Showing posts with label ΓΚΑΖΟΧΩΡΙ. Show all posts
Showing posts with label ΓΚΑΖΟΧΩΡΙ. Show all posts

17.10.15

ΟΙ ΘΑΜΜΕΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟ ΓΚΑΖΙ

 

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
  • Η οδός Ικαριέων στο Γκάζι διατηρεί ίχνη του παρελθόντος.


Η οδός Ικαριέων στο Γκάζι διατηρεί ίχνη του παρελθόντος.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Επιχείρησα για μία ακόμη φορά να περπατήσω από τον σταθμό του Θησείου μέχρι το Μουσείο Μπενάκη στην Πειραιώς αρχίζοντας την πορεία μου από τον πεζόδρομο της Ερμού προς τον Κεραμεικό και το Γκάζι.
Εχει μια μελαγχολία αυτή η διαδρομή. Ηθελα να φτάσω γρήγορα στην Πειραιώς, αλλά το κομμάτι της Ερμού προς την Τεχνόπολη μού κράτησε πολλή ώρα το ενδιαφέρον. Ο ήλιος έπεφτε μαλακός καθώς άρχιζε η δύση και γύρισα το βλέμμα να δω το Μνημείο του Ολοκαυτώματος, που πάντα χαιρετάω σιωπηρά. Πρόσεξα πόσο μεγάλωσαν οι κουκουναριές που φυτεύτηκαν το 2004 και σε πόσο άθλια κατάσταση είναι όλη η περιοχή. Περπατούσα με δυσχέρεια πάνω στους πιο άβολους κυβόλιθους που επινοήθηκαν ποτέ. Και δεξιά μου αγνάντευα τον Κεραμεικό. Νησίδα γαλήνης.
Αλλά όταν έφτασα στην Πειραιώς, λοξοδρόμησα μέσα στα στενά. Απέφυγα έτσι τον θόρυβο της λεωφόρου και αφέθηκα ως περιηγητής στα μικρά δρομάκια του Γκαζιού, που με τα ονόματά τους μου έφεραν στον νου τη «Βιοτεχνία υαλικών» του Κουμανταρέα. Ο πρώτος δρόμος που με τράβηξε μέσα στο Γκάζι, στις μυστικές του κοιλότητες, εκεί όπου οι ήχοι χαμηλώνουν και οι σκιές μακραίνουν, ήταν η οδός Ικαριέων. Και ήμουν τυχερός, γιατί δύο βήματα από την Πειραιώς, σε βάθος δέκα μέτρων, είχα ξεχάσει τη μεγάλη λεωφόρο και είχα αφεθεί να κοιτάζω το μικρό σπίτι με τα τρία παράθυρα. Ο σοβάς είχε φύγει και είχε αφήσει θραύσματα γύψινης ώχρας, μερικές σπασμένες γιρλάντες και μισοπεσμένα επίκρανα. Τα τρία κλειστά παράθυρα ήταν σαν τρία κλειστά μάτια και όταν πήγα στο πλάι να δω μέσα από την αυλόπορτα, πρόσεξα ότι δεν υπήρχε σπίτι από πίσω. Είχε όλο πέσει. Αγριόχορτα φύτρωναν εκεί όπου ήταν τα δωμάτια και οι μισοπεσμένοι τοίχοι πρόβαλλαν ανάμεσα σε καδρόνια και άχρηστα αντικείμενα με μια ξεφλουδισμένη απόχρωση ροζ και γαλάζια. Ηταν ένα σκηνικό παρακμιακής ποίησης.
Το ίδιο θέαμα είδα και παρακάτω. Γιατί όσες φορές ένα σπίτι μού τραβούσε την προσοχή, πλησιάζοντας διαπίστωνα ότι ήταν ερειπωμένο και σε ορισμένες περιπτώσεις διασωζόταν μόνο η πρόσοψη. Οπως στην οδό Στρατονίκης 3, αλλά και στην Κλεάνθους και σε άλλα σημεία. Εστω και από μακριά ένιωθα την αύρα του σταματημένου χρόνου.
Οταν έφτασα, όμως, στη μικρή πλατεία Κουλούρη και στην οδό Ελασίδων, είχα την αίσθηση, φευγαλέα και πιθανώς ψευδαισθητική, της παλιάς γειτονιάς. Ηταν και τα δεντράκια που έφτιαχναν θόλους και έμοιαζαν με σπίτια πουλιών, ήταν τα παγκάκια με μητέρες και παιδιά, φωνές παιχνιδιών και μια ράθυμη ανεμελιά που θύμιζε τη δεκαετία του ’50. Σε μια πλευρά της πλατείας, δύο παλιά σπίτια, κλειστά, αλλά πόσο ατμοσφαιρικά. Το ένα, το ψηλότερο, πρέπει να ήταν δωμάτια-δωμάτια που έβλεπαν σε αυλή και στα κεραμίδια του πιο μικρού σπιτιού. Ηταν ένα θραύσμα από μια φτωχή Αθήνα, που έμεινε σε φωτογραφίες και διηγήσεις.
Αλλά το Γκάζι, καθώς προχωρούσα προς το Μπενάκη, άλλαζε και είχε ανάκατα ψηλά και χαμηλά κτίρια. Στην οδό Μεγάλου Βασιλείου, η άπλα του δρόμου και η απόκοσμη ησυχία με έφεραν πάλι πίσω σε έναν απροσδιόριστο χρόνο καθώς η γειτονιά φαινόταν περιέργως ακατοίκητη παρότι πολλά παράθυρα είχαν κουρτίνες και πού και πού ξεχώριζα κάποια μορφή σε ένα μικρό μπαλκόνι. Σε ένα από αυτά, λίγα μέτρα παρακάτω, ήταν μόνο μια ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα και το παράθυρο έμοιαζε κλειστό.

