Showing posts with label ΣΜΥΡΝΗ. Show all posts
Showing posts with label ΣΜΥΡΝΗ. Show all posts

17.4.16

Η ΨΗΦΙΑΚΗ ΣΜΥΡΝΗ ΑΝΟΙΓΕΙ ΤΙΣ ΠΥΛΕΣ ΤΗΣ


5
Το WE σας ξεναγεί σε ένα ψηφιακό ταξίδι στην ιστορία της Σμύρνης μέσα από πλούσιο φωτογραφικό υλικό και βίντεο
Ιωάννα Μπρατσιάκου
Απρίλιος 16 2016 07:57
 
Μια γέφυρα ιστορίας που συνδέει τη Σμύρνη με τη Νέα Σμύρνη δημιουργεί το Ψηφιακό Μουσείο που ανοίγει τις πύλες του στο κοινό τη Δευτέρα 18 Απριλίου, παρουσία του προέδρου της Δημοκρατίας, Προκόπη Παυλόπουλου. Πρόκειται για την πρώτη μόνιμη συλλογή, που αναδεικνύει την ιστορία των Σμυρνιών με έμφαση στην ιστορική συνέχεια, μέσα από αρχειακό υλικό, ήχο, βίντεο, εφημερίδες, φωτογραφίες, διάδραση και δυνατότητα αναζήτησης πληροφορίας από τον επισκέπτη, ο οποίος παρακολουθεί την ιστορία της πόλης από την αρχαιότητα ως και σήμερα, περνώντας από την Καταστροφή και την Προσφυγιά, ακολουθώντας την τύχη των Σμυρνιών και τα ίχνη τους σε κάθε σημείο εξάπλωσής τους, αποτυπώνοντας την προσπάθεια επανίδρυσης μια νέας πόλης και τελικά την εγκατάστασή τους στη Νέα Σμύρνη. Κάποιες από τις κατηγορίες θεμάτων που θίγονται κατά την περιήγηση του επισκέπτη στο νέο Ψηφιακό Μουσείο είναι η ιστορία της Σμύρνης δια μέσου των αιώνων, η οικονομική ανάπτυξη, η συνύπαρξη εθνοτικών και θρησκευτικών κοινοτήτων, η συνάντηση Ανατολής και Δύσης και η σύγκλιση της παράδοσης με τον εκσυγχρονισμό, διατρέχοντας την πόλη των εμπόρων, τα γήπεδα, τα αθλητικά σωματεία, τα τοπόσημα και φθάνοντας ως τη γέννηση της νέας πόλης.
AdTech Ad
"Το 60% των εκθεμάτων αφορούν στη Σμύρνη και τη ευρύτερη περιοχή της Μικράς Ασίας, το δε 40% στην ίδρυση της πόλης της Νέας Σμύρνης, τη εξέλιξή της, τα σύμβολά της (η Αγία Φωτεινή, ο Πανιώνιος, η Ευαγγελική Σχολή, το  Ιωσηφόγλειο κλπ) και το πως μεταφέρθηκαν, μεταλαμπαδεύτηκαν και ήρθαν με τους πρόσφυγες εδώ. Είναι η πρώτη μόνιμη ψηφιακή συλλογή που δίνει και απόλυτη αίσθηση ιστορικής συνέχειας" επισημαίνει στο WE του News247 o κύριος Βαγγέλης Χατζατουριάν, υπεύθυνος του Μουσείου, αντιδήμαρχος και πρόεδρος του Πολιτιστικού Οργανισμού Νέας Σμύρνης.
Ο κύριος Χατζατουριάν είχε την ιδέα της δημιουργίας μιας μόνιμης συλλογής πριν από μία δεκαετία και σήμερα είναι ιδιαίτερα χαρούμενος και περήφανος που την βλέπει να υλοποιείται και το έργο να ολοκληρώνεται μετά από τόσα χρόνια. "Ξεκινήσαμε το 2007 και η μεγαλύτερη δυσκολία όλα αυτά τα χρόνια ήταν αποκλειστικά και μόνο το γραφειοκρατικό και δημοσιονομικό κομμάτι. Το έργο κόστισε σχεδόν 800.000 ευρώ, εκ των οποίων τα μισά χρήματα ήταν από το ΕΣΠΑ. Πέσαμε ακριβώς πάνω στην κρίση, το έργο μπήκε και βγήκε πάρα πολλές φορές από το φάκελο του υπουργείου προκειμένου να εγκριθεί ή όχι. Τελικά καταφέραμε και εγκρίθηκε, διότι συμφωνήσαμε τα άλλα μισά χρήματα να τα βάλουμε εμείς ως δήμος προκειμένου να μην χάσουμε το έργο".


Αρμένικης καταγωγής ο ίδιος, ο κύριος Χατζατουριάν έχει μια ιδιαίτερη ευαισθησία σε θέματα πολιτιστικής κληρονομιάς, όπως και οι περισσότεροι συνδημότες του. "Ο Δήμος διέθετε ούτως ή άλλως μια συλλογή 1200 φωτογραφιών και ήδη από τον αρχικό μας σχεδιασμό είχαμε εντοπίσει όλους τους πιθανούς φορείς επιπλέον υλικού. Βρήκαμε σπάνιο υλικό, που πρώτη φορά θα παρουσιαστεί μέσα από το μουσείο και γι αυτό είμαστε πολύ ικανοποιημένοι", σημειώνει.
Το αρχειακό και φωτογραφικό υλικό αντλήθηκε από την Εθνική Βιβλιοθήκη, το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, το Μουσείο Μπενάκη, τη Βιβλιοθήκη της Βουλής, τα Γενικά Αρχεία του Κράτους, τη Γεννάδειο, το Κέντρο Μικρασιατικού Ελληνισμού Νέας Ιωνίας, το ΕΛΙΑ και άλλους ελληνικούς και διεθνείς φορείς, όπως η Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου και το Μουσείο Γενοκτονίας των Αρμενίων. Συν ένα πλήθος ιδιωτικών συλλογών.
Ιδιώτες Σμυρνιοί, απόγονοι δεύτερης και τρίτης γενιάς ανθρώπων που είχαν ζήσει τα γεγονότα, έμαθαν για το εγχείρημά μας και έφερναν έστω μία φωτογραφία, ένα κειμήλιο, οπότε συλλέξαμε αρκετά πλούσιο υλικό, ντοκουμέντα ακόμα και από την περίοδο της σφαγής.




Ο κύριος Χατζατουριάν και προσθέτει πως ένα ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο του νέου Μουσείου είναι η δυνατότητα των πολιτών να συμβάλλουν στη συλλογή τεκμηρίων, προσφέροντας οι ίδιοι τα δικά τους εκθέματα. Στόχος είναι οποιοδήποτε κειμήλιο να αποτελέσει αρχειακό υλικό \ και στη συνέχεια να ψηφιοποιείται και να εκτίθεται με την επωνυμία της  οικογένειας, δημιουργώντας ένα χώρο μνήμης σημαντικό για τις ημέρες της κρίσης που διανύουμε, καθώς οι άνθρωποι αναζητούν ακόμη περισσότερο την επαφή με τις ρίζες τους. "Το μουσείο συνεχώς θα εμπλουτίζεται και θα είναι διαδραστικό στο τρόπο λειτουργίας. Πιστεύω ότι όσο αυτό θα γίνεται γνωστό στο ευρύ κοινό, τόσο περισσότερος κόσμος που έχει τα βιώματα -έμμεσα ή άμεσα- θα έχει και τη διάθεση να συνεισφέρει και να συμβάλει για να γίνει ακόμα πιο πλήρες το εγχείρημα".
Τέλος ρωτάμε τον κύριο Χατζατουριάν αν θεωρεί πως η ιστορία της Σμύρνης μπορεί να μεταφέρει και ένα μήνυμα για την προσφυγική κρίση που δοκιμάζει σήμερα τη χώρα μας και τους χιλιάδες πρόσφυγες που βρίσκονται στα εδάφη της. "Νομίζω ότι ο Έλληνας, πόσο μάλλον ο Νεοσμυρνιός, έχει από μόνος του μια ευαισθησία διότι έχει ζήσει στο πετσί του, έχει βιώσει τι θα πει προσφυγιά. Μπορεί να ταλαιπωρείται, μπορεί, μπορεί… αλλά σίγουρα αντιμετωπίζει με μία καταρχήν ανθρώπινη συμπόνια το δράμα των προσφύγων που έρχονται κυρίως από τη Συρία και τις άλλες χώρες. Δεν μπορεί να μην έχεις ευαισθησία τη στιγμή που κι εσύ ήσουν πρόσφυγας και μάλιστα σε μια στιγμή ιστορική, σε μια σφαγή, σε μια γενοκτονία, ίσως τη μεγαλύτερη του 20ου αιώνα μετά από αυτή των Αρμενίων".









Ψηφιακό Μουσείο Νέας Σμύρνης
Ωρες και Μέρες Λειτουργίας
ΔΕΥΤΕΡΑ - ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ: 10:00 - 14:00 και 18:00 - 20:00
ΣΑΒΒΑΤΟ: 10:00 - 14:00
Για ραντεβού ή για ομαδικές επισκέψεις: 210 9355.771
Eλευθερίου Βενιζέλου
87, 171 21 Νέα Σμύρνη
Τηλ.: 210 9355.771
www. smyrnimuseum.gr
news247.gr

