Showing posts with label ΔΕΚΕΜΒΡΙΑΝΑ. Show all posts
Showing posts with label ΔΕΚΕΜΒΡΙΑΝΑ. Show all posts

23.3.15

ΔΕΚΕΜΒΡΙΑΝΑ Η ΕΜΦΥΛΙΑ ΠΑΡΑΖΑΛΗ , ΣΕΠΟΛΙΑ 1944



Γράφει ο Δηµοσθένης Κούρτοβικ


Στην Ελλάδα, επτά εβδοµάδες µετά το τέλος της Κατοχής και την Απελευθέρωση (Οκτ. 1944), οι διεργασίες για την οµαλή λειτουργία της κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου φτάνουν σε αδιέξοδο.

Η έµµεση διεκδίκηση της Αριστεράς για βελτίωση της θέσης της στο πολιτικό σκηνικό έρχεται σε σύγκρουση µε τον αστικό κόσµο, που έχει ήδη αναδιοργανωθεί µετά την Κατοχή.

Με κύρια αιτία την άρνηση της κυβερνητικής πλειοψηφίας να διαλύσει τις µονάδες του τακτικού στρατού στις οποίες είχε τον έλεγχο, οι ΕΑΜικοί υπουργοί (Σβώλος, Πορφυρογένης, Τσιριµώκος) παραιτούνται.

Την επόµενη ηµέρα πραγµατοποιείται στο Σύνταγµα το µεγαλύτερο ΕΑΜικό συλλαλητήριο παρά την ανάκληση της άδειάς του.

Η Αστυνοµία ανοίγει πυρ προκαλώντας θύµατα µεταξύ των διαδηλωτών και στην κηδεία τους, που γίνεται δηµόσια, ο ΕΛΑΣ µετέχει πλέον ένοπλος.
Τότε ανοίγει η εµφύλια σύρραξη στην Αθήνα και ξεκινούν τα Δεκεµβριανά.


Ο Δηµοσθένης Κούρτοβικ «παρακολουθεί» τα γεγονότα από µια απόκεντρη συνοικία που βρίσκεται στα χέρια του ΕΛΑΣ, αναδεικνύοντας το στοιχείο της σύγχυσης που κυριαρχούσε στον απλό λαό.
Το έζησα πριν ακόµη γεννηθώ.
Γεννήθηκα µε τη µνήµη του, µε τις εικόνες και τις µυρωδιές του. Οι δικοί µου, όπως και όλοι στη γειτονιά, µιλούσαν γι’ αυτό µε κοφτές φράσεις, γεµάτες λέξεις και αποσιωπητικά που το πλήρες νόηµά τους καταλάβαιναν µόνον εκείνοι. Κίνηµα το έλεγαν.
Οχι Δεκεµβριανά. Κίνηµα. Για την Κατοχή µιλούσαν σχεδόν ουδέτερα, σαν για κάτι που ήρθε και πέρασε οριστικά, µ’ ένα ύφος ήρεµης ανακούφισης που το τέλος της τους βρήκε ζωντανούς. Τη λέξη Κίνηµα όµως την πρόφεραν πάντα µε δέος, σαν ν’ αναφέρονταν σε µια ακαθόριστη, αλλά φοβερή εκκρεµότητα.
Αυτό το δέος το αισθανόµουν παντού. Η φτωχή συνοικία µας, τα Σεπόλια, δεν είχε αλλάξει σχεδόν καθόλου από τότε. Τα πολυβοληµένα σπίτια κουβαλούσαν τις τρύπες και τις ρωγµές στην πρόσοψή τους όπως οι παραµορφωµένοι άνθρωποι τις από παλιά µονιµοποιηµένες και αφοµοιωµένες κακώσεις τους: αδιάφορα και γι’ αυτό τροµακτικά. Στους ασβεστωµένους προπολεµικά µαντρότοιχους των περιβολιών, των µηχανουργείων, των εργοστασίων έβλεπα, µισοξησµένα ή ξεθωριασµένα, τεράστια σφυροδρέπανα και τις λέξεις ΕΑΜ και ΕΛΑΣ, ζωγραφισµένες µε κόκκινη µπογιά και χοντρά γράµµατα.

Οι γραµµές του τρένου έκοβαν στα δυο τη γειτονιά µας και ανάµεσα στις πικροδάφνες που τις περιστοίχιζαν ανακαλύπταµε, όταν παίζαµε, κάλυκες από σφαίρες, κουρέλια από στρατιωτικές στολές µισοθαµµένα στο χώµα και, σπανιότερα, σκουριασµένες χειροβοµβίδες, που είχαµε µάθει να µη τις αγγίζουµε.


Στην άλλη άκρη της συνοικίας, τη δυτική, στον ανοιχτό υπόνοµο που διέσχιζε περιβόλια και χυνόταν στον Κηφισό, βρήκαµε κάποτε µια νεκροκεφαλή µε σµπαραλιασµένο το ένα βρεγµατικό. Ο κιτρινωπός καπνός που έβγαζε το εργοστάσιο Φελιζόλ, λίγο βορειότερα, είχε µια µυρωδιά ανάµεσα σε µπαγιάτικο καβουρδισµένο καφέ και ψοφιµίλα, που απλωνόταν µερικές φορές σ’ ολόκληρη τη συνοικία.
Υπήρχαν στην περιοχή πολλές µάντρες χωρίς χρήση, µισοξέφραγες, χορταριασµένες, γεµάτες παλιά σιδερικά και κιτρινισµένες, ξυλιασµένες µε τον καιρό εφηµερίδες από τα χρόνια του ’40.
Μύριζαν απόβροχο, σήψη, µυστήριο και τρόµο. Υπήρχαν επίσης κάτι λίγες διώροφες µονοκατοικίες, στοιχειωµένες, όπως µας φάνταζαν, µε κήπο και αναρριχητικά στην πρόσοψη, πάντα σκοτεινές και ακατοίκητες. Σε κάποια άλλα εγκαταλειµµένα σπίτια βλέπαµε χαραγµένο στον τοίχο µε µολύβι ένα µεγάλο Χ µέσα σε κύκλο. Οι µεγάλοι άλλοτε µας έλεγαν ότι εκεί έµεναν παλιογυναίκες και άλλοτε ότι αυτό ήταν το σήµα της ορ γάνωσης Χ. Δεν ξέραµε τι ήταν ούτε το ένα ούτε το άλλο. Και τα δύο όµως µας φόβιζαν.

