Showing posts with label ΨΥΡΡΗ. Show all posts
Showing posts with label ΨΥΡΡΗ. Show all posts

3.2.17

ΕΝΑΣ ΜΑΓΚΑΣ ΤΟΥ ΨΥΡΡΗ ΕΚΜΥΣΤΗΡΕΥΕΤΑΙ ΤΟΝ ΠΟΝΟ ΤΟΥ


Ένας μάγκας του Ψυρρή εκμυστηρεύεται τον πόνο του
Έλα το λοιπό να σ’ ανοίξω τα μάτια ρε άμωμη, γιατί είσαι μικρή ακόμα και δεν τον έμαθες τον κόσμο.
Κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου (1920-1930) ήταν πολύ συνηθισμένο οι εφημερίδες και τα περιοδικά να διατηρούν μόνιμες στήλες με υποτιθέμενο συντάκτη ένα αυθεντικό τύπο της αθηναϊκής κοινωνίας: τον μπεκρή, τον μάγκα, την νεόπλουτη κοκ. Το αναγνωστικό κοινό διασκέδαζε αφάνταστα με τα κείμενα αυτά που σχολίαζαν συνήθως την καθημερινή επικαιρότητα.

Πάρτε γεύση από τη στήλη του «Βλάμη» στο «Θησαυρό» :
«Άρπαξα το κορίτσι, που είχε έξοδο χθες, από το μπράτσο.
-Έλα κοντά μου και μη σε γνοιάζει ρούπι
-Μα που θα με πας;
-Στο περιβολάκι ρε περβολαριά μου
-Του Θεσείου;
-Όχι της οδός Πατεσίου. Δεν το ξέρεις; (σ.σ. εννοεί την Πλατεία Αγάμων, σήμερα Πλατεία Αμερικής)
-Όχι
-Έλα το λοιπό να σ’ ανοίξω τα μάτια ρε άμωμη, γιατί είσαι μικρή ακόμα και δεν τον έμαθες τον κόσμο
Και την περιλαβαίνω βραχιονηδόν και πάμε.
Έ ρε Χριστέ μου κάτι καπνοί που με φλομώσανε όντας είδα τα χάλια του! Τον είχανε ξωραϊσει οι λεχρίτες τον κήπο. Βγάλανε τα μπαγκάκια, και κάθε ένα βήμα και λεχτρικό.
Ακούς ρε μυστήρια πράμματα; Να, πως χαλάη η Αθήνα. Τι διάολο τα θέλουνε τα φώτα και της πολυτέλειες; Να μη μπορεί κανείς να πή τα μυστικά του, δίχως ναν τόνε βνέπουνε τα κακά μάτια!
-Λάσπη η δουλειά μας, της κάνω. Πάμε πίσω.
Και γυρίζουμε άπραχτοι από κεί που ήρθαμε και το κορίτσι έμεινε απότιστο. Δεν είνε κρίμα κι’ άδικο ρε οικουμένη δολοφόνα, δεν είνε κι’ αμαρτία να ρέβη ένα δουλικό από την ξερασία!
Θα μου πης γιατί δεν πάγαινες στον κήπο του Μουσείου ή στο Ζάππειο; Τι λες ρε ανήλεη! Τι δουλειά έχω γω σε τέτοια κέντρα και τι σχέσιν έχω με τους σαχλαμαράκηδες που πάνε κει για να σαλιαριστούνε με τα μιξιάρικα;

Εγώ θέλω να ξηγηθώ ακόνι με την καβαλλιέρα μου, κι’ αν είνε περί για ν’ ανοίξη η όρεξη και να μείνης νηστικός, άστα μαντάμ, άστα κι’ ωρεβουάρ. Μπήκες;»
Αν τώρα σκεφθήκατε, αγαπητοί αναγνώστες, ότι όλα αυτά είναι κάπως υπερβολικά σας έχω για «δεύτερο πιάτο» τη μαρτυρία αυτήκοου χρονογράφου της εφημερίδας «Αθηναϊκά Νέα» από πραγματικό συμβάν στην ίδια πλατεία:

«…Μέσα στις άψογες βοστρυχωτές κομμώσεις και τα παρφουμαρισμένα εμπριμέ, εμφανίζεται άξαφνα ένας ιδιόρρυθμος δανδής με κασκέτο, κόκκινο πουκάμισο και λαδωμένη αφέλεια. Συνοδεύει το “κορίτσι”: Πλούσιες στρογγυλότητες... αδέξιο μπογιάτισμα με φτηνά καλλυντικά, ίχνη αποτυχημένου μπιγκουντί στο κεφάλι, ντόπιο άρωμα που θυμίζει κουρείο, πρόστυχο βερνίκι στα νύχια, το “κορίτσι” προσωποποιεί τον ονειρώδη έρωτα του νταήδικου δανδισμού. Ο καβαλλιέρος κρατάει διαρκώς τα χέρια του μετέωρα, κοντά της. Είν’ εύθραυστη και φοβάται μην πέση και σπάση!... Το βλέμμα του καρφώνει μαχαίρια τριγύρω της!