21.2.16

ΠΩΣ ΕΦΥΓΑ ΑΠ' ΤΗ ΣΜΥΡΝΗ ΤΟ '22


http://mikrasiatis.gr/

smyrnilif
Η αληθινή μαρτυρία του Αλέξη Αλεξίου που έφτασε πρόσφυγας στην Ελλάδα το ‘22 ζώντας τις αγριότητες που σήμερα η ανθρωποτητα ξαναζεί.
Γεννήθηκα στη Σμύρνη το 1910, στη συνοικία Αγίας Αικατερίνης, κόντά στον κινηματογράφο «Φοίνικα» απέναντι στο μπακάλικο του Πανανού του Μπιτσακτσή.
Ο πατέρας μου ήταν μανιφατουριέρης, που λένε εδώ, είχε εμπορικό, κοντά στον Άη Γιώργη, ο δε παππούλης μου ήταν ο περίφημος παιχνιδάτορας, που έπαιζε βιολί, ο Γιάγκος ο Βλάχος. Για να μάθω γράμματα στην αρχή με στείλαν οι γονείς μου στο σχολείο του Νεστορίδη και συνέχεια στου Πασχάλη. Θυμούμαι που μας μαθαίνανε και τραγουδούσαμε τον εθνικό μας ύμνο μ’ ελληνικά λόγια, αλλά στη μελωδία του αγγλικού ύμνου: «ο Θεός σώζει τον βασιλέα».
Κάναμε γιορτές κάθε 25 Μαρτίου∙ ντυνόμασταν τσολιάδες και με άλλες εθνικές ενδυμασίες τα κορίτσια. Αφού βέβαια ο διευθυντής της Σχολής Νεστορίδη έβαζε φύλακες όξω από το σχολείο. Δύο Μαίου του 1919 έγινε η ελληνική Κατοχή. Πήγα στο «Quai» με τους γονείς μου. Όλη η Σμύρνη γιόρταζε, ήταν σαν Πάσχα, ακούγονταν κανονιές από τα καράβια, παντού κυμάτιζε η γαλανόλευκη. Όλοι φορούσαμε στο στήθος μας εθνικές κονκάρδες. Όλοι τρέχαν στην προκυμαία κοπάδια, κοπάδια∙ ξεφώνιζαν και τραγουδούσαν. Όλοι βιάζονταν να δούνε τα ευζωνάκια, τον ελληνικό στρατό, τα ελληνικά καράβια: τον «Αβέρωφ», τον «Ατρόμητο», το «Λέοντα».
Έζησα τις αξέχαστες στιγμιές της λευτεριάς. Εμείς δεν πήραμε είδηση τη μάχη που δόθηκε, γιατί δεν ήμασταν προς το κονάκι αλλ΄ αντίθετα μετά από το θέατρο Σμύρνης, προς την Πούντα. Αργότερα μάθαμε ότι η φάλαγγα των ευζώνων έμπαινε στην πλατεία του διοικητηρίου και την χτύπησαν από το αρχηγείο της χωροφυλακής, από τις φυλακές, από την τουρκική συνοικία. Χτυπήθηκαν δέκα ευζωνάκια∙ τα δύο πέθαναν και πάρα πολύς κόσμος πνίγηκε στη θάλασσα από το σπρώξιμο που κάναν, γιατί θέλαν να φύγουν γρήγορα να σώσουν τη ζωή τους. Τα τάγματα ευζώνων σταμάτησαν την αντίσταση. Κοντά στο σπίτι μας βρισκόταν το γήπεδο του αθλητικού ομίλου Απόλλων Σμύρνης∙ εκεί είχε στραποδεύσει ελληνικός στρατός.
Η μητέρα μου από ενθουσιασμό κι αγάπη για τα νέα παλικάρια μου έδινε και τους πήγαινα, μαζί με άλλα παιδιά, διάφορα εκλεκτά τρόφιμα.   Τα πρώτα μηνύματα της Καταστροφής μας ήρθαν με την οπισθοχώρηση του στρατού μας. Είδα αξιωματικούς στο δρόμο που ξύλωναν και πετούσαν τα γαλόνια και τα παράσημα τους, κι εγώ ζητούσα ο ανόητος από τους γονείς μου να μου βρούνε τέτοια γαλόνια κι εκείνοι αγανακτισμένοι με ξυλοφόρτωσαν. Τα σημάδια της Καταστροφής ήταν ακόμα πιο έντονα, όταν φθάσαν από τα Θείρα συγγενείς μας κατατρεγμένοι και τους φιλοξενήσαμε.
Μετά από λίγες μέρες κάναν την εμφάνιση τους τα ταγκαλάκια (Ταγκαλάκια ονομάζανε τους Τούρκους χωρικούς με κοντά βρακιά και γκέτες που είχε επιστρατέψει ο Κεμάλ). Ο κόσμος τρομοκρατήθηκε. Πότε-πότε ακούγονταν και μακρινές κανονιές. Είπαν οι δικοί μου πως ο Πλαστήρας πολεμά στην περιοχή του Τσεσμέ. Εκεί στις συζητήσεις των μεγάλων άκουα για τους Τσέτες∙ όσο περνούσαν οι μέρες καταλάβαινα ότι κάτι μεγάλο κακό ήταν να γίνει, γιατί κάθε βράδυ οι γονείς μου έπαιρναν εμένα, τον αδερφό μου και την αδερφή μου που ήταν λεχούδι και πηγαιναμε και κοιμόμασταν σε μια φράγκικη οικογένεια στο φαρδύ της Καθεδράλης, γιατί η κυρία του σπιτιού ήταν φιλενάδα της μητέρας μου. Μέναμε στο δώμα και κάθε πρωί που ηπηγαίναμε πίσω στο σπίτι μας ήταν αδύνατο να μη δούμε στους δρόμους ανθρώπους με τα νυχτικά τους, τους οποίους χτυπούσαν με τους υποκόπανους και τους παίρναν τα ταγκαλάκια
. Ένα μεσημέρι έγινε μεγάλη φασαρία και κακό, μαθεύτηκε ότι οι Τούρκοι βάλαν φωτιά στην συνοικία της Αρμενίας. Είχα ένα προαίσθημα. Μια κατάθλιψη μου βάραινε τη ψυχή και δεν μπορούσα να το εξηγήσω. Δεν αργήσαμε να δούμε τους πρώτους καπνούς της φωτιάς. Δεν θυμούμαι αν την ίδια μέρα ή έπειτα από μερικές μέρες ο κόσμος άρχισε να φεύγει από τη Σμύρνη, γιατί η φωτιά όλο μεγάλωνε. Από κει φύγαμε∙ πήγαμε και μείναμε στο σπίτι της αδελφής της νενές μου που ήταν στην Πούντα, γιατί εκείνη ήταν παντρεμένη με έναν Ιταλό και βέβαια η οικογένεια της σαν ιταλική που ήταν, ήταν εξασφαλισμένη.
Δε θυμούμαι ούτε τους λόγους, ούτε την αιτία που ύστερα από λίγες μέρες μας πήρε ο πατέρας μου όλους, εκτός από τον παππού και τη νενέ, και ξεκινήσαμε προς την παραλία της Πούντας, όπου ήταν διάφορα κέντρα. Προχωρήσαμε ακόμη πιο πολύ∙ περάσαμε το νεκροταφείο της Σμύρνης και το γήπεδο του αθλητικού ομίλου Πανιωνίου Σμύρνης. Από κει και πέρα άρχισε να μαζεύεται χιλιάδες κόσμος σε μια πορεία στο δρόμο που ήταν κοντά στην παραλία, με κατεύθυνση προς το Μπαργιακλί.
Από το δρόμο προς τη θάλασσα ήταν διάφορα παραλιακά κέντρα. Σε ένα από αυτά είδα κάτι, που όσο ζω δεν θα το ξεχάσω∙ θα έχω τη φοβερή εικόνα, που αντίκρισα μπροστά μου. Λίγο αριστερά από το δρόμο κι έξω από ένα κέντρο είδα ένα πτώμα ανάσκελα, αποκεφαλισμένο, ντυμένο μόνο μ’ ένα πουκάμισο και μαύρο πανταλόνι∙ το κεφάλι, λίγο πιο πέρα από το σώμα, το τσιμπολογούσαν οι κότες που βόσκαν αδέσποτες.
Μια άλλη κότα ήταν ανεβασμένη στο στήθος του πτώματος και τσιμπολογούσε τον κομμένο λαιμό. Σε κάτι τραπέζια, που ήταν πάρα κάτω, ήταν πεταμένα δύο ή τρία πτώματα. Όλος αυτός οκόσμος, ο χιλιάδες κόσμος, προχωρούσε προς το Κορδελιό, γιατί διαδίδονταν πως στο Κορδελιό αράζουν διάφορα βαποράκια και σώνουν τον κόσμο. Κατά το απογευματάκι φτάξαμε στο Μπαργιακλί που κι αυτό είχε εκκενωθεί από τους κατοίκους του. Οι δρόμοι και η πλατεία του χωριού με τα πλατάνια ήταν γεμάτα από κόσμο, που κάθισε να ξαποστάσει. Ο πατέρας μου βρήκε ένα ωραίο άδειο σπίτι και πήγαμε εκεί μαζί με άλλους να περάσουμε τη νύχτα. Αφού μας άφησε, βγήκε όξω να ζητιανέψει τρόφιμα∙ θυμούμαι που μας έφερε σατσόπιτες που του δώσαν άλλοι χριστιανοί. Φαίνεται πως κάπου βρήκαν λίγο αλέυρι, κάναν όπως-όπως λίγο ζυμάρι και το ψήσαν πάνω σε λαμαρίνα με κουκουνάρες που πέφταν από τα πεύκα. Νερά είχε τρεχούμενα.
