Showing posts with label ΜΟΝΑΣΤΗΡΑΚΙ. Show all posts
Showing posts with label ΜΟΝΑΣΤΗΡΑΚΙ. Show all posts

22.11.16

ΓΙΑΤΙ ΠΑΛΙΑ ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΑΚΙ ΟΝOΜΑΖΟΤΑΝ ΤΖΙΕΡΤΖΙΤΙΚΑ ΚΑΙ ΠΟΙΟΣ ΗΤΑΝ Ο ΓΙΟΥΣΟΥΡΟΥΜ ;


Τι κελαρύζει κάτω από την πλατεία 
και γιατί το τζαμί της θεωρείται καταραμένο;
 Πώς ήταν το αθηναϊκό κέντρο τον 19ο αιώνα
 και πότε σφύριξε για πρώτη φορά ο Ηλεκτρικός; 
Ψάχνουμε τα μυστικά της πιο νοσταλγικής γειτονιάς
 της πόλης και «ξετρυπώνουμε» εννιά ιστορίες…
...................άκρως μοναστηριακές. 
Τα πολλά ονόματα μιας πλατείας
Αμπατζήδικα, Πλατεία της Παλιάς Στρατώνας, Τζιερτζίδικα. 
Αυτά ήταν τα ονόματα και τα «παρατσούκλια» με τα οποία αποκαλούσαν οι Αθηναίοι 
την πλατεία Μοναστηρακίου. Σύμφωνα με την ιστορική αναδρομή 
της Παλιάς Αθήνας, το όνομα «Αμπατζήδικα» το οφείλει στα μαγαζιά 
με τα υφάσματα που υπήρχαν στην περιοχή την περίοδο της Τουρκοκρατίας,
 το οποία λέγονταν και αμπάδες. Επί Όθωνος, υπήρχε πολύ κοντά στην πλατεία 
στρατώνας, εξ ου και η «πλατεία της Παλιάς Στρατώνας», ενώ το «Τζιερτζίδικα» 
προέρχεται από τη λέξη τζιέρι (συκώτι, σπλάχνο), και συγκεκριμένα
 από τα μικρά ταβερνάκια της περιοχής που σέρβιραν τέτοιους μεζέδες. 
Από τα πιο γραφικά τζιερτζίδικα της Αθήνας ήταν αυτό του Τασούλα,
στο 1 της οδού Άρεως, που δέσποζε ανάμεσα σε ένα τσαρουχάδικο και ένα μπακάλικο.

Το μοναστήρι και το καταραμένο τζαμί.
Ασφαλώς το σημερινό της όνομα η περιοχή το οφείλει σε μια μονή.
 Και συγκεκριμένα, στο ναό της Παναγιάς της Παντάνασσας, έναν 
από τους παλαιότερους και πιο άγνωστους ναούς της πόλης, που βρίσκεται
 στη συμβολή των οδών Αθηνάς και Ερμού, πάνω στην πλατεία. 
Χτίστηκε τον 10ο αιώνα, στη μεταβυζαντινή εποχή αποκαλούταν 
Μεγάλο Μοναστήρι και λειτουργούσε ως γυναικεία μονή, ενώ μετά 
την Επανάσταση, σύμφωνα με το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, το όνομα εξέπεσε
 σε Μικρομονάστηρο ή Μοναστηράκι, 
όπως αποκαλούμε σήμερα ολόκληρη την περιοχή.
Όσο για το παλιό τζαμί της πλατείας, που σήμερα στεγάζει το Μουσείο 
Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης, ονομάζεται Τζαμί Τζισταράκη, από τον βοεβόδα
 που το κατασκεύασε και ακολουθείται από θρύλους: Το 1759, ο Τζισταράκης
 λέγεται ότι χρησιμοποίησε κίονες από το Ναό του Ολυμπίου Διός 
(ή από την βιβλιοθήκη του Αδριανού) για να θεμελιώσει το τζαμί, κάτι 
που θεωρήθηκε ιεροσυλία, και πράξη υπεύθυνη για την κατάρα της πανούκλας 
που έφτασε την επόμενη χρονιά στην Αθήνα.


Τα Κάτω Παζάρια
Γύρω από το Μοναστήρι και το Τζαμί, αν και δύσκολο να το φανταστούμε σήμερα, 
υπήρχαν στη θέση του σταθμού αγορές και μικρομάγαζα σιτηρών, φρούτων, 
κρεάτων και ψαριών, που πωλούνταν σε υπόστεγα, σε μια γειτονιά που ονομαζόταν 
«Κάτω Παζάρια», όπως αναφέρει αυτή εδώ η αναδρομή του Balkon3. 
Η περιοχή αυτή απαλλοτριώθηκε όταν η Αθήνα ονομάστηκε πρωτεύουσα 
της Ελλάδας το 1835, και η αγορά μεταφέρθηκε στην οδό Αθηνάς.

Η άφιξη των επαρχιωτών
Το Μοναστηράκι ήταν κατά τον 19ο αιώνα η αδιαφιλονίκητη «καρδιά» της Αθήνας. 
Πέρα από τα μικρομάγαζα και την κεντρική αγορά, εκεί ήταν που κατέφθαναν 
οι επαρχιώτες: Από εδώ ξεκινούσαν τροχήλατες άμαξες που έφταναν ως τη Θήβα,
 ενώ υπήρχαν και χάνια, μικρά πανδοχεία για να τους φιλοξενήσουν. 
Σύμφωνα με την «Παλιά Αθήνα», στα γύρω μαγαζιά με τα ρούχα ήταν 
που γίνονταν οι πρώτες απαραίτητες στάσεις των επισκεπτών της πόλης, 
για να «σουλουπωθούν» και να δείχνουν περισσότερο πρωτευουσιάνοι.


