Showing posts with label ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ. Show all posts
Showing posts with label ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ. Show all posts

16.12.16

ΕΝ...ΛΙΔΟΡΙΚΙΩ ....ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ


   Στο  χωριό  μας  αγαπημένοι  μου  φίλοι , δεν  είχαμε , παλιότερα  τουλάχιστον , τη δυνατότητα να  βγάζουμε ..αβέρτα φωτογραφίες , οικονομίας...ένεκεν , γι'αυτό και  χριστουγεννιάτικες  φωτογραφίες  δεν υπάρχουν  πολλές , οι  σχεδόν..ελάχιστες ..οι οποίες  είναι  κυρίως..οικογενειακές ..
  Για  διαφόρους  λόγους  όμως και' αυτές  οι λίγες , οι ..ελάχιστες ,δεν  πολυ..κυκλοφορούν , γιατί..βλέπεις , τα..εν..οίκω κλπ...κλπ..κάτι που  στο χωριό  μας , το  ..κρατάγαμε , αν  όχι  όλοι , αλλά οι   περισσότεροι  τουλάχιστον , γι' αυτό  και  πολλές  φορές  μιλάμε  για.." αθέατη  πλευρά " της  Λιδορικώτικης  ζωής , κάτι  δηλαδή  πολύ..συνηθισμένο  στα  μικρά   μέρη της  επαρχίας , στις  κλειστές  κοινωνίες δηλαδή  ...
   Δεν  ξέρω  ακριβώς  . αλλά πιστεύω πως συνήθως  στα  μικρά  μέρη , σπάνια  μαιθαίναμε . και  ίσως  μαθαίνουμε  ακόμα όλη την  αλήθεια , για  πολλούς  και  διαφόρους  λόγους , βέβαια   αυτά  δεν είναι  της  στιγμής , ίσως  κάποια  άλλη  στιγμή , να  πούμε  κάποιες αλήθειες , αν  και  αυτό είναι  επικίνδυνο γιατί  όσο  περισσότερες αλήθειες  λέει  κανείς , τόσο  λιγότερους  φίλους  έχει..βέβαια , υπάρχουν και  άνθρωποι  που  δεν  μασάνε  τα λόγια  τους  και λένε  τα  πράματα  με  το  όνομά  τους , ένας  από  αυτούς  είναι και η   ξαδέλφη  μου  η  Μαρία  Πέτρου - Νταλάκα , που  θυμάται για  μας  κάποιες  Λιδορικιώτικες  αναμνήσεις  ..και  αν  καλοπροσέξετε  τα  λεγόμενά  της , θα  καταλάβετε  πολλά  Λιδορικιώτικα ..." μυστικά .." 


ΕΝ ΛΙΔΟΡΙΚΙΩ…. ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ 1956 !!

   Η  Μαρία Πέτρου  - Νταλάκα   θυμάται..






Χριστούγεννα 1956 , το  Πετραίϊκο σπίτι στο  Βαρούσι στολισμένο , ο  πατέρας  όμως  είναι  ξενιτεμένος στην  Αμερική . Η μικρή  Μαρία με  τη  μητέρα  της  Γιαννούλα σε  μια  χαρακτηριστική αναμνηστική  Χριστουγεννιάτικη φωτογραφία .
Αρχείο Μαρίας Γ.Πέτρου - Νταλάκα
 Απ' τα  ίδια  Χριστούγεννα( 1956 ) της  παραπάνω φωτογραφίας , η  Γιαννούλα  Γ. Πέτρου , σε  αναμνηστική  φωτογραφία  με  τα  παιδιά της , φωτογραφία  που  προορίζεται  για  τον  πατέρα , Γιώργο Ν.Πέτρου - Τάλτα  που  βρίσκεται  μετανάστης  στην  Αμερική , στο  Σικάγο . Από  αριστερά  , η  Μαρία , ο μικρός Αποστολάκης , Ο Νίκος και  η  μάνα, πίσω  απ' το  Νίκο φαίνεται  το  στολισμένο  ελατάκι .
Αρχείο  Μαρίας  Πέτρου - Νταλάκα 

 Το  τραπέζι  και ολόκληρο  το  σπίτι  είναι  στολισμένο  για  τα  Χριστούγεννα  του  1956 , πάντα  τα  ίδια πρόσωπα .
Αρχείο  Μαρίας Πέτρου - Νταλάκα 

 Xριστούγεννα  1956, η Γιαννούλα Γ.Πέτρου - Αποστολοπούλου , φώναξε  το  Νίκο  Κολοκύθα - Πανουργιά , για να  βγάλει μια  φωτογραφία  να  στείλει  στον  άντρα  της  Γιώργο στην Αμερική. Φώναξε  δε και  τη Μαρία - Γιούλα  Χαρ. Δρόσου , την Ελένη  Παν.Κλώσσα ( εγγονή του  Κλωσσοθανάση ) με  τα  παιδιά της  Αποστ.Γ.Πέτρου , Μαρία Γ.Πέτρου, Νικ.Γ.Πέτρου .
Αρχείο  Μαρίας  Γ.Πέτρου - Νταλάκα 

   “ Οι καλύτερες μέρες για την μαμά μου και για τα αδέλφια μου και για εμένα,  άρχισαν όταν τον μπαμπά μου τον κάλεσε ο θείος του Θανάσης Ιωάννου Φωτόπουλος (Κριτσας) στο Σικάγο , τον Οκτώβριο 1955. Όσο και να θέλει  κανείς να λέει πως περνούσε καλά αυτά τα χρόνια μετά τον πόλεμο θα λέει ψέματα εκτός από αυτούς που είχαν κανένα κατάστημα, καφενείο, σφαγείο, ραφείο, ή είχαν κάνει στην Αμερική,κλπ.
   Τους υπόλοιπους τους έδερνε η φτώχια.Τον μπαμπά μου  άρχισα να τον γνωρίζω το 1952 και μετά, όταν είχε γυρίσει από στρατιώτης. Τους γονείς μου   τους τάραξαν οι άθλιες καταστάσεις , η μαμά μου είχε μείνει ορφανή από 10 ετών και όταν δεν έχεις πατέρα προστάτη τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα. Τον μπαμπά μου τον είχαν πάρει στο αντάρτικο, είχε κάνει 17 μήνες φυλακή γι’αυτό , και κάθε μέρα τους έδιναν και από ένα γερό ξύλο.
    Μετά από εκεί υπηρέτησε στο στρατό αλλά αυτό είναι άλλο θέμα. Όταν γύρισε από τον στρατό αγόρασε ένα σπιτάκι κάτω από τους Αγίους Ανάργυρους, και άρχισε το νοικοκυριό του μόνος του, ενώ ο παππούς ο Τάλτας δεν ήθελε να χαλάσει το κοπάδι με τα γίδια, και έτσι έβγαζε το μεροκάματο στο χωριό όταν έσκαβαν να φέρουν με σωλήνες το νερό.
   Με τα πρώτα του χρήματα, Αγόρασε ένα κλουβί να βάζουμε το φαγητό, και ένα αρκετά μεγάλο θαλασσί πήλινο δοχείο. Τα πρώτα Χριστούγεννα 1953 που κάναμε στο δικό μας σπίτι ήταν πολύ φτωχά. Δεν είχε ο μπαμπάς μου να μας αγοράσει κρέας, και μας έστειλε ο θείος Γιάννης , ο αδελφός του , ένα μικρό κομματάκι, και έτσι περάσαμε αυτήν την Αγία Μέρα. Πολλές φορές  μας μιλούσε  για αυτήν την ημέρα και τον έπιανε κόμπος.
   Όταν έφτασε στο Σικάγο, με την βοήθεια του Κώστα Παλαιολόγου έπιασε δουλειά αμέσως στο εργοστάσιο που  έβγαζε σίδερο και κάθε μήνα μας έστελνε χρήματα να περνάμε καλά. Την άλλη χρονιά πριν τα Χριστούγεννα 1956, μας έστειλε και δυο δέματα με καλά ρούχα για εμάς τα παιδιά και για την μαμά μου. Επειδή πλησίαζαν τα Χριστούγεννα είχε στείλει σε μας τα παιδιά από μια Χριστουγεννιάτικη κάλτσα γεμάτες από καραμέλες και τσίχλες. Η χαρά μας ήταν απερίγραπτη.
 .
    Η μαμά μου στόλισε ένα μικρό δεντράκι από έλατο με βαμβάκι και οικογενειακές φωτογραφίες. Μας είχε στείλει στο βιβλιοπωλείο του Καραμήτσου με τον αδελφό μου να αγοράσουμε από ένα χριστουγεννιάτικο κόσμημα για να πάρουμε και εμείς χαρά στο στόλισμα του μικρού δέντρου . Ο Νίκος βέβαια, από την  πολλή την πίεση  για να μην του πέσει  το κόσμημα από το μικρό χεράκι του, γυρίζοντας στο σπίτι το ράγισε και έμεινε απογοητευμένος.
    Ενώ η μαμά μου μας έντυσε με τα καλά μας ρούχα από την Αμερική, κάλεσε και τον φωτογράφο τον Νίκο Κολοκύθα --Πανουργιά να μας βγάλει φωτογραφίες για να τις στείλει στην Αμερική στον πατέρα μας για να χαρεί και αυτός. Αυτές είναι οι παιδικές μου Χριστουγεννιάτικες αναμνήσεις . “
    Εύχομαι σε όλους χαρούμενα Χριστούγεννα και ο νέος χρόνος 2017 να έρθει με Υγεία, Αγάπη και Ειρήνη.
          Να είστε όλοι καλά, Καλές γιορτές.
                Μαρία  Πέτρου – Νταλάκα