Ο Θοδωράκης, ο γιος του επιπλοποιού της γειτονιάς, ήταν Χίτης. Καθώς µας µάθαινε αργότερα, σ’ εµένα και τον ξάδελφό µου, πώς να δένουµε την πρώτη µας γραβάτα κι εµείς βλέπαµε από κοντά τα πεταχτά δόντια του, το φευγαλέο πιγούνι του, τα εµπύρετα µάτια του στο χρώµα του σχιστόλιθου, µας εξηγούσε πώς πέρασε τις εξετάσεις για απολυτήριο γυµνασίου: έβγαλε το πιστόλι του, το άφησε πάνω στο θρανίο και είπε «Αυτό είναι το γραπτό µου, κύριε καθηγητά».
Τις µέρες του Κινήµατος οι Ελασίτες (από µικρός αισθάνοµαι πως όλες οι λέξεις σε -ίτης έχουν κάτι το δυσοίωνο) έρχονταν κάθε τόσο και χτυπούσαν το παράθυρο του σπιτιού µας. Οι δικοί µου έµεναν τότε σε τρία συνεχόµενα δωµάτια, που έπιαναν τη µία πλευρά µιας µικρής, µακρόστενης αυλής βυθισµένης κάτω από το επίπεδο του δρόµου. ΄Ετσι, το πρώτο δωµάτιο φαινόταν από τη µεριά του δρόµου σαν ηµιυπόγειο και το παράθυρό του ήταν ισόγειο. Χτυπούσαν, λοιπόν, οι Ελασίτες αυτό το παράθυρο και ρωτούσαν τη γιαγιά µου «Πού είναι οι γιοι σου;»

Η γιαγιά µου απαντούσε πως δεν ήξερε. Ο ένας θείος µου είχε πάει στα Τρίκαλα να φέρει τρόφιµα, ο άλλος ήταν αποκλεισµένος στο κέντρο της Αθήνας µε τους ΄Αγγλους, διερµηνέας.
Η συνοικία ήταν στα χέρια του ΕΛΑΣ.
Τα βράδια ακούγαµε (άκουγαν οι δικοί µου) να βροντοκυλάνε στην οδό Δυρραχίου, λίγους δρόµους πιο πάνω, κάρα φορτωµένα µε πτώµατα Ελασιτών. Τα πήγαιναν οι συναγωνιστές τους να τα θάψουν σε µια κοντινή αλάνα, που αργότερα έγινε Παιδική Χαρά και πήγαινα συχνά εκεί για να παίξω, µέχρι που έµαθα σε τι χρησίµευε πριν.
Η απέναντι από τη δική µας πλευρά της αυλής ήταν ο πλαϊνός τοίχος ενός σπιτιού όπου έµενε µε την οικογένειά του κάποιος Μάντζαρης, που είχε διατελέσει πριν από τον πόλεµο κρατικός αξιωµατούχος κάπου στη Μακεδονία.
Αγιος άνθρωπος, έλεγαν οι δικοί µου, δεν έβλαπτε ούτε µυρµήγκι. Τον πήρανε οι Ελασίτες από το σπίτι του και τον εκτελέσανε στο Περιστέρι µαζί µε άλλους. Το πτώµα του βρέθηκε µε το δεξιό χέρι σηκωµένο και τα τρία πρώτα δάχτυλα ενωµένα στις άκρες: δεν είχε προλάβει ν’ αποσώσει το σταυροκόπηµά του, όταν τον τρύπησε η σφαίρα.
Η συνοικία µας ήταν ανταρτοκρατούµενη, όπως είπα, αλλά το µέτωπο δεν ήταν σταθερό. Αλλαζε από µέρα σε µέρα και τα σύνορα της κάθε επικράτειας ήταν πορώδη. Στην πραγµατικό τητα, δηλαδή, δεν υπήρχε µέτωπο. Οι πολίτες έπρεπε να περνούν καθηµερινά ανάµεσα από τις γραµµές των αντιµαχόµενων για τα ψώνια τους ή για να επισκεφθούν φοβισµένους συγγενείς, φοβισµένοι και οι ίδιοι και αβέβαιοι αν θα επέστρεφαν ζωντανοί. Κάτω από τις γραµµές του τρένου ήταν ο ΕΛΑΣ. Πάνω από τις γραµµές η περιοχή άλλαζε συνεχώς χέρια: τη µια ο ΕΛΑΣ, την άλλη η Εθνοφυλακή, άλλοτε πάλι συγχρόνως και οι δύο, ένα τετράγωνο ο ένας, ένα ο άλλος, στη µία πλευρά του δρόµου ο ένας, στην απέναντι ο άλλος. Σε σταµατούσαν για έλεγχο οι εθνοφύλακες και λίγο πιο κάτω οι Ελασίτες. Αν δεν είχες ιδέα από πολιτικά, όπως η µητέρα µου, δεν µπορούσες να καταλάβεις σε ποια παράταξη ανήκαν αυτοί που σου έκαναν έλεγχο. Πολλοί αντάρτες έµοιαζαν στο ντύσιµο µε τους εθνοφύλακες, πολλοί εθνοφύλακες µε τους αντάρτες. Υπήρχαν και ένοπλοι µε πολιτικά ρούχα, που δεν ήξερες µαζί µε ποιους πολεµούσαν.
Ακουγόταν ότι ήταν ποινικοί, που είχαν σκορπίσει δεξιά κι αριστερά µετά την παραβίαση των φυλακών Αβέρωφ σε µια φάση των µαχών.
Συχνά εισέδυαν στη συνοικία µας εθνοφύλακες και τσολιάδες, που ταµπουρώνονταν πίσω από γωνίες κι έριχναν από εκεί. ΄Ενας τσολιάς είχε ξεκάνει κάµποσους µε αυτό τον τρόπο. ΄Εβγαζε αστραπιαία το κεφάλι του και πυροβολούσε µ’ εντυπωσιακή ευστοχία, λες και τα µάτια του ήταν περισκόπιο που έστριβε γύρω από το γωνιακό σπίτι. Αµέσως έπειτα κρυβόταν πάλι πίσω από τη γωνία. Ο διοικητής του ΕΛΑΣ σ’ εκείνη την περιοχή ήταν ένας έξυπνος και πρακτικός άνθρωπος. Είχε κι ένα χρονόµετρο. Μέτρησε µε ακρίβεια το χρονικό διάστηµα ανάµεσα σε δύο βολές του εχθρού και είδε ότι ήταν σταθερό. Διέταξε τότε τον καλύτερο σκοπευτή ανάµεσα στους άνδρες του να ετοιµαστεί για βολή, αλλά να µη ρίξει πριν του πει ο ίδιος. Ενα κλάσµα του δευτερολέπτου πριν ο τσολιάς ξεµυτίσει πάλι από τη γωνία ο διοικητής, κοιτάζοντας το χρονόµετρο, έδωσε το σύνθηµα και το κεφάλι του τσολιά έγινε θρύψαλα.
Τα εγγλέζικα αεροπλάνα πετούσαν χαµηλά και πολυβολούσαν κάθε κτήριο που ήταν ύποπτο για φωλιά Ελασιτών. Μια µέρα η µητέρα µου πήγε να δει την παντρεµένη αδελφή της, που έµενε στον λόφο του Σκουζέ, µια συνοικία που συνορεύει µε τα Σεπόλια.
Ξαφνικά ακούστηκε ο στριγκός βόµβος και σαν από το πουθενά εµφανίστηκε απέναντί της ένα αεροπλάνο, σε µικρό ύψος. Στον λόφο υπήρχε µια µεγάλη αποθήκη της Εθνικής Τράπεζας, που οι αντάρτες είχαν µετατρέψει σε στρατηγείο τους. Η µητέρα µου ζάρωσε στον τοίχο ενός σπιτιού. Το αεροπλάνο χαµήλωνε ολοένα, ώσπου η µητέρα µου µπορούσε να δει τον πιλότο, κατάφατσα. Τα δύο βλέµµατα, το ερευνητικό του πιλότου και το αλαφιασµένο της µητέρας µου, έµειναν καρφωµένα το ένα στο άλλο για ένα-δυο αιώνια λεπτά. ΄Επειτα το αεροπλάνο ξαναπήρε ύψος και χάθηκε. Προφανώς ο πιλότος είχε κρίνει ότι το σχετικά καλοντυµένο κορίτσι µε το καθαρό πρόσωπο δεν ήταν σύνδεσµος των ανταρτών.
Την έναρξη του Κινήµατος την έζησε η µητέρα µου (την έζησα κι εγώ µαζί της) λίγο πιο κάτω από την Οµόνοια, στην αρχή της οδού Πειραιώς. Ξαφνικά ακούστηκε από τη µεριά της πλατείας το κροτάλισµα πολυβόλων και αυτόµατων, ένα πανδαιµόνιο από άτακτες ριπές. Ο κόσµος άρχισε να τρέχει πανικόβλητος. Η µητέρα µου κατέφυγε µαζί µε πολλούς άλλους στο εκκλησάκι του Αγίου Γερασίµου, που βρίσκεται στο ισόγειο του κτηρίου της Πολυκλινικής. Το εκκλησάκι γέµισε ασφυκτικά. Ο παπάς, όρθιος µπροστά στην Ωραία Πύλη, κοίταζε το εκκλησίασµα της ανάγκης και του τρόµου αµίλητος, µε ύφος µελαγχολικό, απελπισµένο και κάπως σαν προφήτη που βλέπει να επαληθεύεται µια θλιβερή προφητεία του.
Η συνοικία µας ήταν λαϊκή, προλεταριακή. Οι περισσότεροι κάτοικοι ήταν φτωχοί µεροκαµατιάρηδες, στην καλύτερη περίπτωση µικροϋπάλληλοι και µικροµαγαζάτορες (αρχαϊκά µπακάλικα, κουρεία, ψιλικατζίδικα, µαγειρεία, βρόµικα όλα, αλλά µε ευφραντικές, ξεχασµένες σήµερα µυρωδιές). Το ΚΚΕ είχε σηµαντική υποστήριξη εκεί. Τις µέρες του Κινήµατος έγιναν στη γειτονιά πολλά ξεκαθαρίσµατα λογαριασµών, για τα οποία δεν αντέχω να µιλήσω. Δεν ήταν όλα ταξικά, δεν ήταν πάντα οι φτωχοί που εκδικούνταν την «πλουτοκρατία».