Η πλατεία Αβησσυνίας και το Γιουσουρούμ
Μία από τις πιο παλιές και ιστορικές πλατείες του κέντρου, αυτή της Αβησσυνίας 
στο Μοναστηράκι, οφείλει το όνομά της στους Αβησσύνιους – όπως αποκαλούνταν 
τον 19ο αιώνα οι Αιθίοπες – που κατοικούσαν στη γύρω περιοχή. 
Κατά μία άλλη εκδοχή, αυτό το όνομα έλαβε η πλατεία όταν έφτασε εκεί 
η ανθρωπιστική βοήθεια από την Αβησσυνία για τους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας. 
Σε κάθε περίπτωση, η ευρύτερη περιοχή με τα παλαιοπωλεία γύρω από την πλατεία, 
οφείλει το όνομά της στον εβραίο Ηλία Γιουσουρούμ, 
ιδιοκτήτη του πρώτου παλαιοπωλείου της πόλης, και πρόεδρος του κλάδου 
κατά τα τέλη του 19ου αιώνα, οπότε και η αγορά των παλαιοπωλών μεταφέρθηκε
 στο Μοναστηράκι, εκεί που τότε υπήρχαν μαγαζάκια τεχνιτών, 
τα λεγόμενα Μαγγανάδικα. 
Ο Γιουσουρούμ (το όνομά του σημαίνει «άνθρωπος του Θεού») έμενε σε αρχοντικό 
που διασώζεται ακόμα στην πλατεία Αβησσυνίας,
 και καθιέρωσε από το 1910 το κυριακάτικο παζάρι στην γειτονιά αυτή.


Ο Ηριδανός
Ξέρατε ότι ένα ποτάμι κυλά ήσυχο κάτω από την πλατεία; 
Ο Ηριδανός ήταν το ποτάμι της αρχαίας Αθήνας, ένα κελαρυστό ρέμα που πήγαζε 
από τον Λυκαβηττό και περνούσε από τις σημερινές περιοχές του Κολωνακίου
 και του Συντάγματος, για να συνεχίσει προς τον Κεραμεικό μέσω Μοναστηρακίου.
 Λόγω της ελώδους φύσης του, αποφασίστηκε να «εγκιβωτιστεί» πολύ νωρίς,
 από την εποχή του Αδριανού.
 Κάπως έτσι, το μοναδικό μέρος του που κελαρύζει ακόμα πάνω από το έδαφος 
βρίσκεται στον Κεραμεικό. Το κομμάτι του Μοναστηρακίου αποκαλύφθηκε τυχαία,
 κατά τις ανασκαφές του μετρό, και με την ανάπλαση της πλατείας, 
δημιουργήθηκε εγκάρσια τομή για να φαίνεται η κοίτη του.

Ο σταθμός του Μοναστηρακίου 
Στα μέσα του 19ου αιώνα, αποφασίστηκε η σιδηροδρομική σύνδεση της Αθήνας
 με τον Πειραιά, έργο που πανηγυρίστηκε δεόντως από τους Αθηναίους.
 Αρχικά, το ατμήλατο τρένο έκανε τη διαδρομή Θησείο-Πειραιάς, ενώ 
η πρώτη επέκταση, και μάλιστα υπόγεια, πραγματοποιήθηκε ένα χρόνο πριν 
την πρώτη σύγχρονη Ολυμπιάδα, το 1895. 
Τον Μάιο εκείνης της χρονιάς εγκαινιάστηκε ο σταθμός του Μοναστηρακίου. 
Δέκα χρόνια αργότερα, το τρένο έγινε πια ηλεκτροκίνητο, εξάπτοντας την περιέργεια
 (και τον τρόμο) των Αθηναίων. 
Ενδεικτικό είναι το χρονογράφημα των «Καιρών» της 18ης Σεπτεμβρίου 1904, 
που αναφέρει έναν «διάλογο» της εποχής:
-Ένα διά το Φάληρον πρώτης.
-Μετ’ επιστροφής;
-Απλούν, απλούν. Δεν μπορώ να είμαι βέβαιος αν θα φθάσω ζωντανός.
Έναν αιώνα μετά, εγκαινιάστηκε και ο μοντέρνος σταθμός μετρό-ΗΣΑΠ, 
ο οποίος κοσμήθηκε και με ένα από τα τελευταία έργα τέχνης-προσθήκες 
στους αθηναϊκούς σταθμούς.
 Αν κοιτάξετε προς τα πάνω, μόλις μπείτε στον σταθμό της πλατείας, 
θα δείτε έναν ψηφιδωτό «ουρανό», φτιαγμένο από 324 κομμάτια πλεξιγκλάς, 
δημιουργία της εικαστικού Λήδας Παπακωνσταντίνου. 
Στον αρχικό σχεδιασμό, προβλεπόταν η δυνατότητα προβολών πάνω 
στον θόλο του σταθμού, σχέδιο που εγκαταλείφθηκε σύντομα λόγω κόστους.