Όταν έπεσε η νύχτα, ήθελα να πάω κάπου, πριν να κοιμηθούμε. Όλα γύρω πίσσα, σκοτάδι, μέσα κι όξω. Ανάβαμε σπίρτα κι ο πατέρας μου έψαχνε να βρει το αποχωρητήριο∙ στο ίδο πάτωμα που μέναμε δεν υπήρχε∙ βρήκαμε μια σκάλα. Ανάβει κι άλλο σπίρτο στο σκοτάδι, βρήκε το αποχωρητήριο και με φώναξε να πάω. Ξεκινώ να πάω εγώ εκεί που έβλεπα τη φλόγα του σπίρτου. Το σπίρτο έσβησε, αλλά συγχρόνως σκουντούφλησα σε κάτι μαλακό∙ μπάζω τις φωνές. Ο πατέρας μου άναψε κι άλλο σπίρτο και προχωρούσε προς εμένα. Στο τρεμάμενο φως του σπίρτου είδαμε με φρίκη ότι είχα σκουντουφλήσει σ’ ένα κομμένο χέρι και λίγο πάρα κάτω είδα φευγαλέα ένα πτώμα γυναικείο. Είχε γίνει μέσα εκεί μακελειό. Ο πατέρας μου είπε να μην πω τίποτα απ’ αυτά που είδαμε στη μητέρα. Όταν έφεξε η μέρα, άρχισε ο κόσμος να φεύγει από το Μπαϊρακλί με κατεύθυνση προς το Κορδελιό κι έτσι τους ακολουθούσαμε κι εμείς∙ όπως πηγαίναμε όμως, στ’ αριστερά του παραλιακού δρόμου, είδαμε να έρχεται από το Κορδελιό προς τη Σμύρνη τούρκικη καβαλαρία, οπλισμένη με σπαθιά. Κρατούσαν ακόμη στο δεξί τους χέρι ένα ακόντιο μ’ ένα σημαιάκι στην κορφή. Στήριζαν το ακόντιο στον αναβατήρα.
Πιο πίσω ακολουθούσαν Τσέτες. Τότε μας βρήκαν τα χειρότερα∙ οι Τσέτες πέσαν απάνω στον κόσμο και κάναν όλων των ειδών τα εγκλήματα. Χτυπούσαν τους άντρες και τους ζητούσαν παράδες, και μαλαματικά από τις γυναίκες. Αρπούσαν όποια κοπέλα τους σφαντούσε (σφαντώ=κάνω εντύπωση, φαντάζω) και την ντρόπιαζαν∙ και την ντρόπιαζαν∙ φόβος και τρόμος μας έπιασε όλους. Οι καβαλαραίοι μόνο που μας τρόμαξαν, αλλά οι Τσέτες κάναν τα εγκλήματα. Ωστόσο, όπως πηγαίναμε, ένας από τους καβαλαραίους ξέκοψε από τη σειρά του, στάθηκε μπροστά στη μητέρα μου και της είπε σε καθαρά ελληνικά: «τσερά, δώσε μου τα δαχτυλίδια σου».
Ο πατέρας κρατούσε αγκαλίά την αδερφή μου κι ένα μπόγο∙ ό,τι άρπαξε φεύγοντας από το σπίτι. Η μητέρα μου από το ένα χέρι κρατούσε τον αδερφό μου, ενώ στο δεξί της χέρι βαστούσε ένα μπόγο στηρίζοντας τον στην πλάτη της, κι εγώ ένα μπόγο∙ πήγαινα κοντά στη μητέρα μου για να μη χαθούμε. Έτσι σφάνταζαν τα δαχτυλίδια της μητέρας. Σταθήκαμε και η μητέρα προσπαθούσε να βγάλει τα δαχτυλίδια. Από την ταραχή της όμως και το φόβο της δεν μπορούσε να βγάλει τα δαχτυλίδια. Τότε ο Τούρκος καβαλάρης, επειδή έχασε τη σειρά της, βιαζόταν κι ετοιμάστηκε να κόψει το δάχτυλο της μητέρας με την κάμα του. Ο πατέρας τότε σάλιωσε το δάχτυλο της κι έτσι έβγαλε τα δαχτυλίδια και τα δώσε στον εξαγριωμένο Τούρκο. Ήταν ο κόσμος θάλασσα, χιλιάδες κόσμος, που έκλαιε και βογγούσε. Προχωρούσαμε όπου προχωρούσαν όλοι, προς το Κορδελιό∙ από κει θα σωθούμε. Αλίμονο σ’ εμάς!
Η ελπίδα να σωθούμε από κει, από τη θάλασσα του Κορδελιού, χάθηκε. -Θεέ μου, λυπήσου μας, έλεγε η μητέρα κι έκλαιγε. Ο κόσμος τα ‘χασε πια, απελπίστηκε τελείως. Άλλοι κλαίγαν, άλλοι χτυπιούνταν καοι μοιρολογούσαν κι άλλοι σέρναν τα πόδια τους και σώπαιναν. Ο βόγγος, ο θρήνος έγιναν ένα δυνατό βουητό. Σε μια στιγμή δεν πιστεύαμε τα μάτια μας∙ γυναίκες πολλές, μια σειρά ατελείωτη από το μπουλούκι που ερχόνταν από το Κορδελιό, σπρώχνοντας η μία την άλλη και σκύφτοντας, τραβούσαν κατά τους ψηλούς βράχους, εκεί στα Πετρωτά. Ώσπου να καλοκαταλάβεις, πηδούσαν και χάνονταν μέσα στη θάλασσα. Πολλές κρατούσαν αγκαλιά και τα μωράκια τους. Πλάι τους, πάνω από τα κεφάλια τους, ήταν οι Τσέτες, έτοιμοι να τις ντροπιάσουν, και ήθελαν να γλυτώσουν από τα χέρια τους, να πέσουν όσο πιο γρήγορα γινόταν στο γκρεμό, να χαθούνε.
Η εικόνα αυτή ύστερα από τόσα χρόνια ούτε έσβησε, ούτε θα σβήσει από τη μνήμη μου, όσο ζω. Την παράστησα στους φίλους μου, αργότερα στη γυναίκα μου και στα παιδιά μου. Γυρίσαμε με τις χιλιάδες κόσμο στο Μπαργιακλί. Μέναμε στο ύπαιθρο∙ τη μέρα φοβούμασταν, ενώ τη νύχτα τρέμαμε τους ανήμερους Τσέτες. Μια μέρα ήρθε κι άραξε ένα μικρό βαποράκι με ιταλική σημαία∙ βγήκε ο συγγενής μας ο Ιταλός,- φαίνεται πως μαθεύτηκαν τα νέα του Κορδελιού- μας πήρε και μας πήγε στη Σμύρνη, στο σπίτι του. Τη μέρα του Σταυρού 14 Σεπτεμβρίου, μέρα σημαδιακιά, μας πήρε ο πατέρας, περπατήσαμε κάμποσο και μπήκαμε στο μπουλούκι για να μπαρκάρουμε. Μόλις περάσαμε τα συρματοπλέγματα –ήταν μαζί μας τούτη τη φορά η νενέ και ο παππούλης- οι Τούρκοι χώριζαν τα γυναικόπαιδα από τους άνδρες. Στο σημείο αυτό ήταν και στρατιωτικοί ξένης υπηκοότητας, όχι Τούρκοι.
Πιάσαν τον μπαμπά μου και τον παππούλη μου και τους χώρισαν από μας. Έγινα έξαλλος, αγανάκτησα και τράβηξα τον πατέρα μου να τον φέρω μαζί μας. Εκεί ένας Αμερικάνος ναύτης – τους γνώριζα από το καπελάκι που φορούσαν- δεν πρόκανα και μου ‘δωσε μιά στο λαιμό μ’ ένα σιδερένιο μπαστούνι που κρατούσε, από κείνα που χρησίμευαν για ν’ αλλάζουν τις ράγες των τραμ. Τελικά ο πατέρας μου κι ο παππούλης μείναν, κι εμείς τα παιδιά με τη μητέρα μας και τη νενέ μας μπήκαμε στο βαπόρι «Ισμίντι». Μόλις ξεκίνησε το βαπόρι, η μητέρα από την απελπισία της ήθελε να πέσει στη θάλασσα και την συγκράτησαν οι άλλοι πρόσφυγες.
Εμένα πρήστηκε ο λαιμός μου και πονούσα αβάσταχτα∙ και μ’ όλα αυτά έβλεπα τη φλεγόμενη Σμύρνη μέσα από το καράβι που σιγά-σιγά απομακρύνονταν.   Το καράβι μας έβγαλε στη Μυτιλήνη∙ εκεί μας φιλοξένησε η οικογένεια του αδερφού του παππούλη μου, έξι μήνες περίπου. Δεν πέρασε ούτε μήνας που ήρθε ο πατέρας μου και ο παππούλης μου. Καταφέρανε να φύγουνε από τη Σμύρνη, γιατί ο παππούλης μου ήταν παιχνιδιάτορας και ήταν γνωστός και αγαπητός στους Τούρκους και βρέθηκε κάποιος που τον γνώριζε και τον γλύτωσε. Το ίδιο έγινε και με τον πατέρα μου∙ ένας Τούρκος βρέθηκε που του πουλούσε υφάσματα για το χαρέμι του και τον μπάρκαρε.
Η χαρά όλων μας δεν περιγράφεται∙ ήταν σαν νεκρανάσταση, τους λογαριάζαμε για σκοτωμένους. Εγώ είχα πάντα το βάσανο μου∙ ο λαιμός μου πονούσε και ήταν πρησμένος. Οι γονείς μου ανησυχούσαν και αναγκάστηκαν να με στείλουν με μια πρώτη εξαδέρφη του πατέρα μου εδώ στον Ευαγγελισμό. Μου έκαναν εγχείρηση∙ θαρρώ πως μου αφαίρεσαν τον αδένα.
Έμεινα πολλές μέρες στο νοσοκομείο. Έχω ακόμη ένα μεγάλο σημάδι στο αριστερό μέρος του λαιμού μου. Έτσι που να μη ξεχνώ ούτε μια μέρα τα βάσανα που περάσαμε. Μετά την Ανταλλαγή των πληθυσμών το 1924 μας δώσανε, όπως και σε όλους τους πρόσφυγες, από ένα δωμάτιο σ’ ένα τούρκικο ανταλλάξιμο σπίτι στην Απάνω Σκάλα της Μυτιλήνης. Ο πατέρας πήρε δάνειο κι άνοιξε πάλι μανιφατουριέρικο, δυστυχώς όμως μετά από λιγο η κυβέρνηση έκοψε τα χρήματα κι ο πατέρας μου έχασε την περιουσία του και σ συνεχίστηκε η πείνα, η γύμνια, η φτώχεια. Τελείωσα το σχολείο στη Μυτιλήνη. Το 1926 ήρθαμε εδώ στον Πειραιά, μπήκα στη Σχολή Ναυτικών Μηχανικών, ο Προμηθεύς. Πήρα το δίπλωμα μηχανικού το 1934. Εργάστηκα σε διάφορες υπηρεσίες και τώρα είμαι συνταξιούχος.
Η Έξοδος, Τόμος Α’, Μαρτυρίες από τις επαρχίες των Δυτικών παραλίων της Μικρασίας, Κέντρο Μικρασιτικών Σπουδών, Αθήνα 1980 (εξαντλημένο). Η μαρτυρία δημοσιεύτηκε με τον τίτλ: “Το κεφάλι λίγο πιό πέρα το τσιμπολογούσαν οι αδέσποτες κότες”, σελ. 5-11. Εικονογράφηση: Κώστας Στανέλλος
Πηγή: www.lifo.gr