Κάθονται, παραγγέλλουν. Κι’ έρχεται ο ντιζέρ (σ.σ. Έτσι αποκαλούσαν τότε τους παρουσιαστές-τραγουδιστές, κάτι σαν τον Γιώργο Οικονομίδη του Green Park). Αβρός, μελισταγής, γλυκανάλατος, σκύβει κατά τη συνήθεια κοντά σ’ εκείνην και της ψιθυρίζει λιγωμένος στ’ αυτί το ρεφραίν:
«Κάποιο μυστικό έχω να σου πω
Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ...»
– Τι λες, ρε; εκρήγνυται άξαφνα ο καβαλλιέρος τραβώντας μια μαχαίρα σαν γιαταγάνι.
»Τα παρφουμαρισμένα εμπριμέ τσιρίζουνε απεγνωσμένα. Ο ατσαλάκωτος καθωσπρεπισμός το βάζει στα πόδια. Κερώνει ο ντιζέρ. Παγώνει ο μαιτρ. Μαρμαρώνει το γκαρσόνι. Έρχεται ο διευθυντής:
– Παρεξήγησις, κύριε...
– Τι παρεξήγησις; Αφού της έσκασε το παραμύθι μπρος στα μάτια μας! 

Για μπακλαβάδες μας περνάς; Άντρες με μουστάκια είμαστε!
»Ζητεί τότε συγγνώμην ο διευθυντής, υβρίζεται ο ντιζέρ, έρχεται μια μπουκάλα κρασί, “δίνει τόπο της οργής” ο θιγείς θαμών και το επεισόδιον λήγει».
Θωμάς Σιταράς (Αθηναιογράφος)

http://paliaathina.com/gr
 Πίσω στα παλιά 

18.12.16

ΠΛΑΤΕΙΑ ΗΡΩΩΝ ...ΨΥΡΡΗ





Πλατεία Ηρώων. Συνοικία Ψυρρή. Περίοδος Belle Époque (1880-1910)
Είναι Μάιος του 1920. Ο Δημοσιογράφος Π. Κατηφόρης γράφει στην εφημερίδα «Σφαίρα» για τους θρυλικούς Κουτσαβάκηδες και τη συνοικία του Ψυρρή όπου έδρασαν.
«Αν η Ελλάς του παρελθόντος αιώνος είχε στα βουνά τους ληστοφυγόδικούς της, στην πρωτεύουσά της είχε τους κουτσαβάκηδες.
Έδρα και κρυσφήγετό τους ήταν η συνοικία “Ψυρρή” και πρωτεύουσά τους η “Πλατεία των Ηρώων”. Ιδεολογία τους η ιταλική ρήσις “vivere pericolosamente” [ζειν επικινδύνως] κ’ επειδή τότε πόλεμοι δεν εγίνονταν, είχανε κηρύξη πόλεμο κατά της αστυνομίας, που την εποχή εκείνη δεν είχε και σπουδαία διαφορά ως προς τα κατώτερα στελέχη.
Οι κουτσαβάκηδες ήσαν νέοι που δεν ήξεραν τι θα πη πραγματική δουλειά, θρασείς και προκλητικοί με πολύ ιδιόρρυθμη εμφάνιση. Φορούσαν κατά κανόνα μαύρο σακκάκι, ριγέ χρωματιστό ή με μεγάλα καρέ, χτυπητών χρωμάτων πανταλόνι και αντί για γιλέκο, ένα πελώριο ζωνάρι κόκκινο ή γκρενά, που άρχιζε από τον ομφαλό και έφθανε εις το στήθος. Μέσα στις πολυάριθμες πτυχές του κρύβανε τα κουμπούρια και τις κάμες τους, μαζί με το μαντήλι, τον ταμπάκο, το τσακμάκι και την καπνοσακκούλα. Οι πιο μοντέρνοι βάζανε το μαντήλι στο μανίκι του αριστερού χεριού και άφιναν να κρεμιέται απ’ εκεί το ένα άκρο του.
Τα παπούτσια τους πάλι ήταν περιεργότατα... Το τακούνι ήταν ψηλότατο και μπροστά τα “πουτίνια” ήσαν μυτερά και σουβλερά με τη μύτη προς τα πάνω. Το χρώμα τους ήταν απαραίτητα μαύρο. Έπρεπε ακόμη να είνε πάντα πασαλειμένα με χοιρινό λίπος, για να είνε γυαλιστερά και στο διάβα του “αντάμη” να... τρίζουνε. Δεν ετρίζανε; Η ζωή του τσαγκάρη διέτρεχε κίνδυνο.
Το πρόσωπό τους και προ παντός τα μαλλιά τους εγίνοντο αντικείμενον εξαιρετικών φροντίδων. Τα μαλλιά ήσαν πάντα μακριά και χτενισμένα “χωρίστρα” με “αφέλεια” προς το μέτωπο και τ’ αυτιά, γυαλιστερά δε όσο δεν έπαιρνε άλλο από το χοιρινό λίπος που έπαιζε το ρόλο της μπριγιαντίνης, με το πρόσθετο πλεονέκτημα πως το λίπος βρωμοκοπούσε, όπως άρμοζε σ’ ένα παλληκαρά περιωπής.
Οι αφέλειες έπρεπε να κατεβαίνουνε ως τα μάτια και να μισοσκεπάζουν το ένα από τα μάτια σε τρόπο, που να αναγκάζεται ο ιδιοκτήτης “κούτσαβος”, σαν ήθελε να ιδή, να κάνη μια αργή χαρακτηριστική χειρονομία να ελευθερώση τα βλέφαρα από την κρεμάμενη αφέλεια. Όλη αυτή η διαδικασία γινότανε με παντοκρατορική μεγαλοπρέπεια, για να καταθορυβήση και τρομοκρατήση τον ατυχή που είχε μπλέξη μαζί τους.
Το μουστάκι ήταν τα... Άγια των Αγίων! Πελώριο, θυσσανωτό ή στριμμένο, απειλούσε με τις άκρες του γη και ουρανό. Στο κεφάλι φορούσαν πάντα ρεμπούμπλικα μαύρη ή καφέ, σχήμα “καβουράκι” και η κορδέλλα ήταν πλατύτατη από μαύρη τσόχα, ένδειξις αδιάψευστη πένθους βαρυτάτου. Το πένθος ήταν κύριο χαρακτηριστικό, γιατί εσήμαινε πως κάποιος συγγενής του έπεσε ηρωικά μαχόμενος από κάμα για το φιλότιμο. Ο θάνατος, βέβαια, ήταν φανταστικός, όπως και η γενναία πράξις, στην υπηρεσία της οποίας υπέκυψε ο ανύπαρκτος μακαρίτης, επεκράτησε όμως το πένθος στον κούτσαβο, γιατί ήταν απαραίτητο να είνε... σόι το βασίλειο. Να ανήκη δηλαδή σε μια δυναστεία ηρώων, που μετρούσε θύματα στο βωμό της γενναιότητος!
Ιδιόρρυθμο ήταν ακόμη και το βάδισμα, το βήξιμο, το φτύσιμο και οι αναστεναγμοί πάνω στην κουβέντα τη σύντομη. Βαδίζανε όπως οι κυνηγοί που καραδοκούν το ξαφνικό πέταγμα της μπεκάτσας, κουνάμενοι και σεινάμενοι κατά τρόπο λυγερό και φτύνοντας σφυριχτά, χωρίς να συντρέχη καμμία ανάγκη, στενάζοντας βαθειά και συνοδεύοντας τους στεναγμούς τους με κάποια στροφή νταϊλίδικη, σαν να είχαν μέσα στα στήθη τους κρυμμένα πάντα ντέρτια και μαράζια.