Η ιστορία της οδού Αθηνάς.
Η αρίθμηση της οδού Αθηνάς ξεκινά από το Μοναστηράκι, και κατά την κατασκευή 
του δρόμου, οι «δημιουργοί» της, Κλεάνθης και Σούμπερτ, την προόριζαν 
για το πιο ωραίο βουλεβάρτο των Αθηνών, που θα συνέδεε το Μοναστηράκι 
με τα Βασιλικά Ανάκτορα, τα οποία αρχικά επρόκειτο να χτιστούν στην Ομόνοια. 
Ο δρόμος απέκτησε αμέσως εμπορικό χαρακτήρα, με μαγαζάκια, υπαίθρια αγορά, 
θεάματα και καινούρια διώροφα κτίρια, ενώ στη μέση της οδού, σχεδιαζόταν 
να διαμορφωθεί ο πρώτος κήπος της πόλης, εκεί όπου οι περιπατητές 
από την αστική γειτονιά της Ομόνοιας προς το λαϊκό κέντρο του Μοναστηρακίου 
και την Ακρόπολη, θα κάθονταν να ξεκουραστούν. 
Τελικά, αντί για κήπο, η Αθήνα απέκτησε την πλατεία που σήμερα ονομάζεται Κοτζιά.
Επιμέλεια: Γιώργος Κόκουβας-www.in2life.gr
http://kartson.blogspot.gr

Πίσω στα παλιά

4.3.16

EN AΘΗΝΑΙΣ ..ΣΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΑΚΙ ΚΑΙ ΤΡΓΥΡΩ









Αρχές δεκαετίας του ΄50 και στην Αθήνα φυσικά για το μεροκάματο.
Στο Μοναστηράκι λοιπόν μια αγορά φτηνή προσιτή που δεν είχε σχέση με τον τουρισμό.
Κάτω από την Ακρόπολη λοιπόν όπου μαζευόντουσαν με τα καρότσια για να πουλήσουν την πραμάτεια τους οι "επαρχιώτες" από το Γαλάτσι...την Κολοκυνθού....από τον Κολωνό
όπου φύτευαν ζιμπούλια.
Δεν έλειπαν από τα βάζα στα σπίτια εκείνα τα χρόνια.
Γαλακτοκομικά από το ορεινό Γαλάτσι....ακόμα και αρνιά σφαγμένα...κότες
ζωντανές για τα κοτέτσια που ήταν απαραίτητα στις αυλές ...λαχανικά από την Κολοκυνθού.
Και ρουχισμό...ελαφρώς μεταχειρισμένο όπως διαλαλούσε ο πωλητής
που έστρωνε εφημερίδες κάτω για να ακουμπήσει τα κοστούμια.
Ο αγοραστής έμπειρος έπαιρνε το παντελόνι και το σήκωνε ψηλά
προς τον ήλιο για να δεί πόσο είναι φαγωμένο.
Ατάκες αξέχαστες..."...αυτός που το είχε πρέπει να ήταν δημόσιος υπάλληλος
με χρόνια υπηρεσίας..."
Έπεφτε η τιμή αμέσως που την υπολόγιζαν σε τάλληρα...
Φτωχομάνα η αγορά στο Μοναστηράκι ....
Ανηφόριζες προς την Πλάκα που ήταν μια απλή λαϊκή συνοικία καμμία
σχέση με τουριστική όπως αργότερα.
Δεν ήξεραν τα ντεσιμπέλ υπήρχαν μικρά λαϊκά ταβερνάκια μαγερειά
με τα ξύλινα βαρέλια με την οκά με την μισή με το κατρούτσο
με τους ολίγους γίγαντες και το σκέτο από γιουβέτσι.
Το αγιόκλιμα το γιασεμί οι ασπρισμένες αυλές  τα σκαλοπάτια της αυλόπορτας
ο σεβασμός στις παλιές πέτρες όπως έλεγαν τα αρχαία θραύσματα
που υπήρχαν παντού και πώς να μην υπήρχαν.

Πίσω στα παλιά

19.2.16

" ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ ΑΒΗΣΣΥΝΙΑΣ . ΜΕΣ ΣΤΑ ΠΑΛΙΑΤΖΙΔΙΚΑ ..."



Στην καρδιά των παλαιοπωλείων της Αθήνας οι παλιοί είναι απαισιόδοξοι 

και κάνουν λόγο για πολύ δύσκολη κατάσταση. «Ο κόσμος παίρνει τηλέφωνο 
και πουλάει τα πάντα, πράγματα χρηστικά, διακοσμητικά και οικογενειακά κειμήλια», 
λένε οι παλαιοπώλες.
Των Ιωάννας Σωτήρχου, Μ.- Α. Κωνσταντόπουλου
«Αγορές, πωλήσεις ειδών, παλαιά έπιπλα, αντίκες, μετρητοίς….», 

«Παλαιοπωλείο, καθαρίζω, αδειάζω υπόγεια, ολοκληρωμένα παλαιά σπίτια…»,
 «Μη με πετάξετε, θα με χρειασθείτε…». Διαφορετικά φέιγ βολάν μάς περίμεναν 
στις καθημερινές μας διαδρομές στις γειτονιές της Αθήνας και όσο να ’ναι αυτή 
η μορφή «επιθετικού μάρκετινγκ» από τους παλαιοπώλες μάς έκανε να 
αναρωτηθούμε για την έκταση του ιδιωτικού μας… ξεπουλήματος.
«Ακόμη και οι συλλέκτες πουλάνε τις συλλογές τους», μας λέει ο κύριος Βασίλης

 που έχει έδρα το Μοναστηράκι. «Πράγματα που τα είχαν κειμήλια έχουν
 εξαφανιστεί…».
«Πουλάνε για να πληρώσουν ΔΕΗ»
«Εχουν αλλάξει πάρα πολλά» μας λέει ο κ. Αγγελος. Δεν είναι μόνο ότι το τηλέφωνο 