 Πίσω στα παλιά

16.1.16

Η ΚΟΠΕΛΑ ΕΣΤΕΚΕ ΑΚΟΥΝΗΤΗ..


Συγκλονιστικές μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν την καταστροφή της Σμύρνης, σε πρώτο πρόσωπο.





   Μαρτυρία Θεοδώρας Κοντού  

 Κατεβήκαμε από το χωριό στη Σμύρνη. Λέγαμε πως θα γυρίσομε πίσω. Πήγαμε να ακουμπήσουμε στην εκκλησία του Άη Γιάννη. Ήταν εκεί πολύς κόσμος. Ένας γνωστός του πατέρα μου μας πήρε στο σπίτι του. Εκεί καθίσαμε. Αυτός πήρε τους δικούς του κι έφυγε χωρίς να μας πει τίποτε∙ έφυγε κρυφά. Μπήκαν οι Τούρκοι, σφάξαν τον πατέρα μας, τη μάνα μας, τον θείο μας, τη θεία μας και τα τρία αδέλφια μου. Εγώ, με τα πιο μικρά αδερφάκια μου, το ένα ήταν δυόμισι χρονών και το άλλο τρεισήμισι, ήμασταν χωμένα κάτω από ένα παταράκι και δεν μας είδαν.   Καθίσαμε εκεί δώδεκα μέρες∙ ούτε φαΐ, ούτε νερό. Το σπίτι είχε κάτι σαν νεροχύτη και κυλούσε μέσα ένα τρεχούμενο νερό. Τι να κάνω; Να βρέξω τα χείλη μου ήθελα. Άπλωσα τον ποδόγυρό μου απάνω, έπιανα με το χέρι μου τη μύτη μου και έπινα μια γουλιά∙ από τη βρώμα σου ’ρχονταν εμετός. Η μάνα μου δεν πέθανε την ίδια ώρα σαν τους άλλους. Της είχαν χύσει τα έντερα, την είχαν περιχύσει τα αίματα κι εκείνη με αρμήνευε και μου 'λεγε: «Παιδάκι μου, άμα δεις τα σκούρα, να πέσεις στη θάλασσα». Έβγαλε και από την τσέπη της και μου 'δωσε το πορτοφόλι της και μια φωτογραφία περιχυμένη στα αίματα∙ την έχω ακόμη, μα τώρα δεν μπορώ να την δείξω.   Το ένα αδερφάκι μου ήτανε τραυματισμένο με σφαίρα στο πόδι του.    Όσο περνούσαν οι μέρες τα πτώματα πρήζουνταν, ντουμπάνιαζαν και βρωμούσαν αφάνταστα. Μπαίναν οι Τουρκάλες για να κλέψουν και δεν μπορούσαν να προχωρήσουν. Κλέβαν ό,τι μπορούσαν∙ κότες, κουτάλια, μπακίρια και φεύγαν χωρίς να μας δούνε.    Κ άποτε μου ’ρθε έτσι, σαν Θεού φώτιση, και βγήκα λιγο παρά όξω. Τότες είδα πολύ κόσμο που έφευγε, έπαιρνε των ομματιών του. Έκανα τον σταυρό μου, πήρα στην πλάτη μου το τραυματισμένο αδερφάκι μου και από το χέρι το άλλο, και βγήκα στον δρόμο. Έτρεχα να φτάξω τους άλλους, τους πολλούς. Εκεί βλέπω μια κοπέλα που κάθονταν σ’ ένα σωρό πέτρες. Της φώναξα, ήθελα έναν άνθρωπο να με βοήθησει, να του μιλήσω. Αυτή η κοπέλα τίποτα∙ έστεκε ακούνητη. Εγώ δεν την πρόσεξα∙ μόνο ακόμα της μιλούσα. Την έβλεπα που γούρλωνε τα μάτια της, μα δεν πήγε πουθενά το μυαλό μου∙ την προσέχω. Και τι να δω! Της είχαν χώσει ένα ξύλο από πίσω και έβγαινε από το στόμα της. Τότες ήταν που έτρεχα ακόμη πιο πολύ. Τι να κάνω με τα δυο μωρά; Μπήκα μέσα στην εκκλησία, μα επειδή βρωμούσαμε πολύ σάπιο αίμα, το πόδι του παιδιού, τα μαλλιά μας, τα ρούχα μας, μας διώξαν από την εκκλησία. Τι να κάνουμε; Ζαρώσαμε σαν τα σκυλάκια σ’ ένα παραγκώνι. Πάνε τόσα χρόνια, μα δεν τα ξεχνώ. Θαρρώ πως είναι τούτη η ώρα.    Κλάψαμε, θρηνήσαμε, τα ’παμε, τα ξανάπαμε! Η μάνα μου δεν πέθανε την ίδια ώρα σαν τους άλλους. Της είχαν χύσει τα έντερα, την είχαν περιχύσει τα αίματα κι εκείνη με αρμήνευε και μου ’λεγε: «Παιδάκι μου, άμα δεις τα σκούρα, να πέσεις στη θάλασσα». Έβγαλε και από την τσέπη της και μου ’δωσε το πορτοφόλι της και μια φωτογραφία περιχυμένη στα αίματα∙ την έχω ακόμη, μα τώρα δεν μπορώ να την δείξω.   Τέλος, όπου πήγαινε ο άλλος κόσμος, πήγαινα κι εγώ. Πήγαμε, πήγαμε, μπήκαμε στη ζώνη. Εκεί ο Τούρκος δεν ήθελε να μας αφήσει να περάσουμε. Εκεί να σ’ έχω! Βάζω τη μια αδερφούλα μου, βάζω την άλλη. Μπήκα κι εγώ στη ζώνη και με τα πολλά μπαρκάραμε και βγήκαμε στη Μυτιλήνη. Από κει, μας πήραν και μας πήγαν στη Θεσσαλονίκη, και από κει, εδώ. Είχα μια εξαδέλφη που ήταν καλή μοδίστρα. Εμένα μ’ έβαλε σε σπίτι∙ ήμουν δεκατεσσάρω χρονώ. Η κυρά μου γνώριζε την κ. Κουντουριώτη και κλείσαν τα δυο μικρά στο Αμαλίειο Ορφανοτροφείο. Η μια μεγάλωσε και πέθανε στα είκοσι δύο της χρόνια∙ ή άλλη ζει. Είναι παντρεμένη και μένει στη Νέα Ερυθραία. Εγώ παντρέυτηκα, πήρα έναν ήμερο άνθρωπο του Θεού, πατριώτη μας, μα με βρήκαν πολλά βάσανα.
  Πηγή:www.lifo.gr
Πίσω στα παλιά  

10.1.16

ΣΜΥΡΝΗ : ΜΙΑ ΠΕΡΙΕΡΓΗ ΠΟΜΠΗ ΜΕ ΕΞΑΠΤΕΡΥΓΑ , ΕΙΚΟΝΙΣΜΑΤΑ , ΒΑΔΙΣΕ ΠΡΟΣ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ ...

Σμύρνη: Μια περίεργη πομπή με εξαπτέρυγα, εικονίσματα, βάδισε προς τη θάλασσα…

Θαρρείς κι ήταν όλοι εκεί. Εκατομμύρια ψυχών Σμυρνιών που έμειναν για πάντα στην πατρίδα, ψυχές που επέστρεψαν σε ετούτο το ιστορικό ...λιμάνι μετά την κοσμοχαλασιά του 1922. Οι καιροί αλλάζουν βλέπετε…
Δίχως – παραφράζοντας το λόγο του τραγουδοποιού – να κοιτάζουν σύγχρονες μελαγχολίες. Τούτο το έζησαν όσοι είχαν την ιστορική ευκαιρία να βρίσκονται χθες στο λιμάνι της Σμύρνης. Στην ιστορική Πούντα που η φωτιά της το 1922 έχει χαράξει τη συλλογική ιστορική μνήμη της Ρωμιοσύνης. Εκεί στο ίδιο σημείο όπου το μαύρο εκείνο Σεπτέμβριο συνωστίζονταν δεκάδες χιλιάδες Έλληνες της Μικρασίας προσπαθώντας να γλυτώσουν σαν πρόσφυγες. Χθες σαν σε σκηνή από παραμύθι ξαναζωντάνεψε στο ίδιο μέρος η σκηνή των Θεοφανίων του 1922 με τον Άγιο πια Χρυσόστομο Σμύρνης στα τελευταία Φώτα της κοσμοπολίτικης μεγαλούπολης. Τα τελευταία; Είπαμε… Σαν σε παραμύθι ξαναζωντάνεψε η σκηνή. Φώτα στη Σμύρνη… Στην Πούντα… Κι ήταν θαρρείς εκεί, όλοι.
Όλα ξεκίνησαν στη μικρή εκκλησία της Αγίας Φωτεινής όπου πραγματοποιήθηκε η λειτουργία των Φώτων. Και μετά μια περίεργη για τη Σμύρνη και τους σύγχρονους Σμυρνιούς πομπή με εξαπτέρυγα, εικονίσματα, μια πομπή δεκάδων ανθρώπων, βάδισε προς τη θάλασσα…
Διαδήλωση για την ειρήνη στο Αιγαίο, για το ότι η θάλασσα αυτή μπορεί από υδάτινος τάφος να γίνει θάλασσα ζωής, ειρηνικής συμβίωσης και φιλίας των λαών της Ελλάδας και της Τουρκίας, αλλά και όσων τη διαβαίνουν χαρακτήρισε το σημερινή τελετή των Θεοφανίων στο λιμάνι της Σμύρνης ο Αρχιμανδρίτης του Οικουμενικού θρόνου και Ιερατικός Προϊστάμενος της Ορθόδοξης Χριστιανικής Κοινότητας της Σμύρνης π. Κύριλλος Συκής μιλώντας στο Αθηναϊκό και Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων.
Ήταν η πρώτη φορά μετά από 94 χρόνια, από τα Θεοφάνια του 1922 όταν στην αντίστοιχη τελετή χοροστάτησε ο Ιερομάρτυρας και Άγιος πλέον της ορθοδόξου Εκκλησίας Χρυσόστομος τελευταίος Μητροπολίτης της πρωτεύουσας της Ιωνίας που η τελετή εορτάστηκε επίσημα με άδεια από το Τουρκικό Κράτος. Εκεί στην ίδια παραλία στην οποία διαδραματίστηκαν τα φοβερά γεγονότα της Καταστροφής που σημάδεψε την Ελληνική ιστορία τον 20ο αιώνα. Είχε προηγηθεί μια ανάλογη ανεπίσημη τελετή τα Φώτα του 2006, και πάλι ιερουργούντος του π. Κυρίλλου Συκή. Τότε το Τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών με ρηματική του διακοίνωση είχε κάνει γνωστό στους πάντες πως επιτρέπεται και προστατεύεται η άσκηση των θρησκευτικών καθηκόντων των εν Τουρκία διαβιούντων. Άδραξε τότε την ευκαιρία ο π. Κύριλλος Συκής και οργάνωσε τότε μια γιορτή Θεοφανίων.
Εδώ ας σημειωθεί ότι χρόνια τώρα στην παλιά Εκκλησία των Ολλανδών που μετονομάστηκε σε Ναό της Αγίας Φωτεινής σε ανάμνηση της κατεστραμμένης το 1922 Μητρόπολης, που το 1955 παραχωρήθηκε στο Ελληνικό κράτος για τις θρησκευτικές ανάγκες των ορθοδόξων υπηκόων του που βρίσκονται στη Σμύρνη χρόνια τώρα πραγματοποιούνται όλες οι θρησκευτικές τελετές ανελλιπώς. Για τις ανάγκες των Ορθοδόξων Χριστιανών που ζουν στη Σμύρνη και όχι μόνο για τις ανάγκες της Ορθόδοξης Κοινότητας των Ρωμιών αλλά και των υπολοίπων Ορθοδόξων κυρίως από τις ανατολικές χώρες. Μπροστά στο υπό ανακαίνιση Ελληνικό Προξενείο λοιπόν, πραγματοποιήθηκε σήμερα το μεσημέρι ο Αγιασμός των Υδάτων. «Μας δόθηκε άδεια λέει ο π. Κύριλλος Συκής από το υπουργείο Εσωτερικών με εντυπωσιακή και χαρακτηριστική άνεση. Αμέσως μετά έσπευσαν τοπικοί φορείς όπως ο Δήμος να μας βοηθήσουν στην τοποθέτηση της εξέδρας αλλά και στην κάλυψη της εκδήλωσης από πλευράς ασφαλείας».
Ρωτάμε τον Αρχιμανδρίτη για τους λόγους που έγιναν όλα αυτά από το τουρκικό κράτος. «Ήταν ένα εντυπωσιακό άνοιγμα, λέει ο π. Κύριλλος. Δεν θέλω να εξετάσω τους λόγους που ώθησαν το τουρκικό κράτος σε μια τέτοια ενέργεια. Τονίζει βέβαια το Ευρωπαϊκό προφίλ της χώρας και στέλνει μήνυμα προς την Ελληνική πλευρά ενόψει της συνάντησης Τσίπρα -Νταβούτογλου. Στην Ρωμέϊκή όμως Κοινότητα και στην Κοινότητα των ορθοδόξων Χριστιανών της πόλης όλο αυτό το κλίμα επιτρέπει να ανασάνει. Όπως ο πόλεμος καταστρέφει έτσι και η Ειρήνη χτίζει. Και το να ζει η πολύπαθη κοινότητα της Σμύρνης στην ιστορική μας πόλη σε συνθήκες ασφάλειας και δημοκρατίας είναι κάτι που βοηθά στην ανάπτυξη της και στην ουσιαστική της συμμετοχή στα δρώμενα της πόλης και της Δημοκρατίας γενικότερα».
Όσον αφορά τα συναισθήματα του π. Κυρίλλου την ώρα του αγιασμού των υδάτων στην παραλία της Σμύρνης ο π. Συκής δεν κρύβεται: «Ένοιωσα πως επέστρεφα πίσω στο χρόνο. Ήταν βαθύ το αίσθημα της συγκίνησης. Πάνω από αυτά τα νερά που σκεπάζουν τόσους και τόσους προγόνους μας ομόθρησκους και ομόδοξους να στέκω εγώ και να ψάλω το ‘Εν Ιορδάνη…’. Έβλεπα όλο τον κόσμο που είχε συγκεντρωθεί να κλαίει κι ευχαριστούσα το θεό για τη χαρά αυτή που χάρισε σε όλους μας. Να στείλουμε από τη Σμύρνη μας σε όλο τον κόσμο μήνυμα ειρήνης και αγάπης. Εμείς οι Ρωμιοί που είμαστε λίγοι αλλά είμαστε ακόμα εδώ και επιμένουμε και υπομένουμε και τα καταφέρνουμε.»
Ο π. Κύριλλος Συκής μιλώντας στο ΑΠΕ – ΜΠΕ ευχαρίστησε για μια ακόμα φορά τις Τουρκικές αρχές για την άδεια και τις διευκολύνσεις. Και τόνισε πως και το σημερινό γεγονός «αποτελεί επιτυχία του Πατριάρχη μας που δεκάδες χρόνια τώρα πορεύεται σε αυτό το δρόμο της Ειρήνης. Ο κορυφαίος του Γένους, μας καταλήγει ο π. Κύριλλος Συκής, ο Οικουμενικός μας Πατριάρχης έχει πετύχει τόσα και θα πετύχει ακόμα πολλά. Έχει κάνει βίωμα της ορθόδοξης Κοινότητας στην Τουρκία τη συνεργασία, την φιλιά. Πρακτική που οδηγεί σε θαύματα όπως αυτό που ζήσαμε σήμερα στην πόλη μας».


