Showing posts with label ΤΡΥΓΟΣ. Show all posts
Showing posts with label ΤΡΥΓΟΣ. Show all posts

2.10.16

Ο ΤΡΥΓΟΣ ΣΤΑΦΥΛΙΩΝ ΣΤ' ΑΜΠΈΛΙΑ ΣΤΑ ΜΕΣΟΓΕΙΑ ΑΤΤΙΚΗΣ





«Είνε κάμποσες ημέρες τώρα που η Αθήνα είνε ανασκουμπωμένη με τη φούρια μεγάλων προετοιμασιών. Θα ενόμιζε κανείς ότι λαμβάνει έκτακτα μέτρα κατά των επιδημιών. Βγάζει τα βαρέλια της, τα μεγάλα στεφανωτά ξυλοβάρελα, τα βουτσιά, τα βαγένια, τα ανεβάζει αδειανά από τα υπόγεια των καπηλειών έξω στο πεζοδρόμιο και τα καθαρίζει, τους αλλάζει τις σκεβρωμένες δουγές τους, τα σφυροκοπάει, και κάποτε τους κάνει κ’ ένα περίπατο έως το Φάληρο να τα ξεπλύνη καλά με την άλμη του θαλασσινού νερού.
Τα περιποιείται πολύ. Τους κάνει το μπάνιο τους. Γιατί το σώσμα ετελείωσε και σε λίγο θα βάλη το γιοματάρι, να το ανοίξη τον άλλο μήνα, Αηδημητριάτικο να μυρώση τη γειτονιά με το βάλσαμο του φρέσκου ρετσινιού. Σωστό φάρμακο για το δάγκειο. Άρχισαν μάλιστα κι’ όλας οι μουστιές. Στα διάφανα μάγια της αθηναϊκής νυκτός φθάνουν οι αρβανίτες με τα βαρέλια, ξεπεζέβουν από το κάρρο τους, στη μεταμεσονύκτια ησυχία αντηχούν μερικά μονοσύλλαβα, και το γλυκό άρωμα του στιμμένου σταφυλιού της Αττικής γεμίζει γύρω την ατμόσφαιρα.
Την άλλη μέρα πρωί-πρωί τα ξυπόλητα παιδόπουλα της συνοικίας πολιορκούν με τενεκέδες τον ταβερνιάρη και του ζητούν μερίδιο –καθιερωμένο παληό έθιμο- να τους φτιάση η μαμά τους μουσταλευριά. Εκείνος μοιράζει πρόθυμα και η μαρίδα ενθουσιασμένη του εύχεται:
-Καλά κρασά!
Είνε μία παράδοσις που κρατεί κατ’ ευθείαν από το Βάκχο και από το Διόνυσο και συνεχίζεται πάντα με την ίδια γραφικότητα, αμετάβλητη, όσο ο καυστικός αυτός ήλιος θα φουσκώνη με χυμούς από τις ακτίνες του τις ρόγες των σταφυλιών.
Τα πρώτα κάρρα έφεραν το χαρμόσυνο μήνυμα του τρύγου στην πρωτεύουσα. Τι λέτε; Κάνουμε μια βόλτα έως τ’ αμπέλια να ιδούμε από κοντά τον πανηγυρικό συναγερμό των κοριτσιών; Πρώτης τάξεως ιδέα για εκδρομή. Εμπρός.
***
Ο δρόμος των Μεσογείων είνε καλοστρωμένος με άσφαλτο, αλλά το αυτοκίνητό μας προχωρεί με δυσκολία γιατί τα κάρρα που μεταφέρουν το μούστο είνε σειρά ατελείωτη. Μοσχοβολάει ο τόπος από τους χυμούς της γης. Οι αγωγιάτες μας καλημερίζουν και προσπερνούν. Άλλοι προσηρμοσμένοι περισσότερο στα δώρα του σύγχρονου πολιτισμού, έχουν φορτώσει τα βαρέλια τους σε ειδικά αυτοκίνητα που τρέχουν ολοταχώς. Στην Αγία Παρασκευή και στο Σταυρό το πλήθος των μεταγωγικών παρέχει την εντύπωσι μεγάλης στρατιάς. Περνάει η εφοδιοπομπή προς την Αθήνα που διψάει να τσουγκρίση το ποτήρι με το κατοσταράκι της.
Σε όλο το μήκος του Υμηττού που παραστέκει σαν ευλογία από πάνω με την επιβλητική του σκιά, μυριάδες γυναικών σκύβουν, σκύβουν ανάμεσα στα φουντωμένα αμπελόφυλλα και τρυγάνε με το κλαδευτήρι τα βαρειά τσαμπιά από τα κούρβουλα. Χαρά θεού. Του Θεού της μέθης που εδοξάσθη με τόσες θρησκευτικές τιμές και υμνήθη με τόσα τραγούδια στην αρχαιότητα.
Μοσχοβολάει γύρω ο αέρας και χανόμαστε μέσα στ’ απέραντα, τα ατελείωτα αμπέλια, από μονοπάτια θαμνωμένα, καλημερίζουμε δραγάτες πούχουν κρεμασμένο το δίκανο στον ώμο, βγάζουμε ευλαβικά το καπέλλο μπροστά σε εκκλησούλες της ερημιάς, και στεκόμαστε συλλογισμένοι πλάι σε σπασμένα αρχαία μάρμαρα θυσιαστηρίων και ναών. Τα κορίτσια σηκώνουν πότε-πότε ένα πονηρό μάτι καθώς στοιβάζουν τους ροδίτες, τα ροζακιά και τα σαβατιανά, και μας κυττάζουνε.
***
Εδώ είνε η ελληνική ζωή με αμείωτο το αγροτικό μεγαλείο της. Αφιερωμένη στην ιεροτελεστία της καλλιέργειας και της συγκομιδής. Είνε η ώρα που μαζεύει τα αγαθά της προνομιούχου της φύσεως. Όλο σβελτέτσα και προκοπή.
Σούστες παραλαμβάνουν τα κοφίνια, ξεχειλισμένα από τσουπωτά, σφιχτά, σταφύλια, και τα πάνε κάπου παραπέρα στο πατητήρι όπου τα παλληκάρια του χωριού με γυμνά γόνατα βουτούνε πλάτσα-πλάτσα και τα στίβουν με τα πόδια, να χυθή όλος ο χυμός έως την τελευταία σταγόνα και να μείνουν στην πάντα στεγνά τα τσίπουρα.
Ώ! Αυτές οι δύο ταιριασμένες εικόνες, η μία καταντίκρυ στην άλλη, κάνουν την πιο άφθαστη ειδυλλιακή σύνθεσι: Τα κορίτσια που σκύβουν και τρυγάνε, με τα γλυκόχυμα αναμένα προσωπάκια τους, και οι εύρωστοι νέοι που εντείνουν όλη τη μυική τους δύναμι να πατήσουν βαρύτερα να λυώσουν τον καρπό. Είνε τα ερωτικά στελέχη του αττικού υπαίθρου που πλέκουν τους πόθους των ανάμεσα στα πυκνωμένα κλήματα και κάνουν τη μυστική δέησι των αισθημάτων τους μια έμπρακτη λατρεία προς τη θεότητα της παραγωγής.
***
Σ’ ένα αμπέλι τρυγημένο βρίσκουμε μερικά τσαμπιά από μοσχάτο σταφύλι.
-Αυτά είνε για σας! Μας λένε τα κορίτσια.
Είνε συνήθεια ν’ αφίνουν πάντα για το καλό του χρόνου μερικά τσαμπιά στη θέσι τους. Τα λένε «ψυχοπονιάρικα» για να βρίσκουν οι αποσταμένοι διαβάτες να σχωρνάνε δροσίζοντας τα χείλη τους. Μα αυτό είνε σωστό ηθογραφικό αριστούργημα και δεν το ξέραμε τόσον καιρό. Πόσα αλήθεια δεν ξέρουμε από τους θησαυρούς της ευγενείας του υπαίθρου μας.
***
Και ο τρύγος εξακολουθεί έως το σούρουπο, οπότε το νεανικό τσούρμο διαλύεται  σε μια τρελλή συνάντησι ανδρών και κοριτσιών, και τα βαρέλια βουλωμένα με πευκόφυλλα, γεμάτα μούστο από τα πατητήρια, φορτώνονται στα κάρρα και τραβούν την ολονύχτια πομπή τους προς την πρωτεύουσα…».
«Πατρίς», 1928, «Ο Ρεπόρτερ»