χτυπάει πια πιο συχνά. «Κάποτε μας τα χάριζαν τα πράγματα που δεν θέλανε πια. 
Τώρα τα πουλάνε για να πληρώσουν τη ΔΕΗ, το χαράτσι, ακόμη επειδή δεν έχουν
 να φάνε». Του έχει συμβεί να θέλουν να του πουλήσουν ακόμη και τις βέρες
 τους –«εντάξει, δεν τις πήραμε, κοιτάξαμε να τους βοηθήσουμε τους ανθρώπους…»
- ωστόσο συνήθως οι άνθρωποι του δίνουν αυτά που περισσεύουν, «που θα 
βάζανε στην αποθήκη ή ενθύμια και απομεινάρια που τους έχουν αφήσει οι γονείς
 τους. Τα απαραίτητα δεν τα πουλάνε».
Σερβίτσια και γυαλικά, κανένα παλιό έπιπλο, ακόμη και κουτάλια αξίας είναι τα πιο 

συνηθισμένα είδη που δίνει ο κόσμος για πούλημα. «Στην κυριολεξία κάποτε 
έτρωγαν μερικοί με χρυσά κουτάλια», μας λέει ο κ. Αντώνης.
«Ολους τούς έχει χτυπήσει η κρίση», συνεχίζει. «Εχω μπει σε παλάτια, που λέει 

ο λόγος, κι έχω πάρει αντικείμενα και από ανθρώπους που παλαιότερα αγόραζαν 
από μας, ωστόσο και σ’ εμάς λιγοστεύουν οι δυνατότητες γιατί τώρα όλοι πουλάνε
και κανείς δεν αγοράζει, και εμείς δεν μπορούμε να κόψουμε από τα πράγματα 
που έχουμε για να ταΐσουμε τις οικογένειές μας. Αναγκαζόμαστε να δίνουμε 
πολλά κομμάτια φτηνότερα από όσο τα είχαμε αγοράσει, για να επιβιώσουμε. 
Βλέπετε η κρίση έχει χτυπήσει κι εμάς και πολλά παλαιοπωλεία έχουν κλείσει…».
Τι ξεχωριστό θυμάται από αυτή τη δουλειά; «Πήγαμε σε ένα σπίτι που μπορεί να 

είχε και δυο μέρες να μαγειρέψει. Ηταν όμως τόσο αγαπημένοι και έδειχναν τόσο 
ευτυχισμένοι που τη ζεστασιά αυτής της οικογένειας τη νιώθω ακόμη τώρα που 
σας μιλάω»…
Στην πλατεία Αβησσυνίας, καρδιά των παλιατζίδικων της Αθήνας, οι παλιοί στο 

επάγγελμα είναι απαισιόδοξοι και μας παρουσιάζουν τη δύσκολη κατάσταση τόσο 
για τους ίδιους όσο και για τους πελάτες τους. «Ο κόσμος παίρνει τηλέφωνο και 
πουλάει τα πάντα: πράγματα χρηστικά, διακοσμητικά και οικογενειακά κειμήλια. 
Δεν θέλουνε να πουλήσουν, αλλά δυσκολεύονται. Μερικοί μάς λένε ανοιχτά ότι 
αντιμετωπίζουν οικονομικά προβλήματα, άλλοι πάλι ντρέπονται να το πουν,
 όμως εμείς, όταν μπούμε σ’ ένα σπίτι, το καταλαβαίνουμε. Και οι πωλήσεις μας 
έχουνε πέσει γιατί αγοράζουν λιγότεροι και εμείς μαζεύουμε πράγματα που δεν
 ξέρουμε τι να τα κάνουμε», μας λέει και ο πρόεδρος των παλαιοπωλών
 Μανώλης Λυγιδάκης. «Παλιότερα τα πράγματα φεύγανε και την ίδια μέρα που 
τα παίρναμε» μας λέει συνάδελφός του λίγο πιο κάτω, ενώ τώρα συσσωρεύονται. 
«Εχουμε πλεόνασμα», μας επιβεβαιώνει με χιουμοριστική διάθεση.
«Μας φέρνουν κλεμμένα»
Κυριακή στο Γιουσουρούμ και συλλέκτες, τουρίστες ή άνθρωποι που απλώς 

προσπαθούν να πουλήσουν κάτι κάνουν τη βόλτα τους. Μερικοί απλώς κοιτάζουν 
και άλλοι ψάχνουν να αγοράσουν κάποιο αντικείμενο που θα δώσει στο σπίτι 
τους μια αίγλη εποχών που έχουν παρέλθει προ πολλού. 
«Σίγουρα οι περισσότεροι έρχονται να πουλήσουν… Πριν από λίγο μια κυρία 
μού έφερε κάτι κρυστάλλινα σκεύη και με παρακάλεσε να τα πάρω για να βοηθήσει
 τα παιδιά της. Εχει τύχει να μου φέρουν πράγματα κλεμμένα και μετά να μου
 τα ζητάνε πίσω οι κάτοχοί τους. Εχουν αυξηθεί αρκετά οι κλοπές» μας λέει
 ο Γιάννης που εργάζεται σε παλαιοπωλείο. Το επάγγελμα είναι συνήθως 
οικογενειακό αλλά ο κύριος Παύλος, που ασχολείται από το 1965, με την 
οικογένειά του να είναι στον χώρο από το 1928, θα πει στα παιδιά του να μπουν
 στη δουλειά με βαριά καρδιά: «Ο γιος μου είναι άνεργος και έρχεται και βοηθάει
 στο μαγαζί. Αφού τα ξέρετε, κάθε οικογένεια έχει πια έναν άνεργο. Οι άνθρωποι 
με αγοραστική δυνατότητα έχουν πραγματικά μειωθεί…». Η φύση του επαγγέλματος 
δεν έχει μεταβληθεί ιδιαίτερα, ούτε λόγω κρίσης, αλλά πλέον κάποιοι γίνονται
πιο απαιτητικοί λόγω Διαδικτύου: «Οσοι έχουν κάτι σπάνιο προσπαθούν πρώτα 
να το πουλήσουν διαδικτυακά. Και για 20 ευρώ παραπάνω. Ο κόσμος πια ξέρει 
τι έχει στην κατοχή του», μας πληροφορεί ο κ. Λυγιδάκης.
http://synoranewsgr.blogspot.gr

 Πίσω στα παλιά 

28.9.15

ΜΟΝΑΣΤΗΡΑΚΙ : Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ ΣΕ ΜΙΑ ΜΑΤΙΑ

 

“Εάν σταθούμε στο κέντρο της Πλατείας Μοναστηρακίου και κάνουμε επί τόπου στροφή 360 μοιρών αντικρίζουμε μέσα σε λίγα μόλις τετραγωνικά την ίδια την ιστορία της Αθήνας.”