     Κόκκαλα  ..” σπάει “ , φίλοι  μου ,  αυτή η  υπέροχη  “ γλυκόπικρη “  ανάμνηση της αγαπητής  Μαρίας , απέραντα  συναισθηματική , με  ένα ξεχωριστά  ευγενικό ..” θράσος “ σε  κάποια  ευαίσθητα  σημεία και  με τα  μετρημένα , όπου  πρέπει , λόγια  της , μας  μετέφερε , θέλαμε δεν  θέλαμε , στην  σκληρή δεκαετία  του ‘50 , που  όλοι , ίσως…μαζοχιστικά , νοσταλγούμε  και  ονειρευόμαστε , γιατί  άραγε ;
   Τη  Μαρία , που  είναι  και αγαπητή  ξαδέρφη , την  καλογνώρισα  τα  τελευταία χρόνια , όταν  ερχόταν  τα  καλοκαίρια  απ’ το  Σικάγο όπου  μένει  μόνιμα , και δεν σας κρύβω πως  με..”κέρδισε “ απ’ την  πρώτη  στιγμή , για  πολλά  πράγματα , αλλά  κυρίως γιατί δεν  προσπάθησε  ποτέ να  παρουσιαστεί αλλιώτικη απ’ ότι είναι και  φυσικά δεν  μας  πέταγε στις  συζητήσεις  μας εκείνες  τις ..” Αμερικανικούρες “ του  τύπου…” φιου ..παϊδάκια “ και . “ ...βγάλτε  το σιαράπ “..και  πολλά  άλλα  τέτοια ..
   ‘Εχει δε   “ κληρονομήσει “ απ’ τον πατέρα  της , τον  αείμνηστο μπάρμπα Γιώργο Ν. Πέτρου – Ταλτογιώργο , το  χάρισμα της  επικοινωνίας  και  της  αφήγησης .
   Σ’ αυτές  τις  περιπτώσεις , περισσεύουν  τα  ..μάστερ  και  τα  διδακτορικά , μιλάει  το βαθύ  συνάισθημα  κι’ η  ίδια  η καρδιά , και  σ’αυτά  η  Μαρία είναι  πλούσια , ΠΑΜΠΛΟΥΤΗ θα μπορούσα  να  πω …
   Όσοι  ασχολούμαστε  κάπως  με τα  του  χωριού  μας ,  κάναμε  φοβερά  λάθη , δεν  καταγράψαμε τις  αναμνήσεις χωριανών μας  που  είχαν  αυτό  το  τάλαντο , μεταξύ  των  οποίων κι’ ο  μπάρμπα  Γιώργος , ο οποίος , όταν  ήταν στην  Αμερική , έστελνε κι΄εκείνος γράμματα  με  αναμνήσεις του  στην  εφημερίδα  “ Λιδωρίκι “ του  αξέχαστου  αδελφού  μου  Γιώργου Καψάλη , χάρη σ’αυτόν  δε  μάθαμε  και για  το  πρώτο  Λιδορικιώτικο  Χριστουγεννιάτικο  δέντρο .
    Πολλά  λοιπόν έχουμε να  μάθουμε απ’ την  αγαπητή  μου  ξαδέρφη , για  την  παλιά  Λιδορικιώτικη  ζωή  και  ιδιαίτερα  του  Βαρουσιού ..
   Της  ευχόμαστε , ΥΓΕΙΑ , ΕΥΤΥΧΙΑ , ΧΑΡΑ  και  ΠΡΟΚΟΠΗ , και  στα  παιδιά  της  φυσικά και  περιμένουμε με  αγωνία  την  επόμενη  ανάμνησή  της …
       Ξαδέρφη σ’ευχαριστούμε  πολύ ..

        Καλό  σας  ξημέρωμα ….και  ΚΑΛΕΣ  ΓΙΟΡΤΕΣ 
                    www.lidoriki.com 



10.12.16

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΤΑ ΧΙΟΝΙΑ ΤΩΝ ΚΑΡΟΥΤΩΝ



ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΕΣ   ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ



“ Την περίοδο 1947-48 , το Γυμνάσιο Λιδορικίου δεν λειτoυργούσε , λόγω των πολλών επιθέσεων των ανταρτών . Έτσι , πολλοί μαθητές αναγκάσθηκαν να φοιτήσουν σε άλλα Γυμνάσια . Πολλά παιδιά απ' το Λιδορίκι πήγαμε στο Γυμνάσιο της Άμφισσας .
   Όταν έγιναν οι διακοπές των Χριστουγέννων , θελήσαμε να ανεβούμε στο Λιδορίκι , αλλά συγκοινωνία δεν υπήρχε . Συχνά περνούσαν στρατιωτικές φάλαγγες και μετέφεραν και πολίτες .
   Πράγματι , την παραμονή έφευγε μια φάλαγγα για Λιδορίκι , πήγαμε βρήκαμε τον επικεφαλής και τον παρακαλέσαμε - αφού του είπαμε πως είμαστε μαθητές  - να μας πάρει για Λιδορίκι . Αυτός αρνήθηκε , διότι είχε πληροφορίες ότι οι αντάρτες θα χτυπούσαν τη φάλαγγα στο δρόμο .
   Παραμονή Χριστουγέννων , ώρα 9 το πρωί , έκανε τρομερό κρύο κι' άρχισε να χιονίζει . Αποφασίσαμε να πάμε με τα πόδια από τον Έλατο ( Καρούτες ) . Η μεγάλη απόσταση πρώτα και ο καιρός δεύτερον , αποθάρρυναν τα παιδιά και δεν αποφάσισαν να ξεκινήσουν . Τέλος , ξεκινήσαμε πέντε  άτομα . Η Χαγιάνναινα , η οποία είχε κατέβει στην Άμφισσα να δει το γιό της , που είχε βγει πρόσφατα απ' το νοσοκομείο , ( έπεσε και έπαθε διάσειση ) , ο Τάκης Χαγιάννης , η Σόνια Παπανικολάου , ο Χρήστος Ανέστος ( Ζορμπάς ) και εγώ . Όλοι μας έλεγαν να μη φύγουμε , γιατί το χιόνι είχε κλείσει το δρόμο κι' υπήρχε φόβος να χαθούμε και να μας φάνε οι λύκοι .
   Εμείς παιδιά βλέπεις , αψηφούσαμε τον κίνδυνο , αλλά στηρίζαμε τις ελπίδες μας στη Χαγιάνναινα , η οποία σαν μεγαλύτερη θα μας οδηγούσε με ασφάλεια στο Λιδορίκι . Ξεκινήσαμε ανηφορίζοντας , ττραγουδώντας και χοροπηδώντας , σαν να πηγαίναμε εκδρομή . Αλλ' όταν μπήκαμε στο δάσος , κάναμε ένα τραγικό λάθος , αντί να πάρουμε τον καρόδρομο , ο οποίος διαγραφόταν καθαρά , αποφασίσαμε να πάρουμε το μονοπάτι , για να κόψουμε δρόμο , κι' από δω αρχίζει η περιπέτεια .
   Χάσαμε το δρόμο , το χιόνι πύκνωνε πιο πολύ , τα παπούτσια που φορούσαμε ήταν κάτι μποτάκια που μας τα είχαν δώσει από την " ΟΥΝΡΑ " κι' η σόλα ήταν από λάστιχο και και γλιστρούσαν τρομερά . Πηγαίναμε ένα βήμα μπροστά και δύο πίσω , πιανόμασταν απ' τα δέντρα για να προχωράμε , αλλ΄αυτά ήταν φορτωμένα με χιόνι και σε κάθε κίνησή μας έπεφτε το χιόνι απάνω μας και μας σκέπαζε . Είχαμε απελπιστεί και ξυλιάσει από το κρύο , ενώ συγχρόνως άρχιζε να μας θερίζει η πείνα .
   Σε κάποια στιγμή ακούσαμε - ή μας φάνηκε πως ακούσαμε - κουβέντες , η Χαγιάνναινα , φοβούμενη πως είναι αντάρτες κι' επειδή ο Τάκης ήταν ο πιο μεγάλος και μη τον πάρουν , έβγαλε από ένα σακούλι , που είχε μαζί της , ένα φόρεμα κι ένα μαντήλι και έντυσε τον Τάκη γυναίκα και μας είπε να τον φωνάζουμε Μαρία ! Εμείς , όταν είδαμε τον Τάκη γυναίκα ντυμένο και που του έριξε η μάνα του και ένα σάλι στην πλάτη , αρχίσαμε τα γέλια , τα οποία αντήχησαν μέσα στην ερημιά τόσο παράξενα , τόσο τρομακτικά , σαν να γελούσαν χιλιάδες τρελοί , που μας είχαν στήσει παγίδα θανάτου .
   Τότε συνειδητοποιήσαμε τον κίνδυνο , ανατριχιάσαμε , μας κόπηκε η ανάσα . Το κρύο το νιώθαμε τώρα μέσα στην ψυχή μας , αν μέναμε τη νύχτα εκεί , χωρίς φωτιά ( που ήταν αδύνατο ν' ανάψουμε ) θα παγώναμε όλοι . Θα μας βρίσκανε πεθαμένους . Η Χαγιάνναινα , η οποία αισθανόταν τον κίνδυνο πιο έντονα , όταν είδε στο πρόσωπό μας την απελπισία , πήρε την απόφαση να γυρίσουμε πίσω . Αλλά κι αυτή η λύση ήταν επικίνδυνη , γιατί δεν ξέραμε που ακριβώς βρισκόμαστε .
   Μας είπε , λοιπόν , να προχωρήσουμε , γιατί αν φτάναμε στην κορυφή , ο κατήφορος θα ήταν εύκολος . Πιαστήκαμε χέρι - χέρι κι' αρχίσαμε το ανέβασμα , ο κίνδυνος μας έδινε δύναμη , αλλά σε κάποια στιγμή ξέφυγε ο Χρήστος , ο οποίος ήταν και ο πιο μικρός ( ίσως δεκατριών χρόνων ) και πήγε κουτρουβαλώντας , 15 μέτρα κάτω . Του φωνάξαμε να βγάλει τα παπούτσια , που γλιστρούσαν και ν' ανέβει με τις κάλτσες - έτσι κι' αλλιώς ήταν βρεγμένος - αλλά τα χέρια του ήταν ξυλιασμένα , και ήταν αδύνατο να λύσει τα κορδόνια .
   Τότε κατέβηκε η Σόνια , η οποία ήταν ένα πολύ γερό κορίτσι , και τον τράβηξε απάνω . Πήραμε λίγο θάρρος από τα λόγια της Χαγιάνναινας , η οποία μας έλεγε ότι : " όταν φθάσουμε στις Καρούτες θα βρούμε ψωμί και φαί και φωτιά να  ζεσταθούμε κι' αφού ξεκουραστούμε λίγο , θα συνεχίσουμε " . Δεν ξέρω πόση ώρα βαδίζαμε έτσι και σε κάποια στιγμή βρεθήκαμε στην κορυφή και είδαμε πράγματι τις Καρούτες . Μακριά βέβαια , αλλά τώρα είχαμε πια κατήφορο . Η επιθυμία του φαγητού και της φωτιάς μας έδωσαν δύναμη και προχωρούσαμε πιο γρήγορα . Φτάσαμε στις Καρούτες , οι οποίες ήταν καμένες κι' έρημες , είδαμε ένα τζάκι να καπνίζει , τρέξαμε και χτυπήσαμε την πόρτα .  Μας άνοιξε μια γριά , κρατώντας μια γάτα , ίσως ήταν η μόνη παρέα στην ερημιά της .
   Της ζητήσαμε λίγο ψωμί , αλλ' αυτή μας είπε ότι δεν έχει κι ότι έφαγε λίγο κατσαμάκι για να ξημερωθεί . Αλλά το καλό που μας θέλει , να προχωρήσουμε γρήγορα , γιατί νυχτώνει κι’ ο καιρός χειροτερεύει . Βλέποντας πως δεν υπήρχε καμιά ελπίδα ν' απολαύσουμε αυτά που ονειρευόμασταν , συνεχίσαμε το δρόμο προς το Λιδορίκι . Νύχτωσε , το κρύο ήταν πιο τσουχτερό τώρα , αλλά τουλάχιστον διαγραφόταν ο δρόμος . Προχωρούσαμε με δυσκολία , αλλ' η ελπίδα ότι πλησιάζουμε μας γιγάντωνε . Φτάσαμε στο Λιδορίκι ώρα 9 το βράδυ , δώδεκα ώρες πεζοπορία , κρύο , πείνα , αγωνία και, προ παντός , φόβο .
   Έτσι μαθαίναμε τα λίγα γράμματα εμείς εκείνη την εποχή , καμιά σύγκριση με τη σημερινή παιδεία , καμιά μέριμνα . Ζωή και θάνατος αγκαλιασμένοι . Η πείνα , η ορφάνια και το κρύο απ' τη μια μεριά , η αντοχή από τα νιάτα μας απ' την άλλη . Τι να πρωτοθυμηθείς , αλήθεια ; Ζήσαμε μια κόλαση , ας μη την ξαναζήσουμε .
   Καληνυχτίσαμε και τραβήξαμε καθένας για το σπίτι του , όταν έφτασα στο σπίτι , μου φάνηκε πως μπήκα σε παλάτι , τι παλάτι ήταν ; Να ξέρουν οι νεώτεροι , δεν είχε καμιά σχέση με τα σημερινά σύγχρονα σπίτια , ένα μισοτελειωμένο δωμάτιο απ' τα τέσσερα που είχε παλιά το σπίτι , το οποίο είχαν κάψει οι Γερμανοί κι' από παντού..." έμπαζε ". Το τζάκι όμως έκαιγε κι' η γιαγιά μου Παπαγιάνναινα είχε κάνει μια τραχανόσουπα , η οποία μου φάνηκε .." μαύρο χαβιάρι ".


