράφια των παιδιών τους. Πράγματι, μέσα στις οκτώ ημέρες φύτρωνε το ευλογημένο. Εδώ η χαρά δεν περιγράφεται. Το άροτρο έως το 1920 παραμένει το πρωτόγονο σίδηρο. Έχει μόνο στη μύτη το υνί, το λεγόμενο, να σκίζει τη γης. 
                Οι πάντες σπέρνουν. Υπάρχουν φτωχοί και το περισσότερο χωριό δεν έχουν ζευγάρια. Η αιτία, ο πόλεμος, τα σεφέρ (μπεηλίκι). Οι πάντες, αυτοί που γλίτωσαν από τον πόλεμο, αισθάνονται την υποχρέωση να διακόψουν τη δική τους σπορά, να βοηθήσουν και τα θύματα. Το φιλότιμο και η ανθρωπιά είναι αναλλοίωτα. Ο μοναδικός τους στόχος είναι το πως θα κρατηθεί η κοινωνία τους στη ζωή. Μέσα σε αυτήν την κατάσταση, μαζί με τη σπορά, παρακολουθώντας να βγάζουν όλοι σπόρο στο χωράφι.
                Έτσι ερμήνευαν τη σπορά.
                Αμέσως στο ίδιο καθήκον επαγόταν η ΤΖΑΜΑΛΑ.
                Τη θεωρούσαν προσευχή. Αμέσως σχηματιζόταν επιτροπή. Με σοβαρότητα συνεδρίαζε, εξέταζε ένα-ένα τα σπίτια του χωριού. Εάν έβγαζε σπόρο, αυτό ερμηνευόταν. Έστω και ένα στρέμμα να έσπερνε το κάθε σπίτι, η Τζαμάλα έπρεπε να παίξει. Τότε η επιτροπή, το δεύτερο μέτρο, προσδιορίζει την ημέρα που θα παίξει. Τρίτο, ποιοι θα αποτελούν το θίασο. Εδώ πρόσεχαν πολύ, κάνοντας συζήτηση με όλους. Αυτοί που θα προταθούν, να έχουν την έγκριση από όλο το χωριό. Τα πρόσωπα που θα απαρτίζουν το θίασο, οι πρωταγωνιστές, να είναι δοκιμασμένα άτομα. Αυτό είχε μεγάλη σημασία για την επιτυχία της Τζαμάλας. Παιζόταν ένα σοβαρό δράμα..
                Αφού γινόταν η επιλογή των ατόμων και η ημερομηνία, ο τόπος της συγκέντρωσης οριζόταν πάντα στην άκρη του χωριού και έξω από το χωριό. Διαφορετικά δε γινόταν, αφού εσώκλειστος χώρος δεν υπήρχε για την εποχή. Και εάν τον είχε, ήταν δύσκολο να χωρέσει ένα χωριό μικρούς και μεγάλους, συν αυτά στη μέση. Χρειαζόταν μεγάλη αλάνα για να γίνει η πρόβα. Και γι' αυτό, επέλεγαν υπαίθριος χώρος. 
                Η συγκέντρωση του κόσμου γινόταν την ώρα που σκοτείνιαζε. Οι απαιτούμενες ενδυμασίες, κουδούνια μεγάλα, όπλο κλπ, όπως ανέφερα παραπάνω, χρειαζόταν την έγκριση 100% των κατοίκων. Τυχόν παρεξήγηση δεν επιτρεπόταν σε καμιά περίπτωση. Εάν γίνει και παιχτεί δεύτερος θίασος Τζαμάλα, αυτό είχε επιχειρηθεί στο παρελθόν, πολύ παλιά και είχε γίνει φόνος, μεγάλο κακό. Θεωρούνταν γελοιοποίηση της λειτουργίας. 
                Το έθιμο της Τζαμάλας πρέπει να έρχεται σίγουρα από τα βάθη των αιώνων. Αυτό φαίνεται από όλες τις θέσεις και αντιδράσεις, όταν ανακάλυψαν το σίδηρο και βάλανε το δόρυ στο τόξο, όπως και το υνί, τη μύτη στο άροτρο, δίνοντας τη δυνατότητα να σκίζει το χώμα, σκεπάζοντας πολύ σπόρο. Και βλέποντας οι άνθρωποι την παραγωγή, με τη χαρά τους άρχιζαν να πανηγυρίζουν.
                Ακόμα και τα ενδύματα που φοράνε, δέρματα, προβιές και γούνες από ζώα.
                Ο θίασος αποτελούνταν και παιζόταν από τρία άτομα, ήταν οι πρωταγωνιστές.