Στην καρδιά του Αθηναϊκού κέντρου, το Μοναστηράκι αποτελεί μοναδικό μίγμα ρυθμών, εποχών και πολιτισμών, ζωντανό και πάντα δυναμικό – όμως, σταθερά αφιερωμένο στο εμπόριο και στο αντάμωμα των ανθρώπων. Εάν σταθούμε στο κέντρο της Πλατείας Μοναστηρακίου και κάνουμε επί τόπου στροφή 360 μοιρών αντικρίζουμε μέσα σε λίγα μόλις τετραγωνικά την ίδια την ιστορία της Αθήνας. Πρόσφατα ανακαινισμένη, η Πλατεία στρώθηκε με μωσαϊκούς κυβόλιθους από μάρμαρο, πέτρα και σκαλιστό μαντέμι, που συμβολίζουν τις «ροές» και την ποικιλοχρωμία των λαών της Μεσογείου.

Ο σταθμός του ΗΣΑΠ (1895) είναι από τους πιο παλιούς της επίγειας γραμμής, που κατασκευάστηκε για να συνδέσει την πόλη με το λιμάνι του Πειραιά. Η νέα υπόγεια γραμμή του Αττικού Μετρό συνδέει το Μοναστηράκι με το αεροδρόμιο Ελ. Βενιζέλος.


“Ο σταθμός του ΗΣΑΠ (1895) είναι από τους πιο παλιούς της επίγειας γραμμής, που κατασκευάστηκε για να συνδέσει την πόλη με το λιμάνι του Πειραιά.”


Τα έργα για το νέο σταθμό του Μετρό (άνοιξε με καθυστέρηση στο Μοναστηράκι το 2004) συνάντησαν εξαιρετικές δυσκολίες λόγω της συνάντησής τους με την κοίτη του ποταμού Ηριδανού, του ιερού ποταμού των αρχαίων Αθηναίων. Στη σύγχρονη πόλη, το μοναδικό ακάλυπτο τμήμα του ποταμού βρισκόταν στον γειτονικό αρχαιολογικό χώρο του Κεραμεικού. Τα ίχνη της χαμένης κοίτης που ανακαλύφθηκαν εκ νέου είναι εν μέρει ορατά σε ειδικό εκθεσιακό χώρο με αρχαιολογικά ευρήματα εντός του σταθμού και μέσω ανοιχτής έκθεσης πάνω στην ίδια την πλατεία.


Το Τζαμί Τζισταράκη (1759) πήρε το όνομά του από τον Οθωμανό Βοεβόδα της πόλης Μουσταφά Αγά Τζισταράκη. Ήταν γνωστό και ως Τζαμί Κάτω Σιντριβανιού από το σιντριβάνι που υπήρχε κοντά, το οποίο τροφοδοτούσε ο Ηριδανός. Η χρήση του ως μουσείου χειροτεχνιών ξεκινά μετά την πρώτη του επισκευή το 1915 και από το 1975 στεγάζει μια αξιόλογη συλλογή κεραμικής από την Ελλάδα, την Κύπρο, την Οθωμανική και τη νεώτερη Τουρκία. Στο εσωτερικό υπάρχουν πληροφορίες και φωτογραφίες για τα έργα και τους καλλιτέχνες, αλλά και την ιστορική σημασία του Τζαμιού, από μόνο του άξιο να το επισκεφθεί κανείς. Κάτω από το Τζαμί και στο τμήμα της οδού Ηφαίστου που ορίζεται από αυτό παραμένουν οι χώροι των παλιών τσαγκάρικων, ορισμένοι πλέον μετατράπηκαν σε μαγαζιά για τουριστικά σουβενίρ.

“Κάτω από το Τζαμί και στο τμήμα της οδού Ηφαίστου που ορίζεται από αυτό παραμένουν οι χώροι των παλιών τσαγκάρικων, ορισμένοι πλέον μετατράπηκαν σε μαγαζιά για τουριστικά σουβενίρ.”



Δίπλα στο Τζαμί σώζεται τμήμα του τοίχου της Βιβλιοθήκης, που χτίστηκε το 132 μ. Χ. ως προσφορά στην πόλη των Αθηνών από τον Αδριανό, το Ρωμαίο αυτοκράτορα που έδειξε ιδιαίτερη αδυναμία για την πόλη. Υπό την κυριαρχία του η αρχαία πόλη του Θησέα εμπλουτίστηκε με σημαντικές υποδομές, ίχνη των οποίων δεσπόζουν ακόμα στο κέντρο. Η είσοδος της Βιβλιοθήκης έβλεπε στη Ρωμαϊκή Αγορά, που θεμελιώθηκε από τον Ιούλιο Καίσαρα το 10 μ.Χ. αι. ως προέκταση της Αθηναϊκής. Είναι δύσκολο σήμερα να φανταστούμε αυτό το κομμάτι του Μοναστηρακίου (στη σημερινή οδό Άρεως) όπως υπήρξε στα τέλη των Οθωμανικών χρόνων: μια κεντρική αγορά σιτηρών, οπορωλαχανικών, κρεάτων και ψαριών, στεγασμένη σε υπόστεγα κατασκευασμένα επί των ερειπίων της Βιβλιοθήκης και με ένα βυζαντινό ναό χτισμένο στο κέντρο της. Η περιοχή ονομαζόταν «Κάτω Παζάρια» και απαλλοτριώθηκε αφότου η Αθήνα έγινε πρωτεύουσα του νέου ελληνικού κράτους (1835), ενώ σχεδιάσθηκε η μεταφορά της αγοράς τροφίμων στην υπό χάραξη τότε οδό Αθηνάς.