Τα στήθη μου κατάντησαν
βασάνων κατοικία
που κατοικούν οι λέοντες
και τ’ άγρια θηρία, αχ-βαχ!...

Όπου, τέλος, και να κάθονταν, βγάζανε το ένα τους παπούτσι και ετοποθετούσαν ύστερα το ξυπόλυτό τους ποδάρι ορθογώνια πάνω στο άλλο, στο ύψος του γόνατος ή και του μηρού. Αυτό, δε, ήταν εύκολο, γιατί τα παπούτσια τους ήταν με λάστιχα στα πλάγια και έτσι μπορούσαν στο άψε-σβύσε να τα βγάζουν και να τα βάζουν.
Πολλοί απ’ αυτούς είχαν και μίαν άλλη συνήθεια. Φορούσαν δηλαδή το σακκάκι τους μόνο από το ένα μανίκι, το αριστερό, και το υπόλοιπο του σακκακιού το είχανε ριχτό πάνω στον δεξιό ώμο. Κάθονταν στα καφενεία ή τα ταβερνάκια της συνοικίας τους, έβγαζαν την κάμα τους, μία δηλαδή από τις πολλές που είχαν απάνω τους, την κάρφωναν πάνω στο τραπέζι και εκεί κοντά στην αστραφτερή λεπίδα τους έπιναν τον καφέ ή... τα σκονάκια τους. Αυτό αποτελούσε σιωπηρή μα και πολύ εύγλωττη πρόκληση εναντίον κάθε αντιπάλου ή και διαβάτη που θα είχε την αφέλεια να μη χαιρετίση με σεβασμό την κάμα και τον ιδιοκτήτη της...»
***
Μια που μιλήσαμε για τους Κουτσαβάκηδες, είναι ενδεδειγμένη και μια μικρή ξενάγηση στο χώρο όπου έδρασαν: στη μικρή συνοικία του Ψυρρή. Ξεναγός μας, ένας από τους καλύτερους λόγιους της εποχής, ο Μιχαήλ Μητσάκης. (βλέπε «Φιλολογικά Έργα», Αθήνα, 1921)
«Εκ του στενού δρομίσκου του Ψυρρή, συρφετός διέρχεται ποικίλος, άνθρωποι και κτήνη, παιδιά και γυναίκες, νοικοκυραίοι και εργάται, λαϊκόν πλήθος, πηγαίνον ή ερχόμενον διαφοροτρόπως ενδυμένον, πληρούν βόμβου την μικράν οδόν. Κορασίδες, φέρουσαι τας στάμνας των εις χείρας, διευθύνονται συχνά, προς την πλησίον βρύσιν της πλατείας, διά να τας γεμίσουν, μαθηταί επιστρέφοντες εκ του σχολείου, οψοκομισταί [χαμίνια που κουβαλούν τα ψώνια συνήθως με κοφίνι στην πλάτη], λούστροι, πλύστραι, μοδιστρούλες, εμποροϋπάλληλοι, δικηγόροι ενίοτε με δικογραφίας υπομάλλης, εξερχόμενοι του κοντινού κακουργιοδικείου, ρασοφόροι κάποτε, βρακάδες πού και πού, στρατιωτών πηλίκια και αρβύλαι, κανέν μαύρο τσεμπέρι γραίας...
Άμαξαι ή κάρρα παταγούν περιοδικώς, κυλίονται με προσοχήν, μόλις χωρούντα να περάσουν, καταλαμβάνοντα όλον το πλάτος του σοκακίου με τους τροχούς των συμπιεζόμενους από τα εκατέρωθεν λιθόστρωτα... Εντός των γύρω μαγαζείων, ισογείων ή υπογείων πάντοτε, εργάζονται οι ένοικοι, μικροπαντοπώλαι, μικροψιλικοπώλαι, μικροκαπνοπώλαι, ταβερνιάρηδες ή μανάβηδες.
Από του ενός μέρους εις το άλλο διαμείβονται συνομιλίαι, διάλογοι συνάπτονται, αστεία πολλάκις απευθύνονται, ανταλλάσσονται φωναί και επικλήσεις, θορυβώδεις, εύθυμοι, κραυγαστικαί συνήθως εν οικειότητι ως οικογενειακή. Δυο κουτσαβάκηδες διήλασαν συγχρόνως ως μισομεθυσμένοι, την ρεπούμπλικαν στραβά, τρικλίζοντες προσποιητά και επιδεικτικώς τραγουδούντες διά λάρυγγος βρογχώδους, δημώδες άσμα αρτίτοκον γέννημα των ρυακίων του Ψυρή:

Βάρα με με το στυλέτο
Κι’ όσο αίμα τρέξη, πιέτο!...»

                                               ***
15 χρόνια μετά κάποια πράγματα αρχίζουν ν’ αλλάζουν. Είναι Σεπτέμβριος 1936 και ο Μ. Γιοκαρίνης γράφει στο «Ελεύθερο Βήμα»:
«Οι καλλίτεροι δρόμοι των Αθηνών από απόψεως ονομασίας, ευρίσκονται εις την συνοικίαν του Ψυρρή. Εκεί είνε και η οδός της Παλλάδος, το τιμητικώτερον όνομα που ημπορούσε να δοθή εις ένα δρόμον του άστεως. Εκεί, η οδός Αισχύλου και η οδός Αριστοφάνους, εκεί η πλατεία όλων των ηρώων μικρότερη και από την μικράν πλατείαν του Κολοκοτρώνη.
Οι περίεργοι που θα είχαν τυχόν την όρεξιν να ακολουθήσουν τα βήματα της εξερευνητικής περιοδείας μου, ας προτιμήσουν την οδόν Αριστοφάνους, όπου ο Αη-Φίλιππας εις το σεμνό και απλό εκκλησάκι του ημπορεί να δεχθή τας ευχάς των δια την ευχάριστον διάβασιν αναμέσου των άλλων στενωπών, με τα κάρρα, τα δίτροχα, τα καρροτσάκια, τα ποδήλατα, τα κασόνια με ρόδες και όλα τα άλλα εμπόδια, που αποκλείουν κάθε κυκλοφορίαν.
Ολίγοι οι δρόμοι, μικρά η συνοικία, αλλά εδώ πάλλεται η εργατική καρδιά της πρωτευούσης. Δεν έχω ιδή άλλην γειτονιάν με τόσα μαγαζιά, με τόσες τρύπες όπου μοχθούν σιωπηλοί οι εργαζόμενοι άνθρωποι παντός επαγγέλματος, με ζήλον, με σπουδές και με αγάπην. Εκάθησα πολλήν ώραν να ιδώ καθισμένους τους μαστόρους κατάχαμα που πλέκουν την αλιγαριά και κάμνουν τα κοφίνια, που λυγίζουν με δεξιοτεχνίαν τις καλαμένιες βέργες των καλαθιών, που σκαρώνουν με το τίποτα το καλαθάκι των μαθητών, το πανέρι των ψαράδων…
Έχουν πολλήν μαεστρίαν αυτοί οι καλαθοπλέκται του Ψυρρή και έχουν ποίησιν τα μαγαζιά των, που μοσχοβολούν από τους χυμούς των αρωματικών κλώνων που χρησιμοποιούν για τη δουλειά τους.
Αλλά η γειτονιά ολόκληρη έχει την ποίησιν της εργασίας. Εδώ, το λάδι επιδεικνύεται διάφανο και κεχριμπαρένιο σε μπουκάλια κρεμασμένα στις εξώπορτες των μαγαζιών και οι φαναρτζήδες έχουν στιβάσει στο κατώφλι των κολώνες τα φαράσια. Όλα τα παπούτσια των Αθηνών κατασκευάζονται εις του Ψυρρή, από χιλιάδες εργάτες που είνε αληθινοί καλλιτέχναι εις το είδος των. Τόρνοι, έπιπλα, καραμελάδικα, τυπογραφεία, μπαχάρικα και σαπουνάδικα, αληθινή κυψέλη αυτή η γειτονιά, όπου δεν υπάρχει πλέον μια γωνιά ήρεμου κατοικίας χωρίς κίνησιν και θόρυβον. Τα καφενεδάκια είνε υπόδειγμα επαρχιακών κέντρων και οι ταβέρνες μερακλήδικες.
Κάπου-κάπου έχει διασωθή ένας σιδερένιος εξώστης στολισμένος με γλάστρες και κάποια παληά αυλή με κατακάθαρο το πλακόστρωτό της και πανύψηλο τον πλάτανό της. Όλα όμως γκρεμίζονται, όλα ξανακτίζονται, οι δρόμοι στρώνονται και η πλατεία Ηρώων είνε αποθήκη των ξεκοιλιασμένων τενεκέδων της πίσσας. Σε λίγο θα είνε αγνώριστη και αυτή η συνοικία και θα χάση το χαρακτήρα της… Τα μικρομάγαζα μεγαλώνουν, τα χαμόσπιτα γκρεμίζονται, οι αυλές κτίζονται, οι δρόμοι φαρδαίνουν, το καλντερίμι ασφαλτώνεται, τα λούκια γίνονται υπόνομοι, τα πεζοδρόμια πλακοστρώνονται. Ένας αληθινός πυρετός εξαφανίσεως κάθε παληάς γραφικότητος και οι αστυφύλακες μόλις ανέχονται τον υπαίθριον παστελατζήν -φράγκο το κομμάτι. Συνοικία του Ψυρρή, συνοικία με ιστορική παράδοση».
Αν κάνετε σήμερα μια βόλτα στην Πλατεία Ηρώων του Ψυρρή, δυο βήματα απ’ το Μοναστηράκι, θα συναντήσετε το καφενείο του Τσούτη.  Εδώ έπαιρναν τον ερατεινό τους οι κουτσαβάκηδες. Την σκερτσόζα είσοδό τους ακολουθούσε η εξής παραγγελία του σερβιτόρου προς τον ταμπή (=ο ψήστης του καφέ, αποκλειστικής απασχόλησης, μπορούσε με τα 48 είδη ψησίματος που διέθετε στο ρεπερτόριό του να ικανοποιήσει και τον πιο ιδιότροπο πελάτη):