http://www.paliaathina.com/gr
 Πίσω στα παλιά 

27.9.16

ΤΡΥΓΟΣ ΣΤΑΦΥΛΙΩΝ ΣΤ΄ΑΜΠΕΛΙΑ ΣΤΑ ΜΕΣΟΓΕΙΑ ΑΤΤΙΚΗΣ




«Είνε κάμποσες ημέρες τώρα που η Αθήνα είνε ανασκουμπωμένη με τη φούρια μεγάλων προετοιμασιών. Θα ενόμιζε κανείς ότι λαμβάνει έκτακτα μέτρα κατά των επιδημιών. Βγάζει τα βαρέλια της, τα μεγάλα στεφανωτά ξυλοβάρελα, τα βουτσιά, τα βαγένια, τα ανεβάζει αδειανά από τα υπόγεια των καπηλειών έξω στο πεζοδρόμιο και τα καθαρίζει, τους αλλάζει τις σκεβρωμένες δουγές τους, τα σφυροκοπάει, και κάποτε τους κάνει κ’ ένα περίπατο έως το Φάληρο να τα ξεπλύνη καλά με την άλμη του θαλασσινού νερού.
Τα περιποιείται πολύ. Τους κάνει το μπάνιο τους. Γιατί το σώσμα ετελείωσε και σε λίγο θα βάλη το γιοματάρι, να το ανοίξη τον άλλο μήνα, Αηδημητριάτικο να μυρώση τη γειτονιά με το βάλσαμο του φρέσκου ρετσινιού. Σωστό φάρμακο για το δάγκειο. Άρχισαν μάλιστα κι’ όλας οι μουστιές. Στα διάφανα μάγια της αθηναϊκής νυκτός φθάνουν οι αρβανίτες με τα βαρέλια, ξεπεζέβουν από το κάρρο τους, στη μεταμεσονύκτια ησυχία αντηχούν μερικά μονοσύλλαβα, και το γλυκό άρωμα του στιμμένου σταφυλιού της Αττικής γεμίζει γύρω την ατμόσφαιρα.
Την άλλη μέρα πρωί-πρωί τα ξυπόλητα παιδόπουλα της συνοικίας πολιορκούν με τενεκέδες τον ταβερνιάρη και του ζητούν μερίδιο –καθιερωμένο παληό έθιμο- να τους φτιάση η μαμά τους μουσταλευριά. Εκείνος μοιράζει πρόθυμα και η μαρίδα ενθουσιασμένη του εύχεται:
-Καλά κρασά!
Είνε μία παράδοσις που κρατεί κατ’ ευθείαν από το Βάκχο και από το Διόνυσο και συνεχίζεται πάντα με την ίδια γραφικότητα, αμετάβλητη, όσο ο καυστικός αυτός ήλιος θα φουσκώνη με χυμούς από τις ακτίνες του τις ρόγες των σταφυλιών.
Τα πρώτα κάρρα έφεραν το χαρμόσυνο μήνυμα του τρύγου στην πρωτεύουσα. Τι λέτε; Κάνουμε μια βόλτα έως τ’ αμπέλια να ιδούμε από κοντά τον πανηγυρικό συναγερμό των κοριτσιών; Πρώτης τάξεως ιδέα για εκδρομή. Εμπρός.
***
Ο δρόμος των Μεσογείων είνε καλοστρωμένος με άσφαλτο, αλλά το αυτοκίνητό μας προχωρεί με δυσκολία γιατί τα κάρρα που μεταφέρουν το μούστο είνε σειρά ατελείωτη. Μοσχοβολάει ο τόπος από τους χυμούς της γης. Οι αγωγιάτες μας καλημερίζουν και προσπερνούν. Άλλοι προσηρμοσμένοι περισσότερο στα δώρα του σύγχρονου πολιτισμού, έχουν φορτώσει τα βαρέλια τους σε ειδικά αυτοκίνητα που τρέχουν ολοταχώς. Στην Αγία Παρασκευή και στο Σταυρό το πλήθος των μεταγωγικών παρέχει την εντύπωσι μεγάλης στρατιάς. Περνάει η εφοδιοπομπή προς την Αθήνα που διψάει να τσουγκρίση το ποτήρι με το κατοσταράκι της.
Σε όλο το μήκος του Υμηττού που παραστέκει σαν ευλογία από πάνω με την επιβλητική του σκιά, μυριάδες γυναικών σκύβουν, σκύβουν ανάμεσα στα φουντωμένα αμπελόφυλλα και τρυγάνε με το κλαδευτήρι τα βαρειά τσαμπιά από τα κούρβουλα. Χαρά θεού. Του Θεού της μέθης που εδοξάσθη με τόσες θρησκευτικές τιμές και υμνήθη με τόσα τραγούδια στην αρχαιότητα.
Μοσχοβολάει γύρω ο αέρας και χανόμαστε μέσα στ’ απέραντα, τα ατελείωτα αμπέλια, από μονοπάτια θαμνωμένα, καλημερίζουμε δραγάτες πούχουν κρεμασμένο το δίκανο στον ώμο, βγάζουμε ευλαβικά το καπέλλο μπροστά σε εκκλησούλες της ερημιάς, και στεκόμαστε συλλογισμένοι πλάι σε σπασμένα αρχαία μάρμαρα θυσιαστηρίων και ναών. Τα κορίτσια σηκώνουν πότε-πότε ένα πονηρό μάτι καθώς στοιβάζουν τους ροδίτες, τα ροζακιά και τα σαβατιανά, και μας κυττάζουνε.
***
Εδώ είνε η ελληνική ζωή με αμείωτο το αγροτικό μεγαλείο της. Αφιερωμένη στην ιεροτελεστία της καλλιέργειας και της συγκομιδής. Είνε η ώρα που μαζεύει τα αγαθά της προνομιούχου της φύσεως. Όλο σβελτέτσα και προκοπή.
Σούστες παραλαμβάνουν τα κοφίνια, ξεχειλισμένα από τσουπωτά, σφιχτά, σταφύλια, και τα πάνε κάπου παραπέρα στο πατητήρι όπου τα παλληκάρια του χωριού με γυμνά γόνατα βουτούνε πλάτσα-πλάτσα και τα στίβουν με τα πόδια, να χυθή όλος ο χυμός έως την τελευταία σταγόνα και να μείνουν στην πάντα στεγνά τα τσίπουρα.
Ώ! Αυτές οι δύο ταιριασμένες εικόνες, η μία καταντίκρυ στην άλλη, κάνουν την πιο άφθαστη ειδυλλιακή σύνθεσι: Τα κορίτσια που σκύβουν και τρυγάνε, με τα γλυκόχυμα αναμένα προσωπάκια τους, και οι εύρωστοι νέοι που εντείνουν όλη τη μυική τους δύναμι να πατήσουν βαρύτερα να λυώσουν τον καρπό. Είνε τα ερωτικά στελέχη του αττικού υπαίθρου που πλέκουν τους πόθους των ανάμεσα στα πυκνωμένα κλήματα και κάνουν τη μυστική δέησι των αισθημάτων τους μια έμπρακτη λατρεία προς τη θεότητα της παραγωγής.
***
Σ’ ένα αμπέλι τρυγημένο βρίσκουμε μερικά τσαμπιά από μοσχάτο σταφύλι.
-Αυτά είνε για σας! Μας λένε τα κορίτσια.
Είνε συνήθεια ν’ αφίνουν πάντα για το καλό του χρόνου μερικά τσαμπιά στη θέσι τους. Τα λένε «ψυχοπονιάρικα» για να βρίσκουν οι αποσταμένοι διαβάτες να σχωρνάνε δροσίζοντας τα χείλη τους. Μα αυτό είνε σωστό ηθογραφικό αριστούργημα και δεν το ξέραμε τόσον καιρό. Πόσα αλήθεια δεν ξέρουμε από τους θησαυρούς της ευγενείας του υπαίθρου μας.
***
Και ο τρύγος εξακολουθεί έως το σούρουπο, οπότε το νεανικό τσούρμο διαλύεται  σε μια τρελλή συνάντησι ανδρών και κοριτσιών, και τα βαρέλια βουλωμένα με πευκόφυλλα, γεμάτα μούστο από τα πατητήρια, φορτώνονται στα κάρρα και τραβούν την ολονύχτια πομπή τους προς την πρωτεύουσα…».
«Πατρίς», 1928, «Ο Ρεπόρτερ»

http://paliaathina.com/gr
 Πίσω στα παλιά 

1.9.14

Ο ΤΡΥΓΟΣ

 

     ΔΩΡΙΚΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

Θέρος...τρύγος..πόλεμος..έλεγαν οι παλιότεροι..

  Σε κάθε χωριό και περιοχή της επαρχίας μας , υπάρχουν τοπικές , διαφορετικές συνήθειες γύρω απ' τον τρύγο γενικά , και αναφέρονται στην καλλιέργεια και το είδος των αμπελιών , στο φύλαγμα των σταφυλιών απ' το δραγάτη , τον αγροφύλακα δηλαδή , στο χρόνο του τρύγου και ένα σωρό άλλες εργασίες γύρω απ' την αμπελοκαλλιέργεια .

   Όλες όμως οι δουλειές γύρω απ' τον τρύγο γίνονταν με τον παρακάτω περίπου τρόπο .

   Μπαίνοντας ο Τρυγητής , ο Σεπτέμβρης δηλαδή , άρχιζε μια ασυνήθιστη κινητοποίηση σε κάθε σπίτι . Άλλος πλένει και ρουπώνει τα βαρέλια και την κάδη , άλλος ετοιμάζει τις κοφίνες , άλλος συγυρίζει το πατητήρι η τον κοφινέλο .

   Όσοι όμως είχαν την ατυχία να τους ξινίσουν τα κρασιά της προηγούμενης χρονιάς , έχουν τώρα παραπανήσιες δουλειές , θα πρέπει να καθαρίσουν καλά τα βαρέλια τους , κι' αυτό γίνεται μόνο με το κάψιμο , φωνάζουν λοιπόν τον βαενά ( βαρελά ) , για να ξεφουντώσει και να κάψει τα βαρέλια .

   Εκείνος βγάζει το φούντωμα , δηλαδή τη μια κυκλική βάση ύστερα καίει το εσωτερικό του βαρελιού , ανάβοντας μέσα φωτιά με κοντοπούρνια ( κλάρες χαμηλών πουρναριών ) καίγοντας καλά το εσωτερικό , μέχρις ότου να μη δέχεται το χέρι ν' ακουμπήσει στην εξωτερική πλευρά του βαρελιού .

   Το βγαλμένο φούντωμα , καίγεται πάνω στην πυροστιά .

   Μετά το κάψιμο γίνεται ένα καλό ξύσιμο , πλύσιμο και απολύμανση με ατμούς θειαφιού .

   Υπήρχαν πολλοί και καλοί βαενάδες στην επαρχία μας , που ξέραν την τέχνη , από πάππου προς πάππου , έφτιαχναν κάδες , βαρέλια , νεροβάρελα κι' άλλα ξύλινα δοχεία , ακόμα βαρέλια έφτιαχναν και οι σαμαράδες που πετάλωναν και τα άλογα .

   Στο Λιδορίκι υπήρχαν δυο σαμαράδικα , ένα στις Λάκκες , το είχε ο Γιάννης ο Μποβιάτσης με τον πεθερό του τον Θανάση Χορταριά , ή..Φαρμακαντέρη , και πιο πάνω κάτω απ' τα σχολεία , οι Αδελφοί , Θανάσης και Χρήστος Παλούκης , βέβαια από χρόνια έσβησε το επάγγελμα αυτό , αφού..έφυγαν κι' οι μαστόροι .

   Ένας μάστορας βαενάς κάπως έτσι " χτίζει " την κάδη και τα βαρέλια , που γίνονται με ξύλα " δέντρινα " ( δρύινα ) και ξύλα καστανιάς .

   Ετοιμάζει καλά τις δούγες ( μπλάνισμα , γράδιασμα ) , καρφώνει τα ξύλα της βάσης , καλά μπλανισμένα και ταιριασμένα , πάνω σε δυο άλλα , ώστε να μένουν σταθερά . Ύστερα μετράει το συνολικό μήκος , που έχουν οι γράδοι ( αυλακιές ) στις δούγες , μ' ένα σπάγγο , διπλώνει το σπάγγο στα έξι και μ' ένα κέντρο στα ξύλα της βάσης και ακτίνα το έκτο του σπάγγου γράφει περιφέρεια κύκλου , που θα είναι και η περιφέρεια της βάσης της κάδης .

   Σ' αυτή κόβονται τα ξύλα της βάσης , η πρώτη δούγα τοποθετείται και καρφώνεται . Δένεται στην κορυφή ένα στεφάνι από μέσα κι' ένα απ' έξω , ενώ ένα άλλο περνάει απ' έξω και καταλήγει στη βάση .

Οι δούγες έχουν πλάτος από εφτά μέχρι δέκα εκατοστά .

   Το τελικό σφίξιμο γίνεται από τα στεφάνια και μια εφεδρική δούγα , που προστίθεται πέρα απ' τις μετρημένες .

   Τη μέρα του τρύγου , όλοι του σπιτιού είναι σε κίνηση , ορόσημο για το μεγάλο πανηγύρι του τρύγου θεωρούνταν η μέρα του Σταυρού , στις 14 Σεπτεμβρίου .

   ...Στο αμπέλι του καθένας τρυγάει με τα μικρά κλαδευτηράκια του τρύγου , και γεμίζει το καλάθι του αλλά και το...στόμα του . Μένουν μόνο τα " κοτρίδια " , για τα πουλιά , τους περαστικούς και τους κυνηγούς . Κοτρίδια είναι τα μικρά λιγόρογα τσαμπάκια , που δεν αξίζουν τον κόπο να μαζευτούν , τα ..κοτρίδια σε πολλά μέρη της Ελλάδας , και κυρίως οι..Πρωτευουσιάνοι , τα λένε " καμπανάκια ". Όποιος περάσει απ' τ' αμπέλια που τρυγιούνται είναι αδύνατο να μη..φορτωθεί σταφύλια απ' τους τρυγητάδες -αμπελουργούς . Αλλά και κατά τη μεταφορά , προσφέρονται σταφύλια στους διαβάτες , στους φίλους και τους γείτονες .

   Επειδή ο τρύγος στα χωριά μας είναι ομαδικός , τρυγιούνται δηλαδή κατά περιοχή όλα τ' αμπέλια μαζί , για ν' αποφευχθεί η φθορά στα ατρύγητα , απ' τα πουλιά και τα ζώα , το χωριό είναι ξεχυμένο στ' αμπέλια και στους δρόμους κι' η ατμόσφαιρα είναι πραγματικά πανηγυρική .

   Αφήνουν τα σταφύλια να διώξουν τα..νερά τους , μια-δυο μέρες , κι' ύστερα τα πατάνε στα πατητήρια , που είναι τοποθετημένα πάνω απ' τις κάδες . Στην ίδια θέση , σε χωριά που δεν χρησιμοποιούνται τα ειδικά αυτά πατητήρια , βάζουν τον " κοφινέλο ", ξύλινο πατητήρι σε σχήμα κόλουρης πυραμίδας , με τη μικρή βάση προς τα κάτω και τον καταρράχτη στο κέντρο της κι αραιές τις πλάγιες δούγες , ώστε να φεύγουν τα τσίπουρα και ο μούστος .