“Υπό την κυριαρχία του η αρχαία πόλη του Θησέα εμπλουτίστηκε με σημαντικές υποδομές, ίχνη των οποίων δεσπόζουν ακόμα στο κέντρο.”



Ίσως δεν είναι τυχαία η παραμονή του πάγκου αυτού με φρούτα και λαχανικά για τόσα χρόνια μπροστά στο σταθμό…!

Το μικρό εκκλησάκι της Παντάνασσας είναι ό,τι απομένει σήμερα από το γυναικείο μοναστήρι των βυζαντινών χρόνων, που λειτουργούσε και κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, καταλαμβάνοντας το χώρο της σημερινής πλατείας. Η ονομασία «Μοναστηράκι» καθιερώθηκε κατά την Επανάσταση. Στα χρόνια της Φραγκοκρατίας λειτουργούσε ως καθολικός ναός και αποτελούσε προσωπική ιδιοκτησία ενός Ενετού ευγενή.

Το καυτό σαλέπι αποτελεί συνήθεια της παλιάς Αθήνας. Ο συγκεκριμένος σαλεπιτζής δεν είναι, όπως διαφημίζει, Κωνσταντινουπολίτης, αλλά Σύρος.

Η είσοδος στην οδό Μητροπόλεως από την Πλατεία φιλοξενεί την πιο διάσημη γωνιά κεμπαπτζίδικων στην Αθήνα. Ο πρώτος που άνοιξε μαγαζί με κεμπάπ εδώ είναι ο «Σάββας», με ρίζες από την Αρμενία. Η ιδιοκτησία της επιχείρησης ανήκει και σήμερα στην ίδια οικογένεια. Οι Αθηναίοι εξοικειώθηκαν με το κεμπάπ μετά την άφιξη των προσφύγων από την Ανατολία τη δεκαετία του 1920. Ιδιαίτερα οι Αρμένιοι συνδέθηκαν με την παρασκευή του «λαχματζούν» (μίγμα μοσχαρίσιου κιμά, ντομάτας, μαϊντανού και μπαχαρικών ψημένων πάνω σε αραβική πίτα) και του παστουρμά. Η «Πίτα Καισαρείας» (με παστουρμά, ντομάτα και κασέρι ψημένα σε λεπτό φύλλο κρούστας) αποτελεί άφιξη από την ανατολίτικη κουζίνα. Και οι δύο σπεσιαλιτέ σερβίρονται και σήμερα στο μαγαζί του «Σάββα».

“Ο πρώτος που άνοιξε μαγαζί με κεμπάπ εδώ είναι ο «Σάββας», με ρίζες από την Αρμενία.”



Η ελληνική βερσιόν του ανατολίτικου κεμπάπ είναι φυσικά το τυλιχτό σουβλάκι, το πιο δημοφιλές πρόχειρο φαγητό στη χώρα. Εδώ η «μερίδα» (ανοιχτού) κεμπάπ με ψημένη ντομάτα και κρεμμύδι πάνω σε πίτα είναι πάντως η μεγάλη ατραξιόν και το τζατζίκι παραγγέλνεται ξεχωριστά. Ενώ στην Ανατολή «κεμπάπ» είναι το γενικό όνομα για τα κομμένα κρέατα που μαγειρεύονται ή ψήνονται, στην Αθήνα έφθασε να σημαίνει απλώς το πικάντικο μπιφτέκι σε σχήμα λουκάνικου, που ψήνεται στα κάρβουνα. Βέβαια, στο Μοναστηράκι μπορείς να παραγγείλεις και σουβλάκι με γύρο ή καλαμάκι (χοιρινό ή κοτόπουλο) με την ίδια επιλογή στη γέμιση. Σημαντικό: η παραπάνω ορολογία και υλικά γέμισης δεν ισχύουν για τη Θεσσαλονίκη!

Ίσως το πιο βαρετό κομμάτι της Πλατείας, τα κτήρια από μπετόν, απόρροια της χωροταξικής νομοθεσίας της δεκαετίας του 1960. Σήμερα λειτουργεί μόνο ένα κατάστημα ρούχων εισαγωγής και τα υπόλοιπα μαγαζιά και η τράπεζα έχουν κλείσει.

Δείγμα του μοντερνισμού του Μεσοπολέμου, το κτήριο πρόσφατα ανακαινίστηκε (αν και εξωτερικά η ανάδειξη των μοντερνιστικών στοιχείων αγνοήθηκε). Λειτουργεί ως ξενοδοχείο και για το καφέ της ταράτσας ειπώθηκε ότι διαθέτει την «καλύτερη θέα της Αθήνας». Αν και ο χαρακτηρισμός είναι μάλλον υπερβολικός (υπάρχουν καλύτερες θέες στην Ακρόπολη), η θέα είναι σίγουρα πολύ όμορφη.