http://tro-ma-ktiko.blogspot.gr/
Πηγή

1.10.15

ΟΤΑΝ Η ΣΜΥΡΝΗ ΚΑΙΓΟΝΤΑΝ , Ο ΚΕΜΑΛ ΕΤΡΩΓΕ ΣΕ ΜΠΑΛΚΟΝΙ ΣΕ ΑΛΛΗ ΓΕΙΤΟΝΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΠΟΛΑΜΒΑΝΕ


ΠΟΙΟΣ ΕΚΑΨΕ ΤΗΝ ΣΜΥΡΝΗ ΤΟ 22 ;
Στις 13 Σεπτεμβρίου 1922, ο Μουσταφά Κεμάλ, ο υποτιθέμενος «πονετικός» στους αντιπάλους του ηγέτης, όπως ήθελαν να τον παρουσιάζουν οι Τούρκοι στην μεγάλη κινηματογραφική τους παραγωγή, Kurtuluş, έδειξε το πραγματικό του σκληρό πρόσωπο. Οι Τσέτες είχαν ήδη μπει στην Σμύρνη, η πόλις καίγονταν και οι χριστιανοί σφάζονταν στην προκυμαία, πολλοί έπεφταν στην θάλασσα να σωθούν από τις φλόγες, πνίγονταν και τα πτώματα σκέπαζαν τα νερά. Ο μεγάλος θριαμβευτής και εμπνευστής αυτής της σφαγής, ο Μουσταφά Κεμάλ, ο Γαζί πλέον, κοίταζε απαθής από ένα εξώστη ψηλά την μεγάλη αυτή σφαγή και την πυρπόληση της Σμύρνης. Σε μια στιγμή γύρισε απότομα στους παρευρισκόμενους πίσω του και τους φώναξε δυνατά : «Κοιτάξετε αυτή την σκηνή. Απόψε γίνεστε μάρτυρες του τέλους μιας εποχής. Αυτή η πυρκαγιά είναι ένα σύμβολο.
Συμβολίζει την τελική απαλλαγή της πατρίδας μας από τους προδότες και τους εμπορίσκους. Από εδώ και πέρα η Τουρκία ελεύθερη και εξαγνισμένη δεν θα ανήκει παρά μόνο στους Τούρκους», ( Από την βιογραφία του Κεμάλ με τον τίτλο «Moustafa Kemal ou la mort d un empire», του Γάλλου ιστορικού ερευνητή Benoist-Menchin, ). Με αυτές τις κυνικές φράσεις μπροστά στις εκατόμβες των χριστιανών θυμάτων, ο Μουσταφά Κεμάλ αγνάντευε με ένα ποτήρι αλκοόλ, την μεγάλη σφαγή της Σμύρνης. Δεν έκανε τίποτα για να σώσει τους χιλιάδες νεκρούς αυτής της σφαγής που τόσο αδρά περιγράψανε πολλοί μάρτυρες, όπως η Μαρτζορί Χαουτζπιάν στο έργο της, «Η Σμύρνη στις Φλόγες», ο πρόξενος των ΗΠΑ στην Σμύρνη, George Horton, και πολλοί άλλοι. 
Πέρασαν πενήντα χρόνια από εκείνο το αιματηρό θλιβερό ιστορικό ολοκαύτωμα της ιστορικής Σμύρνης, της «Σμύρνης των Γκιαούρηδων», της Σμύρνης που έζησε την μεγαλύτερη σφαγή στην μακρόχρονη ιστορία της και φαίνεται πως κάποιες τύψεις από εκείνη την τραγωδία εξαναγκάζουν ακόμα και σήμερα τους Τούρκους να προβάλλουν διάφορες επιθυμητές εκδοχές για την πυρπόληση επιδιώκοντας να ανατρέψουν την ιστορική αλήθεια, ότι δηλαδή οι ίδιοι οι Τούρκοι έκαψαν την Σμύρνη στις 13 Σεπτεμβρίου του 1922. 
Στις 8 Σεπτεμβρίου κυκλοφόρησε στην Τουρκία το νέο τεύχος του ιστορικού περιοδικού, «Derin Tarih», όπου παρουσιάζετε μια καινούργια άποψη για την πυρπόληση της Σμύρνης. Η άποψη αυτή διαφημίστηκε και με ανάλογα άρθρα προβολής σε πολλές τουρκικές εφημερίδες όπως η Yeni Şafak και η Radikal. Σύμφωνα λοιπόν με την Τουρκάλα συγγραφέα του μεγάλου αφιερώματος για την καταστροφή της Σμύρνης, η μεγάλη πυρκαγιά άρχισε συγχρόνως σε πολλά σημεία στις 13 Σεπτεμβρίου και μόνο μετά από δυο μέρες τέθηκε μερικώς υπό έλεγχο αφού είχε κάψει μεγάλο μέρος της ελληνικής συνοικίας καθώς και μεγάλα τμήματα της αρμενικής. Η φωτιά όμως εν μέρει συνεχίζονταν μέχρι τις 18 Σεπτεμβρίου ολοκληρώνοντας το έργο της. Η Ayşe Hür, η Τουρκάλα συγγραφέας του αφιερώματος, αφού απέκλεισε κάθε πιθανότητα να έκαψαν την Σμύρνη οι Τούρκοι και αφού αναρωτιέται σαν σοβαρή εκδοχή να… την έκαψαν οι ίδιοι οι Έλληνες για να πάρουν εκδίκηση για την ήττα τους στο μετώπο, τελικά καταλήγει στο «ιστορικό» της συμπέρασμα ότι την Σμύρνη μάλλον την έκαψαν Αρμένιοι Τσέτες, δηλαδή Αρμένιοι οπλισμένοι ληστές. 
Για να στηρίξει δε την άποψη αυτή, παραθέτει τις μαρτυρίες των γνωστών, Nureddin Paşa, ο οποίος όπως είναι γνωστό παρέδωσε τον μητροπολίτη Χρυσόστομο στον όχλο για να τον λυντσάρει, καθώς και την μαρτυρία της Halide Edip Hanım, την τότε σύντροφο του Μουσταφά Κεμάλ, καθώς και του Yusuf Kemal, τότε υπουργού εξωτερικών του Μουσταφά Κεμάλ. Αλλά το εκπληκτικό είναι πως αφού παραθέτει όλες αυτές τις υποτιθέμενες μαρτυρίες που αποδείκνυαν ότι την Σμύρνη δεν την έκαψαν οι Τούρκοι, τελικά φτάνει στο συμπέρασμα ότι… παραμένει το ιστορικό ερώτημα ποιοι έκαψαν την Σμύρνη. Αναφέρει και το ιστορικό βιβλίο, «Hatıralar», δηλαδή «Αναμνήσεις», του İsmet İnönü, του γνωστού υπαρχηγού του Κεμάλ και μετέπειτα πρόεδρο της Τουρκιάς, Στο βιβλίο αυτό ο İnönü ενώ αναφέρετε στην πυρκαγιά δεν δίνει κάποια ένδειξη για το ποιος τελικά έβαλε την φωτιά και κατέστρεψε ουσιαστικά κάθε ίχνος ελληνικήε παρουσίας στην ιστορική αυτή ελληνικότατη πόλη της Μικράς Ασίας που μέχρι σήμερα οι ίδιοι οι Τούρκοι την ονομάζουν, «Γκιαούρ Ισμίρ». 
Αλλά επειδή η Ayşe Hür αναφέρθηκε σε Αρμένιους Τσετες, ας δούμε την μαρτυρία μιας Αρμένισσας της Σμύρνης, της Μαρτζορί Χαουζπιάν, όπως περιγράφει την έναρξη της φωτιάς στο βιβλίο της, «Η Σμύρνη στις Φλόγες», ένα πραγματικά συγκλονιστικό βιβλίο που αξίζει να το διαβάσει κάθε Ρωμιός πρόσφυγας από την Σμύρνη. « Στις 1 πμ της Τετάρτης η Μάμπελ Κάλφα, Ελληνίδα νοσοκόμα του Κολεγιακού Ινστιτούτου είδε στην γειτονιά της τρεις φωτιες. Στις 4 πμ πυροσβέστες σβήσανε τις φωτιές που είχαν ανάψει σε ένα μικρό ξύλινο σπιτάκι δίπλα στον τοίχο του κολλεγίου και σε μια βεράντα κοντά στην αυλή. Το μεσημέρι της Τετάρτης ένας ναύτης φώναξε τη Μάμπελ Κάλφα στο παράθυρο της τραπεζαρίας –Κοιτάξτε εκεί οι Τούρκοι βάζουν παντού φωτιές. Οι γυναίκες από μέσα είδαν τρεις Τούρκους αξιωματικούς που ξεχώριζαν απέναντι από την Σχολή. Μερικές στιγμές μετά την αναχώρηση τν Τούρκων φλόγες ξεπήδησαν από την στέγη και από τα παράθυρα του απέναντι κτιρίου. Σαν όλα τα άλλα κτίρια καίγονταν και αυτό από μέσα. Λέει η μις Μιλλς, επίσης νοσοκόμα, «Έβλεπα καθαρά τους Τούρκους να κουβαλούν τενεκέδες με πετρέλαιο μέσα στα σπίτια και μόλις έφυγαν ξεπετιόντουσαν φωτιές. Δεν φαίνονταν ούτε ένας χριστιανός, τα μόνο ορατά πρόσωπα ήταν Τούρκοι στρατιωτικοί του τακτικού στρατού με τις στολές τους. Σε λίγο η φωτιά είχε επεκταθεί παντού στην περιοχή». 
Ας δούμε όμως και την συγκλονιστική μαρτυρία μιας Ρωμιάς όπως έχει καταγράφει από το «Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών». Η Ελένη Καραντώνη ζούσε μέχρι το 1922 στο Bunarbaşı, Μπουρνάμπασι,, ένα όμορφο προάστιο της Σμύρνης που είχε χίλιους κατοίκους από τους οποίους οι οχτακόσιοι ήταν Έλληνες. «Εμείς βρισκόμασταν στη Σμύρνη. Πλημμύρα οι μαχαλάδες στο αίμα. Βάλανε φωτιά οι Τούρκοι, μια ώρα μακριά. “Μη φοβάστε είναι μακριά”, μας είπε ο νοικοκύρης του σπιτιού που μέναμε. Σ’ ένα τέταρτο η φωτιά είχε έρθει σε μας. Ρίχνανε βενζίνη και προχωρούσε. Βγήκαμε στο δρόμο. Φωτιά από τη μια, θάλασσα από την άλλη. Βρισκόμασταν στη μέση. Και οι Τσέτες (σ.τ.σ. οι άτακτοι Τούρκοι) βρίσκονταν στη μέση, και έσφαζαν και σκότωναν. Την νύχτα οι Τσέτες έκαναν επίθεση ν’ αρπάξουν, να σφάξουν, ν’ ατιμάσουν. “Βοήθεια! Βοήθεια!”, φώναζε ο κόσμος. Τα εγγλέζικα πλοία ήταν απέναντι. Έριχναν τους προβολείς. Σταματούσαν για λίγο. Τη νύχτα θέλαμε να πάμε προς νερού μας. Πήγαμε λίγο πιο έξω, φρίκη! Βρεθήκαμε σε μια χαβούζα, (σ.σ. μεγάλο ανοιχτό λάκκο). Γύρω-γύρω, στα χείλια της χαβούζας σπαρταρούσαν κορμιά, και μέσα η χαβούζα ήταν γεμάτη κεφάλια. Έπαιρναν όποιον έπιαναν, τον πήγαιναν στην άκρια της χαβούζας, έκοβαν το κεφάλι και το έριχναν μέσα στη χαβούζα και τα κορμιά τα άφηναν να σπαρταρούν γύρω-γύρω. Ήταν φοβερό. Όσοι το είδαν τρελάθηκαν. Το τρελοκομείο γέμισε από τρελούς σαν ήρθαμε. Εκεί σ’ αυτό το μέρος χάσαμε και τον πατέρα μου. Τον αδελφό μου τον έσφαξαν στο χωριό». 
Η ιστορία της καταστροφής και της σφαγής της Σμύρνης έχει γραφεί προ πολλού και παρά τις σύγχρονεw φιλόδοξες προσπάθειες των Τούρκων να την αλλάξουν, εκτός εσωτερική κατανάλωση δεν μπορούν να πείσουν κανένα σοβαρό ερευνητή. Οι ερινύες της σφαγής θα κυνηγούν πάντα τους ενόχους όσο και αν προσπαθούν να τις ξεγελάσουν με τα ιστορικά τους καμώματα. 
ΝΙΚΟΣ ΧΕΙΛΑΔΑΚΗΣ
Δημοσιογράφος-Συγγραφέας-Τουρκολόγος
MANΩΛΗΣ ΚΩΣΤΙΔΗΣ 
90 χρόνια τα την κατάκτηση της Σμύρνης από τους Τούρκους και την καταστροφή της πόλης , η τουρκική εφημερίδα Radikal, δημοσιεύει ένα τολμηρό άρθρο, που προσπαθεί να αποδείξει πως οι ίδιοι οι Τούρκοι έκαψαν την πόλη και ο Κεμάλ ή ανέχτηκε ή ακόμη και συνεργάστηκε για την πυρπόληση της πόλης. 
Στην Τουρκία, ακόμη και σήμερα περιοδικά ιστορίας όπως το “Derin Tarih” ισχυρίζονται πως η πυρκαγιά της Σμύρνης προκλήθηκε από τους Αρμένιους!! 
Η έγκυρη ιστορικός Αϊσε Χούρ, αποκαλύπτει ντοκουμέντα τα οποία δείχνουν σημαντικές λεπτομέρειες. «Στην πυρκαγιά καταστράφηκε έκταση 2.6 εκατομμυρίων τετραγωνικών . μέτρων, κάηκαν 25.000 σπίτια, καταστήματα, εκκλησίες, αποθήκες. Μαζί με τους Έλληνες και Αρμένιους που έφτασαν στη Σμύρνη καθώς τους κυνηγούσαν οι δυνάμεις των Τούρκων, ο πληθυσμός τους είχε φτάσει τους 500.000. Αν λάβουμε υπ’όψη πως 380.000 άνθρωποι σώθηκαν με τα καράβια, και πως περίπου 180.000 άνθρωποι κάηκαν στην πυρκαγιά, η πόλη είχε «απελευθερωθεί» ήδη αυτόματα από τον πληθυσμό της» γράφει η Χούρ, που δείχνει ξεκάθαρα την αντίθεση της με την πολιτική αυτή. 
«Ο ΚΕΜΑΛ ΕΤΡΩΓΕ ΣΕ ΓΙΟΡΤΙΝΟ ΤΡΑΠΕΖΙ ΤΗΝ ΩΡΑ ΠΟΥ ΦΛΕΓΟΝΤΑΝ ΤΗ ΣΜΥΡΝΗ» 
H τουρκάλα ιστορικός στο άρθρο της στην εφημερίδα Radikal ισχυρίζεται πως υπάρχουν ντοκουμέντα την ώρα που είχε πάρει φωτιά η Σμύρνη, ο Κεμάλ Ατατούρκ βρίσκονταν στο σπίτι της αρραβωνιαστικιάς του, στην ίδια πόλη και ενώ υπήρχε πανικός, ο ίδιος και η παρέα του απολάμβαναν μεζέδες, και ρακί σε γιορτινό τραπέζι. 
« Σύμφωνα με τον υπασπιστή του Κεμάλ Ατατούρκ, Σαλίχ Μπόζοκ, όταν η Σμύρνη φλέγονταν και όλα γίνονταν στάχτη, υπήρχε ένα μεγάλο τραπέζι στο σπίτι του μελλοντικού πεθερού του Κεμάλ Ατατούρκ του Ουσακζαντέ Μουαμέρ Εφέντι».Ο Μπόζοκ συνεχίζει με την εξής αφήγηση «Ο Κεμάλ στο τραπέζι το οποίο είχε στηθεί στο μπαλκόνι, πήρε τον φεβζί πασά, Τον Ισμέτ πασά, εμένα, τον Μουζαφέρ και την κυρία Λατιφέ. Ο Φεβζί πασάς γέμισε τα ποτήρια όλων με μεγάλη ικανοποίηση,. Ο Πασάς (Κεμάλ) αν και δεν έπινε δήλωσε πως «το καλαμάρι της Σμύρνης είναι πολύ διαφορετικό μου έλειψε. Δηλαδή όλοι ήταν ευχαριστημένοι από το τραπέζι και απ’όλη αυτή τη νύχτα»! 
Σύμφωνα με την Χουρ, ο υπασπιστής του Κεμάλ, Μπόζοκ σε άρθρο του στην εφημερίδα Τζουμχουριέτ το 1939, αναφέρει και άλλες λεπτομέρειες για τη νύχτα που φλέγονταν η Σμύρνη. 