                Πρώτος, ένα νέος υψηλός, λεβέντης. Αυτός φορούσε τη γούνα στο κεφάλι, καπέλο με δέρμα, στα πόδια τσαρούχια, στη μέση κουδούνια κρεμασμένα, ο λεγόμενος Τζαμαλάρης.
                Δεύτερο πρόσωπο, πάλι νέος, κοντότερος άνδρας. Ντύνεται, προσποιείται τη γυναίκα.
                Ο εγωισμός του και η ζήλια δεν τον αφήνουν. Το επαναλαμβάνει με πιο άγριες διαθέσεις. Στις δύο - τρεις το ίδιο επαναλήψεις, αφού η Γκαντίνα του γυρίζει την πλάτη, τότε επεμβαίνει ο Τζαμαλάρης. Τον απωθεί, σπρώχνοντάς τον με δύναμη. Παρά λίγο να πέσει. Ο κόσμος φωνάζει "ο. ο ..Γκια Τζαμάλα, Γκια". 
                Τώρα ο γέρος γίνεται κάτι άλλο, ρεζίλι. Χάνει τον έλεγχό του, κατεβάζει το όπλο του από την πλάτη. Το ανοίγει, όμως δεν έχει σφαίρες να σκοτώσει τον Τζαμαλάρη. Οι νέοι χορεύουν αδιάκοπα. Ο γέρος καμπουριαστά πλησιάζει προς τους νοικοκυραίους, λέγοντάς τους με άγρια και δυνατή φωνή, προτάσσοντας τους το όπλο: "Βάλτε μέσα στο όπλο μου σφαίρα, βάλτε". Αυτοί απαντούν: "Δεν έχομι". Αυτός φωνάζει: "Βάλτε σφαίρα". 
                Στην επιμονή του γέρου βγάζει ο νοικοκύρης από την τσέπη του επιδειχτικά μια σφαίρα, τη βάζει μέσα στο όπλο. Όπως το κρατά ο γέρος και με αργά βήματα, κορδωμένος, σαν να έλεγε: "Τώρα εγώ θα σας δείξω", παίρνει θέση γονατιστός και σκοπεύει.
                Η Γκαντίνα μπαίνει μπροστά στον Τζαμαλάρη, κάνει προστατευτικό τείχος να τον προφυλάξει από τη σφαίρα. Ο γέρος με διάφορες κινήσεις και ελιγμούς προσπαθεί να ξεγελάσει την Γκαντίνα. Και το πετυχαίνει, κερδίζοντας παιδιού βολές. Πατά τη σκανδάλη. Το όπλο δεν παίρνει φωτιά.
                Ο γέρος εξοργίζεται. Κατάλαβε ότι ο νοικοκύρης του έβαλε άδεια σφαίρα μέσα στο όπλο του. Και στην επιμονή του, για δεύτερη φορά εντονότερα, του βάζει πάλι σφαίρα. Επαναλαμβάνονται ίδιες οι κινήσεις, όπως και στην πρώτη φορά.
                Τώρα, με αυτόν τον πυροβολισμό ο νέος πέφτει κάτω νεκρός.
                Η γκάιντα σταματά να παίζει. Φωνή δεν ακούγεται. Νεκρική σιγή. Η Γκαντίνα σπαράζει από κλάματα επάνω στο πτώμα του συντρόφου της. Ο Γέρος παίρνει βαθιά ανάσα και με αργά βήματα, κορδωμένος, προχωρεί. Αρπάζει την Γκαντίνα με ορμή, με δύναμη από το μπράτσο. Την έσυρε έως έξω από την αλάνα, σπρώχνοντας την με δύναμη στο περιθώριο. 
                Γυρίζει πίσω, φέρνει βόλτα, τριγυρίζει γύρω από το πτώμα του Τζαμαλάρη, βλέποντάς τον με επιφύλαξη εάν είναι ζωντανός ή πεθαμένος. Τον σκουντά με το πόδι, μήπως κουνηθεί. Και αφού πείθεται ότι είναι νεκρός, τότες τον αρπάζει από το πόδι και με το ένα χέρι τραβά το μαχαίρι το από το ζωνάρι
                Γυρίζει το κεφάλι του προς τους νοικοκυραίους και με ζωηρή φωνή ρωτά: "Θα του γδάρω το τομάρι του. Πώς το θέλετε, προβιά να γίνει ή τουλούμι να βάλετε τυρί;" Ο νοικοκύρης με τη γυναίκα του ανταλλάσσανε γνώμη πώς το θέλουν. Επικράτησε η γνώμη της γυναίκας και αποκρίνονται φωναχτά: "Προβιά το θέλουμε, να καθόμαστε". Και τον γδέρνει. Πάλι ο γέρος τους ξαναρωτά εάν έχουν σκυλιά ή όχι. Απάντηση ήταν: "Έχουμε". Και οπότε ο γέρος φωνάζει τα σκυλιά, λέγοντας: "ω. ω. ω καραμάν".