Υπό ανακαίνιση, ένα χαρακτηριστικό νεοκλασικό σπίτι της Αθήνας. Αρκετά δείγματα τέτοιων κτηρίων έχουν καταφέρει να επιβιώσουν στις συνοικίες του Δήμου Αθηναίων, και φυσικά στο κέντρο. Ο ρυθμός αυτός, αντιδάνειο από τις μεγάλες πόλεις της Ευρώπης, αποτέλεσε σύμβολο status  για τη νέα αστική τάξη που συγκεντρώθηκε στη νέα πρωτεύουσα μετά την ανεξαρτησία της χώρας το 1830.

Το πιο σημαντικό σημείο στο Μοναστηράκι είναι βέβαια το παζάρι της οδού Ηφαίστου και των παρακείμενων στενών ή αλλιώς Γιουσουρούμ, από το όνομα ενός Εβραίου ιδιοκτήτη παλαιοπωλείου της περιοχής. Η ονομασία Γιουσουρούμ ενσωματώθηκε στην αστική γλώσσα κι έγινε ακόμα και τίτλος ενός τραγουδιού της δεκαετίας του 1980 από τον κυνικό της underground σκηνής των Εξαρχείων Νικόλα Άσιμο. Μπορεί (όπως έλεγε κι ο Άσιμος) οι ανθρώπινες αξίες να πωλούνται για το κέρδος, πάντως η ευγενική κυρία της φωτογραφίας μας καλωσορίζει στην είσοδο του Γιουσουρούμ με ένα χωνί ζεστά κάστανα έναντι μικρού αντιτίμου.


Η οδός Ηφαίστου είναι γνωστή για την αγορά μεταχειρισμένων ρούχων (του στρατού και της λεγόμενης «Αμερικάνικης Αγοράς»), αλλά και για μια πληθώρα εμπορευμάτων που πωλούνται σε καλές τιμές και προσελκύουν μικρούς και μεγάλους. Μέσα σε μικρά μαγαζάκια χωμένα σε κατασκευές του 19ου αιώνα βρίσκουμε αθλητικά παπούτσια και τζην, λάβαρα χωρών και ομάδων, είδη λαϊκής τέχνης και κοσμήματα, ινδικά ρούχα και αντικείμενα, χάντρες και υλικά για την κατασκευή κοσμημάτων, είδη ποδηλασίας και camping…μεταξύ άλλων και κάθε είδους μπλουζάκια με στάμπες όπου φιγουράρουν από τον Τσε έως τους Iron Maiden.


Τα μαγαζάκια των δίσκων βινυλίου βρίσκονται κυρίως κρυμμένα στις στοές της Ηφαίστου. Οι δίσκοι πλέον είναι κυρίως μεταχειρισμένοι σε καλή κατάσταση, ενώ δεν είναι σπάνιο να συναντήσουμε σπάνιες αυθεντικές εκδόσεις και κομμάτια για συλλέκτες σε καλές τιμές. Οι ιδιοκτήτες είναι πραγματικοί γνώστες πολλών ειδών μουσικής, εξυπηρετικοί και αξιόπιστοι. Ο πιο επιτυχημένος από αυτούς, ο Ζαχαρίας, επεκτάθηκε με τα χρόνια και το δισκάδικό του έφτασε να καταλαμβάνει μία ολόκληρη στοά.


“Τα μαγαζάκια των δίσκων βινυλίου βρίσκονται κυρίως κρυμμένα στις στοές της Ηφαίστου.”



«D.J. V and the Yousouroum Band»…ένας από τους ευφάνταστους τίτλους των δισκάδικων της περιοχής.

Λίγο πιο κάτω, η Ηφαίστου συναντά την Πλατεία Αβησσυνίας, που προοριζόταν να φιλοξενήσει το πρώτο δημοπρατήριο της νέας πρωτεύουσας της Ελλάδας. Σήμερα είναι γνωστή για τα παλαιοπωλεία και τα επιπλάδικα που επισκευάζουν παλιά κομμάτια, αλλά και κατασκευάζουν αντίγραφα εμπνευσμένα από τα παλιά αθηναϊκά σπίτια. Δημοφιλές στέκι εδώ είναι το μεζεδοπωλείο ανάμεσα στα παλιατζίδικα, ιδιαίτερα για τα Κυριακάτικα μεσημέρια, που οι παραδοσιακοί μεζέδες ενδέχεται να συνοδεύονται από τους ήχους μιας εκπληκτικής πλανόδιας τσιγγάνικης μπάντας. Τα καλοκαιρινά βραδάκια μπορεί κανείς να πιει ένα ποτό στο απέναντι μπαράκι ανάμεσα στα ίδια (αμπαρωμένα) μαγαζιά  – ενίοτε και ανάμεσα στις ίδιες αλυσοδεμένες και ασφαλισμένες παλιές ντουλάπες της γιαγιάς.


“Δημοφιλές στέκι εδώ είναι το μεζεδοπωλείο ανάμεσα στα παλιατζίδικα, ιδιαίτερα για τα Κυριακάτικα μεσημέρια, που οι παραδοσιακοί μεζέδες ενδέχεται να συνοδεύονται από τους ήχους μιας εκπληκτικής πλανόδιας τσιγγάνικης μπάντας.”



Στο τέλος της Ηφαίστου μπορούμε να στρίψουμε δεξιά για τα παλαιοβιβλιοπωλεία ή αριστερά στο μικρό ξέφωτο γύρω από τον Άγιο Φίλιππο (9ος αι.). Οι καμπάνες του Εσπερινού μοιάζουν καμιά φορά να σημαίνουν ακριβώς τη στιγμή που αναζητάει κανείς κάτι δροσερό – και το βρίσκει (αποκάλυψη!) στη βιτρίνα με τα χειροποίητα παγωτά από φρέσκα υλικά που κατασκευάζει ο Ιταλός ιδιοκτήτης.