   Τη μέρα των Χριστουγέννων συναντηθήκαμε με τα παιδιά στην εκκλησία , ανταλλάξαμε ευχές , αλλά τα παιδικά μας μάτια έλεγαν πολύ περισσότερα απ' το στόμα μας . Για την επιστροφή φροντίσαμε να φύγουμε με τη φάλαγγα , δεν υπήρχαν περιθώρια για άλλες περιπέτειες “ .
               Δήμητρα Λουτσόβου - Αγγελάκη
   Η παραπάνω υπέροχη '" ανάμνηση " της αγαπημένης φίλης και χωριανής Δήμητρας , φιλοξενήθηκε στο " Λιδωρίκι " το Δεκέμβριο του 1983 , αριθ . φυλ.25 .

                   Καλό  σας  Σαββατοκύριακο και  καλές γιορτές 
                     
                                           www.lidoriki.com 

8.12.16

KΡΑΣΟΚΑΤΑΝΥΞΗ , ΜΕ ..ΚΟΝΤΟΣΟΥΦΛΙ ΚΟΝΤΑ ΣΤΗ ΦΩΤΙΑ ΠΟΥ ΤΗΝ ΤΑΪΖΑΝ ΟΛΗ ΝΥΧΤΑ ΓΙΑ ΝΑ ΜΗ ΣΒΗΣΕΙ





Κρασοκατάνυξη με ..κοντοσούφλι κοντά στη φωτιά που την ..." τάιζαν " όλη νύχτα γιά να μη σβύσει...
Σαν πλησιάζουν τα Χριστούγεννα κι' αρχίζω τις ετοιμασίες στο σπίτι μου , αφήνω τη σκέψη μου να τρέξει πίσω στο χωριό . Δεν χρειάζεται προσπάθεια γι' αυτό , καθώς ξετυλίγεται το κουβάρι της θύμησης , νοιώθω γλυκειά..νοσταλγία ..
   Δεν είχαμε δέντρα να στολίσουμε , ( ξενόφερτο στα κατοπινά χρόνια έθιμο ) και τα δώρα μας ήταν πενιχρά : Κάνα ζευγάρι ..κάλτσες , που πολλές χρονιές απουσίαζαν κι΄ αυτές . Περιμέναμε όμως με μεγάλη χαρά  τα Χριστούγεννα .
   Από μέρες πριν , είχαμε κανονίσει την παρέα που θα πηγαίναμε να πούμε τα καλαντα . Νύχτα ακόμη την παραμονή , ξεκινούσαμε να πούμε στους χωριανούς το " Χριστούγεννα Πρωτούγεννα ". Όλοι με χαρά μας άνοιγαν κι' ο ταμίας μάζευε τις πενταροδεκάρες που μας έδιναν , που στα μάτια μας ..φάνταζαν σαν ολόκληρος..θησαυρός .


   Παραμονή σφάζανε το γουρούνι  (..γρούν' ..) η το μανάρι , που το θρέφανε όλο το χρόνο γι' αυτή τη μέρα . Θυμάμαι η γιαγιά η Σακαρέλαινα , έθρεφε , στο πάνω σπίτι , ένα τεράστιο γουρούνι . Τι γινόταν αλήθεια , σ' αυτό το αρχοντικό όταν έσφαζαν και χοίρο και μανάρι...
       Τα κιούπια περίμεναν τα σύγλενα   , μοσχοβολούσε το σπίτι μάραθο . Τα λουκάνικα και οι ματιές ήταν έτοιμες και σπάνια μας φίλευε τέτοιες μέρες η γιαγιά η Σακαρέλαινα λουκάνικα , ματιές και τσιγαρίθρες .
Λουκάνικα χωριάτικα..χειροποίητα..

...ματιές ( ..ομματιές ) , σπιτικές ...

...και οι τσιγαρίδες η...τσιγαρίθρες ...
   Τα λουκάνικα τα κρεμούσαμε στο πάτερο , που ήταν κρεμασμένες οι αρμάθες με τα ρόιδα , τα κυδώνια και τα αμπελίσια φύλλα γιά τις σαρμάδες .
   Ηγιαγιά  η Σακαρέλεινα μας αγαπούσε , γιατί εκτός απ' το λάδι που είχαν ρίξει σε μένα , ήταν και μαμή . Μας είχε αφαλοκόψει όλα τα παιδιά , όπως έλεγε...
   Παραμονή των Χριστουγέννων ζύμωνε η μάνα το Χριστόψωμο , πλάθαμε εμείς τα μικρά βολαράκια το ζυμάρι , τα " αρνάκια " , και η μάνα αφού έκανε πρώτα το σταυρό της με το βλόγερο , έβαζε αυτή τη σφραγίδα επάνω στο πρόσφορο που συμβόλιζε το βοσκό . Κάθε Χριστόψωμο είχε 4-5 πρόσφορα και άπειρα ..αρνάκια .Μαζί ζύμωνε και τις Χριστουγεννιάτικες κουλούρες που έστελναν στα βαφτιστήρια . Πάντα περίμενα απ' τη νονά μου τη Σακαρέλαινα την κουλούρα μου με ένα αυγό στη μέση , ένα πορτοκάλι ( σπάνιο είδος για κείνη την εποχή ) και ένα δίφραγκο ..μπηγμένο στην κουλούρα .