                Δεν πρόλαβε, όμως, να τον σβαρνίσει από το πόδι. Πετιέται ο νέος, ανασταίνεται, αρπάζει το γέρο σαν σκουπίδι, τον απωθεί, κλωτσώντας τον έξω από την αλάνα. Άρχισαν ζητωκραυγές, η γκάϊντα να παίζει.
                Παρουσιάζεται η Γκαντίνα, δίπλα στον Τζαμαλάρη και χορεύοντας, ξεκινούν για το επόμενο σπίτι. Τότε και ο νοικοκύρης, όπως σταματά χαρούμενος με τη γυναίκα του, περνούν από μπροστά οι παραλήπτες, που παίρvουv το δικαίωμα σέρνοντας το γαϊδούρι που κουβαλά το σιτάρι, λέγοντας: "Και το χρόνο με υγεία".
                Είναι αλήθεια πόσο σωστή είναι η φιλοσοφία της Τζαμάλας. Εξετάζοντας τα πλάνα του θιάσου, πως είναι δυνατόν ο γέρος να σκοτώνει το νέο και αυτός να ανασταίνεται; Δείχνει καθαρά ότι το νέο, η πρόοδος, η εξέλιξη δεν πεθαίνει. Συνεχίζοντας η Τζαμάλα το γύρο στο χωριό, τύχαινε σε σπίτι που ο νοικοκύρης δεν έβγαζε σπόρο για διάφορους λόγους, η Τζαμάλα σε καμιά περίπτωση δεν έπαιζε. Υπήρχε σεβασμός, με την έννοια ότι δε θα 'ταν καλό στην παραγωγή. Παρόλα αυτά, η Τζαμάλα έφερνε ένα γύρο μες την αυλή. Με την είδηση: "δεν έσπειρε", οι πάντες αποχωρούσαν με σεβασμό. 
                Στην αντίθετη περίπτωση, όταν ο νοικοκύρης έβγαζε σπόρο και δε δεχόταν να παίξει η Τζαμάλα προσωπικά, σε καμία περίπτωση δεν τολμούσε να πει ότι: "Εγώ, φερειπείν, δε θέλω να παίξει η Τζαμάλα στο σπίτι μου". 
                Αντιδρούσε διαφορετικά. Δήθεν ότι δεν είναι κανείς στο σπίτι. Σώνει και καλά ότι απουσίαζαν. Ήταν δύσκολα να αρνηθεί κανείς, γιατί είχε να αντιμετωπίσει την οργή όλου του κόσμου.
Και δεύτερο, είχε να εισπράξει ταπεινωτικές ενέργειες, όπως πρώτον: ανατροπή του κάρου του επάνω στη σορό, στην κοπριά ή στη σορό τα πουρνάρια, που χρησίμευαν για καψόξυλα στο φούρνο. Και αυτό ήταν δύσκολο να το κατεβάσει, γιατί ήταν αναποδογυρισμένο οι τέσσερις ρόδες προς τα πάνω, σατιρίζοντας δήθεν, έχουν κάνει αερόμυλο.
                Αυτή η πράξη της ανατροπής του κάρου γινόταν μεγάλη πλάκα, γέλια. Όπως το κάρο είναι αναποδογυρισμένο στη σορό επάνω, άλλοι γύριζαν τις ρόδες φωνάζοντας: "Άντε χωριανοί, ο μύλος βγάζει ψιλό αλεύρι, ελάτι να αλέσιτι". Γέλια πολλά και την επόμενη ημέρα ακόμα γελούν σχολιάζοντας.
                Με το τέλος της Τζαμάλας το σιτάρι το πουλάν. Τα λεφτά που παίρνουν την πρώτη Κυριακή ορίζουν γλέντι στην πλατεία του χωριού. Χορός, τραγούδια, ευχές, καλή χρονιά, καλή σοδιά και το χρόνο με υγεία.