« Ο Μουσταφά Κεμάλ και η Λατιφέ κάποια στιγμή έμειναν μόνοι στο μπαλκόνι. … η πυρκαγιά συνέχιζε με όλη της τη δύναμη. Οι δυο υπασπιστές άκουγαν τη συνομιλία του ζευγαριού. Ο Κεμάλ ρώτησε στη Λατιφέ «έχετε πολλά κτήματα στο σημείο της φωτιάς»; εκείνη του απάντησε « το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας μας είναι εκεί, αλλά Πασά μου ας καούν όλα εσείς να είστε καλά. Όταν υπάρχουν τέτοιες ευτυχισμένες ημέρες, τι σημασία έχει η περιουσία. Σώθηκε η πατρίδα. Στο μέλλον μπορούμε να τα ξαναχτίσουμε και να τα κάνουμε και καλύτερα.» Η απάντηση αυτή άρεσε στον Κεμάλ ο οποίος απάντησε « Ναι ας καούν και ας καταρρεύσουν, όλα μπορούν να επουλωθούν». 
Η τουρκάλα ιστορικός, επίσης αναφέρει πως ο Φαλίχ Ριφκί ο οποίος ήταν και αυτός στο τραπέζι ανέφερε πως « ο Μουσταφά Κεμάλ παρακολουθούσε την πυρκαγιά «με μια ηρεμία η οποία δεν άλλαζε». 
Η Χουρ γράφει πως ο Φεβζί Πασάς, πάντως για την πυρκαγιά έχει αναφέρει πως « η στενή οπτική του Νουρετίν Πασά προκάλεσε δυο πικρά γεγονότα. Το ένα είναι η μεγάλη πυρκαγιά της Σμύρνης και το δεύτερο είναι, η φιλοξενία και το τραπέζωμα του Κεμάλ στο σπίτι της Λατιφέ , λόγω της πυρκαγιάς από το ξενοδοχείο όπου διέμενε.» 
Η Αϊσέ Χούρ αναφέρει, « καλά την ώρα που η Σμύρνη μετατρέπονταν σε μια μαύρη τρύπα λόγω της πυρκαγιάς, ο Κεμάλ Ατατούρκ ο οποίος ήταν ψύχραιμος, συμμετείχε σε φαγητά, ζούσε ρομαντικές στιγμές με τη μέλλουσα σύζυγο του Λατιφέ, ο οποίος χαρακτήρισε το γεγονός ως «μη όμορφο», πως συμπεριφέρθηκε αργότερα»; Η τουρκάλα ιστορικός τονίζει πως ο ίδιος όλο απέφευγε να αναφερθεί στο θέμα αυτό. «όχι, ο Κεμάλ δεν μίλησε ποτέ για την πυρκαγιά της Σμύρνης» 
Στα συμπεράσματα η Χουρ αναφέρει « υπάρχουν δυο ενδεχόμενα για τη σιωπή και την αδιαφορία του Κεμάλ για το γεγονός. Το καλό ενδεχόμενο είναι πως ο Κεμάλ επιτέθηκε στον Νουρετίν Πασά, ως «συνήθη ύποπτο» για την πυρκαγιά, για να δείξει στη Δύση πως δεν ηγείται ενός κινήματος που πυρπολεί τη χώρα. Το κακό ενδεχόμενο είναι πως ο Κεμάλ να μην είχε και ιδιαίτερο παράπονο από τον αποξένωση της πόλης από τα μη μουσουλμανικά στοιχεία με τον πιο σκληρό τρόπο., Το σημαντικότερο όμως είναι το ποιο είναι ποιο είναι το ενδεχόμενο το οποίο είναι πιο κοντά στην αλήθεια.» 
Η Σμύρνη άρχισε να φλέγεται στις 13 Σεπτεμβρίου και οι φλόγες τέθηκαν υπο έλεγχο στις 15 Σεπτεμβρίου.
πηγή

http://www.hellas-now.com

 Πίσω στα παλιά

16.9.15

ΚΑΤΕΒΗΚΑΜΕ ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΣΤΗ ΣΜΥΡΝΗ

 