   Άλλοι πάλι , στην ίδια θέση βάζουν ακόμα τον " κουρίτο " , μεγάλο κομμάτι κορμού δέντρου , κουφαλαριού , πελεκημένου σαν ..σκάφη . Σ' αυτή την περίπτωση , επειδή τα τσίπουρα δεν μπορούν να προχωρήσουν προς την κάδη , πατιούνται τα σταφύλια μέσα σε τσουβάλι και τα τσίπουρα στραγγίζουν στις καλάθες , που είναι τοποθετημένες πάνω σε καζάνια .

   Μέχρι και το 1940 , υπήρχαν πάρα πολλά αμπέλια και φυσικά και τα κρασιά ήταν πολλά . Έτσι , η μεταφορά με τα ζώα όλων των σταφυλιών για πάτημα πάνω απ' την κάδη κρατούσε μέρες . Άδειαζαν τα σταφύλια στο πάτωμα του δωματίου και τα πατούσαν λίγα-λίγα στα πατητήρια , που χύνονταν μέσα στην κάδη απ' τον καταρράχτη . Απ' τα μακρινά , απ' το χωριό αμπέλια , η μεταφορά των σταφυλιών ήταν αδύνατη και γι' αυτό τα πατούσαν σε πατητήρια πρόχειρα , τοποθετημένα στην άκρη τ' αμπελιού και μετέφεραν το μούστο μέσα στις μουστιές , τα ζωικής προελεύσεως δοχεία , τις γνωστές " γιδιές " .

   Από το μούστο " κόβουν " πετιμέζι και φκιάχνουν μουσταλευριά και σουντζούκια ( αρμαθιασμένα σούμπρα καρυδιών , περασμένα σε κλωστή , αρμάθα , που βουτιούνται πολλές φορές μέσα στο κακάβι , που " δένεται " η μουσταλευριά . Τα καρύδια σκεπάζονται από πολλά στρώματα μουσταλευριάς , αφήνονται να στεγνώσουν στον αέρα και στον ίσκιο , και γίνονται ένα πολύ νόστιμο γλύκισμα που τρώγεται , συνήθως , το χειμώνα , με τα κρύα .

   Σε όλο το διάστημα του τρύγου ( μάζεμα , μεταφορά , πάτημα σταφυλιών )υπάρχει διάχυτη η χαρά και η ευχαρίστηση αλλά και η ευθυμία στα πρόσωπα όλων , και φυσικά τα δημοτικά τραγούδια δίνουν και...παίρνουν...

   Ποιός δεν γνωρίζει στη Δωρίδα το γνωστό δημοτικό τραγούδι :

        " Αμπέλι μου πλατύφυλλο και κοντοκλαδεμένο

          για δεν ανθείς , για δεν..καρπείς ,

          σταφύλια για δεν κάνεις... "

                          η...το :

       " Μπαίνω μες στ' αμπέλι σαν νοικοκυρά ,

         να κι' ο νοικοκύρης που ‘ρχεται..κοντά..."

Μπαίνοντας ο μούστος στα βαρέλια , ύστερα από λιγοήμερο βράσιμο στην κάδη ή και καθόλου ( το γνωστό κρασί " πάτα-τράβα " ), δέχεται και το ..ρετσινάκι του σε ποσοστό δύο στα εκατό ( 2%) για το καθάρισμα - λαμπικάρισμα , κι' αρωμάτισμα του κρασιού .

...Μετά το βράσιμο του μούστου μέσα στα βαρέλια , κάπου σαράντα μέρες , με μεγάλη προσοχή γίνεται το τάπωμα του βαρελιού με λειωμένο ρετσίνι η με ειδική κόλλα , και γίνεται με τον εξής τρόπο :

Παίρνουν στάχτη και την ξαρίζουν καλά . Την ανακατεύουν με λειωμένη γλίνα χοιρινού ( λίπος ) και τη χτυπάνε , όπως τ' ασπράδι του αυγού . Το μείγμα γίνεται σαν κόλλα και μ' αυτή κλείνουν καλά την τάπα του βαρελιού . Για να αποφύγουν δε , τη δημιουργία μικρών οπών , απ' την πίεση των αερίων που δημιουργούνται απ' τη ζύμωση , πάνω απ' το μείγμα ( κόλλα ) βάζουν και ψιλή άμμο , έτσι και το αέριο φεύγει και το άνοιγμα κλείνει αμέσως .

   Στα ορεινά χωριά , τα περισσότερα κρασιά προέρχονται από " σηκώματα " και οπωσδήποτε από κλήματα , που λόγω του υψομέτρου και της μορφολογίας του εδάφους , , δέχονται πολλές βροχές κι έχουν νερά . Έτσι έχουν λίγους βαθμούς και τα κρασιά - κοκκινέλια συνήθως - είναι ελαφρά , χαμηλόβαθμα , τα κρασιά όμως της παραλιακής Δωρικής ζώνης , είναι πιο δυνατά και ανοιχτόχρωμα .

   Ως το 1940 , που τα χωριά μας ήταν γεμάτα κόσμο , η αμπελοκαλλιέργεια στη Δωρίδα ήταν σε άνθιση , τα τοπωνύμια και τα σχετικά με την αμπελουργία και το κρασί αντικείμενα , διάσπαρτα γύρω από κάθε χωριό , μαρτυρούν την έκταση , παλιότερα , της αμπελοκαλλιέργειας . Ακόμα , στα έγγραφα των αγωνιστών του 1821 , βλέπουμε τα μοναστήρια της περιοχής να' ναι αποθήκες , όχι μόνον τροφίμων , αλλά και κρασιών , που προέρχονταν από "μοναστηριακά αμπέλια " . Αλλά και περιοχές και χωριά ακόμα έχουν πάρει το όνομά τους απ' την καλλιέργεια του αμπελιού , όπως το " Κλημάκι " στο Κροκύλειο , το Κλήμα , κοντά στο Κάλλιο και τα Κλήματα , χωριά ανατολικά του Ευπαλίου .

   Χαρακτηριστικό της αγάπης των Δωριέων για το...κρασάκι , αλλά και της..αναγκαιότητάς του , είναι το γεγονός πως ακόμα και σήμερα οι μόνιμοι κάτοικοι της επαρχίας μας , και ειδικά στα ορεινά χωριά , το θεωρούν και το έχουν ως είδος πρώτης προτεραιότητας , πρώτης..ανάγκης , αποθηκεύοντας στα κατώγια τους , μαζί με το ψωμί και το λάδι , και το κρασί της χρονιάς , είτε αυτό προέρχεται απ' τα δικά τους αμπέλια είτε το αγοράζουν .

Καλή  σα  βδομάδα ,  καλό μήνα  και  καλό..τρύγο  και καλά...κρασιά !!!...................Κ.Κ.-

2.9.13

Ο ΤΡΥΓΟΣ


     ΔΩΡΙΚΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

Θέρος...τρύγος..πόλεμος..έλεγαν οι παλιότεροι..

  Σε κάθε χωριό και περιοχή της επαρχίας μας , υπάρχουν τοπικές , διαφορετικές συνήθειες γύρω απ' τον τρύγο γενικά , και αναφέρονται στην καλλιέργεια και το είδος των αμπελιών , στο φύλαγμα των σταφυλιών απ' το δραγάτη , τον αγροφύλακα δηλαδή , στο χρόνο του τρύγου και ένα σωρό άλλες εργασίες γύρω απ' την αμπελοκαλλιέργεια .

   Όλες όμως οι δουλειές γύρω απ' τον τρύγο γίνονταν με τον παρακάτω περίπου τρόπο .

   Μπαίνοντας ο Τρυγητής , ο Σεπτέμβρης δηλαδή , άρχιζε μια ασυνήθιστη κινητοποίηση σε κάθε σπίτι . Άλλος πλένει και ρουπώνει τα βαρέλια και την κάδη , άλλος ετοιμάζει τις κοφίνες , άλλος συγυρίζει το πατητήρι η τον κοφινέλο .

   Όσοι όμως είχαν την ατυχία να τους ξινίσουν τα κρασιά της προηγούμενης χρονιάς , έχουν τώρα παραπανήσιες δουλειές , θα πρέπει να καθαρίσουν καλά τα βαρέλια τους , κι' αυτό γίνεται μόνο με το κάψιμο , φωνάζουν λοιπόν τον βαενά ( βαρελά ) , για να ξεφουντώσει και να κάψει τα βαρέλια .

   Εκείνος βγάζει το φούντωμα , δηλαδή τη μια κυκλική βάση ύστερα καίει το εσωτερικό του βαρελιού , ανάβοντας μέσα φωτιά με κοντοπούρνια ( κλάρες χαμηλών πουρναριών ) καίγοντας καλά το εσωτερικό , μέχρις ότου να μη δέχεται το χέρι ν' ακουμπήσει στην εξωτερική πλευρά του βαρελιού .

   Το βγαλμένο φούντωμα , καίγεται πάνω στην πυροστιά .

   Μετά το κάψιμο γίνεται ένα καλό ξύσιμο , πλύσιμο και απολύμανση με ατμούς θειαφιού .

   Υπήρχαν πολλοί και καλοί βαενάδες στην επαρχία μας , που ξέραν την τέχνη , από πάππου προς πάππου , έφτιαχναν κάδες , βαρέλια , νεροβάρελα κι' άλλα ξύλινα δοχεία , ακόμα βαρέλια έφτιαχναν και οι σαμαράδες που πετάλωναν και τα άλογα .

   Στο Λιδορίκι υπήρχαν δυο σαμαράδικα , ένα στις Λάκκες , το είχε ο Γιάννης ο Μποβιάτσης με τον πεθερό του τον Θανάση Χορταριά , ή..Φαρμακαντέρη , και πιο πάνω κάτω απ' τα σχολεία , οι Αδελφοί , Θανάσης και Χρήστος Παλούκης , βέβαια από χρόνια έσβησε το επάγγελμα αυτό , αφού..έφυγαν κι' οι μαστόροι .

   Ένας μάστορας βαενάς κάπως έτσι " χτίζει " την κάδη και τα βαρέλια , που γίνονται με ξύλα " δέντρινα " ( δρύινα ) και ξύλα καστανιάς .

   Ετοιμάζει καλά τις δούγες ( μπλάνισμα , γράδιασμα ) , καρφώνει τα ξύλα της βάσης , καλά μπλανισμένα και ταιριασμένα , πάνω σε δυο άλλα , ώστε να μένουν σταθερά . Ύστερα μετράει το συνολικό μήκος , που έχουν οι γράδοι ( αυλακιές ) στις δούγες , μ' ένα σπάγγο , διπλώνει το σπάγγο στα έξι και μ' ένα κέντρο στα ξύλα της βάσης και ακτίνα το έκτο του σπάγγου γράφει περιφέρεια κύκλου , που θα είναι και η περιφέρεια της βάσης της κάδης .

   Σ' αυτή κόβονται τα ξύλα της βάσης , η πρώτη δούγα τοποθετείται και καρφώνεται . Δένεται στην κορυφή ένα στεφάνι από μέσα κι' ένα απ' έξω , ενώ ένα άλλο περνάει απ' έξω και καταλήγει στη βάση .

Οι δούγες έχουν πλάτος από εφτά μέχρι δέκα εκατοστά .

   Το τελικό σφίξιμο γίνεται από τα στεφάνια και μια εφεδρική δούγα , που προστίθεται πέρα απ' τις μετρημένες .

   Τη μέρα του τρύγου , όλοι του σπιτιού είναι σε κίνηση , ορόσημο για το μεγάλο πανηγύρι του τρύγου θεωρούνταν η μέρα του Σταυρού , στις 14 Σεπτεμβρίου .