-Ένα καφέ του… (εδώ αναφερόταν το όνομα ή ακόμη καλύτερα το παρατσούκλι του προκλητικού πελάτη, όπως π.χ. «Λαχτάρας», «Ηρακλάκιας», «Αρκούδας», «Καραμπιστόλας», «Τρομάρας»), πολλά βαρύ, μισό φλιτζάνι!
Αυτό το «μισό φλιτζάνι» ήταν και το σήμα κατατεθέν των ιδιόρρυθμων αυτών τύπων, γι’ αυτό ένα από τα πάμπολλα παρατσούκλια που τους είχαν κολλήσει οι νοικοκυραίοι της Αθήνας ήταν και το «μισοφλιτζανάκηδες».
Ο ηρωικός Τσούτης, όχι μόνο δεν τους λογάριαζε, αλλά είχε και το θράσος να τους σερβίρει καφέ αναμεμιγμένο με ρεβίθια, όπως έκανε άλλωστε και με όλους τους «κοινούς» πελάτες του! Ο νοθευμένος αυτός καφές εχρεώνετο μια πεντάρα. Βεβαίως για τους νοικοκυραίους με κρυφή χρέωση μία δεκάρα, είχε πάντα φυλαγμένο αγνό καφέ! Η όλη δοσοληψία γινόταν συνωμοτικά ώστε να μην προκύψει κανένα μπέρδεμα. Το γκαρσόνι ήξερε ποιοι «δικαιούνται» αγνό καφέ και η συνθηματική παραγγελία προς τον ταμπή ήταν:
-Ένα καφέ, γλυκύ βραστό «με λένε»…
Ακούγοντας το περίεργο αυτό σύνθημα ο ταμπής προχωρούσε χωρίς άλλες διατυπώσεις στην ετοιμασία αγνότατου καφέ. Όλα αυτά μαθεύτηκαν βεβαίως χρόνια μετά, αφού έκλεισε το μαγαζί.
***
Το 1900 η εγκληματικότητα στου Ψυρρή ανθούσε. Οι παράνομοι κουτσαβάκηδες, φόβος και τρόμος κάθε Αθηναίου φιλήσυχου πολίτη, προσπαθούσαν να επιβιώσουν με κλοπές και κατά παραγγελίαν ξυλοδαρμούς. Ο εικονιζόμενος θαρραλέος αστυνόμος Μπαϊρακτάρης μαζί με το συνάδελφό του Βρατσάνο, ήταν οι μόνοι που τόλμησαν να τα βάλουν μαζί τους. Και κατόρθωσαν το μέχρι τότε φαινομενικά ακατόρθωτο: να τους περιορίσουν δραστικά.
Προτού τους κλείσει στον Μεντρεσέ (τη φυλακή της Πλατείας των Αέρηδων), ο Μπαϊρακτάρης φρόντιζε να τους ξεφτιλίζει με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην έχουν μούτρα να ξαναεμφανιστούν στην πιάτσα. Η διαπόμπευση των κούτσαβων που περιφέρονταν σιδηροδέσμιοι στα δρομάκια του Ψυρρή με ξυρισμένο το μισό μουστάκι και κομμένο το μισό μανίκι (!), τους αφαιρούσε κάθε τιμή και υπόληψη και κάθε υπόνοια μελλοντικής επανεμφάνισης...
***
Οι Παλιοί Αθηναίοι είχαν μονομανία με τα όπλα. Οι Αγωνιστές της Επανάστασης ουδέποτε παρέδωσαν τον οπλισμό τους. Με μεγάλη περηφάνια έμπαιναν στα καφενεία ζωσμένοι με ολόκληρο οπλοστάσιο!  Η κατάσταση δεν άλλαξε και πολύ μετά την Οθωνική Περίοδο (1834-1862). Μόνο που τις μαυροβουνιώτικες πιστόλες διαδέχτηκαν πιο σύγχρονες κατασκευές από Ευρώπη και Αμερική.
Εδώ έχουμε, για του λόγου το αληθές μια διαφήμιση για τα ρεβόλβερ Σμιθ & Γουέσον, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Αθηνά", το 1891.
Επειδή μπορεί να μην είναι εύκολη η ανάγνωση ολόκληρου του κειμένου της ειδοποίησης, σας μεταφέρουμε αυτούσια τα ψιλά του γράμματα:
"Σπεύσατε Έλληνες μικροί τε και μεγάλοι γενναίοι Ρουμελιώτες, Μωραΐτες και Νησιώταις, συμπληρώσατε και τελειοποιήσατε τον οπλισμόν των σελαχίων, των ζωνών και των θυλακίων σας! Τα γνήσια περίστροφα Σμιθ και Ουέσον αν και φαίνονται εκ πρώτης όψεως ακριβά, εν τούτοις είναι τα οικονομικώτερα ρεβόλβερ του κόσμου, ένεκα της απαραμίλλου στερεότητος, ευθυβολίας και διαπερατικότητός των, διότι δεν κινδυνεύεις να «λαθεύσης» τον εχθρόν σου και να φυλακιστής ανωφελώς επί εβδομάδας ίσως επειδή εξέβγαλες αδιάφορον διαβάτην∙ ούτε μία σφαίρα σου δεν πηγαίνει «μαστράφι». Υπό ευνοϊκάς μάλιστα περιστάσεις δύνασαι και τρεις ομού εχθρούς σου να διατρυπήσης κατά σειράν με μία σφαίραν, σπουδαία οικονομία τώρα, ότε, ένεκα της βαρείας φορολογίας τα γνήσια φυσέκια κατήντησαν τόσο ακριβά!
Αποφεύγετε τας Γερμανοεβραϊκάς απομιμήσεις και όλα εν γένει τα ρεβόλβερ της ψευτο-φτηνίας, τα «μπουμ εμείς-κάτω μεις», αγοράζετε ρεβόλβερ Αμερικάνικα Σμιθ και Ουέσον που κάμνουν δουλειά παστρική και οικονομική."