Ο σπιτονοικοκύρης µας, για παράδειγµα, που εισέπραττε νοίκια για αρκετά χαµόσπιτα σαν αυτό όπου µέναµε, ήταν µε την Αριστερά και οι δικοί µου, που είχαν προστριβές µαζί του, όχι όµως πολιτικές, έµαθαν αργότερα ότι αυτός είχε καρφώσει στους αντάρτες τους δυο γιους της γιαγιάς µου. Όταν, λίγο πριν από το τέλος, έφτασαν στα Σεπόλια τα πρώτα εγγλέζικα τανκς, ο κόσµος ξεχύθηκε στους δρόµους να τα υποδεχτεί. Ποιος κόσµος όµως; Εκείνοι που λούφαζαν τον ένα µήνα της ανταρτοκρατίας και που ήταν περισσότεροι απ’ όσο θα νόµιζε κανείς για µια τέτοια συνοικία; ΄Η µήπως και πολλοί από εκείνους που την ίδια περίοδο εκδηλώνονταν µε διάφορους τρόπους υπέρ της λαοκρατίας; Και πού κρύβονταν τώρα οι άλλοι; Πού να ξέρεις. Εµφύλιες καταστάσεις. Εµφύλια ανεµοζάλη.
Πριν από λίγα χρόνια ανακάλυψα σ’ ένα παλιό σπίτι στο Παγκράτι, δίπλα στον Αγιο Σπυρίδωνα, µια τρύπα από σφαίρα στο σκονισµένο τζάµι ενός παράθυρου.Ηταν από το Κίνηµα. Σκέφτηκα ότι, αν κάτι τόσο λεπτό και εύθραυστο όσο ένα απλό τζάµι κουβαλάει εξήντα τόσα χρόνια τη µνήµη εκείνων των γεγονότων, ίσως το δέος που ένιωθαν τότε οι δικοί µου για µια φοβερή εκκρεµότητα δεν ήταν εντελώς αδικαιολόγητο.
Οι πολίτες έπρεπε να περνούν καθηµερινά ανάµεσα από τις γραµµές των αντιµαχόµενων για τα ψώνια τους ή για να επισκεφθούν φοβισµένους συγγενείς, φοβισµένοι και οι ίδιοι και αβέβαιοι αν θα επέστρεφαν ζωντανοί.

http://tsaiaptavna.blogspot.gr

 Πίσω στα παλιά !

25.1.15

70 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΑ ΔΕΚΕΜΒΡΙΑΝΑ

 

Η σύγκρουση την επαύριον της Απελευθέρωσης σηματοδότησε την ολίσθηση στον Εμφύλιο Πόλεμο και διέρρηξε την ελληνική κοινωνία για τρεις δεκαετίες