   ...Στο αμπέλι του καθένας τρυγάει με τα μικρά κλαδευτηράκια του τρύγου , και γεμίζει το καλάθι του αλλά και το...στόμα του . Μένουν μόνο τα " κοτρίδια " , για τα πουλιά , τους περαστικούς και τους κυνηγούς . Κοτρίδια είναι τα μικρά λιγόρογα τσαμπάκια , που δεν αξίζουν τον κόπο να μαζευτούν , τα ..κοτρίδια σε πολλά μέρη της Ελλάδας , και κυρίως οι..Πρωτευουσιάνοι , τα λένε " καμπανάκια ". Όποιος περάσει απ' τ' αμπέλια που τρυγιούνται είναι αδύνατο να μη..φορτωθεί σταφύλια απ' τους τρυγητάδες -αμπελουργούς . Αλλά και κατά τη μεταφορά , προσφέρονται σταφύλια στους διαβάτες , στους φίλους και τους γείτονες .

   Επειδή ο τρύγος στα χωριά μας είναι ομαδικός , τρυγιούνται δηλαδή κατά περιοχή όλα τ' αμπέλια μαζί , για ν' αποφευχθεί η φθορά στα ατρύγητα , απ' τα πουλιά και τα ζώα , το χωριό είναι ξεχυμένο στ' αμπέλια και στους δρόμους κι' η ατμόσφαιρα είναι πραγματικά πανηγυρική .

   Αφήνουν τα σταφύλια να διώξουν τα..νερά τους , μια-δυο μέρες , κι' ύστερα τα πατάνε στα πατητήρια , που είναι τοποθετημένα πάνω απ' τις κάδες . Στην ίδια θέση , σε χωριά που δεν χρησιμοποιούνται τα ειδικά αυτά πατητήρια , βάζουν τον " κοφινέλο ", ξύλινο πατητήρι σε σχήμα κόλουρης πυραμίδας , με τη μικρή βάση προς τα κάτω και τον καταρράχτη στο κέντρο της κι αραιές τις πλάγιες δούγες , ώστε να φεύγουν τα τσίπουρα και ο μούστος .

   Άλλοι πάλι , στην ίδια θέση βάζουν ακόμα τον " κουρίτο " , μεγάλο κομμάτι κορμού δέντρου , κουφαλαριού , πελεκημένου σαν ..σκάφη . Σ' αυτή την περίπτωση , επειδή τα τσίπουρα δεν μπορούν να προχωρήσουν προς την κάδη , πατιούνται τα σταφύλια μέσα σε τσουβάλι και τα τσίπουρα στραγγίζουν στις καλάθες , που είναι τοποθετημένες πάνω σε καζάνια .

   Μέχρι και το 1940 , υπήρχαν πάρα πολλά αμπέλια και φυσικά και τα κρασιά ήταν πολλά . Έτσι , η μεταφορά με τα ζώα όλων των σταφυλιών για πάτημα πάνω απ' την κάδη κρατούσε μέρες . Άδειαζαν τα σταφύλια στο πάτωμα του δωματίου και τα πατούσαν λίγα-λίγα στα πατητήρια , που χύνονταν μέσα στην κάδη απ' τον καταρράχτη . Απ' τα μακρινά , απ' το χωριό αμπέλια , η μεταφορά των σταφυλιών ήταν αδύνατη και γι' αυτό τα πατούσαν σε πατητήρια πρόχειρα , τοποθετημένα στην άκρη τ' αμπελιού και μετέφεραν το μούστο μέσα στις μουστιές , τα ζωικής προελεύσεως δοχεία , τις γνωστές " γιδιές " .

   Από το μούστο " κόβουν " πετιμέζι και φκιάχνουν μουσταλευριά και σουντζούκια ( αρμαθιασμένα σούμπρα καρυδιών , περασμένα σε κλωστή , αρμάθα , που βουτιούνται πολλές φορές μέσα στο κακάβι , που " δένεται " η μουσταλευριά . Τα καρύδια σκεπάζονται από πολλά στρώματα μουσταλευριάς , αφήνονται να στεγνώσουν στον αέρα και στον ίσκιο , και γίνονται ένα πολύ νόστιμο γλύκισμα που τρώγεται , συνήθως , το χειμώνα , με τα κρύα .

   Σε όλο το διάστημα του τρύγου ( μάζεμα , μεταφορά , πάτημα σταφυλιών )υπάρχει διάχυτη η χαρά και η ευχαρίστηση αλλά και η ευθυμία στα πρόσωπα όλων , και φυσικά τα δημοτικά τραγούδια δίνουν και...παίρνουν...

   Ποιός δεν γνωρίζει στη Δωρίδα το γνωστό δημοτικό τραγούδι :

        " Αμπέλι μου πλατύφυλλο και κοντοκλαδεμένο

          για δεν ανθείς , για δεν..καρπείς ,

          σταφύλια για δεν κάνεις... "

                          η...το :

       " Μπαίνω μες στ' αμπέλι σαν νοικοκυρά ,

         να κι' ο νοικοκύρης που ‘ρχεται..κοντά..."

Μπαίνοντας ο μούστος στα βαρέλια , ύστερα από λιγοήμερο βράσιμο στην κάδη ή και καθόλου ( το γνωστό κρασί " πάτα-τράβα " ), δέχεται και το ..ρετσινάκι του σε ποσοστό δύο στα εκατό ( 2%) για το καθάρισμα - λαμπικάρισμα , κι' αρωμάτισμα του κρασιού .

...Μετά το βράσιμο του μούστου μέσα στα βαρέλια , κάπου σαράντα μέρες , με μεγάλη προσοχή γίνεται το τάπωμα του βαρελιού με λειωμένο ρετσίνι η με ειδική κόλλα , και γίνεται με τον εξής τρόπο :

Παίρνουν στάχτη και την ξαρίζουν καλά . Την ανακατεύουν με λειωμένη γλίνα χοιρινού ( λίπος ) και τη χτυπάνε , όπως τ' ασπράδι του αυγού . Το μείγμα γίνεται σαν κόλλα και μ' αυτή κλείνουν καλά την τάπα του βαρελιού . Για να αποφύγουν δε , τη δημιουργία μικρών οπών , απ' την πίεση των αερίων που δημιουργούνται απ' τη ζύμωση , πάνω απ' το μείγμα ( κόλλα ) βάζουν και ψιλή άμμο , έτσι και το αέριο φεύγει και το άνοιγμα κλείνει αμέσως .

   Στα ορεινά χωριά , τα περισσότερα κρασιά προέρχονται από " σηκώματα " και οπωσδήποτε από κλήματα , που λόγω του υψομέτρου και της μορφολογίας του εδάφους , , δέχονται πολλές βροχές κι έχουν νερά . Έτσι έχουν λίγους βαθμούς και τα κρασιά - κοκκινέλια συνήθως - είναι ελαφρά , χαμηλόβαθμα , τα κρασιά όμως της παραλιακής Δωρικής ζώνης , είναι πιο δυνατά και ανοιχτόχρωμα .

   Ως το 1940 , που τα χωριά μας ήταν γεμάτα κόσμο , η αμπελοκαλλιέργεια στη Δωρίδα ήταν σε άνθιση , τα τοπωνύμια και τα σχετικά με την αμπελουργία και το κρασί αντικείμενα , διάσπαρτα γύρω από κάθε χωριό , μαρτυρούν την έκταση , παλιότερα , της αμπελοκαλλιέργειας . Ακόμα , στα έγγραφα των αγωνιστών του 1821 , βλέπουμε τα μοναστήρια της περιοχής να' ναι αποθήκες , όχι μόνον τροφίμων , αλλά και κρασιών , που προέρχονταν από "μοναστηριακά αμπέλια " . Αλλά και περιοχές και χωριά ακόμα έχουν πάρει το όνομά τους απ' την καλλιέργεια του αμπελιού , όπως το " Κλημάκι " στο Κροκύλειο , το Κλήμα , κοντά στο Κάλλιο και τα Κλήματα , χωριά ανατολικά του Ευπαλίου .

   Χαρακτηριστικό της αγάπης των Δωριέων για το...κρασάκι , αλλά και της..αναγκαιότητάς του , είναι το γεγονός πως ακόμα και σήμερα οι μόνιμοι κάτοικοι της επαρχίας μας , και ειδικά στα ορεινά χωριά , το θεωρούν και το έχουν ως είδος πρώτης προτεραιότητας , πρώτης..ανάγκης , αποθηκεύοντας στα κατώγια τους , μαζί με το ψωμί και το λάδι , και το κρασί της χρονιάς , είτε αυτό προέρχεται απ' τα δικά τους αμπέλια είτε το αγοράζουν .

Kαλό  σας Κυριακόβραδο  , καλό..τρύγο  και καλά...κρασιά !!!...................Κ.Κ.-

ΤΑ ΑΜΠΕΛΙΑ ΚΑΙ Ο ΤΡΥΓΟΣ

 

ΠΑΛΙΑ ΛΙΔΟΡΙΚΙΩΤΙΚΗ ΖΩΗ .

Σταθ.Πενταπ-Λιδορικι    21-9-07 002ΤΑ    ΑΜΠΕΛΙΑ  ΚΑΙ  Ο  ΤΡΥΓΟΣ                               Π.Σταθ.Πεντάπολης 18-9 010.

Αυτός είναι ο χώρος που κάλυπταν τα Λιδορικιώτικα αμπέλια , ο σκεπασμένος με το νερό της λίμνης αριστερά , κι' ο...ακάλυπτος..δεξιά.....

                          *                        *

   Απ' το βιβλίο της αείμνηστης  χωριανής μας , της Σοφίας Παλαιολόγου , διαλέξαμε απόψε να σας δώσουμε αδέρφια , μια εικόνα από ένα κομμάτι της προπολεμικής  αγροτικής Λιδορικιώτικης ζωής , που σήμερα , δυστυχώς , έχει..αναγκαστικά ...μαραζώσει , τα αμπέλια και φυσικά τον..τρύγο , αξίζει λοιπόν να δούμε πως μας περιγράφει το ..κομμάτι αυτό η αείμνηστη  Σοφία .

   " Η καλλιέργεια των αμπελιών , ήταν κι' αυτή μια από τις κύριες ασχολίες του καιρού εκείνου . Υπήρχαν λοιπόν , στον κάμπο , εκτός από τα χωράφια τα σπαρμένα με καλαμπόκι , σιτάρι , και τριφύλλι και πολλά στρέμματα με αμπέλια . Γύρω απ' αυτά , ήταν φυτεμένα άλλα δέντρα , όπως : αμυγδαλιές , συκιές , αχλαδιές , κυδωνιές , ροδιές και ελιές . Το μήνα Φεβρουάριο , άρχιζε το κλάδεμα των αμπελιών , ενώ το μήνα Μάρτιο , γινόταν το σκάψιμό τους με τα τσαπιά . Όπως όλες οι δουλειές , έτσι κι' αυτή με τα χέρια φυσικά .

   Όσοι είχαν πολλά στρέμματα αμπελιών στη διάθεσή τους , έβαζαν εργάτες , κυρίως γυναίκες , οι οποίες δούλευαν από το πρωί έως το βράδυ . Η αμοιβή τους ήταν ίση με δυο οκάδες αλεύρι την ημέρα , αλλά έτρωγαν και έπιναν στα αφεντικά . Οι τελευταίοι διόριζαν κάποιον άντρα , που ονόμαζαν " πρωτεργάτη ", ο οποίος ξεκινούσε το σκάψιμο και στη συνέχεια επιτηρούσε το έργο των γυναικών " βγάζοντας " πολλές φορές " την ψυχή τους " αφού τις ανάγκαζε ,να δουλεύουν πολύ , για λογαριασμό του αφεντικού . Αυτός συνήθως είχε δικαίωμα να πιεί και ένα ποτηράκι κρασί παραπάνω , την ώρα του φαγητού .

   Τον μήνα Απρίλιο , τα αμπέλια πέταγαν φυλλαράκια και βλαστούς . Έπρεπε τότε να τα ραντίσουν με θειάφι και να τα " κοτσοκορφίσουνε " , έτσι έλεγαν το κλάδεμα στις άκρες των κλαδιών , ώστε να δυναμώσουν και να θρέψουν τα σταφύλια . Όταν τα σταφύλια κόντευαν , πλέον , να ωριμάσουν , όριζαν τα αφεντικά κάποιους άντρες να τα φυλάνε ώστε να μην τα κλέβει ο κόσμος η πάθουνε καμιά ζημιά από τα ζώα που γυρνούσαν ελεύθερα . Τους φύλακες αυτούς τους έλεγαν " δραγάτες " και απ' ότι θυμάμαι υπήρχαν στο Λιδορίκι τρεις και ο καθένας είχε την επίβλεψη μιας συγκεκριμένης περιοχής .