Προπολεμική..Βαθειά ....
   Τα σπίτια πεντακάθαρα , στρωμένα όλα με τα γιορτινά στρωσίδια , οι τζακοποδιές φρεσκοσιδερωμένες , όλα ..μύριζαν πάστρα , μύριζαν..Χριστούγεννα ..
   Οι φλόγες χόρευαν στη φωτιά και το κρύο έξω σε..περόνιαζε , όλη τη νύχτα διατηρούσαμε τη φωτιά να μη σβήσει - σε ανάμνηση της φωτιάς των..βοσκών . Στο θαμπό φως του καντηλιού , έβλεπα , σαν ξυπνούσα καμιά φορά , τη νύχτα της παραμονής , να ρίχνουν ξύλα στο τζάκι , πότε η μάνα , πότε ο πατέρας , να την ..ταίζουν , όπως έλεγαν .
   Νύχτα χτυπούσε η καμπάνα για την εκκλησία , μικρά παιδιά , με τόσο κρύο , και ποτέ δεν διανοηθήκαμε να πούμε " κάνει κρύο δεν ..πάμε ". Κοινωνούσαμε και γυρίζαμε , θαμπά ακόμη , σαν γυρίζαμε βρίσκαμε το κοντοσούφλι . Αυτή τη μέρα , η μάλλον Χριστούγεννα πρωί - πρωί , δεν καθόμασταν στο τραπέζι , όλοι σταυροπόδι στην παραστιά , γύρω απ' τον πατέρα , τη μάνα , μοσχοβολιά απ' το ψημένο κρέας , αγάπη , ομορφιά..
   Τρώγαμε , πίναμε , τραγουδάγαμε , ψέλναμε , το ψωμί το έβαζε ο πατέρας στο κεφάλι του και έτσι το έκοβε , το..έσπαγε , αυτό ήταν το έθιμο . Ερχόταν σε λίγο ο νουνός μου ο Σακαρέλος με την νταμιτζάνα , ο Λιάγκουρας κι' άρχιζε η ..κρασοκατάνυξη . Εβίβα σου , εβίβα μου , " κουμπάρε χρόνια πολλά " , και σε λίγο..φκιαγμένοι τα..σταγκάνιζαν .
   Άρχιζαν απ' το.." Αγγέλω μ' κρένει η μάνα σου " και κατέληγαν στην ..κλασσική.." Νεραντζούλα "...Τ' απόγευμα πηγαίναμε στα συγγενικά σπίτια , στο σόι , τρώγαμε , πίναμε , χορεύαμε , όλα τα σπίτια αντιλαλούσαν απ' τα τραγούδια . Γι' αυτό και μάθαμε να τραγουδάμε και να χορεύουμε . Βλέπω τα σημερινά παιδιά να ντρέπονται να τραγουδήσουν και να χορέψουν τους ντόπιους χορούς και στενοχωριέμαι .
   Χώρια που μας λένε.." βλαχιά "...
   Τότε , το σπίτι ήταν γεμάτο αγάπη και ζεστασιά , το γλυκό και υπομονετικό βλέμμα της μάνας μου είναι βαθειά χαραγμένο στην ψυχή μου . Τέτοιες μέρες την αποζητώ πιό πολύ . Αποζητώ εκείνα τα Χριστούγεννα , εκείνο τον κόσμο κι' όχι το σημερινό..τρελλοκομείο , αποζητώ τη νιότη μου , τη στερημένη αλλά..ανθρώπινη..
   Δεν μπορώ όμως , να μη χαμογελάσω σαν θυμηθώ τον καθηγητή της Φυσικής Κώστα Καραμήτσο στο Μαλανδρίνο , τότε που είχε μεταφερθεί εκεί το Γυμνάσιο Λιδορικίου , το 46-47 . Σήκωσε στον πίνακα μια μαθήτρια Μαλανδρινέα , του έλεγε άσχετα..πράγματα , μάλλον ασυναρτησίες . Τότε , με εκείνο το ανεπανάληπτο ειρωνικό του ύφος , που σ'έκανε..σκόνη , ρώτησε : " Παιδί μου πότε έχουμε Χριστούγεννα ; ".  " Τότι π' σφάζουμι του...γρούνι , κύριι καθηγητά .."
   " Και..πότε σφάζουμε το γουρούνι , παιδί μου ; "
   "...Στ'ς..εικουσι..τρείς  Σιπτιμβρίου..." !!!
   Το τι έγινε ..δεν λέγεται , δεν..περιγράφεται...
   Και κάτι άλλο ακόμα που θυμάμαι από Χριστούγεννα κατοχικά . Ο Ηλίας Παπανικολάου , ο φαρμακοποιός , είχε κρεμάσει αποβραδίς , στο κάτω μπαλκόνι , κατά το δρόμο , ένα ωραίο κομμάτι κρέας , από μανάρι . Κάποιος , όμως τη νύχτα , σκαρφάλωσε στο μπαλκόνι και το πήρε . Πάει η Ειρήνη , να το πάρει την άλλη μέρα , άφαντο το...κρέας , κατοχή...πείνα ..
   Κάποιος έκανε καλά Χριστούγεννα κι' ο φαρμακοποιός έτρεχε Χριστουγεννιάτικα να βρει ..κρέας ..Η πάντα καλόκαρδη γυναίκα του η Ειρήνη , μου το έλεγε γελώντας πολλά χρόνια αργότερα..
   Ας ήταν να γύριζα πίσω στο μονο..κάμαρο , στο τζάκι με τη φωτιά , με όλους τους δικούς μου γύρω , με όλο το ..συγγένειο , με κείνη την ωραία μυρωδιά του σπιτιού - κυδώνι , μάραθο , ψωμί ζυμωμένο ..Τίποτα απ' όλα αυτά όμως ...ξεραίλα !
   Μπόλικοι κουραμπιέδες , δέντρα ψεύτικα , ψεύτικα στολίδια , φώτα , τηλεόραση , αποξένωση μέσα στο ίδιο σου το..σπίτι , κι' ένα απέραντο...κενό...."
   Αυτή ήταν αδέρφια , η..γλυκειά Χριστουγεννιάτικη ανάμνηση , απ' την παλιά Λιδορικιώτικη ζωή , της χωριανής και φίλης Τασίας Κατσώνη - Μαραγκού , που δημοσιεύτηκε στο " ΛΙΔΩΡΙΚΙ " το Δεκέμβριο του 1983 ...
 

Το χωριό μας σε προπολεμική φωτογραφία , του 1935 !!! Το  αλσύλλιο μπροστά στην  εκκλησία έχι..φουντώσει ..

        Καλό  απόγευμα  και  καλές  “ γιορτάδες “ …..

    www.lidoriki.com 

20.12.15

ΤΑ ΔΕΥΤΕΡΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ..!!