70 χρόνια από τα Δεκεμβριανά

«Ξύπνησα κατά τις 05.00 από βαριούς, αραιούς κρότους. Ολμοι ή χειροβομβίδες. Ανοιξα το παράθυρό μου που βλέπει προς την Ακρόπολη. Πάνω στον ουρανό που χάραζε, βόλια βυσσινιά από τ’ αριστερά προς τα δεξιά. Από τον δρόμο, κάπου, μια απόμακρη φωνή χωνιού, μόνο δυο λέξεις άρπαξε τ’ αυτί μου: “... το αίμααα... του λαούουου...”. (...) Στο δωμάτιο των παιδιών της Ιωάννας, πάνω από το δικό μου, ένα βόλι πήγε και σφηνώθηκε στον τοίχο πάνω από το κρεβάτι». Από την κατοικία του στην οδό Κυδαθηναίων στην Πλάκα ο Γιώργος Σεφέρης βλέπει στις 6 Δεκεμβρίου 1944 να γράφονται οι πρώτες σελίδες μιας από τις πιο δραματικές στιγμές της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας.
Κάποια δεδομένα των Δεκεμβριανών είναι γνωστά. Μια κυβέρνηση-μωσαϊκό, αποτέλεσμα απρόθυμου συμβιβασμού αναλωμένων πολιτικών, επιβιωμάτων ενός παλαιού καθεστώτος, ανθρώπων της μοναρχίας, εκπροσώπων μιας εκσυγχρονιστικής αστικής προοπτικής και των υπουργών του ΕΑΜ ακροβατούσε από τις 18 Οκτωβρίου 1944 υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου. Η αδυναμία ή η απροθυμία των προπολεμικών πολιτικών δυνάμεων να εντάξουν το ΕΑΜ στο εν τη γενέσει του πολιτικό σύστημα, η σπουδή του ΚΚΕ να περιφρουρήσει πάση θυσία την κεκτημένη κατά τη διάρκεια της Κατοχής θέση ισχύος του στην ελληνική κοινωνία και η παρεμβατική στάση μιας σφόδρα αντικομμουνιστικής Μεγάλης Βρετανίας δημιούργησαν τις προϋποθέσεις ώστε η κρίση αποστράτευσης των αντάρτικων σωμάτων του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ να οδηγήσει στη ρήξη. Στις 3 Δεκεμβρίου 1944 το συλλαλητήριο του ΕΑΜ διαλύεται με δεκάδες νεκρούς από τα πυρά της αστυνομίας και ακολουθούν 33 μέρες σφοδρών πολεμικών συγκρούσεων μεταξύ 22.000 ανδρών του ΕΛΑΣ, 75.000 Βρετανών του τακτικού στρατού και 15.000 Ελλήνων των δυνάμεων ασφαλείας. Το τίμημα θα είναι η ήττα του ΕΛΑΣ, η αποχώρηση των τμημάτων του από την πρωτεύουσα στις αρχές Ιανουαρίου και η συνθηκολόγηση στη Βάρκιζα στις 12 Φεβρουαρίου 1945.
Οι χρόνιες απορίες
Τα ζητούμενα των Δεκεμβριανών είναι πολλά. Κύρια διαφιλονικούμενη πτυχή τους, η επικράτεια των αριθμών. Είναι γνωστό, για παράδειγμα, ότι στο συλλαλητήριο της 3ης Δεκεμβρίου άνοιξαν πυρ κάποιοι από τη Διεύθυνση Αστυνομίας. Παραμένει, όμως, άγνωστο ποιοι: ήταν, όπως αναφέρει ο Γιάννης Ο. Ιατρίδης στο βιβλίο του «Εξέγερση στην Αθήνα» (εκδ. Λιβάνη), «κάποιος ντυμένος στρατιωτικά, που όμως δεν ανήκε στην αστυνομία», ο οποίος εν τούτοις βγήκε από το κτίριο της Διεύθυνσης, «φθάνοντας στην παράταξη των αστυνομικών φώναξε “Πυροβολήστε τους παληανθρώπους”» και εν συνεχεία άρχισε να γαζώνει ο ίδιος τους διαδηλωτές; Το πλήθος των θυμάτων παραμένει αδιευκρίνιστο: άλλες πηγές κάνουν λόγο για περισσότερους από δέκα νεκρούς, άλλες μιλούν για 12, 15, 16, 21, 28, άλλες ανεβάζουν τον αριθμό στους 33. Ασαφής είναι και ο αριθμός των ομήρων που ο ΕΛΑΣ πήρε μαζί του αποχωρώντας: επρόκειτο για «μερικές χιλιάδες ομήρων προερχόμενων από τις “ευυπόληπτες” κοινωνικές ομάδες της Αθήνας», όπως σημειώνει ο Γιώργος Μαργαρίτης στην «Ιστορία του ελληνικού εμφυλίου πολέμου 1946-1949» (εκδ. Βιβλιόραμα) ή για 15.000 εκ των οποίων «αρκετές χιλιάδες πέθαναν από τις κακουχίες ή τις εκτελέσεις», όπως αναφέρει ο Ντέιβιντ Κλόουζ στις «Ρίζες του εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα» (εκδ. Φιλίστωρ); Στον χώρο των εικασιών κυμαίνεται, τέλος, ο αριθμός των εκτελέσεων (600, 1.200, περισσότερες;) που πραγματοποιήθηκαν στην πρωτεύουσα με την ευθύνη της κομμουνιστικής ΟΠΛΑ (Οργάνωση Προστασίας Λαϊκών Αγωνιστών).
Εξίσου ανοικτό και φορτισμένο πολιτικά παραμένει το ερώτημα αναφορικά με τις προθέσεις του ΚΚΕ. Ηταν τα Δεκεμβριανά ο «δεύτερος γύρος» μιας στρατηγικής κατάληψης της εξουσίας σε «τρεις γύρους», όπως ισχυριζόταν το μετεμφυλιακό αφήγημα της συντηρητικής παράταξης και κάποιοι ιστορικοί δέχονται ως σήμερα, ένδειξη ότι «δεν είχε ουσιαστικά απομακρυνθεί από τη σταλινική αντίληψη: τη βίαιη, δηλαδή, κατάληψη της εξουσίας», όπως έγραφε το ιστορικό στέλεχος του κόμματος Γρηγόρης Φαράκος το 1995, ή το επιστέγασμα μιας πολιτικής κρίσης για την οποία «πολλοί μελετητές εδώ και δεκαετίες συμφωνούν (...) ότι δεν οφείλεται στην απόφαση του ΚΚΕ να καταλάβει την εξουσία με βίαια μέσα», όπως επισημαίνει ο ιστορικός Πολυμέρης Βόγλης στο βιβλίο «Η ελληνική κοινωνία στην Κατοχή, 1941-1944» (εκδ. Αλεξάνδρεια);
Τα προφανή συμπεράσματα
Υπάρχουν, ωστόσο, κάποια πράγματα που μπορούν να ειπωθούν με ασφάλεια για τα Δεκεμβριανά. Η σύγκρουση είχε ως αποτέλεσμα να ξεπλυθούν στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ του αντικομμουνισμού χιλιάδες συνεργάτες των γερμανικών δυνάμεων κατοχής είτε σε επίπεδο στελεχών του δωσιλογισμού είτε σε επίπεδο απλών μελών των Ταγμάτων Ασφαλείας. Με την αίσθηση της κοινωνικής απειλής κατά του αστικού καθεστώτος που μερίδα του πληθυσμού βίωνε ήδη από τα τέλη της Κατοχής να παγιώνεται και να διαχέεται σε ευρύτερα στρώματα, η ένταξη ατόμων με σκιώδη πολιτεία στη χορεία των αντιπάλων του ΚΚΕ διευκολύνθηκε ιδιαίτερα: ο παρών κίνδυνος θεωρείτο τέτοιος ώστε το υπό σχηματισμό ιδεολόγημα της «εθνικοφροσύνης» μπορούσε να κλείσει τα μάτια στο παρελθόν. Η κάθαρση χάθηκε ουσιαστικά στις συμπληγάδες της πόλωσης με τις δίκες της περιόδου 1945-1946 να γίνονται έρμαιο της πολιτικής αντιπαράθεσης. Οπως το θέτει ο ιστορικός Γιώργος Δερτιλής, «τους δωσίλογους και τους πλουτίσαντες επί Κατοχής τούς προστάτευσε

η αναπότρεπτη πορεία της Ιστορίας προς το χάος του Εμφυλίου Πολέμου».
Πράγματι, η σύγκρουση διασφάλισε μαθηματικά σχεδόν την ολίσθηση στον Εμφύλιο Πόλεμο το 1946: το χάσμα της ένοπλης βίας ήταν εξαιρετικά δύσκολο να πληρωθεί με πολιτικές πρωτοβουλίες. Την ίδια στιγμή κατέστη πρόκριμα αντεκδικήσεων από παρακρατικές συμμορίες που ανήκαν στον χώρο των νικητών (η λεγόμενη «λευκή τρομοκρατία» της άνοιξης του 1945) ακυρώνοντας ουσιαστικά την «ύποπτο ανακωχή» που ήταν η συμφωνία της Βάρκιζας και τροφοδοτώντας έναν φαύλο κύκλο πολιτικών εγκλημάτων, ανομίας και παραστρατιωτικών αναμετρήσεων πριν από τη γενικευμένη σύρραξη.
Η συλλογική συνείδηση
Η μνήμη των Δεκεμβριανών στη δημόσια ιστορία διατηρείται ανεξίτηλη. Μετεμφυλιακά, το αφήγημα της εθνικοφροσύνης χρησιμοποίησε τη σύγκρουση της πρωτεύουσας ως κατεξοχήν φόβητρο του κομμουνιστικού κινδύνου, ενώ η αριστερή διανόηση είδε σε αυτήν τις απαρχές των κομματικών λαθών και των χαμένων ευκαιριών που στοίχισαν τελικά την ήττα στο στρατιωτικό και στο πολιτικό πεδίο, παρά τις συνθήκες κοινωνικής πλειοψηφίας που είχαν διαμορφωθεί επί Κατοχής. Παρά το ότι (ίσως, όμως, και επειδή ακριβώς) «η μάχη της Αθήνας αυτή καθεαυτή ακόμη δεν έχει αποτελέσει αντικείμενο συστηματικής μελέτης», όπως γράφει ο Πολυμέρης Βόγλης, οι ταραχές που συνόδευσαν τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου το 2008 είναι σήμερα ευρέως γνωστές ως «Δεκεμβριανά». Ενδεχομένως επειδή έγινε αισθητό ότι φανέρωναν και αυτές μια πρωτοφανή πόλωση της ελληνικής κοινωνίας η οποία επρόκειτο να απελευθερωθεί οριστικά λίγο αργότερα, στα χρόνια της κρίσης.  