   Οι " δραγάτες " έβρισκαν ένα ύψωμα , ώστε να παρατηρούν συνεχώς τα αμπέλια , όπου έφτιαχναν κάτι " τσαντίρια " με κλαδιά από πλατάνια ,για να έχουν ίσκιο και κάθονταν εκεί μέρα και νύχτα , έως ότου έρθει η ώρα του τρύγου . Η αμοιβή τους ήταν χρηματική . Αυτοί είχαν και μια σφυρίχτρα και σε περίπτωση που σε εντόπιζαν να κόβεις τα σταφύλια , σφύριζαν τόσο δυνατά που " σου..έκοβαν το αίμα " .

   Ένα από τα έθιμα της εποχής , ήταν πως δεν μπορούσες να τρυγήσεις μόνος σου , όποτε ήθελες εσύ , αλλά έπρεπε να τρυγάνε όλοι μαζί . " Τρύγο " ονόμαζαν τη συγκομιδή των σταφυλιών .Όταν λοιπόν ερχόταν η ώρα του τρύγου , ξεκινούσαν όλοι μαζί για τα αμπέλια . Έμοιαζε τότε σαν γιορτή , σαν πανηγύρι , αφού γέμιζαν τα αμπέλια από παιδιά και μεγάλους , που τραγουδούσαν , έλεγαν αστεία και τρυγούσαν . Όσοι δεν είχαν δικά τους αμπέλια , βοηθούσαν τους άλλους και γι' αντάλλαγμα έπαιρναν στο σπίτι τους καλάθια γεμάτα με σταφύλια .

   Οι ιδιοκτήτες πολλών στρεμμάτων , είχαν στην άκρη των αμπελιών μια μικρή δεξαμενούλα η στέρνα , η οποία στο μπροστινό μέρος της είχε μια μικρή σωλήνα για να βγαίνει ο μούστος . Τη δεξαμενή αυτή την έλεγαν και " πατητήρι " , γιατί εκεί πατούσαν με τα πόδια τους τα σταφύλια , αφού από την προηγούμενη μέρα είχαν φροντίσει να στρώσουν στο εσωτερικό της κλαδιά από σπάρτα ώστε να είναι καθαρός ο μούστος και να βγαίνει πιο εύκολα . Μερικοί είχαν τα πατητήρια στα σπίτια τους , οπότε κουβαλούσαν εκεί τα σταφύλια με τα ζώα .

   Απ' ότι θυμάμαι , είχαν για τη μεταφορά του μούστου κάτι δερμάτινα δοχεία , " ασκούς " , από γίδινο δέρμα , τα οποία πριν τα γεμίσουν με μούστο , τα μούσκευαν για να μαλακώσουν . Έτσι μετέφεραν με τα ζώα τον μούστο στα σπίτια , όπου τον έριχναν μέσα στα ξύλινα βαρέλια , που είχαν φροντίσει να καθαρίσουν και να πλύνουν . Μαζί με τον μούστο έριχναν στα βαρέλια και " ρετσίνι " ώστε να πάρει γεύση και άρωμα το κρασί .

   Με το μούστο που περίσσευε , έφτιαχναν το " πετιμέζι " και μ' αυτό την " μουσταλευριά ", ωραίο και νόστιμο γλύκισμα , στο οποίο έριχναν από πάνω και τριμμένα καρύδια . Έφτιαχναν τότε γύρω στις 2.000-3.000 οκάδες κρασί ο καθένας , με βαθμό 12-13 ίσως και πιο πάνω ".

   Έτσι μας περιγράφει η Σοφία Παλαιολόγου , στο βιβλίο της " αναμνήσεις " , τ' αμπέλια και τον τρύγο , και απ' ότι μας λέει στην εισαγωγή του βιβλίου , αναφέρεται στην προπολεμική περίοδο , 1934-1940 , εμείς , συμπληρωματικά , θα αναφέρουμε μερικές απ' τις προσωπικές μας αναμνήσεις , των παιδικών χρόνων , που όμως αναφέρονται στην δεκαετία του 50....

   Πρώτα-πρώτα όμως , να οριοθετήσουμε ...γεωγραφικά τον χώρο όπου ήταν τα Λιδορικιώτικα αμπέλια , τότε , γιατί τώρα πια , δεν υπάρχουν.

   Ο κύριος όγκος , λοιπόν , των αμπελιών μας , βρίσκονταν στην δυτική πλευρά πίσω απ' το νεκροταφείο μας , στην κοιλάδα που υπήρχε μέχρι το απέναντι βουνό , την Πλέσσιβα , στο χώρο δηλαδή που είναι τώρα απλωμένη η λίμνη ,για το λόγο αυτό και η περιοχή ονομαζόταν " παλιάμπελα " η απλώς   " αμπέλια " , και στο δυτικό της κομμάτι διασχίζονταν απ' την Μπελεσίτσα , το..ξεροπόταμο , χείμαρρο , που έφτανε μέχρι το Βελούχι , και το Μόρνο , βέβαια υπήρχαν και μικρής έκτασης αμπέλια , στον κάμπο της Βελάς , στο Παραδείσι , στην περιοχή του Παλαιόκαστρου , Καρουτιανά χάνια , το λέγαμε τότε , όπου και είχαν αρκετοί Λιδορικιώτες , εκτός από αμπέλια , και χωράφια , που καλλιεργούνταν με στάρια και καλαμπόκια , στις δε..παρα..Μπελεσίτσιες περιοχές , είχαν και ποτιστικά περιβόλια , ειδικά στην περιοχή " Καλανάκι " στα ριζά της Πλέσσιβας .

Οι ..αμπελο...ιδιοκτησίες , απ' όσο θυμάμαι , ήταν μικρές , και οι αναφερόμενες ποσότητες κρασιών , μάλλον ..υπερβολικές , πάντως η έκταση των περισσότερων Λιδορικιώτικων αμπελιών , θα πρέπει να ήταν γύρω στο..στρέμμα , πάνω -κάτω , και η μέση , κατά οικογένεια , παραγωγή μούστου , θα πρέπει να κυμαινόταν ανάμεσα στις 150  μέχρι 500 οκάδες , και σε ελάχιστες και εξαιρετικές περιπτώσεις , ίσως , να πλησίαζε και τις 1.000 οκάδες , κυρίως στους επαγγελματίες , που μπορεί να...έβαζαν , για εμπορικούς λόγους πολύ κρασί , πάντως αμπέλια πολλών..στρεμμάτων , δεν νομίζουμε πως υπήρχαν . Στα αμπέλια τους , οι χωριανοί μας , είχαν, συνήθως , τα πατητήρια τους , και μερικοί είχαν και μικρά κτίσματα-αποθήκες , τις " λότζες " όπως τα έλεγαν , μια " λόντζα " υπήρχε και δίπλα στα Καψαλαϊικα αμπέλια , το δικό μας και του μπάρμπα μου του Σπύρου , και ήταν του μπάρμπα μου του Κώστα του Φαλίδα , αν θυμάμαι καλά . Στη λόντζα , υπήρχε και πατητήρι , ενώ πάνω ψηλά , στο λόφο , προς το νεκροταφείο του χωριού μας , ήταν το..παρατηρητήριο του " δραγάτη " , η " δραγατσιά " , όπως τη λέγαμε , ένα μικρό καμαράκι από κλαδιά δέντρων , για να προφυλάσσεται ο " δραγάτης " , που ήταν φυσικά ο αγροφύλακας , που ήταν ..θεσμοθετημένο όργανο , όχι μόνο για τη φύλαξη των αμπελιών αλλά και όλων τω αγροκαλλιεργειών , βέβαια τ' αμπέλια δέχονταν τις περισσότερες...επιθέσεις , από παιδιά αλλά και περαστικούς , και είναι γνωστή η φράση των δραγατών , που εκτός απ' το σφύριγμα με τη σφυρίχτρα φώναζαν :εεεεεεε....έξω απ' τ' αμπέλιααααααα , όταν έβλεπαν να πλησιάζει στ' αμπέλι κάποιος με...ύποπτες προθέσεις . Προσωπικά θυμάμαι , πως δραγάτες την εποχή εκείνη ήταν , ο μπάρμπα Τάσιος ο Βάρσος , Βαρσοτάσος , κι' ο Κώστας Αποστολόπουλος , Κολοτούμης , και βέβαια οι παλιότεροι διηγούνταν διάφορες σπαρταριστές ιστορίες με τους δραγάτες και τους..μακρυχέρηδες..σταφυλο..θήρες.....

   Θα πρέπει , επίσης , να σημειώσουμε , για να μαθαίνουν οι πιο..νέοι , πως το πετιμέζι , ήταν συμπυκνωμένος μούστος , ένα είδος σιροπιού , με έντονη όμως γεύση μούστου , που το έβαζαν οι νοικοκυρές σε μπουκάλες και το χειμώνα έφτιαχναν υπέροχα μουστοκούλουρα , μουσταλευριά αλλά και τα " σουτζούκια " , τι ήταν τα σουτζούκια ; ένα πολύ γευστικό και τονωτικό γλύκισμα , πέρναγαν οι νοικοκυράδες , σε μια κλωστή , αρμάθιαζαν δηλαδή , καρύδια , τα οποία τα περιέχυναν , η τα βουτούσαν μέσα σε μουσταλευριά , κι' έτσι αποκτούσαν ένα..περικάλυμμα μουσταλευριάς , τα κρεμούσαν , αν..φυσικά ..έμεναν απ' τα παιδιά , απ' το ταβάνι και τα χαν για το χειμώνα , αν ήταν πετυχημένα τα σουτζούκια ήταν , ομολογουμένως , υπέροχο γλυκό , όπως βέβαια και τα γνωστά μας ...μουστουκούλουρα , που τα..καταχώνιαζαν οι μανάδες , για να γλυτώσουν απ' τις...επιδρομές των παιδιών .

   Θα πρέπει ακόμα να θυμίσουμε τις ποικιλίες σταφυλιών που ..κυκλοφορούσαν , την εποχή εκείνη , στα..Λιδορικιώτικα , αλλά και όλης της γύρω περιοχής , αμπέλια , πρώτο και καλύτερο το " μαυρούδι ", ένα σκουρόχρωμο , σχεδόν μαύρο , σταφύλι , με μεστή , λίγο στυφή , γεύση , σκληρόπετσο και με ιδιότυπη , γενικά , εμφάνιση , σε γενικές γραμμές ..ατσούμπαλο στην εμφάνιση , η   " κοκκινάρα ", κλασσικής εμφάνισης ροδοκόκκινο σταφύλι , με πολύ ωραία γεύση και εμφάνιση , " ασπρούδι ", ίδιο , σχεδόν , στην εμφάνιση με την κοκκινάρα , μόνο που το χρώμα του ήταν ασπρό..χρυσο , με γεύση υπέροχη και αρώματα , τέλος υπήρχε και το " αγριπιώτικο " , άσπρο σταφύλι , με τραγανιστό καρπό , πολύ ωραία γεύση , μεγάλες ρόγες και αν θυμάμαι καλά , χωρίς κουκούτσια , γι' αυτό και το...κυνηγούσαμε περισσότερο απ' τις άλλες ποικιλίες , βέβαια στο κάθε αμπέλι υπήρχαν ελάχιστα κλήματα αγριπιώτικου , και ως εκ τούτου ήταν..δυσεύρετο , όπως καταλαβαίνετε η ανάμειξη όλων αυτών των σταφυλιών , σε ακανόνιστες αναλογίες , είχε σαν αποτέλεσμα ο μούστος , και κατ' επέκταση , το κρασί , να μην έχει συγκεκριμένο χρώμα , κάθε χρονιά , πάντως το χρώμα των Λιδορικιώτικων κρασιών ήταν πάντα..απροσδιόριστα..ροζέ προς ..κόκκινο , καλόπιοτο όμως και με ικανοποιητικό ύψος βαθμών . Τα σταφύλια μαζεύονταν σε κοφίνια , καλάθια , και κάθε κοφίνι αδειαζόταν σε πολύ μεγάλα κοφίνια , τις " γαλίκες " όπως τις λέγαμε , όταν γέμιζαν οι γαλίκες , τις φόρτωναν στα ζώα , μουλάρια και γαιδούρια , από μιά γαλίκα στην κάθε μεριά , πλευρά , του ζώου και τις μετέφεραν στα πατητήρια , όπου επικρατούσε πραγματικά...πανηγυρική..ατμόσφαιρα , η πιτσιρικαρία , η...μαρίδα ,συμμετείχε στον τρύγο , μαζεύοντας τα ..κοτρίδια και μετά.. όλοι ξυπόλυτοι , χοροπηδάγαμε πατώντας τα σταφύλια , ενώ δεν έλειπαν και τα..ατυχήματα από τα..μελισσο..σφηκο..τσιμπήματα .