http://paliaathina.com/gr
 Πίσω στα παλιά 

18.9.15

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ..ΣΤΑ ΣΤΕΝΑΚΙΑ ΤΟΥ ΨΥΡΡΗ

 





Ανεβαίνουμε την Ερμού προς Σύνταγμα...αριστερά τα στενάκια του Ψυρρή δεξιά το Μοναστηράκι.

Κτίρια παλιά...διαφορετική μυρουδιά....άχρηστα αντικείμενα που είναι χρήσιμα για συλλέκτες.

Άστεγοι που κοιμούνται έξω από κλειστά μαγαζιά.....

Μικρά παλαιοπωλεία παραπήγματα θα έλεγα κάποια με κλειστές πόρτες και ένα χαρτί..."επιστρέφω αμέσως".

Περίεργα στέκια άλλα το πρωϊ άλλα το βράδυ....

Είπαμε θα βρείς τα πάντα...ακόμα και στολές επαγγελματικές...

Για τους παλιούς η σημερινή εικόνα του Ψυρρρή....είναι κατάντια.

Πάμε πίσω στα παλιά...

Πρίν από τον πόλεμο ήταν μια λαϊκή συνοικία της Αθήνας με ανθρώπους του μόχθου.

Άνοιγαν ένα μαγαζάκι ...δούλευαν στην αγορά...

Μετά τον πόλεμο έγινε βιοτεχνική περιοχή....θόρυβος φασαρία.

Έφυγε ο κόσμος έμειναν κάποιοι θαρραλέοι και ήρθαν

αντιμέτωποι με τα ντεσιμπέλ των μετα μουσικής μαγαζιών που ανοίγουν και κλείνουν.

Και να  είσαι και μεσοτοιχιά πήγαινες στο Δαφνί....

Του Ψυρρή έγινε τρελλοκομείο το βράδυ και στέκι ναρκομανών το πρωϊ.

Οδός Αριστοφάνους...νέα παιδιά ξαπλωμένα στα πεζοδρόμια περιμένουν τα βαποράκια.

Σε μάντρα παλιού κτιρίου με μαρκαδόρο γραμμένη  η αγωνία και η απελπισία τους σε κάνει να βλέπεις πολιτικό και να θές να του χιμήξεις.... να φάς το ψηφοδέλτιο....να μπουκάρεις στην Βουλή...να γίνεις πρωτοσέλιδο.

Στην Μιαούλη ευτυχώς που υπάρχουν ακόμα τα μαγαζιά που πουλάνε υλικά υποδηματοποϊίας  όπως παλιά αλλά εμφανώς εκσυγχρονισμένα και με άλλα είδη με πρώτη ύλη το δέρμα.


Πίσω στα παλιά

16.2.15

TA KTIΡΙΑ ΤΟΥ ΨΥΡΡΗ ΜΙΛΟΥΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ


ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΑ ΣΤΟΛΙΔΙΑ ΧΤΙΣΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ 1833 ΜΕΧΡΙ ΚΑΙ ΤΟ 1940

Στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου, κάτω από την Ακρόπολη, ετάφησαν πρόχειρα, σύμφωνα με μαρτυρίες, πολλοί νεκροί του Εμφυλίου.

ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΒΡΕΦΟΚΟΜΕΙΟ

ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΒΡΕΦΟΚΟΜΕΙΟ

Ηταν τότε ο καθεδρικός της πόλης. Λίγο αργότερα εκεί κοντά, στου Ψυρρή και πάλι, στους δρόμους με τα χαμηλά σπιτάκια, γυρίστηκαν μερικές από τις πιο γνωστές ασπρόμαυρες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου. Στα ισόγεια αυτών των κτιρίων θα άνοιγαν τη δεκαετία του '70 οι περίφημες βιοτεχνίες της γειτονιάς: Εκεί φτιάχνονταν τα μαγιό Γιάνσεν που φορούσαν οι κοπέλες στα καλλιστεία, πιο κάτω ήταν τα τσαγκαράδικα, τα καπελάδικα, τα δερματάδικα...