 Πίσω στα παλιά

26.11.13

ΤΟ ΓΚΑΖΟΧΩΡΙ

 

Πιτσιρικάς, με το που πάτησα τα τρία-τέσσερα, δεν ήταν λίγες οι φορές που πέρναγα τις Κυριακές στο Γκάζι. Πολλά παιδιά λέει, τα πήγαιναν οι γονείς τους εκεί αν είχαν πάθει κοκκύτη για να κάνουν εισπνοές κι έτσι να γλιτώσουν (που οφείλονταν τούτη η ευεργετική ιδιότητά του φωταερίου ή του χώρου το αγνοώ) από την αρρώστια και τις συνέπειές της. Παρόλα αυτά δεν ήταν αυτός ο λόγος της δικής μου παρουσίας στο Γκαζοχώρι.

Οδός Πειραιώς, φωτ Σ.Β. Σκοπελίτη

Ο θειός μου, ο αδελφός του πατέρα μου δούλευε εκεί. Στην ίδια θέση που είχε συνταξιοδοτήσει και τον παππού μου – το δικό τους πατέρα - πριν από αυτόν: στους φούρνους. Τον Αλέκο επισκεπτόμασταν, εγώ κρατούσα πακεταρισμένα τα κουλουράκια ή ότι άλλο έστελνε η μάνα μου για το διάλειμμα του Γκαζιέρη.

από τον Κεραμεικό, φωτ Σ.Β. Σκοπελίτη

φωτ Σ.Β. Σκοπελίτη

φωτ Σ.Β. Σκοπελίτη

Τους φούρνους – με τις απλησίαστες θερμοκρασίες που έλειωναν τους άμαθους σαν και μας - τους τάιζαν κοκ ο μπάρμπας κι οι συνάδελφοι του. Μουντζουρωμένοι απ’ την κορφή ως τα νύχια, μουσκεμένοι στον ιδρώτα, φορώντας μονάχα τα μακριά τους σώβρακα. Στον πηχτό αέρα με τη χαρακτηριστική στυφή μυρωδιά (υπάρχει ακόμα η μυρωδιά – στο χώρο τέχνης κυρίως, πίσω από την κεντρική σκηνή όταν πας για συναυλίες) με πρώτο και τελευταίο φίλτρο τα πνευμόνια τους, χωρίς μάσκες ή άλλη προφύλαξη.

Οι φούρνοι, φωτ Σ.Β. Σκοπελίτη

Το Γκάζι χτίζεται το 1862. Όταν η Ελλάδα έχει 1.063.377 κατοίκους και από αυτούς μονάχα 42.000 κατοικούν στην Αθήνα. Το 1857 η τότε κυβέρνηση διαπραγματεύεται με δύο εταιρίες για την εγκατάσταση του εργοστασίου.

φωτ. Αγνώστου

φωτ. Αγνώστου

Η εταιρία του γάλλου Φραγκίσκου Φεράλδι κερδίζει το διαγωνισμό και αναλαμβάνει το έργο του φωτισμού της Αθήνας με φωταέριο. Ο δήμος Αθηναίων παραχωρεί το προνόμιο της εκμετάλλευσης του φωταερίου για 50 χρόνια. Το 1873 και 1887 γίνονται οι κυριότερες επεκτάσεις του εργοστασίου κι άλλη μία τη δεκαετία του 50.

Αεροφυλάκια, φωτ Σ.Β. Σκοπελίτη

Το φωταέριο θα φωτίσει τους αθηναϊκούς δρόμους για περίπου 60 χρόνια αλλά οι φούρνοι του εργοστασίου θα σβήσουν οριστικά το 1984. Το 1986 ο χώρος χαρακτηρίζεται διατηρητέο ιστορικό μνημείο από το Υπουργείο Πολιτισμού και ξεκινούν μελέτες για την αξιοποίησή του.

Αεροφυλάκια, φωτ Σ.Β. Σκοπελίτη

  Ο θείος Αλέκος έπιασε δουλειά στο Γκάζι όταν ήταν 14 χρονών.

Πρώτες μέρες στη δουλειά, αρχείο Θείου Α.

Έμεινε εκεί για 42 χρόνια.

Οι Γκαζιέρηδες, φωτ Σ.Β. Σκοπελίτη

Κάποια στιγμή (1957) του δωρήθηκε κι ένα σερβίτσιο 6 ποτηριών και μιας κανάτας από το "Σύλλογο Ασφαλισμένων Φωταερίου". Τώρα το έχω εγώ.

Ο μπάρμπας μου πέθανε πριν πέντε χρόνια. Όταν πήγα να το δηλώσω στο ληξιαρχείο Αθηνών, όχι μακριά από το Γκάζι,  χαμηλά στη Μητροπόλεως, ένας 55άρης υπάλληλος με ρώτησε:
- Επώνυμο θανόντα;
- Τάδε απαντάω.
- Όνομα θανόντα;
- Αλέξανδρος, κάνω

- Ποιος ρε ο Αλεκάκης; Πέθανε; λέει ο υπάλληλος και μπήζει τα κλάματα, παλιός συνάδερφος ήτανε από τους τελευταίους που μπήκανε στο Γκάζι και μετατάχθηκε μόλις αυτό έκλεισε στο ληξιαρχείο - νέος για σύνταξη γαρ -. Πήρε τη φωτοτυπία της ταυτότητα του νεκρού στα χέρια του κι άρχισε να χαϊδεύει τη φωτογραφία.

-
- Αχ ρε Αλεκάκη, ξανάπε.

lemonostiftis

 πίσω στα παλιά