   Τελειώνοντας , δεν πρέπει να παραλείψουμε να πούμε πως κατά τη διάρκεια του τρυγητού , το τραγούδι, κυρίως απ' τις γυναίκες , έδινε κι' έπαιρνε , με πρώτο και καλύτερο το : " Μπαίνω μεσ' τ' αμπέλι σαν νοικοκυρά " κι' ακολουθούσαν πολλά και διάφορα τραγούδια , είτε γνωστά παραδοσιακά , είτε..της ..στιγμής , σκωπτικά , αυτοσχέδια που είχαν καμιά..φορά , και συγκεκριμένους ..αποδέκτες , και βέβαια υπήρχε και η..απαραίτητη...ξηρά τροφή και το κρασάκι , ελιούλες στο..κλειδοπίνακο , τυράκι , ψωμί ζυμωτό σπιτικό , κι' ούλα τα..καλούδια , τυλιγμένα στις..γνωστές μας καρώ..μπλέ ..πιτσιτούλις...ένα πραγματικό..πανηγύρι λοιπόν ο τρύγος , και φυσικά ακουγόταν..συνεχώς η..ευχή : άϊντι..κι καλά...κρασιά...τυχεροί όσοι...ζήσαμε τέτοιες στιγμές.....αδέρφια , πολύ..τυχεροί....

   Όσον αφορά , τώρα , στην χρήση του ρετσινιού , μπορεί να το χρησιμοποιούσαν για να δίνει στο κρασί μια ..κάποια γεύση και ενδεχομένως και..άρωμα , πιστεύουμε όμως πως ο βασικός λόγος της χρήσης του ρετσινιού , ήταν η συντήρηση του κρασιού , γιατί δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πως την εποχή εκείνη , δεν ήταν ευρέως διαδεδομένα τα σημερινά..συντηρητικά και αποστειρωτικά σκευάσματα , ούτε και είχαν τα σπίτια , τότε , κατάλληλους χώρους για αποθήκευση και διατήρηση των κρασιών , που φυσικό ήταν μόλις έπιαναν οι ζέστες , να παίρνουν...δρόμο , όπως λέγαμε , δηλαδή...ξύνιζαν κι ήταν μάλλον για...σαλάτες....παρά γιά ..πιώμα....

   Αξίζει εδώ να σας διηγηθώ μια...κρασοϊστορία , με την σχωρεμένη , την αγαπημένη μου θεια Λένη τη Ζέκαινα , που ήταν αδερφή του πατέρα μου , η θεια μου λοιπόν η Λένη , είχε πολύ ωραίο περιβόλι στο Καλανάκι , και κάθε χρόνο έβαζαν κρασί , όταν λοιπόν ερχόταν ο καιρός και άνοιγαν το βαρέλι , η θεια μας , μας έφερνε  ένα μπουκάλι για να  δοκιμάσουμε το..γιοματάρι , έτσι λοιπόν και μια χρονιά , μόλις άνοιξαν το βαρέλι , έβαλε σε μια μπουκάλα , το τύλιξε στην ποδιά της και το φερε στο σπίτι μας , και κατά τη...συνήθειά της , το άφησε πάνω στο τζάκι , οπότε μαζί με το αξέχαστο τον Γιώργο , τον αδερφό μου , λες κι' ήμασταν συνεννοημένοι , την ώρα που προχωρούσε προς την πόρτα η θεια μας , της είπαμε..μ' ένα στόμα , ευχαριστούμε θεια , άστο εκεί να το χουμε για καμιά...σαλατούλα , υπονοώντας ...ξίδι , αστειευόμενοι φυσικά , τι ήταν να το πούμε αυτό ; γυρνάει η θεια η Λένη , τ'αρπάζει πάνω απ' το τζάκι , το ξανατυλίγει στην ποδιά , και κατακόκκινη , έφυγε χωρίς να πει κουβέντα .

   Έκανε μέρες να φανεί , παρότι ερχόταν ταχτικά , μπορώ να πω καθημερινά , και θυμάμαι τα ξαδέρφια μου , το Γώργο και τον Μπάμπη ,τα παιδιά της , την άλλη μέρα ήρθαν απ' το σπίτι λέγοντάς μας , ρε τι της κάνατε της θειας σας ; κόντεψε να σκάσει τη νύχτα , όταν τους εξηγήσαμε αυτοί μεν κατάλαβαν ότι ήταν μια..πλάκα , η θεια Λένη όμως το πήρε κατάκαρδα , “  ακούς ικεί να μ' πούνι..ξιδ..του κρασί ..μ'......”…

Πέρασαν λίγες μέρες και τα...ξαναφτιάξαμε , και που και που , το λέγαμε και γελάγαμε , θεός σχωρέστη τη θειά μας τη Λένη........Κ.-

ΑΓΝΩΣΤΕΣ ( πιθανόν...) ΛΕΞΕΙΣ .

ΛΟΤΖΑ : Λέξη-όρος , που προφανώς μπήκε στο λεξιλόγιό μας , σαν..κατάλοιπο της Ιταλικής κατοχής , σημαίνει , κατά την εγκυκλοπαίδεια : α ) . μεγάλη αίθουσα , διάδρομος , συνήθως σε όροφο , που στην εξωτερική πλευρά της διαμορφώνονται τοξοστοιχίες , εξώστες κλπ. β) . υπόστεγο , υαλόφρακτο παράπηγμα . γ ). θεωρείο θεάτρου . δ ). το Προξενείο της Γένουας και της Βενετίας στην Κύπρο , απ' όλα αυτά...διαλέγετε και παίρνετε....πάντως ισχύει το ..β , χωρίς..βεβαίως..βεβαίως να είναι...υαλόφρακτο , το..παράπηγμα .

ΓΑΛΙΚΑ : Πελώριο κοφίνι , από καλάμι , που το χαμε ειδικά για τη μεταφορά των σταφυλιών , σήμερα μπορεί κανείς να δει γαλίκες στους φούρνους , τις χρησιμοποιούν για να μεταφέρουν τα ψωμιά , γιατί είναι ιδανικές , λόγω του...εξαερισμού τους , κι' έτσι τα ψωμιά , όταν είναι φρέσκα και ζεστά , δεν νοτίζονται και παραμένουν τραγανά .

ΚΛΕΙΔΟΠΙΝΑΚΟ : Ένα ξύλινο σκεύος , στρογγυλό , με καπάκι , που σφράγιζε..αερο..υδατοστεγώς , το χρησιμοποιούσαν οι εργαζόμενοι για να παίρνουν μαζί τους φαγητά , που είχαν ...ζμάκι , γιατί δεν ..έχαναν..καθόλου , το κλειδοπίνακο ήταν το...τάπερ της τότε..εποχής....γινόταν από σκληρό ξύλο , με προέλευση τη Θεσσαλία , κυρίως την περιοχή της Ραψάνης .    

ΚΟΤΡΙΔΙΑ : Ήταν τα μικρά , λιγόρογα και αραιόρογα ..τσαμπάκια σταφυλιών , που οι τρυγητάδες δεν τα μάζευαν , γιατί ήταν..άνευ...αξίας , συνήθως είχαν λίγες και πολύ μικρότερες , απ' τις συνηθισμένες , ρόγες..

   Καλό  σας  βράδυ , να  περνάτε  καλά

Απ’ το “ Λιδωρίκι “ με  αγάπη  και…νοσταλγία …Κ.Κ.-

2.9.12

Ο ΤΡΥΓΟΣ


     ΔΩΡΙΚΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

Θέρος...τρύγος..πόλεμος..έλεγαν οι παλιότεροι..

  Σε κάθε χωριό και περιοχή της επαρχίας μας , υπάρχουν τοπικές , διαφορετικές συνήθειες γύρω απ' τον τρύγο γενικά , και αναφέρονται στην καλλιέργεια και το είδος των αμπελιών , στο φύλαγμα των σταφυλιών απ' το δραγάτη , τον αγροφύλακα δηλαδή , στο χρόνο του τρύγου και ένα σωρό άλλες εργασίες γύρω απ' την αμπελοκαλλιέργεια .

   Όλες όμως οι δουλειές γύρω απ' τον τρύγο γίνονταν με τον παρακάτω περίπου τρόπο .

   Μπαίνοντας ο Τρυγητής , ο Σεπτέμβρης δηλαδή , άρχιζε μια ασυνήθιστη κινητοποίηση σε κάθε σπίτι . Άλλος πλένει και ρουπώνει τα βαρέλια και την κάδη , άλλος ετοιμάζει τις κοφίνες , άλλος συγυρίζει το πατητήρι η τον κοφινέλο .

   Όσοι όμως είχαν την ατυχία να τους ξινίσουν τα κρασιά της προηγούμενης χρονιάς , έχουν τώρα παραπανήσιες δουλειές , θα πρέπει να καθαρίσουν καλά τα βαρέλια τους , κι' αυτό γίνεται μόνο με το κάψιμο , φωνάζουν λοιπόν τον βαενά ( βαρελά ) , για να ξεφουντώσει και να κάψει τα βαρέλια .

   Εκείνος βγάζει το φούντωμα , δηλαδή τη μια κυκλική βάση ύστερα καίει το εσωτερικό του βαρελιού , ανάβοντας μέσα φωτιά με κοντοπούρνια ( κλάρες χαμηλών πουρναριών ) καίγοντας καλά το εσωτερικό , μέχρις ότου να μη δέχεται το χέρι ν' ακουμπήσει στην εξωτερική πλευρά του βαρελιού .

   Το βγαλμένο φούντωμα , καίγεται πάνω στην πυροστιά .

   Μετά το κάψιμο γίνεται ένα καλό ξύσιμο , πλύσιμο και απολύμανση με ατμούς θειαφιού .

   Υπήρχαν πολλοί και καλοί βαενάδες στην επαρχία μας , που ξέραν την τέχνη , από πάππου προς πάππου , έφτιαχναν κάδες , βαρέλια , νεροβάρελα κι' άλλα ξύλινα δοχεία , ακόμα βαρέλια έφτιαχναν και οι σαμαράδες που πετάλωναν και τα άλογα .

   Στο Λιδορίκι υπήρχαν δυο σαμαράδικα , ένα στις Λάκκες , το είχε ο Γιάννης ο Μποβιάτσης με τον πεθερό του τον Θανάση Χορταριά , ή..Φαρμακαντέρη , και πιο πάνω κάτω απ' τα σχολεία , οι Αδελφοί , Θανάσης και Χρήστος Παλούκης , βέβαια από χρόνια έσβησε το επάγγελμα αυτό , αφού..έφυγαν κι' οι μαστόροι .

   Ένας μάστορας βαενάς κάπως έτσι " χτίζει " την κάδη και τα βαρέλια , που γίνονται με ξύλα " δέντρινα " ( δρύινα ) και ξύλα καστανιάς .