ΠΑΛΙΕΣ ΛΙΔΟΡΙΚΙΩΤΙΚΕΣ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ..
  Αξέχαστα , τα χρόνια εκείνα , αδέρφια , τα πρωτο..μεταπολεμικά , κι όταν λέμε μεταπολεμικά , εννοούμε φυσικά , μετά από όλες τις ταλαιπωρίες μας , εκεί στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του '50 .
   Στριμωγμένος ο κόσμος οικονομικά , πολλά σπίτια ήταν ακόμα καμένα , ερείπια , στο χωριό μας , η ζωή όμως , έστω και με  το...ζόρι , κύλαγε  , σιγά-σιγά , αλλά κύλαγε...έπαιρνε ρυθμό , αλλά οι δυσκολίες  , όμως , δυσκολίες , και μάλιστα πολλές ..
   Παιδιά τότε , περιμέναμε πως και πως τις " γιορτάδες " , τα Χριστούγεννα , την Πρωτοχρονιά , μόνο τ' Άι Γιαννιού , δεν θέλαμε ποτέ ..να 'ρθει , γιατί την άλλη μέρα άρχιζαν τα..σχολεία , τι βάσανο κι' αυτό..
   Στο χωριό μας , υπήρχε τότε , εκτός απ' τη..συνηθισμένη Λιδορικιώτικη κοινωνία , με τους Δημόσιους υπάλληλους , που ήταν και πολλοί , τους επαγγελματίες και τους γεωργοκτηνοτρόφους , και μια ..μικρή κοινωνία η..μαθητική .
   Παιδιά όλων των ..Γυμνασιακών ηλικιών , απ' όλα τα γύρω χωριά , Αμυγδαλιά , Μαλανδρίνο , Πεντάπολη , Λευκαδίτι , Συκιά , Κονιάκο , Μουσουνίτσες , Στρώμη , Πενταγιού , Αρτοτίνα , Κροκύλειο , Αλποχώρι , Ζοριάνο , Περιθιώτισσα , Στύλια , Παλιοξάρια , Τείχιο και όλα τα χωριά της περιοχής μας , έρχονταν στο Γυμνάσιό μας , νοίκιαζαν δωμάτια σε Λιδορικιώτικα σπίτια και έμεναν δυο , τρία και τέσσερα , καμιά φορά , μαζί , για να μοιράζονται τα έξοδα του ενοικίου .
   Η οικογένειά μου , νοίκιαζε δυο δωμάτια , στο ισόγειο του σπιτιού που ήταν νοικιασμένο στην Αστυνομία , στο ένα έμεναν τρία παιδιά απ' το Παλιοξάρι , ο Κώστας ο Παπαθανασίου , ο Γιάννης ο Κοσσίδας κι' ο Γιάννης ο Κονίδας , που κάποτε πότε πήγαιναν Σαββατοκύριακα στο χωριό τους , για..ανεφοδιασμό , σε τρόφιμα , κυρίως , αλλά και να δουν και τους δικούς τους . Όλοι τους ήταν παιδιά αγροτικών οικογενειών , περιορισμένων οικονομικών δυνατοτήτων , όπως άλλωστε , ήμασταν όλοι τότε ..
   Η συντριπτική πλειοψηφία , των μαθητών απ' τα γύρω χωριά , μαγείρευαν μόνοι τους στα δωμάτιά τους , μαγείρευαν ...μάλλον σχήμα λόγου θα μπορούσαμε να το πούμε , τηγανίζαν καμιά πατάτα και κανένα αυγό , που έφερναν απ' το σπίτι τους , ..κοτίσια π'λένι , είχαν και το τυράκι το δικό τους και καμιά ελιά , έφκιαχναν και καμιά μακαρονάδα , φασόλια ξερά είχαν , συνήθως , παραγωγή τους κι' έτσι τα κουτσο..βόλευαν , με βάση πάντα το..ψωμί το ζυμωτό απ' το σπίτι τους , που βέβαια τις πρώτες μέρες ήταν..ψωμί , αλλά μετά δεν το πέρναγε ούτε ο...γκρας , στουρναροπετρολίθαρο...τσιμέντο..
   Τέλος πάντων , δύσκολα , πολύ δύσκολα μάλιστα , περνούσαν τα περισσότερα παιδιά , ειδικά αυτά που ήταν από μακρινά χωριά , Αρτοτίνα , Παλιοξάρια , Μουσουνίτσες κλπ , γιατί όσα ήταν από κοντινά χωριά , Αμυγδαλιά , Κονιάκο , Λευκαδίτι , είχαν τη δυνατότητα , μεσοβδόμαδα , να πεταχτούνε (..ποδαρόδρομο πάντα  ) και να γευτούνε ..φρέσκο ψωμάκι και κάνα μαγειρευτό φαγητό..αυτά βολεύονταν..
   Όταν λοιπόν έρχονταν οι διακοπές των Χριστουγέννων , ειδικά τότε , άλλαζε τελείως η..ζωή τους διατροφικά , θυμάμαι , μου λέγανε , πριν κάνουμε διακοπές , για το ή τα γουρούνια που τρέφανε , στο σπίτι τους , την όλη διαδικασία του σφαξίματος , κι' ακόμα πως φκιάχνανε τα λουκάνικα , τις ματιές , τις τσιγαρίδες , και πως τις ..πάστωναν στη γουρνόγλυνα , κι' έτρωγαν όλο το χειμώνα μέχρι πέρα το καλοκαίρι ..
Για μας , την οικογένειά μας , δηλαδή , που είμαστε καθαρά αστική οικογένεια , χωρίς γεωργοκτηνοτροφικές ..δραστηριότητες , γιατί είχαμε το ζαχαροπλαστείο , όλα αυτά ήταν..άγνωστα , και μπορώ να πω , πως όταν μου διηγούνταν τη ζωή τους στο χωριό , τον πηγαιμό τους στα χωράφια , στα πρόβατα η τα γίδια , εγώ ζήλευα , και μάλιστα πολύ-πολύ , αλλά απ' την άλλη μεριά με ζήλευαν κι' αυτά , που ήμουνα όλη μέρα μέσα στα..γλυκά , γιατί , κακά τα ψέματα , το γλυκό τα παιδιά , τότε , το έβλεπαν μόνο στη βιτρίνα του μαγαζιού μας ή στα..καλά..όνειρά τους !!!
   Εμείς όμως τα Λιδορικιωτόπουλα , παρότι είχαμε τα σπίτια μας , είχαμε το φαγητό μας , όποιο κι' αν ήταν αυτό , δεν ξέρω γιατί , δεν μπόρεσα ποτέ να το εξηγήσω , πολλές φορές πηγαίναμε στα δωμάτια των φίλων και συμμαθητών μας , και φκιάχναμε όλοι μαζί καμιά..φασολάδα και καμιά πατάτα τηγανιτή , κάναμε σαν..λιμασμένα , ενώ ήταν κάτι που μπορούσαμε τα το 'χουμε κάθε στιγμή , το ..ξένο βλέπεις...
   Τα παιδιά λοιπόν περίμεναν πως και..πως τις Χριστουγεννιάτικες διακοπές , για να..λιγδώσει λίγο τ' αντεράκι τους , κι εγώ περίμενα την ..επάνοδό τους , γιατί τα Παλιοξαρίτικα παιδιά , μας έφερναν , πάντα , λίγο χοιρινό απ' το δικό τους , και κυρίως ματιές , λουκάνικα και τσιγαρίδες , δεν ξέρω αν ΄τις ματιές και τις τσιγαρίδες τις ξέρετε , αν όμως δεν τις..ξέρετε , ...χάνετε...
   Οι ματιές , αιματιές ή..ομματιές ή..ομμαθιές ( στην Κρήτη ) , είναι κάτι σαν το λουκάνικο , γεμίζουν το έντερο με ψιλοκομμένα εντόσθια του ζώου , και λίγο ψιλοκομμένο χοιρινό κρέας , βάζουν και μπόλικα μυριστικά και καρυκεύματα , προσθέτουν και λίγο ρύζι , και γίνεται κάτι σαν λουκάνικο , αλλά με τελείως διαφορετική γεύση , μεζεδάκι υπέροχο...
   Οι τσιγαρίδες , είναι μικρούλια κομματάκια από χοιρινό , μισοτηγανισμένα , που προκύπτουν απ' την επεξεργασία του χοιρινού λίπους . Όταν λιώνουν το λίπος του γουρουνιού , για να κάνουν τη γουρνόγλυνα , που την χρησιμοποιούσαν όλο το χρόνο στη  μαγειρική , αντί για λάδι , ανάμεσα στο λίπος υπήρχαν και μικρά κομμάτια κρέατος , λιώνοντας λοιπόν το λίπος , έμεναν αυτά τα μικρά κομματάκια , που είχαν μισοβράσει , και ήταν φυσικά πεντανόστιμα , τηγανισμένα μάλιστα με αυγά ήταν...Θεός...
   Αυτά περίμενα λοιπόν με την επιστροφή των παιδιών απ' τις Χριστουγεννιάτικες διακοπές , και πάντα μας έφερναν , όπως επίσης και καρύδι , απ' την παραγωγή τους και κάνα φασόλι , ειδικά ο Γιάννης ο Κολοβός , απ' την Αρτοτίνα , μας έφερνε φασόλια και γίγαντες Αρτοτίνας , που ήταν καταπληκτικοί...
Με τα..καλούδια που έφερναν απ' τα σπίτια τους τα παιδιά , περνούσαν λίγο καιρό..καλοφαγίας , αλλά κάποτε τελείωναν και τότε..ξανάπεφταν στην...πατατοφασολαδομακαρονοφαγία..., πέφτανε πάλι στην περίοδο των..ισχνών αγελάδων , εγώ βέβαια , έκανα τα ..δεύτερα , και ..πολύ ωραία Χριστούγεννά μου που κράταγαν όσο ..κράταγαν οι ματιές , τα λουκάνικα και οι...τσιγαρίδες…. ...
Πάνω , χωριάτικα..χειροποίητα λουκάνικα και κάτω οι περίφημες σπιτικές..ματιές , η..ομματιές η...ομμαθιές ...και τελευταίες οι ..λαχταριστές τσιγαρίδες , το..λαρδί που λένε...







                                       Καλό  σας  ξημέρωμα  και  καλές  γιορταδες .. 
                                           www.lidoriki.com 

17.12.15

ΕΝ ΛΙΔΟΡΙΚΙΩ…. ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ 1956 !!


Η  Μαρία Πέτρου  - Νταλάκα   θυμάται..





Λιδορίκι , Χριστούγεννα  1956 , η  μικρή  Μαρία με την αείμνηστη  μητέρα  της  Γιαννούλα Αποστολοπούλου  - Πέτρου , μπροστά  στο στολισμένο  με  Χριστουγεννιάτικα τραπέζι .
   “ Οι καλύτερες μέρες για την μαμά μου και για τα αδέλφια μου και για εμένα,  άρχισαν όταν τον μπαμπά μου τον κάλεσε ο θείος του Θανάσης Ιωάννου Φωτόπουλος (Κριτσας) στο Σικάγο , τον Οκτώβριο 1955. Όσο και να θέλει  κανείς να λέει πως περνούσε καλά αυτά τα χρόνια μετά τον πόλεμο θα λέει ψέματα εκτός από αυτούς που είχαν κανένα κατάστημα, καφενείο, σφαγείο, ραφείο, ή είχαν κάνει στην Αμερική,κλπ.
   Τους υπόλοιπους τους έδερνε η φτώχια.Τον μπαμπά μου  άρχισα να τον γνωρίζω το 1952 και μετά, όταν είχε γυρίσει από στρατιώτης. Τους γονείς μου   τους τάραξαν οι άθλιες καταστάσεις , η μαμά μου είχε μείνει ορφανή από 10 ετών και όταν δεν έχεις πατέρα προστάτη τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα. Τον μπαμπά μου τον είχαν πάρει στο αντάρτικο, είχε κάνει 17 μήνες φυλακή γι’αυτό , και κάθε μέρα τους έδιναν και από ένα γερό ξύλο.
    Μετά από εκεί υπηρέτησε στο στρατό αλλά αυτό είναι άλλο θέμα. Όταν γύρισε από τον στρατό αγόρασε ένα σπιτάκι κάτω από τους Αγίους Ανάργυρους, και άρχισε το νοικοκυριό του μόνος του, ενώ ο παππούς ο Τάλτας δεν ήθελε να χαλάσει το κοπάδι με τα γίδια, και έτσι έβγαζε το μεροκάματο στο χωριό όταν έσκαβαν να φέρουν με σωλήνες το νερό.
   Με τα πρώτα του χρήματα, Αγόρασε ένα κλουβί να βάζουμε το φαγητό, και ένα αρκετά μεγάλο θαλασσί πήλινο δοχείο. Τα πρώτα Χριστούγεννα 1953 που κάναμε στο δικό μας σπίτι ήταν πολύ φτωχά. Δεν είχε ο μπαμπάς μου να μας αγοράσει κρέας, και μας έστειλε ο θείος Γιάννης , ο αδελφός του , ένα μικρό κομματάκι, και έτσι περάσαμε αυτήν την Αγία Μέρα. Πολλές φορές  μας μιλούσε  για αυτήν την ημέρα και τον έπιανε κόμπος.
   Όταν έφτασε στο Σικάγο, με την βοήθεια του Κώστα Παλαιολόγου έπιασε δουλειά αμέσως στο εργοστάσιο που  έβγαζε σίδερο και κάθε μήνα μας έστελνε χρήματα να περνάμε καλά. Την άλλη χρονιά πριν τα Χριστούγεννα 1956, μας έστειλε και δυο δέματα με καλά ρούχα για εμάς τα παιδιά και για την μαμά μου. Επειδή πλησίαζαν τα Χριστούγεννα είχε στείλει σε μας τα παιδιά από μια Χριστουγεννιάτικη κάλτσα γεμάτες από καραμέλες και τσίχλες. Η χαρά μας ήταν απερίγραπτη.





Απ’ τα  ίδια  Χριστούγεννα αναμνηστική  φωτογραφία μπροστά στο  στολισμένο Χριστουγεννιάτικο  δέντρο . Από  αριστερά , η  Μαρία , ο  μικρός  Αποστολάκης , ο  Νίκος και  η  μητέρα  της Γιαννούλα .
    Η μαμά μου στόλισε ένα μικρό δεντράκι από έλατο με βαμβάκι και οικογενειακές φωτογραφίες. Μας είχε στείλει στο βιβλιοπωλείο του Καραμήτσου με τον αδελφό μου να αγοράσουμε από ένα χριστουγεννιάτικο κόσμημα για να πάρουμε και εμείς χαρά στο στόλισμα του μικρού δέντρου . Ο Νίκος βέβαια, από την  πολλή την πίεση  για να μην του πέσει  το κόσμημα από το μικρό χεράκι του, γυρίζοντας στο σπίτι το ράγισε και έμεινε απογοητευμένος.