Μαρτυρία Θεοδώρας Κοντού

Λέγαμε πως θα γυρίσομε πίσω. Πήγαμε να ακουμπήσουμε στην εκκλησία του Άη Γιάννη. Ήταν εκεί πολύς κόσμος. Ένας γνωστός του πατέρα μου μας πήρε στο σπίτι του. Εκεί καθίσαμε. Αυτός πήρε τους δικούς του κι έφυγε χωρίς να μας πει τίποτε∙ έφυγε κρυφά. Μπήκαν οι Τούρκοι, σφάξαν τον πατέρα μας, τη μάνα μας, τον θείο μας, τη θεία μας και τα τρία αδέλφια μου. Εγώ, με τα πιο μικρά αδερφάκια μου, το ένα ήταν δυόμισι χρονών και το άλλο τρεισήμισι, ήμασταν χωμένα κάτω από ένα παταράκι και δεν μας είδαν.   Καθίσαμε εκεί δώδεκα μέρες∙ ούτε φαΐ, ούτε νερό. Το σπίτι είχε κάτι σαν νεροχύτη και κυλούσε μέσα ένα τρεχούμενο νερό. Τι να κάνω; Να βρέξω τα χείλη μου ήθελα. Άπλωσα τον ποδόγυρό μου απάνω, έπιανα με το χέρι μου τη μύτη μου και έπινα μια γουλιά∙ από τη βρώμα σου ’ρχονταν εμετός. Η μάνα μου δεν πέθανε την ίδια ώρα σαν τους άλλους. Της είχαν χύσει τα έντερα, την είχαν περιχύσει τα αίματα κι εκείνη με αρμήνευε και μου 'λεγε: «Παιδάκι μου, άμα δεις τα σκούρα, να πέσεις στη θάλασσα». Έβγαλε και από την τσέπη της και μου 'δωσε το πορτοφόλι της και μια φωτογραφία περιχυμένη στα αίματα∙ την έχω ακόμη, μα τώρα δεν μπορώ να την δείξω.   Το ένα αδερφάκι μου ήτανε τραυματισμένο με σφαίρα στο πόδι του.    Όσο περνούσαν οι μέρες τα πτώματα πρήζουνταν, ντουμπάνιαζαν και βρωμούσαν αφάνταστα. Μπαίναν οι Τουρκάλες για να κλέψουν και δεν μπορούσαν να προχωρήσουν. Κλέβαν ό,τι μπορούσαν∙ κότες, κουτάλια, μπακίρια και φεύγαν χωρίς να μας δούνε.    Κ άποτε μου ’ρθε έτσι, σαν Θεού φώτιση, και βγήκα λιγο παρά όξω. Τότες είδα πολύ κόσμο που έφευγε, έπαιρνε των ομματιών του. Έκανα τον σταυρό μου, πήρα στην πλάτη μου το τραυματισμένο αδερφάκι μου και από το χέρι το άλλο, και βγήκα στον δρόμο. Έτρεχα να φτάξω τους άλλους, τους πολλούς. Εκεί βλέπω μια κοπέλα που κάθονταν σ’ ένα σωρό πέτρες. Της φώναξα, ήθελα έναν άνθρωπο να με βοήθησει, να του μιλήσω. Αυτή η κοπέλα τίποτα∙ έστεκε ακούνητη. Εγώ δεν την πρόσεξα∙ μόνο ακόμα της μιλούσα. Την έβλεπα που γούρλωνε τα μάτια της, μα δεν πήγε πουθενά το μυαλό μου∙ την προσέχω. Και τι να δω! Της είχαν χώσει ένα ξύλο από πίσω και έβγαινε από το στόμα της. Τότες ήταν που έτρεχα ακόμη πιο πολύ. Τι να κάνω με τα δυο μωρά; Μπήκα μέσα στην εκκλησία, μα επειδή βρωμούσαμε πολύ σάπιο αίμα, το πόδι του παιδιού, τα μαλλιά μας, τα ρούχα μας, μας διώξαν από την εκκλησία. Τι να κάνουμε; Ζαρώσαμε σαν τα σκυλάκια σ’ ένα παραγκώνι. Πάνε τόσα χρόνια, μα δεν τα ξεχνώ. Θαρρώ πως είναι τούτη η ώρα.    Κλάψαμε, θρηνήσαμε, τα ’παμε, τα ξανάπαμε! Η μάνα μου δεν πέθανε την ίδια ώρα σαν τους άλλους. Της είχαν χύσει τα έντερα, την είχαν περιχύσει τα αίματα κι εκείνη με αρμήνευε και μου ’λεγε: «Παιδάκι μου, άμα δεις τα σκούρα, να πέσεις στη θάλασσα». Έβγαλε και από την τσέπη της και μου ’δωσε το πορτοφόλι της και μια φωτογραφία περιχυμένη στα αίματα∙ την έχω ακόμη, μα τώρα δεν μπορώ να την δείξω.   Τέλος, όπου πήγαινε ο άλλος κόσμος, πήγαινα κι εγώ. Πήγαμε, πήγαμε, μπήκαμε στη ζώνη. Εκεί ο Τούρκος δεν ήθελε να μας αφήσει να περάσουμε. Εκεί να σ’ έχω! Βάζω τη μια αδερφούλα μου, βάζω την άλλη. Μπήκα κι εγώ στη ζώνη και με τα πολλά μπαρκάραμε και βγήκαμε στη Μυτιλήνη. Από κει, μας πήραν και μας πήγαν στη Θεσσαλονίκη, και από κει, εδώ. Είχα μια εξαδέλφη που ήταν καλή μοδίστρα. Εμένα μ’ έβαλε σε σπίτι∙ ήμουν δεκατεσσάρω χρονώ. Η κυρά μου γνώριζε την κ. Κουντουριώτη και κλείσαν τα δυο μικρά στο Αμαλίειο Ορφανοτροφείο. Η μια μεγάλωσε και πέθανε στα είκοσι δύο της χρόνια∙ ή άλλη ζει. Είναι παντρεμένη και μένει στη Νέα Ερυθραία. Εγώ παντρέυτηκα, πήρα έναν ήμερο άνθρωπο του Θεού, πατριώτη μας, μα με βρήκαν πολλά βάσανα.
Πηγή:www.lifo.gr

Πίσω στα παλιά

16.3.15

ΕΝΑΣ ΕΛΛΗΝΑΣ ΣΤΗ ΣΜΥΡΝΗ ΤΟΥ 1924

 

Ξεφυλλίζοντας το «Μικρασιατικόν Ημερολόγιον» του 1926, ανακαλύψαμε ένα δημοσίευμα του - νεαρού τότε - δημοσιογράφου Κώστα Αθάνατου, με τίτλο «Από το χαμένο όνειρο. Μια βραδυά πέρυσι στη Σμύρνη». Ήταν μια ευχάριστη έκπληξη.

Ο συγγραφέας περιγράφει εκεί μια λιγόωρη επίσκεψη του στην πόλη που - όσο τίποτα άλλο - ταράζει τις μνήμες του ξεριζωμένου μικρασιατικού Ελληνισμού.

Πρόκειται για μια μοναδική μαρτυρία, με ξεχωριστή σημασία. Όχι τόσο γιατί μας δίνει ανάγλυφο, με αριστοτεχνικό τρόπο, το κλίμα της εποχής και του τόπου, αλλά κυρίως γιατί γράφτηκε σε μια εποχή γεμάτη τραυματικές εθνικές εμπειρίες και - παρ' όλα αυτά - δεν έχει ούτε ίχνος εμπάθειας και μίσους. Ο ίδιος, η ελληνική σμυρναίικη προσφυγιά και οι ξεριζωμένοι Ελλαδίτες Τούρκοι της Ανταλλαγής, φαντάζουν τραγικές φιγούρες, μέσα στον παραλογισμό που ακολούθησε τον πόλεμο, έναν πόλεμο που - απ' ότι δείχνει το κείμενο - χώρισε βίαια τους δύο λαούς, χωρίς όμως και να μπορέσει να διασπάσει τους βαθιούς δεσμούς που τους ενώνουν.

Ο δημοσιογράφος Κώστας Αθάνατος

Πιστεύουμε πως η επαναδημοσίευση της μαρτυρίας αυτής του Αθάνατου είναι - ιδιαίτερα τώρα - απαραίτητη, θεωρώντας ότι αποτελεί μια ελάχιστη συμβολή στην πολυπόθητη ελληνοτουρκική φιλία. Γι' αυτό και την παραθέτουμε αυτούσια.

... Μέσα μου εκείνη η θύμηση κοιμάται και ξυπνάει

λέει ο Μαλακάσης εις έναν θείον στίχον του. Ω! να μπορούσε να λησμονήσει κανείς.

Ο ονομαστός Φραγκομαχαλάς στη Σμύρνη

Την εθυμηθήκαμε, λοιπόν, πάλι προχθές μέσα σ' ένα κέντρον, σε μια σμυρναίικη μπιραρία των Αθηνών, όπου τα γκαρσόνια που μας εσερβίριζαν ήσαν Σμυρνιοί, Σμυρνιοί και οι κανταδόροι, που ετραγουδούσαν σμυρναίικα τραγουδάκια από το ύψος μιας εξέδρας, και ήταν η επέτειος της Σμύρνης εκείνη την ημέρα, και την εζωντανέψαμε στα μάτια μας, όπως ζωντανεύει κανείς με τη μνήμη έναν αγαπημένον του νεκρόν.


Το προάστιο Γκιοζ Τόπε. Ο πληθυσμός του ήταν στην πλειοψηφία του ελληνικός.