*Δημοσιεύθηκε στο ΒΗΜΑmen Νοεμβρίου 2014

 πίσω στα παλιά

1.12.14

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ …ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΔΕΚΕΜΒΡΙΑΝΑ


Δεκέμβρης του ΄44 και γίναμε από δυό χωριά χωριάτες...Έλληνες εναντίον Ελλήνων
και τσόντα οι Εγγλέζοι.
Οδοφράγματα παντού τσεκούρι...μολύβι....και κορμιά στους δρόμους με χαρακτηρισμούς...
αριστερός...δεξιός και την τύφλα μας την μαύρη.
Στην ίδια γειτονιά στην ίδια την αυλή κάθε πρωϊ ξεκινούσαν για διαφορετικά οδοφράγματα με την ευχή να ξαναγυρίσουν πάλι.





Για γέλια για κλάματα δεν ξέρω αλλά όταν τελείωσε αυτό το πανηγύρι
οι θύμησες τα Σαββατόβραδα στις συνάξεις στα σπίτια και οι αφηγήσεις των παλιών
αντιπάλων δεν είχαν τελειωμό μέχρι που οι γυναίκες έβαζαν τις φωνές για να αλλάξουν κουβέντα.
Ο αστυφύλακας έφερνε το γάλα σε σκόνη στην οικογένεια του γείτονα και φίλου του
που τον είχαν στου ΑΒΕΡΩΦ μπαγλαρωμένο....καθ ότι κομμουνιστής.
Έκρυβε το τσίγκινο κουτί μέσα στην χλαίνη του.....





Άλλος της απέναντι μεριάς είχε σώσει γείτονα από την παράνοια συντρόφων του
στην Ούλεν τότε που τους καθάριζαν με συνοπτικές διαδικασίες με προτεραιότητα
τους αστυνομικούς.





Ένας γελούσε και έλεγε ότι έξω από το σπίτι του άρχιζε το οδόφραγμα των αριστερών οπότε αναγκαστικά...ήταν μαζί τους.




Ρωτούσε κανένας νεώτερος με αφέλεια...γιατί αλληλοσκοτωνόντουσαν και η απάντηση ήταν...έτσι ήταν τότε έπρεπε να ανήκεις σε κάποια μεριά.
Ξανά Δεκέμβρης τώρα και ξαναφεύγουν οι Γερμανοί που τους λένε και Τρόϊκα
και πάλι αλληλοτρωγόμαστε ...με τον τρόπο μας αυτή την φορά.
Το ωραίο είναι ότι το λογικότερο κόμμα είναι σήμερα το ΚΚΕ.
Έχει τις θέσεις του τις υπερασπίζεται δεν τις αλλάζει δεν καταφεύγει σε άλλες μεθόδους δεν στηρίζει την τρομοκρατία  δεν μιλάει μεσοβέζικα δεν προκαλεί.
Τα υπόλοιπα κόμματα κινούνται μεταξύ της επικινδυνότητας και της γελοιότητας...
Ρε πώς αλλάζουν οι καιροί;

πίσω στα παλιά

7.12.13

ENA ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΔΕΚΕΜΒΡΗ ΤΟΥ 1944

 

Πυροβολούν άοπλους!

Ένα φωτογραφικό αφιέρωμα στο Δεκέμβρη του 1944 με το φακό του Dmitri Kessel.
Γράφει ο Πέτρος Γαϊτάνος, το Νοέμβρη του 1994, στην εισαγωγή του Λευκώματος

"DMITRI KESSEL, ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΥ ‘44", Εκδόσεις ΑΜΜΟΣ,

Ο Dmitri Kessel γεννήθηκε στην Ουκρανία στις αρχές του αιώνα. Μετανάστευσε στην Αμερική το 1923 και εργάστηκε σαν φωτογράφος στο περιοδικό LIFE. Ταξίδεψε σ’ ολόκληρο σχεδόν τον κόσμο και οι φωτογραφίες του –μολονότι προορίζονταν για ένα εφήμερο μέσο- άντεξαν στον χρόνο. Σήμερα ο Κέσελ θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους φωτορεπόρτερ στον κόσμο. Η δουλειά του, κλασική πια, έχει παρουσιαστεί σε πολλά βιβλία. Οι φωτογραφίες όμως που ο Ντμίτρ Κέσελ έβγαλε στην Ελλάδα του 1944 έμειναν περισσότερο ανέκδοτες και παρουσιάζονται σήμερα για πρώτη φορά...

Τον Αύγουστο του 1994, πενήντα χρόνια μετά, ένας άλλος μεγάλος φωτογράφος του αιώνα μας, ο Ντέηβιντ Ντάνκαν, έφερε στην Αθήνα αυτό το πολύτιμο υλικό και μας το έδωσε λέγοντας. «Ο Ντμίτρ Κέσελ ήταν εδώ, κάτω από την Ακρόπολη, στις 3 Δεκεμβρίου 1944. Τότε που πολλά όνειρα έγιναν εφιάλτες και ο ηρωισμός, η αγωνία και το πάθος μάτωσαν αυτή την όμορφη χώρα. Σας στέλνει, μέσα απ’ την καρδιά του, όσα θραύσματα μάζεψε από εκείνα τα γεγονότα. Τη δική του φωτογραφική μαρτυρία».

Οκτώβριος 1944. Βρετανικά στρατεύματα αποβιβάζονται στον Πειραιά.
Μαζί τους και ο Ντμιτρ Κέσελ

Υποδοχή από πλήθος Αθηναίων.
Οι άντρες αγκάλιαζαν και φιλούσαν τους αμήχανους Βρετανούς στρατιώτες

Η Πλατεία Συντάγματος τον Οκτώβρη του 1944

Ο Γιώργης Σιάντος μιλάει από το μπαλκόνι των γραφείων του ΚΚΕ

Στους δρόμους της Αθήνας μικροπωλητές πουλούσαν
στη μαύρη αγορά οτιδήποτε έπεφτε στα χέρια τους

Στρατιώτες της Ορεινής Ταξιαρχίας φτάνουν από στην Αθήνα από την Ιταλία

Στις 18 του Οκτώβρη του 1944, στη μεγάλη συγκέντρωση στο Σύνταγμα, ο Γ. Παπανδρέου απαντώντας στον κόσμο που ζητούσε «λαοκρατία», είπε το γνωστό «πιστεύουμε και στη λαοκρατία».