Κι’ αυτή  η  φωτογραφία  απ’ τα  Χριστούγεννα  του  1956  είναι , Νίκος η μητέρα  τους  Γιαννούλα , ο  Αποστόλης και  η  Μαρία .
    Ενώ η μαμά μου μας έντυσε με τα καλά μας ρούχα από την Αμερική, κάλεσε και τον φωτογράφο τον Νίκο Κολοκύθα --Πανουργιά να μας βγάλει φωτογραφίες για να τις στείλει στην Αμερική στον πατέρα μας για να χαρεί και αυτός. Αυτές είναι οι παιδικές μου Χριστουγεννιάτικες αναμνήσεις . “
    Εύχομαι σαι όλους χαρούμενα Χριστούγεννα και ο νέος χρόνος 2014 να έρθει με Υγεία, Αγάπη και Ειρήνη.
          Να είστε όλοι καλά, Καλές γιορτές.
                Μαρία  Πέτρου – Νταλάκα
Κόκκαλα  ..” σπάει “ , φίλοι  μου ,  αυτή η  υπέροχη  “ γλυκόπικρη “  ανάμνηση της αγαπητής  Μαρίας , απέραντα  συναισθηματική , με  ένα ξεχωριστά  ευγενικό ..” θράσος “ σε  κάποια  ευαίσθητα  σημεία και  με τα  μετρημένα , όπου  πρέπει , λόγια  της , μας  μετέφερε , θέλαμε δεν  θέλαμε , στην  σκληρή δεκαετία  του ‘50 , που  όλοι , ίσως…μαζοχιστικά , νοσταλγούμε  και  ονειρευόμαστε , γιατί  άραγε ;
   Τη  Μαρία , που  είναι  και αγαπητή  ξαδέρφη , την  καλογνώρισα  τα  τελευταία χρόνια , όταν  ερχόταν  τα  καλοκαίρια  απ’ το  Σικάγο όπου  μένει  μόνιμα , και δεν σας κρύβω πως  με..”κέρδισε “ απ’ την  πρώτη  στιγμή , για  πολλά  πράγματα , αλλά  κυρίως γιατί δεν  προσπάθησε  ποτέ να  παρουσιαστεί αλλιώτικη απ’ ότι είναι και  φυσικά δεν  μας  πέταγε στις  συζητήσεις  μας εκείνες  τις ..” Αμερικανικούρες “ του  τύπου…” φιου ..παϊδάκια “ και . “ ...βγάλτε  το σιαράπ “..και  πολλά  άλλα  τέτοια ..
   ‘Εχει δε   “ κληρονομήσει “ απ’ τον πατέρα  της , τον  αείμνηστο μπάρμπα Γιώργο Ν. Πέτρου – Ταλτογιώργο , το  χάρισμα της  επικοινωνίας  και  της  αφήγησης .
   Σ’ αυτές  τις  περιπτώσεις , περισσεύουν  τα  ..μάστερ  και  τα  διδακτορικά , μιλάει  το βαθύ  συνάισθημα  κι’ η  ίδια  η καρδιά , και  σ’αυτά  η  Μαρία είναι  πλούσια , ΠΑΜΠΛΟΥΤΗ θα μπορούσα  να  πω …
   Όσοι  ασχολούμαστε  κάπως  με τα  του  χωριού  μας ,  κάναμε  φοβερά  λάθη , δεν  καταγράψαμε τις  αναμνήσεις χωριανών μας  που  είχαν  αυτό  το  τάλαντο , μεταξύ  των  οποίων κι’ ο  μπάρμπα  Γιώργος , ο οποίος , όταν  ήταν στην  Αμερική , έστελνε κι΄εκείνος γράμματα  με  αναμνήσεις του  στην  εφημερίδα  “ Λιδωρίκι “ του  αξέχαστου  αδελφού  μου  Γιώργου Καψάλη , χάρη σ’αυτόν  δε  μάθαμε  και για  το  πρώτο  Λιδορικιώτικο  Χριστουγεννιάτικο  δέντρο .
    Πολλά  λοιπόν έχουμε να  μάθουμε απ’ την  αγαπητή  μου  ξαδέρφη , για  την  παλιά  Λιδορικιώτικη  ζωή  και  ιδιαίτερα  του  Βαρουσιού ..
   Της  ευχόμαστε , ΥΓΕΙΑ , ΕΥΤΥΧΙΑ , ΧΑΡΑ  και  ΠΡΟΚΟΠΗ , και  στα  παιδιά  της  φυσικά και  περιμένουμε με  αγωνία  την  επόμενη  ανάμνησή  της …
       Ξαδέρφη σ’ευχαριστούμε  πολύ ..

        Καλό  σας  μεσημέρι  ….Κ.Κ.-
     www.lidoriki.com

16.12.15

" ΤΣΙΓΑΡΙΔΕΣ ΚΑΙ...ΑΧΝΙΣΤΟΙ ΣΑΡΜΑΔΕΣ !! "



ΛΙΔΟΡΙΚΙΩΤΙΚΕΣ  ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΕΣ  ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ
…Θυμάμαι , που  μια  βδομάδα πριν  τα  Χριστούγεννα , άρχισαν  να  σφάζουν  τα  γουρούνια . Αυτές  τις μέρες , δεν  ήταν  να  σταθείς πουθενά από  τα  ουρλιαχτά …
    Αμέσως  μετά , άρχιζαν να  κάνουν τα  λουκάνικα  και τις  ματιές , να λιώνουν  το  πάχος , να βγάζουν τη  γλίνα ( το  λίπος ) και να  κάνουν  και  το  “ σύγλινο “ και  τις  ωραίες  τσιγαρίδες , που  μόλις τις  βλέπαμε , μας  τρέχανε  τα  σάλια  μας , γιατί  τότε  νηστεύαμε και  έπρεπε πρώτα να  μεταλάβουμε για  να  τις γευτούμε …

   Την  παραμονή το  βράδυ , μας  έλεγε  η  σχωρεμένη η  μάνα μου : Θα  σας  σηκώσω νύχτα  να  με  βοηθήσετε να  φκιάξουμε το  Χριστόψωμο . Κι’ έτσι γινόταν . Μας ξυπνούσε – αν  κι’ εμείς , απ’ την  αγωνία  μας , ζήτημα  ήταν αν  είχαμε  κλείσει  μάτι , κι’ αρχίζαμε να  βάζουμε  απάνω  στο  ψωμί , που  είχε  στρωμένο  στο  ταψί , μικρά κομματάκια  ζυμάρι , που  τα  λέγαμε “ αρνάκια “ και  “ κατσικάκια “ , πάνω στο  καθένα δε , καρφώναμε κι’ από  μια  αγλιά  μύγδαλο .
   Η μάνα  μου , έβαζε με  ζυμάρι  ένα  σταυρό απ’ άκρη σ’ άκρη  στο  ταψί και  χώριζε  στα  τέσσερα  το  ψωμί . Στις  τέσσερις  άκρες κόλλαγε από  ένα  μεγάλο στρογγυλό ζυμάρι και  πάταγε  απάνω  του  το “ βλόγερο “.






   Αυτό  ήταν  το  Χριστόψωμο , που  ανήμερα των  Χριστουγέννων το  έβαζε ο  πατέρας μου  στο  κεφάλι του και  το  τράβαγε με τα  δυο του  χέρια  μέχρι να  κοπεί . Ύστερα  το  κατέβαζαν και  το  εξέταζαν :
   “ Αν πήγαινε πιο πολύ δεξιά , θα ‘ χε  η σοδειά πιο  πολύ  στάρι , αν  πήγαινε  αριστερά , θα  είχε  καλαμπόκι .
   Θυμάμαι  ακόμα τους ωραίους ντολμάδες ( σαρμάδες ) με  καμπρολάχανο  και χοιρινό , που  μας  περίμεναν  αχνιστοί πρωί – πρωί  , γυρίζοντας  απ’ την  εκκλησία .   



    Θυμάμαι…θυμάμαι… Τώρα ;
  Τούλα Ξηρομάμου – Λαβίδα
   Έτσι  θυμόταν  φίλοι  μου , τις  Χριστουγεννιάτικες  μέρες  του  παλιού  καλού  Λιδορικιώτικου  καιρού ,  η  αείμνηστη  φίλη  , χωριανή και  γειτόνισσα  Τούλα  Ξηρομάμου , η  Ξηρομαμοτούλα , όπως  την  ξέραμε και  τη  φωνάζαμε  παιδιά . Η όμορφη  αυτή  ανάμνησή της δημοσιεύτηκε  στην Λιδορικιώτικη εφημερίδα “ Λιδωρίκι “ του  Γιώργου  Καψάλη , τον Νοέμβριο  του  1983 , αριθ.φυλ : 24 .
        Καλή  σας  μέρα και  με  το  καλό  να  δεχτούμε  τις  γιορτάδες  που  έρχονται ...

     www.lidoriki.com 

14.12.15

ΛΙΔΟΡΙΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

 

Παραμονή Χριστουγέννων 2011 , τα  παιδιά  της  μπαντας  του  Πολιτιστικού Ομίλου  Λιδορικίου , ξεκινάνε απ' το  Αλωνάκι για  να  πουν τα  κάλαντα  σε  όλο  το  χωριό .

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΚΑΛΑΝΤΑ..

   Άρχισε από νωρίς το χιόνι απόψε , σε λίγη ώρα όλα γύρω είχαν πασπαλιστεί με...ζαχαρένιο χιόνι , λες κι' ήταν κουραμπιέδες , χαρές τα παιδιά , που την άλλη μέρα , μετά τα κάλαντα , θα παίζαμε χιονοπόλεμο , και δεν πέρναγε κι' αυτή η βραδιά , να ..ψευτοξημερώσει , να μαζευτούμε , η..παλιοπαρέα της γειτονιάς , αχάραγα , να πάμε για τα κάλαντα .
   Η μάνα μου , από νωρίς , με γκρίνιαζε , λέγοντάς μου πως έξω..ψήνει τα ..φίδια , και να καθίσω στ' αυγά μου , γιατί κάνει ψόφο , κι' είχα κι'ένα..γαϊδουρόβηχα..λάλαγα σαν κοκοράκι , αλλά που εγώ , δεν έπαιρνα χαμπάρι από τέτοια , ήταν βλέπεις τα πρώτα μου κάλαντα με συνοδεία..φυσαρμόνικας , έκανα το ντεμπούτο μου ...λίγο το ‘χεις...
   Όλη τη μέρα έκανα πρόβες , τα μαθα καλά τα κάλαντα , γιατί ήταν καινούργα η φυσαρμόνικά μου , Γερμανικιά Ηohner , μέχρι τώρα είχα μια Picolo , και ήθελα η πρώτη μου εμφάνιση να είναι θριαμβευτική , μια και ήμουν ο μόνος ...οργανοπαίχτης που θα τα λεγε .
   Το ραντεβού είχε ορισθεί για τις 4 το πρωί , μαύρα σκοτάδια δηλαδή , αλλά ποιός τα κοίταγε αυτά , έξω το ‘χε στρώσει κανονικά και έριχνε συνέχεια , απ' το τζάμι παρακολουθούσα , και στα κάγκελα του μπαλκονιού κόντευε να φτάσει μια παλάμη , κι' οι νιφάδες , χοντρές-χοντρές , όλο και πύκνωναν , τις χάζευα απ' το παράθυρο , ρίχνοντας το φως απ' το φακό μου , που λες και ..τρυπούσε τον αέρα και το χιόνι κι' έφεγγε πολλά μέτρα μακριά , σχεδόν μέχρι την άκρη της αυλής μας , μέχρι τη μάντρα , που ήταν οι τριανταφυλλιές και οι καμέλιες , λευκοντυμένες σαν... νυφούλες , καμαρωτές-καμαρωτές....΄
   Έσβησα το φως , και χαμήλωσα τη λάμπα του πετρελαίου , που είχα δίπλα στο κρεβάτι μου σε μια καρέκλα , μαζί με τη φυσαρμόνικά μου και το ξυπνητήρι , μαύρο , Big Ben παρακαλώ , Αμερικάνικο , μας το ‘χε στείλει ο μπάρμπα Χρήστος Κάρλος , ο αδερφός της μάνας μου ,απ’ το Σικάγο , και είχε και φωσφορίζοντες δείκτες και αριθμούς , το ‘χα λοιπόν δίπλα μου για να το κλείσω να μη ξυπνήσω και τους άλλους , τη λάμπα την άφησα ίσα-ίσα να καίει , γιατί στις 12 , τα μεσάνυχτα , ο Γαζής έσβηνε το ηλεκτρικό , αφού πρώτα έκανε ένα..συνθηματικό αναβόσβημα , 5 λεπτά πριν .
   Βέβαια δεν σταμάτησα , που και που , να φέγγω με το φακό μου για να παρακολουθώ τι γίνεται έξω , ενώ η μάνα μου η καημένη , ξεθεωμένη όλη τη μέρα , μαγαζί ..σπίτι , απ' τα χαράματα στο πόδι , μου φώναζε να κοιμηθώ , αλλά που εγώ....και δεν πέρναγε κι'αυτή η ρημάδα η ώρα...
   Για να νυστάξω και να κοιμηθώ , μετρούσα τα τικ-τακ του ρολογιού και παρακολουθούσα το μικρό φωσφοράκι του δείχτη , που προχωρούσε με μικρά ..πηδηματάκια , κάποια όμως στιγμή , φαίνεται , με πήρε ο ύπνος , ενώ σκεφτόμουνα τι ώρα , άραγε , θα ξυπνήσουν οι άλλοι ; ο Χρήστος , ο Μιλτιάδης , ο Γιάννης έχοντας την έγνοια μη και δεν ακούσω το ξυπνητήρι...κι' αργήσω .
Κάποια στιγμή , ένοιωσα κάποιον να με σκουντάει να ξυπνήσω , ήταν η μάνα μου , που άκουσε το ρολόι που χτυπούσε , ποιός ξέρει πόση ώρα , πετάχτηκα , δυνάμωσα λίγο τη λάμπα , κι' άρχισα να ντύνομαι , ενώ η μάνα μου έλεγε να ντυθώ καλά γιατί έκανε ..ψόφο , να βάλεις τις γαλότσες , μούπε , το’χει στρώσει για τα καλά , θα πουντιάσετε...
   Που ν’ ακούσω εγώ , κοίταγα την ώρα που πέρναγε και φοβόμουνα μην αργήσω κι' οι άλλοι έχουν μαζευτεί , τρέμαν τα πόδια μου , όχι τόσο απ' την παγωνιά , όσο απ' την ανυπομονησία , να προλάβω , ετοιμάστηκα , πήρα τη φυσαρμόνικα , φόρεσα και κάτι πλεχτά..χακί γάντια , καθησύχασα τη μάνα μου , που συνέχισε να μου λέει να ντυθώ καλά και να προσέχω , και ξεκίνησα..
Βγαίνοντας , αντίκρισα ένα υπέροχο θέαμα , όλα γύρω σκεπασμένα με φρέσκο..αχνιστό χιόνι , κι' έριχνε συνέχεια , χοντρές-χοντρές νιφάδες , οι γαλότσες μου χώνονταν μέχρι τη μέση στο χιόνι , και με δυσκόλευαν στο βάδισμα , ενώ το παλιό χιόνι είχε αρχίσει να παγώνει και να..γλιστράει , τότε σκέφτηκα το τι έχει να γίνει τη μέρα στον κατήφορο της Βαθειάς , που όποιος πέρναγε θα ‘κανε τσουλήθρα , την περασμένη μάλιστα χρονιά , είχαν σπάσει και χέρια και..πόδια , κι' οι φουκαράδες οι Γυφτομαχαλιώτες , θα μείνουν αποκλεισμένοι , ποιός ξέρει για πόσες μέρες....
   Προχώρησα , ο Μιλτιάδης δεν είχε φως , ούτε ο Γιάννης , απέναντι , φαίνεται θα’χαν προχωρήσει στ' Αλωνάκι , κι' ο Χρήστος βέβαια γιατί δεν είχε ούτε αυτός φως , περπατούσα και το ολόφρεσκο χιόνι έτριζε , το φχαριστιόμουνα , ολόγυρα ήταν ..θεοσκότεινα , πουθενά φως , κι'έκανε κυριολεκτικά...ψόφο , κρύωνα , θυμήθηκα τη μάνα μου την έρμη που μάλλιασε η γλώσσα της , ντύσου καλά , κάνει ψόφο , ήθελα να γυρίσω αλλά και πάλι , δεν ήθελα ν' αργήσω , ύστερα έφτασα στ' Αλωνάκι , που θα περιμένουν κι' οι άλλοι , φτάνοντας βλέπω την πλατεία κάτασπρη , το χιόνι κόντευε να φτάσει μια ..σπιθαμή , τα τραπεζάκια του μαγαζιού μας σκεπασμένα απ' το χιόνι , και στην άκρη της πλατείας , τρεις-τέσσερις καρέκλες , ξεχασμένες φαίνεται , κι' αυτές σκεπασμένες απ' το χιόνι , τα παιδιά όμως πουθενά , προχώρησα να μαζέψω τις καρέκλες , να τις βάλω σε μια γωνιά και να τις τινάξω , μουρμουρίζοντας , που ξεχάσαμε έξω τις καρέκλες χειμωνιάτικα , ενώ παράλληλα νευριασμένος με τα παιδιά , που δεν ..φαίνονταν πουθενά , άρχισα να τους τα...σούρνω...και επειδή...φοβόμουνα άρχισα να ..χαζοτραγουδάω , να λέω τα..κάλαντα , έτσι για να’χω..συντροφιά...
   Το χιόνι συνέχιζε να πέφτει πυκνό και παχύ-παχύ , τα μαλλιά μου θα πρέπει να’ταν κάτασπρα , το ‘νοιωθα , κόντευα να γίνω ...χιονάνθρωπος , τα πόδια μου ξυλιασμένα , και τα χέρια μου , τα’νοιωθα..δεν τα’νοιωθα , α..ρε μάνα , είχες δίκιο που μου’λεγες να κάτσω στ' αυγά μου , αλλά ποιός σ' άκουγε....σκέφτηκα να γυρίσω στο σπίτι , αλλά τα κάλαντα ;...κι' αυτά τα παιδιά πουθενά , μ' είχε πιάσει απελπισία είχα γίνει ...τούρκος απ' τα νεύρα , τραγούδαγα , έβριζα , έλεγα τα κάλαντα , ούτε κι' εγώ ήξερα τι έκανα , η παγωνιά αβάσταχτη και τα νεύρα...τσατάλια...κι' αυτό το χιόνι , μου σκέπαζε τ' αυτιά και τα πάγωνε...τα’νοιωθα , κιόλας , ξυλιασμένα...
   Τότε ένοιωσα ένα ελαφρό σκούντημα στον ώμο , πετάχτηκα , κι' ακούω : άντε ρε πατέρα ξάπλωσε στο κρεβάτι , θα πιαστείς , έχεις μια ώρα που κοιμάσαι στον καναπέ , βρίζεις..τραγουδάς , λες τα κάλαντα , τι έπαθες Χριστουγεννιάτικα ; πάλι το Λιδορίκι ονειρεύεσαι ; Ξύπνααααα......
Αλάφιασα , πετάχτηκα απ’ τον ύπνο ...ήταν ο μικρός μου γιός , ο Χάρης , και γελούσε ασταμάτητα , που να’ξερε ότι μου χάλασε το ωραιότερό μου όνειρο , τα πρώτα μου κάλαντα....αχ..βρε..Χάρη ....με 'κοψες στο..καλύτερο....τα χαλάνε τέτοια ..όνειρα …


Δυο  Λιδορικιωτοπούλες , η  Νίκη Καρασταθη και  η  Γιώτα Μποβιάτση , " ΤΑ  ΛΕΝΕ " στο..Καψαλαίϊκο , πριν  πέντε  χρόνια ...