                Την Τζαμάλα οι παλιοί την πήγαιναν και την έπαιζαν στην πατρίδα και σε διπλανά χωριά, ακόμα και στα τούρκικα. Ντύνονταν Τζαμάλα μέχρι και ηλικιωμένοι πενηντάρηδες. Άλλοι μάζευαν "το δίκιο", στάρι που τους έδιναν οι νοικοκυραίοι για το παίξιμο παν στο γαϊδούρι.
                Κατά την τελετουργική περιφορά της, μάλιστα, τραγουδούσαν το ακόλουθο ελληνοτουρκικό τραγούδι, που διεκτραγωδεί την ασθένειά της και την άσχημη κατάσταση στην οποία βρίσκεται:      
                              Βερίριμ σαμανί, γεμές (της δίνω άχυρο, δεν τρώγει)
                             Μπεν τσεκέριμ, ο γκελμές (την τραβώ, δεν έρχεται)
                                    Τζαμάλα, τζαμάλα, χούντισι (εμπρός)
                                       Ντι -ντίλι, μάντιλι, ντι -ντίλι,
                                           τση τζαμάλας το παιδί
                                 έβγαλε κακό στο φτι (ή έκαμε κακό στο φτι)
                                         και γυρεύ' να παντρευτεί!
                                Μπεν τσεκέριμ γετελέ (εγώ τραβάω στο κρεβάτι)
                               μπου γκιντίορ χεντεγιά (αυτή πηγαίνει στο χαντάκι)
                                   Τζμάλα, τζαμάλα, χούντσισί (εμπρός)
                Αφού έκαμναν το γύρο του χωριού έπαιρναν τα όργανα και διασκέδαζαν στο καφενείο ως το πρωί.
                Σήμερα το έθιμο συνηθίζεται σε πολλά μέρη της πατρίδας μας, κυρίως τις Απόκριες.
ΓΙΟΡΤΕΣ:
12 ΟΚΤΩΒΡΗ (1944). Η απελευθέρωση της Αθήνας από τους Γερμανούς.
ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ (26/10). Η γιορτή αυτή θεωρείται ορόσημο του χειμώνα και συνδυάζεται με του Αγ.Γεωργίου στις 23 Απριλίου. Στο γεωργικό καλαντάρι οι 2 αυτές γιορτές αποτελούν τις χρονικές τομές που χωρίζουν το έτος σε 2 ίσα μέρη, στο χειμερινό και το θερινό εξάμηνο αντίστοιχα. 
28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ (1940). Η επέτειος του «ΟΧΙ» στο φασισμό.
ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ:
                «Οκτώβρη και δεν έσπειρες, οκτώ σακιά δε γέμισες».
                «Οκτώβρη και δεν έσπειρες, τρία καλά δεν έκαμες».
                «Όποιος σπέρνει τον Οκτώβρη, έχει οκτώ σειρές στ’ αλώνι».
                «Τον Σεπτέμβρη τα σταφύλια, τον Οκτώβρη τα κουδούνια».
                «Αϊ Δημητράκη μου, Μικρό καλοκαιράκι μου».
                «Αν βρέξει ο Οκτώβρης και χορτάσει η γη, πούλησ' το σιτάρι σου και αγόρασε βόδια».
                «Αν δε βρέξει, ας ψιχαλίσει, πάντα κάτι θα δροσίσει».
                «Αν δε βρέξει, πως θα ξαστερώσει;»
                «Αν δε χορτάσει ο Οκτώβριος τη γη, πούλησε τα βόδια σου και αγόρασε σιτάρι».
                «Άσπορος μη μείνεις, άθερος δε μένεις».
                «Βαθιά τ' αυλάκια να φουντώσουνε τα στάχυα».
                «Δεύτερο αλέτρι, δεύτερο δεμάτι».
                «Μακριά βροντή, κοντά βροχή».
                «Ο καλός ο νοικοκύρης, ο λαγός και το περδίκι, όταν βρέχει χαίρονται».
                «Οκτώβρη και δεν έσπειρες καρπό πολύ δεν παίρνεις».
                «Οκτώβρης και δεν έσπειρες, σιτάρι λίγο θα 'χεις».
                «Οκτώβρη και δεν έσπειρες λίγο ψωμί θα πάρεις».
                «Οκτώβρης βροχερός, Οκτώβρης καρπερός».
                «Οκτώβρης-Οκτωβροχάκης το μικρό καλοκαιράκι».
                «Τ' άη - Δημητριού, τι είσαι ‘σύ και τι ΄μαι εγώ λέει το νιο κρασί στο παλιό».
                «Τ’ Αϊ Λουκά σπείρε τα κουκιά».
                «Τα σταφύλια τρυγημένα και τα σκόρδα φυτεμένα».