(Γρηγόρη Φαράκος: Μαρτυρίες και Στοχασμοί)

Γεώργιος Παπανδρέου

Την Κυριακή 3 Δεκεμβρίου βρισκόμουν, στην Αθήνα στην Πλατεία Συντάγματος, μαζί με έναν Αμερικανό ρεπόρτερ, τον Κόνι Πούλος. Είχε ξεκινήσει μια μεγάλη διαδήλωση. Οι οπαδοί του ΕΑΜ διαμαρτύρονταν για τον αφοπλισμό των δυνάμεων του ΕΛΑΣ. Η αστυνομία είχε διαταχθεί να σταματήσει τη διαδήλωση και είχε σχηματίσει ένα κλοιό στο δρόμο. Την προηγούμενη μέρα η Κυβέρνηση είχε δώσει την άδεια της αλλά αργά τη νύχτα η άδεια ανακλήθηκε. Οι αξιωματούχοι του ΕΑΜ δήλωσαν πως ήταν αδύνατο να ματαιώσουν τη διαδήλωση σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα και αποφάσισαν να προχωρήσουν

Ένα τεράστιο πλήθος γέμιζε το δρόμο μπροστά από τον αστυνομικό κλοιό. Ξαφνικά ακούστηκαν πυροβολισμοί κι ακολούθησε μια ριπή. Βρισκόμαστε με τον Κόνι έξω από τα Παλαιά Ανάκτορα, απέναντι από τον κλοιό της αστυνομίας. Όταν άρχισαν οι πυροβολισμοί εγκλωβιστήκαμε ανάμεσα στις πρώτες γραμμές των διαδηλωτών και τους αστυνομικούς. Καλυφτήκαμε πίσω από το τοιχαλάκι του δρόμου που οδηγεί στα ανάκτορα.

Με τους πρώτους πυροβολισμούς οι διαδηλωτές έπεσαν κάτω.

«Πυροβολούν άοπλους», είπε ο Κόνι. «Ναι» , του απάντησα, «κοίτα αυτόν αριστερά».

Σχεδόν 15 πόδια μακριά μας, ένας άνδρας με πρόσωπο γεμάτο αίματα προσπαθούσε να σηκωθεί από το έδαφος. Κρατούσε το στομάχι του κι αίματα ανάβλυζαν μέσα απ’ τα δάκτυλά του. Οι σποραδικοί πυροβολισμοί σταμάτησαν μερικά δευτερόλεπτα. Οι διαδηλωτές σηκώθηκαν και άρχισαν να διαλύονται. Μερικά σώματα έμεναν ακίνητα στο δρόμο. Κάποιος ζητούσε βοήθεια. Όσοι τραυματίες μπορούσαν να περπατήσουν υποβαστάζονταν από τους συντρόφους τους. Μετά από μια μικρή διακοπή η αστυνομία πυροβόλησε ξανά. Όταν φάνηκε πως οι πυροβολισμοί σταματούν οριστικά, μερικοί διαδηλωτές εμφανίστηκαν στην Πλατεία Συντάγματος για να μαζέψουν τους νεκρούς και τους βαριά τραυματισμένους. Η αστυνομία πυροβόλησε και τους απώθησε.

Συνολικά η αστυνομία σκότωσε 23 και τραυμάτισε 140, ανάμεσα τους και πολλές γυναίκες. Αυτό, όμως, δε σταμάτησε τους διαδηλωτές που άρχισαν να κατευθύνονται προς τον αστυνομικό σταθμό απ’ όπου αναχαιτίστηκαν με νέα πυρά.

Την ίδια στιγμή τα βρετανικά τεθωρακισμένα που είχαν σταθμεύσει κατά μήκος της Πανεπιστημίου κινήθηκαν και εμφανίστηκαν στο δρόμο οι άντρες της βρετανικής στρατιωτικής αστυνομίας. Οι διαδηλωτές τους υποδέχτηκαν με ανακούφιση κι έτρεξαν στην Πλατεία Συντάγματος να τους αγκαλιάσουν και να τους φιλήσουν.

Ένας Βρετανός αξιωματικός φώναξε στο διευθυντή της αστυνομίας Άγγελο Έβερτ που στεκόταν στον εξώστην του αστυνομικού αρχηγείου.

«Σταματήστε αμέσως να πυροβολείτε».

Ο Έβερτ απάντησε με αθωότητα «Ποιος πυροβολεί;»

(Dmitri Kessel)

Είχε ξεκινήσει μια μεγάλη διαδήλωση

Οι οπαδοί του ΕΑΜ διαμαρτύρονταν για τον αφοπλισμό των δυνάμεων του ΕΛΑΣ

Η αστυνομία είχε διαταχθεί να σταματήσει τη διαδήλωση

Ένα τεράστιο πλήθος γέμιζε το δρόμο μπροστά από τον αστυνομικό κλοιό

Ξαφνικά ακούστηκαν πυροβολισμοί και ακολούθησε μια ριπή

Η επίθεση στη διαδήλωση της Κυριακής της 3ης του Δεκέμβρη, έγινε με εντολή της κυβέρνησης του Παπανδρέου και του αρχηγού της Ελληνικής αστυνομίας, Άγγελου Έβερτ.

54 νεκροί και 70 τραυματίες τα θύματα της.

(Σπύρος Λιναρδάτος: Πολιτική και Πολιτικοί)

Πυροβολούν άοπλους!

Μερικά σώματα έμειναν ακίνητα στο δρόμο

Συνολικά οι αστυνομία σκότωσε 23 και τραυμάτισε 140.
Ανάμεσα τους και πολλές γυναίκες

Την ίδια στιγμή τα βρετανικά τεθωρακισμένα κινήθηκαν

Εμφανίστηκαν οι άνδρες της βρετανικής στρατιωτικής αστυνομίας

Κάποιοι ζητούσαν βοήθεια

Οι διαδηλωτές συγκεντρώθηκαν ξανά. Αυτή τη φορά κρατούσαν μια πελώρια αμερικάνικη σημεία και κατέβαιναν αργά το δρόμο φωνάζοντας ρυθμικά: «Ρούζσβελτ, Ρούζσβλτ». Δεν επιχείρησαν να επιτεθούν στον αστυνομικό σταθμό. Μετά από λίγο οι δρόμοι έμειναν έρημοι. Μερικοί άνδρες και γυναίκες άφηναν πρόχειρους ξύλινους σταυρούς στα σημεία που είχε χυθεί το αίμα των θυμάτων. Άλλες γυναίκες μάζευαν το αίμα σε χαρτοσακούλες και παλιές κονσέρβες. 
Την επόμενη μέρα στην κηδεία των 23 θυμάτων καταλάβαμε γιατί.

Η νεκρώσιμη ακολουθία έγινε στη Μητρόπολη κι ένα μεγάλο πλήθος προσευχόταν στη μικρή πλατεία. Από κει η νεκρική πομπή κατευθύνθηκε στο Σύνταγμα. 
Τα φέρετρα παρατάχθηκαν σε μια γραμμή, εκεί όπου τα θύματα των πυροβολισμών της Κυριακής είχαν πέσει. Όλοι γονάτισαν σε σιωπηλή προσευχή. Μερικοί κρατούσαν πανώ γραμμένα με το αίμα των θανάτων. 
Ένα που βρισκόταν στην κορυφή της πομπής, έγραφε: «όταν ο λαός είναι αντιμέτωπος με τον κίνδυνο της τυραννίας πρέπει να διαλέξει ανάμεσα στις αλυσίδες και τα όπλα». Ήταν πιτσιλισμένο με αίμα.