Καλό σας βράδυ και ΚΑΛΕΣ ΓΙΟΡΤΑΔΕΣ .......
Κωνσταντίνος Ευθ. Καψάλης

www.lidoriki.com -

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΤΗΝ ΚΕΡΚΥΡΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ

Ήτανε λίγες μέρες πριν από τα Χριστούγεννα του ’43, στην Κέρκυρα.
Βαρύς ο χειμώνας είχε φτάσει κείνην τη χρονιά.
Όλες οι μέρες, η μία μετά την άλλη ερχόντουσαν και φεύγανε γεμάτες σύννεφα, μια βροχή που ήτανε πολύ κρύα κι ένας αγέρας παγωμένος, που σφύριζε και έμοιαζε να μας τρυπάει μέχρι τα κόκαλα. Κι ήτανε κι η πείνα που έσφιγγε τα στομάχια μας κι έκανε το κρύο να φαντάζει ακόμη πιο φοβερό και να μας βασανίζει ακόμη πιο πολύ.

Δυο τρεις μήνες είχανε περάσει που οι Γερμανοί, μετά την σύρραξη που είχανε με τους Ιταλούς και αφού κάψανε την πόλη, καταλάβανε όλο το νησί και η ζωή όλων μας έγινε τρομερά δύσκολη. Δεν υπήρχε τίποτα που να μπορεί κανείς να βρει για να φάει. Όσο κι’ αν έψαχνε σε όλη την αγορά ήταν αδύνατο να βρει κάτι φαγόσημο. Οι πιο πολλοί από τους κατοίκους ξεκινούσαν χαράματα με την ανατολή του ήλιου, τριγυρνούσαν όλα τα γύρω χωριά και πρόσφεραν στους χωρικούς ρούχα, χρυσαφικά και ό,τι άλλο διέθεταν με αντάλλαγμα οτιδήποτε που να μπορούσε να λιγοστέψει την πείνα τους.

Για μας τα παιδιά το μαρτύριο ήταν ανυπόφορο. Μάταια γυρίζαμε όλη μέρα στις διάφορες γειτονιές και ψάχναμε τους ντενεκέδες με τα σκουπίδια. Ποιος πετούσε σκουπίδια κείνη την εποχή; Με το γέρμα του ήλιου, αποκαμωμένοι γυρνούσαμε στα σπίτια μας για να δούμε το θλιμμένο πρόσωπο της μάνας μας με τα μάτια της γεμάτα δάκρυα να μας κοιτάζει αμίλητη μην έχοντας ούτε τη δύναμη να μας πει ότι δεν έχει τίποτε να μας δώσει να φάμε. Ερχόταν κάποια στιγμή κι ο πατέρας. Μαζευόμαστε όλα γύρω του και τον κοιτάζαμε στα μάτια καρτερώντας μήπως ανοίξει κάποια τσέπη του και μας δώσει κάτι τις. Κι η νύχτα μας περνούσε προσπαθώντας να ξεχάσουμε την πείνα μας παραδομένοι στον ύπνο.
Κάπως έτσι φτάσαμε και στην παραμονή των Χριστουγέννων κείνη τη χρονιά. Χαράματα σηκώθηκε κείνο το πρωινό ο πατέρας και μόλις ήρθε η ώρα που επιτρεπόταν η κυκλοφορία τον είδαμε να βάζει στις τσέπες του κάποια πράματα και ανοίγοντας την πόρτα χάθηκε μέσα στο πρώτο πρωινό φως της μέρας. Γύρισε το βράδυ σαν είχε αρχίσει να απλώνεται το σκοτάδι. Στα χέρια του κρατούσε σφιχτά μια σακούλα μεγάλη και οι τσέπες του αρκετά φουσκωμένες έμοιαζαν στα μάτια μας σαν να έκρυβαν μέσα τους κάποιο θησαυρό.
Μαζευτήκαμε όλοι γύρω του και περιμέναμε κοιτάζοντας τον στα μάτια. Κι αυτός, αφού μας χάιδεψε για λίγο έβγαλε από τις τσέπες του λίγα ξερά σύκα και μας έδωσε από ένα.
-Κατάφερα να βρω λίγο καλαμποκάλευρο, είπε με κουρασμένη τη φωνή του στη μάνα μας.
Μου δώσανε και λίγο λάδι.
Σταμάτησε για λίγο. Χαμήλωσε τη φωνή του
-Δυο δαχτυλίδια για το λάδι και τα τρία βραχιόλια για το καλαμποκάλευρο.
Η μητέρα μου δεν μίλησε. Προσπάθησε μόνο να κρύψει κάποιο δάκρυ της αλλά δεν τα κατάφερε.
Την άλλη μέρα, ανήμερα Χριστούγεννα, πήρε να μαγειρέψει. Ανακάτεψε το καλαμποκάλευρο με νερό, έριξε μέσα και λίγο λάδι και το έβαλε στο τηγάνι.
Σαν έδειξε πως ψήθηκε κείνο το παράξενο κατασκεύασμα, το έβγαλε από το τηγάνι, το έκοψε σε κομμάτια και καθίσαμε όλοι γύρω από το τραπέζι. Ποτέ μας δεν μπορέσαμε να καταλάβουμε τι ήτανε εκείνο που φάγαμε κείνα τα Χριστούγεννα της Κατοχής. Όμως για κάποιες ώρες το στομάχι μας έμοιαζε να είναι γεμάτο.
πηγήΝτένης Κονταρίνης

http://pisostapalia.blogspot.gr/

ΑΛΦΡΕΔΟΣ ΚΟΥΡΗΣ : ΑΞΕΧΑΣΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ




Κάθε φορά που εορτάζουμε τα Χριστούγεννα εδώ στη φιλήσυχη Αυστραλία, μου έρχονται στα μυαλό τα Χριστούγεννα, πώς τα περνάγαμε επί Κατοχής με τους Γερμανούς του Χίτλερ στην Αθήνα και την Γκεστάπο, που ήταν ο φόβος
και ο τρόμος όλων μας, εκείνα τα τρομερά χρόνια της πείνας και καταπίεσης του Γερμανικού Στρατού Κατοχής. Οι μόνοι που δεν τους φοβόντουσαν ήσαν
οι αντάρτες στα βουνά και οι σαλταδόροι στους δρόμους της Αθήνας οι οποίοι πήδαγαν στα στρατιωτικά τους αυτοκίνητα από πίσω και κλέβανε τις κουραμάνες τους και ό,τι άλλο κουβαλούσαν, τα οποία πουλούσαν όσο-όσο στους πειναλέους περαστικούς στο Σταθμό Λαρίσης, που κάνανε πιάτσα.
Το καιρό εκείνο -το 1942- εγώ ήμουν 15 χρόνων και έμενα στην Αθήνα, στην οδό Παιωνίου, με τους γονείς μου και τα αδέλφια μου, και το σπίτι μας ήτανε κοντά στο Σταθμό Λαρίσης, που πήγαιναν κι ερχόντουσαν Γερμανοί με τρόφιμα και κουραμάνες - ιδιαίτερα εκείνη την παραμονή των Χριστουγέννων. Τότε ήταν που είδα ένα παιδάκι-σαλταδόρο -όχι μεγαλύτερο των 12 ετών- να αρπάζει από τη μασχάλη ενός Γερμανού της Γκεστάπο μία κουραμάνα κι ο αυτός ο αθεόφοβος να του αρπάζει το χέρι και να του το σπάζει στα δύο, μπροστά στα μάτια μας.
Τρομερό!... Τόσο τρομερό μου φάνηκε, που έκτοτε κάθε παραμονή Χριστουγέννων μου έρχεται στη μνήμη αυτή η εικόνα και σκέπτομαι αλήθεια πόσα τραβήξαμε εμείς οι Έλληνες από τους ναζί του Χίτλερ από το 1942 ως το 1944, πόσα αδέλφια μας τα σκότωσαν από εκδίκηση, γιατί τους αντισταθήκαμε και στη Βόρεια Ελλάδα και στη Μάχη της Κρήτης, πόσα χωριά μας κάψανε
και πόσους στήσανε στο τοίχο και ντουφεκίσανε και πόσες χιλιάδες πέθαναν
από τη πείνα!
Και για όλα αυτά, όχι μόνο δεν έχουν ξεπληρώσει όλα αυτά που μας χρωστάνε: τις περιβόητες «Γερμανικές Κατοχικές Αποζημιώσεις και Δάνεια», που έχω και εγώ και πολλοί άλλοι γράψει πολλά -ιδιαίτερα ο Μανώλης Γλέζος- αλλά και πολλοί Ευρωπαίοι, Αμερικανοί, Αυστραλοί, Ασιάτες και Έλληνες της Διασποράς.
Αλλά εκμεταλλεύονται ορισμένοι πολιτικοί τους τη διεθνή οικονομική κρίση που έχει ξεσπάσει και ταλανίζει τα τελευταία 3 χρόνια την Ελλάδα και προσπαθούν
να της βάλουν με τις απαιτήσεις τους, τα «δυο της πόδια σε ένα παπούτσι».
Αυτές, δυστυχώς, αγαπητή μας Βίβιαν, θα είναι οι αναμνήσεις μας και εφέτος τα Χριστούγεννα… Λυπηρές, πολύ λυπηρές για την Ελλάδα και εμάς βέβαια που ζούμε στη ξενιτειά και βλέπουμε τις δυσκολίες της και μακάρι το Νέο Έτος
να είναι καλύτερο για την πατρίδα μας και τους δικούς μας.


http://pisostapalia.blogspot.gr/