Για την επιστροφή στην Πλατεία προτείνεται ο δρόμος παράλληλα στις γραμμές του ηλεκτρικού, με μια στάση στα καφέ που βρίσκονται στη σειρά. Ανάμεσα στα δέντρα, μπορούμε να διακρίνουμε το ναό του Θησείου, έργο της Αθήνας του Περικλή και αφιερωμένο στον Ήφαιστο, θεό και προστάτη όλων των τεχνιτών.


Αν και το Μοναστηράκι πλήττεται φυσικά από τη δύσκολη οικονομική συγκυρία, εξακολουθεί να αποτελεί μια μικρή όαση εμπορικής δραστηριότητας στην πόλη. Ο λαϊκός χαρακτήρας, ανέκαθεν στοιχείο της περιοχής, παραμένει ισχυρός σε αυτή την πλατεία-πέρασμα και, όπως πάντα, επιμένει και αναμένει.
Sophia Nikolaou
http://balkon3.com/gr
Πίσω στα παλιά

23.8.15

ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΑΚΙ

 

Το εμπορικό γαϊτανάκι της Αθηνάς συνεχίζεται στην Ερμού. Η οδός που βαφτίστηκε από τον θεό-προστάτη του εμπορίου θυσιάζεται στον βωμό του shopping, φιλοξενώντας επώνυμες αλυσίδες καταστημάτων και διεκδικώντας πρωτεία στα διεθνή εμπορικά δρώμενα ενώ το Μοναστηράκι υπερασπίζεται με πείσμα την εμπορική φήμη του. 
Ανατολικά της οδού Αθηνάς άλλωστε βρίσκεται το εμπορικό τρίγωνο της πόλης, από τα τέλη του 19ου αιώνα. Η Αιόλου (και δευτερευόντως η Ερμού και η Σταδίου) συγκέντρωνε τα πολυτελέστερα ραφεία και καταστήματα ρουχισμού, νεωτερισμών, τροφίμων και κατ' επέκταση καφενεία, ξενοδοχεία, μέγαρα, ζαχαροπλαστεία (υπάρχει ακόμη το εξαιρετικό λουκουματζίδικο - ζαχαροπλαστείο Κρίνος από το 1920) διαμορφώνοντας μια κοσμοπολίτικη εικόνα που δεν έχει ολότελα παρέλθει. 
Απαράλλαχτες μοιάζουν οι εικόνες και στην Ηφαίστου και σε όλα τα κάθετα πολύβουα, πολύχρωμα στενά του Γιουσουρούμ μέχρι την πλατεία Αβυσσηνίας. Γύρω από την πλατεία Μοναστηρακίου απλωνόταν το Κάτω Παζάρι της τουρκοκρατίας και εκεί εγκατάσταθηκαν οι πρόσφυγες έμποροι το 1925.

Στην αγορά του Μοναστηρακίου

%IMAGEALT%

Σήμερα, δίπλα στα ραντεβού και τον σαλεπιτζή, το τζαμί Τζισταράκη (18ος αιώνας, μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης), το Μοναστηράκι Παντάνασσας (10ου αιώνα), ο νεοκλασικός σταθμός (τέλη 19ου) και η Βιβλιοθήκη Αδριανού (132 μ.Χ.), το μεγάλο κέντρο εκπαίδευσης της ρωμαϊκής εποχής, επιβεβαιώνουν την ιστορική συνέχεια και την έκδηλη ομορφιά του κέντρου.
Και φέρνουν στο νου ένα ακόμη σύνθημα τοίχου: «Παλιά καίγαν τα βιβλία, τώρα καίνε τα μυαλά». Πεισμώνεις. Σπεύδεις προς διάψευση. Χαιρετάς νοερά την πολύπαθη Καπνικαρέα του 11ου αιώνα, την πιο οικεία ίσως εικόνα του κέντρου, ενισχύεις έναν μουσικό από την Αγγλία που παίζει χαρούμενος την κιθάρα του στην Ερμού και τρυπώνεις στα ακανόνιστα στενά του εμπορικού τριγώνου και του Μοναστηρακίου.

Η παλιά Αθήνα σε καρτ ποστάλ εποχής

%IMAGEALT%

Η παλιά πόλη δεν έχει παλιώσει. Κάτι ψήνεται στα στενά της, ή μάλλον ζυμώνεται. Είναι οι ιδέες των νεαρών κατοίκων της Αθήνας που στήνουν εδώ τις δημιουργικές «γιάφκες» τους. Τρυπώνουν στα παλιά σπίτια με τις υπέροχες αυλές που ολοένα μεταμορφώνονται σε πολυχώρους και χώρους τέχνης, ανεβαίνουν στις ταράτσες, σκορπούν ένταση στα στενά και τις στοές γύρω από την Καρύτση, την Κολοκοτρώνη, τη Χρ. Λαδά, τη Λέκκα, τη Βουλής, την Αγίας Ειρήνης και σε κάνουν να συνειδητοποιείς «πόσο μικρός είναι ο κόσμος».
Ξημερώνει πλάι στην πλατεία Συντάγματος - μέσα στα «ασφαλή» στενά, η κίνηση δεν σταματά ούτε τις καθημερινές. Τα αντιεξουσιαστικά συνθήματα και οι ταγκιές υπερισχύουν στους τοίχους, ένα ξεθωριασμένο σπρέι όμως με ένα παλιό γνώριμο μήνυμα σε κάνει να κοντοσταθείς: «Οταν ανοίγει η TV, σβήνει η ζωή». Οχι, δεν κάνει η πόλη τους ανθρώπους εσωστρεφείς. Δεν εγκλωβίζει η Αθήνα τους ανθρώπους σε κουτιά. Η νοοτροπία το κάνει.

http://www.thetravelbook.gr

Αναρτήθηκε από Πίσω στα παλιά