(Dmitri Kessel)

Μερικοί άντρες άφηναν πρόχειρους ξύλινους σταυρούς
στα σημεία που είχε χυθεί το αίμα των θυμάτων

Θάβαμε τους νεκρούς μας συχνά τα τελευταία τέσσερα χρόνια … πολύ συχνά

Στους δρόμους χιλιάδες Αθηναίοι περίμεναν την πομπή να περάσει

Ήταν πιτσιλισμένο με αίμα

Ο εμφύλιος έχει αρχίσει. Στις 3 Δεκέμβρη συλλαλητήριο διαμαρτυρίας, για τη μονόπλευρη διάλυση του ΕΛΑΣ.Ο κόσμος χτυπήθηκε δολοφονικά στο Σύνταγμα και υπήρξαν πολλοί νεκροί και τραυματίες.
Κηδεία με παλλαϊκή διαδήλωση την επόμενη. Νέα δολοφονικά χτυπήματα.

Στις 5 Δεκέμβρη και αφού οι διαδηλωτές χτυπιούνται για τρίτη συνεχόμενη μέρα, άνδρες του ΕΛΑΣ χτυπούν κι  αυτοί.

Μπαίνουν στο παιχνίδι με τανκς και οι Εγγλέζοι.

Τις επόμενες μέρες, χρησιμοποιούν και αεροπλάνα.

4 του Γενάρη, ο ΕΛΑΣ παίρνει εντολή να αποχωρήσει από την Αθήνα.

Ούτε μια φορά, στις 33 μέρες των μαχών, δεν συνήλθε η ΚΕ, ούτε καν το ΠΓ του ΚΚΕ.

(Γρηγόρης Φαράκος: Μαρτυρίες και Στοχασμοί)

Ο εμφύλιος είχε αρχίσει

Βλέπω Έλληνες να σκοτώνονται μεταξύ τους

Ολόκληρη τη νύχτα της Δευτέρας και την ημέρα της Τρίτης ακούγαμε πυροβολισμούς και ριπές. Την Τετάρτη οι Βρετανικές δυνάμεις ανέλαβαν δράση. Βρετανοί αλεξιπτωτιστές κατέλαβαν τα κεντρικά γραφεία του κομμουνιστικού κόμματος. Εκείνο το πρωί οι δρόμοι της Αθήνας ήταν έρημοι και ένα γκριζογάλανο πέπλο καπνού απλωνόταν σε όλη την πόλη. Οι εκρήξεις των οβίδων και των όλμων ενώνονταν με τους ήχους των ντουφεκιών και των αυτομάτων, Τα πυρά ήταν πυκνά, Το μεγαλύτερο μέρος της πόλης βρισκόταν κάτω από τον έλεγχο του ΕΛΑΣ. Το ξενοδοχείο της Μεγάλης Βρετάνιας έγινε το κέντρο απ΄ όπου ο στρατηγός Σκόμπι, διοικητής των βρετανικών δυνάμεων, διεύθυνε τις επιχειρήσεις. Πολλά μέλη της ελληνικής κυβέρνησης, μερικοί με τις οικογένειες τους, έμεναν στο ξενοδοχείο. Η «πρώτη γραμμή» ήταν λίγα τετράγωνα πιο κάτω, στην πλατεία Ομονοίας. Από την άλλη πλευρά της πόλης, η περιοχή που ελεγχόταν από τους Βρετανούς και τους δεξιούς Έλληνες τέλειωνε στην Ακρόπολη.

(Dmitri Kessel)

Την Τετάρτη οι βρετανικές δυνάμεις ανέλαβαν δράση

Εκείνο το πρωί οι δρόμοι της Αθήνας ήταν έρημοι
κι ένα γκριζογάλανο πέπλο καπνού απλωνόταν σε όλη την πόλη

Η περιοχή που ελεγχόταν από τους Βρετανούς και τους δεξιούς Έλληνες τελείωνε στην Ακρόπολη

Ήταν πολλοί οι αθώοι Έλληνες γυναίκες και παιδιά που πέθαναν

Τα πυρά ήταν πυκνά

Η «πρώτη γραμμή» ήταν λίγα τετράγωνα πιο κάτω, στην πλατεία Ομονοίας. Από την άλλη πλευρά της πόλης, η περιοχή που ελεγχόταν από τους Βρετανούς και τους δεξιούς Έλληνες τέλειωνε στην Ακρόπολη.

(Dmitri Kessel)

Η «πρώτη γραμμή» ήταν λίγα τετράγωνα πιο κάτω στην πλατεία Ομόνοιας

Βρετανική περίπολος προσπερνά πτώματα κρατουμένων που είχαν προσπαθήσει
να δραπετεύσουν από τις φυλακές Αβέρωφ

Βρετανικό τεθωρακισμένο έχει ανατιναχθεί κοντά στην Ομόνοια

Κοντά στην Ομόνοια μια ώρα μετά την κατάπαυση του πυρός

Ο Δημητρώφ, ηγέτης του ΚΚ Βουλγαρίας, ζητούσε από τον Μολότωφ, να επιτρέψουν τουλάχιστον οι Σοβιετικοί στον Τύπο τους, να κάνει μνεία στη δράση και στις επιτυχίες του ΕΛΑΣ.

(Πολιτική και Πολιτικοί: Σπύρος Λιναρδάτος)


Έλληνες που έχουν συλληφθεί από τους Βρετανούς

Το ξενοδοχείο της Μεγάλης Βρετάνιας έγινε το κέντρο απ΄ όπου ο στρατηγός Σκόμπι, διοικητής των βρετανικών δυνάμεων, διεύθυνε τις επιχειρήσεις. Πολλά μέλη της ελληνικής κυβέρνησης, μερικοί με τις οικογένειες τους, έμεναν στο ξενοδοχείο.

(Dmitri Kessel)

Το Fortress Bar της Μεγάλης Βρετάνιας

Στο σαλόνι τα Μεγάλης Βρετάνιας δύο Ελληνοαμερικανοί συζητούν

με αξιωματικούς της ρωσικής αποστολής

Στις 25 του Μάρτη του 1944, ο Στάλιν έστειλε συγχαρητήριο τηλεγράφημα για την εθνική μας εορτή, στο βασιλιά Γεώργιο και όχι στην κυβέρνηση που είχε εγκαθιδρυθεί στην ελεύθερη Ελλάδα από το ΕΑΜ

(Πολιτική και Πολιτικοί: Σπύρος Λιναρδάτος)

O παπα-Ανυπόμονος, χαρούμενος με την άφιξη της Σοβιετικής αποστολής στο βουνό, γύρισε και είπε στον Άρη:

«Καπετάνιε, ήρθαν οι δικοί μας» και ο Βελουχιώτης του απάντησε:

«Παπά, όλα τα γουρούνια την ίδια μούρη έχουν»

(Από τα απομνημονεύματα του Ανυπόμονου)


Οι αξιωματικοί της ρωσικής αποστολής μοιράζονται διάφορα δωμάτια και διανυχτέρευαν. Εδώ ο συνταγματάρχης Ποπώφ

Ο στρατηγός Ρόναλντ Σκόμπι, διοικητής των βρετανικών δυνάμεων

Μέλη της Ελληνικής Κυβέρνησης με τις οικογένειες τους συζητούν στο σαλόνι της Μεγάλης Βρετάνιας. Στο κέντρο ο Στυλιανός Γονατάς

Ο Ρόναλντ Σκόμπι και ο Χάρολντ Αλεξάντερ στον εξώστη του Μεγάρου Σλήμαν

Οι Άγγλοι στην Ακρόπολη

Οι αλεξιπτωτιστές είχαν καταλύσει μέσα στο Μουσείο. Όπλα κιάλια και μπερέδες κρεμόντουσαν απ’ τα αγάλματα. Οι άνδρες ξαπλωμένοι στο πάτωνα, έγραφαν γράμματα και διάβαζαν στο φως των κεριών. Την επόμενη μέρα τους φωτογράφισα «σε ώρα εργασίας». Η είσοδο της Ακρόπολης ήταν φραγμένη με χοντρά ξύλα κι αμμόσακους. Οι αλεξιπτωτιστές, οπλισμένοι με αυτόματα, είχαν πάρει θέσεις πίσω από πεσμένες κολώνες και μέσα στον Παρθενώνα, όπου υπήρχε ένας σταθμός επικοινωνίας.