Εύγλωττοι μάρτυρες ενός πολυκύμαντου παρελθόντος, περισσότερα από 300 κτίρια στη γειτονιά του Ψυρρή διηγούνται την ιστορία της πόλης. Χτισμένα από το 1833 έως το 1940, γλίτωσαν από μπουλντόζες και βομβαρδισμούς, από την αστυφιλία, την υποβάθμιση του ιστορικού κέντρου και τελικά την εγκατάλειψη. Ουδείς γνώριζε πόσα κτίρια της εποχής εκείνης είχαν απομείνει στην Αθήνα, μέχρι που η Monumenta, μια μη κερδοσκοπική εταιρεία για την προστασία της φυσικής και αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, αποφάσισε να τα καταγράψει. Εβγαλε ομάδες εθελοντών στους δρόμους, συνέλεξε μαρτυρίες και αναμνήσεις με συνεντεύξεις από παλαιούς κατοίκους, αξιοποίησε αρχαιολόγους και αρχιτέκτονες και τελικά αποκάλυψε έναν θησαυρό: Στα 5ο, 6ο, 7ο και στο μισό 1ο διαμέρισμα της Αθήνας εντοπίστηκαν συνολικά μέχρι σήμερα 6.700 κτίρια της περιόδου, αριθμός που εκτιμάται ότι τελικά θα έχει ανέλθει στις περίπου 9.500.

Πρόσφατα ολοκληρώθηκε ο απολογισμός στην ιστορική γειτονιά του Ψυρρή, όπου κατεγράφησαν 317 κτίσματα με το παλαιότερο, όπως εξηγεί στο «Εθνος» η αρχιτέκτονας και συντονίστρια της Monumenta κ. Ειρήνη Γρατσία, να είναι το Κακουργιοδικείο Αθηνών, ένα νεοκλασικό που χτίστηκε το 1833, ενώ τα πιο σύγχρονα συγκαταλέγονται στο μοντέρνο κίνημα της δεκαετίας του '30.

ΠΑΛΑΙΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ

ΠΑΛΑΙΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ

Στη γειτονιά των ταβερνείων του Οθωνα, της οδού Αριστοφάνους όπου έζησε επί είκοσι χρόνια ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, της ιστορικής εκκλησίας του Χριστοκοπίδη, οι μαρτυρίες των κατοίκων είναι γλαφυρές: «Ηρθα στου Ψυρρή το 1973 επί χούντας. Ηταν η εποχή που γκρεμίζονταν τα νεοκλασικά. Η περιοχή έπαυε να είναι τόπος κατοικίας και ανθούσαν οι βιοτεχνίες», λέει στο «Εθνος» η κ. Βάσω Νικολακοπούλου, πρόεδρος του πολιτιστικού συλλόγου Παναθήναια που αγωνίζεται εδώ και χρόνια για τη διατήρηση του χαρακτήρα της γειτονιάς. «Τότε, οι ημέρες ήταν ζωντανές και η γειτονιά ερήμωνε τη νύχτα. Υστερα ήρθαν τα μεζεδοπωλεία και τα θέατρα. Αρχικά η «Αποθήκη» της Αλίκης Γεωργούλη, ο Λαζόπουλος που μετέτρεψε το παλιό θερινό σινεμά «Ηβη» σε κλειστό θέατρο και άλλοι. Τα πράγματα άλλαξαν πάλι: Οι μέρες ησύχασαν και οι νύχτες πήραν φωτιά. Εδιναν πολλά χρήματα «αέρα» για να φύγουν και οι τελευταίοι παλιοί κάτοικοι. Πλήρωνε κάποιος ενοίκιο 400 ευρώ και έδινε ο άλλος 6.000 ευρώ. Δεν κράτησαν όμως πολύ, το 2004 τα περισσότερα έκλεισαν και σήμερα βλέπεις να ανοίγουν πάλι μικρά μαγαζάκια, έχει αλλάξει η εικόνα».

Σχολιάζοντας τα μέχρι τώρα αποτελέσματα της καταγραφής, η κ. Ειρήνη Γρατσία επισημαίνει ότι οι ερευνητές εξεπλάγησαν. «Δεν περιμέναμε ότι θα βρούμε τόσο πολλά. Και σκεφτείτε ότι συνιστούν μόνο το 15% όσων υπήρχαν αρχικά. Τις δεκαετίες '50 και '60 συντελέστηκε μεγάλη καταστροφή και κατά την επταετία πραγματική λαίλαπα», λέει, και εξηγεί τα επόμενα σχέδια της Monumenta: «Η ερευνητική μας ομάδα θα δουλέψει με την ιστορία κάποιων δρόμων: Της οδού Παλλάδος, της οδού Σπάρτης, όπου μεταξύ άλλων έζησε ο Καραγάτσης, και της οδού Παμίσου, στην οποία όταν περπατάς είναι σαν να μπαίνεις στη δεκαετία του '30...»

ΝΑΟΣ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ

ΝΑΟΣ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ

ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΒΡΕΦΟΚΟΜΕΙΟ
Χτίστηκε το 1874

Το πρώτο Δημοτικό Βρεφοκομείο της πόλης δεσπόζει στην πλατεία Κουμουνδούρου, στην οδό Πειραιώς 51. Χτίστηκε από το 1872 έως το 1874 σε σχέδια του αρχιτέκτονα Παναγιώτη Κάλκου και επί σειρά ετών ταυτίστηκε με έντονα συναισθήματα. Διέκοψε τη λειτουργία του μεταπολεμικά λόγω της ανάπτυξης του πολύβοου και ρυπογόνου κέντρου της πόλης. Σήμερα στεγάζει τη Δημοτική Πινακοθήκη Αθηνών.

ΠΑΛΑΙΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ
Εκκλησία επί Τουρκοκρατίας

ΟΙΚΙΑ ΚΑΡΑΤΖΑ

ΟΙΚΙΑ ΚΑΡΑΤΖΑ

Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας στη συμβολή Αγίας Ελεούσης και Κακουργιοδικείου βρισκόταν μια ευρύχωρη και καλαίσθητη εκκλησία: η Αγία Ελεούσα. Εν έτει 1835, ελλείψει δημοσίων κτιρίων για τη στέγαση των υπηρεσιών του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, το Δημόσιο αποφασίζει να εγκαταστήσει το Κακουργιοδικείο Αθηνών στον ναό της Αγία Ελεούσας. Κάτι αντίστοιχο συνέβη και με την εκκλησία του Χριστοκοπίδη, η οποία φιλοξένησε τον Αρειο Πάγο. Το σημερινό διώροφο χτίστηκε σε σχέδια του Χάνσεν χωρίς να κατεδαφιστεί πλήρως ο ναός, το ιερό του οποίου διασώζεται στο ισόγειο του νεοκλασικού. Στο κτίριο στεγάστηκαν εν συνεχεία αστυνομικός σταθμός, το Ληξιαρχείο, αποθήκες. Το 1955 περιήλθε στην Εκκλησία της Ελλάδος και το 1972 κηρύχθηκε διατηρητέο μνημείο.

ΝΑΟΣ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ
Το κελί του Παπαδιαμάντη

ΕΜΠΡΟΣ

ΕΜΠΡΟΣ

Στην πλατεία των Αγίων Αναργύρων σε ένα από τα κελιά αυτής της μεσαιωνικής εκκλησίας έζησε για ένα διάστημα ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Το κελί σώζεται μέχρι σήμερα. Ο ναός χτίστηκε τον 11ο αιώνα και ο τρούλος του, σύμφωνα με τους ειδικούς, παρότι ακολουθεί την αρχιτεκτονική μορφή της εποχής του εμφανίζει μια ιδιαιτερότητα: έχει δύο πατώματα. Αυτό παρατηρείται σε δύο ακόμη εκκλησίες στην Ελλάδα. Το κτίσμα υπέστη σοβαρές καταστροφές κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης και επισκευάστηκε το 1832. Στον περίβολο της εκκλησίας έχουν ταφεί αρκετοί αγωνιστές του '21.

ΟΙΚΙΑ ΚΑΡΑΤΖΑ
Αρχοντικό και Γυμνάσιο

H Βάσω Νικολακοπούλου, πρόεδρος του πολιτιστικού συλλόγου «Παναθήναια» που αγωνίζεται εδώ και χρόνια για τη διατήρηση του χαρακτήρα της γειτονιάς του Ψυρή

H Βάσω Νικολακοπούλου, πρόεδρος του πολιτιστικού συλλόγου «Παναθήναια» που αγωνίζεται εδώ και χρόνια για τη διατήρηση του χαρακτήρα της γειτονιάς του Ψυρή

Μόνο ένας μισογκρεμισμένος τοίχος έχει απομείνει από το Μέγαρο Καρατζά, το μετέπειτα αρχοντικό Αλέξανδρου Κουμουνδούρου, για να θυμίζει την αίγλη μιας αλλοτινής εποχής. Το κτίσμα που κατασκευάστηκε το 1830, ακολουθούσε το ημικυκλικό σχέδιο της πλατείας Κουμουνδούρου και υπέστη μεγάλες αλλαγές από τον Κουμουνδούρο, ο οποίος και πέθανε σε αυτό το 1883. Πριν από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο στέγασε το 9ο Γυμνάσιο Αρρένων, από το οποίο αποφοίτησαν επιφανείς προσωπικότητες της πνευματικής ζωής του τόπου. Κατεδαφίστηκε το 1978.

ΕΜΠΡΟΣ
Στέγαζε το ιστορικό τυπογραφείο

H αρχιτέκτονας και συντονίστρια της Monumenta Ειρήνη Γρατσία

H αρχιτέκτονας και συντονίστρια της Monumenta Ειρήνη Γρατσία

Το ιστορικό κτίριο της οδού Ρήγα Παλαμήδη που φέρει την εμβληματική επιγραφή «Εμπρός», στέγασε επί δεκαετίες το τυπογραφείο της ομότιτλης εφημερίδας δίνοντας ζωή στην περιοχή. Ο πρωτοπόρος εκδότης της, Δημήτρης Καλαποθάκης, εισήγαγε στην Ελλάδα τις πρώτες λινοτυπικές μηχανές. Η εφημερίδα έκλεισε την περίοδο της χούντας. Το κτίριο που είχε κατασκευαστεί το 1933 φιλοξένησε από το 1988 τον θεατρικό οργανισμό «Μορφές» και στη συνέχεια το θέατρο «Εμπρός». Εχει χαρακτηριστεί διατηρητέο. Η οδός έχει πάρει το όνομά της από τον αγωνιστή της Ελληνικής Επανάστασης και υπουργό επί Οθωνος Ρήγα Παλαμήδη, το σπίτι του οποίου βρισκόταν σε αυτόν τον δρόμο.

Στοιχεία
Περίπου το 1/3 των κτιρίων που κατεγράφησαν στου Ψυρρή είναι εγκαταλελειμμένα. Μέχρι σήμερα έχουν καταγραφεί από τη Monumenta 6.700 κτίρια της περιόδου

1833-1940 σε 4 διαμερίσματα της Αθήνας.

Κατερίνα Ροββά

ΕΘΝΟΣ

 πίσω στα παλιά