Είχαμε συντύχη μερικοί από δω και από κει, γύρω στο ίδιο τραπεζάκι, απαράλλακτα καθώς μια φορά, τότε τον καιρό της χαράς σε μια μπιραρία της προκυμαίας - του ίδιου μπιραριέρη του σημερινού, θαρρώ. Λέω «θαρρώ», γιατί για όλα πια θαρρώ. Είναι τόσο πολύ συγκεχυμένη η πραγματικότης με το όνειρον, έγιναν τόσον σαν μέσα σε όνειρον όλα αυτά, ώστε να προτιμά κανείς να θαρρή ότι είναι βυθισμένος πάντα στο όνειρο που δεν ετελείωσε. Είχε σουρουπώση βαθειά, όταν εβγήκαμε έξω, μεθυσμένοι, θα έλεγα, όχι τόσο από την μπύρα που ήπιαμε, όσο από την οπτασία που στα δίχτυα της είχαμε τώρα γλυκά αφεθή. Τα λαμπιόνια του ηλεκτρικού μας εσκοτίνιαζαν το βλέμμα, και θαρρούσαμε πως είναι η υγρή γνώριμη προκυμαία μπροστά μας η νοτισμένη άσφαλτος. Και τα σπίτια, τα μέγαρα με τις βουβές σιλουέτες, πως είναι από μέσα ερείπια, και τα ανοιχτά παράθυρα τους γεμίζουν από ουρανό.

Το Σπόρτινγκ Κλαμπ της παλιάς Σμύρνης

Αλήθεια, τι μ' ερωτούσατε; Ναι, την ξαναείδα τη Σμύρνη, πάνε κάμποσοι μήνες, πέρυσι τέτοιες ημέρες ακριβώς, την ξαναντίκρυσα, τον περασμενον χειμώνα, και τι να σας πω, είναι και τώρα η ίδια Γκιαούρ, όλη Ελλάδα — λυπηθήτε με, μη με πάρετε τρελλό. Εζύγωνε το πλοίο, κι ήταν ένα δειλινό του περασμένου Νοεμβρίου, θολό, συφοριασμένο, μουντό και από την κουπαστή, καθώς περνούσαμε το Καστράκι, μ' έζωναν η λαχτάρες κι αν δεν φοβόμουν κι αν δεν ντρεπόμουνα θα μ' έπαιρναν ποτάμι τα κλάμματα. Μα, τι να σας πω; πρέπει να με πιστέψετε. Ήτανε στη θέση της, εντελώς, ούτε φωτιά, ούτε ρημάδια, ούτε τίποτα. Πως να μην πιστέψω στο όνειρο; Εσουρνότανε πάντα κούτσα-κούτσα στην προκυμαία το μόνιππο τραμβάγιο, και θαρρούσα πως μ' ένα σάλτο θα πεταχτώ έξω και θα με προσμένουν πάλι πίσω από τα σαχνισίδια η τόσες πρόσχαρες μορφές. Μυστήρια επάλευαν μέσα μου ακατανίκητα και μούδεναν κόμπο την ψυχή. Στο καρρέ του πλοίου, καθώς φουντάρισε η άγκυρα, εισώρμησε μια παγανιά από καλπάκια αστραχάν. Το κοντρόλ της χωροφυλακής. Με λίγα άθλια τούρκικα δείχνω το πασαπόρτι και παρακαλώ να μου επιτραπή η έξοδος. Ο αρχιαστυνόμος με κυττάζει από πάνω έως κάτω, και με ξυπνά από τον λήθαργον με άψογον ελληνικήν.

Άποψη της προκυμαίας

- Για πόση ώρα θέλετε;

- Χμ! Για όσο μείνη το παπόρι (για πάντα θα τούλεγα).

Στη σκάλα ένα γεροντάκι που τραβούσε τα κουπιά με προσκαλεί:

- Εδώ εφέντη μ'.

Μπαίνω στη βάρκα του. Είχαμε κυματάκι ζωηρό — το αγαπημένο κυματάκι με τό ίδιο βαρύθυμο βοητό. Ενώ μας ελίκνιζε, και τα ερείπια, κοντινά πια, εφανέρωναν την παγερή τους όψι, ο βαρκάρης με είχε αναγνώριση, και άρχισε να μου μιλάη με μια χαρά στο σκεβρωμένο του πρόσωπο σαν να του ήμουνα προσφιλής συγγενής:

- Μανώλη Τσιριμωνάκη εφέντη. Μπεν, γιουνάν πόστα καϊκτσή. Αχμέτ.

Ήταν ο Αχμέτ, ο ιδιαίτερος βαρκάρης του ελληνικού ταχυδρομείου τον καιρό της κατοχής, και μ' ερωτούσε με λαχτάρα για τον αφέντη του, το Μανώλη, τον σημερινόν διευθυντήν του ταχυδρομείου Αθηνών. Επλευρίσαμε στο Κουμέρκι. Στο μεγάλο Κουμέρκι, γιατί το Κουμερκάκι το μικρό είχε σωριαστή αγνώριστο. Μια γρηά γυναίκα, μαντηλούσα, Ρωμηά, υπεδέχετο με σφιχταγκαλιάσματα την κόρη της. Υπήρχε όμως και για μένα μια ψυχή να με υποδεχθή. Ενα λευκό φεσάκι αρναούτικο με ξερό κοτσάνι χωρίς φούντα στην κορφή, μ' εκαλούσε αδελφικά — όλα ελληνιστί:

- Εδώ, εδώ, οδηγός.

Παρεδόθην, εν πλήρει εμπιστοσύνη, εις τας στοργικάς χείρας του. Ήταν ο Αραπάκης. Τριπολιτάνος, άραψ, μα που είχε κάνη είκοσι χρόνια στα Χανιά, υπάλληλος στου Σαλίβερου και τον είχε πάρη τον έρμο η ανταλλαγή. Βαδίζουμε μαζύ. Του εζήτησα εν αμάξι. Αμέσως βρέθηκε ένα κουπέ, από τα γνώριμα σμυρναίικα, κ' ένας νεαρός αμαξάς, μας ρωτάει:

- Για που θέλετε;

Η τουρκική συνοικία Μπαζ Οτουράκ

- Συργιάνισέ μας όσα δρομάκια έχουν πέρασμα.

Εβάρεσε τα άλογα, και σκύβοντας πίσω, καθώς μας ενταρτάνιζε το λιθόστρωτο, μ' ένα ρίγος — θεέ μου — απερίγραπτον, εγύριζε, κάθε τόσον, προς εμάς τη συμπαθητική μελαχροινή του φυσιογνωμία, και με χαμόγελο, υψίστης αγαλλιάσεως, μας εξηγούσε εθελουσίως τα κατ' αυτόν:

- Αλή Αγιωργινάκης από τα μέρη του Ρεθύμνου, ανταλλάξιμος.

- Αγιωργινάκης! Κι εβλαστημούσε τη μοίρα του χριστιανικώτατα με όλο το ιδικόν μας εορτολόγιον. Τι έφταιγε ο άνθρωπος; Αυτό ήξερε. Ως που να μάθη το Κοράνιον και να το συνηθίση για βλαστήμιες...

Και εφθάσαμε στο Μπεϋλέρ-σοκάκ. Εις τα γραφεία της σωβινιστικής τουρκικής εφημερίδος. Ο Νουρή και η Ζουλφιέ, τα χαριτωμένα μικρούλια παιδάκια του παλαιού συναδέλφου και φίλου μου Τουρκομυτιληνιού λογίου μπέη, εξεφώνιζαν τρέχοντας τις σκάλες, ελληνικά, ελληνικά αλλοίμονον, όλο ελληνικά:

- Μαμά, καλέ μαμά, ο μουσιού Κωστής!...

Και η μαμά, η πεντάμορφη νέα χανούμ, που επηγαίναμε στο θέατρο του Σπόρτιν κι εβλέπαμε την Κυβέλη τόσες φορές μαζί, και ο μπαμπάς, ο αιωνίως γελαστός Ιχσάν, και ο αρχισυντάκτης ο Αμπντούλ, εφάνηκαν όλοι, όλοι τους, εγκάρδιοι, κατάπληκτοι, φιλόξενοι, ξεχασμένοι:

- Καλώς τόνε, βρε, καλώστονε, καιρούς και ζαμάνια, βουνό δε σμίγει, Ισαλλά!..,

Το περίτεχνο καμπαναριό του μητροπολιτικού ναού της Αγίας Φωτεινής στην παλιά Σμύρνη.

Τα τραπέζια της συντάξεως ήταν γεμάτα «Βήμα», «Ριζοσπάστη», «Σκρίπ», βιβλία, περιοδικά των Αθηνών. Και μ' εκυκλώσανε, και μ' ερωτούσαν για όλους, για όλα, και άστα, άστα να τρέξουν εδώ μέσα τα, δάκρυα, και τα δικά μας, και τα δικά τους. Εσιωπούσαμε, και από το δίχτυ του καφασιού στυγνά, αμίλητα, φρικτά, σκοτεινά, μισόσβυναν τ' απομεινάρια της καταστροφής, πέρα έως πέρα, καθώς εσουρούπωνε. Στα μπεζεστένια και στα παζάρια, είχαμε: «γεια σου», «να σου δώσω ένα γράμμα», «πες τους πως είμαστε καλά δόξα σοι ο θεός»,, «τι χαμπάρια». Κι ο Αραπάκης, κι ο Αγιωργινάκης, μ' ένα στόμα•, μου εξηγούσαν:

- Με τσι δικοί σας, όλη μέρα νταλαβεριζόμαστε.

Ένας Τούρκος, γέρος, Ηπειρώτης, μας κέρασε καφεδάκι στο Ισάρ-Τζαμί, και μας μιλούσε διαρκώς, μας μιλούσε ακατάπαυτα, λες και χαιρότανε μόνο και μόνο να μιλάη ελληνικά. Ένας ηλιοκαμμένος, με την ποδιά, που μας έφερε το ναργιλέ, μ' επήρε στην πάντα και μου ξεμολογήθηκε:.

-Ιντα να κάμω, τσύριε; Μαύρη δουλειά. Δεκατέσσερα χρόνια υπηρέτησα στην κρητική χωροφυλακή! (Τον είχε Πάρη το βούρκωμα, κι εσήκωσε προς τα μάτια την ποδιά)...


Και το πλοίο μας ξαναπήρε βιαστικά σε λίγο — όπως στα όνειρα — κι εσαλπάρισε το βράδυ. Κι ήταν πάλι όλα μαύρα και θαμπά στην προκυμαία, καθώς τ' αποχαιρετούσαμε από την κουπαστή. Ήταν ερείπια που ζούσαν στο σκοτάδι, και η φαντασία μας τα εζωντάνευε και τάστηνε ολόρθα σαν και πριν. Πίσω από το θόρυβο της έλικος, οι βαρκάρηδες είχαν πιαστή μεταξύ τους, και καθώς εφεύγαμε τους ακούγαμε να βρίζωνται ελληνικά: Φαντάσματα ήσαν κι εφώναζαν. Ήταν το όνειρο το συγκεχυμένο με την πραγματικότητα. Και μια κυρία, καθώς εστρίψαμε το Καστράκι, εκάθισε στο πιάνο του καρρέ και έπαιζε πένθιμα τους πιο εύθυμους σμυρναίικους σκοπούς σαν επικήδειο εμβατήριο.

ΚΩΣΤΑΣ ΑΘΑΝΑΤΟΣ

ΤΟΤΕ...

ΜΑΪΟΣ 1983

http://anemourion.blogspot.gr/

Πίσω στα παλιά !