Άγγλοι σε «ώρα εργασίας»

Οι αλεξιπτωτιστές είχαν καταλάβει την Ακρόπολη στις 6 Δεκεμβρίου
για να μην πέσει στα χέρια του ΕΛΑΣ

Είχαν πάρει θέση πίσω από τις πεσμένες κολώνες

Μέσα στον Παρθενώνα υπήρχε ένας σταθμός επικοινωνίας

Ο Βρετανός υπουργός Μακμίλαν, τηλεγραφούσε από την εξεγερμένη Αθήνα ότι «πλάι στους εξτρεμιστές του ΕΛΑΣ, οι διεστραμμένοι διανοούμενοι της έντυπης δημοσιογραφίας, είναι μεταξύ των πιο επικίνδυνων εχθρών μας».

Κατηγορούσε δηλαδή τους δικούς τους δημοσιογράφους, επειδή μετέδιδαν την αλήθεια, σχετικά με τα εγκλήματα της φιλοαγγλικής αστυνομίας του Άγγελου Έβερτ και των ίδιων των Αγγλικών στρατευμάτων!

«Εκτός από τους Τάϊμς, πρέπει να παλέψουμε και με το ΒΒC», έλεγε.

Η πρώτη μάχη στον πόλεμο της προπαγάνδας, είχε χαθεί για τους Βρετανούς.

(Φοίβος  Οικονομίδης: Το σύνδρομο του Οδυσσέα)


Η θέση της Ακρόπολης που δέσποζε στην πόλη ήταν ιδανική

Οι αλεξιπτωτιστές είχαν καταλύσει μέσα στο Μουσείο

Όπλα, κιάλια και μπερέδες κρεμόντουσαν από τα’ αγάλματα

Ο Τσώρτσιλ στην Αθήνα

Τα Χριστούγεννα του 1944 φτάνει το Τσώρτσιλ στην Αθήνα

Τσώρτσιλ και Δαμασκηνός

Σκόμπι, Τσώρτσιλ και Αλεξάντερ

Θα γινόταν συνάντηση της ελληνικής κυβέρνησης και του ΕΛΑΣ υπό την εποπτεία του Τσώρτσιλ και δεν υπήρχε ηλεκτρικό., Πάνω σε ένα τεράστιο τραπέζι είχαν τοποθετηθεί δώδεκα λάμπες θυέλλης που φώτιζαν το χώρο.

Οι σύνεδροι μπήκαν στο δωμάτιο. Στη μια πλευρά κάθισε ο Τσώρτσιλ, ο Άντονι  Ήντεν, ο σερ Χάρολντ Αλεξάντερ (διοικητής των συμμαχικών δυνάμεων στη Μεσόγειο), ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός, ο συνταγματάρχης Ποπώφ και ο Αμερικανός πρέσβης Λίνκολν Μα Γω. Απέναντι τους κάθησαν τα μέλη της ελληνικής κυβέρνησης με τον Παπανδρέου επικεφαλή..  …

Φωτογράφιζα από την ελληνική πλευρά του τραπεζιού σημαδεύοντας με το φακό τον Τσώτσιλ. Μετά από μερικές λήψεις βρυχήθηκε: «φωτογράφησε τους Έλληνες. Είναι το δικό τους σώου» …. Η αντιπροσωπεία του ΕΛΑΣ δεν είχε φτάσει ακόμη. Παρά την εγγύηση που είχε δώσει ο Σκόμπι για ασφαλή διέλευση , η αντιπροσωπεία του ΕΛΑΣ αντιμετώπισε προβλήματα και καθυστέρησε να περάσει τις γραμμές.

(Dmitri Kessel)

Συνέχισα να φωτογραφίζω χρησιμοποιώντας το δραματικό φωτισμό του δωματίου

Η ανακωχή

Μερικές μέρες αργότερα, στις 11 Ιανουαρίου 1945, ο στρατηγός Σκόμπι και οι εκπρόσωποι του ΕΑΜ, Ζέβγος, Παρτσαλίδης, Μακρίδης και Αθηνέλης υπόγραψαν ανακωχή. Η κατάπαυση του πυρός έγινε στις 15 Ιανουαρίου 1945.

Περί τα τέλη Νοεμβρίου του 1944, η «Αστερόεσσα», εφημερίδα του Αμερικάνικου στρατού, δημοσίευσε φωτογραφία του γενειοφόρου υποστράτηγου Άρη Βελουχιώτη, με σχόλιο έκδηλα ευνοϊκό. Το Μάρτη του 1945, ο Άρης σε επιστολή του, κατηγορεί την ηγεσία του ΚΚΕ, γιατί δεν έβαλε στο παιχνίδι Ρώσους και Αμερικάνους, ώστε να μη δοθεί μια φιλοεγγλέζικη λύση, στο Ελληνικό πρόβλημα.

(Φοίβος  Οικονομίδης: Το σύνδρομο του Οδυσσέα)

'Αρης Βελουχιώτης

Στα μέσα του 1944 οι Άγγλοι αποφασίζουν να σταματήσουν τη ρίψη προκηρύξεων κατά των ταγματαλητών, ύστερα από αίτημα του Γ. Παπανδρέου που προετοίμαζε το στρατό του κατά του ΕΛΑΣ.
(Φοίβος  Οικονομίδης: Το σύνδρομο του Οδυσσέα)

Γεώργιος Παπανδρέου

Το ΕΑΜ μέχρι ηλιθιότητος, επιμένει στην πολιτική της εθνικής ενότητος.

Γ. Παπανδρέου 30/12/1944

(Γρηγόρη Φαράκος: Μαρτυρίες και Στοχασμοί)

Όσοι Αθηναίοι αναζητούσαν χαμένους συγγενείς περπατούσαν
κλείνοντας τις μύτες με μαντήλια

Οδός 3ης Σεπτεμβρίου

Πολλά κτήρια είχαν σωριαστεί σε ερείπια

Οι αντιστασιακοί, την είχαν την εξουσία και την παραδώσαν. Άμα έχεις την εξουσία και την παραδίδεις, κάνεις ανοιχτή προδοσία.

Χαρίλαος Φλωράκης: Σε ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ το 1991

Γρηγόρη Φαράκος: Μαρτυρίες και Στοχασμοί)
http://kaistriotis.blogspot.gr/

http://iteanet.blogspot.gr