   Ετοιμάζει καλά τις δούγες ( μπλάνισμα , γράδιασμα ) , καρφώνει τα ξύλα της βάσης , καλά μπλανισμένα και ταιριασμένα , πάνω σε δυο άλλα , ώστε να μένουν σταθερά . Ύστερα μετράει το συνολικό μήκος , που έχουν οι γράδοι ( αυλακιές ) στις δούγες , μ' ένα σπάγγο , διπλώνει το σπάγγο στα έξι και μ' ένα κέντρο στα ξύλα της βάσης και ακτίνα το έκτο του σπάγγου γράφει περιφέρεια κύκλου , που θα είναι και η περιφέρεια της βάσης της κάδης .

   Σ' αυτή κόβονται τα ξύλα της βάσης , η πρώτη δούγα τοποθετείται και καρφώνεται . Δένεται στην κορυφή ένα στεφάνι από μέσα κι' ένα απ' έξω , ενώ ένα άλλο περνάει απ' έξω και καταλήγει στη βάση .

Οι δούγες έχουν πλάτος από εφτά μέχρι δέκα εκατοστά .

   Το τελικό σφίξιμο γίνεται από τα στεφάνια και μια εφεδρική δούγα , που προστίθεται πέρα απ' τις μετρημένες .

   Τη μέρα του τρύγου , όλοι του σπιτιού είναι σε κίνηση , ορόσημο για το μεγάλο πανηγύρι του τρύγου θεωρούνταν η μέρα του Σταυρού , στις 14 Σεπτεμβρίου .

   ...Στο αμπέλι του καθένας τρυγάει με τα μικρά κλαδευτηράκια του τρύγου , και γεμίζει το καλάθι του αλλά και το...στόμα του . Μένουν μόνο τα " κοτρίδια " , για τα πουλιά , τους περαστικούς και τους κυνηγούς . Κοτρίδια είναι τα μικρά λιγόρογα τσαμπάκια , που δεν αξίζουν τον κόπο να μαζευτούν , τα ..κοτρίδια σε πολλά μέρη της Ελλάδας , και κυρίως οι..Πρωτευουσιάνοι , τα λένε " καμπανάκια ". Όποιος περάσει απ' τ' αμπέλια που τρυγιούνται είναι αδύνατο να μη..φορτωθεί σταφύλια απ' τους τρυγητάδες -αμπελουργούς . Αλλά και κατά τη μεταφορά , προσφέρονται σταφύλια στους διαβάτες , στους φίλους και τους γείτονες .

   Επειδή ο τρύγος στα χωριά μας είναι ομαδικός , τρυγιούνται δηλαδή κατά περιοχή όλα τ' αμπέλια μαζί , για ν' αποφευχθεί η φθορά στα ατρύγητα , απ' τα πουλιά και τα ζώα , το χωριό είναι ξεχυμένο στ' αμπέλια και στους δρόμους κι' η ατμόσφαιρα είναι πραγματικά πανηγυρική .

   Αφήνουν τα σταφύλια να διώξουν τα..νερά τους , μια-δυο μέρες , κι' ύστερα τα πατάνε στα πατητήρια , που είναι τοποθετημένα πάνω απ' τις κάδες . Στην ίδια θέση , σε χωριά που δεν χρησιμοποιούνται τα ειδικά αυτά πατητήρια , βάζουν τον " κοφινέλο ", ξύλινο πατητήρι σε σχήμα κόλουρης πυραμίδας , με τη μικρή βάση προς τα κάτω και τον καταρράχτη στο κέντρο της κι αραιές τις πλάγιες δούγες , ώστε να φεύγουν τα τσίπουρα και ο μούστος .

   Άλλοι πάλι , στην ίδια θέση βάζουν ακόμα τον " κουρίτο " , μεγάλο κομμάτι κορμού δέντρου , κουφαλαριού , πελεκημένου σαν ..σκάφη . Σ' αυτή την περίπτωση , επειδή τα τσίπουρα δεν μπορούν να προχωρήσουν προς την κάδη , πατιούνται τα σταφύλια μέσα σε τσουβάλι και τα τσίπουρα στραγγίζουν στις καλάθες , που είναι τοποθετημένες πάνω σε καζάνια .

   Μέχρι και το 1940 , υπήρχαν πάρα πολλά αμπέλια και φυσικά και τα κρασιά ήταν πολλά . Έτσι , η μεταφορά με τα ζώα όλων των σταφυλιών για πάτημα πάνω απ' την κάδη κρατούσε μέρες . Άδειαζαν τα σταφύλια στο πάτωμα του δωματίου και τα πατούσαν λίγα-λίγα στα πατητήρια , που χύνονταν μέσα στην κάδη απ' τον καταρράχτη . Απ' τα μακρινά , απ' το χωριό αμπέλια , η μεταφορά των σταφυλιών ήταν αδύνατη και γι' αυτό τα πατούσαν σε πατητήρια πρόχειρα , τοποθετημένα στην άκρη τ' αμπελιού και μετέφεραν το μούστο μέσα στις μουστιές , τα ζωικής προελεύσεως δοχεία , τις γνωστές " γιδιές " .

   Από το μούστο " κόβουν " πετιμέζι και φκιάχνουν μουσταλευριά και σουντζούκια ( αρμαθιασμένα σούμπρα καρυδιών , περασμένα σε κλωστή , αρμάθα , που βουτιούνται πολλές φορές μέσα στο κακάβι , που " δένεται " η μουσταλευριά . Τα καρύδια σκεπάζονται από πολλά στρώματα μουσταλευριάς , αφήνονται να στεγνώσουν στον αέρα και στον ίσκιο , και γίνονται ένα πολύ νόστιμο γλύκισμα που τρώγεται , συνήθως , το χειμώνα , με τα κρύα .

   Σε όλο το διάστημα του τρύγου ( μάζεμα , μεταφορά , πάτημα σταφυλιών )υπάρχει διάχυτη η χαρά και η ευχαρίστηση αλλά και η ευθυμία στα πρόσωπα όλων , και φυσικά τα δημοτικά τραγούδια δίνουν και...παίρνουν...

   Ποιός δεν γνωρίζει στη Δωρίδα το γνωστό δημοτικό τραγούδι :

        " Αμπέλι μου πλατύφυλλο και κοντοκλαδεμένο

          για δεν ανθείς , για δεν..καρπείς ,

          σταφύλια για δεν κάνεις... "

                          η...το :

       " Μπαίνω μες στ' αμπέλι σαν νοικοκυρά ,

         να κι' ο νοικοκύρης που ‘ρχεται..κοντά..."

Μπαίνοντας ο μούστος στα βαρέλια , ύστερα από λιγοήμερο βράσιμο στην κάδη ή και καθόλου ( το γνωστό κρασί " πάτα-τράβα " ), δέχεται και το ..ρετσινάκι του σε ποσοστό δύο στα εκατό ( 2%) για το καθάρισμα - λαμπικάρισμα , κι' αρωμάτισμα του κρασιού .

...Μετά το βράσιμο του μούστου μέσα στα βαρέλια , κάπου σαράντα μέρες , με μεγάλη προσοχή γίνεται το τάπωμα του βαρελιού με λειωμένο ρετσίνι η με ειδική κόλλα , και γίνεται με τον εξής τρόπο :

Παίρνουν στάχτη και την ξαρίζουν καλά . Την ανακατεύουν με λειωμένη γλίνα χοιρινού ( λίπος ) και τη χτυπάνε , όπως τ' ασπράδι του αυγού . Το μείγμα γίνεται σαν κόλλα και μ' αυτή κλείνουν καλά την τάπα του βαρελιού . Για να αποφύγουν δε , τη δημιουργία μικρών οπών , απ' την πίεση των αερίων που δημιουργούνται απ' τη ζύμωση , πάνω απ' το μείγμα ( κόλλα ) βάζουν και ψιλή άμμο , έτσι και το αέριο φεύγει και το άνοιγμα κλείνει αμέσως .

   Στα ορεινά χωριά , τα περισσότερα κρασιά προέρχονται από " σηκώματα " και οπωσδήποτε από κλήματα , που λόγω του υψομέτρου και της μορφολογίας του εδάφους , , δέχονται πολλές βροχές κι έχουν νερά . Έτσι έχουν λίγους βαθμούς και τα κρασιά - κοκκινέλια συνήθως - είναι ελαφρά , χαμηλόβαθμα , τα κρασιά όμως της παραλιακής Δωρικής ζώνης , είναι πιο δυνατά και ανοιχτόχρωμα .

   Ως το 1940 , που τα χωριά μας ήταν γεμάτα κόσμο , η αμπελοκαλλιέργεια στη Δωρίδα ήταν σε άνθιση , τα τοπωνύμια και τα σχετικά με την αμπελουργία και το κρασί αντικείμενα , διάσπαρτα γύρω από κάθε χωριό , μαρτυρούν την έκταση , παλιότερα , της αμπελοκαλλιέργειας . Ακόμα , στα έγγραφα των αγωνιστών του 1821 , βλέπουμε τα μοναστήρια της περιοχής να' ναι αποθήκες , όχι μόνον τροφίμων , αλλά και κρασιών , που προέρχονταν από "μοναστηριακά αμπέλια " . Αλλά και περιοχές και χωριά ακόμα έχουν πάρει το όνομά τους απ' την καλλιέργεια του αμπελιού , όπως το " Κλημάκι " στο Κροκύλειο , το Κλήμα , κοντά στο Κάλλιο και τα Κλήματα , χωριά ανατολικά του Ευπαλίου .

   Χαρακτηριστικό της αγάπης των Δωριέων για το...κρασάκι , αλλά και της..αναγκαιότητάς του , είναι το γεγονός πως ακόμα και σήμερα οι μόνιμοι κάτοικοι της επαρχίας μας , και ειδικά στα ορεινά χωριά , το θεωρούν και το έχουν ως είδος πρώτης προτεραιότητας , πρώτης..ανάγκης , αποθηκεύοντας στα κατώγια τους , μαζί με το ψωμί και το λάδι , και το κρασί της χρονιάς , είτε αυτό προέρχεται απ' τα δικά τους αμπέλια είτε το αγοράζουν .

Kαλό  σας Κυριακόβραδο  , καλό..τρύγο  και καλά...κρασιά !!!...................Κ.Κ.-

2.9.11

Ο ΤΡΥΓΟΣ–ΔΩΡΙΚΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

 

Θέρος...τρύγος..πόλεμος..έλεγαν οι παλιότεροι..

   Σε κάθε χωριό και περιοχή της επαρχίας μας , υπάρχουν τοπικές , διαφορετικές συνήθειες γύρω απ' τον τρύγο γενικά , και αναφέρονται στην καλλιέργεια και το είδος των αμπελιών , στο φύλαγμα των σταφυλιών απ' το δραγάτη , τον αγροφύλακα δηλαδή , στο χρόνο του τρύγου και ένα σωρό άλλες εργασίες γύρω απ' την αμπελοκαλλιέργεια .

   Όλες όμως οι δουλειές γύρω απ' τον τρύγο γίνονταν με τον παρακάτω περίπου τρόπο .

   Μπαίνοντας ο Τρυγητής , ο Σεπτέμβρης δηλαδή , άρχιζε μια ασυνήθιστη κινητοποίηση σε κάθε σπίτι . Άλλος πλένει και ρουπώνει τα βαρέλια και την κάδη , άλλος ετοιμάζει τις κοφίνες , άλλος συγυρίζει το πατητήρι η τον κοφινέλο .

   Όσοι όμως είχαν την ατυχία να τους ξινίσουν τα κρασιά της προηγούμενης χρονιάς , έχουν τώρα παραπανήσιες δουλειές , θα πρέπει να καθαρίσουν καλά τα βαρέλια τους , κι' αυτό γίνεται μόνο με το κάψιμο , φωνάζουν λοιπόν τον βαενά ( βαρελά ) , για να ξεφουντώσει και να κάψει τα βαρέλια .

   Εκείνος βγάζει το φούντωμα , δηλαδή τη μια κυκλική βάση ύστερα καίει το εσωτερικό του βαρελιού , ανάβοντας μέσα φωτιά με κοντοπούρνια ( κλάρες χαμηλών πουρναριών ) καίγοντας καλά το εσωτερικό , μέχρις ότου να μη δέχεται το χέρι ν' ακουμπήσει στην εξωτερική πλευρά του βαρελιού .

   Το βγαλμένο φούντωμα , καίγεται πάνω στην πυροστιά .

   Μετά το κάψιμο γίνεται ένα καλό ξύσιμο , πλύσιμο και απολύμανση με ατμούς θειαφιού .

   Υπήρχαν πολλοί και καλοί βαενάδες στην επαρχία μας , που ξέραν την τέχνη , από πάππου προς πάππου , έφτιαχναν κάδες , βαρέλια , νεροβάρελα κι' άλλα ξύλινα δοχεία , ακόμα βαρέλια έφτιαχναν και οι σαμαράδες που πετάλωναν και τα άλογα .

   Στο Λιδορίκι υπήρχαν δυό σαμαράδικα , ένα στις Λάκκες , το είχε ο Γιάννης ο Μποβιάτσης με τον πεθερό του τον Θανάση Χορταριά , η..Φαρμακαντέρη , και πιο πάνω κάτω απ' τα σχολεία , οι Αδελφοί , Θανάσης και Χρήστος Παλούκης , βέβαια από χρόνια έσβησε το επάγγελμα αυτό , αφού..έφυγαν κι' οι μαστόροι .

   Ένας μάστορας βαενάς κάπως έτσι " χτίζει " την κάδη και τα βαρέλια , που γίνονται με ξύλα " δέντρινα " ( δρύινα ) και ξύλα καστανιάς .

   Ετοιμάζει καλά τις δούγες ( μπλάνισμα , γράδιασμα ) , καρφώνει τα ξύλα της βάσης , καλά μπλανισμένα και ταιριασμένα , πάνω σε δυο άλλα , ώστε να μένουν σταθερά . Ύστερα μετράει το συνολικό μήκος , που έχουν οι γράδοι ( αυλακιές ) στις δούγες , μ' ένα σπάγγο , διπλώνει το σπάγγο στα έξι και μ' ένα κέντρο στα ξύλα της βάσης και ακτίνα το έκτο του σπάγγου γράφει περιφέρεια κύκλου , που θα είναι και η περιφέρεια της βάσης της κάδης .

   Σ' αυτή κόβονται τα ξύλα της βάσης , η πρώτη δούγα τοποθετείται και καρφώνεται . Δένεται στην κορυφή ένα στεφάνι πο μέσα κι' ένα απ' έξω , ενώ ένα άλλο περνάει απ' έξω και καταλήγει στη βάση .

Οι δούγες έχουν πλάτος από εφτά μέχρι δέκα εκατοστά .

   Το τελικό σφίξιμο γίνεται από τα στεφάνια και μια εφεδρική δούγα , που προστίθεται πέρα απ' τις μετρημένες .

   Τη μέρα του τρύγου , όλοι του σπιτιού είναι σε κίνηση , ορόσημο για το μεγάλο πανηγύρι του τρύγου θεωρούνταν η μέρα του Σταυρού , στις 14 Σεπτεμβρίου .

   ...Στο αμπέλι του καθένας τρυγάει με τα μικρά κλαδευτηράκια του τρύγου , και γεμίζει το καλάθι του αλλά και το...στόμα του . Μένουν μόνο τα " κοτρίδια " , για τα πουλιά , τους περαστικούς και τους κυνηγούς . Κοτρίδια είναι τα μικρά λιγόρογα τσαμπάκια , που δεν αξίζουν τον κόπο να μαζευτούν , τα ..κοτρίδια σε πολλά μέρη της Ελλάδας , και κυρίως οι..Πρωτευουσιάνοι , τα λένε " καμπανάκια ". Όποιος περάσει απ' τ' αμπέλια που τρυγιούνται είναι αδύνατο να μη..φορτωθεί σταφύλια απ' τους τρυγητάδες -αμπελουργούς . Αλλά και κατά τη μεταφορά , προσφέρονται σταφύλια στους διαβάτες , στους φίλους και τους γείτονες .

   Επειδή ο τρύγος στα χωριά μας είναι ομαδικός , τρυγιούνται δηλαδή κατά περιοχή όλα τ' αμπέλια μαζί , για ν' αποφευχθεί η φθορά στα ατρύγητα , απ' τα πουλιά και τα ζώα , το χωριό είναι ξεχυμένο στ' αμπέλια και στους δρόμους κι' η ατμόσφαιρα είναι πραγματικά πανηγυρική .

   Αφήνουν τα σταφύλια να διώξουν τα..νερά τους , μια-δυό μέρες , κι' ύστερα τα πατάνε στα πατητήρια , που είναι τοποθετημένα πάνω απ' τις κάδες . Στην ίδια θέση , σε χωριά που δεν χρησιμοποιούνται τα ειδικά αυτά πατητήρια , βάζουν τον " κοφινέλο ", ξύλινο πατητήρι σε σχήμα κόλουρης πυραμίδας , με τη μικρή βάση προς τα κάτω και τον καταρράχτη στο κέντρο της κι αραιές τις πλάγιες δούγες , ώστε να φεύγουν τα τσίπουρα και ο μούστος .

   Άλλοι πάλι , στην ίδια θέση βάζουν ακόμα τον " κουρίτο " , μεγάλο κομμάτι κορμού δέντρου , κουφαλαριού , πελεκημένου σαν ..σκάφη . Σ' αυτή την περίπτωση , επειδή τα τσίπουρα δεν μπορούν να προχωρήσουν προς την κάδη , πατιούνται τα σταφύλια μέσα σε τσουβάλι και τα τσίπουρα στραγγίζουν στις καλάθες , που είναι τοποθετημένες πάνω σε καζάνια .

   Μέχρι και το 1940 , υπήρχαν πάρα πολλά αμπέλια και φυσικά και τα κρασιά ήταν πολλά . Έτσι , η μεταφορά με τα ζώα όλων των σταφυλιών για πάτημα πάνω απ' την κάδη κρατούσε μέρες . Άδειαζαν τα σταφύλια στο πάτωμα του δωματίου και τα πατούσαν λίγα-λίγα στα πατητήρια , που χύνονταν μέσα στην κάδη απ' τον καταρράχτη . Απ' τα μακρινά , απ' το χωριό αμπέλια , η μεταφορά των σταφυλιών ήταν αδύνατη και γι' αυτό τα πατούσαν σε πατητήρια πρόχειρα , τοποθετημένα στην άκρη τ' αμπελιού και μετέφεραν το μούστο μέσα στις μουστιές , τα ζωικής προελέυσεως δοχεία , τις γνωστές " γιδιές " .

   Από το μούστο " κόβουν " πετιμέζι και φκιάχνουν μουσταλευριά και σουντζούκια ( αρμαθιασμένα σούμπρα καρυδιών , περασμένα σε κλωστή , αρμάθα , που βουτιούνται πολλές φορές μέσα στο κακάβι , που " δένεται " η μουσταλευριά . Τα καρύδια σκεπάζονται από πολλά στρώματα μουσταλευριάς , αφήνονται να στεγνώσουν στον αέρα και στον ίσκιο , και γίνονται ένα πολύ νόστιμο γλύκισμα που τρώγεται , συνήθως , το χειμώνα , με τα κρύα .

   Σε όλο το διάστημα του τρύγου ( μάζεμα , μεταφορά , πάτημα σταφυλιών )υπάρχει διάχυτη η χαρά και η ευχαρίστηση αλλά και η ευθυμία στα πρόσωπα όλων , και φυσικά τα δημοτικά τραγούδια δίνουν και...παίρνουν...

   Ποιός δεν γνωρίζει στη Δωρίδα το γνωστό δημοτικό τραγούδι :

        " Αμπέλι μου πλατύφυλλο και κοντοκλαδεμένο

          για δεν ανθείς , για δεν..καρπείς ,

          σταφύλια για δεν κάνεις... "

                          η...το :

       " Μπαίνω μες στ' αμπέλι σαν νοικοκυρά ,

         να κι' ο νοικοκύρης που ‘ρχεται..κοντά..."

Μπαίνοντας ο μούστος στα βαρέλια , ύστερα από λιγοήμερο βράσιμο στην κάδη η και καθόλου ( το γνωστό κρασί " πάτα-τράβα " ), δέχεται και το ..ρετσινάκι του σε ποσοστό δύο στα εκατό ( 2%) για το καθάρισμα - λαμπικάρισμα , κι' αρωμάτισμα του κρασιού .

...Μετά το βράσιμο του μούστου μέσα στα βαρέλια , κάπου σαράντα μέρες , με μεγάλη προσοχή γίνεται το τάπωμα του βαρελιού με λειωμένο ρετσίνι η με ειδική κόλλα , και γίνεται με τον εξής τρόπο :

Παίρνουν στάχτη και την ξαρίζουν καλά . Την ανακατεύουν με λειωμένη γλίνα χοιρινού ( λίπος ) και τη χτυπάνε , όπως τ' ασπράδι του αυγού . Το μείγμα γίνεται σαν κόλλα και μ' αυτή κλείνουν καλά την τάπα του βαρελιού . Για να αποφύγουν δε , τη δημιουργία μικρών οπών , απ' την πίεση των αερίων που δημιουργούνται απ' τη ζύμωση , πάνω απ' το μείγμα ( κόλλα ) βάζουν και ψιλή άμμο , έτσι και το αέριο φεύγει και το άνοιγμα κλείνει αμέσως .

Στα ορεινά χωριά , τα περισσότερα κρασιά προέρχονται από " σηκώματα " και οπωσδήποτε από κλήματα , που λόγω του υψομέτρου και της μορφολογίας του εδάφους , , δέχονται πολλές βροχές κι έχουν νερά . Έτσι έχουν λίγους βαθμούς και τα κρασιά - κοκκινέλια συνήθως - είναι ελαφρά , χαμηλόβαθμα , τα κρασιά όμως της παραλιακής Δωρικής ζώνης , είναι πιο δυνατά και ανοιχτόχρωμα .

Ως το 1940 , που τα χωριά μας ήταν γεμάτα κόσμο , η αμπελοκαλλιέργεια στη Δωρίδα ήταν σε άνθιση , τα τοπωνύμια και τα σχετικά με την αμπελουργία και το κρασί αντικείμενα , διάσπαρτα γύρω από κάθε χωριό , μαρτυρούν την έκταση , παλιότερα , της αμπελοκαλλιέργειας . Ακόμα , στα έγγραφα των αγωνιστών του 1821 , βλέπουμε τα μοναστήρια της περιοχής να' ναι αποθήκες , όχι μόνον τροφίμων , αλλά και κρασιών , που προέρχονταν από "μοναστηριακά αμπέλια " . Αλλά και περιοχές και χωριά ακόμα έχουν πάρει το όνομά τους απ' την καλλιέργεια του αμπελιού , όπως το " Κλημάκι¨" στο Κροκύλειο , το Κλήμα , κοντά στο Κάλλιο και τα Κλήματα , χωριά ανατολικά του Ευπαλίου .

Χαρακτηριστικό της αγάπης των Δωριέων για το...κρασάκι , αλλά και της..αναγκαιότητάς του , είναι το γεγονός πως ακόμα και σήμερα οι μόνιμοι κάτοικοι της επαρχίας μας , και ειδικά στα ορεινά χωριά , το θεωρούν και το έχουν ως είδος πρώτης προτεραιότητας , πρώτης..ανάγκης , αποθηκεύοντας στα κατώγια τους , μαζί με το ψωμί και το λάδι , και το κρασί της χρονιάς , είτε αυτό προέρχεται απ' τα δικά τους αμπέλια είτε το αγοράζουν .

Kαλή  σας μέρα , καλό..τρύγο  και καλά...κρασιά !!!...................Κ.-